Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Ο συνθέτης Αντώνης Αδαμόπουλος, με Πατρινή καταγωγή (γιος του επίσης συνθέτη Λουκά Αδαμόπουλου), πραγματοποίησε μουσικές σπουδές στην Ελλάδα και εν συνεχεία έκανε το μεταπτυχιακό του στη σύνθεση στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Θεάτρου Αμβούργου (τάξη Fredrik Schwenk) ως υπότροφος του Ιδρύματος Λίλιαν Βουδούρη. Ακολούθως έγραψε στο ίδιο πανεπιστήμιο τη διδακτορική του διατριβή με θέμα τη μονοθεματικότητα στη λόγια ενόργανη μουσική του 20ού αιώνα καθώς και στο προσωπικό του συνθετικό έργο. Αρίστευσε σε κάθε επί μέρους κατεύθυνση σπουδών, απ’ το πρώτο ωδειακό πτυχίο μέχρι και το διδακτορικό.
Έκτοτε ζει και εργάζεται στη Γερμανία. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Θεάτρου Αμβούργου από το 2015 και στο Τμήμα Μουσικής του Πανεπιστημίου του Braunschweig από το 2018.
Στην Ελλάδα είναι μάλλον άγνωστος, αλλά στη Γερμανία αναπτύσσει μια πολυσχιδή δραστηριότητα, που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον από πολλές πλευρές.
Για παράδειγμα εντοπίσαμε ένα «κλασικό» σεμινάριο του στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, με ξεχωριστές προεκτάσεις. Το σεμινάριο ξεκινούσε με τη Συμφωνία αρ. 39 του Μότσαρτ. Το έργο χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα για την διερεύνηση ορισμένων αρμονικών φαινομένων που χαρακτηρίζουν την Κλασική και Ρομαντική περίοδο. Παρουσιάστηκε συστηματικά η ανάπτυξη αυτών των φαινομένων μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ άλλα έργα αναλύθηκαν με στόχο την αποκρυπτογράφηση της εγγενούς συνθετικής τους λογικής όσον αφορά τη μικρο- και μακροδομή.
Αναζητήσαμε, λοιπόν, τον ταλαντούχο συνθέτη και δάσκαλο Αντώνη Αδαμόπουλο και εκείνος ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή μας για μια συνέντευξη …γνωριμίας, με τον ίδιο και το έργο του.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η συγκρότησή του και η ουσιαστική προσέγγιση των πραγμάτων χωρίς ψιμύθια και υπερβολές.
Παραθέτουμε, στη συνέχεια, την συνομιλία μας.
Αγαπητέ κ. Αδαμόπουλε, επειδή είστε ένας νέος συνθέτης, με καταγεγραμμένο ήδη έργο, θα ήθελα να μας πείτε πώς εκλαμβάνετε τη συνθετική διαδικασία; Είναι καθαρά μουσική υπόθεση;
- Η συνθετική διαδικασία και γενικά η καλλιτεχνική δημιουργία είναι, νομίζω, σε κάποιο βαθμό μυθοποιημένες έννοιες. Αρκετά συχνά σε συζητήσεις μου παρατηρώ να υπάρχει η αίσθηση ότι η σύνθεση είναι μια διαδικασία κατά την οποία ο δημιουργός ανοίγει το πνεύμα του για ν’ αναζητήσει την έμπνευσή του, για ν’ αφουγκραστεί τον προσωπικό του κόσμο – μουσικό και εξωμουσικό – και να τον αφήσει εν τέλει να δράσει καλλιτεχνικά. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό όλο είναι υπαρκτό μεν, αντιπροσωπεύει δε τη μία μόνο όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη έχει να κάνει με όλα αυτά τα μικρά βήματα που χρειάζονται, ώστε το οικοδόμημα αυτό που λέγεται μουσικό έργο να ανεγερθεί και να μπορέσει να σταθεί τελικά στα πόδια του. Προσωπικά νοιώθω κατά τη συνθετική διαδικασία απ’ τη μία σαν το φιλόσοφο που προσπαθεί ν’ ανοίξει το πνεύμα του πέρα απ’ τα όριά του κι απ’ την άλλη σαν τον εργάτη που προσπαθεί να χτίσει βήμα βήμα, κάθε φορά χρησιμοποιώντας το κατάλληλο εργαλείο.
