Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Ο ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ’ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται - λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ’ αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου - κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία - του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι. 


Αυτά έλεγε, μεταξύ άλλων, ο Μάνος Χατζιδάκις στην περίφημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο στο Θέατρο Τέχνης στις 31 Ιανουαρίου 1949. Σχεδόν οκτώ μήνες πριν τον αιφνίδιο θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (19 Σεπτεμβρίου 1949). Και πέντε χρόνια μετά τη σύνθεση του Κοντσέρτου για δύο βιολιά και ορχήστρα, στο δεύτερο μέρος του οποίου ο Σκαλκώτας χρησιμοποίησε το πασίγνωστο ρεμπέτικο «Θα πάω εκεί στην Αραπιά» του Βασίλη Τσιτσάνη. 
Στα Δεκεμβριανά του ’44, όπως μας πληροφορεί ο μουσικολόγος και μελετητής του Σκαλκώτα Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου, "ενόσω οι σφαίρες περνούσαν πάνω από το κεφάλι του, ο Νίκος Σκαλκώτας συνέθετε ήρεμα το Κοντσέρτο για 2 βιολιά στην αυλή του σπιτιού του στο Μεταξουργείο". 
Ο Χατζιδάκις προφανώς αγνοούσε το μέγα γεγονός που είχε συντελεστεί εν κρυπτώ υπό του ιδιοφυούς Σκαλκώτα: το πρώτο έργο της νεοελληνικής λόγιας ή κλασικής, αν προτιμάτε, μουσικής που περιείχε ρεμπέτικο θέμα είχε συντεθεί αλλά ουδείς το γνώριζε. Ούτε φυσικά κι ο έγκριτος μουσικοκριτικός Μίνως Δούνιας, ο οποίος σε κείμενό του στην Καθημερινή (8.2.1949) μεμφόταν ευγενικά τον Χατζιδάκι για τον παραλληλισμό του ρεμπέτικου «με την αιώνια, μεγάλη τέχνη». 
Ο Χατζιδάκις δεν δίστασε να πει ότι η μελωδική γραμμή του τραγουδιού «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη «αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ»! Ο Δούνιας εξανίσταται: «Δεν βλέπω γέφυρα να συνδέει τον Μπαχ με τα μπουζούκια». 
Έξι δεκαετίες μετά τη μαγική εκείνη εποχή ο μουσικολόγος Κωστής Δεμερτζής σημειώνει για το Κοντσέρτο για δύο βιολιά του Σκαλκώτα - το έργο που αναπτύσσει ρεμπέτικο θέμα: «Όσον αφορά την γραφή των σολιστικών μερών στο Κοντσέρτο αυτό, η απώτερη καταγωγή της εντοπίζεται στον Μπαχ»!
Ο Χατζιδάκις είχε δίκιο. Ρεμπέτικο, Μπαχ, Σκαλκώτας, σε μιαν απίστευτη συνύπαρξη, την οποία μπορούμε πια να απολαύσουμε στην κυριολεξία, χάρη στον σημαντικότατο ψηφιακό δίσκο με έργα Σκαλκώτα που κυκλοφόρησε το 2008 από την πολυεθνική σουηδική εταιρεία BIS. 


Το πρώτο έργο, το Κοντσέρτο για δύο βιολιά - παγκόσμια πρώτη ηχογράφηση-, είναι σε ενορχήστρωση Κωστή Δεμερτζή, απολύτως ειδικού στη σκαλκωτική ενορχήστρωση. Παίζουν: β΄ βιολί ο Γιώργος Δεμερτζής και ο Σίμος Παπάνας α΄ βιολί. Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, υπό τον μαέστρο Βασίλη Χριστόπουλο. 
Σημειώνει ο Κωστής Δεμερτζής για το συγκεκριμένο έργο: 
"Η ιστορική µοναδικότητα του Κοντσέρτου για 2 βιολιά του Σκαλκώτα, οφείλεται στο ότι είναι το πρώτο έργο Νεοελληνικής κλασικής µουσικής, που χρησιµοποιεί το ρεµπέτικο τραγούδι, αφού, στο 2ο µέρος του, ακούγεται το «Θα πάω κει στην Αραπιά», του Βασίλη Τσιτσάνη. Την εποχή εκείνη, η ρεµπέτικη µουσική (µουσικό είδος που καλλιεργήθηκε πρώτα στο περιθώριο της κοινωνίας, ανάλογα µε την Αµερικάνικη τζαζ) θεωρείτο κατώτερο και, τρόπον τινά, «βλάσφηµο» είδος. Η χρησιµοποίηση του θέµατος του Τσιτσάνη από τον Σκαλκώτα οφείλεται, πρώτα-πρώτα, στο ευρύ και ρηξικέλευθο πνεύµα του συνθέτη, ο οποίος, στο κάτω-κάτω, αν και έγραφε «κλασική» µουσική, είχε µείνει εξίσου περιθωριοποιηµένος από τον κοινωνικό του περίγυρο. Οφείλεται, ακόµα, στην οικειότητα του Σκαλκώτα µε την διασκεδαστική µουσική, αφού ο ίδιος έβγαζε το ψωµί του, στην Γερµανία αλλά και —υποψιαζόµαστε— και στην Ελλάδα, σαν διασκεδαστής, entertainer. Οφείλεται, βέβαια, στο ότι το θέµα του Τσιτσάνη είναι εξαιρετικό από µουσική άποψη. Οφείλεται, επίσης, στην «αναγκαιότητα» που δηµιούργησε η εξέλιξη των ιδεών του Σκαλκώτα για την «λαϊκή» µουσική, στην οποία στήριξε την µουσική δηµιουργία του, ιδίως από το 1944 και µέχρι το τέλος της ζωής του. 
Στο παραπάνω πλαίσιο, ο Σκαλκώτας εισάγει την ρεµπέτικη µουσική στην Ελληνική συµφωνική δηµιουργία µε ένα έργο πρώτης κλάσεως. Η ιστορική στιγµή που συµβαίνει αυτό κάθε άλλο παρά είναι τυχαία: τον επόµενο χρόνο, ένας άλλος Έλληνας συνθέτης µε καινοτόµες τάσεις, ο Γιάννης Α. Παπαϊωάννου, θα χρησιµοποιήσει σε δικό του συµφωνικό έργο, τον Βασίλη τον Αρβανίτη, ένα ζεϊµπέκικο, που θα του έχει τραγουδήσει και χορέψει ο ίδιος ο Μυριβήλης. Τέσσερα χρόνια µετά, ο Μάνος Χατζιδάκις, µε την γνωστή διάλεξη για το ρεµπέτικο, θα καλύψει ιδεολογικά το συγκεκριµένο µουσικό είδος. Από την δεκαετία του ’50 και µετά, το ρεµπέτικο θα αποτελέσει την πρώτη ύλη της µουσικής επανάστασης των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι, η οποία θα δώσει το αποφασιστικό χτύπηµα στις προηγούµενες απόπειρες δηµιουργίας «Εθνικής Σχολής», αφού θα έχει υποκατασταθεί, µε ένα πρωτόγνωρο σφρίγος, στους σκοπούς εκείνης". 


