Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΓΙΑ "ΤΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΚΑ" ΚΑΙ "ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΙΚΑ" ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΔΗΜΟΚΙΔΗ / LIFO


Τα Χατζιδακικά: Οι διαφορετικές πτυχές του Μάνου Χατζιδάκι, σ’ ένα καινούργιο βιβλίο 
Ο μελετητής του έργου του Χατζιδάκι Παναγιώτης Ανδριόπουλος μιλά για τη ζωή και το έργο του -πάντα επίκαιρου- συνθέτη 
ΑΡΗΣ ΔΗΜΟΚΙΔΗΣ 
Ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα σπούδασε βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Συμμετείχε σε πολλά χορωδιακά σχήματα, σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και έχει τραγουδήσει έργα σύγχρονων ελλήνων συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», με το οποίο παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό πρωτότυπες παραγωγές βασισμένες κυρίως στην ελληνική ποίηση και μουσική. Οι καλλιτεχνικές συνεργασίες του πολλές και σημαντικές. Επιπλέον, τα κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους επιστημονικούς τόμους. Αρθρογραφεί σε θεολογικά και πολιτιστικού περιεχομένου περιοδικά και διατηρεί το ιστολόγιο Ιδιωτική Οδός και το site Φως Φαναρίου, το οποίο καλύπτει αποκλειστικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κείμενά του -πολλά μάλιστα ήταν για τον Χατζιδάκι- έχουμε φιλοξενήσει πολλές φορές στα Μικροπράγματα της LIFO. Πέρσι κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Ελληνορωσικά» (εκδόσεις s@mizdat, 2022), αλλά σήμερα μας μιλά με την αφορμή της έκδοσης της εξαιρετικής συλλογής κειμένων με τίτλο «Τα Χατζιδακικά» (ιδιωτική έκδοση, 2023). 
-Αλήθεια, κύριε Ανδριόπουλε, πώς προέκυψαν τα Χατζιδακικά; 
«Τα Χατζιδακικά» προέκυψαν από την αγάπη μου στον Μάνο Χατζιδάκι, αλλά και από όσα μαγικά έζησα μαζί του – ως ακροατής – την περίοδο της Ορχήστρας των Χρωμάτων (1989-1993). Τότε άρχισα να μυούμαι στην μυθολογία του Χατζιδάκι και ο Χατζιδάκις να βρίσκεται πλέον στην πρώτη θέση της προσωπικής μου μυθολογίας. Ο Χατζιδάκις σήμαινε τότε για μένα – κι ακόμα σημαίνει – αληθινή ελληνικότητα, βαθιά οικουμενικότητα, πολιτική ανοιχτότητα. «Τα Χατζιδακικά» αποτελούν, λοιπόν, κείμενα που γράφτηκαν τα τελευταία 15 χρόνια και τα δημοσίευσα στο ιστολόγιό μου «Ιδιωτική Οδός» ή στα περίφημα «Μικροπράγματά» σου στη Lifo, αγαπητέ μου Άρη, αλλά τα επεξεργάστηκα δεόντως για την έκδοση τους σε έντυπη μορφή. 
-Πώς προέκυψε η ερευνητική ενασχόλησή σας με τον Χατζιδάκι; 
Αυτή η «ερευνητική ενασχόληση» θα έλεγα ότι είναι σπουδή στην ελληνικότητα. Ερευνώντας τον Χατζιδάκι σπουδάζεις την ελληνικότητα του 20ού αιώνα σε όλες τις εκφάνσεις της. Προσεγγίζοντας και ερευνώντας το έργο του ανακάλυψα τους ζωγράφους, τους ποιητές, τους χορευτές. Ανακάλυψα τις άγνωστες πτυχές και συνθέσεις μεγάλων συνθετών, όπως του Μπετόβεν και του Μάλερ, κατάλαβα πώς ο Χατζιδάκις έχει την τρομερή ικανότητα να περιέχει ο ίδιος ένα μουσικό σύμπαν. Γιατί ο Χατζιδάκις δεν είναι μόνο τα τραγούδια του και οι μουσικές του, αλλά μας μυσταγωγεί στις μουσικές του κόσμου, είτε με την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών την δεκαετία του ’60, είτε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων τη δεκαετία του ’90. Ο ίδιος έλεγε – πολύ σωστά – ότι τον ενδιαφέρουν όσοι τον ανακαλύπτουν κι εγώ τον βλέπω να στέκεται πάντοτε μπροστά μου προς ανακάλυψιν. Είναι τόσο πολυδιάστατος και απρόβλεπτος, ώστε πραγματοποιώ ελεύθερη κατάδυση και μαθητεία στην ομορφιά του. 
-Στο βιβλίο μαθαίνουμε για πολλές πτυχές του έργου του Χατζιδάκι και το πώς σχετίζεται αυτό με άλλους καλλιτέχνες. Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για το περιεχόμενο; 
Ο Χατζιδάκις ως γνήσιος καλλιτέχνης επηρέαζε και επηρεαζόταν. Ο ίδιος διάβαζε πολύ, άκουγε πολλή μουσική, διαλεγόταν με νέους καλλιτέχνες. Ήταν πραγματικά ένα πνεύμα ανήσυχο, σε εγρήγορση. Έτοιμος να δημιουργήσει με πάθος κι ας θεωρούσε – μετριοπαθώς – την όλη εργασία του ως ένα «παιχνίδι» για το οποίο έβαζε κάθε φορά «στοίχημα». Μου φαίνεται ακόμα τόσο καταπληκτικό να ανακαλύπτει μέσα στην Κατοχή τους συνθέτες της εποχής του, με τα πενιχρά μέσα που υπήρχαν τότε. Εκείνες οι προσωπικές του ανακαλύψεις, τον καιρό εκείνο, τον καθόρισαν τόσο ώστε να τις διευθύνει αργότερα με την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών ή με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Το «Ελληνικό Χορόδραμα», το «Πολύτροπον», ο «Σείριος», ο «Μουσικός Αύγουστος» στην Κρήτη, οι Μουσικοί Αγώνες της Κέρκυρας και πολλά ακόμα, τι άλλο ήταν παρά το πάθος του για σχέση με την αληθινή τέχνη και τους αληθινούς καλλιτέχνες, πέρα από φτηνούς εντυπωσιασμούς και αισθηματολογίες. Ο Χατζιδάκις ήταν ακριβός, δηλαδή ασυμβίβαστος και ακέραιος σε όλα τα επίπεδα. 


-Ποίηση και Χατζιδάκις. Ποια θα λέγατε πως είναι η σχέση του με τους Έλληνες και ξένους ποιητές που αναφέρονται στο βιβλίο; 
Πρώτα πρώτα θεωρώ πως ο Χατζιδάκις ήταν ο ίδιος ποιητής ή καλύτερα ο ορισμός της ποίησης, με την έννοια ότι πάντοτε δρούσε με ποιητικό τρόπο. Ήταν η αριστοκρατία του πνεύματος. Χωρίς βερμπαλισμούς, χωρίς συνθήματα, ήταν ο άνθρωπος που ζούσε μέσα από την ποίηση. Αλλά ταυτόχρονα είχε κι αυτή την απίστευτη διάκριση: Θεωρούσε ότι το ζήτημα δεν είναι η μελοποιημένη ποίηση, αλλά το ποιητικό τραγούδι. Γι’ αυτό συνεργάστηκε στενά με τον Νίκο Γκάτσο και παρήγαγαν από κοινού μια δική τους «ποιητική γλώσσα». Μόνο στον «Μεγάλο Ερωτικό» και στα «Τραγούδια της αμαρτίας» καταπιάστηκε με την μελοποίηση. Προσωπικά έμαθα πολλούς σπουδαίους κύκλους τραγουδιών – σε ποίηση σημαντικών ευρωπαίων ποιητών και μουσική μεγάλων συνθετών – μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του Χατζιδάκι και μέσα από την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Γνώριζε και την κλασική και τη μοντέρνα ποίηση, τίποτα δεν του διέφευγε. Πάντως ο ίδιος μιλούσε για ποιητική πράξη, που είναι ουσιαστικά η ποιητική νοημοσύνη στην καθημερινότητα μας. 
-Βρήκα πολύ ενδιαφέροντα τα κεφάλαια για τη σχέση του με τους ξένους αλλά και τους Έλληνες συνθέτες. Πείτε μας κάτι γι’ αυτά… 
Παρακολουθούσε από νέος τόσο το διεθνές όσο και το εγχώριο ρεπερτόριο, στον χώρο της λόγιας μουσικής και όχι μόνο. Άκουγε και διαφορετικές εκτελέσεις του κάθε έργου και είχε να σου προτείνει και την καλύτερη γι’ αυτόν ερμηνεία. Θεωρούσε πως η μουσική είναι μία οπότε κατάρτιζε ένα πρόγραμμα με αγαπημένους του έλληνες συνθέτες, όπως ο Μενέλαος Παλλάντιος (που τον είχε και δάσκαλο), ο Πέτρος Πετρίδης και ο Μάριος Βάρβογλης, στο πρώτο μέρος, και στο δεύτερο μέρος έβαζε Άστορ Πιατσόλα! Νομίζω πως στην Ελλάδα μάθαμε τον Πιατσόλα από τον Χατζιδάκι. Το αργεντίνικο τάνγκο στην Ελλάδα είναι χατζιδακική υπόθεση. Θυμάμαι ότι από την Ορχήστρα των Χρωμάτων άκουσα για πρώτη φορά έργα του Παλλάντιου, τα οποία μετά ο Χατζιδάκις έβγαλε σε δίσκο. Κι ακόμα, η Ορχήστρα των Χρωμάτων μας έδωσε σημαντικές δισκογραφικές παραγωγές με συνθέτες που αγαπούσε ο Μάνος Χατζιδάκις (Γιάννης Χρήστου, Άστορ Πιατσόλα, Νίκος Σκαλκώτας κ.α.). Αλλά να πω και κάτι ακόμα: Είχα εκστασιαστεί όταν ο Χατζιδάκις μας παρουσίασε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων το έργο του Νταριούς Μιγιώ «Το βόδι πάνω στη στέγη», που έχει τον τίτλο ενός βραζιλιάνικου λαϊκού τραγουδιού και βασίζεται σε μελωδίες που ο Μιγιώ θυμόταν από την παραμονή του στη Βραζιλία το 1917-18. Μαγικός κόσμος! 
-Ξεχωριστή σημασία έχουν τα κείμενά σας για τους «βίους παράλληλούς» του με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μετά απ’ όλη αυτή την έρευνα, τι πιστεύετε για τη μεταξύ τους «χημεία»; 
Γνωρίστηκαν πολύ νέοι, συνδέθηκαν με φιλία, είχαν βέβαια τις διαφωνίες τους, αλλά πιστεύω ότι υπήρχε ένας βαθύς εσωτερικός σύνδεσμος. Το γεγονός ότι ο Χατζιδάκις διηύθυνε έργα του Μίκη Θεοδωράκη με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, δηλαδή την τελευταία περίοδο της ζωής του, δε νομίζω ότι είναι λίγο πράγμα… Είχαν πολλά κοινά και όσο κι αν απομακρύνθηκαν κατά διαστήματα, νομίζω πως πάντα «συνομιλούσαν» εσωτερικά. Ο Χατζιδάκις είναι αυτός που πρώτος διηύθυνε τον «Επιτάφιο» του Θεοδωράκη, προκαλώντας τριγμούς, την εποχή εκείνη, με τη λυρική προσέγγισή του. Και ο Χατζιδάκις είναι αυτός που κάνει πρόβες τον «Επιτάφιο» στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη με την Φλέρυ Νταντωνάκη και τον Σπύρο Σακκά, στην εκδοχή για φωνή και πιάνο. Πιστεύω ότι το έργο αυτό το θαύμαζε! Τη σουίτα μπαλέτου «Ελληνική Αποκριά» του Θεοδωράκη από τον Χατζιδάκι την πρωτάκουσα, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, και μετά άρχισα να μπαίνω και στον μυθικό κόσμο του «Ελληνικού Χοροδράματος», όπου και οι δύο είχαν συνεισφέρει τα μέγιστα. 


