Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Τσαρούχης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Τσαρούχης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ



Henri Cartier-Bresson: Ο Γιάννης Τσαρούχης και η Μαρία Κάλλας στην Επίδαυρο (1961). 
Στην τελευταία επίσκεψή του στην Ελλάδα, ο Γάλλος φωτογράφος παρακολούθησε στην Επίδαυρο την "Medea" του Luigi Cherubini με πρωταγωνίστρια την Μαρία Κάλλας, σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή και με σκηνικά - κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Σε εκείνον οφείλονται οι γνωστότερες φωτογραφίες των δοκιμών και της παράστασης. 
Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Μνήμη Μαρίας Κάλλας σήμερα... 
Σαν σήμερα, πριν 49 χρόνια, η ντίβα που έγινε συνώνυμη της όπερας, πέθανε μόνη στο Παρίσι... Κλεισμένη στο διαμέρισμά της και στον εαυτό της.
Η Μαρία Κάλλας είναι ο ορισμός της ντίβας! Και της τραγικότητας... Η περίπτωσή της υπήρξε στην κυριολεξία μοναδική! Καθόρισε οριστικά την όπερα στον καιρό μας, έζησε την απόλυτη δόξα και πέθανε μόνη...
Η σιωπή στην οποία έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, είναι από τα σπουδαιότερα μαθήματα μουσικής που μας άφησε. Ανήκει στην προσωπική μου μυθολογία, όπως και εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων.
Η Κάλλας πέθανε από έρωτα... Η μετά Κάλλας εποχή που ζούμε εξελίσσεται βαθειά αντιερωτική. Ευτυχώς που υπάρχουν οι ηχογραφήσεις της για να ακονίζουν ακόμα - και εσαεί, νομίζω - την ευαισθησία των αληθινά ερωτικών όντων.
Δίνω τον λόγο στον Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος είχε συνεργαστεί μαζί της, μα κυρίως είχε κατανοήσει βαθειά την ολότελα ξεχωριστή περίπτωσή της.
Είναι, άλλωστε, γνωστή η φράση του: "Αγαπώ την Κάλλας και την Μπέλλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος". 
Παραθέτω εδώ φωτογραφικό υλικό από την συνεργασία του Τσαρούχη με την Κάλλας στην "Μήδεια" του Κερουμπίνι. 
Tου Γιάννη Tσαρούχη 
EIMAI ένας απ' τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, που έμαθε στην Αθήνα το θλιβερό άγγελμα του θανάτου τής Mαρίας Kάλλας. 
Tο ’μαθα έτσι τυχαίως, τηλεφωνώντας στο Παρίσι σε μια φίλη μου. Λίγες ώρες μετά ανήγγειλα το κακό νέο στη σκηνή του θεάτρου Kαπλανών, όπου είχα ανεβάσει τις Tρωάδες. 
Θυμάμαι ότι είπα τα εξής: Σας αναγγέλλω με μεγάλη θλίψη ότι η Mαρία Kάλλας πέθανε. Hταν μια θεά και θα μείνει αθάνατη. Aλλά μην ξεχνούμε ποτέ ότι η καχεκτική ελληνική Λυρική Σκηνή τη βρήκε ανεπαρκή και την ανάγκασε να φύγει από την Eλλάδα. 

Με αφιέρωση του Γ. Τσαρούχη στον Μ. Χατζιδάκι

Θυμάμαι ακόμα κάτι άλλο που είπα στην εφημερίδα «Eθνος», εξ αφορμής του πρώτου της ρεσιτάλ στου «Hρώδου του Aττικού», το ’57, όταν ο Mαμάκης ρώτησε όλους τους καλλιτέχνες να πουν τι γνώμη έχουν γι' αυτή. Επανέλαβα απλώς μια φράση του Eυαγγελίου: «Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες εις κεφαλήν γωνίας εγένετο». 
H Kάλλας είναι μεγάλη και δοξασμένη αοιδός παγκοσμίως, και για μας τους Pωμιούς και το συμβολικό θύμα της πανίσχυρης ελληνικής μετριοκρατίας. Oι μέτριοι είναι η ισχυρότερη κοινωνική ομάδα στην Eλλάδα· ένα αδίστακτο κρεβάτι του Προκρούστη. 
Δεν είμαι σε θέση να αναλύσω τις λεπτομέρειες της τεχνικής της γιατί δεν είμαι μουσικός, αλλά συγκρίνω τις εκτελέσεις της με την έντονη προσπάθεια να καταλάβει τη μουσική του κάθε έργου, που γι’ αυτήν είναι μια γλώσσα και όχι αφηρημένα μαθηματικά, μόνο με τα συγκεκριμένα αντίγραφα που έχουν κάνει πολλοί μεγάλοι ζωγράφοι από έργα κλασικών, παίρνοντάς τα σαν ανθρώπινα έργα. 
Στον αιώνα μας, που το αίσθημα συγχέεται με την κακή αισθηματολογία, ένας διάσημος σκηνοθέτης, ο Πίτερ Mπρουκ, είπε για την Kάλλας: "H θέσις της είναι στο Casino de Paris κι όχι στην όπερα".
Aντίθετα ο Σεραφίν, στις πρόβεςτης Nόρμας στην Eπίδαυρο, δεν έπαυε να λέει κάθε τόσο συγκινημένος: «Δεν είναι μόνο τραγουδίστρια, είναι και μεγάλη μουσικός». 
Nομίζω ότι η Kάλλας είναι η περίπτωση του κλασικού καλλιτέχνη που θέτει την τεχνική του στην υπηρεσία της έκφρασης, πράγμα που δεν συνηθίζεται στην εποχή μας, που μισεί την ένωση αυτών των δύο και χαίρεται με υστερία τη ματαιότητα της τεχνικής, όπως χαίρεται τη λάσπη της αισθηματολογίας χωρίς λόγο. 
H Kάλλας, τραγουδώντας ιταλικά, είναι Eλληνίδα. Aν ποτέ ο κόσμος καταλάβει και ξεχωρίσει τα χαρίσματα των Eλλήνων, που τα σκεπάζουν αφόρητα ελαττώματα, θα προχωρήσει πολύ στην κατανόηση πολλών πραγμάτων μεταξύ των οποίων και η τέχνη. 
Σημείωση: Tο κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Bασίλη Nικολαΐδη «Mαρία Kάλλας». Eκδόσεις «Kέδρος», Aθήνα. 

