Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Τεχνητή Νοημοσύνη: Μεταξύ ονείρου και εφιάλτη


Του Χρήστου Γκουνέλα, Δρα Θεολογίας, MSc Βιοηθικής 
Όλο και πληθαίνουν τον τελευταίο καιρό οι φωνές ειδικών επιστημόνων της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI), εργαζομένων ή πρώην εργαζομένων σε μεγάλες εταιρείες ΤΝ όπως η Anthropic και η OpenAi, για τους άμεσους κινδύνους για την ανθρωπότητα από την ανάπτυξη των μοντέλων ΤΝ. Μάλιστα, μιλάνε ήδη για τον υπαρκτό κίνδυνο μαζικής θανάτωσης ανθρώπων αν δεν μπει κάποιος σοβαρός φραγμός σε μία αλόγιστη ανάπτυξη των αλγοριθμικών συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης. Είναι, όμως, άραγε αυτοί οι φόβοι των ειδικών ρεαλιστικοί ή εμπίπτουν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας; Θέλουν αυτοί οι άνθρωποι όντως να προειδοποιήσουν για τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται η ανθρωπότητα ή ίσως οι επισημάνσεις τους έχουν να κάνουν με έναν ιδιότυπο πόλεμο μεταξύ εταιρειών ΤΝ για το ποια εταιρεία θα επικρατήσει στο επόμενο βήμα; 
Και ενώ πολλοί άνθρωποι (φιλόσοφοι, επιχειρηματίες, επιστήμονες) οραματίζονταν, εργάζονταν και εργάζονται για μία αθανασία μέσω της τεχνολογίας, υπάρχουν πλέον και οι φωνές οι οποίες μιλάνε και για το ενδεχόμενο μαζικών θανάτων εξαιτίας ακριβώς της τεχνολογικής ανάπτυξης. Αναφέρουμε ως παραδείγματα τη χρήση πυρηνικών ή βιολογικών όπλων, τη διάδοση ψευδών ειδήσεων και δημιουργία εκτεταμένου πανικού και την κατάλυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή των συστημάτων υγείας, όλα με την πρωτοβουλία συστημάτων ΤΝ. Επομένως, το ζήτημα εκ των πραγμάτων είναι και πολύπλοκο και βαθιά υπαρξιακό, διότι η ισχύς και η απόφαση μεταφέρεται από τον άνθρωπο στη μηχανή. Πιστεύουμε δε ότι η διαχείριση της τεχνολογικής ανάπτυξης - αν δεν είναι ήδη - στα επόμενα χρόνια θα αποτελέσει το κατεξοχήν πρόβλημα με το οποίο θα είναι ανάγκη να ασχοληθούν σοβαρά οι κυβερνήσεις, οργανισμοί, θεσμοί αλλά και ο κάθε απλός πολίτης. 
Τα φυσικά και βιολογικά όρια του ανθρώπου και τα όρια της γνώσης του απασχόλησαν την ανθρωπότητα από πολύ νωρίς, όπως φαίνεται μέσα από τους αρχαίους μύθους των λαών. Η αρχαία ελληνική τραγωδία πάντα είχε στον πυρήνα της τη διαχείριση των ορίων εκ μέρους του ανθρώπου. Το σπάσιμο των ορίων το οποίο εμφανιζόταν ως πρόκληση ελευθερίας πολλές φορές οδηγούσε στην τιμωρία (τίσι) εκ μέρους της φύσης και των θεών. Το σύμπαν έχει τους δικούς του νόμους και αν αυτοί οι νόμοι παρακαμφθούν, τότε έρχεται η δικαιοσύνη του για να δημιουργήσει την πρώτη αρμονία. Ωστόσο, και η ίδια η συμπαντική αρμονία υπάρχει χάρη στο χάος. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς το σπάσιμο των ορίων δεν υπάρχει απόδειξη ελευθερίας αλλά και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καμία εξέλιξη. Από την άλλη, η κατάλυση των ορίων ενέχει τον κίνδυνο της απώλειας της αυτονομίας αλλά και αυτής της ύπαρξης. Η ανθρωπότητα λοιπόν για μία ακόμη φορά και περισσότερο από ποτέ έως τώρα είναι ανάγκη να κινηθεί με ισορροπία μεταξύ των ορίων της φύσης και της βιοηθικής από τη μία πλευρά και της τεχνολογικής ανάπτυξης από την άλλη. 
Πολλοί μιλούν για την ανάγκη ευθυγράμμισης της Τεχνητής Νοημοσύνης με τον άνθρωπο. Να διασφαλιστεί δηλαδή ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα ενεργεί βάση των ανθρώπινων αξιών και επιθυμιών αλλά και εν γένει της ανθρώπινης ηθικής. Ωστόσο, οι άνθρωποι όταν κάνουν πολέμους επικαλούνται ανθρώπινες αξίες και ηθική, όπως βέβαια την αντιλαμβάνεται ο κάθε εμπλεκόμενος. Έτσι λοιπόν αν η εγγύς μελλοντική Γενική Νοημοσύνη θα έχει «ανθρώπινη ηθική» κανείς δεν μας εγγυάται ότι αυτή θα είναι φιλική. Αν από την άλλη προγραμματιστεί να λειτουργεί (ή αυτοβελτιώνεται) με μία άλλη δική της ηθική, ίσως πιο απόλυτη, τότε ποια ηθική θα είναι αυτή (νομική, εθιμική, θρησκευτική ή κάποια νέα ηθική;) και εν τέλει θα είναι φιλική προς τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα ή καταστροφική; Άραγε θα είναι αυτοθυσιαστική ή μήπως αυτοκτονική; Για παράδειγμα, η ηθική του Χριστού αναφορικά με τον Χριστιανισμό είναι αυτοθυσιαστική. Το έσχατο δηλαδή σημείο της είναι ο αυτοθυσιαστικός θάνατος του υποκειμένου, όπως συνέβη στον Χριστό. Ο θάνατος είναι κοινός παρονομαστής και σε φιλοσοφικό-ηθικό επίπεδο με πρότυπο την έσχατη πράξη του Σωκράτη. 
Επομένως, η ανθρωπότητα βρίσκεται ενώπιον ίσως της πιο μεγάλης πρόκλησης στην ιστορία της: να θέσει φραγμό στην εξέλιξή της ή να προχωρήσει. Ο φραγμός στην εξέλιξη είναι αντίθετος στη φύση της ίδιας της ανθρωπότητας αφού η εξέλιξη αποτελεί νομοτέλεια. Από την άλλη, το ξεπέρασμα των ορίων της ανθρώπινης γνώσης από μία μηχανή ενέχει τον υπαρξιακό κίνδυνο για την ανθρωπότητα αλλά και κίνδυνο καταστροφής ή αυτοκαταστροφής της ίδιας της μηχανής με άμεσες επιπτώσεις και στην ίδια την ανθρωπότητα και στο περιβάλλον. 
Μία άλλη μελλοντική πρόκληση σε αυτό το υπαρξιακό σταυροδρόμι για την ανθρωπότητα θα ήταν ίσως η αναβάθμισή της σε βιοτεχνολογική ύπαρξη, γεγονός που θα την καθιστούσε ισοδύναμη ή ανώτερη από τη μηχανή. Μάλιστα για κάποιους επιστήμονες αυτό το πέρασμα από τη βιολογία στην υβριδική τεχνοβιολογία είναι επιβεβλημένο από την ίδια τη φύση και την αποστολή του ανθρώπου. Είναι όμως θεμιτό ηθικά να αναβαθμισθεί ο άνθρωπος; Θα γίνει περισσότερο ελεύθερος ή δέσμιος της τεχνολογίας και των ανισοτήτων; Η ελευθερία βέβαια είναι πάντα ένας ανοιχτός ορίζοντας πρόσκλησης και πρόκλησης. Άλλωστε, ολόκληρη η βιολογική, ιστορική, πολιτισμική και τεχνολογική εξέλιξη του ανθρώπου βασίζεται στο σπάσιμο των φυσικών ορίων. Μέχρι πού όμως μπορεί να φτάσει αυτό; Μήπως στο τέλος της εξέλιξης βρίσκεται η αυτοκαταστροφή; 
Υπάρχουν βέβαια, ακόμη περισσότερο, και εκείνοι οι οποίοι ονειρεύονται και προσδοκούν μία προσωπική αθανασία μέσω της τεχνολογίας και της ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας μία τέτοια αθανασία δεν μπορεί να επιτευχθεί ποτέ διότι η ζωή είναι συνυφασμένη οντολογικά με τον θάνατο. Πρόκειται για το ακατάλυτο βαθύτερο οντολογικό θεμέλιο. Αλλά και αν υποθέσουμε ότι κάποτε θα γινόταν αυτό, τότε ο θάνατος θα ήταν μία αληθινή λύτρωση για τον άνθρωπο από μία τέτοια υπαρξιακή φυλακή.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ LIFO ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΗ ΔΗΜΟΚΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΥΚΡΑΝΙΚΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ


Άρης Δημοκίδης
Ο θεολόγος και συγγραφέας Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος είχε κυκλοφορήσει, το 2022, βιβλίο του «Ελληνορωσικά», το οποίο περιλάμβανε κείμενά του για τον ρωσικό πολιτισμό, αλλά και κείμενα για την επεκτατική πολιτική της Ρωσικής Εκκλησίας και την διείσδυση της στην Ελλάδα. Τώρα, το 2026, επανέρχεται με τα «Ουκρανικά Εκκλησιαστικά – Το χρονικό του πολέμου», όπου πραγματεύεται την άλλη πλευρά του ρωσοουκρανικού πολέμου, αυτήν που αφορά στην Εκκλησία. Του θέσαμε, λοιπόν, μια σειρά από ερωτήματα, προκειμένου να ανιχνεύσουμε μαζί του αυτή την …αθέατη στους πολλούς διάσταση του πολέμου. 