"Ο Σκαλκώτας", σημειώνει ο Κωστής Δεμερτζής, "χρησιµοποιώντας µια ρεµπέτικη µελωδία, στηρίζει το νέο του έργο στο τραγούδι της πόλης. Στην ουσία, το «λαϊκό» στον Σκαλκώτα, την εποχή αυτή, αποβάλλει τον αγροτικό του χαρακτήρα, και γίνεται υπόθεση του άστεως, εκεί όπου έχουν συγκεντρωθεί και δρουν οι «µάζες του λαού». Στο δεύτερο µέρος του κοντσέρτου, ο Σκαλκώτας χρησιµοποιεί τη µελωδία του Τσιτσάνη ως «λαϊκό τραγούδι», το οποίο εκθέτει, συµπληρωµένο από µορφολογική άποψη (η αυθεντική µελωδία του Τσιτσάνη είναι πολύ πιο απλή και λιγότερο χρωµατική από το θέµα που ακούγεται στο έργο), και στη συνέχεια στήνει πάνω του µια σειρά ονειρικές και εξώκοσµες παραλλαγές. Το µέρος αυτό συγκεντρώνει το συναισθηµατικό κέντρο βάρους του κοντσέρτου, και είναι µια από τις πιο όµορφες µουσικές που έχει γράψει ο συνθέτης". 
Ο Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου, στον οποίο οφείλουμε τα μέγιστα γύρω από τον Σκαλκώτα, γράφει πως ο συνθέτης "με το αλάθητο αυτί του, συνέλαβε το θέμα του Τσιτσάνη σε μια από τις πλουσιότερες, μελωδικά, παραλλαγές του: τα πολλά τολμηρά ποικίλματα καθιστούν τη μελωδία «ενδεκάφθογγη» (μόνον μια νότα λείπει για να ήταν δωδεκάφθογγη) κι έτσι η ένταξή της σ’ έναν δωδεκαφθογγικό ιστό είναι απλή υπόθεση. Στο «θέμα», η δωδεκαφθογγική εναρμόνιση της μελωδίας είναι απίθανης ομορφιάς. Οι παραλλαγές που ακολουθούν μας πάνε ακόμη πολύ πιο πέρα". 
Την «Αραπιά», λοιπόν, ενέταξε ο Χατζιδάκις στον Σκληρό Απρίλη του ’45 (1972), δηλαδή στον δίσκο εκείνο που περιλαμβάνει μια σειρά από παλιά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, σε δική του ενορχήστρωση και διασκευή για μικρή ορχήστρα: μπουζούκι, δύο κιθάρες, βιολί, μαντολίνο, άρπα, κοντραμπάσο και κρουστά. 


Όμως, εκτός από αυτήν την ορχηστρική εκδοχή του τραγουδιού, έχουμε και μία άλλη, ανέκδοτη, για φωνή και πιάνο. Μια ηχογράφηση του 1970 από το σπίτι του Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη. Τότε που δοκίμαζε ρεμπέτικα και άλλα δικά του τραγούδια με τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Κι αυτές οι δοκιμές αποτέλεσαν αργότερα τα Λειτουργικά (1991), όπου όμως δεν συμπεριλήφθηκε η «Αραπιά», για λόγους που μόνο ο Χατζιδάκις γνωρίζει. Ευτυχώς, έχει διασωθεί σε ιδιωτικό αρχείο με τη φωνή της Φλέρυς και έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο. 
Ένα χρόνο μετά την περίφημη διάλεξη του Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο και μόλις 7 μήνες από τον θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα, στην εφημερίδα ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, που εξέδιδε ο Αθανάσιος Τσαλδάρης, ο 25χρονος Χατζιδάκις, ως μουσικοκριτικός, προβαίνει σε μια κριτική συναυλίας με έργα Σκαλκώτα. Τα κείμενα του μουσικοκριτικού Μάνου Χατζιδάκι έφερε στο φως πρόσφατα ο δημοσιογράφος και ερευνητής Γιώργος Αλλαμανής. 


Έτσι, στο φύλλο της Μ. Τρίτης 4 Απριλίου 1950 διαβάζουμε για την παρουσίαση άγνωστων τότε έργων μουσικής δωματίου του Νίκου Σκαλκώτα: 
«Ο Νικόλαος Σκαλκώτας είχε γίνει ένας θρύλος και η συχνή εκτέλεση μόνο τριών ή τεσσάρων χορών του από την [σ.σ.: Κρατική] ορχήστρα με τον δικαιολογημένο ενθουσιασμό που σκορπούσαν οι σελίδες του αυτές, και σύγχρονα η καταθλιπτική σεμνότητα που διέκρινε τον μουσουργό, και η κυκλοφορούσα διάδοση για ένα πλήθος πρωτότυπης εργασίας άπαιχτης και ανέκδοτης, όλα μαζί δημιούργησαν τη φήμη ή καλύτερα την πεποίθηση ότι ο Σκαλκώτας είναι η πραγματικά μεγάλη μουσική φυσιογνωμία του τόπου μας. Ο πρόωρος θάνατός του μάς λύπησε αφάνταστα και η πριν από δύο εβδομάδες αναγγελία της συναυλίας με έργα του μουσικής δωματίου, μας έκαμε να μετράμε τις μέρες – που λέει ο λόγος – ίσαμε την προχθεσινή Παρασκευή που είχεν οριστεί γι’ αυτή την συναυλία. 
Ύστερα το γεγονός ότι θα ακούγαμε μουσική δωματίου του Σκαλκώτα είχε ενδιαφέρον και για τον λόγο ακριβώς ότι ο Σκαλκώτας, όπως είναι γνωστό, ήταν μαθητής του Σένμπεργκ, που η σχολή του ξεκινούσε με βάση την μουσική δωματίου, και είναι φυσικό λοιπόν να αναμένονταν ειλκρινά σημαντικότερες επιτεύξεις του στον τομέα αυτής της μουσικής. 
Αυτό όμως π’ ακούσαμε στον ‘‘Παρνασσό’’, μας έβαλε σ’ ένα πλήθος σκέψεις και σύγχρονα μας ετέθη το ερώτημα: Ημασταν σε μία πλάνη, για μπήκαμε στην πλάνη αυτή με τη συναυλία αυτή; 

Φωτογραφία Nelly's

Αλλά όμως η Κα Μαρίκα Χουρμουζίου έπαιξε τη Σουίτα του αρ.4 για πιάνο κατά τον ιδεωδέστερο τρόπο, με μίαν θαυμαστή – για το είδος γραψίματος του έργου – αναγλυφικότητα, έτσι ώστε να βγουν όλες, χωρίς εξαίρεση, οι τυχόν αρετές του έργου. Και δεν είδαμε παρά πυκνοδιατυπωμένες, αλλά ασαφείς και αδιάφορες μάλλον ιδέες με λαμπυρίζοντα στοιχεία σε μερικές στιγμές κατά τον πιο γνωστό μεσοπολεμικό ευρωπαϊκό τρόπο. Ύστερα η Κα Λουκία Χέβα ετραγούδησεν- όσο βέβαια της επέτρεπεν η μελοδραματική της προέλευση – αλλά με πολύ πλούσια και μεστή φωνή, πάρα πολύ καλά, τέσσερα τραγούδια που αναρωτιόταν κανείς τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκαν κι ακόμη τι θέλανε να πούνε οι ανολοκλήρωτες αυτές τραγουδιστικές διαθέσεις του συνθέτη. 
Εξαίρεση θα μπορούσε να κάμει κανείς για το ρουμελιώτικο «ενύχτωσε ποιόνε θα δω…», αλλά ποια ήταν η μελωδική συμβολή εδώ του συνθέτη, εκτός από την πολύ ωραία εναρμόνισή του; 


Ακόμη ήταν και ο κ. Ιωάννης Παπαϊωάννου, που σαν πιανίστας στάθηκε μια έκπληξη για όσους δεν τον ξεύρανε, ένας σπάνιος μουσικός που το πιάνο ηχούσε κάτω απ’ τα χέρια του με συγκλονιστική βαθύτητα και οι σελίδες που ερμήνευε παίρνανε χαρακτήρα, χτιζόντουσαν ξανά – λες – με τον πιο μοναδικό τρόπο. 


Και ο κ. Παπαϊωάννου κράτησε στο πιάνο και τις συνοδείες και τη μουσική δωματίου με τον αφάνταστα μεγαλοφυή τρόπο. Τι μάς έδωσεν όμως; 
Δεν νομίζω πως στα πλαίσια ενός σημειώματος μπορεί κανείς να εξετάσει ένα τόσο σοβαρό θέμα. Γι’ αυτό θα μου επιτραπεί να επανέλθω την Κυριακή αποκλειστικά και μόνο στα προβλήματα και στα ερωτήματα που δημιούργησεν η συναυλία αυτή. 
Πριν τελειώσουμε σήμερα θα μας επιτραπεί να σημειώσουμε πόσον κακή εντύπωση δημιούργησε η ερασιτεχνικώτατη εμφάνιση της Κας Νέλλης Ευελπίδη, και μάλιστα έχοντας πλάι καλλιτέχνας της ολκής του Παπαϊωάννου ή της Μαρίκας Χουρμουζίου». 