Μαρία Κάλλας - Αλέξης Μινωτής - Γιάννης Τσαρούχης

Ήταν αρχές Οκτωβρίου όταν συνάντησα την Κάλλας στο μεγάλο ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης, το "Waldorf Astoria", για να συζητήσουμε για τα κουστούμια της Μήδειας. Έφθασα στη Νέα Υόρκη με μιά βαλίτσα γεμάτη βιβλία και φωτογραφίες με ό,τι σχετικό υπάρχει για τη Μήδεια, τον Κερουμπίνι και τον Ευρυπίδη και με τέσσερα τόπια υφάσματα. 
Ασφαλώς θα με ρωτήσετε ποιά ήταν η πρώτη εντύπωση της γνωριμίας μου με την Κάλλας. Με υποδέχτηκε στο πολυτελές διαμέρισμα του ξενοδοχείου τη μ' ένα πέτσινο μπλουζάκι. Ήταν σεμνή και αθώα σαν κοριτσάκι 18 χρονών. 
Βρισκόμουν μπροστά σε μια γυναίκα που γνώριζε την κλασική εποχή και σε μια καλλιτέχνιδα με καταπληκτική διεισδυτικότητα και ένστικτο. Την παρακολούθησα να ξανασχεδιάζει μαζί μου και να προσαρμόζει ένα μεγάλο ρόλο της σ' ένα καινούργιο πνεύμα σκηνοθεσίας. Η διαίσθησή της δεν την αφήνει να κάνει λάθος. Ξέρει ποιό είναι το σωστό για την κάθε στιγμή. 
Ενθουσιάζεται με κάθε σωστή ιδέα. 
"Ναί, ναί, λέει, έτσι πρέπει να βγεί η Μήδεια στην πρώτη πράξη. Έχετε απόλυτο δίκιο. Πρέπει να είναι ατημέλητη χωρίς κανένα στολίδι. Είναι τόσο ταραγμένη που δεν έχει καιρό για στολίδια. Το σκοτεινό κοστούμι με τη στενή, κόκκινη ζώνη, θα δώσει τον σωστό δραματικό τόνο". (...) 
"Η Μήδεια στην τελευταία πράξη δεν είναι γυναίκα πιά", παρατηρεί η Κάλλας. "Κάνει πράξεις που δεν τις κάνει μια γυναίκα. Μεταβάλλεται σε μια δαιμονισμένη φλόγα που καίει με το τρομερό πάθος της εκδικήσεως". (...) 

Στην Όπερα του Ντάλλας στο Τέξας ανέβηκε η «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι
με την Μαρία Κάλλας. Σκηνοθέτης ο Αλέξης Μινωτής, σκηνικά - κοστούμια από τον Γιάννη Τσαρούχη.
Μαζί τους ο Φράνκο Τζεφιρέλι και η Ισπανίδα μέτζο σοπράνο Tereza Berganza. Ήταν 6 Αυγούστου του 1958.


Η παράσταση αρχίζει. Η μουσική ιδιοφυία και το υποκριτικό δαιμόνιο της Κάλλας συνεπαίρνουν το κοινό. Στη σκηνή κινείται μια μεγάλη ηθοποιός που ζωντανεύει μια τραγική μορφή. Το κοινό χειροκροτεί με το πάθος και την ειλικρίνεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνος. (...) 
- Γιάννης Τσαρούχης, "λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες". 
Το 1957, σε μια επιστολή του ο Γιάννης Τσαρούχης στον Γιάννη Μόραλη, από το Ντάλας του Τέξας, για την παράστασή της εκεί, την αποκαλούσε: Μεγάλη σαν τον Γκρέκο! 
Η παράσταση αυτή της "Μήδειας" του Κερουμπίνι, παίχτηκε στο Ντάλλας το 1958 (σ' αυτή την παράσταση αναφέρεται ο Τσαρούχης) και στη συνέχεια στο Λονδίνο το 1959, στην Επίδαυρο το 1961 και στο Μιλάνο το 1961 και το 1962. Στον ρόλο του Ιάσωνα ήταν ο Jon Vickers. Σκηνοθεσία του Μινωτή και σκηνικά-κοστούμια του Γ. Τσαρούχη. 
Στο βίντεο που ακολουθεί, ακούτε ηχογραφημένη εκτέλεση σε στούντιο του 1957 (χορωδία και ορχήστρα της Σκάλας του Μιλάνου), οπτικοποιημένη με φωτογραφίες από την παράσταση του 1958.

.
Nicola Rescigno, Αλέξης Μινωτής, Mαρία Κάλλας, Γιάννης Τσαρούχης στη διάρκεια πρόβας (Ντάλλας 1958)
Γιάννης Τσαρούχης, Κωστής Μπαστιάς, Μαρία Κάλλας, Αλέξης Μινωτής (1961)
Φράνκο Τζεφιρέλι, Γιάννης Τσαρούχης, Μαρία Κάλλας στη διάρκεια πρόβας  (Ντάλλας 1958)
Θεατρικό κοστούμι του Γιάννη Τσαρούχη για τη Μαρία Κάλλας στη Μήδεια
(Αθήνα 1958, Συλλογή Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, Ναύπλιο).
"Μήδεια" του Luigi Cherubini στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου (6-8-1961).
Ο σκηνογράφος της παράστασης, Γιάννης Τσαρούχης, ο σκηνοθέτης, Αλέξης Μινωτής
και η Μαρία Κάλλας υποκλίνονται στο κοινό.
"Μήδεια" του Luigi Cherubini στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου (6-8-1961):
η Κική Μορφονιού, ο σκηνογράφος της παράστασης Γιάννης Τσαρούχης, ο διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Κωστής Μπαστιάς, η Μαρία Κάλλας και ο σκηνοθέτης της παράστασης, Αλέξης Μινωτής.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη για την "Μήδεια" με την Μαρία Κάλλας
Ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Αλέξης Μινωτής κατά την προετοιμασία των κοστουμιών για την
Μήδεια του Κερουμπίνι, που παρουσιάστηκε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου με την Μαρία Κάλλας (1961). 

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: "ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ"

Ο Γιάννης Τσαρούχης με αρχιερατική στολή, το 1989, μια ημέρα πριν από το θάνατό του.
φωτογραφία: Γιώργος Τουρκοβασίλης