Α.Δ. Στις 352 σελίδες του νέου βιβλίου σας αποκαλύπτετε έναν «εκκλησιαστικό πόλεμο» που μαίνεται παράλληλα με τον πόλεμο των όπλων στο πεδίο των μαχών. Τι ακριβώς συμβαίνει; 
Π.Α. Όταν η Ουκρανία απέκτησε την πολιτική της ανεξαρτησία από την Ρωσία, θέλησε και την εκκλησιαστική της αυτονομία από την Μόσχα. Μια μεγάλη ομάδα ζήτησε Αυτοκέφαλη Εκκλησία για την Ουκρανία από την Μόσχα, η οποία δεν διανοούνταν ότι θα παραχωρήσει κάτι τέτοιο. Ήθελε τον απόλυτο έλεγχο της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Έτσι, οι υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας αποσχίστηκαν και σχημάτισαν το «Πατριαρχείο Κιέβου», το οποίο δεν αναγνωριζόταν από την Μόσχα, αλλά ούτε και από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Την δεκαετία του 2000 οι κυβερνήσεις της Ουκρανίας απευθύνθηκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ζητώντας από εκείνο την Αυτοκεφαλία. Μετά από αρκετά χρόνια, το 2019, το Φανάρι χορήγησε Αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ουκρανίας, κάτι που προκάλεσε την οργή και την έντονη αντίδραση της Μόσχας. 
Α.Δ. Με ποιο σκεπτικό το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχώρησε την ανεξαρτησία στην Ουκρανία; Δεν γνώριζε ότι η Ρωσία θα αντιδράσει; 
Π.Α. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος τόνισε επανειλημμένως ότι η αυτοκεφαλία ήταν ένα δικαίωμα της Ουκρανίας, το οποίο έπρεπε να εκπληρωθεί. Όπως οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες των εθνικών κρατών, έτσι και η μεγάλη χώρα της Ουκρανίας θα έπρεπε να έχει την δική της Εκκλησία. 
Α.Δ. Η Μόσχα πώς αντέδρασε σε αυτή την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου; 
Π.Α. Την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναγνώρισαν το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Εκκλησία της Ελλάδος και η Εκκλησία της Κύπρου. Η Ρωσική Εκκλησία αμέσως διέκοψε την μνημόνευση – όπως λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα – των Προκαθημένων των Εκκλησιών αυτών, κατήρτισε λίστα προγραφών για όσους ακολουθούσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εισέβαλε στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, δηλαδή στην Αφρική, ιδρύοντας ρωσικές εκκλησιαστικές δομές, και εξαπέλυσε έναν σκληρό πόλεμο εναντίον όλων όσοι αναγνώριζαν την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. 


Α.Δ. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος με την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, πώς εξελίχθηκαν τα εκκλησιαστικά πράγματα; Γιατί ισχυρίζεστε ότι έχουμε και εκεί πόλεμο; 
Π.Α. Με το ξέσπασμα του πολέμου πολλές ενορίες της ρωσόφιλης Ουκρανικής Εκκλησίας άρχισαν να προσχωρούν στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Αυτό είχε διάφορες παρενέργειες. Το κράτος της Ουκρανίας θεώρησε – όχι άδικα – ότι η ρωσόφιλη εκκλησιαστική δομή λειτουργεί ως «κατάσκοπος» στην εμπόλεμη χώρα και πήρε μια σειρά από μέτρα, τα οποία προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις της Μόσχας, η οποία μίλησε για καταπάτηση της θρησκευτικής ελευθερία και άλλα παρόμοια. Όμως, στην πραγματικότητα, παρά τον πενταετή σχεδόν πόλεμο, η Μόσχα διατηρεί την εκκλησιαστική δομή της στην Ουκρανία, προσπαθώντας να ελέγξει μέσω αυτής την κατάσταση στην χώρα. 
Α.Δ. Η Ευρώπη γνωρίζει αυτή την «πολεμική» εκκλησιαστική πλευρά ή δεν την ενδιαφέρουν οι θρησκευτικές διαφορές; 
Π.Α. Η Ευρώπη φυσικά και γνωρίζει το εκκλησιαστικό πρόβλημα. Πολλές χώρες κήρυξαν ανεπιθύμητο τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο, ενώ επανέρχεται κατά καιρούς το θέμα των κυρώσεων εναντίον του. Οι βαλτικές χώρες που είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία), βλέπουν πάντα την Μόσχα ως απειλή και προσβλέπουν πλέον στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως την Μητέρα Εκκλησία της Ελευθερίας. Το Φανάρι ανταποκρίθηκε στο αίτημα της Λιθουανίας και ίδρυσε πρόσφατα Εξαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη χώρα. 


Α.Δ. Στο βιβλίο σας αναφέρετε ότι η Ρωσική Εκκλησία έχει υιοθετήσει και αναπτύξει την θεωρία του «ρωσικού κόσμου» και την «θεολογία του ιερού πολέμου». Τι είδους θεωρίες είναι αυτές; 
Π.Α. Η θεωρία του «ρωσικού κόσμου» λέει πως, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, δεν έχει σημασία πού ζει κάποιος, στη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, το Καζακστάν ή τη Μολδαβία. Όλος αυτός ο κόσμος αποτελεί μία ενότητα με πνευματική πρωτεύουσα το Κίεβο, πολιτική πρωτεύουσα τη Μόσχα και εκκλησιαστικό κέντρο το Πατριαρχείο της Μόσχας, με ενιαία γλώσσα τη ρωσική. Για την Μόσχα η εκκλησιαστική εξάρτηση των χωρών αυτών είναι θέμα ύψιστης προτεραιότητας! Θυμίζω ότι ο πρόεδρος Πούτιν κατά την συνάντησή του με τον Αμερικανό πρόεδρο Τραμπ στην Αλάσκα, έθεσε το εκκλησιαστικό ζήτημα στην Ουκρανία. Η «θεολογία του ιερού πολέμου» εκτίθεται διεξοδικά από τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο στο βιβλίο του με τίτλο «Πόλεμος: Πέρα από τα ορατά αίτια και τις συνέπειες» (War: Beyond the Visible Causes and Consequences), που κυκλοφόρησε φέτος από τον επίσημο Εκδοτικό Οίκο του Πατριαρχείου Μόσχας. Το βιβλίο του Προκαθημένου της Ρωσικής Εκκλησίας είναι αφιερωμένο στην «μεταφυσική του πολέμου». Στις σελίδες του αναπτύσσονται απόψεις «για τη λυτρωτική σημασία και τις συνέπειες του πολέμου, για τα μεταφυσικά όρια και τους στόχους της Ρωσίας», ενώ γίνεται λόγος ακόμη και για τη «φυλετική διάσταση του πολέμου». Στο βιβλίο, ο Πατριάρχης Μόσχας αναφέρεται στη «μεγάλη ευθύνη» του ρωσικού λαού «να μην αποποιηθεί το ιστορικό του καθήκον να είναι νικητής». Για την Ρωσία η Δύση είναι διεφθαρμένη και μόνο η Ρωσία κρατά τις παραδοσιακές αξίες. 
Α.Δ. Επομένως, υφίσταται ένας «ψυχρός πόλεμος» Ρωσίας και Δύσης. 
Π.Α. Ακριβώς. Η Ρωσία κατηγορεί την Δύση για τον υποβιβασμό του θεσμού της οικογένειας, για την woke ατζέντα, για ανηθικότητα και άλλα παρόμοια. Αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία πρέπει να «διαφυλάξει» την Ουκρανία και κάθε άλλη χώρα της σφαίρας επιρροής της από την εκφυλισμένη Δύση. 
Α.Δ. Στο βιβλίο σας, όμως, ασκείτε κριτική και σε μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος οι οποίοι είναι φιλικοί προς την «Αγία Ρωσία». 
Π.Α. Δεν πρόκειται για κριτική. Καταγράφω απλώς μια πραγματικότητα. Μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας προσβλέπει στην Ρωσία ως σωτήρα γενικώς και αορίστως. Το αντιδυτικό πνεύμα που υπάρχει στην Ελλάδα βρίσκει καταφύγιο στην «Αγία Ρωσία». Και πρόκειται, μάλιστα, για ένα ευρύ φάσμα: από ήπιους συντηρητικούς και ακροδεξιούς μέχρι αριστερούς και αντιεξουσιαστές. Όλοι αυτοί βλέπουν την Ρωσία ως τον αντίπαλο πόλο της «πόρνης», φιλελεύθερης Δύσης, που προβάλλει και υπερασπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. 
Α.Δ. Άρα στην Ελλάδα υπάρχει ισχυρή φιλορωσική τάση; 
Π.Α. Είναι τόσο ισχυρή που την ακολουθούν πολιτικοί και εκκλησιαστικοί. Γι’ αυτό δεν αναφέρονται όλοι αυτοί στον πόλεμο στην Ουκρανία. Θεωρούν ότι η Ουκρανία ανήκει στην Ρωσία, όταν μάλιστα η ανεξάρτητη Ουκρανία …αλληθωρίζει προς την Δύση. Έχει ενδιαφέρον, επίσης, ότι ελάχιστοι θεολόγοι μιλάνε για το εκκλησιαστικό ζήτημα, καθώς δεν μπορούν να αντέξουν τις σφοδρές επικρίσεις που θα ακολουθήσουν. 
Α.Δ. Εσείς, όμως, τολμήσατε και έναν δημόσιο διάλογο για το θέμα, με ανθρώπους που σας επέκριναν.
Π.Α. Φυσικά. Εγώ δεν φοβάμαι τον διάλογο. Τον επιδιώκω και μάλιστα δημόσια. Το αξιοσημείωτο είναι πως σε αυτή την ανοιχτή συζήτηση σχεδόν όλοι ήσαν εναντίον μου, καθώς δεν προσήλθαν υποστηρικτές των απόψεών μου, αν και υπάρχουν κάποιοι. Πάντως για μένα η Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας είναι υπόθεση ελευθερίας και γι’ αυτό στηρίζω την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 
Α.Δ. Σας ευχαριστώ πολύ. 
Π.Α. Κι εγώ για την αρχοντική φιλοξενία σας.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

"Η ΜΑΡΙΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ" ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΡΙΝΟ


Π.Α. Ανδριόπουλος 
Το 1975, η Lyra κυκλοφορεί έναν δίσκο 45 στροφών με δύο τραγούδια του Λευτέρη Παπαδόπουλου, σε μουσική του Νίκου Δανίκα, με ερμηνευτή τον Γιώργο Μαρίνο, ο οποίος τότε βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του. 
Πρόκειται για τα τραγούδια «Η Μαρία του Οχτώβρη» και «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα». Και τα δυο μπήκαν στην επανέκδοση σε CD του άλμπουμ «Ροζ Προκηρύξεις» του 1976, ενός σημαντικού δίσκου του Γ. Μαρίνου, σε μουσική επίσης του Ν. Δανίκα και καυστικούς στίχους του Παύλου Μάτεσι. 
«Η Μαρία του Οχτώβρη» είναι ένα κορίτσι μιας γειτονιάς της Αθήνας, από εκείνα που αναγκάζονται σ’ έναν «έρωτα στυφό». 
Η μόνη λύτρωση είναι ο Χριστός που θα μπορούσε να ενσταλάξει στην Μαρία του Οκτώβρη αγάπη κι υπομονή. 
Το τραγούδι αναβλύζει μιαν ευαισθησία αλλοτινών καιρών που δεν υπάρχει πια. Η ερμηνεία του Γ. Μαρίνου συνδυάζει μ’ έναν παράδοξο τρόπο, την αθωότητα και την τραγικότητα. 


