Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Η ΑΛΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Σαν χθες, 23 Ιουλίου του 1996, πριν τριάντα χρόνια έφυγε η Αλίκη.
Μόλις είχε γιορτάσει τα γενέθλιά της, ανήμερα του Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου).
Ας επιχειρήσουμε ένα μικρό αφιέρωμα με οδηγό τον Μάνο Χατζιδάκι. 
Eλληνικός κινηματογράφος σημαίνει οπωσδήποτε Αλίκη Βουγιουκλάκη και Μάνος Χατζιδάκις. Ο Χατζιδάκις, ακόμα κι αν δεν ήταν στις προθέσεις του, έκανε την Αλίκη τραγουδίστρια, και μάλιστα με "χρυσές" επιτυχίες, που εξακολουθούν να τραγουδιούνται και από τα παιδιά της σήμερον. Ιδού λοιπόν ο πρώτος χρυσός δίσκος της ελληνικής δισκογραφίας!
Η αρχή της σχέσης τους έγινε το 1959 με την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Το ξύλο βγήκε απ΄ τον παράδεισο» για ν΄ ακολουθήσουν: «Το κλωτσοσκούφι» (1960) και η «Μανταλένα» (1960) σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου, «Η Αλίκη στο ναυτικό» (1961) με τον Αλέκο Σακελλάριο, «Η Λίζα και η άλλη» (1961) με τον Ντίνο Δημόπουλο, τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» (1963), και το 1964 η χαμένη ταινία «Αliki my love» σε σκηνοθεσία του Rudolf Μate κ.ά.
Ο Χατζιδάκις βέβαια σε κάθε ευκαιρία ξεκαθάριζε ότι έγραψε τραγούδια για τις ταινίες του Φίνου για καθαρά βιοποριστικούς λόγους και ότι τα τραγούδια αυτά δεν εξέφραζαν το ζητούμενό του στην τέχνη της μουσικής. 
Η Αλίκη, πάντως, είχε την πρωτιά σε κομμάτια όπως «Εχω ένα μυστικό» (Χατζιδάκις, Σακελλάριος), «Η αγάπη θέλει δύο» (Μαμαγκάκης, Ντ. Δημόπουλος), «Θάλασσα Πλατιά» (Χατζιδάκις, Γ. Ρούσσος), «Θαλασσοπούλια μου» (Χατζιδάκις, Γκάτσος), «Λευτέρη» (Ξαρχάκος, Γκάτσος), «Μες σ΄ αυτή τη βάρκα» (Χατζιδάκις, Χατζιδάκις), «Το σύννεφο έφερε βροχή» (Χατζιδάκις, Γκούφας), «Πέρα στον πέρα κάμπο» (Πλέσσας, Ντ. Δημόπουλος), «Πόσο σ΄ αγαπώ» (Λοΐζος, Παπαδόπουλος) κ.ά.

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η θρυλική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου "Μανταλένα" (1960) με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Στο ρόλο του παπα - Φώτη ο αξέχαστος Παντελής Ζερβός. 
Ίσως πρέπει κάποια στιγμή να αποτιμηθεί θεολογικά η φιγούρα του παπά του νησιού στην ταινία, όπως την αποτύπωσε στο σενάριό του ο Γιώργος Ρούσσος.


Λένε ότι η ταινία βασίστηκε σε μια παλιότερη αληθινή ιστορία, που μάλλον συνέβη στην Αντίπαρο όπου γυρίστηκε η ταινία ή και αλλού. Σε κάθε περίπτωση ο παπα - Φώτης δίνει ρεσιτάλ ήθους, ανθρωπιάς και παρεμβατικότητας στα πράγματα που δεν τ' αφήνει στην τύχη τους. Έτσι, αποφασίζει να χρίσει "ευλογημένη" την ορφανή και δακτυλοδεικτούμενη Μανταλένα πετώντας τη - κυριολεκτικά - στη θάλασσα τη μέρα των Φώτων και τα ...μαγειρεύει κατά τρόπο ώστε εκείνη να πιάσει το Σταυρό. Αλησμόνητη σκηνή!...