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Αγαπώ πολύ την Εκκλησία και τη Βυζαντινή μουσική 
Γιάννης Τσαρούχης 
Στις 20 Ιουλίου, πριν 37 χρόνια, απέδρασε προς την αιωνιότητα ο Γιάννης Τσαρούχης (1910 – 1989).
Ο Τσαρούχης που όπως είπε ο Μάνος Χατζιδάκις «ποτέ του δεν υπήρξε Κρατικός. Ήταν και είναι Εθνικός και Χριστιανός μαζί»! 
Σκέφτηκα, λοιπόν, να αφιερώσω στη μνήμη του ένα κείμενο για τη σχέση του με τη Βυζαντινή Μουσική. 
Ο ίδιος μας πληροφορεί σχετικά: «Είμαι βαθύτατα επηρεασμένος από την Ορθόδοξη Εκκλησία, τη μουσική της, τη θεολογία της, αλλά αυτό δεν το δείχνω κάνοντας πράγματα βυζαντινίζοντα, τα οποία άλλωστε έμαθα από τον Κόντογλου που ήταν μαθητής μου και ήμουν βοηθός του. Είναι μια ζωντανή θρησκεία και μια ζωντανή φιλοσοφία που συνεχίζονται ακόμη και σε αυτούς που λένε ότι δεν πιστεύουν. Είναι σπουδαίος ο πολιτισμός ο βυζαντινός που ζει ζωντανά σήμερα και εξελίσσεται μαζί με τη ζωή. Η μουσική, ιδίως, με γοητεύει πάρα πολύ και προσπάθησα στην αρχή να μάθω, είδα όμως ότι ήταν πολύ δύσκολο να αφοσιωθώ στη μουσική και να μάθω και ζωγραφική μαζί». 
Η σχέση του Τσαρούχη με την Εκκλησία χρονολογείται, λοιπόν, από πολύ παλιά, όταν μαθήτευε στον Φώτη Κόντογλου. Ο ίδιος ομολογεί: «Ο Κόντογλου μ’ έκανε να γνωρίσω την Εκκλησία, η οποία ήταν για μένα ένα πράγμα άγνωστο. Η Εκκλησία που γνώρισα όταν ήμουνα μικρό παιδί δεν ήταν η ίδια με την Εκκλησία που σχημάτισαν σιγά σιγά οι πρόσφυγες που φέραν τη βυζαντινή μουσική ξανά».

1932. Ο Τσαρούχης και ο Φώτης Κόντογλου με ράσα δόκιμων μοναχών
στη Μονή Βαρλαάμ, στα Μετέωρα (φωτ. Ι. Π. Παπαχατζηδάκης).

Ο Τσαρούχης έχει γράψει, επίσης, σε κείμενό του για την Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, ότι εκείνη ήταν που στην ουσία του «άνοιξε τα μάτια» για να δει τον θησαυρό της βυζαντινής μουσικής και μάλιστα ως φυσική συνέχεια της αρχαίας ελληνικής. 
Ο Χατζιδάκις μας έκανε γνωστό πως ο Τσαρούχης έψαλλε στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα μαζί με τον Νίκο Γεωργιάδη, τον Χρήστο Βαχλιώτη, τον Ιωάννη και τον Κοσμά Ξενάκη.
Αφηγείται ο Χατζιδάκις: "Δεν θα ξεχάσω ποτέ, σαν ήμουν 18 χρονών, μες στα δύσκολα για όλους χρόνια της γερμανικής κατοχής, τον Τσαρούχη, τριγυρισμένο από διαλεχτούς νέους μαθητές του, να παρακολουθεί τη λειτουργία του Επιταφίου, σ’ ένα μικρό εκκλησάκι της Πλάκας, κρατώντας μιαν αναμμένη λαμπάδα, με μιαν άνετη ευλάβεια, χωρίς τον ιουδαϊσμό των «τακτικών χριστιανικών θαμώνων», με μιαν ευλάβεια που λες και υπήρχε μέσα του χιλιάδες χρόνια, να ψάλλει «γνησίως βυζαντινά», και συγχρόνως να ευφραίνεται τις μύριες προεκτάσεις ετούτης της στιγμής που ζούσε". Και αλλού πάλι ο Χατζιδάκις έγραψε: «Ο Τσαρούχης είναι χριστιανός, όχι γιατί πηγαίνει στην εκκλησιά, αλλά γιατί ξέρει να στέκεται μέσα σ’ αυτήν, με την άνεση ενός παπά και με την αγιότητα ενός μικρού παιδιού».
Σημαντική είναι, επίσης, η μαρτυρία του Μένη Κουμανταρέα: «..Θυμάμαι, στο Μετόχι του Αγίου Τάφου, το πρόσωπο του Τσαρούχη έντονα ροδαλό από φυσικού του, μα που τότε κοκκίνιζε σα να είχε πιει οκάδες ρετσίνα, με μάτια βαθιά μπλε στα οποία διαγράφονταν μια ανάλαφρη ειρωνεία, η ίδια ειρωνεία που διαπίστωνα όταν τον άκουγα να αφηγείται μια ιστορία, πράγμα που έκανε τους άλλους να γελούν, ενώ εκείνος έμενε ατάραχος. Έψελνε ένρινα, ανατολίτικα, όπως οι πρόσφυγες από τη Μικρασία, γιατί, όπως έλεγε, ήσαν οι μόνοι που είχαν διατηρήσει ακέραιη τη βυζαντινή παράδοση. ¨Ήταν εκστασιασμένος κι έμοιαζε πολύ με τους στρατευμένους νέους που στόλιζαν τους πίνακές του, σαν ένα παλικαράκι που είχαν φυτρώσει στους ώμους φτερούγες». 
Ο Μάρκος Δραγούμης μας πληροφορεί ότι ο Τσαρούχης πήγαινε και άκουγε τον πρωτοψάλτη Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα. 
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου, όπου αναπαυόταν το πνεύμα του με την ερμηνεία της βυζαντινής μουσικής από τον Λυκούργο Αγγελόπουλο και τη χορωδία του. 
Ακόμη, είναι γνωστή βαθιά έλξη που ασκούσε στον Τσαρούχη το Άγιον Όρος, όπου – αν και άρρωστος σοβαρά – έφτανε ως απλός προσκυνητής τις παραμονές της Μεγαλοβδομάδας για να παρακολουθήσει τις ολονύχτιες ακολουθίες. Το μοναστικό τυπικό τον ενθουσίαζε. Οι αργόσυρτες βυζαντινές μελωδίες τον γοήτευαν.

Ανάσταση στο Πρωτάτο (1982). Ο Γ. Τσαρούχης στο στασίδι κρατώντας τη λαμπάδα του.