Η Μαρία του Οκτώβρη 
Μυγδαλίτσα μιας γειτονιάς 
ποιος το ξέρει αχ και ποιος θα το `βρει 
ποιος είν’ ο φταίχτης ποιος είν’ ο φονιάς. 

Την εβρήκα στο Χαϊδάρι 
δυο σκαλάκια κόκκινο φως 
ένα τσούρμο δώδεκα φαντάροι 
ουρά στην πόρτα, έρωτας στυφός. 

Να γινόμουνα ο Χριστός σου 
αχ Μαρία Μαγδαληνή 
και ν’ ανοίξω το παράθυρό σου 
να μπει η αγάπη κι η υπομονή.


Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

ΗΧΗΤΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: ΨΑΛΛΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ

Ο Γιάννης Τσαρούχης με αρχιερατική στολή, το 1989, μια ημέρα πριν από το θάνατό του.
φωτογραφία: Γιώργος Τουρκοβασίλης

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Αγαπώ πολύ την Εκκλησία και τη Βυζαντινή μουσική 
Γιάννης Τσαρούχης 
Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Βερνίκος μας έδωσε το 1981 την "Σπουδή για πορτρέτο", ένα μοναδικό ντοκιμαντέρ που πραγματεύεται ενδελεχώς τη ζωή, το έργο και την σπουδαία προσωπικότητα του μεγάλου ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη. 
Τα κείμενα που ακούγονται στην ταινία είναι κατά κύριο λόγο αφηγήσεις του ίδιου ή συνομιλίες με ανθρώπους που τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις. 
Μια ξεχωριστή στιγμή του ντοκιμαντέρ είναι αυτή με τον Γιάννη Τσαρούχη να ψάλλει το "Κύριε, ἐκέκραξα", το "Κατευθυνθήτω" και δύο στίχους από την Στιχολογία του Εσπερινού "Θου Κύριε", σε ήχο πλ. α΄. 
Παραθέτουμε εδώ αυτό το απόσπασμα - ντοκουμέντο που προέρχεται από το ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Βερνίκου το οποίο γυρίστηκε στο Παρίσι. Το ηχητικό αυτό ντοκουμέντο ανέβασε στο κανάλι του στο youtube o Άρχων Μαϊστωρ της Μ.τ.Χ.Ε. Γεώργιος Ντόβολος. 
Ο Τσαρούχης ψάλλει με τρόπο ιλαρό και κατανυκτικό. 

       

Ο Τσαρούχης, μας είπε ο Μάνος Χατζιδάκις, «ποτέ του δεν υπήρξε Κρατικός. Ήταν και είναι Εθνικός και Χριστιανός μαζί»! 
Ας δούμε, λοιπόν, τη σχέση του μεγάλου ζωγράφου με την Βυζαντινή Μουσική. 
Ο ίδιος μας πληροφορεί σχετικά: «Είμαι βαθύτατα επηρεασμένος από την Ορθόδοξη Εκκλησία, τη μουσική της, τη θεολογία της, αλλά αυτό δεν το δείχνω κάνοντας πράγματα βυζαντινίζοντα, τα οποία άλλωστε έμαθα από τον Κόντογλου που ήταν μαθητής μου και ήμουν βοηθός του. Είναι μια ζωντανή θρησκεία και μια ζωντανή φιλοσοφία που συνεχίζονται ακόμη και σε αυτούς που λένε ότι δεν πιστεύουν. Είναι σπουδαίος ο πολιτισμός ο βυζαντινός που ζει ζωντανά σήμερα και εξελίσσεται μαζί με τη ζωή. Η μουσική, ιδίως, με γοητεύει πάρα πολύ και προσπάθησα στην αρχή να μάθω, είδα όμως ότι ήταν πολύ δύσκολο να αφοσιωθώ στη μουσική και να μάθω και ζωγραφική μαζί». 
Η σχέση του Τσαρούχη με την Εκκλησία χρονολογείται, λοιπόν, από πολύ παλιά, όταν μαθήτευε στον Φώτη Κόντογλου. Ο ίδιος ομολογεί: «Ο Κόντογλου μ’ έκανε να γνωρίσω την Εκκλησία, η οποία ήταν για μένα ένα πράγμα άγνωστο. Η Εκκλησία που γνώρισα όταν ήμουνα μικρό παιδί δεν ήταν η ίδια με την Εκκλησία που σχημάτισαν σιγά σιγά οι πρόσφυγες που φέραν τη βυζαντινή μουσική ξανά».

1932. Ο Τσαρούχης και ο Φώτης Κόντογλου με ράσα δόκιμων μοναχών
στη Μονή Βαρλαάμ, στα Μετέωρα (φωτ. Ι. Π. Παπαχατζηδάκης).

Ο Τσαρούχης έχει γράψει, επίσης, σε κείμενό του για την Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, ότι εκείνη ήταν που στην ουσία του «άνοιξε τα μάτια» για να δει τον θησαυρό της βυζαντινής μουσικής και μάλιστα ως φυσική συνέχεια της αρχαίας ελληνικής. 
Ο Χατζιδάκις μας έκανε γνωστό πως ο Τσαρούχης έψαλλε στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα μαζί με τον Νίκο Γεωργιάδη, τον Χρήστο Βαχλιώτη, τον Ιωάννη και τον Κοσμά Ξενάκη.
Αφηγείται ο Χατζιδάκις: "Δεν θα ξεχάσω ποτέ, σαν ήμουν 18 χρονών, μες στα δύσκολα για όλους χρόνια της γερμανικής κατοχής, τον Τσαρούχη, τριγυρισμένο από διαλεχτούς νέους μαθητές του, να παρακολουθεί τη λειτουργία του Επιταφίου, σ’ ένα μικρό εκκλησάκι της Πλάκας, κρατώντας μιαν αναμμένη λαμπάδα, με μιαν άνετη ευλάβεια, χωρίς τον ιουδαϊσμό των «τακτικών χριστιανικών θαμώνων», με μιαν ευλάβεια που λες και υπήρχε μέσα του χιλιάδες χρόνια, να ψάλλει «γνησίως βυζαντινά», και συγχρόνως να ευφραίνεται τις μύριες προεκτάσεις ετούτης της στιγμής που ζούσε". Και αλλού πάλι ο Χατζιδάκις έγραψε: «Ο Τσαρούχης είναι χριστιανός, όχι γιατί πηγαίνει στην εκκλησιά, αλλά γιατί ξέρει να στέκεται μέσα σ’ αυτήν, με την άνεση ενός παπά και με την αγιότητα ενός μικρού παιδιού».
Σημαντική είναι, επίσης, η μαρτυρία του Μένη Κουμανταρέα: «..Θυμάμαι, στο Μετόχι του Αγίου Τάφου, το πρόσωπο του Τσαρούχη έντονα ροδαλό από φυσικού του, μα που τότε κοκκίνιζε σα να είχε πιει οκάδες ρετσίνα, με μάτια βαθιά μπλε στα οποία διαγράφονταν μια ανάλαφρη ειρωνεία, η ίδια ειρωνεία που διαπίστωνα όταν τον άκουγα να αφηγείται μια ιστορία, πράγμα που έκανε τους άλλους να γελούν, ενώ εκείνος έμενε ατάραχος. Έψελνε ένρινα, ανατολίτικα, όπως οι πρόσφυγες από τη Μικρασία, γιατί, όπως έλεγε, ήσαν οι μόνοι που είχαν διατηρήσει ακέραιη τη βυζαντινή παράδοση. ¨Ήταν εκστασιασμένος κι έμοιαζε πολύ με τους στρατευμένους νέους που στόλιζαν τους πίνακές του, σαν ένα παλικαράκι που είχαν φυτρώσει στους ώμους φτερούγες». 
Ο Μάρκος Δραγούμης μας πληροφορεί ότι ο Τσαρούχης πήγαινε και άκουγε τον πρωτοψάλτη Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα. 
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου, όπου αναπαυόταν το πνεύμα του με την ερμηνεία της βυζαντινής μουσικής από τον Λυκούργο Αγγελόπουλο και τη χορωδία του. 
Ακόμη, είναι γνωστή βαθιά έλξη που ασκούσε στον Τσαρούχη το Άγιον Όρος, όπου – αν και άρρωστος σοβαρά – έφτανε ως απλός προσκυνητής τις παραμονές της Μεγαλοβδομάδας για να παρακολουθήσει τις ολονύχτιες ακολουθίες. Το μοναστικό τυπικό τον ενθουσίαζε. Οι αργόσυρτες βυζαντινές μελωδίες τον γοήτευαν. Λάτρευε τον βυζαντινό ύμνο «Φως ιλαρόν» ο οποίος ψάλλεται στον Εσπερινό και έλεγε ότι πρόκειται περί αρχαιοτάτου ύμνου (πιθανά προχριστιανικής εποχής) από μουσική άποψη, μάλιστα του άρεσε πολύ η ακολουθία του Εσπερινού και συμμετείχε στην ψαλμωδία. Είπε λοιπόν το εξής αμίμητο: «Αυτός ο ύμνος είναι το αληθινό μαστούρωμα. Στον Εσπερινό πρέπει να πηγαίνουν οι νέοι που ζητάνε να μαστουρώσουν με χίλιους-δυο άλλους τρόπους». Προφανώς ο Τσαρούχης εννοεί το "Φως ιλαρόν" στο αρχαίον μέλος, που πραγματικά μας πάει πολύ πίσω στο χρόνο και ψάλλεται ακόμα στο Άγιον Όρος. 