Τη μουσική στην ταινία έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος βρισκόταν στην Αντίπαρο (μιλάμε για το 1960) με το υπόλοιπο συνεργείο και ηχογραφούσε μουσική και τραγούδια του νησιού, προκειμένου να εμπνευστεί για τα τραγούδια της ταινίας. Μεταξύ αυτών και "Το τραγούδι της βάρκας", όπως ήταν ο αρχικός τίτλος του αγαπημένου "Θάλασσα πλατιά". Ο Χατζιδάκις "χάρισε" στην Αλίκη κι άλλο ένα τραγούδι σ' αυτή την ταινία, το "Μες σ' αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή". 
Όμως, από την ενασχόληση και καταγραφή του Χατζιδάκι της παραδοσιακής μουσικής της Αντιπάρου εκείνη την εποχή, προέκυψαν και τρία χαρακτηριστικά δημοτικοφανή συνθέματα που χρησιμοποιεί ο συνθέτης προς το τέλος της ταινίας, εκεί στη σκηνή με τις φωτιές τ' Αϊ Γιάννη. Πρόκειται για τους μπάλλους: "σ' αυτή τη γειτονίτσα", "μπάλλος αφεντάδικος" και "τσαμπούνες". Το "Σ' αυτή τη γειτονίτσα" είναι σε στίχους του σεναριογράφου Γιώργου Ρούσσου, ο οποίος καταγόταν και από την Αντίπαρο και έγραψε κατά μίμηση παραδοσιακού τραγουδιού. 
Το τραγούδι ερμηνεύει η σπουδαία και ειδική στα νησιώτικα Αιμιλία Χατζηδάκη με τη συνοδεία χορωδίας.


Σ' αυτή τη γειτονίτσα 
σ' αυτή τη γειτονιά 
Αγάπησα μια νέα 
μ' ολόσγουρα μαλλιά 
Ούτε στον ήλιο βγαίνει 
ούτε και στη δροσιά 
Μα βγαίνει στο φεγγάρι 
και στην αστροφεγγιά

Ο "Μπάλλος αφεντάδικος" δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μελωδία που μεταπλάθει ο Χατζιδάκις στο "Τραγούδι της Σειρήνας" (Με τ' άσπρο μου μαντήλι) σε στίχους Νίκου Γκάτσου και ακούγεται δύο χρόνια αργότερα (1962) στην ταινία Aliki, my love. Ιδιοφυής και η σύλληψη και η διαφορετική χρήση. Το τραγούδι ερμήνευσαν στη δισκογραφία: η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Νάνα Μούσχουρη και η Μαίρη Λίντα (αναφέρομαι στις αρχικές ηχογραφήσεις).

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Οι "τσαμπούνες" νομίζω πως είναι το καθαρά παραδοσιακό κομμάτι. Ο Χατζιδάκις αφήνει τους λαϊκούς μουσικούς να αυτοσχεδιάσουν σ΄ ένα ξέφρενο ρυθμό που τού είναι απαραίτητος για την κορύφωση της σκηνής. 
Παραθέτουμε εδώ αυτούς τους εξαίσιους τρεις μπάλλους του Χατζιδάκι από τη Μανταλένα, με την ευχή να αξιωθούμε να τους χορέψουμε κάποτε με πάθος. Πραγματικά ή στην φαντασία μας δεν έχει σημασία.

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Ας θυμηθούμε, όμως, και την συνεργασία Μάνου Χατζιδάκι και Αλίκης Βουγιουκλάκη στο έργο του Bernard Shaw "Καίσαρ και Κλεοπάτρα", που παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 1962 στο θέατρο "Κοτοπούλη - Rex". Πέρασαν κιόλας 64 χρόνια!... 
Το έργο ανέβηκε σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, σκηνικά και κοστούμια Νίκου Εγγονόπουλου και πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Τζαβαλά Καρούσο. Οι στίχοι των τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι. Η μουσική διδασκαλία τραγουδιστών και ορχήστρας της Έλλης Νικολαίδου. Τραγούδι: Ευγενία Συριώτη, Σπύρος Σακκάς, Ζωή Φυτούση, Γιώργος Κωνσταντίνου.


Ήταν η πρώτη θιασαρχική δουλειά της Αλίκης Βουγιουκλάκη, και ο θίασος ήταν από κοινού με τον Μ.Χατζιδάκι. Η Αλίκη ένιωθε ήδη εγκλωβισμένη στην εικόνα της και έκανε την πρώτη της προσπάθεια να ξεφύγει από αυτή, στήνοντας μια πολύ προσεγμένη παράσταση με τους εκλεκτότερους συνεργάτες. Ωστόσο το κοινό που σχεδόν δεν αναγνωρίζει την Αλίκη και σοκάρεται με τα τολμηρά ενδύματα της Κλεοπάτρας δεν προτιμά το έργο και δεν γεμίζει το τεράστιο θέατρο. Έτσι η παράσταση "κατεβαίνει" σχεδόν αμέσως, αλλά η μουσική του Χατζιδάκι παραμένει ως σήμερα μια υπέροχη μουσική Ροσσινικής υφής.