Ο ίδιος ο Τσαρούχης σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό του λέει για την εποχή της μαθητείας του στον Κόντογλου: "Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γέρο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιούς, ο ένας ήταν αστυφύλακας κι ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, τη βυζαντινή μουσική την έλεγε βαζαντινή. 
Έφτασα ως το πλάγιο πρώτου και δυστυχώς σταμάτησα. Είχα πολλή δουλειά στον Κόντογλου και στο Πολυτεχνείο. Στο τέλος κάθε μαθήματος συνήθιζε, αν είχα ψάλει καλά, να μου λέει: "Μπράβο, μωρό μου, ν’ αξιωθείς να πεις και Χερουβικό». Έλεγε ακόμα: "Όταν το μάθεις όπως είναι γραμμένο, να τ’ αλλάξεις μετά όπως σου αρέσει. Μην κάνεις σαν τους δασκάλους του Ωδείου". Και προσέθετε ένα ρητό άγνωστο από πού προερχόμενο: "Τις εστίν ο ποιών το Θέλημά μου, ο εκπλήττων μου τας ακοάς". Να βάζεις ατζέμια, να το γλυκαίνεις, έτσι κάνει ο καλός ψάλτης".
Από τα γραφτά του αντιλαμβανόμαστε ότι ο Τσαρούχης είχε σοβαρή άποψη για την βυζαντινή μουσική: «Δεν είμαι μουσικολόγος, αλλά αυτές οι υπερβολές ορισμένων Εγγλέζων, που νομίζουν ότι η μουσική η παλιά, από τα χειρόγραφα, ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή μουσική τη Βυζαντινή, είναι λανθασμένες. Δηλαδή, η γραφή ήταν μια εποχή στενογραφική. Γι' αυτό ένας ψάλτης αϊβαλιώτης μου ‘λεγε: «Παιδί μου μάθε να διαβάζεις. Αλλά μην τα λες όπως είναι γραμμένα μα να τ’ αλλάζεις». 
Η προβληματική του Τσαρούχη είναι ειδική και δείχνει την ευρύτητα των αναζητήσεών του και την ευρυμάθειά του. Στον 20ο αιώνα οι ξένοι μουσικολόγοι που ασχολήθηκαν με τα μεγίστης αξίας χειρόγραφα της βυζαντινής μουσικής, στην προσπάθειά τους να μεταγράψουν τα παλαιά μέλη που ήταν σε στενογραφική παρασημαντική, διατύπωσαν την άποψη ότι υπάρχει μέγα χάσμα μεταξύ των παλαιών μελωδιών και των νεωτέρων και άρα ουδεμία σχέση έχει η προ της Αλώσεως μουσική με την μεταβυζαντινή (όπως μάλιστα καταγράφεται από το 1814). Ο Τσαρούχης δε συμμερίζεται καθόλου αυτή την άποψη, γιατί γνωρίζει, όπως ο ίδιος λέει, τις ανάλογες ιστορικές εξελίξεις στην ελληνική ζωγραφική και την αγιογραφία. Αυτό σημαίνει ότι η βυζαντινή μουσική παράδοση καταγράφεται με εκπλήσσουσα – για παραδοσιακή μουσική – λεπτομέρεια, αλλά για να εκτελεστεί σωστά πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν το καθοριστικό στοιχείο της προφορικής παράδοσης. Οι ερμηνευτές, ψάλτες και ιερείς, αποδίδουν τα μέλη με όλα τα ποικίλματα και τα μικροδιαστήματα, τα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία και τα μελίσματα, όπως τα παρέλαβαν και τα άκουσαν από τους προηγούμενους.

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος από τον Ανδρέα Εμπειρίκο στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972

Ο Μάρκος Δραγούμης πιστοποιεί σε κείμενό του την Τσαρούχεια αυτή προβληματική. Αναφέρει τις συζητήσεις που έκανε με τον Τσαρούχη για το θέμα, ο οποίος «πίστευε πως οι δυτικοί δεν μπορούν συλλάβουν την ουσία της βυζαντινής μουσικής, ότι κακώς υποτιμούσαν (τώρα όχι πια) τη νεότερη αλλά ζωντανή παράδοσή της, κακώς θεωρούσαν ότι όλα τα είδη της είχαν τουρκοποιηθεί κι ότι οι μεταγραφές τους από τα αρχαία βυζαντινά χειρόγραφα ήταν υπεραπλουστευμένες». Έτσι ο Δραγούμης, «υποψιασμένος» από τον Τσαρούχη μίλησε, όπως γράφει, στον μεγάλο μουσικολόγο Έγκον Βέλλες για τη λάθος μεταγραφική λογική των δυτικών μουσικολόγων και εν μέρει, τουλάχιστον, τον έπεισε. Ο Τσαρούχης όμως ήταν θιασώτης του γνησίου μέλους και όχι του νόθου. Με την ανάπτυξη της Ωδειακής παιδείας στην Ελλάδα, άρχισε να διδάσκεται η βυζαντινή μουσική κατά τρόπο ξηρόφωνο, κατ’ ευρωπαϊκόν επηρεασμόν, χωρίς την προφορική παράδοση που ουσιαστικά αναδεικνύει το μέλος. Τότε οι «ωδειακοί» ψάλτες θεωρούσαν τους παλιούς ως αμανετζήδες και νοθευτές της μουσικής. 
Ο Τσαρούχης μας διασώζει μια σπουδαία μαρτυρία γύρω απ’ αυτήν την εξέλιξη: «Ένας γέρος Αϊβαλιώτης που μου δίδασκε ψαλτική, το 1931, συναντήθηκε με έναν καθηγητή του Ωδείου που προσπαθούσε να του αποδείξει ότι δεν ακολουθεί τη Βυζαντινή παράδοση. Όταν έφυγε ο καθηγητής, μου είπε ο γέρο – ψάλτης: Μην τους ακούς αυτούς τους δασκάλους παιδί μου, δεν είδες τι άσκημα που έψελνε;» 
Όπως ομολογεί ο ίδιος ο Τσαρούχης: "Θέλησα να μάθω βυζαντινή μουσική για να βοηθηθώ στη σκηνοθεσία του θεάτρου. Έχω φτάσει μέχρι τον πλάγιο πρώτο. Έχω ψάλλει και σε κάποιο δίσκο στο Παρίσι. Πάντως δε μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου σαν μουσικό".
Ο αείμνηστος Λυκούργος Αγγελόπουλος, τον οποίον άκουγε ο Τσαρούχης όταν εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη Αιόλου, είχε πει πως ο Τσαρούχης "αισθανόταν την έκφραση που είχε η ψαλμωδία μας, τον άγγιζε βαθιά. Η κατάνυξή του πραγματικά ήταν κάτι πρωτόγνωρο". 
Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα κείμενο του Λυκούργου Αγγελόπουλου που καταδεικνύει την σχέση του με τον Γ. Τσαρούχη και είναι δημοσιευμένο στον συλλογικό τόμο για τον Τσαρούχη "ΩΣΕΙ ΜΥΡΑ", που επιμελήθηκε ο Αλέξης Σαββάκης (Καστανιώτης, 1998). Και θυμίζουμε ότι το ιστορικό πλέον ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Βερνίκου για τον Γιάννη Τσαρούχη, με τίτλο «Γιάννης Τσαρούχης: Σπουδή για ένα πορτραίτο» (1981) αρχίζει με τον Τσαρούχη να ψάλλει το "Κύριε εκέκραξα" σε ήχο πλάγιο του πρώτου.
Ο Τσαρούχης σαν γνήσιος ρωμιός ενδιαφέρθηκε και για τη μουσική του Γένους. Ακούραστος θηρευτής της αλήθειας της Παράδοσής μας φρόντισε να μη μείνει άγευστος και αυτού του θησαυρού. Ας είναι αιωνία η μνήμη του! 