Ανάσταση στο Πρωτάτο (1982). Ο Γ. Τσαρούχης στο στασίδι κρατώντας τη λαμπάδα του.


Ο ίδιος ο Τσαρούχης σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό του λέει για την εποχή της μαθητείας του στον Κόντογλου: "Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γέρο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιούς, ο ένας ήταν αστυφύλακας κι ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, τη βυζαντινή μουσική την έλεγε βαζαντινή. 
Έφτασα ως το πλάγιο πρώτου και δυστυχώς σταμάτησα. Είχα πολλή δουλειά στον Κόντογλου και στο Πολυτεχνείο. Στο τέλος κάθε μαθήματος συνήθιζε, αν είχα ψάλει καλά, να μου λέει: "Μπράβο, μωρό μου, ν’ αξιωθείς να πεις και Χερουβικό». Έλεγε ακόμα: "Όταν το μάθεις όπως είναι γραμμένο, να τ’ αλλάξεις μετά όπως σου αρέσει. Μην κάνεις σαν τους δασκάλους του Ωδείου". Και προσέθετε ένα ρητό άγνωστο από πού προερχόμενο: "Τις εστίν ο ποιών το Θέλημά μου, ο εκπλήττων μου τας ακοάς". Να βάζεις ατζέμια, να το γλυκαίνεις, έτσι κάνει ο καλός ψάλτης".
Από τα γραφτά του αντιλαμβανόμαστε ότι ο Τσαρούχης είχε σοβαρή άποψη για την βυζαντινή μουσική: «Δεν είμαι μουσικολόγος, αλλά αυτές οι υπερβολές ορισμένων Εγγλέζων, που νομίζουν ότι η μουσική η παλιά, από τα χειρόγραφα, ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή μουσική τη Βυζαντινή, είναι λανθασμένες. Δηλαδή, η γραφή ήταν μια εποχή στενογραφική. Γι' αυτό ένας ψάλτης αϊβαλιώτης μου ‘λεγε: «Παιδί μου μάθε να διαβάζεις. Αλλά μην τα λες όπως είναι γραμμένα μα να τ’ αλλάζεις». 
Η προβληματική του Τσαρούχη είναι ειδική και δείχνει την ευρύτητα των αναζητήσεών του και την ευρυμάθειά του. Στον 20ο αιώνα οι ξένοι μουσικολόγοι που ασχολήθηκαν με τα μεγίστης αξίας χειρόγραφα της βυζαντινής μουσικής, στην προσπάθειά τους να μεταγράψουν τα παλαιά μέλη που ήταν σε στενογραφική παρασημαντική, διατύπωσαν την άποψη ότι υπάρχει μέγα χάσμα μεταξύ των παλαιών μελωδιών και των νεωτέρων και άρα ουδεμία σχέση έχει η προ της Αλώσεως μουσική με την μεταβυζαντινή (όπως μάλιστα καταγράφεται από το 1814). Ο Τσαρούχης δε συμμερίζεται καθόλου αυτή την άποψη, γιατί γνωρίζει, όπως ο ίδιος λέει, τις ανάλογες ιστορικές εξελίξεις στην ελληνική ζωγραφική και την αγιογραφία. Αυτό σημαίνει ότι η βυζαντινή μουσική παράδοση καταγράφεται με εκπλήσσουσα – για παραδοσιακή μουσική – λεπτομέρεια, αλλά για να εκτελεστεί σωστά πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν το καθοριστικό στοιχείο της προφορικής παράδοσης. Οι ερμηνευτές, ψάλτες και ιερείς, αποδίδουν τα μέλη με όλα τα ποικίλματα και τα μικροδιαστήματα, τα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία και τα μελίσματα, όπως τα παρέλαβαν και τα άκουσαν από τους προηγούμενους.

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος από τον Ανδρέα Εμπειρίκο στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972

Ο Μάρκος Δραγούμης πιστοποιεί σε κείμενό του την Τσαρούχεια αυτή προβληματική. Αναφέρει τις συζητήσεις που έκανε με τον Τσαρούχη για το θέμα, ο οποίος «πίστευε πως οι δυτικοί δεν μπορούν συλλάβουν την ουσία της βυζαντινής μουσικής, ότι κακώς υποτιμούσαν (τώρα όχι πια) τη νεότερη αλλά ζωντανή παράδοσή της, κακώς θεωρούσαν ότι όλα τα είδη της είχαν τουρκοποιηθεί κι ότι οι μεταγραφές τους από τα αρχαία βυζαντινά χειρόγραφα ήταν υπεραπλουστευμένες». Έτσι ο Δραγούμης, «υποψιασμένος» από τον Τσαρούχη μίλησε, όπως γράφει, στον μεγάλο μουσικολόγο Έγκον Βέλλες για τη λάθος μεταγραφική λογική των δυτικών μουσικολόγων και εν μέρει, τουλάχιστον, τον έπεισε. Ο Τσαρούχης όμως ήταν θιασώτης του γνησίου μέλους και όχι του νόθου. Με την ανάπτυξη της Ωδειακής παιδείας στην Ελλάδα, άρχισε να διδάσκεται η βυζαντινή μουσική κατά τρόπο ξηρόφωνο, κατ’ ευρωπαϊκόν επηρεασμόν, χωρίς την προφορική παράδοση που ουσιαστικά αναδεικνύει το μέλος. Τότε οι «ωδειακοί» ψάλτες θεωρούσαν τους παλιούς ως αμανετζήδες και νοθευτές της μουσικής. 
Ο Τσαρούχης μας διασώζει μια σπουδαία μαρτυρία γύρω απ’ αυτήν την εξέλιξη: «Ένας γέρος Αϊβαλιώτης που μου δίδασκε ψαλτική, το 1931, συναντήθηκε με έναν καθηγητή του Ωδείου που προσπαθούσε να του αποδείξει ότι δεν ακολουθεί τη Βυζαντινή παράδοση. Όταν έφυγε ο καθηγητής, μου είπε ο γέρο – ψάλτης: Μην τους ακούς αυτούς τους δασκάλους παιδί μου, δεν είδες τι άσκημα που έψελνε;» 
Όπως ομολογεί ο ίδιος ο Τσαρούχης: "Θέλησα να μάθω βυζαντινή μουσική για να βοηθηθώ στη σκηνοθεσία του θεάτρου. Έχω φτάσει μέχρι τον πλάγιο πρώτο. Έχω ψάλλει και σε κάποιο δίσκο στο Παρίσι. Πάντως δε μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου σαν μουσικό".
Ο αείμνηστος Λυκούργος Αγγελόπουλος, τον οποίον άκουγε ο Τσαρούχης όταν εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη Αιόλου, είχε πει πως ο Τσαρούχης "αισθανόταν την έκφραση που είχε η ψαλμωδία μας, τον άγγιζε βαθιά. Η κατάνυξή του πραγματικά ήταν κάτι πρωτόγνωρο". 
Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα κείμενο του Λυκούργου Αγγελόπουλου που καταδεικνύει την σχέση του με τον Γ. Τσαρούχη και είναι δημοσιευμένο στον συλλογικό τόμο για τον Τσαρούχη "ΩΣΕΙ ΜΥΡΑ", που επιμελήθηκε ο Αλέξης Σαββάκης (Καστανιώτης, 1998). 
Ο Τσαρούχης σαν γνήσιος ρωμιός ενδιαφέρθηκε και για τη μουσική του Γένους. Ακούραστος θηρευτής της αλήθειας της Παράδοσής μας φρόντισε να μη μείνει άγευστος και αυτού του θησαυρού. Ας είναι αιωνία η μνήμη του! 

Ντυμένος την αρχιερατική στολή. Villeneuve-Les Sablons, 1972 (Αρχ. Α. Σαββάκη)

Ο Τσαρούχης στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Νικολάου
Χαλκιά του Γέροντα Ιεροθέου στις Καρυές

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

"ΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΝ" ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΑΓΓΕΛΙΔΗ (ΒΙΝΤΕΟ)


Η ενορία του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού παρουσιάζει την διαδικτυακή εκπομπή «Προς Εκκλησιασμόν», όπου φιλοξενούνται εργάτες του πνεύματος και της τέχνης. 
Στην 89η εκπομπή προσκεκλημένος ο Πρωτοψάλτης και Διδάσκαλος της Ψαλτικής Τέχνης κ. Κωνσταντίνος Αγγελίδης. 
Επιμελείται και παρουσιάζει ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Κάμερα - επεξεργασία: Κατερίνα Λεονάρδου. 

