Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΙΣ "ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ": π. ΠΕΤΡΟΣ ΜΙΝΩΠΕΤΡΟΣ


ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ
π. Πέτρος Μινώπετρος: Από την πολιτική στράτευση και τη ρουμανική εμπειρία στον κινηματογράφο, την Εκκλησία και τη μαρτυρία της ελευθερίας 
Ένα αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του ιερέα-σκηνοθέτη στο site Ανιχνεύσεις
Μια ζωή ανάμεσα σε δύο «λειτουργίες» 
Ο πατέρας Πέτρος Μινώπετρος είναι από εκείνες τις περιπτώσεις ανθρώπων που δεν χωρούν εύκολα σε μία ιδιότητα. Ιερέας και σκηνοθέτης, δάσκαλος του κινηματογράφου, δημιουργός ντοκιμαντέρ, άνθρωπος του θεάτρου, της όπερας και του ραδιοφώνου, έζησε τη νεότητά του μέσα στην πολιτική ένταση της μεταπολεμικής Αριστεράς και την καλλιτεχνική του ενηλικίωση μέσα στη Ρουμανία του Νικολάε Τσαουσέσκου. Η πορεία του είναι η ιστορία μιας μακράς αναζήτησης: πώς μπορεί η εικόνα να υπηρετεί την αλήθεια, πώς μπορεί η τέχνη να αντιστέκεται στον ολοκληρωτισμό και πώς η πίστη μπορεί να συνομιλεί με τον σύγχρονο πολιτισμό. Στη δική του αφήγηση ο κινηματογράφος υπήρξε εξαρχής κάτι περισσότερο από τέχνη ή επάγγελμα. Τον αντιλαμβανόταν ως εσωτερική ανάγκη, αργότερα ως αποστολή και τελικά ως γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο των τεχνών και στον χώρο της Εκκλησίας. Αυτή η γέφυρα αποτελεί το σταθερότερο νήμα μιας διαδρομής που ξεκινά στον Πειραιά, περνά από το Βουκουρέστι της κομμουνιστικής δικτατορίας και επιστρέφει στην Ελλάδα, για να καταλήξει στην ιεροσύνη χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ την κινηματογραφική ματιά.


Τα περιεχόμενα του αφιερώματος έχουν ως εξής: 
- Καταγωγή και οικογενειακό περιβάλλον 
- Η πολιτική του διαμόρφωση 
- Ο κινηματογράφος Βουκουρέστι, 1977–1982: οι σπουδές μέσα στον κομμουνισμό 
- Οι πρώτες ταινίες / «To Be»: μια απαγορευμένη ταινία που επέστρεψε 
- Επιστροφή στην Ελλάδα: ντοκιμαντέρ και δημόσια τηλεόραση 
- Θέατρο, όπερα και η μαθητεία στον Μίνωα Βολανάκη 
- Ο δάσκαλος του κινηματογράφου 
- Η ιεροσύνη Κινηματογράφος και Εκκλησία: η τέχνη ως διάλογος 
- Η θεολογία της εικόνας 
- Το έργο του σήμερα και η θέση του στην ιστορία 
- Ένα πρόσωπο που έγινε αφήγηση
Δείτε το αφιέρωμα ΕΔΩ

Συντελεστές της ταινίας ΤΟ ΒΕ που σκηνοθέτησε ο Π. Μινώπετρος 
Το πρόγραμμα της Λυρικής Σκηνής για την όπερα "Αραμπώ" που σκηνοθέτησε ο Π. Μινώπετρος 

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συνθέτης Σώτος Βασιλειάδης (1905-1990) πρόλαβε οριακά να ακούσει την όπερά του "Αραμπώ" τον Απρίλιο του 1990, καθώς απεβίωσε λίγους μήνες μετά τις παραστάσεις, στις 30 Νοεμβρίου 1990.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Ο "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ" ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ "ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΑ"


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ
EΠΙΣTHMONIKON ΘΕΟΛΟΓIKON ΠEPIOΔIKON ΣΥΓΓPAMMA TOY ΠATPIAPXEIOY AΛEΞANΔPEIAΣ KAI ΠΑΣΗΣ AΦPIKHΣ
ΤΟΜΟΣ ϟΑ', ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 2022-2023
σ. 369-370
Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, Ελληνορωσικά, Αθήνα 2022, εκδ. s@ mizdαt, σελ. 253. 
Στον τόμο αυτό, μετά από τον πρόλογο (σ. 13) συγκεντρώνονται, δημο- σιεύονται και αναδημοσιεύονται 65 κείμενα το συγγρ., σε δύο μέρη. Στο πρώτο (σ. 17) υπό τον τίτλο «Ελληνορωσικά πολιτιστικά» περιλαμβάνονται 15 κείμενα, ενώ στο δεύτερο, υπό τον τίτλο «Ελληνορωσικά εκκλησιαστικά» (σ. 77) περιλαμβάνονται 50 κείμενα. Πρόκειται για ομιλίες ή προσφωνήσεις, για τοποθετήσεις στα ιστολόγια «Ιδιωτική Οδός» και «Φως Φαναρίου», από το 2009, που κατά κανόνα αφορούν τον ρωσικό πολιτισμό, αλλά και την Εκκλησία της Ρωσίας και την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Μέσα από τα κείμενα, που λόγω του ύφους τους και της εν θερμώ συχνά σύνθεσής τους ο ίδιος ο συγγρ. τους τα χαρακτηρίζει ως «πολεμικά» (σ. 13), φαίνεται η αγάπη και ο θαυμασμός του συγγρ. για τον ρωσικό πολιτισμό και τις εκδηλώσεις του, η αγάπη και η προσήλωσή του στον Οικουμενικό Θρόνο, αλλά και η κριτική του απέναντι στην ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία και τις πάγιες επιλογές της, όσον αφορά την σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας, ακόμη δε και τις πρόσφατες αστοχίες της, όπως η εκκλησιαστική εισπήδηση στο κανονικό έδαφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής. Αυτήν ακριβώς την ρωσική επεκτατική εκκλησιαστική πολιτική αποδομεί ο συγγρ. συστηματικά με τα κείμενά του σε αυτόν τον τόμο, σχολιάζονται πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα και επιλογές. Και βέβαια μέσω των κειμένων αυτών εκδηλώνει πασιφανώς την αντίθεσή του στην ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, με τις γνωστές επώδυνες ανθρωπιστικές, πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις, σε τοπικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Αποδομεί επίσης την ρωσική εκκλησιαστική «θεολογία» που στηρίζει την εισβολή του Προέδρου της Ρωσίας Βλαντ. Πούτιν στην Ουκρανία, όπως άλλωστε έχει συμβεί και με μεγάλο μέρος των επι- στημόνων, των διανοητών και των συγγραφέων της Ρωσίας, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό της χώρας. Τέλος ασχολείται συστηματικά με την προσπάθεια ρωσικής εκκλησιαστικής διείσδυσης στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, και από την πλευρά αυτή το βιβλίο θα αποτελέσει πηγή για τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση, ο συγγρ. εκφράζεται ανοικτά και καθαρά, χωρίς να μετριάζει τα γραφόμενά του, αποτυπώνοντας σε αυτά όσα διαπιστώνει και όσα πιστεύει. Ο τόμος κλείνει με δύο επίμετρα. Στο πρώτο (σ. 218-127) παρατίθεται η αλληλογραφία του για παρόμοια θέματα με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ, με επιλογή και φροντίδα του συγγρ., όπου φαίνεται η μεταξύ τους αντιπαράθεση για ζητήματα που άπτονται με την ουσία όσων το βιβλίο περιλαμβάνει. Στο δεύτερο (σ. 247-253) παρατίθεται υλικό από Βιβλιοπαρουσιάσεις - Βιβλιοκρισίες τις εκδηλώσεις στις οποίες εκφωνήθηκαν ορισμένα από τα κείμενα του πρώτου μέρους, και που άπτονται βεβαίως της θεματολογίας του τόμου. Πρόκειται για βιβλίο με σαφείς και ξεκάθαρες θέσεις και απόψεις, που θα προκαλέσει, όπως άλλωστε και τα επιμέρους κείμενά του όταν δημοσιεύθηκαν ή αναρτήθηκαν, συζητήσεις και σχόλια.


Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ ΤΗΣ ΚΟΥΛΑΣ ΠΡΑΤΣΙΚΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Μια φωτογραφία μας εισάγει δυναμικά στο θέμα μας. Μας λέει ο μέγας Σκαλκωτολόγος Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου: «Το Μάη του 1933, φτάνει στην Αθήνα ο Νίκος Σκαλκώτας, ωπλισμένος ξαφνικά με σημαντική αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία για το μέλλον του εδώ. Άσχετα αν γύρισε «μισόγυμνος» (δηλαδή με μια βαλίτσα ρούχα και στοιχειώδη χρειώδη μόνον), είδε την επιστροφή του αυτή σαν μια σανίδα σωτηρίας από το σκοτεινό Κενό που είχε αρχίσει δύο χρόνια πριν στο Βερολίνο. Μια φωτογραφία, ακριβώς το Μάη του 1933 στην Αθήνα, με τις φίλες του χορογράφους Ματέϋ και Πράτσικα δίπλα σ’ αρχαίες κολώνες, δείχνει τον Νίκο Σκαλκώτα περιχαρή σίγουρο για τον εαυτό του». (Ν. Σκαλκώτας, Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου, τόμ. Α’, Σ. 96). 


Νίκος Σκαλκώτας, Πολυξένη Ματέυ – Ρουσοπούλου και η εξαδέλφη της Κούλα Πράτσικα, στους στύλους του Ολυμπίου Διός, έχουν αφήσει πίσω τους τον κύκλο του Βερολίνου, όπου είχαν βρεθεί και οι τρεις, και στήνουν τον κύκλο των Αθηνών. 
Φαίνεται ότι η επίσημη – ας την πούμε έτσι – συνεργασία της Κούλας Πράτσικα με τον Νίκο Σκαλκώτα ξεκίνησε το 1939, με το έργο «Τα Παγανά». 
Εκείνη η χρονιά ήταν εξαιρετικά δημιουργική για την «Επαγγελματική Σχολή Ορχηστικής», που είχε ιδρύσει μόλις πριν δύο χρόνια, το 1937, η Κούλα Πράτσικα και ήταν η πρώτη Σχολή Χορού στην Ελλάδα. 
Το 1939 η Σχολή παρουσίασε τρεις χορευτικές εκδηλώσεις: 
Α. Γιορτή του Νερού στο Μαραθώνα (οργανωμένη από την Περιηγητική Λέσχη). 
Β. Παράσταση στον κήπο των Ανακτόρων της Α.Β.Υ. του Διαδόχου στο Ψυχικό σε επίσημη δεξίωση. 
Γ. Τα «Παγανά», Ορχηστική Χριστουγεννιάτικη Γιορτή, στο θέατρο «Ρεξ» την Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου. 


Τα Παγανά είναι μια σουίτα για μικρό σύνολο οργάνων, την οποία ο Νίκος Σκαλκώτας έγραψε το 1939 ύστερα από ανάθεση της Κούλας Πράτσικα. Παράλληλα, η χορογράφος είχε ζητήσει από τον ποιητή Στράτη Μυριβήλη τη σύνθεση δύο ποιημάτων σχετικών με το θέμα της παράστασης. Φαίνεται όμως πως ο Μυριβήλης από αυτήν τη συνεργασία εμπνεύστηκε το διήγημά του «Τα παγανά», το οποίο ολοκληρώθηκε το 1944 και εκδόθηκε ένα χρόνο αργότερα. 


Το θέμα εδώ είναι ότι η συνεργασία Πράτσικα – Μυριβήλη αναδεικνύει την σχέση λογοτεχνίας και χορού στην Ελλάδα της εποχής. Ο Μυριβήλης έγραφε στην εφημερίδα «Ασύρματος» το 1939 πως «αυτός ο τόπος έχει την ωραιότερη παράδοση ρυθμού και γραμμής και πρέπει αυτήν να καλλιεργήσουν οι χορευτές» δίνοντας ως παράδειγμα την Πράτσικα. Την ίδια χρονιά, το 1939, ο Κώστας Ουράνης γράφει επαινετικό για την Πράτσικα κείμενο με τίτλο «Χορός στο φράγμα του Μαραθώνα», με αφορμή τη Γιορτή του νερού στον Μαραθώνα, που έγινε για τον εορτασμό των δέκα χρόνων της κατασκευής του φράγματος. 
Η αναζήτηση της Πράτσικα μέσω της λογοτεχνίας – και μάλιστα της Γενιάς το ’30- αποσκοπεί σαφώς στην δημιουργία ενός νεοελληνικού ρυθμικού ύφους. Έτσι λοιπόν «Τα Παγανά» είναι μια έκφραση αυτής της αναζήτησης. 


Οι καλικάντζαροι ή παγανά εμφανίζονται την παραμονή των Χριστουγέννων και φεύγουν τα Θεοφάνεια. Συμβολίζουν το σκοτάδι και ζουν όλο το χρόνο μέσα στη γη, προσπαθώντας να κόψουν το δέντρο που την κρατάει όρθια. Την παραμονή των Χριστουγέννων και λίγο πριν το πετύχουν, ανεβαίνουν στη γη προσπαθώντας να κάνουν δύσκολη τη ζωή των ανθρώπων. Παραμένουν ανάμεσά τους μέχρι την παραμονή των Φώτων, δηλαδή αφήνουν ήσυχο το δέντρο της Ζωής για δώδεκα μέρες, το οποίο ξαναζωντανεύει και συνεχίζει να στηρίζει τη γη. Τα παγανά στη φαντασία του κόσμου είναι άσχημα, κουτσά, με μάτια κόκκινα, σώμα τριχωτό και πόδια τράγου. Οι άνθρωποι έβρισκαν πάντοτε διάφορους τρόπους για να τα εξουδετερώσουν και να απαλλαγούν από τη δυσάρεστη παρουσία τους.
Αρχικά ο Σκαλκώτας είχε γράψει πρωτότυπη μουσική, για σόλο πιάνο, την οποία θα ενορχήστρωνε για μικρή ορχήστρα, πλην όμως η μουσική του για την παράσταση απορρίφθηκε συλλήβδην από τη χορογράφο ως «τολμηρή» και τελικά άλλαξε κατεύθυνση προς την ασφαλέστερη επιλογή χρήσης προϋπάρχουσας μουσικής άλλων συνθετών, την οποία ο Σκαλκώτας ενορχήστρωσε επιδέξια για μικρό σύνολο οργάνων, προσθέτοντας ενίοτε και την προσωπική του πινελιά στα ενδιάμεσα μέρη. 
Το υλικό των σύντομων κομματιών είναι επιλογή της Κούλας Πράτσικα, σε συνεργασία με τον μουσικολόγο Θρασύβουλο Γεωργιάδη, και αντλείται από επτά παιδαγωγικά πιανιστικά έργα του Μπέλα Μπάρτοκ, ένα του Ίγκορ Στραβίνσκι, ένα κομμάτι παλαιάς μουσικής, καθώς και τα παραδοσιακά ελληνικά κάλαντα. 
Μόνο τα συνδετικά τμήματα αποτελούν ενδεχομένως πρωτότυπες συνθέσεις του Νίκου Σκαλκώτα και είναι ενσωματωμένα με όμορφο τρόπο στο μπαλέτο. 


Το ενδιαφέρον εδώ, όμως, είναι η ενορχηστρωτική δεξιοτεχνία του Σκαλκώτα, που αποδεικνύεται και ευφάνταστη, καθώς η επεξεργασία του συλλαμβάνει τη χωριάτικη ατμόσφαιρα των κομματιών του Μπέλα Μπάρτοκ, δημιουργώντας κλίμα ταιριαστό με τον λαϊκό χαρακτήρα της υπόθεσης. 
Ο μουσικολόγος Κωστής Δεμερτζής, ειδικός στην Σκαλκωτική ενορχήστρωση, σημειώνει πως «ο Σκαλκώτας, εδώ, δουλεύει το υλικό του σαν γλύπτης, που σμιλεύει τη φόρμα του κομματιού από ένα νότο μάρμαρο, χρησιμοποιώντας τα ορχηστρικά του μέσα με έναν εξαιρετικά ελεύθερο και ευφάνταστο τρόπο». 
Ο μαέστρος και συνθέτης Νίκος Χριστοδούλου ψάχνοντας για τη χαμένη πρώτη γραφή του σπουδαίου μπαλέτου «Η Λυγερή και ο Χάρος» ερεύνησε το αρχείο της Κούλας Πράτσικα, και εκεί εντόπισε μια πολύ καθαρογραμμένη παρτιτούρα, χωρίς όμως όνομα συνθέτη, «Τα Παγανά», μπαλέτο του 1939 για την Πράτσικα που μετά το θάνατο του Σκαλκώτα θεωρήθηκε χαμένο. Το αρχείο βρίσκεται πλέον στο Μουσείο Μπενάκη, που παραχώρησε αντίγραφο της παρτιτούρας στον Νίκο Χριστοδούλου, ο οποίος έκανε την πρώτη παγκόσμια ηχογράφηση των «Παγανών». Ο σχετικός δίσκος περιλαμβάνει Τα Παγανά, αλλά και το κοντσέρτο αρ. 3 για πιάνο και δέκα πνευστά όργανα, και κυκλοφορήθηκε από την BIS πριν 20 χρόνια, το 2004. 