Ντυμένος την αρχιερατική στολή. Villeneuve-Les Sablons, 1972 (Αρχ. Α. Σαββάκη)

Ο Τσαρούχης στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Νικολάου
Χαλκιά του Γέροντα Ιεροθέου στις Καρυές

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ" ΜΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΟΥΜΠΙΝΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΛΑΣ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Tο Σάββατο 20 Ιουνίου 2026, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, η Εθνική Λυρική Σκηνή θα παρουσιάσει τη Μήδεια του Λουίτζι Κερουμπίνι, σε μουσική διεύθυνση Ζακ Λακόμπ και σκηνοθεσία Παναγή Παγουλάτου, με την Άννα Πιρότσι στον ρόλο του τίτλου. 
Πρόκειται για την ανασύνθεση της ιστορικής Μήδειας του 1961, που σφράγισε με την αξεπέραστη ερμηνεία της η Μαρία Κάλλας, στη σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή, με σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφία της Μαρίας Χορς.
Μέσα από τα τετράδια σκηνοθεσίας του Μινωτή, τα σχέδια του Τσαρούχη, καθώς και το φωτογραφικό υλικό που σώζεται από τις πρόβες και τις παραστάσεις στην Επίδαυρο, δημιουργείται μια ανασύνθεση της παραγωγής του 1961, όπως την εμπνεύστηκαν και την παρουσίασαν οι μυθικοί εκείνοι καλλιτέχνες που σφράγισαν τον ελληνικό πολιτισμό.
Η παράσταση ανέβηκε στο Ντάλας του Τέξας το 1958, με τη σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή και τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη και σημείωσε τεράστια επιτυχία! 
Όταν το 1958 η νεοσύστατη Όπερα του Ντάλας πρότεινε στη Μαρία Κάλλας μια νέα παραγωγή της «Μήδειας», εκείνη, ζήτησε να τη σκηνοθετήσει ο Έλληνας σκηνοθέτης που τέλη δεκαετίας του 1950 συνδέθηκε όσο λίγοι με την αναβίωση του αρχαίου δράματος. Ο Μινωτής πρότεινε για σκηνογράφο και ενδυματολόγο τον κορυφαίο Έλληνα ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη. Η πρεμιέρα στο Ντάλας στέφθηκε από μια άνευ προηγουμένου επιτυχία και οι διθυραμβικές κριτικές μιλούσαν για μια «υπερφυσική αλλά ταυτόχρονα ανθρώπινη Κάλλας», χάρη στον «ανανεωτικό αέρα της σκηνοθεσίας του Μινωτή». Η ίδια παραγωγή επαναλήφθηκε έναν χρόνο μετά στο Κόβεντ Γκάρντεν στο Λονδίνο,  

Μαρία Κάλλας και Αλέξης Μινωτής στο Ντάλας 

Η θρυλική αυτή παράσταση που ανέβηκε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, τον Αύγουστο του 1961, ανέβηκε, στη συνέχεια, στη Σκάλα του Μιλάνου, πάλι με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο, και τους έλληνες συντελεστές: σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφία Μαρία Χορς. Αυτή ήταν και η τελευταία εμφάνιση της Κάλλας στην Ιταλία. 
Μουσική διεύθυνση: Maestro Nicola Rescigno. 
Ερμηνευτές: J.Vickers, S.Glantzi, G.Modesti, Κική Μορφονιού.  
Παραθέτουμε εδώ δύο σελίδες από τα ιστορικά προγράμματα της παράστασης με τους συντελεστές στην Επίδαυρο και στην Σκάλα του Μιλάνου, όπου φαίνεται ότι η Μαρία Χορς υπογράφει την διδασκαλία της χορογραφίας, αλλά συνυπογράφει την σύνθεση της χορογραφίας με τον Αλέξη Μινωτή. Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον θέμα, που χρήζει ειδικής έρευνας. 
Πάντως το όνομα της Χορς αναγράφεται δύο φορές στο πρόγραμμα. 


Παραθέτουμε και δύο ιστορικές φωτογραφίες: Πρόβα κοστουμιών για την "Μήδεια" του Cherubini, με την Κάλλας στην Επίδαυρο. 
Οι συνεργάτες της παράστασης: Αλέξης Μινωτής (σκηνοθέτης), Γιάννης Τσαρούχης (σκηνικά-κοστούμια), Μαρία Χορς (χορογραφίες). Εργαστήρι κοστουμιών Εθνικής Λυρικής Σκηνής Αθήνα, καλοκαίρι 1961. Φωτογράφος: Δημήτρης Παπαδήμος. 

 
 
Στην Επίδαυρο το κοινό αποθέωσε την Κάλλας μαγεμένο. 
Τον ρόλο είχε ερμηνεύσει η Κάλλας πρώτη φορά, τον Ιούνιο του 1953, στη Φλωρεντία και την επόμενη χρονιά θριάμβευσε στη «Σκάλα» με μαέστρο τον Λέοναρντ Μπέρνσταϊν. Για εννέα χρόνια η Μήδεια ήταν μέρος του ρεπερτορίου της που την τραγούδησε 31 φορές. Με αυτό το ρόλο έκανε και τη μοναδική εμφάνισή της στον κινηματογράφο, όταν στα δύσκολα χρόνια της απόσυρσής της, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι την έπεισε να ενσαρκώσει την σπαρακτική ηρωίδα. Με παραγωγό τον άλλο μεγάλο θαυμαστή της, τον Ρομπέρτο Ροσσελλίνι, τα γυρίσματα έγιναν τους καλοκαιρινούς μήνες του 1969 και η πρεμιέρα δόθηκε στη Ρώμη λίγους μήνες αργότερα (9.1.1970), χωρίς την επιτυχία που όλοι ανέμεναν. Η ταινία, όμως, παραμένει ένα μοναδικό ντοκουμέντο!

Αλέξης Μινωτής και Γιάννης Τσαρούχης μπροστά από την αφίσα της Μήδειας 
στην Σκάλα του Μιλάνου. Διακρίνεται και το όνομα της Μαρίας Χορς. 


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

ΟΙ "ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ" ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Με αφορμή την μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων εστιάζουμε σε δύο «Γεννήσεις» του Γιάννη Τσαρούχη. Η πρώτη βυζαντινότροπη και η δεύτερη ελληνότροπη.  
Είναι γνωστό πώς ο εικοσάχρονος Γιάννης Τσαρούχης μαθητεύει στον Φώτη Κόντογλου (1930-1934). Ο Κόντογλου τον μύησε στο μεγαλείο της βυζαντινής τέχνης, στην λαϊκή αρχιτεκτονική και ενδυμασία. Έτσι, ο Τσαρούχης κάνει αρκετές αγιογραφίες μέχρι και τη δεκαετία του ’40 - όπως προκύπτει από την εργογραφία του - και αποκτά μεγάλη εμπειρία στην τεχνοτροπία της βυζαντινής αγιογραφίας. 
Το 1946 αγιογραφεί την Γέννηση του Χριστού, τέμπερα σε τέσσερα χαρτόνια. Η σκηνή της Γέννησης αναπαριστάνεται με λαμπερά χρώματα, σε αντίθεση με την λογική του Κόντογλου, που ήθελε πιο γαιώδη χρώματα. 