 

Ο Κωνσταντίνος Αγγελίδης γεννήθηκε στὴν Τρίπολη τὸ 1964. Σπούδασε Θεολογία στὴν Ἀνωτέρα Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν καὶ στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Διδάχτηκε τὴν Βυζαντινὴ μουσικὴ ἀπὸ τοὺς Κωνσταντῖνο Τασόπουλο (πτυχίο 1979) καὶ Λυκοῦργο Ἀγγελόπουλο (δίπλωμα 1988). Μὲ ὑποτροφία τοῦ Ἱδρύματος «Ἀλέξανδρος Ὠνάσης» συμμετεῖχε ὡς ἐρευνητὴς στὸ τριετὲς πρόγραμμα μελέτης καὶ ἀνάλυσης ἔργων τοῦ Βυζαντινοῦ μαΐστορα Ἰωάννη Κουκουζέλη. Ἀπὸ τὸ 1981 ὑπηρετεῖ τὴν ψαλτικὴ τέχνη ὡς Λαμπαδάριος καὶ Πρωτοψάλτης. Ἀπὸ τὸ 2014 εἶναι Πρωτοψάλτης στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, τὸ ἱστορικὸ Μετόχι τοῦ Παναγίου Τάφου στὴν Ἀθήνα (Πλάκα). Ἀπὸ τὸ 1985 διδάσκει βυζαντινὴ μουσικὴ σὲ σχολεῖα καὶ ἐκπαιδευτήρια, σὲ ὠδεῖα, σὲ σχολὲς βυζαντινῆς μουσικῆς Ἱερῶν Μητροπόλεων, σὲ Ἱερὲς Μονὲς καὶ Ἡσυχαστήρια στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ ἐξωτερικό (Κύπρος, Ρουμανία, Βόρειος Μακεδονία και Γεωργία). Ἀπὸ τὸ 1996 διδάσκει ἐπίσης στὴ Σχολὴ Βυζαντινῆς Μουσικῆς τοῦ Ἱδρύματος Μουσικῆς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ἐνὼ διευθύνει τὸν Βυζαντινὸ Χορὸ τῆς Σχολῆς σἐ ἀκολουθίες, σὲ συναυλίες, στὴν ἔκδοση τῶν ψηφιακῶν δίσκων Μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ ἐσχάτων (2018), Ὀκτωηχία – Ἀργὰ ἀπολυτίκια (2022) καὶ Ὀκτωηχία – Ἀναστάσιμες καταβασίες (2023), καθώς καὶ στὴν παρουσίαση δεκαπέντε μελῶν τοῦ Παλαιοῦ Στιχηραρίου (2024 καὶ 2025). 


Ἀπὸ τὸ 1994 ὣς τὸ 2005 ἀνέλαβε τὴν ὀργάνωση καὶ διδασκαλία τοῦ Χοροῦ τῶν Πατέρων τῆς Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὸν ὁποῖο διευθύνει στοὺς δεκατέσσερις ψηφιακοὺς δίσκους (CDs) ποὺ ἐκδόθηκαν μὲ μέλη κλασικῶν Βυζαντινῶν καὶ Βατοπαιδινῶν μελοποιῶν. Ἐπίσης, τὸ 2005 διηύθυνε χορὸ ψαλτῶν γιὰ τὴν ἔκδοση διπλοῦ ψηφιακοῦ δίσκου, σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ι.Μ. Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀπὸ τὸ 1983 ὣς τὸ 2008, ὡς μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Βυζαντινῆς Χορωδίας μὲ διευθυντὴ τὸν Λυκοῦργο Ἀγγελόπουλο, ἔχει συμμετάσχει σὲ περισσότερες ἀπὸ 900 ἐκδηλώσεις στὴν Ἑλλάδα καὶ σὲ 30 χῶρες σὲ Εὐρώπη, Ἀσία, Ἀμερικὴ καὶ Ἀφρική. Ἀπὸ τὸ 1985 ὣς τὸ 2005 συνεργάστηκε ὡς μουσικὸς παραγωγὸς μὲ τὴν Ἑλληνικὴ Ραδιοφωνία, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 2009 συνεργάζεται μὲ τὸν Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸν τομέα τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς. Ἀπὸ τὸ 2022 παρουσιάζει σὲ συνεργασία μὲ τον μουσικολόγο δρα Γεώργιο Σάββα τὴν σειρὰ ἐκπομπῶν «Λόγος καὶ Μέλος» στὸ διαδικτυακὸ ραδιόφωνο τῆς Πεμπτουσίας. Στὰ τέλη τοῦ 2005 ἵδρυσε τὸ «Κέντρο Μελετῶν Ψαλτικῆς Τέχνης» καὶ τὸν Βυζαντινὸ Χορὸ ΤΡΟΠΟΣ, τὸν ὁποῖο διευθύνει σὲ λειτουργικὲς ἐκδηλώσεις καὶ συναυλίες στὴν Ἑλλάδα καὶ 20 χῶρες τοῦ ἐξωτερικοῦ, καθὼς καὶ στὴν ἔκδοση 32 ψηφιακῶν δίσκων μὲ κλασικὰ ἀλλὰ καὶ ἀνέκδοτα ἔργα Βυζαντινῶν καὶ νεότερων Ἁγιορειτῶν καὶ Πολιτῶν μελουργῶν.


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Διάλογος ποίησης και μουσικής ανάμεσα στον κέδρο του Λιβάνου και την ελληνική ελιά


Σύνταξη Ελίας Ουαλίντ 
Σε μια ξεχωριστή βραδιά, όπου η ποίηση συναντήθηκε με τη μουσική και ο λιβανέζικος πολιτισμός με τον ελληνικό, η Ελληνολιβανική Πολιτιστική Ένωση (GLCU) διοργάνωσε το βράδυ της Τετάρτης 30 Σεπτεμβρίου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ποιητική και μουσική εκδήλωση με τίτλο: «Αντίλαλοι της Μεσογείου: Διάλογος ποίησης και μουσικής ανάμεσα στον κέδρο του Λιβάνου και την ελληνική ελιά». 
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους εκπρόσωποι του διπλωματικού, πολιτιστικού, καλλιτεχνικού και κοινωνικού κόσμου. 
Η βραδιά πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της αποστολής της Ένωσης για την ενίσχυση των δεσμών φιλίας και συνεργασίας μεταξύ Λιβάνου και Ελλάδας, τη δημιουργία πολιτιστικών, κοινωνικών και εκπαιδευτικών γεφυρών ανάμεσα στους δύο λαούς, καθώς και την ανάδειξη της κοινής πολιτιστικής και ανθρωπιστικής κληρονομιάς τους, βαθιά ριζωμένης στον χώρο της Μεσογείου. 
Στην εκδήλωση παρέστησαν ο Πρέσβης του Λιβάνου στην Ελλάδα, Κανζ Αλ Χατζάλ, ο Πρέσβης του Κράτους της Παλαιστίνης στην Ελλάδα, Γιουσέφ Ντουρχόμ, η Πρόξενος του Λιβάνου στην Ελλάδα, Κουίν Μαρέλ Σαλάμα Γκιάδ, ο πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Δημήτρης Κούρκουλας, καθώς και ο συνταξιούχος Λιβανέζος Πρέσβης Δρ. Γιαχία Τζάμπερ. Παρόντες ήταν επίσης εκπρόσωποι θρησκευτικών, πολιτιστικών και καλλιτεχνικών φορέων, μέλη της λιβανέζικης και της αραβικής κοινότητας, καθώς και φίλοι της Ελληνολιβανικής Πολιτιστικής Ένωσης. 
Την εκδήλωση άνοιξε ο Γενικός Γραμματέας της Ένωσης, Αντώνης Πουζμπούρης, ο οποίος καλωσόρισε τους παρευρισκόμενους και υπογράμμισε ότι το περιεχόμενο της βραδιάς εκφράζει έμπρακτα τους στόχους της Ένωσης για την ενίσχυση των πολιτιστικών, κοινωνικών και εκπαιδευτικών σχέσεων, καθώς και για την προβολή της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς και των παραδόσεων του Λιβάνου και της Ελλάδας. 


Ο πολιτισμός είναι η γέφυρα που ενώνει τον Λίβανο με την Ελλάδα 
Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της Ελληνολιβανικής Πολιτιστικής Ένωσης, Ουαλίντ Ελίας, αναφέρθηκε στο μεγαλείο της αυθεντικότητας και της υψηλής τέχνης, ο κέδρος του Λιβάνου συναντά την Ελιά της Ελλάδας, σε μια συμβολική αγκαλιά που ενώνει δύο αρχαίους πολιτισμούς και δύο βαθιά ριζωμένες πολιτιστικές παραδόσεις. 
Όταν το έργο μεγάλων δημιουργών, όπως του Χαλίλ Γκιμπράν, του Οδυσσέα Ελύτη, του Μίκη Θεοδωράκη, της Κικής Δημουλά και της Λιβανέζας ποιήτριας Μπάσιμα Μπατούλι, περνά στην αιωνιότητα, στεκόμαστε με ιδιαίτερο δέος απέναντι σε μια δημιουργία που ένωσε την ποίηση, τη μουσική και τη φιλοσοφία, καθιστώντας την τέχνη μια οικουμενική γλώσσα που ξεπερνά σύνορα, γλώσσες και πατρίδες. 
Οι σπουδαίοι αυτοί δημιουργοί δεν μας άφησαν απλώς λέξεις και μελωδίες. Μας κληροδότησαν μια πολύτιμη ανθρώπινη παρακαταθήκη, μέσα από την οποία η τέχνη έγινε φωνή της πατρίδας, της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. 
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο της αληθινής τέχνης: να γεννιέται μέσα από τον πόνο και το όνειρο της πατρίδας και, στη συνέχεια, να υψώνεται πάνω από σύνορα και εποχές, μετατρέποντας τη δημιουργία σε ένα διαχρονικό μήνυμα αγάπης, ομορφιάς και ανθρωπιάς. 


Η αποστολή της Ελληνολιβανικής Πολιτιστικής Ένωσης 
Η ελληνολιβανική πολιτιστική ένωση υπηρετεί τη φιλία ανάμεσα στον Λίβανο και την Ελλάδα και οικοδομεί γέφυρες μέσα από τον πολιτισμό, τη μουσική, την ποίηση και την ανθρώπινη επικοινωνία.
Ύστερα από τις μεγάλες προσωπικότητες που τίμησαν και πλούτισαν αυτή την πορεία, είχε τη χαρά και την τιμή, στο πλαίσιο της εκδήλωσης, να υποδεχθεί στην πολιτιστική της οικογένεια τον τενόρο Γκαμπριέλ Αμπντέλ Νουρ, που ήταν και ο κεντρικός ερμηνευτής της βραδιάς. 
Μια ξεχωριστή φωνή που συνδυάζει την αρτιότητα της ερμηνείας με τη ζεστασιά του συναισθήματος. Μια φωνή που μεταφέρει τον λόγο και τη μελωδία με κομψότητα, ευαισθησία και καλλιέργεια και που αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή με απλότητα και ευγένεια. «Αγαπητέ Γκαμπριέλ, σε καλωσορίζουμε θερμά στην Αθήνα και στην οικογένεια της Ελληνολιβανικής Πολιτιστικής Ένωσης. Και μαζί σου καλωσορίζουμε την ομορφιά της λιβανέζικης τέχνης στην καρδιά της Ελλάδας», προσφώνησαν τον τενόρο οι διοργανωτές της εκδήλωσης. 
Ο τενόρος Γκαμπριέλ Αμπντέλ Νουρ, μέσα από τη μουσική και τον λόγο, παρουσίασε μια καλλιτεχνική προσέγγιση που ένωσε τη λιβανέζικη με την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, αναδεικνύοντας τις κοινές ανθρώπινες αξίες που διαπερνούν το έργο μεγάλων ποιητών και μουσικών. 
Στην εκδήλωση συμμετείχαν επίσης ο μουσικός και συγγραφέας Παναγιώτης Ανδριόπουλος, η σοπράνο Δάφνη Πανουργιά, η Λιβανέζα δημοσιογράφος Ρίμα Σαϊρφί, με τη συνοδεία στο πιάνο του Κέιτα Κιούτσι. Κατά τη διάρκεια της βραδιάς, η σκηνή μετατράπηκε σε έναν ζωντανό χώρο διαλόγου ανάμεσα στον λόγο και τη μελωδία, αλλά και ανάμεσα στην αραβική και την ελληνική γλώσσα, επιβεβαιώνοντας ότι η ποίηση και η μουσική μπορούν να ξεπεράσουν τα όρια της γλώσσας και της γεωγραφίας και να αγγίξουν άμεσα την ανθρώπινη ψυχή.