Παραθέτουμε, στη συνέχεια, ένα σπάνιο ντοκουμέντο της γαλλικής τηλεόρασης. Πρόκειται για την μόνη καταγραφή που υπάρχει με την Αλίκη στα τραγούδια του Χατζιδάκι, όπως παρουσιάστηκαν στην παράσταση Καίσαρ και Κλεοπάτρα, καθώς, όπως είναι γνωστό, στον δίσκο που κυκλοφόρησε τα τραγούδια που ερμήνευσε η Βουγιουκλάκη στο θέατρο τα ηχογράφησε η Ευγενία Συριώτη. 
Το απόσπασμα προέρχεται από το ντοκιμαντέρ της Γαλλικής τηλεόρασης Carte Blance που γυρίστηκε το 1962 για να τιμηθεί ο προσφάτως - τότε- βραβευμένος με Όσκαρ Χατζιδάκις και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στην εκπομπή του Ηλία Μαλανδρή Εστιν ουν στο Seven X. 

 

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΝΟΥ ΒΟΛΑΝΑΚΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Εκατό χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη γέννηση του μεγάλου σκηνοθέτη και θεατρανθρώπου Μίνου Βολανάκη (22 Ιουλίου 1926 - 15 Νοεμβρίου 1999).
Ας δούμε μερικές πινελιές του τεράστιου έργου του. 
Μόλις συνειδητοποίησα την επέτειο θυμήθηκα ένα τραγούδι του Βολανάκη! Δηλαδή ένα τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου σε στίχους του Βολανάκη, με την Βασιλική Λαβίνα, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (1981).
Αυτό συνέβη - και είναι νομίζω μοναδικό - διότι το τραγούδι  Ώρα, ώρα σε στίχους Βολανάκη, είναι η μελοποίηση ενός χορικού του Αριστοφάνη από τις «Εκκλησιάζουσες» σε μετάφραση του Μίνου Βολανάκη.
Είναι γνωστό ότι ο Βολανάκης υπήρξε και έξοχος μεταφραστής ιδίως από την αγγλική γλώσσα, ενώ ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι προτάσεις του στη μετάφραση αρχαίας κωμωδίας και τραγωδίας. Αρκεί να θυμίσουμε ότι  στην παράσταση "Εκκλησιάζουσες" που ανέβασε πριν λίγα χρόνια το Εθνικό Θέατρο, χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση του Μ. Βολανάκη. 
Ο Βολανάκης ανέβασε με εξαιρετική επιτυχία τις "Εκκλησιάζουσες" (1965), με πρωταγωνίστρια την Άννα Συνοδινού (Πραξαγόρα), τον Κώστα Καζάκο και άλλους γνωστούς ηθοποιούς, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Είναι η χρονιά που η Άννα Συνοδινού αποχώρησε από το Εθνικό Θέατρο, ίδρυσε το θίασο «Ελληνική Σκηνή Άννα Συνοδινού», διαμόρφωσε σε θέατρο το παλιό νταμάρι στο λόφο του Λυκαβηττού και παρουσίασε εκεί την "Αντιγόνη" του Σοφοκλή (σκηνοθεσία του Γιώργου Σεβαστίκογλου) και τις "Εκκλησιάζουσες" του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Μ. Βολανάκη.

Από τις "Εκκλησιάζουσες" σε μετάφραση και σκηνοθεσία Μ. Βολανάκη 

Αξίζει να μείνουμε λίγο στις "Εκκλησιάζουσες" του Βολανάκη, καθώς ο πολύς Μάριος Πλωρίτης σε κριτική του επικροτεί την σκηνοθετική ματιά του Βολανάκη, η οποία επικεντρώθηκε κυρίως στον τόνο της λαϊκής κωμωδίας παρά της θεαματικής επιθεώρησης. Όπως γράφει χαρακτηριστικά στην κριτική του (Θέατρο 6/7/1965), "ο Αριστοφάνης είναι σάτιρα, σαρκασμός, μυκτηρισμός, είναι λαϊκό γλέντι, γιορτή, ξεφάντωμα, δεν είναι θέαμα με την έννοια του ελαφρού ευρωπαϊκού πασατέμπο".
Επίσης, ο Πλωρίτης ως παράδειγμα επιτυχημένης μετάφρασης στον Αριστοφάνη φέρνει εκείνη του Βολανάκη στις "Εκκλησιάζουσες", η οποία είναι έξυπνη και αστραφτερή και καθώς χρησιμοποιεί σωρεία από "γραφικές" εκφράσεις της σημερινής μας γλώσσας, έδωσε στο κείμενο ζωντάνια και αμεσότητα. Η μετάφραση με τον τρόπο αυτό πέτυχε τον προορισμό της: να κοινωνήσει άνετα τους σατιρικούς στόχους του ποιητή. 
Και τώρα ας ακούσουμε το τραγούδι (χορικό από τις Εκκλησιάζουσες) του Μαρκόπουλου, σε στίχους Βολανάκη. 
Ώρα, ώρα ήρθε η ώρα | Ώρα, ώρα ήρθε πια τώρα | Η ώρα η ώρα έχει φτάσει | Φτάσει και φτάσει | Καιρός για δράση | Πάρτε τα ποδιά σας στο ρυθμό μας | Έφτασε η ώρα για το σκοπό μας | Πάρτε τα πόδια σας | Πάρτε πόδι παιδιά | Ώρα, ώρα ήρθε η ώρα | Ώρα, ώρα ήρθε πια τώρα | Η ώρα η ώρα έχει φτάσει | Φτάσει και φτάσει | Καιρός για δράση | Μπρος παιδιά στο καθήκον μας | Τώρα πάμε | Μπρος παιδιά κι ήρθε η ώρα μας | Για να πάμε | Όλοι εσείς τυχεροί | Στης χαράς τα μέρη | Όποιος έξω απ' το χορό | Πολλά τραγούδια ξέρει | Ώρα, ώρα ήρθε η ώρα | Για περισυλλογή | Και για την αλλαγή