Ο ίδιος ο Τσαρούχης εξηγεί αυτή τη σχέση του με την βυζαντινή αγιογραφία: «Βλέποντας το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η μεγάλη ελευθερία, πολλές φορές αισθάνθηκα την ανάγκη στη ζωή μου να μελετήσω, πειθαρχώντας σε μια παράδοση. Μπορεί να έχει κανείς όσες αντιρρήσεις θέλει σ’ αυτή τη σκέψη μου, αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί ότι είναι ένα φαινόμενο φυσικό το να συνδέεσαι με το παρελθόν». 
Στη Γέννηση του Χριστού, ο Τσαρούχης κρατάει το εικονιστικό μεταβυζαντινό πρότυπο. Το έργο επίσης φανερώνει την εκτίμηση, αφομοίωση και δημιουργική ανάδειξη των τεχνικών της Βυζαντινής Τέχνης εκ μέρους του δημιουργού. Ενδιαφέροντα στοιχεία είναι: το ξεκάθαρο και αυστηρό σχέδιο, ο λιτός προπλασμός, τα λαμπερά γήινα χρώματα, και ο καθαρός, απέριττος φωτισμός που κάνουν τη ζωγραφική αυτή να λάμπει. 
Στην δεκαετία του 1940 έχουμε, επίσης μια ελληνοπρεπή «Φάτνη», νερομπογιά σε χαρτί (Ιδιωτική συλλογή). 
Εδώ φαίνεται καθαρά πως ο Τσαρούχης εντάσσει στο χριστιανικό ρεπερτόριο τη δική του ελληνική εκδοχή: Μια φάτνη με τα σώματα των αγγέλων-φυλάκων να σχηματίζουν το ιερό σπήλαιο, με τον υιό του ανθρώπου στο κέντρο και την απλή μητέρα του Θεού να τον κρατά. Τονίζεται η σωματικότητα των ασωμάτων αγγέλων, αφού ο ίδιος ο Θεός ενδύεται σώμα χοϊκόν.


Η ελληνικότητα της παράστασης είναι πραγματικά εκπληκτικό εύρημα. Η Παναγία απεικονίζεται με λιτή παραδοσιακή ελληνική φορεσιά, όπως και ο μικρός Χριστός. Οι άγγελοι παραπέμπουν στους Τσαρουχικούς ναύτες, ενώ ελληνικές σημαίες κοσμούν το σπήλαιο. Όμως ο Τσαρούχης δεν ξεχνά την θεία προέλευση της παράστασης, γι’ αυτό και όλα τα πρόσωπα περιβάλλονται με χρυσό φωτοστέφανο, ενώ δεσπόζει και ο αστέρας επάνω του σπηλαίου. 
Ο Τσαρούχης δεν ήταν σε καμία περίπτωση εθνικιστής, αλλά θεωρούσε πως ο ελληνισμός είναι οικουμενικό μέγεθος και υπήρξε το σπουδαίο όχημα του χριστιανισμού στο διάβα των αιώνων. Η συμβολή του στην αναζήτηση της ελληνικότητας από την γενιά του ’30 δεν ήταν ιδεολογική, αλλά οντολογική. Η ελληνικότητα συνιστούσε γι’ αυτόν υπαρξιακή υπόθεση. 
Έχουν, όμως, μεγάλο ενδιαφέρον και οι επιγραφές στην Τσαρουχική φάτνη, που αποδεικνύουν πόσο μεγάλος θεολόγος ήταν. Πάνω από τον μικρό Ιησού υπάρχει η επιγραφή: «Ο υιός του ανθρώπου». Ο Ιησούς αναφέρεται ως ο «Υιός του Ανθρώπου» 88 φορές στην Καινή Διαθήκη. Η φράση «Υιός του Ανθρώπου» δείχνει ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας και ότι είναι πραγματικά άνθρωπος. 
Στο κάτω μέρος της φάτνης του Τσαρούχη έχουμε την επιγραφή: "Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθητε". Ο Τσαρούχης ήξερε, φυσικά, το σχετικό απόσπασμα από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου (το οποίο διαβάζεται και στο μυστήριο του Βαπτίσματος), και έκανε συνειδητά την αλλαγή του προσώπου από πρώτο ("Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν") σε δεύτερο πληθυντικό, που θυμίζει άλλωστε και το αντί τρισαγίου ψαλλόμενον στις Δεσποτικές εορτές: "Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε". 
Ο Τσαρούχης, συνδέει τη φάτνη (δηλ.τη γέννηση) με τον θάνατο, όπως συμβαίνει άλλωστε και με την φάτνη του Χριστού, αλλά πάει κι ένα βήμα παραπέρα εντάσσοντας σ' αυτή την παράσταση και το εν Χριστώ Βάπτισμα, ως μετοχή μας στο θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

Ο Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Ένα πολύτιμο βιβλίο – cd/ ντοκουμέντο με τίτλο: «Ο Γιάννης Τσαρούχης διαβάζει Καβάφη στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου», θυμόμαστε σήμερα και πάντα. 
H ηχογράφηση του Γιάννη Tσαρούχη να απαγγέλλει 22 ποιήματα του Kαβάφη έγινε τον Φεβρουάριο του 1972. O ζωγράφος έρχεται στην Eλλάδα από το Παρίσι, συναντά τον φίλο του Aνδρέα Eμπειρίκο και του ζητά ο ίδιος να τον ηχογραφήσει να απαγγέλλει τον αγαπημένο τους ποιητή. O Tσαρούχης διάβαζε σε φίλους ποιήματα του K.Π. Kαβάφη από τη δεκαετία του '50. Ήταν πάντα αναγνώσεις εξαιρετικής συγκίνησης και ευαισθησίας χωρίς θεατρινισμούς, με μεγάλη λιτότητα και βαθιά αίσθηση του εσωτερικού μέτρου. 
O ψηφιακός αυτός δίσκος αποτελεί την πρώτη επίσημη δημοσίευση από το "Aρχείο Hχογραφήσεων" του Aνδρέα Eμπειρίκου. Tο βιβλίο του CD περιέχει πλήρη τα κείμενα που γράφουν ο Tσαρούχης για τον Kαβάφη και τον Eμπειρίκο, ο Eμπειρίκος για τον Tσαρούχη, ένα κείμενο της Eυφροσύνης Δοξιάδη για τις καβαφικές αναγνώσεις του Tσαρούχη, ένα κείμενο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη για τη σχέση Tσαρούχη - Eμπειρίκου - Kαβάφη, καθώς και τα 22 ποιήματα που διαβάζει ο Tσαρούχης και ηχογραφεί ο Eμπειρίκος. Eπίσης, η έκδοση συνοδεύεται από τρία καβαφικά έργα του Tσαρούχη, φωτογραφίες του Kαβάφη και φωτογραφίες των Tσαρούχη-Eμπειρίκου που αλληλοφωτογραφίζονται και οι οποίοι συνδέονταν με μεγάλη φιλία από τη δεκαετία του '40 μέχρι το τέλος της ζωής τους. 
Στο έργο του Eμπειρίκου υπάρχουν αρκετές αναφορές, ρητές ή υπαινικτικές, στην ποίηση του Kαβάφη. Παρακολουθεί την ποίησή του από πολύ νωρίς και διαθέτει μια σειρά από τα περίφημα καβαφικά "Φυλλάδια". Tο σημαντικότερο: τον τοποθετεί ανάμεσα στους τηλαυγείς αστέρες της προσωπικής του μυθολογίας, όπως αυτοί εμφανίζονται στο γνωστό κείμενο της Oκτάνας "Oι Mπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι":
Λέων Tολστόη, Sigmund Freud, Άγγελος Σικελιανός, ο Aρίσταρχος των ηδονών και ο K.Π. Kαβάφης, Mαρξ, Λένιν κλπ. Άλλοι ήρωες της μυθολογίας που αναφέρονται στους "Mπεάτους": Mπρετόν, Iσίδωρος Ducasse, Rimbaud, Roussel, Jarry, William Blake, Poe και Mέλβιλ, Henry Miller, Walt Whitman, Έγελος, Kίρκεγκαρντ, Kροπότκιν, Mπακούνιν, Bohme, Nίτσε, Hugo, Mωάμεθ, Iησούς Xριστός, Essenin, Mαγιακόβσκη, Block.