-Ως θεολόγος, καλύψατε με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο και το θέμα «Χατζιδάκις και θρησκεία. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτό. 
Ο Χατζιδάκις δεν ήταν αυτό που λέμε «θρησκευόμενος» άνθρωπος. Ευτυχώς! Έτσι είχε την καθαρότητα να μας δώσει «θεολογικά» – τα χαρακτηρίζω – κείμενα για τα Χριστούγεννα ή τον Επιτάφιο και το Πάσχα. Ανίχνευε την ουσία, δεν έμενε στην επιφάνεια. Γι’ αυτό και η έννοια του «Επιταφίου» τον συνείχε: από την «Οδό Ονείρων» μέχρι την «Εποχή της Μελισσάνθης» κ.ο.κ. Επίσης, δείτε τι τεράστια σημασία έχει στο έργο του ο Χριστός ή η Παναγία. Όχι με δογματικό τρόπο, αλλά σίγουρα με ουσιαστικό και ενίοτε υπερβατικό. Ο Χριστός είναι παιδί («ήσουν παιδί σαν τον Χριστό») αλλά και «είν’ ο θλιμμένος έφηβος Χριστός». Η Παναγιά είναι «μια θλιμμένη αρχόντισσα» αλλά και η «Παναγία των Πατησίων». Η έννοια της «αμαρτίας» που είναι «βυζαντινή», ενώ ο έρωτας «αρχαίος», έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον στον Χατζιδάκι. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Ανδρέας Καρακότας, που ερμήνευσε μοναδικά «Τα τραγούδια της αμαρτίας» σε ποίηση Ντ. Χριστιανόπουλου, μας έδωσε και το θαυμάσιο βιβλίο «Αμαρτία και περιθώριο στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι», όπου αναφέρεται στις σχετικές απόψεις του Μάνου Χατζιδάκι. Κι ακόμα, η τελευταία συναυλία του Χατζιδάκι με την Ορχήστρα των Χρωμάτων ήταν αφιερωμένη στο φαινόμενο του νεοναζισμού, αλλά είχε προγραμματίσει η επόμενη να ήταν αφιερωμένη στις λεγόμενες παρεκκλησιαστικές οργανώσεις, καθώς είχε καταλάβει τον διαβρωτικό τους ρόλο μέσα στην ελληνική κοινωνία. Ο Χατζιδάκις είναι ανεξάντλητος και εδώ. 
-Από τα αγαπημένα μου κεφάλαια ήταν αυτό για την τελευταία του συναυλία, που, καθόλου τυχαία, ήταν εναντίον του νεοναζισμού. Τι είχε γίνει τότε; 
Είχε σκεφθεί κάθε συναυλία του με την Ορχήστρα των Χρωμάτων να έχει ένα θέμα. Έτσι, έκανε focus σε ζητήματα που απασχολούσαν τον ίδιο αλλά και την κοινωνία. Το μανιφέστο του για το φαινόμενο του νεοναζισμού διατύπωσε σε ένα κείμενο που είχε ως ένθετο στο πρόγραμμα της συναυλίας και το οποίο από τότε έγινε διάσημο, καθώς αποδείχθηκε προφητικός. Ο Χατζιδάκις ήταν ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος. Μας δίδαξε, λοιπόν, να μην εγκλωβιζόμαστε σε ιδεολογίες, προλήψεις και προκαταλήψεις που ουσιαστικά υποδηλώνουν τον άνθρωπο. Αυτό όμως προϋποθέτει ανθρώπους υποψιασμένους και σε καμία περίπτωση εφησυχασμένους. Η άνοδος του νεοναζισμού στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα τον δικαίωσε πλήρως. 
-Παραμένει πιστεύετε ο Χατζιδάκις επίκαιρος σήμερα; 
Θεωρώ πως είναι και σήμερα και αύριο τραγικά επίκαιρος. Η ευαισθησία του συνελάμβανε πράγματα από το μέλλον. Ξαναδιαβάζοντας τα κείμενα του, ακούγοντας τις μουσικές του, πορευόμαστε με αυτόν οδοδείκτη. Ήταν «του ολίγου και του ακριβούς», κατά τον Ελύτη. Καίριος και ουσιαστικός. Ρεαλιστής και προφητικός. Με προοπτική Σείριου, ήτοι οδού προς τα άστρα.




Άρης Δημοκίδης 
Το βιβλίο «Τα Θεοδωρακικά» του θεολόγου, συγγραφέα και μουσικού Παναγιώτη Ανδριόπουλου αποτελεί μια βαθιά, συστηματική και πολυεπίπεδη προσέγγιση στο έργο, την προσωπικότητα και την ευρύτερη πολιτισμική προσφορά του Μίκη Θεοδωράκη. Μέσα από τη μοναδική του ματιά, ο συγγραφέας αναδεικνύει πτυχές του συνθέτη που συχνά παραβλέπονται, όπως η σχέση του με τη θρησκευτικότητα, τη βυζαντινή παράδοση, αλλά και τη λόγια ποίηση. 
Έρχεται λίγα χρόνια μετά από «Τα Χατζιδακικά», το αντίστοιχο βιβλίο με κείμενα για τον Μάνο Χατζιδάκι, το οποίο επίσης παρουσιάσαμε στα Μικροπράγματα της LIFO. 
Μίλησα σήμερα με τον κ. Ανδριόπουλο για τον μεγάλο μας συνθέτη και τις πιο αθέατες πλευρές του. 
-Κύριε Ανδριόπουλε, τι ακριβώς σηματοδοτεί για εσάς ο όρος «Τα Θεοδωρακικά» και ποιο ήταν το αρχικό έναυσμα για να συγκεντρώσετε αυτά τα κείμενα σε έναν αυτόνομο τόμο; 
ΑΠ. «Τα Θεοδωρακικά» αποτελούν συνέχεια – θα έλεγα- του βιβλίου μου «Τα Χατζιδακικά». Οι δύο συνθέτες μας ανήκουν στην προσωπική μου μυθολογία από όταν ήμουν ακόμα παιδί, οπότε τα βιβλία αυτά είναι για μένα μια κατάθεση ζωής. Τα κείμενα του τόμου είναι καρπός ερευνητικής, κυρίως, εργασίας και πάντα προσπαθώ ό,τι καταθέτω δημόσια να έχει μια σχετική πρωτοτυπία. Άλλωστε το έργο του Μίκη Θεοδωράκη είναι τεράστιο και «Τα Θεοδωρακικά» μου είναι απλώς ελάχιστες πτυχές, λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό. 
-Ως θεολόγος και μουσικός, αναδεικνύετε συχνά μια πιο μεταφυσική ή θρησκευτική διάσταση στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Πώς γεφυρώνεται η κοσμοθεωρία ενός δημιουργού που ταυτίστηκε με την Αριστερά και τον υλισμό, με τις βαθιές πνευματικές αναζητήσεις που εντοπίζετε στο έργο του; 
ΑΠ. Ο Θεοδωράκης ξεκίνησε ως «παιδί της Εκκλησίας», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος. Όταν ήρθε στην Αθήνα μπολιάστηκε με την αριστερή σκέψη, που στην περίοδο της Κατοχής και αργότερα ήταν κυρίαρχη, κάτι που θεωρώ φυσικό για την εποχή. Όμως, ο Θεοδωράκης δεν είχε στεγανά. Αναγνώριζε τον κοινωνικό ρόλο της Εκκλησίας και ιδιαίτερα την υψηλή τέχνη που δημιούργησε η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό το υπερασπιζόταν πάντα, ανεξάρτητα από την αριστερή του τοποθέτηση. Κάτι που δεν έκαναν άλλοι, πιο δογματικοί αριστεροί. «Τα Θεοδωρακικά» αναδεικνύουν, νομίζω, αυτόν τον πλουραλισμό του Θεοδωράκη, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον άνθρωπο – βαθιά ουμανιστής- και στην τέχνη. 