Σκέπτομαι ότι ο Βολανάκης ήταν στην καλλιτεχνική συντροφιά – πνευματική θα την έλεγα καλύτερα – του καφέ Ζόναρς, με τον Χατζιδάκι, τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Κατσίμπαλη, τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα και τόσους άλλους δημιουργούς που τροφοδότησαν την νεοελληνική μας ευαισθησία.
Η συνεργασία Χατζιδάκι – Βολανάκη είναι κάτι που ήδη με απασχολεί σοβαρά και ελπίζω να βρω τον χρόνο για την σχετική έρευνα. 
Αξίζει, τώρα, να θυμηθούμε τι έχει πει ο σκηνοθέτης και ιερέας π. Πέτρος Μινώπετρος, ο οποίος σε μία συνέντευξή του είχε προσδιορίσει τις οφειλές του στον δάσκαλό του: 
«Από αυτόν έμαθα αρχαίο δράμα, ελισαβετιανό θέατρο, ποιητικό θέατρο, αμερικανικό θέατρο Τένεσι Γουίλιαμς. Εμαθα επίσης τη μεγάλη ευθύνη, το βάρος και τη δυσκολία τού να αυτοπροσδιορίζεσαι ως Ελληνας, το να είσαι ανοικτός σε όλες τις πολιτιστικές παραδόσεις του κόσμου, την ελληνικότητα στην οικουμενική της διάσταση, τη διαιώνιση της ύπαρξης του Γένους μέσα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τις ομοιότητες της ζωής του καλλιτέχνη με την ασκητική εμπειρία, την αυτονομία της σκέψης, τις μεθόδους αναζήτησης και τα κλειδιά της προσωπικής σου έκφρασης που δεν θα σε εγκαταλείψουν στην πραγμάτωση του έργου τέχνης». 
Τα όσα λέει ο π. Πέτρος Μινώπετρος είναι ολόκληρα κεφάλαια του βίου και του έργου του Μ. Βολανάκη και χρήζουν ειδικής αναλύσεως.
Στέκομαι μόνο σ’ αυτό το …περίεργο που λέει για το Οικουμενικό Πατριαρχείο: «τη διαιώνιση της ύπαρξης του Γένους μέσα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο»! 
Πώς ο Βολανάκης είχε συλλάβει κάτι τέτοιο; Μου φαίνεται σπουδαίο! Τελικά έχει μια εξήγηση…


Στην θαυμάσια μελέτη της θεατρολόγου Κωνσταντίνας Σταματογιαννάκη για τον μεγάλο θεατράνθρωπο (Μίνως Βολανάκης, Το προνόμιο της παρουσίας, Ε.Λ.Ι.Α., Εκδόσεις ERGO, 2009), διαβάζουμε:
«Ο πατέρας του καταγόταν από την Κρήτη και ήταν έμπορος στον Πειραιά, ενώ η μητέρα του, το γένος Μακρίδη, προερχόταν από λόγια οικογένεια της Κωνσταντινούπολης… Ο παππούς του Βολανάκη από την πλευρά της μητέρας του Νικόλαος Γ. Μακρίδης, ήταν γιατρός του σουλτάνου, έλαβε το τιμητικό αξίωμα του «εθνικού συμβούλου» από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και δημοσίευσε ιατρικές και ιστορικές μελέτες». 
Μια παρατήρηση εδώ για τους βίους παράλληλους Χατζιδάκι – Βολανάκη. Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι από τον Μύρθιο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και της Αλίκης Αρβανιτίδου από την Αδριανούπολη. Και οι δύο είχαν Κρητική και Πολίτικη καταγωγή!
Άρα, λοιπόν, ο Βολανάκης είχε ρίζες στην οικουμενικότητα της Πόλης, όπως και ο άλλος μεγάλος θεατράνθρωπος, ο Κάρολος Κουν, ο οποίος γεννήθηκε το 1908 στην Προύσα και φοίτησε στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης.