Το 2013 το Kyklos Ensemble υπό τον Μίλτο Λογιάδη παρουσίασε Τα Παγανά, ενώ το 2019 η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό την διεύθυνση του Leon Μπότσταϊν (Botstein), παρουσίασε εδώ στο Μέγαρο Μουσικής, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, «Τα παγανά» του Σκαλκώτα, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος στον μεγάλο έλληνα συνθέτη Γιώργο Τσοντάκη. Την κριτική επιμέλεια του μουσικού υλικού του έργου είχε – και στις δύο αυτές συναυλίες - ο μουσικολόγος, ενορχηστρωτής και σολίστ κλαρινέτου, Γιάννης Σαμπροβαλάκης, του Κέντρου Ελληνικής Μουσικής. 


Όμως, υπάρχουν και Τα Παγανά για πιάνο! H πιανιστική παρτιτούρα της πρωτότυπης αυτής μουσικής μπαλέτου για την Κούλα Πράτσικα, εντοπίστηκε το 2015 σε ένα μικροφίλμ του Αρχείου Σκαλκώτα στην Αθήνα από τον μουσικολόγο Γιάννη Σαμπροβαλάκη, ο οποίος επιμελήθηκε και την έκδοση του έργου. Μια πρώτη μερική εκτέλεση του έργου έγινε από την πιανίστρια Λορέντα Ράμου στο Τελλόγλειο της Θεσσαλονίκης στις 3 Δεκεμβρίου 2017, η οποία το ηχογράφησε και μαζί με άλλα πιανιστικά έργα του Σκαλκώτα κυκλοφορήθηκε σε δίσκο από την Σουηδική Εταιρία BIS το 2019, με το γενικό τίτλο «From Berlin to Athens». Αυτή η σκαλκωτική εκδοχή των Παγανών είναι πολύ ιδιαίτερη. Φαντασθείτε τα παραδοσιακά Κάλαντα των Χριστουγέννων σε μια αρκετά τζαζ εκδοχή από τον Νίκο Σκαλκώτα, που τελικά άλλαξε για να γίνει το μπαλέτο που χορογράφησε η Κούλα Πράτσικα. 


Εφτά χρόνια μετά τα Παγανά και τρία χρόνια πριν το θάνατο του, το 1946, ο Σκαλκώτας συνεργάζεται ξανά με την Πράτσικα. Αυτή τη φορά για μία παράσταση κατά την οποία παρουσιάστηκε το παραμύθι «Η πεντάμορφη με το ρόδο» - Ορχηστική παράστασις της Σχολής Κούλας Πράτσικα, η οποία ανέβηκε στο Ηρώδειο τον Ιούνιο του 1946 και στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρέξ της Αθήνας τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. 
Εδώ στην φιλόξενη, πλούσια και αγαπημένη Μουσική Βιβλιοθήκη του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής», εντόπισα το πρόγραμμα της παράστασης με ένα ένθετο φυλλάδιο που περιλαμβάνει τα χορικά του παραμυθιού, γραμμένα από τον Στρατή Μυριβήλη. 
Σύνθεσις και χορογραφία: Κούλα Πράτσικα, Ραλλού Μάνου. 
Μουσική: Μπέλα Μπάρτοκ, Ίγκορ Στραβίνσκυ (συνθέτες που τους είδαμε και στα Παγανά) και των γερμανών συνθετών εκείνης της εποχής Walter Rudolph Niemann (10 Οκτωβρίου 1876 – 17 Ιουνίου 1953) και Julius Weismann (26 Δεκεμβρίου 1879 – 22 Δεκεμβρίου 1950). 
Ενορχήστρωση: Νίκος Σκαλκώτας. 
Διεύθυνση Ορχήστρας: Στην παράσταση του Ηρωδείου ο Θόδωρος Βαβαγιάννης ενώ στο θέατρο Ρεξ ο Λεωνίδας Ζώρας, ο σημαντικός νεοέλληνας συνθέτης. 
Συμμετέχουν οι μαθήτριες της Σχολής Πράτσικα και σπουδαίες χορογράφοι στη συνέχεια: Ραλλού Μάνου, Μαρία Χορς, Τούλα Ανδριοπούλου, Μαρία Κυνηγού, Ελένη Κεφάλου και άλλες. Η σύνθεση δεν είναι ακριβώς η ίδια στις δύο παρουσιάσεις. 


Η παρτιτούρα με τις ενορχηστρώσεις του Σκαλκώτα παραμένει ανέκδοτη, καθώς υπάρχει το χειρόγραφο, αλλά περιμένει τον φιλόπονο συνθέτη που θα την αποκαταστήσει ώστε κάποια στιγμή να την ακούσουμε κι εμείς. 
Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι ότι στην Αυτοβιογραφία της Πράτσικα, με τον τίτλο «Κούλας Πράτσικα Έργα και Ημέρες», δημοσιεύεται το χειρόγραφο μιας παρτιτούρας χορικού του Μυριβήλη με την ένδειξη «τονισμένα από την Κούλα Πράτσικα». Και ο γνωστός ερευνητής και μουσικογράφος Θωμάς Ταμβάκος που έχει το περίφημο Αρχείο Ελλήνων Μουσουργών, μας παραχώρησε μια επίσης χειρόγραφη παρτιτούρα της Κούλας Πράτσικα με το χορικό «Τα τρία παλικάρια». Θα τα ακούσουμε στη συνέχεια – για πρώτη φορά, νομίζω – στα χρόνια μας από την σοπράνο Δάφνη Πανουργιά. 


Η ίδια η Πράτσικα αποκαλύπτει στην αυτοβιογραφία της την στενή σχέση που είχε με τη μουσική από παιδί: "Ήθελα τα πάντα. Τραγουδούσα, απήγγελα, χόρευα, έπαιζα βιολί. Στο σπίτι μας, κάθε βράδυ, εκτός από τη μουσική που κάναμε συστηματικά όλοι μαζί, έπαιζα θέατρο, με θέματα δικά μου improvisés. Ήθελα να μάθω άρπα. Να τραγουδήσω στην οπερέτα, να παίξω τραγωδία. Να χορέψω πάνω σ' ένα βράχο. Ν' ανεβώ στο θέατρο. Να γράψω ποιήματα. Να γράψω μουσική δική μου, και πρωτάκουστη....". 
Ο Στρατής Μυριβήλης έγραψε για την στενή και ουσιαστική συνεργασία του με την Κούλα Πράτσικα: «Έλαχα από κείνους που στάθηκαν πλάι στην Κούλα Πράτσικα για να την ενισχύσουν στον δύσκολο δρόμο της. Με διαβάσματα λογοτεχνικών έργων μου σ’ αυτό το φιλικό περιβάλλον, με διαλέξεις, με συμμετοχή μου σε πολυήμερες εκδρομές και με τα χορικά που έγραψα για διάφορες χορευτικές παραστάσεις και γιορτές, πρόσφερα τον όβολό μου στην πνευματική ζωή της Σχολής της». 
Αλλά ας μνημονεύσουμε εδώ και το περίφημο μπαλέτο του Νίκου Σκαλκώτα «Η Θάλασσα», που ήταν μια συνεργασία του συνθέτη με την εξαδέλφη της Πράτσικα, χορογράφο και μουσικοπαιδαγωγό Πολυξένη Ματέυ. Ένα έργο που ολοκληρώθηκε λίγο πριν τον πρόωρο θάνατό του το 1949. 
Ο μουσικολόγος και σολίστ Γιάννης Σαμπροβαλάκης μου έδωσε την επίσης ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι ο Σκαλκώτας συνέθεσε κι ένα έργο για τις διπλωματικές εξετάσεις στην Σχολή της Πράτσικα, της Αλέκας Κατσέλη, της σπουδαίας αυτής ηθοποιού, η οποία ήταν και πρωθιέρεια, μαζί με τη δασκάλα της Κούλα Πράτσικα, στην πρώτη τελετή αφής της Ολυμπιακής φλόγας το 1936. 
Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι Σκαλκώτας και Πράτσικα είχαν μια δημιουργική συνεργασία που μας απασχολεί ακόμα και σήμερα. 
Νομίζω ότι η Κούλα Πράτσικα ήταν αυτό που είπε η μεγάλη χορεύτρια και χορογράφος Ροζαλία Χλάντεκ: «Η Κούλα είναι μία έννοια»! 
Κι ακόμα κατέστη η πλήρης ενσάρκωση της ελληνικής παράδοσης όπως ακριβώς την περιέγραψε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος: "Δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Έχομε πεθαμένους που κατευθύνουν τη ζωή μας, τη ζωή του σήμερα ή κάθε νιόκοπης γενιάς, όπως έχομε ζωντανούς που όσο περισσότερο φωνάζουν, τόσο περισσότερο βλέπομε πως είναι πρωθύστερα πεθαμένοι. Και κάθε νιόκοπη πάλι γενιά, κατευθύνει εκείνη τη ζωή της παράδοσης: και αυτό είναι παράδοση. Αν εσύ νιότη, δεν είσαι ζωντανή, τα έργα της παράδοσης σου μοιάζουν πεθαμένα. Από σένα εξαρτάται να είναι η παράδοση ζωντανή ή νεκρή. Κάθε νιόκοπη γενιά, αν δε φυσήξει στο κάρβουνο της παράδοσης να το κάνει να κοκκινίσει, κάλλιο να την κλαις. Είναι γενιά νεκρή και τα γεννήματά της κοιλάρφανα. Εσύ νιότη, αν είσαι αληθινά ζωντανή, κάνεις τα έργα της παράδοσης να μην πεθαίνουν. Με την ενδεχόμενη κάθε φορά δημιουργία ή προσθήκη σου. Εσύ συντηρείς την παράδοση και αυτή εσένα συντηρεί. Εσύ είσαι η παράδοση. Όλα είναι παράδοση, δηλαδή ζωή στην ανώτερη φάση της: ζωή και παράδοση ταυτόσημες." 
Ως εκ τούτου δεν παύουμε να μνημονεύουμε την Κούλα Πράτσικα ως την ψυχή που χορεύει εσαεί!