-Στο βιβλίο σας εξετάζετε τη σχέση του Θεοδωράκη με την εκκλησιαστική μουσική (π.χ. «Άξιον Εστί», «Κασσιανή»). Πόσο βαθιές θεωρείτε ότι είναι τελικά οι βυζαντινές ρίζες στο DNA της μουσικής του και πώς επηρέασαν τον τρόπο που μελοποιούσε; 
ΑΠ. Στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου παραθέτω ακριβώς αυτή την βαθιά επιρροή του από την εκκλησιαστική μουσική, την οποία, όμως, μας προβάλλει ο ίδιος! Είναι θαυμαστό ότι στο άγνωστο – εν πολλοίς – μικρό βιβλίο του «Μουσική για τις μάζες», ο ίδιος μας λέει τα δάνεια του από την εκκλησιαστική μουσική και πώς ενσωμάτωσε στα τραγούδια του, μουσικές φράσεις, μελωδίες ή και φόρμες της βυζαντινής μουσικής. Μέχρι τώρα οι μελετητές του έργου του Θεοδωράκη δεν εστίασαν στην «εκκλησιαστική» – ας την πούμε έτσι – πλευρά του. Στο Αρχείο του, στην Μουσική Βιβλιοθήκη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, υπάρχουν εκατοντάδες παρτιτούρες που περιλαμβάνουν κυρίως νεανικές θρησκευτικές συνθέσεις του, οι οποίες κάποια στιγμή πρέπει να εκδοθούν, αφού αποκατασταθούν μουσικά, και να ερμηνευθούν. Υπάρχει ακόμα πολύς Θεοδωράκης ανέκδοτος! 
-Μέσα στις σελίδες του βιβλίου αντανακλώνται και δικές σας αλληλεπιδράσεις με τον ίδιο τον συνθέτη. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο αποφασίσατε να τον παρουσιάσετε στο κοινό; 
ΑΠ. Πάντα με συγκινούν οι λιγότερο γνωστές πτυχές των μεγάλων δημιουργών. Εδώ με ενδιέφερε και ο «Πατρινός» Μίκης Θεοδωράκης, επειδή κατάγομαι από την Πάτρα. Ο συνθέτης άρχισε τις μουσικές σπουδές του στην Πάτρα προπολεμικά, όπου έμεινε για ένα μικρό διάστημα, και στη δεκαετία του ’50 μδ το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου παρουσίασε στο Δημοτικό Θέατρο της Πάτρας το «Τετράγωνο αρ. 40», ένα μπαλέτο του Μ. Θεοδωράκη, βασισμένο στο προγενέστερο έργο του «Ελληνική Αποκριά». Πολύ αργότερα ανακάλυψε τον Πατρινό ποιητή Διονύση Καρατζά, του οποίου μελοποίησε τέσσερις κύκλους τραγουδιών! Πρόκειται για τον πιο πολυμελοποιημένο ποιητή από τον Μ. Θεοδωράκη κι αυτό δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Γι’ αυτό αφιερώνω ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου στη σχέση Δ. Καρατζά – Μ. Θεοδωράκη, που κορυφώνεται με το συμφωνικό κύκνειο άσμα του συνθέτη, σε ποίηση Καρατζά «Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων». Αυτός ο Θεοδωράκης μάλλον δεν μπορεί να φτάσει στον λαό, δηλαδή σε ένα μαζικότερο κοινό, πρέπει, όμως, να γίνει γνωστός στον ευρύτερο μουσικό και καλλιτεχνικό κόσμο. Γιατί για μένα αυτός είναι ο «κλασικός» Θεοδωράκης.

Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά

-Ο Θεοδωράκης «ανάγκασε» έναν ολόκληρο λαό να τραγουδάει νομπελικούς ποιητές. Μέσα από τη δική σας έρευνα, ποια θεωρείτε την πιο υποτιμημένη ή λιγότερο φωτισμένη πτυχή της σχέσης του με τον ποιητικό λόγο; 
ΑΠ. Πολύ σωστή η ερώτησή σας. Νομίζω πως η δουλειά του Μ. Θεοδωράκη πάνω στην ποίηση του Δ. Καρατζά είναι λιγότερο προβεβλημένη και γι’ αυτό θα πρέπει να επανέλθουν οι ερμηνευτές και να προτείνουν εκ νέου στο κοινό αυτή την θαυμάσια συνθετική εργασία του Μίκη. Επίσης, πρέπει να εστιάσουμε και στον ποιητή Μ. Θεοδωράκη, δηλ. σε γνωστά αλλά και άγνωστα τραγούδια που έγραψε σε δικούς του στίχους, ήδη από τα νιάτα του. Αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί φωτίζει περισσότερο την εκρηκτική – έτσι κι αλλιώς – προσωπικότητά του. 
-Ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε μια έντονα πολιτική και συχνά πληθωρική ή αντιφατική προσωπικότητα, προκαλώντας κατά καιρούς ποικίλες αντιδράσεις. Πώς καταφέρνετε στα «Θεοδωρακικά» να κρατήσετε την ισορροπία ανάμεσα στον πολιτικό Θεοδωράκη των παθών και στον καθαρά καλλιτεχνικό δημιουργό; 
ΑΠ. Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Θεοδωράκης όταν αναφέρεται στη συνεργασία του με την Ραλλού Μάνου, λίγο καιρό αφότου είχε γυρίσει από την εξορία στην Ικαρία. Έγραψε: «Η Ραλλού Μάνου, όπως και η Ντόρα Τσάτσου, η στενότερή της συνεργάτις, ανήκαν στις λεγόμενες μεγάλες αθηναϊκές οικογένειες, που όμως είχαν αρκετή κουλτούρα ώστε να μην επηρεάζονται από τις ιδεολογικές ταυτότητες των καλλιτεχνών που δούλευαν μαζί τους. Άλλωστε, θέματα όπως ο Εμφύλιος, η πολιτική κατάσταση και ο Ψυχρός Πόλεμος, με μια θα ’λεγες μυστική συμφωνία, δεν αναφέρονταν ποτέ στις συζητήσεις. Ο καθένας διατηρούσε τις πεποιθήσεις του. Το σημαντικό ήταν η εργασία. Η μουσική, τα σκηνικά, η χορογραφία». Ο Θεοδωράκης μέσα από τις απίστευτες περιπέτειες του βίου του, θαρρώ πως είχε αποκτήσει μια σοφία για να διακρίνει, κάθε φορά, πρόσωπα και καταστάσεις. Γι’ αυτό και επικρίθηκε σφοδρά για διάφορες πολιτικές επιλογές του. Ήταν, αναμφίβολα, ένας ορμητικός χείμαρρος, ο οποίος, όμως, ήξερε να διακρίνει τα πνεύματα.
-Έχοντας ασχοληθεί εκτενώς και με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, υπάρχει στα «Θεοδωρακικά» ένας άτυπος διάλογος ή παραλληλισμός ανάμεσα στους δύο αυτούς πυλώνες του ελληνικού πολιτισμού; Πού τέμνονται και πού αποκλίνουν κατά τη γνώμη σας; 
ΑΠ. Όπως σας είπα και στην αρχή με έχει καθορίσει η σχέση των δύο, παρότι ξεκίνησα «Χατζιδακικός». Μελετώντας τις ζωές τους βλέπει κανείς πολλά παράλληλα, παρότι η αφετηρία ήταν διαφορετική. Ο Χατζιδάκις δεν πολυενδιαφερόταν για τον λαό (πράγμα που μου το δίδαξε, επιτρέψτε μου), ενώ ο Θεοδωράκης ποθούσε να φτάσει στον λαό. Νομίζω ότι τέμνονται στα περισσότερα και αποκλίνουν στα λιγότερα. Ο Χατζιδάκις είχε μια στιβαρή ιδιωτικότητα, ενώ ο Θεοδωράκης μια καλπάζουσα εξωστρέφεια. Είχαν όμως και οι δύο μια σπάνια ευαισθησία! Την οποία και αναγνώριζαν ο ένας για τον άλλον. Συμπορεύτηκαν και στο «Ελληνικό Χορόδραμα» και στην διάδοση της συμφωνικής μουσικής. Μη ξεχνάμε ότι ο Χατζιδάκις έπαιξε πολύ Θεοδωράκη! Από τον «Επιτάφιο» με τη Νάνα Μούσχουρη, μέχρι συμφωνικά έργα του Μίκη με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Και ο Θεοδωράκης πάντοτε εγκωμίαζε αφειδώλευτα τον Χατζιδάκι. Μα πώς αλλιώς; Ήταν μια σχέση ζωής. Γνωρίστηκαν το 1945, σαν ήταν και οι δύο είκοσι χρονών! 