Νίκος Κούνδουρος, Μίνως, Βολανάκης, Νίκος Κούρκουλος, και Κλέαρχος Κονιτσιώτης (1965)
Φωτό: Ψηφιακό Αρχείο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ©/ LIFO

Από την "Ηλέκτρα" του Κ.Θ.Β.Ε.  σε σκηνοθεσία Μ. Βολανάκη (1975)


Σκέπτομαι ακόμα την παράσταση Ηλέκτρα του Σοφοκλή, που ανέβασε με το Κ.Θ.Β.Ε. - του οποίου ήταν τότε διευθυντής – στις 2 Αυγούστου 1975 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων και μετά στην Επίδαυρο (9 και 10 Αυγούστου). 
Ήταν η πρώτη φορά που ο Βολανάκης ανέβαζε τραγωδία σε ανοιχτό χώρο. Ήταν η πρώτη φορά που ανέβαζε Ηλέκτρα. Η πρώτη φορά που ανέβαζε Σοφοκλή και η πρώτη φορά που ανέβαζε έργο στην Επίδαυρο. Άλλωστε αυτή ήταν και η πρώτη φορά που εμφανίστηκε το Κ.Θ.Β.Ε. στην Επίδαυρο, καταργώντας την μέχρι τότε αποκλειστικότητα του Εθνικού Θεάτρου στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. 
Στο ρόλο της Ηλέκτρας η Άννα Συνοδινού. Η Νέλλη Αγγελίδου, Κλυταιμνήστρα, η Κατερίνα Χέλμη, Χρυσόθεμις, ο Αλέκος Πέτσος, Παιδαγωγός και ο Δημήτρης Καρέλλης, Ορέστης. Σκηνοθεσία-Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης. Σκηνικά – Κοστούμια: Διονύσης Φωτόπουλος. 
Όταν ο Βολανάκης έλεγε: «Δεν πιστεύω ότι μπορεί κανείς ν’ ανεβάζει όποια τραγωδία θέλει, όποια στιγμή θέλει για λόγους θεατρικής πολιτικής. Για να φθάσεις στο ρίγος που είναι η τραγωδία, πρέπει το έργο να έχει σχέση με το άγχος της στιγμής, ομολογητέο ή ανομολόγητο. Κι αυτό το άγχος εκφράζει η Ηλέκτρα… Η τραγωδία γεννήθηκε στη δημοκρατία, στη δημοκρατία αναπτύχθηκε, στη δημοκρατία πέθανε. Κι από αυτή την άποψη η Ηλέκτρα είναι έργο σημαδιακό». 


Τέλος, το 1977, στην Εθνική Λυρική Σκηνή ανέβαινε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, η όπερα «Μαχάγκονυ» των Μπέρτολντ Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ. 
Παραθέτουμε εδώ ένα βίντεο - ντοκουμέντο με σκηνές από τις δοκιμές της όπερας των Kurt Weill και Brecht "Austieg und Fall der Stadt Mahagony".
Στις δοκιμές διηύθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις, ενώ στην παράσταση ο Χανς Βέρνερ Πίντγκεν.
Στην παράσταση αυτή συμμετείχαν σπουδαίοι λυρικοί τραγουδιστές όπως οι: Βάσω Παπαντωνίου, Ζάχος Τερζάκης, Δημήτρης Καβράκος, Ανδρέας Κουλουμπής, Κική Μορφωνιού κ.α.
Τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο Μίνως Βολανάκης. 
Άλλες εποχές, μεγάλες μορφές και μια άλλη Ελλάδα που παρήλθε ανεπιστρεπτί...



Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 26 ΙΟΥΛΙΟΥ ΣΤΟΝ ΣΚΑΪ 100.3 ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ


ΣΚΑΪ 100.3 
«Γνωρίζοντας την ευρωπαϊκή ιστορία»: η ανάπτυξη της μουσικής τον 19ο αιώνα 
Γιατί ο 19ος αιώνας εξακολουθεί να καθορίζει όσα ακούμε μέχρι σήμερα; 
Πώς η Ελληνική Επανάσταση ενέπνευσε τους μεγάλους Ευρωπαίους συνθέτες και γιατί τα Επτάνησα έγιναν η πύλη της ευρωπαϊκής μουσικής στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; 
Πώς γεννήθηκε η νεότερη ελληνική μουσική και ποιοι ήταν οι πρώτοι συνθέτες που της έδωσαν τη δική της ταυτότητα; 
Μερικά από τα θέματα που προσεγγίζουμε με τον Παναγιώτη Ανδριόπουλο, μουσικό, θεολόγο και συγγραφέα. 
Παρουσίαση: Άρης Πορτοσάλτε 
Υπεύθυνη περιεχομένου – παραγωγή: Τζένη Πουπουλίδου 
Η πρώτη εκπομπή μεταδόθηκε την Κυριακή 19 Ιουλίου και μπορείτε να την ακούσετε ΕΔΩ. 
Η δεύτερη εκπομπή θα μεταδοθεί την Κυριακή 26 Ιουλίου και ώρα 9-10 το πρωί.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: "ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ"