Επειδή συχνά και από μουσικούς και από το κοινό προβάλλεται ως κριτήριο το «γούστο», τι αρέσει και τι συγκινεί, ποια είναι η δική σας άποψη; Ποια είναι τα δικά σας συνθετικά κριτήρια;
- Το προηγούμενο εξάμηνο οργανώσαμε στο Πανεπιστήμιο του Braunschweig μια σειρά ανοιχτών συζητήσεων, στις οποίες ενδιαφερόμενοι φοιτητές και καθηγητές έρχονταν σε διάλογο περί διαφόρων μουσικών θεμάτων. Μια φορά λοιπόν, συζητώντας περί μουσικού γούστου και περί του να μπορεί κανείς να επιχειρηματολογεί πάνω στις μουσικές του προτιμήσεις, προτάθηκε η εξής άσκηση: Κάθε ένας έπρεπε πρώτον να επιλέξει ένα μουσικό έργο το οποίο να του αρέσει ιδιαίτερα και δεύτερον να εξηγήσει με καθαρά μουσικά επιχειρήματα γιατί του αρέσει. Ψάχνοντας λοιπόν ανάμεσα στα αγαπημένα μου έργα, μου έγινε συνειδητό ότι υπάρχει κάτι που με συγκινεί βαθιά σε έργα εντελώς διαφορετικών εποχών και στυλιστικών κατευθύνσεων και ότι αυτό είναι κάτι που κι εγώ ο ίδιος επιδιώκω ενστικτωδώς όταν γράφω μουσική: την ισορροπία ανάμεσα σε εσωτερικότητα και εκφραστικότητα. Αυτή η ισορροπία μπορεί να επιτευχθεί με εντελώς διαφορετικά μέσα ανά μουσικό στυλ. Στη δική μου μουσική η εσωτερικότητα παρουσιάζεται συχνά με στοιχεία όπως η κάπως μηχανική επαναληπτικότητα, η στατικότητα, η ρυθμική απλότητα και η χαμηλή δυναμική, ενώ η εκφραστικότητα εκδηλώνεται συχνά με στοιχεία όπως η ρυθμομελωδική πύκνωση, οι πιο έντονες διαφοροποιήσεις στη δυναμική και η αύξηση αντιθέσεων (π.χ. όσον αφορά τις τονικές περιοχές που χρησιμοποιούνται). Ένα παράδειγμα, στο οποίο μπορεί κανείς να διακρίνει αυτά τα στοιχεία, είναι το κομμάτι μου Op. 12 για σόλο βιόλα (4ο κομμάτι στο βίντεο). Για την ιστορία: Το παράδειγμα απ’ τη μουσική φιλολογία, το οποίο επέλεξα εν τέλει να παρουσιάσω στο πανεπιστήμιο στο πλαίσιο της συζήτησής μας – και στο οποίο παρεμπιπτόντως μπορεί κανείς επίσης να διακρίνει τα προαναφερθέντα στοιχεία – είναι το δεύτερο μέρος απ’ το κοντσέρτο BWV 1052 του Bach.
Σήμερα σε πολλούς τομείς κυνηγάμε την καινοτομία. Στον 21ο αιώνα ποιο μπορεί να είναι το καινούριο στη μουσική; Μοιάζει σα να έχουν όλα ειπωθεί…
- Κάθε μουσικό έργο είναι κάτι καινούργιο, ενώ ταυτόχρονα παρθενογένεση στην τέχνη δεν υπάρχει. Ανάμεσα σ’ αυτά τα άκρα του «ό,τι και να κάνω, θα δημιουργήσω κάτι καινούριο» και «ό,τι και να κάνω, θα δημιουργήσω κάτι που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχει ξαναγίνει», ανάμεσα σ’ αυτή την αντίφαση, πρέπει νομίζω ο κάθε δημιουργός να βρει τον προσωπικό του δρόμο και να συνειδητοποιήσει ποια είναι η σημασία της καινοτομίας για τον ίδιο. Παλιότερα ξεκινούσα κάποιες φορές τη συνθετική διαδικασία με ερωτήματα τύπου «τι είναι αυτό που δεν έχει ξαναγίνει και θα μπορούσα να κάνω εγώ στο επόμενο κομμάτι μου». Ναι μεν έχει και αυτή η στάση πράγματα να δώσει, κατά βάση όμως η σύνθεση δε λειτουργεί έτσι – τουλάχιστον όχι για μένα. Θεωρώ πλέον πολύ πιο ουσιαστικό και ειλικρινές ν’ αναζητώ όχι το τι δεν έχει ξαναγίνει, αλλά τι είναι αυτό που εγώ στο συγκεκριμένο κομμάτι θέλω συνθετικά να πω. Με μια τέτοια στάση της εκ των έσω αναζήτησης και χωρίς τον παροξυσμό της αναζήτησης του καινούριου, παρατηρώ ότι προκύπτουν και μάλιστα εντελώς αβίαστα κάποια στοιχεία μέσα στο έργο, που δεν ξέρω αν έχουν ή δεν έχουν ξαναγίνει, αλλά για μένα τουλάχιστον είναι εντελώς καινούρια.