-Με τον Μίκη Θεοδωράκη να έχει περάσει πλέον στην αιωνιότητα, πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η υστεροφημία του; Πιστεύετε ότι υπάρχει κίνδυνος το έργο του να εγκλωβιστεί σε μια στείρα, μουσειακή ή επετειακή αντιμετώπιση; 
ΑΠ. Φυσικά και υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, για να μη πω ότι υφίσταται ήδη. Ο πολύς κόσμος αγνοεί τον «εκκλησιαστικό» Θεοδωράκη, τον Θεοδωράκη που μελοποίησε Πωλ Ελυάρ στα γαλλικά (έχω ειδικό κεφάλαιο στο βιβλίο), τον Θεοδωράκη του «Ελληνικού Χοροδράματος», δηλ. των μπαλέτων, τον Θεοδωράκη της Μουσικής Δωματίου και τον συμφωνικό Θεοδωράκη. Όλοι μένουν μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του. Όμως, θα πρέπει να αναδειχθεί σιγά σιγά όλο το εύρος του τεράστιου έργο του. Κι ακόμα θα πρέπει να μελετηθούν και τα άπειρα γραπτά του, τα οποία παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. 
-Ποιο στοίχημα θεωρείτε ότι βάζουν «Τα Θεοδωρακικά» με τους νέους ανθρώπους σήμερα; Μπορεί ένας νέος του 2026, που έχει εντελώς διαφορετικά ακούσματα και βιώματα, να «ξεκλειδώσει» τον κώδικα της μουσικής και της σκέψης του Θεοδωράκη μέσα από το βιβλίο σας; 
ΑΠ. Δύσκολη ερώτηση, αλλά θα σας απαντήσω «χατζιδακικά». Για τους νέους με αληθινή ευαισθησία «Τα Θεοδωρακικά» μπορεί να είναι το έναυσμα για να ανακαλύψουν τον άγνωστο Θεοδωράκη. Αυτόν που ο πολύς κόσμος αγνοεί. Και ταυτόχρονα να εμπνευστούν από την ακατάβλητη αγωνιστικότητά του, από τον νεανικό ενθουσιασμό του, από την αφοσίωσή του στον ανθρωπισμό, από την προσήλωσή του στην μουσική και από πολλές ακόμα εκφάνσεις της πολυτάραχης ζωής του, που για μένα αποτελούν την μεγάλη παρακαταθήκη του. Φανταστείτε ότι φυλακισμένος στη Ζάτουνα και στον Ωρωπό από την χούντα, βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί πιο συστηματικά με την βυζαντινή μουσική! Τίποτα δεν τον κατέβαλε, τίποτα δεν τον σταματούσε. Πάντοτε προχωρούσε μπροστά, ανοίγοντας τον δρόμο.
-Κλείνοντας αυτόν τον σημαντικό κύκλο καταγραφής για τον Μίκη, ποιο είναι το επόμενο ερευνητικό ή συγγραφικό σας βήμα; Συνεχίζετε να αναζητάτε τις εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στην τέχνη, τη θεολογία και τον ελληνικό πολιτισμό; 
ΑΠ. Σωστά το θέτετε. Μου αρέσουν αυτές οι «εκλεκτικές συγγένειες», που στηρίζονται πάντοτε σε ντοκουμέντα και όχι σε δικές μου εικασίες. Είμαι προ των πυλών για την έκδοση των «Ελυτικών», δηλαδή κείμενά μου για τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος, επίσης, με συν-κινεί από τη νεότητά μου. Και βέβαια είναι ο ποιητής που συνδέθηκε και με τον Χατζιδάκι και με τον Θεοδωράκη. Στα «Θεοδωρακικά» αναφέρομαι στην σχέση Ελύτη και Θεοδωράκη με τον Πωλ Ελυάρ, ενώ στα «Ελυτικά» προσπαθώ να περιγράψω την στενή σχέση Ελύτη και Χατζιδάκι. Όλοι αυτοί οι «άγιοι» του νεοελληνικού μας βίου νομίζω ότι αξίζουν όχι μόνο την τιμή αλλά και στην αέναη σπουδή μας στο έργο τους. 

Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά

* Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Θεολογία, βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Συμμετείχε σε πολλά χορωδιακά σχήματα, σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και έχει τραγουδήσει έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», με το οποίο παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό πρωτότυπες παραγωγές βασισμένες κυρίως στην ελληνική ποίηση και μουσική. Συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο στην «Πάτρα 2006 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», με τον μαέστρο και συνθέτη Άλκη Μπαλτά στο “Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής Πάτμου” και με τον συνθέτη Αλέξανδρο Καλογερά στο Φεστιβάλ «Μούσα Ελληνική» Χίου. Την διετία 2017-2019 συνεργάστηκε με τον διάσημο χορογράφο και χορευτή φλαμένκο Israel Galvan. Στο πλαίσιο της documenta14 (Αθήνα και Kassel) συμμετείχε στην παραγωγή La farsa monea και κατόπιν στην παραγωγή του Israel Galvan, La fiesta, στο Φεστιβάλ Αβινιόν της Γαλλίας και σε διεθνή περιοδεία. Κείμενα του για την θεολογία και τον πολιτισμό έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικούς τόμους και στο διαδίκτυο.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΣΤΟ ΔΙΠΤΥΧΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΑΪ 100.3 ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ


Το δίπτυχο αφιέρωμα στον ΣΚΑΪ 100.3 «Γνωρίζοντας την ευρωπαϊκή ιστορία»: η ανάπτυξη της μουσικής τον 19ο αιώνα 
Προσκεκλημένος ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος
Παρουσίαση: Άρης Πορτοσάλτε 
Υπεύθυνη περιεχομένου – παραγωγή: Τζένη Πουπουλίδου 
Η πρώτη εκπομπή μεταδόθηκε την Κυριακή 19 Ιουλίου και μπορείτε να την ακούσετε ΕΔΩ. 
Η δεύτερη μεταδόθηκε την Κυριακή 26 Ιουλίου και μπορείτε να την ακούσετε ΕΔΩ. 

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΚΑΥΤΑΝΤΖΟΓΛΕΙΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΤΟΥ ΕΚΠΑ ΣΤΗΝ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Πριν έξι χρόνια, το 2020, γράφαμε για τον νέο ιστορικό Νίκο Καποδίστρια, τον Ζακύνθιο, εδώ στην Ιδιωτική Οδό
"Ο νέος και φέρελπις ιστορικός Νίκος Καποδίστριας, με σπουδές και ερευνητική εργασία στο Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, ως υπότροφος της Ακαδημίας Αθηνών, μας έχει δώσει μέχρι τώρα πολύ ενδιαφέρουσες μελέτες που αφορούν κυρίως στον τόπο καταγωγής του, στην Ζάκυνθο. Ανάμεσά τους: 
- Το προσφερτό φέουδο του Μερκάτη στο Μπανάτο της Ζακύνθου (τέλη 18ου αιώνα). Ι΄ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, Κέρκυρα 30 Απριλίου – 4 Μαΐου 2014. 
- Ιόνιοι άρχοντες και κλήρος στα χρόνια αρχιερατείας του Σωφρόνιου Κουτούβαλη (1759-1782). Θησαυρίσματα/Thesaurismata (έκδοση Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας) 44 (2014), 345-360. 
- "Violence and Politics: Ideologies, Identities, Representations", Third Colloquium of Young Researchers, 14, 15 & 16 January 2016, Faculty of History and Archaeology, University of Athens. 
- Μορφές διατάραξης της «θείας τάξης» στα ζακυνθινά χρονικά και η οργάνωση της συλλογικής μνήμης (17ος -18ος αι.). 
Επομένως, το γεγονός ότι την Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020, ανακηρύχτηκε Διδάκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με άριστα ομόφωνα, δικαιώνει τους ερευνητικούς κόπους του και ανοίγει γι’ αυτόν νέες προοπτικές σοβαρής και ουσιαστικής επιστημονικής εργασίας. 