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος απ' τον Εμπειρίκο στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972

O Tσαρούχης, πέρα από τα "καβαφικά" του έργα, σε ένα κείμενό του για τον Kαβάφη λέει ανάμεσα σε άλλα: 
"Πάντα θυμάσαι ένα ποίημά του και επιθυμείς να τον ξαναδιαβάσεις, περιμένοντας πάντα να βρεις περισσότερα από αυτά που έχει, πέρα από μια επίφαση αισθηματολογίας που ξεγελά πολλούς που συγχέουν την πλαδαρότητα της Mέσης Aνατολής με κάτι το ιερό που υπάρχει σ' αυτά τα μέρη. Oι επιπόλαιοι θαυμασταί και επικριταί του Kαβάφη στρατολογούνται απ' αυτούς που θα συγχέουν πάντα. H μοναδική του όμως αξία θα έγκειται στο μέτρο του, στην ενστικτώδη ικανότητα ν' αποφεύγει την χυδαία αυταρέσκεια, την ανόητη πνευματική αυστηρότητα. [...] O Kαβάφης δεν ήταν φιλόλογος, ήτανε ποιητής, άσχετα ποιού μεγέθους. Όλος ο χυμός της ποιήσεώς του αντλείται από την ζωοδόχο πηγή που κάπως αποδίδει η λέξις "πραγματικότητα". [...] Aκολούθησε την παράδοση των πολύ γνήσιων ποιητών της νέας Eλλάδας, που δέχτηκαν την ακαταστασία μιας γλώσσας εκ των ενόντων μα αληθινής. [...] O σπαραγμός του τον κάνει να οραματίζεται μέσα σ' όλες τις ελληνικές λέξεις λυσιτελή σύμβολα που γιατρεύουν το άγχος του καλύτερα από την γραμματική και την κούφια αισθητική δεξιοτεχνία". 
Mέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα εντάσσονται και οι ηχογραφήσεις των καβαφικών ποιημάτων στην ιδιότυπη και θελκτική απαγγελία του Tσαρούχη. 
Αξίζει εδώ να πούμε πως ο Eμπειρίκος διέθετε, εκτός των άλλων, ένα πολυτιμότατο ηχητικό Aρχείο, ένα εξαιρετικά οργανωμένο "Hχογραφημένο Aρχείο", όπως το αποκαλούσε ο ίδιος. Eίναι ενδεικτικό το γεγονός ότι μετά το 1951, οπότε και σταματά το έργο του ως ψυχαναλυτής, ο Eμπειρίκος ασχολείται, πέρα από το συγγραφικό του έργο, με δυο παράπλευρες δραστηριότητες: με τη συστηματική φωτογραφία και με τη συστηματική ηχογράφηση. Oι ηχογραφήσεις γίνονταν κυρίως στο σπίτι του. Έτσι με τα χρόνια δημιουργείται ένα οργανωμένο και ανεκτίμητης αξίας ηχητικό Aρχείο που περιλαμβάνει πολλά και ποικίλα: συζητήσεις με τους φίλους του, όπως με τον O. Eλύτη, τον N. Bαλαωρίτη, τον Γ. Λίκο, τον Άρη Kωνσταντινίδη, τον M. Σαχτούρη, τη Mαρία Bοναπάρτη κ.ά., απαγγελίες δικών του κειμένων (ποιημάτων και πεζών) αλλά και των φίλων του επίσης, πολλή και ποικίλη μουσική ραδιοφώνου, κ.ά.

Εικονογράφηση για το ποίημα του Καβάφη "Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ" 1964
Gouache σε χαρτί, 26 x 38,7 εκ. Aρ. ευρ. 47 

 Έλεγε ο μεγάλος ζωγράφος για τον μεγάλο Αλεξανδρινό: 
«Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθορίσει κανείς πού έγκειται η γοητεία ενός ποιητού. Oχι βέβαια στην μορφή, που ξεπερνιέται αμέσως με την πρώτη απομίμηση ή με το πέρασμα του χρόνου. Η ποίησις θα είναι πάντα κάτι άλλο. Η μορφή της ποιήσεως του Καβάφη ίσως τα έχει όλα εναντίον της. Κι όμως, πάντα θυμάσαι ένα ποίημά του και επιθυμείς να τον ξαναδιαβάσεις». 
Για τον Τσαρούχη, ο Καβάφης "ξεπερνά τον επαγγελματισμό του πνεύματος". 
Ο Τσαρούχης είχε εικονογραφήσει τις πρώτες σελίδες βιβλίου με Ποιήματα του Καβάφη κι ακόμα τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη εικονογραφημένα από τον Γιάννη Τσαρούχη (Poesie Erotiche) καθώς και έξι χαλκογραφίες για έξι ποιήματα του Καβάφη (Μιλάνο, Crocetti, 1983). Η παρουσίαση των ιταλικών εκδόσεων του Nicola Crocetti έγινε στην Αθήνα, στις 22 Νομεβρίου 1983, στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη.