Ακολουθεί σχετικό φωτογραφικό υλικό (Τα Παγανά και η Πεντάμορφη με το Ρόδο) και το βίντεο της εκδήλωσης -αφιέρωμα στην Κούλα Πράτσικα που διοργανώσαμε με το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον", στην Μουσική Βιβλιοθήκη, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με αφορμή τα 40 χρόνια από τον θάνατο της μεγάλης δασκάλας του χορού. 
Δείτε την εκδήλωση και στο κανάλι του ιδρύματος Μποδοσάκη Blod.gr
Επίσης, το βίντεο με την εκτέλεση του έργου "Τα Παγανά" από το Kyklos Ensemble υπό τον Μίλτο Λογιάδη. 


Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Mikhail Bakunin: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ


Μ. Μπακούνιν, Περί της φιλοσοφίας, εισαγωγή μετάφραση σχόλια Δημήτρης Μπαλτάς, εκδόσεις Firebrand, Αθήνα 2026, σελ. 111 
Η πραγματεία «Περί της φιλοσοφίας» του Μιχαήλ Μπακούνιν, η οποία αποτελείται από δύο άρθρα που είχε συνθέσει ο Ρώσος συγγραφέας και επαναστάτης κατά τα έτη 1838–1839, παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε ελληνική μετάφραση. 
Με την πραγματεία «Περί της φιλοσοφίας» έχουμε μπροστά μας ένα κείμενο από την εγελιανή (προ-αναρχική) περίοδο της σκέψης του Μιχαήλ Μπακούνιν. Εδώ ο Μπακούνιν προσεγγίζει και αποτιμά με ιδιαίτερο θαυμασμό πτυχές της Λογικής και, συνολικά, της φιλοσοφίας του Χέγκελ (Hegel). Γράφει σχετικά: «Η μεγάλη ιδιοφυΐα του Χέγκελ κατάφερε να εισαγάγει την επιστημονικότητα στον χώρο της καθαρής, λογικής σκέψης».Παράλληλα, είναι ενδιαφέρον ότι στο «Περί της φιλοσοφίας» ο Μπακούνιν εκφράζει μια θρησκευτικότητα, από την οποία θα απομακρυνθεί στα επόμενα έργα του. Τονίζει χαρακτηριστικά: «Στη σταδιακή της ανάπτυξη, η φιλοσοφία μπορεί να πέσει σε μονομέρειες ή αφαιρέσεις, αλλά η επιδίωξή της είναι πάντοτε σημαντική, πάντοτε εμποτισμένη με μια βαθιά αγάπη για την αλήθεια. Μια τέτοια φιλοσοφία δεν θα είναι ποτέ άθεη και αναρχική, επειδή η ουσία της ζωής και της κίνησής της συνίσταται στην αναζήτηση του Θεού και μιας αιώνιας, λογικής τάξης».

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ATHENS REVIEW OF BOOKS ΣΤΟΝ ΜΑΝΟΛΗ Κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗ


Το τεύχος 186, Σεπτέμβριος 2026, του περιοδικού Athens Review of Books, περιλαμβάνει ένα αφιέρωμα στον αείμνηστο, κράτιστο φιλόλογο Μανόλη Κ. Χατζηγιακουμή (1940-2024). 
Για τον πολύτροπο Χατζηγιακουμή γράφουν φίλοι, μαθητές και συνεργάτες. 
Πολύμνια Αθανασιάδη, Ένας πολλαπλά ταλαντούχος δημιουργός 
Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος, Η μεταφραστική «Οδύσσεια» του Μανόλη Χατζηγιακουμή 
Στέφανος Κακλαμάνης, Πολλοί ᾽ν᾽ οι δρόμοι πόχει ο νους - Μανόλης Χατζηγιακουμής, μελετητής του Νέου Ελληνισμού 
Νίκος Ανδρίκος, Μνημεία Εκκλησιαστικής Μουσικής - Η ηχογράφηση των σημαντικότερων ψαλτών του β΄ μισού του 20ού αι. από τον Μ. Χατζηγιακουμή 
Όλγα Γκράτζιου, Για την επιστημονική κληρονομιά του Μανόλη Κ. Χατζηγιακουμή 
Τάσης Παπαϊωάννου, Τ’ Ασφενδιού της Κω - Ο Μανόλης Χατζηγιακουμής και ο γενέθλιος τόπος του
Μαρία Θεοδωροπούλου, Υπήρξα, και εξακολουθώ να είμαι, μαθήτρια του Μανόλη Χατζηγιακουμή
Αναστασία Δρανδάκη, Δυο λόγια για τον δάσκαλό μου. 
Τα κείμενα του αφιερώματος είναι οι εισηγήσεις των φίλων και μαθητών του Μανόλη Χατζηγιακουμή, που παρουσιάστηκαν στις 27 Φεβρουαρίου 2026, στο Αμφιθέατρο CotsenHall, της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, με αφορμή τη συμπλήρωση δύο χρόνων από τον θάνατό του. 
Παραθέτουμε το σχετικό βίντεο. 


Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Βιβλίο του Νικολάου Π. Καποδίστρια για τη Ζάκυνθο, την οικογένεια Μακρή και τα Ορλωφικά


Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ηρόδοτος το βιβλίο του Ζακυνθινού ιστορικού Νικολάου Π. Καποδίστρια, με τίτλο «Αρχοντική εξουσία και τσαρική επιρροή στο βενετικό Ιόνιο. Η οικογένεια Μακρή και τα Ορλωφικά», με 510 σελίδες. 
Η μελέτη επικεντρώνεται στη Ζάκυνθο του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα και εξετάζει τις σχέσεις εξουσίας που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό της τοπικής κοινωνίας σε μια περίοδο σημαντικών πολιτικών μετασχηματισμών. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ισχυρή αρχοντική οικογένεια Μακρή και ιδιαίτερα ο επικεφαλής της, κόντε Ιωάννης Μακρής, ο οποίος διέθετε εκτεταμένο δίκτυο συγγενών και εξαρτωμένων, με διασυνδέσεις τόσο στο βενετικό κράτος όσο και στην οθωμανική Πελοπόννησο. 
Η μεγάλη επιρροή που ασκούσε στη δημόσια ζωή της Ζακύνθου προκάλεσε, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1760, την ανησυχία των βενετικών αρχών. Την ίδια εποχή, η αυξανόμενη παρουσία της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο και η δράση Ρώσων πρακτόρων στον ελληνικό χώρο δημιουργούσαν νέες πολιτικές προσδοκίες, οι οποίες κορυφώθηκαν με τα Ορλωφικά και τον Ρωσοοθωμανικό Πόλεμο του 1768–1774. 
Μέσα από την περίπτωση της οικογένειας Μακρή, το βιβλίο εξετάζει τη λειτουργία των τοπικών ελίτ, τα δίκτυα εξουσίας και εξάρτησης, καθώς και τις σχέσεις ανάμεσα στη βενετική διοίκηση και τους υπηκόους της. Παράλληλα, αναδεικνύει την τσαρική επιρροή ως έναν νέο παράγοντα που συνέβαλε στην αναδιαμόρφωση των πολιτικών ισορροπιών στο Ιόνιο λίγες δεκαετίες πριν από το τέλος της βενετικής κυριαρχίας. 
Ο Νικόλαος Π. Καποδίστριας, γεννημένος στη Ζάκυνθο το 1988, είναι διδάκτωρ Ιστορίας Νέου Ελληνισμού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διατελέσει υπότροφος ερευνητής στο Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, ενώ μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.