Δεν ξέρω αν όταν τα έγραφε αυτά ο Χατζιδάκις …υποπτευόταν ότι 14 χρόνια μετά, στα 1964, η Μαρίκα Παπαϊωάννου θα ηχογραφούσε και θα κυκλοφορούσε σε δίσκο έργα Σκαλκώτα και Χατζιδάκι! Την Σουίτα Αρ. 4 – αυτήν ακριβώς για την οποία έγραψε ο Χατζιδάκις - και την Πασακάλια του Σκαλκώτα και τη Μικρή Λευκή Αχιβάδα του Χατζιδάκι. Και πρόκειται για μια πραγματικά ιστορική ηχογράφηση. 
Στα 1983 η Δανάη Καρά παίζει στο πιάνο Έλληνες Συνθέτες: Καλομοίρης/Σκαλκώτας/Χατζιδάκις/Θεοδωράκης». 


Το 1985 κυκλοφορούν δύο δίσκοι που μας ενδιαφέρουν εδώ και προέρχονται από τον ΣΕΙΡΙΟ, την δισκογραφική εταιρεία του Μάνου Χατζιδάκι. 
Ο Γιάννης Βακαρέλης παίζει στο πιάνο Σκαλκώτα, Χατζιδάκι και Κωνσταντινίδη. 
Στον άλλο δίσκο ο Γιώργος Δεμερτζής και η Δόμνα Ευνουχίδου, ερμηνεύουν δύο Σονάτες για βιολί και πιάνο των Σκαλκώτα - Ραβέλ και μία Σουϊτα του Κωνσταντινίδη. 


Πραγματικά πολύ ξεχωριστή η συνύπαρξη Σκαλκώτα – Χατζιδάκι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. 
Στις 24 Ιουνίου 1993, η Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό την διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη, παρουσιάζει, εδώ στο Μέγαρο Μουσικής, σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση το λαϊκό μπαλέτο του Νίκου Σκαλκώτα «Η θάλασσα» και δέκα ελληνικούς χορούς. Ο Χατζιδάκις εκείνο τον καιρό είχε σοβαρά προβλήματα υγείας, αλλά η Ορχήστρα που εκείνος εμπνεύστηκε και δημιούργησε, συνέχιζε το ξεχωριστό έργο της. 
Το έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας αυτής έφερε την σφραγίδα του ακάματου ερευνητή και αποστόλου του Σκαλκώτα, του μουσικολόγου Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου, στον οποίο ο Χατζιδάκις είχε αναφερθεί ευφήμως στο κριτικό του σημείωμα του 1950! 


Το πολύ ενδιαφέρον εδώ είναι οι …υπόγειες διαδρομές Χατζιδάκι – Σκαλκώτα, τις οποίες έχει παρουσιάσει αναλυτικά ο Κωστής Δεμερτζής στο κείμενό του «Η Ορχήστρα των Χρωμάτων του Νίκου Σκαλκώτα». Γράφει χαρακτηριστικά ο Δεμερτζής για την εκτέλεση του «Χαμόγελου της Τζοκόντα» από την Ορχήστρα των Χρωμάτων: «Δύο μαντολίνα, μια κιθάρα, ένα σαξόφωνο, ένα τσέμπαλο, έχουν προστεθεί σε μια μικρή σχετικά συμφωνική ορχήστρα. Μα αυτή είναι η ορχήστρα της «Τεχνικής της ενορχηστρώσεως», δηλαδή της πραγματείας του Σκαλκώτα! Και ο Δεμερτζής σημειώνει, επίσης: «Ο ίδιος ο Σκαλκώτας έγραψε ένα μεγάλο έργο, τόπους – τόπους Χατζιδακικό: τη «Θάλασσα»! Ο σύνδεσμος που ενώνει την Σκαλκωτική πραγματεία του ’39 με το «Χαμόγελο της Τζοκόντα» του ’70 δεν μπορεί παρά να είναι υπόγειος. Εσωτερικός και, γι’ αυτό, βαθύς και σίγουρος. Έβλεπα εξαίφνης μπροστά μου μια σκαλκωτική ορχήστρα»! 
Τη «Θάλασσα» του Σκαλκώτα ηχογράφησε το 2001 η Ορχήστρα των Χρωμάτων, που ίδρυσε ο Μάνος Χατζιδάκις, υπό την διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη. 


Σκαλκώτα και Χατζιδάκι συναντάμε, ακόμα, στο σχολικό βιβλίο Μουσικής της Α’ Γυμνασίου, όπου συνυπάρχουν λόγω του «Τσάμικου», αλλά και στο θέαμα του Χορού των συντριβανιών στο Ίδρυμα Νιάρχος. Ο Σκαλκώτας με τον Ηπειρώτικο και ο Χατζιδάκις με το κομμάτι «Χορός με τη σκιά μου».


Επομένως, τα κοινά του Χατζιδάκι και του Σκαλκώτα είναι στέρεα και ίστανται διαρκώς ενώπιον μας προς ανακάλυψιν.

Καλειδοσκόπιο του Ιωάννη - Πορφύριου Καποδίστρια. 
Βασίλης Τσιτσάνης, Νίκος Σκαλκώτας, Μάνος Χατζιδάκις, Μάτση Χατζηλαζάρου. 
Με έμπνευση την "Αραπιά" του Τσιτσάνη ο καθένας έγραψε τη δική του. 



Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου: ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Βασικά και πρωταρχικά έργα της Βασίλισσας Όλγας (1851-1926) σχετίζονται με την μόρφωση των κορασίδων και την επαγγελματική τους κατάρτιση προς δύο κατευθύνσεις: προς την εκπαίδευση ως δασκάλες και προς την περίθαλψη ως νοσοκόμες. 
Έντονα πρωτοποριακή θεωρείται η ίδρυση, το 1872, του Εκπαιδευτικού Συλλόγου Κυριών. Πρόκειται για τον πρώτο γυναικείο φιλανθρωπικό σύλλογο με σαφή μέριμνα την άνοδο του μορφωτικού και βιοτικού επιπέδου των γυναικών της εποχής. Σύντομα, ο Σύλλογος τέθηκε υπό την αιγίδα της νεαρής Βασίλισσας και μάλιστα η σχέση της με τον σύλλογο συνδέθηκε και με άλλα έργα που είχαν προορισμό την ανάπτυξη της γυναικείας εκπαίδευσης. 


Όλες οι εκπαιδευτικές μονάδες οι οποίες συνδέθηκαν με τον όνομα της Βασίλισσας Όλγας αφορούσαν άμεσα το γυναικείο φύλο, γεγονός πρωτοποριακό για την εποχή εκείνη. Οι μονάδες αυτές βοήθησαν έναν σημαντικό αριθμό γυναικών κάθε ηλικίας, που δικαιολογημένα δεν είχαν προοπτικές μόρφωσης, να μην μείνουν αναλφάβητες και, μάλιστα, να αποτελέσουν ενεργό σύνολο που προσφέρει στην κοινωνία. 


Ακολουθεί ο τομέας της υγείας. Το 1875 ιδρύεται επισήμως το «Παιδευτήριο υπέρ Μορφώσεως Νοσοκόμων Γυναικών». Από αυτό το «παιδευτήριο» προκύπτει ένας καθόλου ευκαταφρόνητος αριθμός νοσοκόμων, έτοιμων να απασχοληθούν σε μονάδες υγείας. Σε λιγότερο από δέκα χρόνια εγκαινιάζεται το νοσοκομείο του «Ευαγγελισμού». Σημειώνει η Ιουλία Καρόλου «Ο Ευαγγελισμός ήτο το κατ’ εξοχήν παιδί της καρδιά της και έζησε να ίδη το όνειρο της πραγματοποιούμενο». 
Το εκπαιδευτήριο είχε σκοπό την θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση γυναικών στη βοήθεια και περίθαλψη αρρώστων. Η φοίτηση ήταν τουλάχιστον τετράμηνη και γίνονταν δεκτές γυναίκες υγιείς, έγγαμες ή άγαμες, ηλικίας 30-50. Τα έξοδα της φοίτησης καλύπτονταν από το προσωπικό ταμείο της βασίλισσας και αφορούσαν 12 νοσοκόμες. 