Νεότερη ανάγνωση του βιβλίου: Π. Α. Ανδριόπουλος, «Ουκρανικά Εκκλησιαστικά. Το χρονικό του πολέμου»


Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ 
Επανέρχομαι στα "Ουκρανικά Εκκλησιαστικά. Το χρονικό του πολέμου" του φίλου Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, καθώς η πρώτη ανάγνωσή τους άφησε πίσω της περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα χωρούσαν σε μια πρώτη παρουσίαση. Τώρα, με κάποια απόσταση από τις πολλές ειδήσεις, τα πρόσωπα, τις δηλώσεις και τα γεγονότα που συνωθούνται στις σελίδες του τόμου, μου μένει κυρίως μια λέξη: ισχύς. Ίσως αυτή να αποτελεί ένα από τα κρυφά κλειδιά του βιβλίου. 
Η ισχύς εμφανίζεται με πολλές μορφές. Στην Ουκρανία έχει όπλα, στρατούς, πυραύλους και κατεστραμμένες πόλεις. Στην Αφρική εμφανίζεται ως επέκταση εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας. Στις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών χρησιμοποιεί διπλωματία, επιρροές και συμμαχίες. Και στον λεγόμενο «Ρωσικό Κόσμο» αποκτά ιδεολογικό περιεχόμενο, μια ολόκληρη αντίληψη περί ιστορίας, έθνους, Εκκλησίας και ιδιαίτερης αποστολής της Ρωσίας. 
Αυτό ακριβώς με απασχολεί περισσότερο ύστερα από το ξανακοίταγμα των δημοσιευθέντων: τι συμβαίνει όταν η κοσμική ισχύς ζητεί εκκλησιαστική γλώσσα; Η εξουσία πάντοτε αναζητούσε τρόπους να δικαιώσει τον εαυτό της. Όταν όμως προσφεύγει στη θεολογία, τα πράγματα γίνονται λεπτότερα και πολύ πιο επικίνδυνα. Ένα κρατικό συμφέρον μπορεί τότε να παρουσιαστεί ως πνευματική αποστολή, μια γεωπολιτική επιδίωξη ως υπεράσπιση της πίστεως, ένας πόλεμος ακόμη και ως «ιερός». 
Η λέξη «ιερός» δίπλα στη λέξη «πόλεμος» προκαλεί από μόνη της αναστάτωση. Ιερό είναι ό,τι ανήκει στον Θεό και αγιάζεται από την παρουσία Του. Ο πόλεμος αφήνει πίσω του νεκρούς, ακρωτηριασμένους, ορφανά, ξεριζωμένους ανθρώπους, σπίτια και ναούς ερειπωμένους. Πώς άραγε μπορεί όλη αυτή η συμφορά να περιβληθεί με ιερότητα; Εδώ η συζήτηση υπερβαίνει την πολιτική και την εκκλησιαστική διπλωματία. Φθάνει στην ίδια την εικόνα του Θεού που παρουσιάζουμε στον άνθρωπο. 
Ο Χριστός του Ευαγγελίου, την ώρα της συλλήψεώς Του, θυμίζει στον Πέτρο ότι θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή Του «πλείους ή δώδεκα λεγεώνας αγγέλων». Κι όμως πορεύεται προς τον Σταυρό!!!... Έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η στιγμή: η δυνατότητα της ισχύος παραχωρεί τη θέση της στην ελευθερία της θυσίας. Ο Χριστιανισμός γεννήθηκε μέσα από αυτό το παράδοξο. Η παντοδυναμία φανερώθηκε ως αγάπη, η νίκη πέρασε μέσα από τον Γολγοθά και η Ανάσταση ήλθε ύστερα από την εκούσια κένωση.
Γι’ αυτό η σχέση Εκκλησίας και ισχύος παραμένει πάντοτε δύσκολη υπόθεση. Η Ιστορία έχει αρκετά παραδείγματα για το πόσο εύκολα η προστασία της Εκκλησίας από μια κοσμική εξουσία μπορεί να εξελιχθεί σε εξάρτηση από αυτήν. Και η εξάρτηση, με τη σειρά της, μπορεί να οδηγήσει σε κάτι ακόμη βαρύτερο: η Εκκλησία να αρχίσει να προσφέρει στην εξουσία ό,τι εκείνη από μόνη της αδυνατεί να αποκτήσει — ιερότητα. 
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο καταλαβαίνω καλύτερα και τη θεωρία του «Ρωσικού Κόσμου». Θα μπορούσε κανείς να μιλά για έναν ρωσικό πολιτισμικό κόσμο, όπως μιλά για τόσους πολιτισμούς που πρόσφεραν πολύτιμους καρπούς στην ανθρωπότητα. Η μεγάλη ρωσική λογοτεχνία, η μουσική, η θεολογία, οι Άγιοι και οι ασκητές της Ρωσίας αποτελούν πλούτο της οικουμενικής χριστιανικής παραδόσεως. Η δυσκολία αρχίζει όταν η πολιτισμική συγγένεια μετατρέπεται σε εκκλησιαστική διεκδίκηση και η πνευματική κληρονομιά επιστρατεύεται για τη θεμελίωση μιας ευρύτερης σφαίρας επιρροής. 
Από εδώ φωτίζεται διαφορετικά και ό,τι συμβαίνει στην Αφρική. Το ζήτημα υπερβαίνει πλέον μια διαφωνία δύο Πατριαρχείων. Αγγίζει τον τρόπο, με τον οποίον, αντιλαμβανόμαστε τα όρια της Εκκλησίας. Αν η εθνικότητα αρκεί για να ακολουθεί μια Εκκλησία τους ομοεθνείς της οπουδήποτε στη γη, η κανονική γεωγραφία αρχίζει να χάνει το νόημά της. Και μαζί της επιστρέφει, με άλλη μορφή και άλλο λεξιλόγιο, ο παλαιός πειρασμός του εθνοφυλετισμού. 
Η Εκκλησία έχει μιαν άλλη πρόταση. Στην Πεντηκοστή οι γλώσσες παραμένουν πολλές, όμως όλοι ακούν «τα μεγαλεία του Θεού». Η ενότητα γεννιέται χωρίς να εξαφανίζεται η ιδιαιτερότητα. Έλληνας, Ρώσος, Ουκρανός, Σέρβος, Ρουμάνος, Άραβας ή Αφρικανός φέρει την πατρίδα και την παράδοσή του, ενώ μέσα στην Ευχαριστία (και δι' Αυτής) καλείται να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του άλλου τον αδελφό. Η Εκκλησία αγκαλιάζει τα έθνη· δυσκολεύεται όταν ένα έθνος επιχειρεί να αγκαλιάσει την Εκκλησία τόσο σφιχτά, ώστε να την κάνει δική του. 
Μου έμεινε από το βιβλίο και κάτι ακόμη, ίσως περισσότερο οδυνηρό: η στάση όσων προτίμησαν τη σιωπή. Η σιωπή έχει ασφαλώς και την δική της πνευματικότητα. Οι Πατέρες την αγάπησαν, οι ασκητές την αναζήτησαν, η προσευχή συχνά γεννιέται μέσα της. Υπάρχει όμως και μια άλλη σιωπή, εκείνη που εμφανίζεται μπροστά στην ιστορική ευθύνη. Εκεί τα πράγματα αλλάζουν. 
Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες και η σιωπή μιλά. Μπροστά σε έναν άνθρωπο που υποφέρει, σε έναν λαό που αιμορραγεί, σε μια θεολογία που επιχειρεί να περιβάλει τον πόλεμο με ιερότητα, η ουδετερότητα αποκτά βάρος. Η εκκλησιαστική ειρήνη είναι πολύτιμη· ακόμη πολυτιμότερη όμως είναι η αλήθεια από την οποία η ειρήνη αντλεί το περιεχόμενό της. 
Και ίσως εδώ βρίσκεται μία ακόμη προσφορά των Ουκρανικών Εκκλησιαστικών. Ο Ανδριόπουλος επιμένει να ονομάζει τα πράγματα. Αυτή η παρρησία χαρακτηρίζει άλλωστε τη γραφή του εδώ και χρόνια. Στον συγκεκριμένο τόμο αποκτά μεγαλύτερη σημασία, επειδή όσα γράφτηκαν χωριστά, μέσα στη δίνη της καθημερινής επικαιρότητας, βρίσκονται πλέον συγκεντρωμένα και σχηματίζουν μια ακολουθία. Η μία ψηφίδα πλησιάζει την άλλη και η εικόνα γίνεται καθαρότερη. 
Έχει επίσης σημασία ότι η κριτική του συγγραφέα προς τη σημερινή εκκλησιαστική πολιτική της Μόσχας συνυπάρχει με την αγάπη του για τον ρωσικό πολιτισμό. Κρατώ ιδιαίτερα αυτή τη διάκριση. Άλλο η Ρωσία και άλλο η ιδεολογία του «Ρωσικού Κόσμου». Ο Ντοστογιέφσκι, ο Τσέχωφ, ο Ραχμάνινοφ, ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ και τόσες άλλες μεγάλες μορφές της ρωσικής ψυχής χωρούν σε πολύ ευρύτερο ορίζοντα από οποιαδήποτε σύγχρονη πολιτική κατασκευή. Η αληθινή αγάπη προς έναν πολιτισμό επιτρέπει και την αγωνία για την εργαλειοποίησή του. 
Από αυτή την άποψη αποκτά ξεχωριστό νόημα και το ιστορικό βάθος που προσφέρει το επίμετρο για τα Ελληνορωσικά. Η σημερινή κατάσταση έχει ρίζες. Πρόσωπα, περιστάσεις και μέθοδοι αλλάζουν· ο πειρασμός της εκκλησιαστικής επιρροής μέσω της εθνικής και πολιτικής ισχύος εμφανίζεται σε διαφορετικές εποχές με διαφορετικές μορφές. Η Ιστορία, όταν διαβάζεται προσεκτικά, γίνεται καθρέφτης μάλλον παρά αρχείο. 
Τελειώνοντας αυτές τις δεύτερες σκέψεις, αισθάνομαι ότι τα Ουκρανικά Εκκλησιαστικά θέτουν τελικά ένα ερώτημα ευρύτερο από την ίδια την Ουκρανία. Αφορά στη Ρωσία, το Φανάρι, την Αφρική, τις κατά τόπους Εκκλησίες, αλλά τελικά αφορά σε κάθε χριστιανό: πού αναζητεί η Εκκλησία τη δύναμή της; 
Ο κόσμος γνωρίζει την δύναμη των όπλων, του χρήματος, των συνόρων, της διπλωματίας, των αριθμών και των συμμαχιών. Η Εκκλησία έλαβε εξαρχής μια δύναμη άλλης τάξεως. Την δύναμη ενός Εσταυρωμένου. 
Και ίσως αυτή να είναι η πιο επίκαιρη παρατήρηση που μου άφησε τελικά το βιβλίο του φίλου Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου: κάθε φορά που η Εκκλησία πλησιάζει πολύ την κοσμική ισχύ, χρειάζεται να κοιτάζει πάλι προς τον Γολγοθά. Εκεί θυμάται ποια είναι!