Πώς διαρθρώνονταν οι σχέσεις εξουσίας σε μια ελληνοβενετική νησιωτική μικροκοινωνία στο μεταίχμιο του βενετικού και του οθωμανικού κόσμου και πώς αναδιαμορφώθηκαν με τη δυναμική ανάδυση του ρωσικού παράγοντα στην ανατολική Μεσόγειο; Το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα υπήρξε για τα Ιόνια νησιά περίοδος σημαντικών μετασχηματισμών, καθώς η ενίσχυση της παρεμβατικής πολιτικής της Βενετίας συνέπεσε με τις ανακατατάξεις που προκάλεσε ο α΄ ρωσοοθωμανικός πόλεμος (1768-1774). Όπως αναδεικνύεται από εκτεταμένη αρχειακή έρευνα, πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτές τις εξελίξεις διαδραμάτισε η ζακυνθινή αρχοντική οικογένεια Μακρή. Ο επικεφαλής της, κόντε Ιωάννης, βρισκόταν στο κέντρο ενός εκτεταμένου δικτύου συγγενών και εξαρτώμενων, με διασυνδέσεις στο βενετικό κράτος και στην οθωμανική Πελοπόννησο, και ασκούσε καθοριστική επιρροή στη δημόσια ζωή του νησιού. Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του 1760, η «ανεξέλεγκτη» ισχύς του τον έθεσε στο στόχαστρο των βενετικών αρχών. Επρόκειτο για την περίοδο κατά την οποία η δράση Ρώσων πρακτόρων στον ελληνικό χώρο και οι προσδοκίες που καλλιεργούσε η «φιλορθόδοξη» πολιτική της Μεγάλης Αικατερίνης, με αποκορύφωμα την εξέγερση των Ορλωφικών, διαμόρφωναν νέους ορίζοντες στρατιωτικής και πολιτικής κινητοποίησης. Στο βιβλίο εξετάζεται η δράση της οικογένειας Μακρή, η δομή των δικτύων εξουσίας και εξάρτησης, οι σχέσεις βενετικής διοίκησης και υπηκόων. Παράλληλα, αναδεικνύεται η τσαρική επιρροή ως παράγοντας που αναδιαμόρφωσε τις πολιτικές προσδοκίες στο Ιόνιο λίγες δεκαετίες προτού τερματιστεί η βενετική κυριαρχία. 
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου

 
Περιεχόμενα 
Εισαγωγή 
Αρχοντική εξουσία και τσαρική επιρροή στο βενετικό Ιόνιο. Η οικογένεια Μακρή και τα Ορλωφικά (1770) 
Μέρος Α΄. Ο ευρωπαϊκός 18ος αιώνας, η βενετική πολιτεία και το Κράτος της Θάλασσας 
Κεφάλαιο Α΄. Η αναδιάταξη των διπλωματικών ισορροπιών στον ευρωπαϊκό χώρο 
Κεφάλαιο Β΄. Η Γαληνοτάτη στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων 
Κεφάλαιο Γ΄. Από το κέντρο στην περιφέρεια: γεφυρώνοντας αντιθέσεις 
Κεφάλαιο Δ΄. Η φύση της βενετικής εξουσίας στο Ιόνιο 
Μέρος Β΄. Στάσεις και μορφές αρχοντικής εξουσίας στη βενετική Ζάκυνθο 
Κεφάλαιο Α΄. Οι ιόνιες ελίτ ως φυγόκεντρες δυνάμεις 
Κεφάλαιο Β΄. Πώς δομείται μια φατρία 
Κεφάλαιο Γ΄. Το κυνήγι της αναγνώρισης σε μια κοινωνία τιμής 
Κεφάλαιο Δ΄. Λίγο πριν από το 1770: «πόλεμος» φατριών και αναζήτηση νέων πολιτικών εναλλακτικών
Μέρος Γ΄. Η οικογένεια Μακρή και τα Ορλωφικά 
Κεφάλαιο Α΄. Η ναυτική εκστρατεία των Ρώσων στη Μεσόγειο και η διατάραξη των βενετο-οθωμανικών σχέσεων 
Κεφάλαιο Β΄. Ο αντίκτυπος των Ορλωφικών στη Ζάκυνθο 
Κεφάλαιο Γ΄. Το ερώτημα της αθρόας μετάβασης των χωρικών στις οθωμανικές ακτές 
Κεφάλαιο Δ΄. Η τύχη των πρωταγωνιστών και η στάση της Βενετίας 
Επίλογος - Συμπεράσματα 
Βιβλιογραφία 
Πηγές 
Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία 
Ξενόγλωσση βιβλιογραφία 
Χρονολόγιο

Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ



Henri Cartier-Bresson: Ο Γιάννης Τσαρούχης και η Μαρία Κάλλας στην Επίδαυρο (1961). 
Στην τελευταία επίσκεψή του στην Ελλάδα, ο Γάλλος φωτογράφος παρακολούθησε στην Επίδαυρο την "Medea" του Luigi Cherubini με πρωταγωνίστρια την Μαρία Κάλλας, σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή και με σκηνικά - κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Σε εκείνον οφείλονται οι γνωστότερες φωτογραφίες των δοκιμών και της παράστασης. 
Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Μνήμη Μαρίας Κάλλας σήμερα... 
Σαν σήμερα, πριν 49 χρόνια, η ντίβα που έγινε συνώνυμη της όπερας, πέθανε μόνη στο Παρίσι... Κλεισμένη στο διαμέρισμά της και στον εαυτό της.
Η Μαρία Κάλλας είναι ο ορισμός της ντίβας! Και της τραγικότητας... Η περίπτωσή της υπήρξε στην κυριολεξία μοναδική! Καθόρισε οριστικά την όπερα στον καιρό μας, έζησε την απόλυτη δόξα και πέθανε μόνη...
Η σιωπή στην οποία έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, είναι από τα σπουδαιότερα μαθήματα μουσικής που μας άφησε. Ανήκει στην προσωπική μου μυθολογία, όπως και εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων.
Η Κάλλας πέθανε από έρωτα... Η μετά Κάλλας εποχή που ζούμε εξελίσσεται βαθειά αντιερωτική. Ευτυχώς που υπάρχουν οι ηχογραφήσεις της για να ακονίζουν ακόμα - και εσαεί, νομίζω - την ευαισθησία των αληθινά ερωτικών όντων.
Δίνω τον λόγο στον Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος είχε συνεργαστεί μαζί της, μα κυρίως είχε κατανοήσει βαθειά την ολότελα ξεχωριστή περίπτωσή της.
Είναι, άλλωστε, γνωστή η φράση του: "Αγαπώ την Κάλλας και την Μπέλλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος". 
Παραθέτω εδώ φωτογραφικό υλικό από την συνεργασία του Τσαρούχη με την Κάλλας στην "Μήδεια" του Κερουμπίνι. 
Tου Γιάννη Tσαρούχη 
EIMAI ένας απ' τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, που έμαθε στην Αθήνα το θλιβερό άγγελμα του θανάτου τής Mαρίας Kάλλας. 
Tο ’μαθα έτσι τυχαίως, τηλεφωνώντας στο Παρίσι σε μια φίλη μου. Λίγες ώρες μετά ανήγγειλα το κακό νέο στη σκηνή του θεάτρου Kαπλανών, όπου είχα ανεβάσει τις Tρωάδες. 
Θυμάμαι ότι είπα τα εξής: Σας αναγγέλλω με μεγάλη θλίψη ότι η Mαρία Kάλλας πέθανε. Hταν μια θεά και θα μείνει αθάνατη. Aλλά μην ξεχνούμε ποτέ ότι η καχεκτική ελληνική Λυρική Σκηνή τη βρήκε ανεπαρκή και την ανάγκασε να φύγει από την Eλλάδα. 