Ο Νίκος Καποδίστριας, γιος του ποιητή π. Παναγιώτη Καποδίστρια και της ευγενεστάτης Φωτεινής, υπέβαλε και υποστήριξε στην αρμόδια επταμελή επιτροπή την διδακτορική του διατριβή, με θέμα: "Στάσεις και μορφές αρχοντικής εξουσίας στη βενετική Ζάκυνθο. Η οικογένεια Μακρή και τα "Ορλωφικά" (1770)"
Στην παρουσίαση παρέστη και η ακαδημαϊκός Χρύσα Μαλτέζου, επί σειρά ετών διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. 
Η επιτροπή επήνεσε την ερευνητική εργασία του Νίκου Π. Καποδίστρια, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι φωτίζεται επαρκώς μια σημαντική πτυχή της ιστορίας της βενετικής Ζακύνθου μέσα από πολύτιμο αρχειακό υλικό, κατάλληλα επεξεργασμένο". 
Έξι χρόνια μετά, και ενώ ο συγγραφέας έχει αναπτύξει διδακτική και άλλη ερευνητική δραστηριότητα, η διδακτορική διατριβή του συγκαταλέγεται στις διατριβές που βραβεύονται για το έτος 2025 με το Καυταντζόγλειο Βραβείο της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η διάκριση αυτή αποτελεί για τον βραβευθέντα και τη Ζάκυνθο ιδιαίτερη τιμή και σημαντική αναγνώριση της πολυετούς ερευνητικής προσπάθειας, που συνδέθηκε με τη διατριβή, η οποία βρίσκεται ήδη στο τυπογραφείο και αναμένεται η κυκλοφόρησή της στις επόμενες εβδομάδες. 
Ευχόμαστε από καρδιάς στον νέο άλλα ήδη ακάματο ερευνητή πάντοτε πλούσιους ερευνητικούς ιστορικούς καρπούς και πάντοτε να τυγχάνει της αναγνώρισης που τού πρέπει. 
Ακούστε τον Νίκο Καποδίστρια στο istorima να μιλάει για την εμπειρία του από την έρευνά του στα Αρχεία της Βενετίας. Αφού εξηγεί πώς βρέθηκε στο Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, μιλάει για τη ζωή του ερευνητή, αλλά και για την καθημερινότητά του στην πόλη. Στη συνέχεια, μιλάει για την έρευνά και τα συμπεράσματά της, που τον οδήγησαν στη διδακτορική του διατριβή. Τέλος, μεταξύ άλλων, σημειώνει τη σημασία της ύπαρξης του βενετικού αρχείου, ιδιαιτέρως για το νησί της Ζακύνθου.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Η ΑΛΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Σαν χθες, 23 Ιουλίου του 1996, πριν τριάντα χρόνια έφυγε η Αλίκη.
Μόλις είχε γιορτάσει τα γενέθλιά της, ανήμερα του Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου).
Ας επιχειρήσουμε ένα μικρό αφιέρωμα με οδηγό τον Μάνο Χατζιδάκι. 
Eλληνικός κινηματογράφος σημαίνει οπωσδήποτε Αλίκη Βουγιουκλάκη και Μάνος Χατζιδάκις. Ο Χατζιδάκις, ακόμα κι αν δεν ήταν στις προθέσεις του, έκανε την Αλίκη τραγουδίστρια, και μάλιστα με "χρυσές" επιτυχίες, που εξακολουθούν να τραγουδιούνται και από τα παιδιά της σήμερον. Ιδού λοιπόν ο πρώτος χρυσός δίσκος της ελληνικής δισκογραφίας!
Η αρχή της σχέσης τους έγινε το 1959 με την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Το ξύλο βγήκε απ΄ τον παράδεισο» για ν΄ ακολουθήσουν: «Το κλωτσοσκούφι» (1960) και η «Μανταλένα» (1960) σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου, «Η Αλίκη στο ναυτικό» (1961) με τον Αλέκο Σακελλάριο, «Η Λίζα και η άλλη» (1961) με τον Ντίνο Δημόπουλο, τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» (1963), και το 1964 η χαμένη ταινία «Αliki my love» σε σκηνοθεσία του Rudolf Μate κ.ά.
Ο Χατζιδάκις βέβαια σε κάθε ευκαιρία ξεκαθάριζε ότι έγραψε τραγούδια για τις ταινίες του Φίνου για καθαρά βιοποριστικούς λόγους και ότι τα τραγούδια αυτά δεν εξέφραζαν το ζητούμενό του στην τέχνη της μουσικής. 
Η Αλίκη, πάντως, είχε την πρωτιά σε κομμάτια όπως «Εχω ένα μυστικό» (Χατζιδάκις, Σακελλάριος), «Η αγάπη θέλει δύο» (Μαμαγκάκης, Ντ. Δημόπουλος), «Θάλασσα Πλατιά» (Χατζιδάκις, Γ. Ρούσσος), «Θαλασσοπούλια μου» (Χατζιδάκις, Γκάτσος), «Λευτέρη» (Ξαρχάκος, Γκάτσος), «Μες σ΄ αυτή τη βάρκα» (Χατζιδάκις, Χατζιδάκις), «Το σύννεφο έφερε βροχή» (Χατζιδάκις, Γκούφας), «Πέρα στον πέρα κάμπο» (Πλέσσας, Ντ. Δημόπουλος), «Πόσο σ΄ αγαπώ» (Λοΐζος, Παπαδόπουλος) κ.ά.

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η θρυλική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου "Μανταλένα" (1960) με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Στο ρόλο του παπα - Φώτη ο αξέχαστος Παντελής Ζερβός. 
Ίσως πρέπει κάποια στιγμή να αποτιμηθεί θεολογικά η φιγούρα του παπά του νησιού στην ταινία, όπως την αποτύπωσε στο σενάριό του ο Γιώργος Ρούσσος.


Λένε ότι η ταινία βασίστηκε σε μια παλιότερη αληθινή ιστορία, που μάλλον συνέβη στην Αντίπαρο όπου γυρίστηκε η ταινία ή και αλλού. Σε κάθε περίπτωση ο παπα - Φώτης δίνει ρεσιτάλ ήθους, ανθρωπιάς και παρεμβατικότητας στα πράγματα που δεν τ' αφήνει στην τύχη τους. Έτσι, αποφασίζει να χρίσει "ευλογημένη" την ορφανή και δακτυλοδεικτούμενη Μανταλένα πετώντας τη - κυριολεκτικά - στη θάλασσα τη μέρα των Φώτων και τα ...μαγειρεύει κατά τρόπο ώστε εκείνη να πιάσει το Σταυρό. Αλησμόνητη σκηνή!...


Τη μουσική στην ταινία έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος βρισκόταν στην Αντίπαρο (μιλάμε για το 1960) με το υπόλοιπο συνεργείο και ηχογραφούσε μουσική και τραγούδια του νησιού, προκειμένου να εμπνευστεί για τα τραγούδια της ταινίας. Μεταξύ αυτών και "Το τραγούδι της βάρκας", όπως ήταν ο αρχικός τίτλος του αγαπημένου "Θάλασσα πλατιά". Ο Χατζιδάκις "χάρισε" στην Αλίκη κι άλλο ένα τραγούδι σ' αυτή την ταινία, το "Μες σ' αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή". 
Όμως, από την ενασχόληση και καταγραφή του Χατζιδάκι της παραδοσιακής μουσικής της Αντιπάρου εκείνη την εποχή, προέκυψαν και τρία χαρακτηριστικά δημοτικοφανή συνθέματα που χρησιμοποιεί ο συνθέτης προς το τέλος της ταινίας, εκεί στη σκηνή με τις φωτιές τ' Αϊ Γιάννη. Πρόκειται για τους μπάλλους: "σ' αυτή τη γειτονίτσα", "μπάλλος αφεντάδικος" και "τσαμπούνες". Το "Σ' αυτή τη γειτονίτσα" είναι σε στίχους του σεναριογράφου Γιώργου Ρούσσου, ο οποίος καταγόταν και από την Αντίπαρο και έγραψε κατά μίμηση παραδοσιακού τραγουδιού. 
Το τραγούδι ερμηνεύει η σπουδαία και ειδική στα νησιώτικα Αιμιλία Χατζηδάκη με τη συνοδεία χορωδίας.


Σ' αυτή τη γειτονίτσα 
σ' αυτή τη γειτονιά 
Αγάπησα μια νέα 
μ' ολόσγουρα μαλλιά 
Ούτε στον ήλιο βγαίνει 
ούτε και στη δροσιά 
Μα βγαίνει στο φεγγάρι 
και στην αστροφεγγιά

Ο "Μπάλλος αφεντάδικος" δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μελωδία που μεταπλάθει ο Χατζιδάκις στο "Τραγούδι της Σειρήνας" (Με τ' άσπρο μου μαντήλι) σε στίχους Νίκου Γκάτσου και ακούγεται δύο χρόνια αργότερα (1962) στην ταινία Aliki, my love. Ιδιοφυής και η σύλληψη και η διαφορετική χρήση. Το τραγούδι ερμήνευσαν στη δισκογραφία: η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Νάνα Μούσχουρη και η Μαίρη Λίντα (αναφέρομαι στις αρχικές ηχογραφήσεις).

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Οι "τσαμπούνες" νομίζω πως είναι το καθαρά παραδοσιακό κομμάτι. Ο Χατζιδάκις αφήνει τους λαϊκούς μουσικούς να αυτοσχεδιάσουν σ΄ ένα ξέφρενο ρυθμό που τού είναι απαραίτητος για την κορύφωση της σκηνής. 
Παραθέτουμε εδώ αυτούς τους εξαίσιους τρεις μπάλλους του Χατζιδάκι από τη Μανταλένα, με την ευχή να αξιωθούμε να τους χορέψουμε κάποτε με πάθος. Πραγματικά ή στην φαντασία μας δεν έχει σημασία.

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Ας θυμηθούμε, όμως, και την συνεργασία Μάνου Χατζιδάκι και Αλίκης Βουγιουκλάκη στο έργο του Bernard Shaw "Καίσαρ και Κλεοπάτρα", που παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 1962 στο θέατρο "Κοτοπούλη - Rex". Πέρασαν κιόλας 64 χρόνια!... 
Το έργο ανέβηκε σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, σκηνικά και κοστούμια Νίκου Εγγονόπουλου και πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Τζαβαλά Καρούσο. Οι στίχοι των τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι. Η μουσική διδασκαλία τραγουδιστών και ορχήστρας της Έλλης Νικολαίδου. Τραγούδι: Ευγενία Συριώτη, Σπύρος Σακκάς, Ζωή Φυτούση, Γιώργος Κωνσταντίνου.


Ήταν η πρώτη θιασαρχική δουλειά της Αλίκης Βουγιουκλάκη, και ο θίασος ήταν από κοινού με τον Μ.Χατζιδάκι. Η Αλίκη ένιωθε ήδη εγκλωβισμένη στην εικόνα της και έκανε την πρώτη της προσπάθεια να ξεφύγει από αυτή, στήνοντας μια πολύ προσεγμένη παράσταση με τους εκλεκτότερους συνεργάτες. Ωστόσο το κοινό που σχεδόν δεν αναγνωρίζει την Αλίκη και σοκάρεται με τα τολμηρά ενδύματα της Κλεοπάτρας δεν προτιμά το έργο και δεν γεμίζει το τεράστιο θέατρο. Έτσι η παράσταση "κατεβαίνει" σχεδόν αμέσως, αλλά η μουσική του Χατζιδάκι παραμένει ως σήμερα μια υπέροχη μουσική Ροσσινικής υφής.