Ο διάλογος της μουσικής ή και της σύνθεσης ειδικότερα, με ένα εξωμουσικό θέμα πόσο σας γοητεύει; Δεν είναι μια διαχρονική πρόκληση για έναν συνθέτη πετύχει μια τέτοια σύνδεση;
- Σε κάθε εποχή υπάρχουν μουσικά έργα τα οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο άπτονται εξωμουσικών θεμάτων, ενώ το εύρος του τι μπορεί να αποτελεί ένα εξωμουσικό θέμα είναι πραγματικά τεράστιο (ένα θεατρικό έργο, ένας πίνακας ζωγραφικής, ένα ποίημα, μια πτυχή της προσωπικής ζωής του συνθέτη, ένα κοινωνικοπολιτικό γεγονός κτλ.). Προσωπικά, το βρίσκω μεν πολύ όμορφο, όταν η μουσική καταφέρνει να δημιουργήσει την εντύπωση αυτή που ταιριάζει και ανταποκρίνεται στο εξωμουσικό θέμα. Ταυτόχρονα θεωρώ όμως πολύ πιο ενδιαφέρον, όταν δεν είναι μόνο μια εντύπωση που συνδέει μουσικό και εξωμουσικό, αλλά όταν τα εγγενή χαρακτηριστικά του εξωμουσικού θέματος ενυπάρχουν στην ίδια τη μουσική, εκφρασμένα μες απ’ τα δικά της, τα καθαρά μουσικά μέσα. Μια τέτοια σύνδεση μπορούμε να συναντήσουμε για παράδειγμα στο συμφωνικό ποίημα Τάδε έφη Ζαρατούστρας του Strauss. Προσωπικά με γοητεύει αρκετά η ιδέα μιας τέτοιας βαθιάς σύνδεσης ανάμεσα στην ίδια τη μουσική και σ’ ένα εξωμουσικό θέμα και έχω προσπαθήσει να την επιτύχω για παράδειγμα στο κομμάτι μου Op. 14 – The Unexpected Response (2ο κομμάτι στο βίντεο), το οποίο, όπως καταδεικνύει και ο τίτλος, σχετίζεται με το έργο του Ives The Unanswered Question και το οποίο πραγματεύεται εξωμουσικά μια συγκεκριμένη πορεία εξέλιξης του ατόμου μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο.
Η διδακτορική σας διατριβή με θέμα τη μονοθεματικότητα εστιάζει στη λόγια ενόργανη μουσική του 20ού αιώνα καθώς και σε δικές σας συνθέσεις. Τι αναζητήσατε και τι προτείνετε μέσω του διδακτορικού σας;
- Το διδακτορικό μου πραγματεύεται τη μονοθεματικότητα τόσο στην ενόργανη λόγια μουσική του 20ού αιώνα όσο και στο προσωπικό μου έργο. Σ’ αυτή τη μελέτη αναζητώ εγγενή χαρακτηριστικά μονοθεματικών έργων και προτείνω πέντε βασικές μονοθεματικές κατηγορίες, τις οποίες παρουσιάζω συστηματικά χρησιμοποιώντας παραδειγματικά έργα από μια ευρεία γκάμα εποχών και μουσικών στυλ. Πέραν αυτών των έργων, αναλύω λεπτομερώς εφτά έργα απ’ τη μουσική φιλολογία του 20ού αιώνα και πέντε δικές μου συνθέσεις. Οι αναλύσεις αυτές καταδεικνύουν ότι όλα αυτά τα έργα είναι μονοθεματικά, τα ταξινομούν ως προς τις μονοθεματικές κατηγορίες και φέρνουν στο προσκήνιο τις συνθετικές και στυλιστικές τους ιδιαιτερότητες, καθώς και τις μονοθεματικές τους διαφορές και ομοιότητες. Τέλος, παρουσιάζω μια ερμηνευτική προσέγγιση σχετικά με τη σύνδεση μεταξύ μουσικού και εξωμουσικού, η οποία προσπαθεί να χτίσει μια γέφυρα μεταξύ μονοθεματικών έργων και ανθρώπινης πράξης, ξεκινώντας όμως όχι απ’ την ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά από θεμελιώδη, καθαρά μουσικά χαρακτηριστικά μονοθεματικών έργων.