Με αφιέρωση του Γ. Τσαρούχη στον Μ. Χατζιδάκι

Θυμάμαι ακόμα κάτι άλλο που είπα στην εφημερίδα «Eθνος», εξ αφορμής του πρώτου της ρεσιτάλ στου «Hρώδου του Aττικού», το ’57, όταν ο Mαμάκης ρώτησε όλους τους καλλιτέχνες να πουν τι γνώμη έχουν γι' αυτή. Επανέλαβα απλώς μια φράση του Eυαγγελίου: «Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες εις κεφαλήν γωνίας εγένετο». 
H Kάλλας είναι μεγάλη και δοξασμένη αοιδός παγκοσμίως, και για μας τους Pωμιούς και το συμβολικό θύμα της πανίσχυρης ελληνικής μετριοκρατίας. Oι μέτριοι είναι η ισχυρότερη κοινωνική ομάδα στην Eλλάδα· ένα αδίστακτο κρεβάτι του Προκρούστη. 
Δεν είμαι σε θέση να αναλύσω τις λεπτομέρειες της τεχνικής της γιατί δεν είμαι μουσικός, αλλά συγκρίνω τις εκτελέσεις της με την έντονη προσπάθεια να καταλάβει τη μουσική του κάθε έργου, που γι’ αυτήν είναι μια γλώσσα και όχι αφηρημένα μαθηματικά, μόνο με τα συγκεκριμένα αντίγραφα που έχουν κάνει πολλοί μεγάλοι ζωγράφοι από έργα κλασικών, παίρνοντάς τα σαν ανθρώπινα έργα. 
Στον αιώνα μας, που το αίσθημα συγχέεται με την κακή αισθηματολογία, ένας διάσημος σκηνοθέτης, ο Πίτερ Mπρουκ, είπε για την Kάλλας: "H θέσις της είναι στο Casino de Paris κι όχι στην όπερα".
Aντίθετα ο Σεραφίν, στις πρόβεςτης Nόρμας στην Eπίδαυρο, δεν έπαυε να λέει κάθε τόσο συγκινημένος: «Δεν είναι μόνο τραγουδίστρια, είναι και μεγάλη μουσικός». 
Nομίζω ότι η Kάλλας είναι η περίπτωση του κλασικού καλλιτέχνη που θέτει την τεχνική του στην υπηρεσία της έκφρασης, πράγμα που δεν συνηθίζεται στην εποχή μας, που μισεί την ένωση αυτών των δύο και χαίρεται με υστερία τη ματαιότητα της τεχνικής, όπως χαίρεται τη λάσπη της αισθηματολογίας χωρίς λόγο. 
H Kάλλας, τραγουδώντας ιταλικά, είναι Eλληνίδα. Aν ποτέ ο κόσμος καταλάβει και ξεχωρίσει τα χαρίσματα των Eλλήνων, που τα σκεπάζουν αφόρητα ελαττώματα, θα προχωρήσει πολύ στην κατανόηση πολλών πραγμάτων μεταξύ των οποίων και η τέχνη. 
Σημείωση: Tο κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Bασίλη Nικολαΐδη «Mαρία Kάλλας». Eκδόσεις «Kέδρος», Aθήνα. 

Μαρία Κάλλας - Αλέξης Μινωτής - Γιάννης Τσαρούχης

Ήταν αρχές Οκτωβρίου όταν συνάντησα την Κάλλας στο μεγάλο ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης, το "Waldorf Astoria", για να συζητήσουμε για τα κουστούμια της Μήδειας. Έφθασα στη Νέα Υόρκη με μιά βαλίτσα γεμάτη βιβλία και φωτογραφίες με ό,τι σχετικό υπάρχει για τη Μήδεια, τον Κερουμπίνι και τον Ευρυπίδη και με τέσσερα τόπια υφάσματα. 
Ασφαλώς θα με ρωτήσετε ποιά ήταν η πρώτη εντύπωση της γνωριμίας μου με την Κάλλας. Με υποδέχτηκε στο πολυτελές διαμέρισμα του ξενοδοχείου τη μ' ένα πέτσινο μπλουζάκι. Ήταν σεμνή και αθώα σαν κοριτσάκι 18 χρονών. 
Βρισκόμουν μπροστά σε μια γυναίκα που γνώριζε την κλασική εποχή και σε μια καλλιτέχνιδα με καταπληκτική διεισδυτικότητα και ένστικτο. Την παρακολούθησα να ξανασχεδιάζει μαζί μου και να προσαρμόζει ένα μεγάλο ρόλο της σ' ένα καινούργιο πνεύμα σκηνοθεσίας. Η διαίσθησή της δεν την αφήνει να κάνει λάθος. Ξέρει ποιό είναι το σωστό για την κάθε στιγμή. 
Ενθουσιάζεται με κάθε σωστή ιδέα. 
"Ναί, ναί, λέει, έτσι πρέπει να βγεί η Μήδεια στην πρώτη πράξη. Έχετε απόλυτο δίκιο. Πρέπει να είναι ατημέλητη χωρίς κανένα στολίδι. Είναι τόσο ταραγμένη που δεν έχει καιρό για στολίδια. Το σκοτεινό κοστούμι με τη στενή, κόκκινη ζώνη, θα δώσει τον σωστό δραματικό τόνο". (...) 
"Η Μήδεια στην τελευταία πράξη δεν είναι γυναίκα πιά", παρατηρεί η Κάλλας. "Κάνει πράξεις που δεν τις κάνει μια γυναίκα. Μεταβάλλεται σε μια δαιμονισμένη φλόγα που καίει με το τρομερό πάθος της εκδικήσεως". (...) 

Στην Όπερα του Ντάλλας στο Τέξας ανέβηκε η «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι
με την Μαρία Κάλλας. Σκηνοθέτης ο Αλέξης Μινωτής, σκηνικά - κοστούμια από τον Γιάννη Τσαρούχη.
Μαζί τους ο Φράνκο Τζεφιρέλι και η Ισπανίδα μέτζο σοπράνο Tereza Berganza. Ήταν 6 Αυγούστου του 1958.


Η παράσταση αρχίζει. Η μουσική ιδιοφυία και το υποκριτικό δαιμόνιο της Κάλλας συνεπαίρνουν το κοινό. Στη σκηνή κινείται μια μεγάλη ηθοποιός που ζωντανεύει μια τραγική μορφή. Το κοινό χειροκροτεί με το πάθος και την ειλικρίνεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνος. (...) 
- Γιάννης Τσαρούχης, "λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες". 
Το 1957, σε μια επιστολή του ο Γιάννης Τσαρούχης στον Γιάννη Μόραλη, από το Ντάλας του Τέξας, για την παράστασή της εκεί, την αποκαλούσε: Μεγάλη σαν τον Γκρέκο! 
Η παράσταση αυτή της "Μήδειας" του Κερουμπίνι, παίχτηκε στο Ντάλλας το 1958 (σ' αυτή την παράσταση αναφέρεται ο Τσαρούχης) και στη συνέχεια στο Λονδίνο το 1959, στην Επίδαυρο το 1961 και στο Μιλάνο το 1961 και το 1962. Στον ρόλο του Ιάσωνα ήταν ο Jon Vickers. Σκηνοθεσία του Μινωτή και σκηνικά-κοστούμια του Γ. Τσαρούχη. 
Στο βίντεο που ακολουθεί, ακούτε ηχογραφημένη εκτέλεση σε στούντιο του 1957 (χορωδία και ορχήστρα της Σκάλας του Μιλάνου), οπτικοποιημένη με φωτογραφίες από την παράσταση του 1958.