Ο Γιάννης Τσαρούχης με αρχιερατική στολή, το 1989, μια ημέρα πριν από το θάνατό του.
φωτογραφία: Γιώργος Τουρκοβασίλης


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Αγαπώ πολύ την Εκκλησία και τη Βυζαντινή μουσική 
Γιάννης Τσαρούχης 
Στις 20 Ιουλίου, πριν 37 χρόνια, απέδρασε προς την αιωνιότητα ο Γιάννης Τσαρούχης (1910 – 1989).
Ο Τσαρούχης που όπως είπε ο Μάνος Χατζιδάκις «ποτέ του δεν υπήρξε Κρατικός. Ήταν και είναι Εθνικός και Χριστιανός μαζί»! 
Σκέφτηκα, λοιπόν, να αφιερώσω στη μνήμη του ένα κείμενο για τη σχέση του με τη Βυζαντινή Μουσική. 
Ο ίδιος μας πληροφορεί σχετικά: «Είμαι βαθύτατα επηρεασμένος από την Ορθόδοξη Εκκλησία, τη μουσική της, τη θεολογία της, αλλά αυτό δεν το δείχνω κάνοντας πράγματα βυζαντινίζοντα, τα οποία άλλωστε έμαθα από τον Κόντογλου που ήταν μαθητής μου και ήμουν βοηθός του. Είναι μια ζωντανή θρησκεία και μια ζωντανή φιλοσοφία που συνεχίζονται ακόμη και σε αυτούς που λένε ότι δεν πιστεύουν. Είναι σπουδαίος ο πολιτισμός ο βυζαντινός που ζει ζωντανά σήμερα και εξελίσσεται μαζί με τη ζωή. Η μουσική, ιδίως, με γοητεύει πάρα πολύ και προσπάθησα στην αρχή να μάθω, είδα όμως ότι ήταν πολύ δύσκολο να αφοσιωθώ στη μουσική και να μάθω και ζωγραφική μαζί». 
Η σχέση του Τσαρούχη με την Εκκλησία χρονολογείται, λοιπόν, από πολύ παλιά, όταν μαθήτευε στον Φώτη Κόντογλου. Ο ίδιος ομολογεί: «Ο Κόντογλου μ’ έκανε να γνωρίσω την Εκκλησία, η οποία ήταν για μένα ένα πράγμα άγνωστο. Η Εκκλησία που γνώρισα όταν ήμουνα μικρό παιδί δεν ήταν η ίδια με την Εκκλησία που σχημάτισαν σιγά σιγά οι πρόσφυγες που φέραν τη βυζαντινή μουσική ξανά».

1932. Ο Τσαρούχης και ο Φώτης Κόντογλου με ράσα δόκιμων μοναχών
στη Μονή Βαρλαάμ, στα Μετέωρα (φωτ. Ι. Π. Παπαχατζηδάκης).