Παραθέτουμε, στη συνέχεια, ένα σπάνιο ντοκουμέντο της γαλλικής τηλεόρασης. Πρόκειται για την μόνη καταγραφή που υπάρχει με την Αλίκη στα τραγούδια του Χατζιδάκι, όπως παρουσιάστηκαν στην παράσταση Καίσαρ και Κλεοπάτρα, καθώς, όπως είναι γνωστό, στον δίσκο που κυκλοφόρησε τα τραγούδια που ερμήνευσε η Βουγιουκλάκη στο θέατρο τα ηχογράφησε η Ευγενία Συριώτη. 
Το απόσπασμα προέρχεται από το ντοκιμαντέρ της Γαλλικής τηλεόρασης Carte Blance που γυρίστηκε το 1962 για να τιμηθεί ο προσφάτως - τότε- βραβευμένος με Όσκαρ Χατζιδάκις και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στην εκπομπή του Ηλία Μαλανδρή Εστιν ουν στο Seven X. 

 

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΝΟΥ ΒΟΛΑΝΑΚΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Εκατό χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη γέννηση του μεγάλου σκηνοθέτη και θεατρανθρώπου Μίνου Βολανάκη (22 Ιουλίου 1926 - 15 Νοεμβρίου 1999).
Ας δούμε μερικές πινελιές του τεράστιου έργου του. 
Μόλις συνειδητοποίησα την επέτειο θυμήθηκα ένα τραγούδι του Βολανάκη! Δηλαδή ένα τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου σε στίχους του Βολανάκη, με την Βασιλική Λαβίνα, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (1981).
Αυτό συνέβη - και είναι νομίζω μοναδικό - διότι το τραγούδι  Ώρα, ώρα σε στίχους Βολανάκη, είναι η μελοποίηση ενός χορικού του Αριστοφάνη από τις «Εκκλησιάζουσες» σε μετάφραση του Μίνου Βολανάκη.
Είναι γνωστό ότι ο Βολανάκης υπήρξε και έξοχος μεταφραστής ιδίως από την αγγλική γλώσσα, ενώ ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι προτάσεις του στη μετάφραση αρχαίας κωμωδίας και τραγωδίας. Αρκεί να θυμίσουμε ότι  στην παράσταση "Εκκλησιάζουσες" που ανέβασε πριν λίγα χρόνια το Εθνικό Θέατρο, χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση του Μ. Βολανάκη. 
Ο Βολανάκης ανέβασε με εξαιρετική επιτυχία τις "Εκκλησιάζουσες" (1965), με πρωταγωνίστρια την Άννα Συνοδινού (Πραξαγόρα), τον Κώστα Καζάκο και άλλους γνωστούς ηθοποιούς, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Είναι η χρονιά που η Άννα Συνοδινού αποχώρησε από το Εθνικό Θέατρο, ίδρυσε το θίασο «Ελληνική Σκηνή Άννα Συνοδινού», διαμόρφωσε σε θέατρο το παλιό νταμάρι στο λόφο του Λυκαβηττού και παρουσίασε εκεί την "Αντιγόνη" του Σοφοκλή (σκηνοθεσία του Γιώργου Σεβαστίκογλου) και τις "Εκκλησιάζουσες" του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Μ. Βολανάκη.

Από τις "Εκκλησιάζουσες" σε μετάφραση και σκηνοθεσία Μ. Βολανάκη 

Αξίζει να μείνουμε λίγο στις "Εκκλησιάζουσες" του Βολανάκη, καθώς ο πολύς Μάριος Πλωρίτης σε κριτική του επικροτεί την σκηνοθετική ματιά του Βολανάκη, η οποία επικεντρώθηκε κυρίως στον τόνο της λαϊκής κωμωδίας παρά της θεαματικής επιθεώρησης. Όπως γράφει χαρακτηριστικά στην κριτική του (Θέατρο 6/7/1965), "ο Αριστοφάνης είναι σάτιρα, σαρκασμός, μυκτηρισμός, είναι λαϊκό γλέντι, γιορτή, ξεφάντωμα, δεν είναι θέαμα με την έννοια του ελαφρού ευρωπαϊκού πασατέμπο".
Επίσης, ο Πλωρίτης ως παράδειγμα επιτυχημένης μετάφρασης στον Αριστοφάνη φέρνει εκείνη του Βολανάκη στις "Εκκλησιάζουσες", η οποία είναι έξυπνη και αστραφτερή και καθώς χρησιμοποιεί σωρεία από "γραφικές" εκφράσεις της σημερινής μας γλώσσας, έδωσε στο κείμενο ζωντάνια και αμεσότητα. Η μετάφραση με τον τρόπο αυτό πέτυχε τον προορισμό της: να κοινωνήσει άνετα τους σατιρικούς στόχους του ποιητή. 
Και τώρα ας ακούσουμε το τραγούδι (χορικό από τις Εκκλησιάζουσες) του Μαρκόπουλου, σε στίχους Βολανάκη. 
Ώρα, ώρα ήρθε η ώρα | Ώρα, ώρα ήρθε πια τώρα | Η ώρα η ώρα έχει φτάσει | Φτάσει και φτάσει | Καιρός για δράση | Πάρτε τα ποδιά σας στο ρυθμό μας | Έφτασε η ώρα για το σκοπό μας | Πάρτε τα πόδια σας | Πάρτε πόδι παιδιά | Ώρα, ώρα ήρθε η ώρα | Ώρα, ώρα ήρθε πια τώρα | Η ώρα η ώρα έχει φτάσει | Φτάσει και φτάσει | Καιρός για δράση | Μπρος παιδιά στο καθήκον μας | Τώρα πάμε | Μπρος παιδιά κι ήρθε η ώρα μας | Για να πάμε | Όλοι εσείς τυχεροί | Στης χαράς τα μέρη | Όποιος έξω απ' το χορό | Πολλά τραγούδια ξέρει | Ώρα, ώρα ήρθε η ώρα | Για περισυλλογή | Και για την αλλαγή


Σκέπτομαι ότι ο Βολανάκης ήταν στην καλλιτεχνική συντροφιά – πνευματική θα την έλεγα καλύτερα – του καφέ Ζόναρς, με τον Χατζιδάκι, τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Κατσίμπαλη, τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα και τόσους άλλους δημιουργούς που τροφοδότησαν την νεοελληνική μας ευαισθησία.
Η συνεργασία Χατζιδάκι – Βολανάκη είναι κάτι που ήδη με απασχολεί σοβαρά και ελπίζω να βρω τον χρόνο για την σχετική έρευνα. 
Αξίζει, τώρα, να θυμηθούμε τι έχει πει ο σκηνοθέτης και ιερέας π. Πέτρος Μινώπετρος, ο οποίος σε μία συνέντευξή του είχε προσδιορίσει τις οφειλές του στον δάσκαλό του: 
«Από αυτόν έμαθα αρχαίο δράμα, ελισαβετιανό θέατρο, ποιητικό θέατρο, αμερικανικό θέατρο Τένεσι Γουίλιαμς. Εμαθα επίσης τη μεγάλη ευθύνη, το βάρος και τη δυσκολία τού να αυτοπροσδιορίζεσαι ως Ελληνας, το να είσαι ανοικτός σε όλες τις πολιτιστικές παραδόσεις του κόσμου, την ελληνικότητα στην οικουμενική της διάσταση, τη διαιώνιση της ύπαρξης του Γένους μέσα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τις ομοιότητες της ζωής του καλλιτέχνη με την ασκητική εμπειρία, την αυτονομία της σκέψης, τις μεθόδους αναζήτησης και τα κλειδιά της προσωπικής σου έκφρασης που δεν θα σε εγκαταλείψουν στην πραγμάτωση του έργου τέχνης». 
Τα όσα λέει ο π. Πέτρος Μινώπετρος είναι ολόκληρα κεφάλαια του βίου και του έργου του Μ. Βολανάκη και χρήζουν ειδικής αναλύσεως.
Στέκομαι μόνο σ’ αυτό το …περίεργο που λέει για το Οικουμενικό Πατριαρχείο: «τη διαιώνιση της ύπαρξης του Γένους μέσα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο»! 
Πώς ο Βολανάκης είχε συλλάβει κάτι τέτοιο; Μου φαίνεται σπουδαίο! Τελικά έχει μια εξήγηση…


Στην θαυμάσια μελέτη της θεατρολόγου Κωνσταντίνας Σταματογιαννάκη για τον μεγάλο θεατράνθρωπο (Μίνως Βολανάκης, Το προνόμιο της παρουσίας, Ε.Λ.Ι.Α., Εκδόσεις ERGO, 2009), διαβάζουμε:
«Ο πατέρας του καταγόταν από την Κρήτη και ήταν έμπορος στον Πειραιά, ενώ η μητέρα του, το γένος Μακρίδη, προερχόταν από λόγια οικογένεια της Κωνσταντινούπολης… Ο παππούς του Βολανάκη από την πλευρά της μητέρας του Νικόλαος Γ. Μακρίδης, ήταν γιατρός του σουλτάνου, έλαβε το τιμητικό αξίωμα του «εθνικού συμβούλου» από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και δημοσίευσε ιατρικές και ιστορικές μελέτες». 
Μια παρατήρηση εδώ για τους βίους παράλληλους Χατζιδάκι – Βολανάκη. Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι από τον Μύρθιο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και της Αλίκης Αρβανιτίδου από την Αδριανούπολη. Και οι δύο είχαν Κρητική και Πολίτικη καταγωγή!
Άρα, λοιπόν, ο Βολανάκης είχε ρίζες στην οικουμενικότητα της Πόλης, όπως και ο άλλος μεγάλος θεατράνθρωπος, ο Κάρολος Κουν, ο οποίος γεννήθηκε το 1908 στην Προύσα και φοίτησε στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης.