.
Nicola Rescigno, Αλέξης Μινωτής, Mαρία Κάλλας, Γιάννης Τσαρούχης στη διάρκεια πρόβας (Ντάλλας 1958)
Γιάννης Τσαρούχης, Κωστής Μπαστιάς, Μαρία Κάλλας, Αλέξης Μινωτής (1961)
Φράνκο Τζεφιρέλι, Γιάννης Τσαρούχης, Μαρία Κάλλας στη διάρκεια πρόβας  (Ντάλλας 1958)
Θεατρικό κοστούμι του Γιάννη Τσαρούχη για τη Μαρία Κάλλας στη Μήδεια
(Αθήνα 1958, Συλλογή Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, Ναύπλιο).
"Μήδεια" του Luigi Cherubini στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου (6-8-1961).
Ο σκηνογράφος της παράστασης, Γιάννης Τσαρούχης, ο σκηνοθέτης, Αλέξης Μινωτής
και η Μαρία Κάλλας υποκλίνονται στο κοινό.
"Μήδεια" του Luigi Cherubini στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου (6-8-1961):
η Κική Μορφονιού, ο σκηνογράφος της παράστασης Γιάννης Τσαρούχης, ο διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Κωστής Μπαστιάς, η Μαρία Κάλλας και ο σκηνοθέτης της παράστασης, Αλέξης Μινωτής.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη για την "Μήδεια" με την Μαρία Κάλλας
Ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Αλέξης Μινωτής κατά την προετοιμασία των κοστουμιών για την
Μήδεια του Κερουμπίνι, που παρουσιάστηκε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου με την Μαρία Κάλλας (1961). 

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΕΝΑΝ ΘΑΝΑΤΟ

Πάμπλο Πικάσο, Ο θάνατος του Κασαχέμας (1901)