Ας αναφέρω εδώ και μία πρωτοποριακή της πρωτοβουλία: την εκτύπωση με δική της δαπάνη, και κείμενο του αυλικού υπίατρου Κωνσταντίνου Σάββα, πολλών χιλιάδων ενημερωτικών φυλλαδίων με τους τρόπους πρόληψης της χολέρας που διανεμήθηκαν το 1892, στον αθηναϊκό πληθυσμό. 
ΑΡΣΑΚΕΙΟ 
Η Βασίλισσα Όλγα έθεσε, αμέσως μόλις έφθασε στην Ελλάδα, υπό την υψηλή προστασία της την Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Αλλά αυτό δεν ήταν κάτι το τυπικό. Η Βασίλισσα συμμετείχε στην εκπαιδευτική ζωή του Αρσακείου. 
Δεν ήταν λίγες οι φορές που παρακολουθούσε και η ίδια τα μαθήματα στο Αρσάκειο, γιατί το θεωρούσε φυτώριο τού ελληνισμού. Με προσωπικά της έξοδα σπούδασαν πολλές άπορες μαθήτριες τόσο στο Αρσάκειο όσο και σε άλλα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ανά την Ελλάδα. 
Για την Βασίλισσα Όλγα η επικοινωνία με τις νεαρές Αρσακειάδες αποτελούσε ευχάριστο διάλειμμα από την ενασχόλησή της με τα βασιλικά καθήκοντα. Το 1871, όταν γράφτηκε το ακόλουθο δημοσίευμα, ήταν μόλις 20 ετών. 
«Την εσπέραν του Σαββάτου, η Βασίλισσα μετέβη εις το Αρσακείον Παρθεναγωγείον, ού είναι προστάτις, διήλθε δε ικανήν ώραν μετά των εκπαιδευμένων εν αυτή κορασίων, αξιώσασα να μεθέξη των παιδικών χορών αυτών, ως φιλόστοργος και απλουστάτη μήτηρ». («Αιών», έτος ΛΓ΄, αριθ. 2636 / Περίοδος δευτέρα 1871). 
Πολλές Κυριακές εκκλησιαζόταν στο ναό τού Αρσακείου μαζί με τις μαθήτριες. Η παρουσία της σε ένα Παρθεναγωγείο άλλωστε δεν θα προξενούσε σχόλια. Το Σχολείο αποτελούσε γι αυτήν οικείο και ευχάριστο περιβάλλον, γι’ αυτό και το επισκεπτόταν συχνά. Με δική της προτροπή μάλιστα δημιουργήθηκε χορωδία μαθητριών, η οποία έψαλλε κατά τη διάρκεια τής Θείας Λειτουργίας. Τη χορωδία των μαθητριών διηύθυνε αργότερα και ο Θεμιστοκλής Πολυκράτης, που ήταν από τους συνθέτες της εν Ελλάδι Εκκλησιαστικής πολυφωνίας. 


Σύμφωνα με σχετική μαρτυρία: "Μετελάμβανε δὲ κατὰ τὸ 1868 εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ ᾿Αρσακείου, τὸ τόσον συμπαθὲς καὶ ἀπέριττον, ὁλόλευκα ἐνδεδυμένη, μὲ τὸ πρόσωπον ἀκτινοβολοῦν ἐκ τῆς ἱερᾶς χαρᾶς τῆς Μεταλήψεως, δίδουσα τὸ παράδειγμα τῆς εὐλαβείας καὶ σεμνότητος εἰς τὰς συνεκκλησιαζομένας μαθητρίας, τῶν ὁποίων ἡ ψαλμωδία ὑψοῦτο εἰς Οὐρανοὺς ὑπὲρ τῆς λατρευτῆς των Βασιλίσσης". 
Κατά το 1868 ο γλύπτης Ιωάννης Κόσσος φιλοτέχνησε την προτομήν της Βασιλίσσης. "Φαίνεται δέ, ὅτι τόσον ἐπιτυχῶς ἀπέδωκε τὰ χαρακτηριστικά καὶ τὴν ἔκφρασιν Αὐτῆς, ὥστε τὸ ἐργαστήριον τοῦ γλύπτου ἔγινε προσκύνημα τοῦ λαοῦ. Πάσης ἡλικίας καὶ πάσης τάξεως ἄνθρωποι ὄχι μόνον ἤθελαν νὰ ἰδοῦν τὴν προτομὴν ἀλλὰ καὶ τὴν ἤγγιζαν, τὴν ἐθώπευαν μὲ τὰ χέρια των, καὶ διηγοῦνται, ὅτι μιὰ γυναῖκα τοῦ λαοῦ ἠκούσθη λέγουσα. «Αμ᾿ ἡ Βασίλισσα εἶναι ζαχαρένια ἀληθινά, γιατί τὴν κάναν μαρμαρένια». 


Από τής ιδρύσεως των Σχολείων τής Φ.Ε. είχε καθιερωθεί οι εξετάσεις να γίνονται δημόσια, παρουσία επισήμων αλλά και των κηδεμόνων των μαθητριών. Αυτό ετηρείτο όχι μόνο στα Σχολεία των Αθηνών, το Αρσάκειο Εσωτερικό Σχολείο, το Τοσίτσειο Εξωτερικό Σχολείο, αλλά και στα εν Δήμοις Σχολεία τής Φ.Ε., στην Ελευσίνα, την Κηφισιά και αλλού. 


Η Βασίλισσα Αμαλία πήγαινε σχεδόν σε όλες τις απολυτήριες εξετάσεις και εξέφραζε πάντα την ευαρέσκειά της. Το παράδειγμά της ακολούθησε με μεγαλύτερο ενθουσιασμό η Βασίλισσα Όλγα. Το 1871 η Βασίλισσα Όλγα ήταν στην τελετή έναρξης των εξετάσεων, όπου παρέστη και ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Οι εξετάσεις άρχισαν με τις μαθήτριες των δύο τελευταίων τάξεων οι οποίες εξετάστηκαν μία μία. 
Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα «πρώτον μάθημα εξητάσθη το της χριστιανικής ηθικής, είτα δε τα ελληνικά, τα μαθηματικά, η φυσική και η ζωολογία, η ιστορία, η παιδαγωγία, η οικιακή οικονομία (γαλλιστί) και η γαλλική φιλολογία. Αι απαντήσεις των εξετασθεισών μαθητριών υπήρξαν τοσούτον εύστοχοι και μετά τοσούτου θάρρους, ώστε εκίνησαν τον θαυμασμόν της Βασιλίσσης». 
Λίγες μέρες μετά, στις 20 Ιουνίου, θα είχαμε τα αποτελέσματα των εξετάσεων. «Περί την 11 ώραν ενεφανίσθη η Βασίλισσα, ίνα παρασταθή εις τα εξετάσεις της Μουσικής. Μετά πολλής δε καλοκαγαθίας ανεμίχθη εις τον χορόν των αδουσών μαθητριών, όπερ συνεκίνησε πάντας, διέταξε δε να άδωσι τα κοράσια, παρά το πρόγραμμα, και τινα ασμάτια, άπερ ήκουσεν άλλοτε, εν ταις συναναστροφαίς των κορασίων παρευρεθείσα». 
Να σημειωθεί πως τότε Πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ήταν ο πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Ρομποτής, ο οποίος σπούδασε Θεολογία στην Αγία Πετρούπολη και τη Γερμανία και το 1858 διορίστηκε καθηγητής τής Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Χειροτονήθηκε ιερέας το 1871 και ήταν ο προσωπικός εφημέριος και εξομολόγος τής Βασίλισσας Όλγας. 