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

"ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ" ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΟΛΙΒΑΝΕΖΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


Σήμερα, Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026, ώρα 20:00, στην Αίθουσα Διδασκαλίας Μουσικής Βιβλιοθήκης, Σύλλογος Οι Φίλοι της Μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η ΕΛΛΗΝΟΛΙΒΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ – GLCU διοργανώνει Μουσικοποιητική βραδιά με τίτλο: «Αντίλαλοι της Μεσογείου: Διάλογος ποίησης και μουσικής ανάμεσα στον Κέδρο του Λιβάνου και την Ελληνική Ελιά», προς τιμήν των πρωτοπόρων της σκέψης και της δημιουργίας στην ποίηση, λογοτεχνία και τη μουσική: Γεμπράν Χαλίλ Γεμπράν, Οδυσσέα Ελύτη, Κική Δημουλά, Μπάσιμα Μπατούλι και Μίκη Θεοδωράκη. 
Παρουσιάζει και ερμηνεύει ο τενόρος Γαβριήλ Αμπντέλ Νουρ. 
Συμμετέχουν: 
- Παναγιώτης Ανδριόπουλος (μουσικός και συγγραφέας) 
- Δάφνη Πανουργιά (σοπράνο) 
- Ρίμα Σαϊράφι (δημοσιογράφος). 
Με τη συμμετοχή του πιανίστα: Κέιτα Κιούτσι (Keita Kiuchi). 
Είσοδος δωρεάν. Η παράσταση είναι sold out. 


Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Διαβάζοντας τα «Ουκρανικά Εκκλησιαστικά» του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου


Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ 
Πήρα στα χέρια μου το νέο βιβλίο του φίλου Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, Ουκρανικά Εκκλησιαστικά. Το χρονικό του πολέμου, και από τις πρώτες κιόλας σελίδες είχα την αίσθηση ότι ξαναπερνούσα, αυτή τη φορά συγκεντρωμένα, τέσσερα δύσκολα χρόνια της εκκλησιαστικής μας επικαιρότητας. Κείμενα πολλά από τα οποία διαβάσαμε όταν πρωτογράφτηκαν, τώρα, τοποθετημένα το ένα πλάι στο άλλο, λένε κάτι περισσότερο. Το μεταγενέστερο φωτίζει το προηγούμενο και γεγονότα που κάποτε έμοιαζαν ασύνδετα αποκαλύπτουν τη μεταξύ τους συγγένεια. 
Ο τόμος περιλαμβάνει κείμενα από το 2022 έως το 2026 και κλείνει με επίμετρο σχετικό με τα παλαιότερα Ελληνορωσικά του συγγραφέα. Τα περισσότερα δημοσιεύθηκαν αρχικά στον έγκριτο ιστότοπο «Φως Φαναρίου», άρα γράφτηκαν κοντά στον χρόνο των γεγονότων, κάποτε σχεδόν πάνω στην εξέλιξή τους. Ο Ανδριόπουλος ονομάζει όσα παρακολουθεί «εκκλησιαστικές αναταράξεις» του πολέμου. Και πράγματι, περί αυτού πρόκειται: για έναν πόλεμο που πέρασε τα σύνορα των κρατών και μπήκε βαθιά στις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών. 
Διαβάζοντας το βιβλίο, ολοένα ισχυρότερη γίνεται μέσα μου η πεποίθηση ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία περισσότερο αποκάλυψε, παρά δημιούργησε, την κρίση της σημερινής Ορθοδοξίας. Έφερε στην επιφάνεια πράγματα που υπήρχαν, ίσως αθέατα σε πολλούς ή σκεπασμένα κάτω από την επίφαση μιας διορθόδοξης κανονικότητας: ανταγωνισμούς, εξαρτήσεις, εθνικές βλέψεις, διαφορετικές εκκλησιολογικές αντιλήψεις και, προπάντων, μια προβληματική σχέση μεταξύ εκκλησιαστικής αποστολής και κρατικής ισχύος. 
Γι’ αυτό και, όσο προχωρούν οι σελίδες, η Ουκρανία παύει να είναι μόνη. Δίπλα της εμφανίζονται η Αφρική, η Λιθουανία, η Κύπρος, τα Ιεροσόλυμα, το Άγιον Όρος. Και τότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι το θέμα είναι ευρύτερο. Στην Αφρική, λ.χ., η ρωσική εκκλησιαστική παρουσία μέσα στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας παρουσιάζεται με προϊστορία. Ο μακαριστός και πολύκλαυστος Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος, σε συνέντευξή του, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, θυμίζει παλαιότερες κινήσεις δημιουργίας ρωσόφωνης παρουσίας στο Μπενίν και θεωρεί όσα ακολούθησαν εξέλιξη που αναμενόταν από καιρό. 
Εδώ τα πράγματα γίνονται σοβαρότερα. Διότι το ερώτημα παύει να αφορά μόνον ποιος έχει δικαιοδοσία πού. Αφορά το πώς εννοούμε την ίδια την Εκκλησία. Μπορεί η εθνικότητα να δημιουργεί εκκλησιαστικά δικαιώματα έξω από τα κανονικά όρια μιας Τοπικής Εκκλησίας; Μπορεί ο «Ρωσικός Κόσμος» να λειτουργεί ως υπερεθνική εκκλησιαστική επικράτεια, όπου κι αν βρίσκονται οι άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη του; Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας μίλησε ευθέως για «καινοφανείς εκκλησιολογικοπολιτικές θεωρίες» περί διαποιμάνσεως του «Ρωσικού κόσμου» ανά την υφήλιο με κριτήριο την εθνικότητα. Η ίδια η λέξη «εκκλησιολογικοπολιτικές» λέει πολλά. 
Κάπου εδώ συναντούμε τον σκληρό πυρήνα του βιβλίου. Ο Ανδριόπουλος επιμένει σε δύο έννοιες, «Ρωσικός Κόσμος» και «θεολογία του πολέμου». Τις θεωρεί καθοριστικές για όσα συμβαίνουν και το υλικό που συγκεντρώνει σε βάθος τετραετίας δείχνει πόσο αυτές οι έννοιες προχώρησαν από τη θεωρία στην πράξη. 
Το 2024 καταγράφεται το κείμενο του «Παγκόσμιου Ρωσικού Λαϊκού Συμβουλίου», υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κυρίλλου, όπου η πολεμική επιχείρηση αποκτά τον χαρακτηρισμό «Ιερός Πόλεμος» και συνδέεται με την υπεράσπιση του «ενιαίου πνευματικού χώρου της Αγίας Ρωσίας». Δυο χρόνια αργότερα συναντούμε πλέον βιβλίο του ίδιου του Πατριάρχη Μόσχας για τη «μεταφυσική του πολέμου», με κεφάλαια που φέρουν τίτλους όπως «Πόλεμος κατά του κακού», «Τα μεταφυσικά σύνορα της Ρωσίας» και «Η Εκκλησία και ο πόλεμος». 
Ομολογώ ότι εδώ στάθηκα περισσότερο. 
Διότι μπροστά μας έχουμε κάτι βαρύτερο από μια κανονική διαφορά ή μια σκληρή διπλωματική αντιπαράθεση δύο εκκλησιαστικών κέντρων. Έχουμε τη χρησιμοποίηση θεολογικών εννοιών για την ερμηνεία και τη δικαίωση ενός πολέμου. Ο εθνικός χώρος αποκτά μεταφυσική σημασία, η κρατική επιδίωξη ενδύεται εκκλησιαστικό λόγο, ο στρατιώτης μεταφέρεται από το πεδίο της μάχης στο πεδίο μιας δήθεν ιερής αποστολής. 
Εδώ η θεολογία κινδυνεύει να γίνει ιδεολογία. 
Και γι’ αυτό ακούγεται τόσο καθαρός ο λόγος του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: «Ιερότης και πόλεμος είναι δύο έννοιες εκ φύσεως αντίθετες μεταξύ τους και αλληλοαναιρούμενες». Χρειάζεται άραγε κάτι περισσότερο; Η Εκκλησία μπορεί να πονά για τους λαούς, να προσεύχεται για στρατιώτες και αμάχους, να ζητεί δικαιοσύνη, να στέκεται κοντά στον άνθρωπο που συντρίβεται. Να βαπτίζει όμως έναν πόλεμο «ιερό», σημαίνει ότι μεταφέρει την ιερότητα από τον Θεό στις ανθρώπινες επιδιώξεις.
Στάθηκα και σε μια άλλη φράση, του Αρχιεπισκόπου Φινλανδίας Ηλία: «Δεν υπάρχει ορθόδοξο πυρηνικό όπλο». Ειπώθηκε ως απάντηση στη σύνδεση του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ με το σοβιετικό πυρηνικό πρόγραμμα. Ο Φινλανδίας υπενθυμίζει το τόσο απλό, που στις μέρες μας φαίνεται ότι χρειάζεται πάλι να ειπωθεί: η Εκκλησία εύχεται σε κάθε Θεία Λειτουργία «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου». 
Αυτές οι σελίδες με έκαναν να δω και διαφορετικά τον υπότιτλο του βιβλίου, Το χρονικό του πολέμου. Ποιος πόλεμος άραγε; Ασφαλώς ο αιματηρός πόλεμος που άρχισε με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Μέσα στις σελίδες, όμως, διακρίνεται κι ένας άλλος αγώνας, λιγότερο ορατός: ο αγώνας για το ποια εκκλησιολογία θα επικρατήσει στην Ορθοδοξία του αύριο. Μια Εκκλησία ελεύθερη από κρατικές και εθνικές επιδιώξεις ή μια Εκκλησία που θα κινδυνεύει κάθε τόσο να γίνεται πνευματικός βραχίονας μιας κοσμικής δυνάμεως; 
Και ο Ανδριόπουλος εδώ μιλά καθαρά. Αυτή την καθαρότητα τη θεωρώ σημαντική. Υπάρχουν στιγμές που οι ίσες αποστάσεις μοιάζουν βολικές, όμως η πραγματικότητα επιμένει να ζητεί ονόματα. Ο συγγραφέας ονομάζει πρόσωπα, γεγονότα και ευθύνες. Παρακολουθεί τις εκκλησιαστικές εξελίξεις με την παρρησία που γνωρίζουμε από τη μακρά παρουσία του στα εκκλησιαστικά πράγματα και, κυρίως, με σταθερό εκκλησιολογικό κριτήριο. 
Σημαντική είναι και η παρουσία των Ελληνορωσικών στο τέλος του τόμου. Η αναδρομή αυτή μάς θυμίζει ότι η σημερινή κατάσταση έχει παρελθόν. Πολύ χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αγίου Δανιήλ του Κατουνακιώτη και η μαρτυρία του για όσα συνέβησαν στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος τον 19ο αιώνα. Ο ίδιος ο Άγιος έγραφε ότι ήθελε να καταθέσει «γυμνήν την αλήθειαν», μακριά από φανατισμό, ρωσοφοβία ή προσποιητή ρωσοφιλία. Παλιές ιστορίες, θα πει κάποιος. Μόνο που η Ιστορία έχει την παράξενη συνήθεια να επιστρέφει όταν λησμονούμε τα μαθήματά της. 
Και φθάνω στο ερώτημα που ο ίδιος ο συγγραφέας αφήνει από τον πρόλογο να αιωρείται πάνω από το βιβλίο: μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την εκκλησιαστική εισπήδηση στην Αφρική, πόσο λειτουργική μπορεί να είναι πλέον η ενότητα της Ορθοδοξίας; Και πόσο έτοιμες είναι οι κατά τόπους Εκκλησίες να αντιμετωπίσουν αυτή τη νέα πραγματικότητα; Βαρύ ερώτημα. Και ακόμη βαρύτερο επειδή αφορά εμάς τους ίδιους. 
Η ενότητα της Ορθοδοξίας είναι πολύ περισσότερο από μια φωτογραφία Προκαθημένων γύρω από μία Αγία Τράπεζα. Ζει στην κοινή πίστη, στο Ποτήριο, στην κανονική τάξη, στον σεβασμό του άλλου, στην ελευθερία από κοσμικές εξαρτήσεις. Γι’ αυτό όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία μάς αφορούν όλους. Το ίδιο και όσα συμβαίνουν στην Αφρική. Το ίδιο κάθε φορά που το Ευαγγέλιο κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως σημαία μιας εθνικής ή πολιτικής σκοπιμότητας. 
Κλείνω το βιβλίο με μια μάλλον πικρή σκέψη. Ο πόλεμος κάποτε θα τελειώσει. Οι νεκροί όμως θα έχουν υπάρξει, οι πόλεις θα έχουν πληγωθεί και μαζί τους θα έχει πληγωθεί βαθιά και η ενότητα της Ορθοδοξίας. 
Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος κατέγραψε, σχεδόν μέρα τη μέρα, αυτή την πληγή καθώς άνοιγε. Και όσο τα κείμενα, που κάποτε δημοσιεύθηκαν χωριστά, βρίσκονται τώρα το ένα κοντά στο άλλο, αποκτούν τη δύναμη της αλληλουχίας. Το 2022 συνομιλεί με το 2026. Η Ουκρανία με την Αφρική. Ο «Ρωσικός Κόσμος» με τον «ιερό πόλεμο». Η γεωπολιτική με τη θεολογία. 
Γι’ αυτό πιστεύω ότι τα Ουκρανικά Εκκλησιαστικά θα μείνουν. Ως χρονικό ασφαλώς, αλλά και ως μαρτυρία μιας δύσκολης εκκλησιαστικής εποχής. Και ίσως ως υπενθύμιση ότι κάποτε χρειάζεται να ειπωθούν καθαρά, με το όνομά τους, πράγματα που πολλοί θα προτιμούσαν να παραμένουν ανείπωτα.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