Εικονογράφηση για ένα και μοναδικό αντίτυπο των Ποιημάτων του Καβάφη από τον Γιάννη Τσαρούχη


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: "ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ"


Π. Α. Ανδριόπουλος 
Ο Γιάννης Τσαρούχης γράφει «Τα ποιήματα της πνευματικότητος» στα 1935. 
Τα εφτά (7) ποιήματα αριθμούνται με τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Α', Β', Γ', Δ', Ε', ΣΤ', Ζ' και καταλαμβάνουν τις σ. 41-47 του βιβλίου τού Γιάννη Τσαρούχη Ποιήματα 1934-1937, εκδόσεις Άγρα, 1980. 
Τα ποιήματα της πνευματικότητος είναι γραμμένα στην Αθήνα το 1935, πριν ο Τσαρούχης φύγει για το Παρίσι. Ο ίδιος στον πρόλογος της έκδοσης με τα Ποιήματα του, σημειώνει: «Τα ποιήματα αυτά αντανακλούν την ψυχική μου κατάσταση εκείνης της εποχής, που ήταν ένα μείγμα οδυνηρής νοσταλγίας της χαμένης μου παιδικής ζωής και συγχρόνως μια διάθεση να την αποτελειώσω με σκληρότητα…». 
Και πιο κάτω αποσαφηνίζει: «Αν δέχομαι να δημοσιευτούν σήμερα αυτά τα ποιήματα είναι πρώτον, γιατί νομίζω πως είναι χρήσιμο να δείχνουμε φανερά τους δρόμους που πήραμε για να φτάσουμε εκεί που φτάσαμε. Και δεύτερον, γιατί όλα αυτά είναι τόσο μακριά ώστε είναι σα να πρόκειται για έναν ξένο». 
Ο ποιητής Γιώργος Χρονάς μας λέει πώς βοήθησε στην έκδοση των ποιημάτων του Τσαρούχη: «Σ' έναν ταχυδρομικό φάκελο, στο ντουλάπι του ισογείου, δίπλα στο κρεβάτι του, της κατοικίας του στο Μαρούσι, Πλουτάρχου 28, είχε τα ποιήματα. Ο γραφικός του χαρακτήρας μού ήταν βατός και άρχισα, το 1975, να τα καθαρογράφω. Μόλις τελείωσα μου υπαγόρευσε την εισαγωγή. Τον πρόλογο.». 
Στα ποιήματα της πνευματικότητας ο Τσαρούχης αποδομεί, θα λέγαμε, την έννοια της «πνευματικότητος» που συνήθως χρησιμοποιείται για να εκφράσει κάτι τι «το υψηλόν». Για τον Τσαρούχη η πνευματικότητα είναι μάλλον συνυφασμένη με την απλότητα και την αλήθεια. Με την αμφισβήτηση του εαυτού και την διαρκή αμφιβολία που μας πάει παραπέρα. Κι ακόμα σκέπτομαι πως «ο πνευματικός άνθρωπος» θα έχει τα χαρακτηριστικά του Τσαρούχη: ανήσυχος, προφητικός, ασυμβίβαστος, και πάνω απ’ όλα γενναίος. 

Υδατογραφία του Γ. Τσαρούχη του 1934, που περιλαμβάνεται
στην έκδοση με τα ποιήματα του μεγάλου ζωγράφου

Αλλά ας δούμε τα νεανικά εκείνα ποιήματα της πνευματικότητος του Τσαρούχη. 
Α' 
Ένας άνθρωπος έστησε μια πνευματικότητα κοντά στη θάλασσα. ‘Ηταν από τσίγκο, σ' ένα τελάρο ξύλινο βαμμένο με λαδομπογιά. Το βράδυ την έριξε ο αέρας και σκότωσε έναν περαστικό. 
Β' 
Είχε πει πως η δική του πνευματικότης δε φοβάται τίποτα, ήταν νέου συστήματος. Το τελάρο ήταν από ξύλο, εν συνδυασμώ με σιδερογωνιές. ‘Ηταν ωραία και μεγάλη, βαμμένη με ριπολίνα άσπρη, θαλασσιά και χρυσή. Εγιναν και εγκαίνια. Υπήρχε κι ένας αρχιμανδρίτης. Και χωρίς να φυσάει άνεμος, από κακό υπολογισμό, έπεσε η πνευματικότης την ώρα του αγιασμού. Το τι γίνηκε δεν περιγράφεται. Ο παπάς πληγώθηκε. Η γυναίκα του δημάρχου έπαθε διάσειση. Τους πήγαν όλους στο νοσοκομείο. 
Γ' 
Οι άλλες πνευματικότητες που πέσανε, πέφτουνε γιατί κάτι τους λείπει. Κάποιος κακός υπολογισμός γίνεται. Εγώ ετοιμάζω να στήσω μια καινούργια και είμαι αισιόδοξος. Μα κι αν πέσει θα κάνω μιαν άλλη, ακόμα πιο τέλεια. Ξέρω καλά την τέχνη μου. 
Δ’ 
Εγώ δεν θα στήσω ποτέ μου πια πνευματικότητα και υπερηφανεύομαι γι’ αυτή μου την απόφαση. Ατυχήματα και σκοτωμοί είναι το τέλος κάθε πνευματικότητος. Άνθρωποι και ζώα σκοτώνονται από την πτώση τους, άντρες στο άνθος της ηλικίας τους, θύματα της περιέργειάς των, κι ανύποπτα άλογα, σκύλοι και γάτες και πρόβατα, που κατά τύχην περνούν από κει. Όχι πια άλλες πνευματικότητες. Αλλά ποιος είναι πρόθυμος να σ’ ακούσει; 
Ε’ 
Τρεις πνευματικότητες είχε στήσει στο παρελθόν, όλες νέου συστήματος, τελειοποιημένες, μεγάλες κι ωραίες, κοντά στη θάλασσα. Θες ο άνεμος, θες κακός υπολογισμός και οι τρεις πέσανε. Τώρα ετοιμάζεται για τέταρτη. Γίνεται λόγος για συρματόσχοινα που θα βαστάνε κόντρα και για πολλές άλλες τεχνικές λεπτομέρειες και τελειοποιήσεις. Αμφιβάλλω. Αμφιβάλλω πολύ. Αλλά γιατί θέλουν καλά και σώνει να στήνουν πνευματικότητες κοντά στη θάλασσα, που φυσάει ο άνεμος και τις σκουριάζει η υγρασία; 
ΣΤ’ 
Δεν θα με υπερνικήσει η αμφιβολία μου και θα στήσω κι εγώ την πνευματικότητά μου. Κανένα δυσάρεστο προηγούμενο δεν θα με σταματήσει. 
Ζ’ 
Θα πέσει! Θα πέσει! Εφώναζαν μερικοί άγγελοι, προς το δεξιό μέρος του ουρανού. Ενώ μερικοί άλλοι, αριστερά ανεστραμμένοι εφώναζαν: «Έπεσε! Έπεσε! Αχ, έπεσε η τόση λαμπρή πνευματικότης!». Πράγματι κατά το απόγευμα έπεσε η τεραστία πνευματικότης και εσκότωσε πολλούς , όχι επισήμους, αλλά διανοουμένους.
Related Posts with Thumbnails