Ψυχαγωγικές εσπερίδες οργανώνονταν στο Αρσάκειο κάθε εβδομάδα, αλλά μία φορά τον μήνα έπαιρναν πιο επίσημη μορφή, προκειμένου να ψυχαγωγηθούν οι μικρές εσωτερικές μαθήτριες αλλά και οι κηδεμόνες τους. Σώζονται πολλές περιγραφές παρόμοιων εκδηλώσεων, γραμμένες από Αρσακειάδες. Η παρουσία σε αυτές μελών τής βασιλικής οικογένειας, κυρίως τής Βασίλισσας Ολγας και των τέκνων της, μνημονεύονται όχι μόνο σε πηγές τής Φ.Ε. αλλά και σε περιγραφές διαφόρων Αρσακειάδων για τη ζωή στο Σχολείο. 
Είναι γνωστό ότι το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πόλη των Αθηνών στήθηκε το 1843, στολισμένο με στολίδια που είχαν φέρει από τη Ρωσία, στην οικία Παπαρρηγοπούλου (Κυδαθηναίων 27), όπου διέμενε ο Βασιλιάς Όθων. Απολύτως φυσικό λοιπόν ήταν το έθιμο να διαδοθεί γρήγορα στην πόλη και φυσικά και στο Αρσάκειο. Οι εσωτερικές μαθήτριες τού Αρσακείου περίμεναν με χαρά τη γιορτή τού στολισμού τού δέντρου. Στην τελετή παρίσταντο και οι βασιλείς. Φυσικά ακολουθούσε χορός μεταξύ των μαθητριών. Τα χριστουγεννιάτικα δώρα πολλές φορές ήταν προσφορά τής Βασίλισσας. 
«Την εσπέραν ταύτην, ως είθισται κατ’ έτος, γενήσεται εν τω Αρσακείω το δένδρον των Χριστουγέννων, είτα δε μετά την διανομήν των δώρων τής πρώτης τού νέου έτους εις τας εσωτερικάς μαθητρίας, δοθήσεται εφεσπερίς, καθ’ ην θέλουσι παρασταθή υπό των μαθητριών γαλλικαί τινες κωμωδίαι, ας θα παρακολουθήση χορός μεταξύ αυτών. Εις την εορτήν ταύτην θα παραστώσιν ο Βασιλεύς και η Βασίλισσα.» («Αιών», έτος ΜΒ΄, αριθ.3424 / Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 1880). 
Από δημοσίευμα τής εφημερίδας των Πατρών «Νεολόγος» (16 Μαΐου 1898) μαθαίνουμε ότι η Όλγα είχε επισκεφθεί και το Αρσάκειο Πατρών, όταν αυτό στεγαζόταν στην οικία Νιανιάρα. Συγκεκριμένα το βασιλικό ζεύγος επισκέφθηκε την Πάτρα για 12 ημέρες. Έτσι την Παρασκευή 15 Μαΐου η Βασίλισσα Όλγα επισκέφθηκε το Αρσάκειο: «Εν τη εισόδω τού Παρθεναγωγείου ανέμενον την Α.Μ. μέλη τής Διοικητικής Επιτροπής εκ μέρους τής οποίας ο κ. Καράκαλος προσεφώνησε. Από κλίμακος μέχρι τής μεγάλης αιθούσης ήσαν παρατεταγμέναι αι μαθήτριαι εν περιβολή ομοιομόρφω πάσαι ανεξαιρέτως. Εισελθούσης τής Α.Μ. εις την αίθουσαν, εψάλη υπό των μαθητριών των τελευταίων τάξεων ύμνος υπέρ των Βασιλέων». Η Βασίλισσα ευχαριστήθηκε με την παρουσία των νεαρών Αρσακειάδων, εξέφρασε τον θαυμασμό της για την ομοιόμορφη ενδυμασία, επισκέφθηκε όλες τις τάξεις και παρακολούθησε τη διδασκαλία διαφόρων μαθημάτων. Εκδήλωσε τη χαρά και την ευαρέσκειά της για όσα είδε, και συνομίλησε με χαρά με τις Αρσακειάδες. «Ο θαυμασμός της εξέσπασεν εις παρατήρησιν χαρακτηριστικήν –πουθενά, είπε, δεν είδον τόσω εύμορφα κορίτσια». 
Η Όλγα ζήτησε πληροφορίες για τον τρόπο λειτουργίας τού Σχολείου, την πρόοδο των μαθητριών και συνεχάρη τη διευθύντρια Μαρία Ξύδη για το έργο της. Μάλιστα υποσχέθηκε ότι θα προσπαθούσε να επανέλθει την επόμενη ημέρα, το Σάββατο, για να παρακολουθήσει την ανάπτυξη τού Ευαγγελίου. Και το άρθρο τής εφημερίδας καταλήγει: «Αι εκ τού Αρσακείου εντυπώσεις τής Αυτής Μεγαλειότητος υπήρξαν αυτόχρημα ενθουσιώδεις, το δε υψηλόν ενδιαφέρον της υπήρξεν αρκετά ενδεικτικόν και τιμητικόν υπέρ Διευθυντρίας και των υπ’ αυτήν αξιολόγων διδασκαλισσών». 
Αλλά η Βασίλισσα Όλγα ήταν αυτή που θεμελίωσε το νέο Αρσάκειο επί της οδού Σταδίου. 


Το πρωϊνό τής 26ης Απριλίου 1901, με μα σεμνή τελετή έγινε η τοποθέτηση τού θεμελίου λίθου τού Νέου Αρσακείου. Προηγήθηκε αγιασμός, τον οποίο τέλεσε ο Μητροπολίτης Αθηνών Προκόπιος ο Β΄, ενώ μαθήτριες τού Αρσακείου έψαλαν εκκλησιαστικούς ύμνους. Ύστερα η χορωδία των μαθητριών έψαλε τον βασιλικό ύμνο. 
Η Βασίλισσα Όλγα πλησίασε στο σημείο όπου θα γινόταν η θεμελίωση και, όπως συνέβαινε πάντα σε παρόμοιες τελετές, κάτω από τον θεμέλιο λίθο τοποθετήθηκε επίγραμμα γραμμένο στα Αρχαία Ελληνικά σε περγαμηνή κλεισμένη σε γυάλινο σφραγισμένο σωλήνα. Το επίγραμμα είχε ως εξής: 
«Επί Βασιλείας Γεωργίου τού Α΄ Η Α.Μ. 
η Βασίλισσα Όλγα 
Προστάτις τής εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας 
Έθετο τόνδε τον θεμέλιον λίθον των οικοδομημάτων αυτής 
Προεδρεύοντος τού Δ.Σ. τού Κωνσταντίνου Καραπάνου 
Τη 26η Απριλίου 1901». 
Τόση ήταν η αγάπη και το ενδιαφέρον τής Βασίλισσας Όλγας για το Αρσάκειο, ώστε στα γεράματά της το ανέφερε και στη διαθήκη της. Συγκεκριμένα, αναφερόμενη στο Σχολείο ζήτησε να το έχουν στο μέλλον υπό την αιγίδα τους όλες οι μέλλουσες Βασίλισσες τής Ελλάδος και να φροντίζουν για την εκπαίδευση των Ελληνίδων, όπως έκανε και εκείνη που συνέχισε το έργο τής Βασίλισσας Αμαλίας.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ 
Η Βασίλισσα Όλγα συνδέθηκε, ως γνωστόν, με τα «Ευαγγελικά», που ξέσπασαν λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1901. Ο λόγιος βαμβακέμπορος του Λονδίνου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πάλλης, «ἀποδίδει εἰς τὴν γνησίαν γλῶσσαν τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ» το Ευαγγέλιο, τις τέσσερις αφηγήσεις των Ευαγγελιστών της Αγίας Γραφής που τις προσονόμασε Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο. Το έργο αυτό εκτυπώθηκε σε «ἐργαστήριον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῆς Αἰγύπτου» το 1901 με έξοδα της Βασίλισσας Όλγας. 
Κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό μεταξύ των Ελλήνων της Διασποράς. Ήδη, βέβαια, η πρώτη μεταφραστική απόπειρα εκείνης της εποχής είχε γίνει το 1898, όταν η βασίλισσα Όλγα έδωσε σχετική εντολή στη γραμματέα της Ιουλία Σωμάκη-Καρόλου, πράγμα που είχε προκαλέσει την οργή των αρχαϊστών. 