Ο Τσαρούχης έχει γράψει, επίσης, σε κείμενό του για την Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, ότι εκείνη ήταν που στην ουσία του «άνοιξε τα μάτια» για να δει τον θησαυρό της βυζαντινής μουσικής και μάλιστα ως φυσική συνέχεια της αρχαίας ελληνικής. 
Ο Χατζιδάκις μας έκανε γνωστό πως ο Τσαρούχης έψαλλε στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα μαζί με τον Νίκο Γεωργιάδη, τον Χρήστο Βαχλιώτη, τον Ιωάννη και τον Κοσμά Ξενάκη.
Αφηγείται ο Χατζιδάκις: "Δεν θα ξεχάσω ποτέ, σαν ήμουν 18 χρονών, μες στα δύσκολα για όλους χρόνια της γερμανικής κατοχής, τον Τσαρούχη, τριγυρισμένο από διαλεχτούς νέους μαθητές του, να παρακολουθεί τη λειτουργία του Επιταφίου, σ’ ένα μικρό εκκλησάκι της Πλάκας, κρατώντας μιαν αναμμένη λαμπάδα, με μιαν άνετη ευλάβεια, χωρίς τον ιουδαϊσμό των «τακτικών χριστιανικών θαμώνων», με μιαν ευλάβεια που λες και υπήρχε μέσα του χιλιάδες χρόνια, να ψάλλει «γνησίως βυζαντινά», και συγχρόνως να ευφραίνεται τις μύριες προεκτάσεις ετούτης της στιγμής που ζούσε". Και αλλού πάλι ο Χατζιδάκις έγραψε: «Ο Τσαρούχης είναι χριστιανός, όχι γιατί πηγαίνει στην εκκλησιά, αλλά γιατί ξέρει να στέκεται μέσα σ’ αυτήν, με την άνεση ενός παπά και με την αγιότητα ενός μικρού παιδιού».
Σημαντική είναι, επίσης, η μαρτυρία του Μένη Κουμανταρέα: «..Θυμάμαι, στο Μετόχι του Αγίου Τάφου, το πρόσωπο του Τσαρούχη έντονα ροδαλό από φυσικού του, μα που τότε κοκκίνιζε σα να είχε πιει οκάδες ρετσίνα, με μάτια βαθιά μπλε στα οποία διαγράφονταν μια ανάλαφρη ειρωνεία, η ίδια ειρωνεία που διαπίστωνα όταν τον άκουγα να αφηγείται μια ιστορία, πράγμα που έκανε τους άλλους να γελούν, ενώ εκείνος έμενε ατάραχος. Έψελνε ένρινα, ανατολίτικα, όπως οι πρόσφυγες από τη Μικρασία, γιατί, όπως έλεγε, ήσαν οι μόνοι που είχαν διατηρήσει ακέραιη τη βυζαντινή παράδοση. ¨Ήταν εκστασιασμένος κι έμοιαζε πολύ με τους στρατευμένους νέους που στόλιζαν τους πίνακές του, σαν ένα παλικαράκι που είχαν φυτρώσει στους ώμους φτερούγες». 
Ο Μάρκος Δραγούμης μας πληροφορεί ότι ο Τσαρούχης πήγαινε και άκουγε τον πρωτοψάλτη Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα. 
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου, όπου αναπαυόταν το πνεύμα του με την ερμηνεία της βυζαντινής μουσικής από τον Λυκούργο Αγγελόπουλο και τη χορωδία του. 
Ακόμη, είναι γνωστή βαθιά έλξη που ασκούσε στον Τσαρούχη το Άγιον Όρος, όπου – αν και άρρωστος σοβαρά – έφτανε ως απλός προσκυνητής τις παραμονές της Μεγαλοβδομάδας για να παρακολουθήσει τις ολονύχτιες ακολουθίες. Το μοναστικό τυπικό τον ενθουσίαζε. Οι αργόσυρτες βυζαντινές μελωδίες τον γοήτευαν.

Ανάσταση στο Πρωτάτο (1982). Ο Γ. Τσαρούχης στο στασίδι κρατώντας τη λαμπάδα του.


Ο ίδιος ο Τσαρούχης σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό του λέει για την εποχή της μαθητείας του στον Κόντογλου: "Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γέρο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιούς, ο ένας ήταν αστυφύλακας κι ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, τη βυζαντινή μουσική την έλεγε βαζαντινή. 
Έφτασα ως το πλάγιο πρώτου και δυστυχώς σταμάτησα. Είχα πολλή δουλειά στον Κόντογλου και στο Πολυτεχνείο. Στο τέλος κάθε μαθήματος συνήθιζε, αν είχα ψάλει καλά, να μου λέει: "Μπράβο, μωρό μου, ν’ αξιωθείς να πεις και Χερουβικό». Έλεγε ακόμα: "Όταν το μάθεις όπως είναι γραμμένο, να τ’ αλλάξεις μετά όπως σου αρέσει. Μην κάνεις σαν τους δασκάλους του Ωδείου". Και προσέθετε ένα ρητό άγνωστο από πού προερχόμενο: "Τις εστίν ο ποιών το Θέλημά μου, ο εκπλήττων μου τας ακοάς". Να βάζεις ατζέμια, να το γλυκαίνεις, έτσι κάνει ο καλός ψάλτης".
Από τα γραφτά του αντιλαμβανόμαστε ότι ο Τσαρούχης είχε σοβαρή άποψη για την βυζαντινή μουσική: «Δεν είμαι μουσικολόγος, αλλά αυτές οι υπερβολές ορισμένων Εγγλέζων, που νομίζουν ότι η μουσική η παλιά, από τα χειρόγραφα, ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή μουσική τη Βυζαντινή, είναι λανθασμένες. Δηλαδή, η γραφή ήταν μια εποχή στενογραφική. Γι' αυτό ένας ψάλτης αϊβαλιώτης μου ‘λεγε: «Παιδί μου μάθε να διαβάζεις. Αλλά μην τα λες όπως είναι γραμμένα μα να τ’ αλλάζεις». 
Η προβληματική του Τσαρούχη είναι ειδική και δείχνει την ευρύτητα των αναζητήσεών του και την ευρυμάθειά του. Στον 20ο αιώνα οι ξένοι μουσικολόγοι που ασχολήθηκαν με τα μεγίστης αξίας χειρόγραφα της βυζαντινής μουσικής, στην προσπάθειά τους να μεταγράψουν τα παλαιά μέλη που ήταν σε στενογραφική παρασημαντική, διατύπωσαν την άποψη ότι υπάρχει μέγα χάσμα μεταξύ των παλαιών μελωδιών και των νεωτέρων και άρα ουδεμία σχέση έχει η προ της Αλώσεως μουσική με την μεταβυζαντινή (όπως μάλιστα καταγράφεται από το 1814). Ο Τσαρούχης δε συμμερίζεται καθόλου αυτή την άποψη, γιατί γνωρίζει, όπως ο ίδιος λέει, τις ανάλογες ιστορικές εξελίξεις στην ελληνική ζωγραφική και την αγιογραφία. Αυτό σημαίνει ότι η βυζαντινή μουσική παράδοση καταγράφεται με εκπλήσσουσα – για παραδοσιακή μουσική – λεπτομέρεια, αλλά για να εκτελεστεί σωστά πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν το καθοριστικό στοιχείο της προφορικής παράδοσης. Οι ερμηνευτές, ψάλτες και ιερείς, αποδίδουν τα μέλη με όλα τα ποικίλματα και τα μικροδιαστήματα, τα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία και τα μελίσματα, όπως τα παρέλαβαν και τα άκουσαν από τους προηγούμενους.