Νίκος Κούνδουρος, Μίνως, Βολανάκης, Νίκος Κούρκουλος, και Κλέαρχος Κονιτσιώτης (1965)
Φωτό: Ψηφιακό Αρχείο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ©/ LIFO

Από την "Ηλέκτρα" του Κ.Θ.Β.Ε.  σε σκηνοθεσία Μ. Βολανάκη (1975)


Σκέπτομαι ακόμα την παράσταση Ηλέκτρα του Σοφοκλή, που ανέβασε με το Κ.Θ.Β.Ε. - του οποίου ήταν τότε διευθυντής – στις 2 Αυγούστου 1975 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων και μετά στην Επίδαυρο (9 και 10 Αυγούστου). 
Ήταν η πρώτη φορά που ο Βολανάκης ανέβαζε τραγωδία σε ανοιχτό χώρο. Ήταν η πρώτη φορά που ανέβαζε Ηλέκτρα. Η πρώτη φορά που ανέβαζε Σοφοκλή και η πρώτη φορά που ανέβαζε έργο στην Επίδαυρο. Άλλωστε αυτή ήταν και η πρώτη φορά που εμφανίστηκε το Κ.Θ.Β.Ε. στην Επίδαυρο, καταργώντας την μέχρι τότε αποκλειστικότητα του Εθνικού Θεάτρου στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. 
Στο ρόλο της Ηλέκτρας η Άννα Συνοδινού. Η Νέλλη Αγγελίδου, Κλυταιμνήστρα, η Κατερίνα Χέλμη, Χρυσόθεμις, ο Αλέκος Πέτσος, Παιδαγωγός και ο Δημήτρης Καρέλλης, Ορέστης. Σκηνοθεσία-Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης. Σκηνικά – Κοστούμια: Διονύσης Φωτόπουλος. 
Όταν ο Βολανάκης έλεγε: «Δεν πιστεύω ότι μπορεί κανείς ν’ ανεβάζει όποια τραγωδία θέλει, όποια στιγμή θέλει για λόγους θεατρικής πολιτικής. Για να φθάσεις στο ρίγος που είναι η τραγωδία, πρέπει το έργο να έχει σχέση με το άγχος της στιγμής, ομολογητέο ή ανομολόγητο. Κι αυτό το άγχος εκφράζει η Ηλέκτρα… Η τραγωδία γεννήθηκε στη δημοκρατία, στη δημοκρατία αναπτύχθηκε, στη δημοκρατία πέθανε. Κι από αυτή την άποψη η Ηλέκτρα είναι έργο σημαδιακό». 


Τέλος, το 1977, στην Εθνική Λυρική Σκηνή ανέβαινε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, η όπερα «Μαχάγκονυ» των Μπέρτολντ Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ. 
Παραθέτουμε εδώ ένα βίντεο - ντοκουμέντο με σκηνές από τις δοκιμές της όπερας των Kurt Weill και Brecht "Austieg und Fall der Stadt Mahagony".
Στις δοκιμές διηύθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις, ενώ στην παράσταση ο Χανς Βέρνερ Πίντγκεν.
Στην παράσταση αυτή συμμετείχαν σπουδαίοι λυρικοί τραγουδιστές όπως οι: Βάσω Παπαντωνίου, Ζάχος Τερζάκης, Δημήτρης Καβράκος, Ανδρέας Κουλουμπής, Κική Μορφωνιού κ.α.
Τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο Μίνως Βολανάκης. 
Άλλες εποχές, μεγάλες μορφές και μια άλλη Ελλάδα που παρήλθε ανεπιστρεπτί...



Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 26 ΙΟΥΛΙΟΥ ΣΤΟΝ ΣΚΑΪ 100.3 ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ


ΣΚΑΪ 100.3 
«Γνωρίζοντας την ευρωπαϊκή ιστορία»: η ανάπτυξη της μουσικής τον 19ο αιώνα 
Γιατί ο 19ος αιώνας εξακολουθεί να καθορίζει όσα ακούμε μέχρι σήμερα; 
Πώς η Ελληνική Επανάσταση ενέπνευσε τους μεγάλους Ευρωπαίους συνθέτες και γιατί τα Επτάνησα έγιναν η πύλη της ευρωπαϊκής μουσικής στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; 
Πώς γεννήθηκε η νεότερη ελληνική μουσική και ποιοι ήταν οι πρώτοι συνθέτες που της έδωσαν τη δική της ταυτότητα; 
Μερικά από τα θέματα που προσεγγίζουμε με τον Παναγιώτη Ανδριόπουλο, μουσικό, θεολόγο και συγγραφέα. 
Παρουσίαση: Άρης Πορτοσάλτε 
Υπεύθυνη περιεχομένου – παραγωγή: Τζένη Πουπουλίδου 
Η πρώτη εκπομπή μεταδόθηκε την Κυριακή 19 Ιουλίου και μπορείτε να την ακούσετε ΕΔΩ. 
Η δεύτερη εκπομπή θα μεταδοθεί την Κυριακή 26 Ιουλίου και ώρα 9-10 το πρωί.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: "ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ"

Ο Γιάννης Τσαρούχης με αρχιερατική στολή, το 1989, μια ημέρα πριν από το θάνατό του.
φωτογραφία: Γιώργος Τουρκοβασίλης


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Αγαπώ πολύ την Εκκλησία και τη Βυζαντινή μουσική 
Γιάννης Τσαρούχης 
Στις 20 Ιουλίου, πριν 37 χρόνια, απέδρασε προς την αιωνιότητα ο Γιάννης Τσαρούχης (1910 – 1989).
Ο Τσαρούχης που όπως είπε ο Μάνος Χατζιδάκις «ποτέ του δεν υπήρξε Κρατικός. Ήταν και είναι Εθνικός και Χριστιανός μαζί»! 
Σκέφτηκα, λοιπόν, να αφιερώσω στη μνήμη του ένα κείμενο για τη σχέση του με τη Βυζαντινή Μουσική. 
Ο ίδιος μας πληροφορεί σχετικά: «Είμαι βαθύτατα επηρεασμένος από την Ορθόδοξη Εκκλησία, τη μουσική της, τη θεολογία της, αλλά αυτό δεν το δείχνω κάνοντας πράγματα βυζαντινίζοντα, τα οποία άλλωστε έμαθα από τον Κόντογλου που ήταν μαθητής μου και ήμουν βοηθός του. Είναι μια ζωντανή θρησκεία και μια ζωντανή φιλοσοφία που συνεχίζονται ακόμη και σε αυτούς που λένε ότι δεν πιστεύουν. Είναι σπουδαίος ο πολιτισμός ο βυζαντινός που ζει ζωντανά σήμερα και εξελίσσεται μαζί με τη ζωή. Η μουσική, ιδίως, με γοητεύει πάρα πολύ και προσπάθησα στην αρχή να μάθω, είδα όμως ότι ήταν πολύ δύσκολο να αφοσιωθώ στη μουσική και να μάθω και ζωγραφική μαζί». 
Η σχέση του Τσαρούχη με την Εκκλησία χρονολογείται, λοιπόν, από πολύ παλιά, όταν μαθήτευε στον Φώτη Κόντογλου. Ο ίδιος ομολογεί: «Ο Κόντογλου μ’ έκανε να γνωρίσω την Εκκλησία, η οποία ήταν για μένα ένα πράγμα άγνωστο. Η Εκκλησία που γνώρισα όταν ήμουνα μικρό παιδί δεν ήταν η ίδια με την Εκκλησία που σχημάτισαν σιγά σιγά οι πρόσφυγες που φέραν τη βυζαντινή μουσική ξανά».

1932. Ο Τσαρούχης και ο Φώτης Κόντογλου με ράσα δόκιμων μοναχών
στη Μονή Βαρλαάμ, στα Μετέωρα (φωτ. Ι. Π. Παπαχατζηδάκης).

Ο Τσαρούχης έχει γράψει, επίσης, σε κείμενό του για την Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, ότι εκείνη ήταν που στην ουσία του «άνοιξε τα μάτια» για να δει τον θησαυρό της βυζαντινής μουσικής και μάλιστα ως φυσική συνέχεια της αρχαίας ελληνικής. 
Ο Χατζιδάκις μας έκανε γνωστό πως ο Τσαρούχης έψαλλε στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα μαζί με τον Νίκο Γεωργιάδη, τον Χρήστο Βαχλιώτη, τον Ιωάννη και τον Κοσμά Ξενάκη.
Αφηγείται ο Χατζιδάκις: "Δεν θα ξεχάσω ποτέ, σαν ήμουν 18 χρονών, μες στα δύσκολα για όλους χρόνια της γερμανικής κατοχής, τον Τσαρούχη, τριγυρισμένο από διαλεχτούς νέους μαθητές του, να παρακολουθεί τη λειτουργία του Επιταφίου, σ’ ένα μικρό εκκλησάκι της Πλάκας, κρατώντας μιαν αναμμένη λαμπάδα, με μιαν άνετη ευλάβεια, χωρίς τον ιουδαϊσμό των «τακτικών χριστιανικών θαμώνων», με μιαν ευλάβεια που λες και υπήρχε μέσα του χιλιάδες χρόνια, να ψάλλει «γνησίως βυζαντινά», και συγχρόνως να ευφραίνεται τις μύριες προεκτάσεις ετούτης της στιγμής που ζούσε". Και αλλού πάλι ο Χατζιδάκις έγραψε: «Ο Τσαρούχης είναι χριστιανός, όχι γιατί πηγαίνει στην εκκλησιά, αλλά γιατί ξέρει να στέκεται μέσα σ’ αυτήν, με την άνεση ενός παπά και με την αγιότητα ενός μικρού παιδιού».
Σημαντική είναι, επίσης, η μαρτυρία του Μένη Κουμανταρέα: «..Θυμάμαι, στο Μετόχι του Αγίου Τάφου, το πρόσωπο του Τσαρούχη έντονα ροδαλό από φυσικού του, μα που τότε κοκκίνιζε σα να είχε πιει οκάδες ρετσίνα, με μάτια βαθιά μπλε στα οποία διαγράφονταν μια ανάλαφρη ειρωνεία, η ίδια ειρωνεία που διαπίστωνα όταν τον άκουγα να αφηγείται μια ιστορία, πράγμα που έκανε τους άλλους να γελούν, ενώ εκείνος έμενε ατάραχος. Έψελνε ένρινα, ανατολίτικα, όπως οι πρόσφυγες από τη Μικρασία, γιατί, όπως έλεγε, ήσαν οι μόνοι που είχαν διατηρήσει ακέραιη τη βυζαντινή παράδοση. ¨Ήταν εκστασιασμένος κι έμοιαζε πολύ με τους στρατευμένους νέους που στόλιζαν τους πίνακές του, σαν ένα παλικαράκι που είχαν φυτρώσει στους ώμους φτερούγες». 
Ο Μάρκος Δραγούμης μας πληροφορεί ότι ο Τσαρούχης πήγαινε και άκουγε τον πρωτοψάλτη Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα. 
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου, όπου αναπαυόταν το πνεύμα του με την ερμηνεία της βυζαντινής μουσικής από τον Λυκούργο Αγγελόπουλο και τη χορωδία του. 
Ακόμη, είναι γνωστή βαθιά έλξη που ασκούσε στον Τσαρούχη το Άγιον Όρος, όπου – αν και άρρωστος σοβαρά – έφτανε ως απλός προσκυνητής τις παραμονές της Μεγαλοβδομάδας για να παρακολουθήσει τις ολονύχτιες ακολουθίες. Το μοναστικό τυπικό τον ενθουσίαζε. Οι αργόσυρτες βυζαντινές μελωδίες τον γοήτευαν.