Η έκδοση του 1900 «μερίμνη της Βασιλίσσης των Ελλήνων Όλγας» προοριζόταν «προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν». Τα «Ευαγγελικά» υπήρξαν η οξύτερη ίσως κοινωνικοπολιτική κρίση κατά τη μετάβαση στον 20ο αιώνα. Πρόκειται, ασφαλώς, για ένα γεγονός το οποίο, παρόλη την θρησκευτική υφή του, κατ’ ουσίαν προκαλείται από τις έντονες κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις που ταλάνιζαν την Ελληνική κοινωνία την περίοδο αυτή. Η αντιπολίτευση Δεληγιάννη έστρεψε μάλιστα την κριτική και προς το πρόσωπο της βασίλισσας Όλγας. 
Ξεκίνησε έτσι με εντελώς αστήρικτο τρόπο, καθώς καμία ένδειξη δεν προκύπτει από τη μελέτη της βιβλιογραφίας και των πηγών, μία προσπάθεια κατασυκοφάντησης της Βασίλισσας ως δούρειου ίππου του πανσλαβισμού που δηλητηρίασε την κοινωνική ζωή της χώρας. Οι κατηγορίες μάλιστα για τα ρώσικα ρούβλια που εκτοξεύονταν αφειδώς κατά των «μαλλιαριστών» για αρκετά χρόνια μετά τα «Ευαγγελικά» δεν κατέστη δυνατόν να επιβεβαιωθούν από την εξεταστική επιτροπή της Βουλής που συγκροτήθηκε ειδικά γι’ αυτό το λόγο το 1911. 
Παραθέτουμε, στη συνέχεια, μια σημαντική μαρτυρία που μας κατέθεσε η διακεκριμένη συγγραφέας κα Αθηνά Κακούρη: 
«Σχετικά με την επίθεση τού Δεληγιάννη προς την Βασίλισσα Όλγα, όταν θέλησε να κυκλοφορήσει τα μεταφρασμένα από τον Πάλλη Ευαγγέλια (όχι για να διαβάζονται στην Εκκλησία, αλλά για να τα έχουν οι άνθρωποι σπίτια τους και να καταλαβαίνουν τί λέγεται στην Εκκλησία): Διαδόθηκε τότε η φήμη ότι «η Βασίλισσα Όλγα ήθελε να προωθήσει τον πανσλαυισμό και να μάς κάνει ρώσσους». 
Την εποχή εκείνη, η μετέπειτα σύζυγος του αδελφού της μητέρας μου, η Πηνελόπη Κουρουπού, μοναχοκόρη, που οι γονείς της ζούσαν στο Ροστόβ της Ρωσίας όπου εμπορεύονταν, είχαν στείλει το παιδί τους στην Αθήνα, εσωτερική στην Σχολή Τριανταφυλλίδη για να μάθει ελληνικά και «να γίνει Ελληνίδα». Η Σχολή Τριανταφυλλίδη στεγαζόταν τότε σέ κτίριο περίπου απέναντι στο Αρσάκειο, επί της Πανεπιστημίου, κατεβαίνοντας προς την Ομόνοια δεξιά, και αμέσως μετά την Σχολή Μακρή. 
Μου διηγείται λοιπόν η θεία μου, ότι πότε πότε ερχόταν ἠ βασίλισσα Όλγα να παραστεί σε εξετάσεις ἤ άλλες εκδηλώσεις της Σχολής Τριανταφυλλίδη. Και τότε σήμαινε συναγερμός – Οι μικρές τρέχαν να κρυφτούν, ψιθυρίζοντας πώς «θα μάς κάμει Ρώσσες! Ρώσσες!». Αυτά θα πρέπει να γίνονταν γύρω στο 1905-1910. Προφανώς οι κακόβουλες ανοησίες του Δεληγιάννη είχαν ριζώσει και έβγαζαν αυτές τις ηλιθιότητες - που ακριβώς επειδή ήταν ηλιθιότητες δεν ξεριζώνονται εύκολα». 
Η Βασίλισσα ήταν πρωτοπόρος και ενδιαφερόταν για την εκπαίδευση του λαού, και γι’ αυτό προέβη στην μεταφραστική προσπάθεια. Ούτε «ρώσικα ρούβλια» ούτε πανσλαβισμό είχε στο μυαλό της. Αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις τα πράγματα εύκολα διαστρέφονται. 
Η Όλγα ανεδείχθη όντως Βασίλισσα των Ελλήνων. 
Ο σπουδαίος ποιητής του 19ου αιώνα Αχιλλέας Παράσχος, το 1881, αφιερώνει την έκδοση των Ποιημάτων του «τη περικαλλεί των Ελλήνων Ανάσση, Όλγα, σεπτή προστάτιδι των Μουσών» και παρομοιάζοντας τους στίχους του ως «άνθη ωχρά, χωρίς θεόν της εξοχής ναΐσκο», κατακλείει ποιητικά ως εξής: 
«Αν λείπη από τον μικρόν ναΐσκον η θεότης, 
Αν τάνθη μου αρώματος δεν χύνουσι μαγείαν, 
Της θελκτικής Ανάσσης μου η χάρις κ’ η νεότης 
Δίδει θεόν εις τον ναόν κ’ εις τάνθη ευωδία».


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Νίκος Παλουμπιώτης: ΚΑΘ' ΟΔΟΝ...

Αικατερίνη Κεράτσα, Καθ' οδόν 

Νίκος Παλουμπιώτης: ΚΑΘ' ΟΔΟΝ...

Συναντηθήκαμε. Μιλήσαμε για το τότε και το κάποτε

Παρόλο που δεν ήμουν εκεί

Για ιστορίες τρομερές, για αγίους και για ήρωες

Μου είπε πως είναι φίλος μου

Το βλέμμα του ακηλίδωτο με το μαράζι του Έρωτα

Που σε πεινάει και σε διψάει για πάντα

Του λιογέρματος κόκκινα δόρατα, του βουητού της θάλασσας

Νόμιζα με είχες αφήσει πριν πολύ καιρό

Σε έναν κόσμο μόνο ανάμεσα σε όλους

Που καταγγέλλεται η μνήμη και ο Λόγος

Για απαντήσεις χωρίς ερωτήσεις

Για μια αυγή χωρίς ανατολή

Ένα βάθρο χωρίς άγαλμα


Μονομιάς, ξυστά του σύννεφου πάνω από στέγες

Πάνω από πρωτεύουσες και καταδικασμένες σκέψεις

Από παλιά ηφαίστεια, απ' τα αγιασμένα νερά των ποταμών

Πάνω από συρματοπλέγματα και καρδιές βομβαρδισμένες

Πέρα από τη νύχτα και τη μέρα

Στον υπέροχο εκείνο τόπο του έρωτα

Παράξενη αγάπη. Παράξενα ύψη και παράξενα βάθη.

Χώρα δίχως καιρούς και γλώσσες άμοιαστες που δεν ακούστηκαν ποτέ

Μαντεύτρα η πλάση γλυκιά μου Άνοιξη

Σταλαγματιά διάφανη στην πρωινή της δρόσο η αγνότητα

Σε ταπεινό βράχο ξωκλήσι Εκείνη

Νοικοκυρά των ουρανών η Λαμπρομάτα

Σκέπη αχειροποίητη φανερώνει παράδεισο το θάνατο

Καθώς το σπλάχνο Της κουρμπάνι

Όπως ο ήλιος στο κενό στερέωμα

Από την πηγή ενός άλλου Όντoς

Ωκεανός αγάπης και συ φοβάσαι το νερό

Τρανές και οι αχτίνες της καρδιάς

Ότι και η αγάπη ζωοδότρα που δεν έρχεται στην ώρα της

Η Κυριακή που πάντα αργεί, τα Σάββατα περιμένοντας

Τις Παρασκευές είμαι πάντα ερωτευμένος


Πάνω απ' το απέραντο λιβάδι ανύσταχτος

Επιγραφή σε γλώσσα ακατάληπτη, “Να φοράτε λευκά”

Σφιχτά χείλη, ακροδάχτυλα νεκρά, σάρκες θρυμματισμένες

Μάτια σφαλιστά ορθάνοιχτα με όλα τα μπλε του ουρανού μέσα τους

Τυφλοί και πολυόμματοι αντικριστά στην τρίτη Ανατολή

Λάρνακα χρυσή που ολοένα μετατοπίζεται

Τέμπλο αραχνοΰφαντο «αθάνατον και ανώλεθρον»

Το χώμα μετέωρο αφήνει τις μνήμες να μπαινοβγαίνουν

«Στάζει τη μέρα, στάζει τη νύχτα μνησιπήμων πόνος»

Στην ασημένια εσθήτα της νύχτας άγνωστοι τάφοι

Χωρίζουν φίλους συντρόφους εραστές

Φορτωμένοι παλιά όνειρα και κάτι ευτυχίες χάρτινες


Κοιμούνται χωρίς να λυπούνται

Ανύπαρκτοι επεκτείνονται στην ύπαρξη

Πετούν στη λήθη και αναδύονται ξανά

Στο κράτος των ομογενών «αι γλώσσαι παύσονται»