Μαρία Χατζηαποστόλου 
Διδάκτωρ Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. 
«Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του 
θα ’χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο». 
Οδυσσέα Ελύτη, «Το Άξιον Εστί» 
«Είχε μπει, θαρρώ, ένας γκρίζος και παγερός Νοέμβρης χιόνιζε κρυσταλλωμένο χιόνι. Μια βραδιά από δίπλα ακούσαμε ένα μονότονο τραγούδι με αργή και συρτή φωνή. Έπειτα ακούστηκαν ρυθμικοί χτύποι, σαν κάποιος να χτυπούσε με το χέρι ένα πιάτο ή ένα ταψί. Κι έπειτα ρυθμικά βήματα χορού. Τραγούδι, χτύποι και χορός μια άρχιζαν και μια σταματούσαν. Κι αυτό κράτησε ως τα βαθιά μεσάνυχτα. Ο ένας κοίταζε τον άλλο με ζωηρά απορημένα μάτια. Αλλά πρωί πρωί η χοντρούλα γειτόνισσα, που μας είχε ανακοινώσει τον πόλεμο των Γερμανών, μπήκε στην κουζίνα μας σαν αέρας. Μας είπε πνιχτά πως η Αννούλα πέθανε βαθιά χαράματα, κι οι δικοί της πριν πεθάνει τραγούδησαν και χόρεψαν, όπως το ’θελε η ίδια. Μετά είπε το “Θεός σχωρέστην”, κι έκανε ελαφρά δακρυσμένη το σταυρό της, λιγάκι ωστόσο χαμογελώντας θλιμμένα, και πρόσθεσε πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα. Κανένας δεν έλεγε κουβέντα. Το δικό μου το μυαλό σφηνώθηκε στο τραγούδι και στο χορό της περασμένης νύχτας. Δεν μπορούσα να δώσω μια εξήγηση. Εντούτοις ήμουνα πάντοτε έτοιμος να δεχτώ πως στο θάνατο συμβαίνουν ολότελα περίεργα πράγματα. (Αργότερα τι μπορούσαν να μου πουν οι κατοπινές σοφίες που διάβαζα για το μοιρολόγι;)».1
Αυτά τα λόγια του αγαπημένου δασκάλου Ματσούκα ήλθαν και πάλι στον νου μου τούτες τις μέρες. Κι αναρωτήθηκα. Τραγούδι και χορός μπροστά στον θάνατο; Είναι δυνατόν; Φυσικά. Μόνο αυτό έχουμε. Τις φωνές που γεμίζουν τα σοκάκια τις νύχτες, την ξαφνική μουσική που ξεχύνεται από αμάξι περαστικό κι αν τύχει να παίζει και τραγούδι που σου αρέσει, σιγοτραγουδάς κι εσύ μαζί με τον οδηγό του. Τον εργάτη που χτίζει, ακούγοντας τις μελωδίες που χτίζουν τη δική του ψυχή. Τον ερωτευμένο που αγρυπνά, απαλύνοντας την καρδιά με στίχους υπερουράνιους. Κι αν του θανάτου του πρέπει η σιωπή και μια αγκαλιά προς τους πενθούντες, ωστόσο απέναντι στο παράλογο του θανάτου, ποιος μπορεί να παραμείνει λογικός; 
Γι’ αυτό ο θρυλικός Ζορμπάς δεν ξέρει να μοιρολογεί, παρά μονάχα να χορεύει πάνω στην καταστροφή. Ακόμη και όταν παραδίδει την τελευταία του παρακαταθήκη στον αγαπημένο του «καλαμαρά» τον Νίκο Καζαντζάκη –που δεν είναι άλλη από το αγαπημένο του σαντούρι– τη συνοδεύει μαζί με μια πρόκληση-πρόσκληση.2  Έτσι, όταν ο συγγραφέας ζητά από τον Ζορμπά να του μάθει χορό, στην ουσία του ζητά να του μάθει να ζει. Και σε μια άλλη στιγμή τους, απίστευτα συγκλονιστική, ο συγγραφέας ακούει γεμάτος δέος τον Ζορμπά να του εξομολογείται: «‒ Γιατί δὲ γελᾶς; ρώτησε. Τί μὲ κοιτᾶς ἔτσι; Τέτοιο εἶναι τὸ σκαρί μου. Ἕνας διάολος εἶναι μέσα μου καὶ φωνάζει, καὶ κάνω ὅ,τι μοῦ πεῖ. Κάθε ποὺ πάω νὰ πλαντάξω, μοῦ φωνάζει: “Χόρεψε!” καὶ χορεύω. Ξεπλαντάζω. Μιὰ φορὰ ποὺ πέθανε τὸ παιδί μου, ὁ Δημητράκης μου, στὴ Χαλκιδική, ἔτσι σηκώθηκα πάλι καὶ χόρεψα. Οἱ συγγενεῖς κι οἱ φίλοι ποὺ μὲ θωροῦσαν νὰ χορεύω μπροστὰ ἀπὸ τὸ λείψανο, χύθηκαν νὰ μὲ πιάσουν. “Τρελάθηκε ὁ Ζορμπᾶς, φώναξαν, τρελάθηκε ὁ Ζορμπᾶς!”. Μὰ ἐγώ, τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἂν δὲ χόρευα, θὰ τρελαίνουμουν ἀπὸ τὸν πόνο. Γιατί ’ταν ὁ πρῶτος μου γιὸς κι ἦταν τριῶν χρονῶν καὶ δὲν μποροῦσα νὰ βαστάξω τὸ χαμό του. Κατάλαβες τί σοῦ λέω, ἀφεντικό, ἢ μιλῶ τοῦ ἀγέρα;».3
Για τους φίλους που έφυγαν άδικα, ο απολογισμός είναι πάντοτε δυσβάσταχτος για την ανθρώπινη ψυχή. Όμως, πάντα στο τέλος η αναστάσιμη προοπτική γεμίζει τον άνθρωπο με την πεποίθηση πως ο θάνατος αποτελεί μια παρούσα κατάσταση που δεν αφορά το μέλλον, καθώς θα αντιμετωπιστεί και θα αποτελέσει διά παντός παρελθόν. Παρόλα αυτά και έως την τελική υπαρξιακή λύτρωση, ο απάνθρωπος θάνατος παραμένει και θα παραμένει μέγεθος δυσβάσταχτο και απερίγραπτο στην ανθρώπινη λογική. Κάτι το αδιανόητο. Αδικία κατάφορη. 
Όμως, δεν ξεχνώ πως ακόμη κι ο Χριστός δάκρυσε μπροστά στο μνήμα του Λαζάρου. Και τούτο το δάκρυ ήταν η αρχή του τέλους του θανάτου. Στην ανοιχτή αγκαλιά του Εσταυρωμένου γεννιέται η ελπίδα όλου του κόσμου. Αλλά μπροστά στη σκοτεινιά του θανάτου, ακόμη και ο Θεάνθρωπος συν-κινείται στη θέα του νεκρού φίλου.Κι ας ξέρει πως στην επόμενη στιγμή, ως Θεός, θα τον αναστήσει. Ο άνθρωπος Χριστός δακρύζει.5  Γιατί ο θάνατος δεν παύει ποτέ να είναι παράλογος. Και το παράλογο του θανάτουγεννάει μέσα στον άνθρωπο ένα μεγάλο και ερωτηματικό «γιατί». Ένα αναπάντητο, βασανιστικό, μεγάλο «γιατί». 
Γιατί ο θάνατος στέκει πάντα εκεί, κρυμμένος ύπουλα στο βαθύ σκοτάδι, καρτερώντας υπομονετικά και παραμονεύοντας για το επόμενο θήραμα, θύτης αμετανόητος εκείνος που παραμένει πάντοτε ακριβής στις συναντήσεις του.7  Με κάθε τρόπο βιώνεται καθημερινά από τον άνθρωπο,8  παραμένοντας αμίλητος, ασυγκίνητος και αδηφάγος. Αλλά και ηττημένος,9  καθώς οι κεκοιμημένοι σαν το ξανθό σιτάρι θα φυτρώσουν και πάλι στη γη. Οι αγαπημένες μορφές των φίλων αποτελούν το κλειδί για την είσοδο στην άλλη διάσταση και παραμυθία για τη δύσκολη, αλλά όμορφη ζωή που καλούμαστε να βιώσουμε, όλοι εμείς, οι ζώντες. 
Στο διάβα των διαστάσεων υπάρχουν ζώντες-κεκοιμημένοι, αλλά και ζωντανοί-νεκροί. Σαν να μην αρκεί ο αβάσταχτος πόνος του θανάτου. Υπάρχουν τούτοι οι δολοφόνοι-εραστές του μαμωνά που απαξιώνουν την ανθρώπινη ζωή. Υπάρχουν και όλοι εκείνοι οι Φαρισαίοι με το λαμπρό φωτοστέφανο να τους τυφλώνει και την ψευδαίσθηση εκείνη της δήθεν εξουσίας που νομίζουν πως έχουν τη δικαιοδοσία να κρίνουν τους πάντες. Οι ανώνυμοι ψευδοεπαναστάτες του πληκτρολογίου. Και όχι μόνο.
Αισθάνονται σαν τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή. Δικάζουν τον άλλον. Καταδικάζουν προσωπικές επιλογές. Παραμονεύουν σαν τον θάνατο να εντοπίσουν την όποια αστοχία, το όποιο θανάσιμο –κατ’ αυτούς– λάθος-πάθος, ρίχνοντας σπονδές στον ειδωλολάτρη θεό-τιμωρό τους. Λες και η ζωή που δόθηκε στον άλλον, ανήκει σ’ εκείνους. Κι όσο πιο άξια πορεύτηκε ο κεκοιμημένος στην παρούσα ζωή, όσο πιο πολύ αγαπήθηκε, τόσο μεγαλύτερο είναι και το λυσσαλέο μίσος τους που κάνει ακόμη και τον Εωσφόρο ν’ απορεί. 
Μεγαλώνουμε, κάνουμε σχέδια, γοητευόμαστε, απογοητευόμαστε. Καμωνόμαστε τους σπουδαίους. Πασχίζουμε ν’ αυξήσουμε το γόητρό μας. Αλλά λησμονούμε το πιο σημαντικό. Να ζήσουμε. Να απολαύσουμε κάθε ηλιοβασίλεμα που βάφει τη θάλασσα και κάθε σελήνη που στολίζει το στερέωμα. Να δούμε το πρόσωπο του Θεού στο πρόσωπο του συνανθρώπου. Να καταλάβουμε πως καμία στιγμή δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Αλλά όταν το κατανοούμε η ύβρη απέναντι στη ζωή έχει ήδη διαπραχθεί. Ο έσχατος εχθρός έχει κερδίσει ήδη έδαφος. Και απειλεί τη μικρή ζωή μας. 
Το κακό πέφτει πάνω στον κόσμο σαν νοητός λύκος, όμως η ομορφιά εξουσιάζει τα πάντα και στο τέλος νικά. Κάποτε οι ψυχές καταργούν τον θάνατο και αποκτούν και πάλι αίμα. Και είναι όλοι εκείνοι οι γνωστοί και άγνωστοι ίσκιοι, που αναμένουν υπομονετικά τον ερχόμενο κεκοιμημένο για να τον συνοδεύσουν προς το φως: «Έξω, στον μικρό δρόμο, και μέσα στο κηπάκι ακόμα, είχαν μαζευτεί και τον περίμεναν για να τον πάρουν, όλοι τους αόρατοι και υπομονετικοί, οι μάρτυρες και οι φίλοι του οι ψαράδες, οι συγγενείς και οι παλαιοί γείτονες, γιαγιάδες και παππούδες, γονείς και αδέλφια, όλοι οι άγιοι και οι προφήτες-ποιητές, ντυμένοι όλοι το υπερούσιο φως των ουρανών και της θάλασσας».10
Προσπάθησα να τον μερέψω τον θάνατο. Τον είπα Αρχάγγελο. Τον έκανα φίλο μου από εχθρό. Και τότε κατάλαβα πως δεν είναι το τέλος. Είμαστε φτιαγμένοι από το υλικό των άστρων, αποτελούμε κομμάτι του ουρανού. Και κουβαλώντας εκείνον μέσα μας, παλεύουμε να τον συναντήσουμε και πάλι. Αγωνιζόμαστε για την ένωση. Τούτες τις ώρες τις μικρές που ο ύπνος απέχει έτη φωτός και η αγρύπνια έχει εγκαθιδρύσει το βασίλειό της, αναλογίζομαι πως κάθε κεκοιμημένος αναμένει την αγάπη της μνήμης να τον αναστήσει. Κρατώ την αγάπη. Εκείνη ως κραταιά δύναμη νικά τον θάνατο. 
________
1. Νίκου Ματσούκα, Γλυκόπικρες ρίζες. Μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 79-80. Επίσης, βλ. Χρυσόστομου Σταμούλη, Τα τραγούδια στη θεολογία του Νίκου Ματσούκα, Αντίδοσις, Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012. Ηλεκτρονική πηγή: https://antidosis.wordpress.com/2012/10/12/ 
2. Νίκου Καζαντζάκη, Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ἀλέξη Ζορμπᾶ, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2008, σ. 315: «Νὰ κοπιάσετε νὰ κοιμηθεῖτε σπίτι της καὶ νὰ παραλάβετε, τὸ πρωὶ ποὺ θὰ φύγετε μὲ τὸ κάλο, καὶ τὸ σαντούρι». 
3. Νίκου Καζαντζάκη, Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ἀλέξη Ζορμπᾶ, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2008, σ. 84. 
4. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος, μετάφραση-επιμέλεια έκδοσης Βασίλη Αργυριάδη, εκδ. Ἐν πλῷ, Αθήνα 2006, σ. 38: «Όμως ο Χριστός δακρύζει μπροστά στο μνημείο του φίλου Του και μ’ αυτήν την πράξη αποκαλύπτει τη δική Του πάλη με το θάνατο˙ την άρνησή Του να αγνοήσει το θάνατο και να συμβιβαστεί μοιρολατρικά μαζί του. Άξαφνα, ο θάνατος παύει να αποτελεί μιά “φυσιολογική” κατάσταση, και φαντάζει σαν κάτι αλλότριο, αφύσικο, διεστραμμένο κι αποτρόπαιο. Αναγνωρίζεται ως εχθρός: “Ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος”». 
5. Ίσως, ο πιο συγκλονιστικός στίχος ολόκληρου του Ευαγγελίου, ο οποίος ταυτοχρόνως φανερώνει τη βαθιά ανθρωπινότητα του Ιησού, ανήκει στον Ιωάννη τον Θεολόγο. Βλ. Ιω. 11, 35: «ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς». 
6. Ιδιόμελον Νεκρωσίμου Ακολουθίας: «Θρηνῶ καί ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τόν θάνατον [...] Τί τό περί ἡμᾶς τοῦτο γέγονεν μυστήριον;». 
7.  Βλ. Μάνου Ελευθερίου, Ἀνταπόδοση, Ἡ σφαγὴ, εκδ. Προβολή, Αθήνα 1965, σ. 66: «Τὴν πρώτη φορὰ ποὺ ἔζησε τὸ θάνατό του, ἤτανε στὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι, μιὰ Μεγάλη Τετάρτη». 
8. Βλ. Μάνου Ελευθερίου, Τό ἄγγιγμα τοῦ χρόνου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1994, σ. 53: «[…] κάθε ὥρα τῆς ἡμέρας παρακολουθοῦσα αὐτή τή σκοτεινή καί μυστηριώδη μεταμόρφωση τοῦ θανάτου μου, […]». 
9. Όπ. παρ., σ. 20: «Ἤθελες νά πᾶς τυλιγμένη μέ τό ροῦχο μιᾶς δόξας καί μιᾶς ἀνάστασης». 
10.  Μάνου Ελευθερίου, Άνδρες του αίματος, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2019, σ. 426.


Related Posts with Thumbnails