Επειδή είστε καθηγητής, θα σας παρακαλούσα να μας πείτε τι θεωρείτε σημαντικό στη διδασκαλία σήμερα.
- Φυσικά το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό ως στόχος της διδασκαλίας είναι το να καταφέρει ο καθηγητής, οι φοιτητές του να αφομοιώσουν την ύλη του μαθήματος και να την κάνουν κτήμα τους. Ωστόσο πέραν αυτού υπάρχουν μια σειρά άλλα στοιχεία, τα οποία θεωρώ τουλάχιστον εξίσου σημαντικά: Παραδείγματος χάρη – συγκεκριμένα στη μουσική διδασκαλία – το να μπορέσει ο καθηγητής να διευρύνει τους στυλιστικούς μουσικούς ορίζοντες των νέων ανθρώπων, να τους μεταδώσει την αγάπη και το πάθος για τη μουσική και να τους μεταλαμπαδεύσει μια ανοιχτή στάση απέναντί της ανεξαρτήτως γούστου. Πέραν όμως του περιεχομένου του μαθήματος είναι επίσης, θεωρώ, άκρως σημαντικό, ο καθηγητής σε κάθε πτυχή του πανεπιστημιακού βίου να δημιουργεί απέναντι στους φοιτητές μια στάση σεβασμού και δικαιοσύνης, την οποία – έχω την ελπίδα – οι φοιτητές θα αφομοιώσουν και θα αναπαράγουν με τη σειρά τους και οι ίδιοι (π.χ. αργότερα στο δικό τους επαγγελματικό βίο).
Κι αν σας ρωτούσα τι σας αρέσει ιδιαίτερα στη διδασκαλία;
- Κάτι το οποίο απολαμβάνω ιδιαίτερα στο μάθημα, είναι όταν βγαίνω εκτός θέματος. Ξέρω ότι φαντάζει ως κάτι που υποτίθεται πως πρέπει κανείς να αποφεύγει – και πράγματι, δεν πρέπει να συμβαίνει σε υπερβολικό βαθμό. Ωστόσο για να συμβεί αυτό, για να βγω εκτός θέματος, σημαίνει στις πλείστες περιπτώσεις ότι κάποιος φοιτητής έχει κάνει μια ενδιαφέρουσα ερώτηση σχετική μεν με το περιεχόμενο του μαθήματος, η οποία όμως οδηγεί σε μουσικά μονοπάτια πέραν αυτού, που μου επιτρέπουν να ανοίξω το μουσικό πλαίσιο. Έτσι, θεωρώ σημαντικό να πάρω το χρόνο μου για να απαντήσω το ερώτημα ουσιαστικά, μιλώντας για πράγματα που δεν είχα σχεδιάσει και δείχνοντας μουσικά έργα που δεν είχα προετοιμάσει. Πολλές φορές μάλιστα η μία ερώτηση φέρνει την άλλη, έτσι ώστε μέσα σε λίγα λεπτά να ακούσουμε και να συζητήσουμε μικρά αποσπάσματα από μια σειρά μουσικών έργων προερχόμενα μάλιστα από μια σειρά διαφορετικών εποχών. Ας το θέσω ως εξής: Όταν κατά τη σύνθεση νοιώθω να ζητάει η μουσική μου μια πορεία που δεν είχα προβλέψει, τη λαμβάνω υπόψιν και την ακολουθώ στο βαθμό που θεωρώ σωστό. Δε βλέπω λοιπόν το λόγο να μην κάνω το ίδιο και στη διδασκαλία.
Σας ευχαριστώ πολύ και σας εύχομαι να συνεχίσετε με το ίδιο πάθος σύνθεση και διδασκαλία, προσφέροντας μας κι άλλα, ιδιαίτερα μοναθεματικά, έργα.
Δείτε και την ανάρτησή μας
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
