Τόπος κάλλους και δόξας καθώς αίματος και σκιών

Στη θερμότητα της νύχτας να μαντεύω το Ανέκφραστο

Νοσταλγίας στεναγμοί, η νεκρή σιωπή

Και υπάρχει και η άλλη σιωπή

Η ύψιστη μορφή επικοινωνίας που ερμηνεύει τα Άρρητα

Ανάμεσα στις δυο σιωπές γεννιούνται όλα τα ερωτήματα

Τόπος που βοά συνεχώς τον Άφθαστο

Ο Λόγος που κοινοποιείται  αφού γίνει άφαντος

Που ενώ είναι άδειος, υπάρχει το κενό

Το κενό ως δυνατότητα στο απρόβλεπτο

Αυτό που κάποιοι ονομάζουν τρελό

Σαν τη φωνή καλωσορίσματος στο διαλάλημα του αγγέλου

Σάμπως από έναν ύπνο «και τα οστά υμών ως βοτάνη ανατελεί»

«Εκτός τούτου συνίστασθαι» κι ο φόβος με έχει παίγνιο


Έσκυψε σα να θέλει κάτι να μου πει

Εντάξει. Τον θάνατό μας όλοι τον οφείλουμε

«Έσθ' όπου το δεινόν ευ»

Αν η ύπαρξη είναι ενοχή, οι τύψεις είναι η μόνη απόδειξή της

Οι τύψεις που δεν έχουν οι άνθρωποι ας γίνουν τύψεις του Ουρανού

Μια διαφάνεια η Αλήθεια των πραγμάτων

Καθώς της ίδιας υφής ο Λόγος

Γυρίζω κλαίγοντας μέσα μου αντίς με χαρά

Φαρμακωμένος ο αιώνας

Και οι ποιητές με αίμα και καρδιά λιγοστεύουν

Λίγη η ζωή, μεγάλη η ψυχή

Που όταν χάνεται βρίσκεται

Που γνωρίζεται όταν γίνει άφαντη

Και ο θάνατος λάμψη μυστική

Θα χωρίσουμε μόνο για μια στιγμή, μου είπε

Και εγώ παραπατάω.


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΠΙΣΣΑΛΙΔΗ


Ο λυρικός τραγουδιστής Γιάννης Χριστόπουλος αποχαιρετά τον Γιώργο Πισσαλίδη με ένα κείμενο που συγκινεί Tην Τετάρτη 3 Ιουνίου πέθανε σε ηλικία 64 ετών, σε αθηναϊκό νοσοκομείο, ο πολιτιστικός συντάκτης, διανοούμενος και ιδρυτής της ιστοσελίδας Αβαλον των Τεχνών, Γιώργος Πισσαλίδης. 


Ο λυρικός τραγουδιστής Γιάννης Χριστόπουλος έστειλε στη στήλη ένα εξαιρετικό κείμενο με το οποίο αποχαιρετά τον φίλο του και αποτίνει φόρο τιμής στο «σπάνιο είδος αστού που χάνεται στον καιρό μας», και στο οποίο ανήκε ο Γιώργος: 


«Συνήθιζε να αφήνει τα φώτα της βεράντας του πάντα ανοιχτά… Τον Γιώργο τον έχω φίλο κοντά εικοσιπέντε χρόνια, δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα πέρασαν. Ξαφνικά κι αθόρυβα ο Γιώργος μάς αφήνει. Ο χαμός του με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι τελικώς είναι δυνατό να υπάρχει ένας αθέατα πληθωρικός άνθρωπος. 
Δεν υπάρχει μέτρο για τα ανθρώπινα, όσο κι αν παλεύουμε να τα ταχτοποιήσουμε, αξίες, προτεραιότητες, ανάγκες. Κι όταν έρχεται το τέλος της πάντα σύντομης ζωής μας, τότε σχεδόν όλα με έναν μοναδικό τρόπο ξεκαθαρίζουν… Τώρα που ο Γιώργος έφυγε όλα τα φαινομενικά ατακτοποίητα στην καθημερινότητά μας πήραν σχήμα σαφές. Ο Γιώργος ήταν ο πρώτος επιστήθιος φίλος που χάνω και η παρουσία του με έκανε να νιώσω το νόημα της ουσιαστικής φιλίας. 
Ο Γιώργος ήταν σπουδαίος, γιατί πάνω του συναντούσες αντιφατικά στοιχεία αρμονικά τοποθετημένα. Πάνω από όλα όμως είχε ανωτερότητα. Μορφωμένος και καλλιεργημένος, δίχως ίχνος κομπασμού. Ηταν αυτό το σπάνιο είδος αστού που χάνεται στον καιρό μας. 
Ενα παιδί της πόλης. Ενας Θεσσαλονικιός που λάτρεψε την Αθήνα και στους δρόμους της, στα θέατρά της, στις κινηματογραφικές αίθουσες, στους χώρους συναυλιών, στα μουσεία, στις πινακοθήκες, στα εστιατόριά της αντλούσε ευχαρίστηση, πότιζε την ακόρεστη δίψα του για τον πολιτισμό. Απορροφούσε με όλη του τη δύναμη κι αγάπη την ουσία της τέχνης. 
Αγαπούσε αφόρητα τους καλλιτέχνες. Ακόμα και πράγματα που δεν του άρεζαν (όπως έλεγε) δεν τα κατηγορούσε ποτέ. Ο,τι δεν τον άγγιζε απλώς το προσπερνούσε και με τον τρόπο του με δίδαξε ότι όταν αγαπάς κάτι, σε γεμίζει απόλυτα, δίχως πολλές κριτικές περιδινήσεις. Δεν είχε καμία σχέση με την πληθώρα των χολερικών κριτικών και η στάση του αυτή ήταν από επιλογή. Γιατί ένιωθε πως το να ζεις με την τέχνη δεν σηκώνει μιζέριες και ασχημίες. 
Είχε τόση αποστροφή στο δυσάρεστο που ο κόσμος του ήταν ο κόσμος των θρύλων και των ιδεών, ένας κόσμος που μέσα του συναντούσε ιππότες και ευγενικές κορασίδες τις οποίες τις εξιδανίκευε μέσα στη ρομαντική του ψυχή. Δεν κόλλησε την επαγγελματική διαστροφή τού εξυπνάκια ειδήμονα. Είχε σαφή αίσθηση των ρόλων. Για αυτό σεβόταν. Σεβόταν βαθιά κάθε είδους τέχνης. Από το μπαρόκ μέχρι το ρεμπέτικο, την κάντρι μέχρι τη μουσική πρωτοπορία κι όλα τα προσέγγιζε με βαθιά γνώση ουσίας. 
Τα τελευταία χρόνια μετά την εκδημία της μητέρας του πέρασε δυσκολίες οι οποίες ενίοτε τον κούραζαν, όμως δεν έχανε το κουράγιο και έκανε σχέδια και σκεφτόταν διάφορα πράγματα που επιθυμούσε να ξεκινήσει. Κι είμαι σίγουρος ότι θα τα ξεκινούσε. 
Λίγο καιρό πριν, την ημέρα της γιορτής του, προσκάλεσε τους φίλους του από το στέκι του, το αγαπημένο του EPOCA, να τους κάνει το τραπέζι για να γιορτάσουν μαζί του, Τον Βαγγέλη, τον Δημήτρη, τη Ρέα, τη Νίκη κι εμένα. Κι ήταν ευτυχισμένος, γιατί έδινε την αγάπη του σε ανθρώπους. Γιατί εν τέλει το ύψιστο ιδανικό στη ζωή του ήταν η φιλότητα κι ήταν πάντα παρόν για κάθε φίλο του. Για αυτό πάντα χαμογελούσε. 
Τα φώτα της βεράντας του ήταν πάντα ανοιχτά. Αγάπησε το φως κι όλα στον δικό του κόσμο ήταν φωτεινά. Στο νοσοκομείο όταν πήγα να τον δω, όπως και την προηγούμενη μέρα, έμαθα ότι έφυγε. Το βράδυ πέρασα έξω από το σπίτι του, είχα ανάγκη να βρεθώ κοντά στη γειτονιά που κάναμε τις βόλτες μας. 
Οταν έφτασα έξω από το σπίτι του, σήκωσα τα μάτια μου και είδα τα φώτα της βεράντας του πιο φωτεινά από ποτέ. Σαν να έλεγε σε όσους τον αγαπήσαμε: “Σας αφήνω το φως της καρδιάς μου ανοιχτό, γελάστε! Μη μένετε στα μικρά και τα μίζερα, φτιάξτε κάστρα και πολιτείες, μπορούν να υπάρχουν ακόμα και μέσα στα μικρά και τα καθημερινά”. Για αυτό ο Γιώργος είχε τα φώτα της καρδιάς του πάντα ανοιχτά». 
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