Ανάσταση στο Πρωτάτο (1982). Ο Γ. Τσαρούχης στο στασίδι κρατώντας τη λαμπάδα του.


Ο ίδιος ο Τσαρούχης σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό του λέει για την εποχή της μαθητείας του στον Κόντογλου: "Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γέρο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιούς, ο ένας ήταν αστυφύλακας κι ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, τη βυζαντινή μουσική την έλεγε βαζαντινή. 
Έφτασα ως το πλάγιο πρώτου και δυστυχώς σταμάτησα. Είχα πολλή δουλειά στον Κόντογλου και στο Πολυτεχνείο. Στο τέλος κάθε μαθήματος συνήθιζε, αν είχα ψάλει καλά, να μου λέει: "Μπράβο, μωρό μου, ν’ αξιωθείς να πεις και Χερουβικό». Έλεγε ακόμα: "Όταν το μάθεις όπως είναι γραμμένο, να τ’ αλλάξεις μετά όπως σου αρέσει. Μην κάνεις σαν τους δασκάλους του Ωδείου". Και προσέθετε ένα ρητό άγνωστο από πού προερχόμενο: "Τις εστίν ο ποιών το Θέλημά μου, ο εκπλήττων μου τας ακοάς". Να βάζεις ατζέμια, να το γλυκαίνεις, έτσι κάνει ο καλός ψάλτης".
Από τα γραφτά του αντιλαμβανόμαστε ότι ο Τσαρούχης είχε σοβαρή άποψη για την βυζαντινή μουσική: «Δεν είμαι μουσικολόγος, αλλά αυτές οι υπερβολές ορισμένων Εγγλέζων, που νομίζουν ότι η μουσική η παλιά, από τα χειρόγραφα, ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή μουσική τη Βυζαντινή, είναι λανθασμένες. Δηλαδή, η γραφή ήταν μια εποχή στενογραφική. Γι' αυτό ένας ψάλτης αϊβαλιώτης μου ‘λεγε: «Παιδί μου μάθε να διαβάζεις. Αλλά μην τα λες όπως είναι γραμμένα μα να τ’ αλλάζεις». 
Η προβληματική του Τσαρούχη είναι ειδική και δείχνει την ευρύτητα των αναζητήσεών του και την ευρυμάθειά του. Στον 20ο αιώνα οι ξένοι μουσικολόγοι που ασχολήθηκαν με τα μεγίστης αξίας χειρόγραφα της βυζαντινής μουσικής, στην προσπάθειά τους να μεταγράψουν τα παλαιά μέλη που ήταν σε στενογραφική παρασημαντική, διατύπωσαν την άποψη ότι υπάρχει μέγα χάσμα μεταξύ των παλαιών μελωδιών και των νεωτέρων και άρα ουδεμία σχέση έχει η προ της Αλώσεως μουσική με την μεταβυζαντινή (όπως μάλιστα καταγράφεται από το 1814). Ο Τσαρούχης δε συμμερίζεται καθόλου αυτή την άποψη, γιατί γνωρίζει, όπως ο ίδιος λέει, τις ανάλογες ιστορικές εξελίξεις στην ελληνική ζωγραφική και την αγιογραφία. Αυτό σημαίνει ότι η βυζαντινή μουσική παράδοση καταγράφεται με εκπλήσσουσα – για παραδοσιακή μουσική – λεπτομέρεια, αλλά για να εκτελεστεί σωστά πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν το καθοριστικό στοιχείο της προφορικής παράδοσης. Οι ερμηνευτές, ψάλτες και ιερείς, αποδίδουν τα μέλη με όλα τα ποικίλματα και τα μικροδιαστήματα, τα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία και τα μελίσματα, όπως τα παρέλαβαν και τα άκουσαν από τους προηγούμενους.

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος από τον Ανδρέα Εμπειρίκο στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972

Ο Μάρκος Δραγούμης πιστοποιεί σε κείμενό του την Τσαρούχεια αυτή προβληματική. Αναφέρει τις συζητήσεις που έκανε με τον Τσαρούχη για το θέμα, ο οποίος «πίστευε πως οι δυτικοί δεν μπορούν συλλάβουν την ουσία της βυζαντινής μουσικής, ότι κακώς υποτιμούσαν (τώρα όχι πια) τη νεότερη αλλά ζωντανή παράδοσή της, κακώς θεωρούσαν ότι όλα τα είδη της είχαν τουρκοποιηθεί κι ότι οι μεταγραφές τους από τα αρχαία βυζαντινά χειρόγραφα ήταν υπεραπλουστευμένες». Έτσι ο Δραγούμης, «υποψιασμένος» από τον Τσαρούχη μίλησε, όπως γράφει, στον μεγάλο μουσικολόγο Έγκον Βέλλες για τη λάθος μεταγραφική λογική των δυτικών μουσικολόγων και εν μέρει, τουλάχιστον, τον έπεισε. Ο Τσαρούχης όμως ήταν θιασώτης του γνησίου μέλους και όχι του νόθου. Με την ανάπτυξη της Ωδειακής παιδείας στην Ελλάδα, άρχισε να διδάσκεται η βυζαντινή μουσική κατά τρόπο ξηρόφωνο, κατ’ ευρωπαϊκόν επηρεασμόν, χωρίς την προφορική παράδοση που ουσιαστικά αναδεικνύει το μέλος. Τότε οι «ωδειακοί» ψάλτες θεωρούσαν τους παλιούς ως αμανετζήδες και νοθευτές της μουσικής. 
Ο Τσαρούχης μας διασώζει μια σπουδαία μαρτυρία γύρω απ’ αυτήν την εξέλιξη: «Ένας γέρος Αϊβαλιώτης που μου δίδασκε ψαλτική, το 1931, συναντήθηκε με έναν καθηγητή του Ωδείου που προσπαθούσε να του αποδείξει ότι δεν ακολουθεί τη Βυζαντινή παράδοση. Όταν έφυγε ο καθηγητής, μου είπε ο γέρο – ψάλτης: Μην τους ακούς αυτούς τους δασκάλους παιδί μου, δεν είδες τι άσκημα που έψελνε;» 
Όπως ομολογεί ο ίδιος ο Τσαρούχης: "Θέλησα να μάθω βυζαντινή μουσική για να βοηθηθώ στη σκηνοθεσία του θεάτρου. Έχω φτάσει μέχρι τον πλάγιο πρώτο. Έχω ψάλλει και σε κάποιο δίσκο στο Παρίσι. Πάντως δε μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου σαν μουσικό".
Ο αείμνηστος Λυκούργος Αγγελόπουλος, τον οποίον άκουγε ο Τσαρούχης όταν εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη Αιόλου, είχε πει πως ο Τσαρούχης "αισθανόταν την έκφραση που είχε η ψαλμωδία μας, τον άγγιζε βαθιά. Η κατάνυξή του πραγματικά ήταν κάτι πρωτόγνωρο". 
Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα κείμενο του Λυκούργου Αγγελόπουλου που καταδεικνύει την σχέση του με τον Γ. Τσαρούχη και είναι δημοσιευμένο στον συλλογικό τόμο για τον Τσαρούχη "ΩΣΕΙ ΜΥΡΑ", που επιμελήθηκε ο Αλέξης Σαββάκης (Καστανιώτης, 1998). Και θυμίζουμε ότι το ιστορικό πλέον ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Βερνίκου για τον Γιάννη Τσαρούχη, με τίτλο «Γιάννης Τσαρούχης: Σπουδή για ένα πορτραίτο» (1981) αρχίζει με τον Τσαρούχη να ψάλλει το "Κύριε εκέκραξα" σε ήχο πλάγιο του πρώτου.
Ο Τσαρούχης σαν γνήσιος ρωμιός ενδιαφέρθηκε και για τη μουσική του Γένους. Ακούραστος θηρευτής της αλήθειας της Παράδοσής μας φρόντισε να μη μείνει άγευστος και αυτού του θησαυρού. Ας είναι αιωνία η μνήμη του! 

Ντυμένος την αρχιερατική στολή. Villeneuve-Les Sablons, 1972 (Αρχ. Α. Σαββάκη)

Ο Τσαρούχης στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Νικολάου
Χαλκιά του Γέροντα Ιεροθέου στις Καρυές

Related Posts with Thumbnails