New Book by Panagiotis Ant. Andriopoulos: “UKRAINIAN ECCLESIASTICAL AFFAIRS – A Chronicle of the War”


VEMA OF THS CHURCH
A new book by Panagiotis Ant. Andriopoulos, entitled UKRAINIAN ECCLESIASTICAL AFFAIRS – A Chronicle of the War (Athens, 2026, 352 pp.), has been published. 
In this new work, theologian and author Panagiotis Ant. Andriopoulos critically records all the ecclesiastical developments that have taken place from the Russian invasion of Ukraine to the present day (2022–2026). 
In the book’s preface, he writes: “Throughout this entire period, I followed and recorded the ecclesiastical upheavals—that is, the repercussions of the war upon the ecclesiastical sphere—with the Autocephalous Church of Ukraine now assuming a different role both within the country and internationally, while the Church in Kyiv that depends upon Moscow attempts to survive by every possible means—with Russia’s wholehearted support, of course—while closing its eyes to the relentless war. 
“The fundamental point is that two Russian constructs have emerged here which also determine the ideological background of the war: the ‘Russian World’ theory, concerning which a group of Orthodox theologians from around the world issued an important declaration of condemnation, and the ‘theology of war’. Both of these Russian ‘products’ tend towards the notion of an ‘indivisible’ world—the Russian world—from which anyone who attempts to ‘escape’, as Ukraine has done, deserves hell. Consequently, every such war, every such invasion, becomes ‘holy’! 


“The war in Ukraine is the longest-lasting war in modern times between Orthodox Christians! The Moscow Patriarchate not only has no difficulty with this situation but, by characterising all dissenters as ‘schismatics’, comfortably serves Putin’s policy. 
“Ukrainian Ecclesiastical Affairs records all the repercussions of the war upon the ecclesiastical question up to the present day. The Autocephalous Church of Ukraine remains a ‘scandal’ for Orthodox Christians, since they are unable to comprehend the spirit of freedom that characterises the Ecumenical Patriarchate and which led it to grant Autocephaly. 
“Most Orthodox Christians remain bound to Russian power in one way or another. Consequently, the stance of His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew remains historic: he did not submit to the Russian boot, but chose the difficult path of freedom and of Ukraine’s right, after so much suffering, to have its own Autocephalous Church, completely liberated from Russian domination. 
“At the same time, the circumstances of the war brought about the establishment of the Patriarchal Exarchate in Lithuania, as the Baltic countries look to the Ecumenical Patriarchate for their spiritual freedom from Moscow.” 
The book also includes, as an epilogue, reviews and interviews by Panagiotis Ant. Andriopoulos concerning his book Greek-Russian Affairs, which contains texts dealing with Russian ecclesiastical policy and its penetration into Greece up until the outbreak of the war. 
The author considers that “the Russian invasion of Ukraine, as well as the invasion by the Moscow Patriarchate into the jurisdiction of the Patriarchate of Alexandria, have dramatically altered the landscape of Orthodoxy, and this will become tragically apparent when the war eventually comes to an end. How functional can unity be? The question is whether the Orthodox Churches are prepared for this new reality.”


Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

"ΜΙΚΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ" ΜΕ ΤΗΝ ΔΑΦΝΗ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ


ΜΙΚΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ 
Τραγούδι: Δάφνη Πανουργιά 
Στίχοι: Γιάννης Σαμπάς 
Μουσική: Σπύρος Κουρκουνάκης 
Νεοκλής Νεοφυτίδης, πιάνο 
Γιώργος Σχοινάς, ακκορντεόν 
Θανάσης Σοφράς, κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο 
Κώστας Παπακωστόπουλος, κιθάρες

    

Δεν θέλω τίποτα να πεις 
εγώ δεν μπόρεσα ν’ αλλάξω 
από τα λόγια θα κοπείς 
πάλι για σένα θα τρομάξω 
Μ’ ένα φιλί θα μ’ αρνηθείς 
που δεν θ’ αντέχεις το άρωμά του 
κάτω από δέντρο μη σταθείς 
και γίνεις σκιά μες στη σκιά του 
Ώρα να σβήσουμε το φως 
οι θόρυβοι έξω δυναμώνουν 
να μην ακούσει ο κόσμος πως 
οι αγάπες άδοξα τελειώνουν

Related Posts with Thumbnails