«Αντίο, πόλεμε» της Ντόχα Καχλούτ από τις εκδόσεις "Μασάρ"



"Με την ποίηση διέσχισα χώρες, και μόνο με την ποίηση επιστρέφω στη Γάζα, και μέσα από την ποίηση θα διαβάσετε για αυτήν. Μου έρχεται τώρα σαν χαστούκι, πιο αναπάντεχο από ποτέ, το ερώτημα του «γιατί». Ίσως το μόνο νόημα είναι ότι όταν πεθάνω, δεν θα λυπηθώ, γιατί δεν θα αφήσω πίσω μου τίποτα που δεν είπα. Η ποίηση είναι πίστη. Αυτό που μεταφράζεται σήμερα είναι το σύνολο όσων πίστεψα και γνώρισα με βεβαιότητα." (Ντόχα Καχλούτ, από το σημείωμα της ανθολογίας "Αντίο, πόλεμε", μτφ. Παρασκευή Ζέρβα, Μασάρ 2026). 


Οι εκδόσεις «Μασάρ» που επιμελείται ο φιλόλογος, μεταφραστής και δάσκαλος της Αραβικής γλώσσας Ρόνι Μπου Σάμπα, είναι μια δυναμική παρουσία της αραβικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, με εκδοτικές προτάσεις που έχουν βάθος και πάθος. 
Το βιβλίο της Παλαιστίνιας συγγραφέως Ντόχα Καχλούτ, με τίτλο «Αντίο, πόλεμε», αποτελεί μια ποιητική και ανθρώπινη μαρτυρία που αναδεικνύει την αξία της ζωής, της μνήμης και της ελπίδας μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες. 
Το βιβλίο παρουσιάστηκε σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 9 Ιουνίου 2026 στην ταράτσα του Βιβλιοπωλείου Literature House (Ιωάννου Δροσοπούλου 67, Αθήνα). 
Στην εκδήλωση απηύθυνε χαιρετισμό ο Αχμάντ Χάσαν, μέλος της Παλαιστινιακής Παροικίας Ελλάδας και για το βιβλίο μίλησαν ο Σωτήρης Λίβας, Καθηγητής ΤΕΓΜΔ και η Θέμις Αμμάλου, Κριτικός Τέχνης. 
Την παρουσίαση πλαισίωσαν με μουσική και απαγγελίες ποιημάτων μέλη της χορωδίας Μασάρ, σε γενική επιμέλεια Ρόνι Μπου Σάμπα. 

 

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

ΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΟΥ ΣΚΑΛΚΩΤΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΕ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Αναμφισβήτητα οι "36 Ελληνικοί Χοροί" του Νίκου Σκαλκώτα (1904-1949), είναι το δημοφιλέστερο και πλέον αναγνωρίσιμο έργο της νεοελληνικής μουσικής δημιουργίας, με ευρεία διάδοση και εκτός συνόρων. 
Πρέπει, όμως, να πούμε ότι η πρώτη μεγάλη «έξοδος» των «Χορών» του Σκαλκώτα στην οικουμένη έγινε από τον μεγάλο Δημήτρη Μητρόπουλο (1896-1960), την εποχή που δέσποζε στην αμερικανική μουσική ζωή ως διευθυντής της περίφημης Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του '50. Το 1956, λοιπόν, ηχογράφησε για λογαριασμό της αμερικανικής δισκογραφικής εταιρίας CBS ένα μικρό κύκλο τεσσάρων χορών του Νίκου Σκαλκώτα σε μια μνημειώδη ερμηνεία, η οποία τα μετέπειτα χρόνια έγινε σημείο αναφοράς. Επέλεξε τους χορούς: "Χωστιανός", "Κλέφτικος", "Πελοποννησιακός" και "Ηπειρώτικος". Μάλιστα, ο "Κλέφτικος χορός", με τον καταιγιστικό του ρυθμό, ξεχώρισε αμέσως κι έγινε εν πολλοίς το σήμα κατατεθέν του Νίκου Σκαλκώτα για το διεθνές κοινό, πολλά χρόνια πριν αρχίσει η πραγματική "ανακάλυψη" αυτού του μεγάλου δημιουργού. 
Σα να ...ήξερε, όμως, ο Μητρόπουλος ότι δεν μπορεί να γίνουν και οι 36 Χοροί δημοφιλείς, γι’ αυτό διάλεξε τέσσερις που έγιναν τελικά πασίγνωστοι.
Βέβαια, υπάρχει μια προϊστορία, καθώς στις 21 Ιανουαρίου 1934 ο Μητρόπουλος με την Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών έπαιξε τους Χορούς: "Τσάμικος-Ένας Αϊτός", "Κλέφτικος", "Πελοποννησιακός" και "Ηπειρώτικος". Το 1936 έπαιξε άλλους 4 Χορούς. Συνολικά μέχρι να φύγει από την Ελλάδα για την Αμερική διηύθυνε 10 Χορούς (στους παραπάνω 4, σίγουρα τους: "Χωστιανός", "Κρητικός").


Αξίζει να σημειωθεί ότι το χειρόγραφο των «36 Ελληνικών Χορών» (υποθέτω ένα από τα πολλά, καθώς η χειρόγραφη παράδοση του έργου είναι πλούσια) ο Νίκος Σκαλκώτας το αφιέρωσε στον φίλο του Δημήτρη Μητρόπουλο και η εκτέλεση των τεσσάρων από τους 36 Χορούς έγινε για πρώτη φορά στην Αθήνα, από τον Δημήτρη Μητρόπουλο τον Οκτώβριο 1955, στο πλαίσιο του Α΄ Φεστιβάλ Αθηνών, με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Δόθηκαν δύο προγραμματισμένες συναυλίες (1-2/10) και μια έκτακτη (3/10) στο κινηματοθέατρο Ορφέας. Στην έκτακτη συναυλία της 3ης Οκτωβρίου ο Μητρόπουλος αντικατέστησε τον "Πελοποννησιακό" με τον ¨Αρκαδικό".
Έγινε, όμως, και ηχογράφηση έγινε στις 2/10/1955 από κλιμάκιο του τότε Ε.Ι.Ρ., οπότε έχουμε την πρώτη ηχογράφηση των Χορών με τον Μητρόπουλο, η οποία κυκλοφόρησε σε κασετίνα με διπλό δίσκο ακτίνας (CD) από το ΥΠ.ΠΟ. το 1991 με τίτλο "Δ. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. 30 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ".
Ο Μητρόπουλος ηχογραφεί σε στούντιο τους τέσσερις Χορούς μόλις τρεις μήνες από την παρουσίαση τους στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 1956.

"Nikos Skalkottas 4 Greek Dances". Εξώφυλλο δίσκου 45''. Ερμηνεύει η Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης
υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Μητρόπουλου. (Ηχογράφηση 1956)

Η έκδοση των τεσσάρων χορών αρχικά έγινε σε δίσκο επαφής 33 στροφών της CBS με έργα άλλων συνθετών. Αργότερα έχουμε τους δίσκους βινυλίου 45 στροφών extended, ενώ στα 1996 εκδόθηκε και ψηφιακά. Η εγγραφή είναι μονοφωνική, αλλά η δυναμική και αδρή απόδοση των ορχηστρικών λεπτομερειών του έργου από τον μεγάλο Μητρόπουλο είναι απολύτως αφοπλιστική. Μια ιστορική ηχογράφηση αναφοράς και ένα διαβατήριο για την ελληνική μουσική στον κόσμο.


Παραθέτουμε στη συνέχεια τους τέσσερις χορούς του Σκαλκώτα στην ηχογράφηση και ερμηνεία του Δ. Μητρόπουλου.

 


Related Posts with Thumbnails