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος από τον Ανδρέα Εμπειρίκο στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972

Ο Μάρκος Δραγούμης πιστοποιεί σε κείμενό του την Τσαρούχεια αυτή προβληματική. Αναφέρει τις συζητήσεις που έκανε με τον Τσαρούχη για το θέμα, ο οποίος «πίστευε πως οι δυτικοί δεν μπορούν συλλάβουν την ουσία της βυζαντινής μουσικής, ότι κακώς υποτιμούσαν (τώρα όχι πια) τη νεότερη αλλά ζωντανή παράδοσή της, κακώς θεωρούσαν ότι όλα τα είδη της είχαν τουρκοποιηθεί κι ότι οι μεταγραφές τους από τα αρχαία βυζαντινά χειρόγραφα ήταν υπεραπλουστευμένες». Έτσι ο Δραγούμης, «υποψιασμένος» από τον Τσαρούχη μίλησε, όπως γράφει, στον μεγάλο μουσικολόγο Έγκον Βέλλες για τη λάθος μεταγραφική λογική των δυτικών μουσικολόγων και εν μέρει, τουλάχιστον, τον έπεισε. Ο Τσαρούχης όμως ήταν θιασώτης του γνησίου μέλους και όχι του νόθου. Με την ανάπτυξη της Ωδειακής παιδείας στην Ελλάδα, άρχισε να διδάσκεται η βυζαντινή μουσική κατά τρόπο ξηρόφωνο, κατ’ ευρωπαϊκόν επηρεασμόν, χωρίς την προφορική παράδοση που ουσιαστικά αναδεικνύει το μέλος. Τότε οι «ωδειακοί» ψάλτες θεωρούσαν τους παλιούς ως αμανετζήδες και νοθευτές της μουσικής. 
Ο Τσαρούχης μας διασώζει μια σπουδαία μαρτυρία γύρω απ’ αυτήν την εξέλιξη: «Ένας γέρος Αϊβαλιώτης που μου δίδασκε ψαλτική, το 1931, συναντήθηκε με έναν καθηγητή του Ωδείου που προσπαθούσε να του αποδείξει ότι δεν ακολουθεί τη Βυζαντινή παράδοση. Όταν έφυγε ο καθηγητής, μου είπε ο γέρο – ψάλτης: Μην τους ακούς αυτούς τους δασκάλους παιδί μου, δεν είδες τι άσκημα που έψελνε;» 
Όπως ομολογεί ο ίδιος ο Τσαρούχης: "Θέλησα να μάθω βυζαντινή μουσική για να βοηθηθώ στη σκηνοθεσία του θεάτρου. Έχω φτάσει μέχρι τον πλάγιο πρώτο. Έχω ψάλλει και σε κάποιο δίσκο στο Παρίσι. Πάντως δε μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου σαν μουσικό".
Ο αείμνηστος Λυκούργος Αγγελόπουλος, τον οποίον άκουγε ο Τσαρούχης όταν εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη Αιόλου, είχε πει πως ο Τσαρούχης "αισθανόταν την έκφραση που είχε η ψαλμωδία μας, τον άγγιζε βαθιά. Η κατάνυξή του πραγματικά ήταν κάτι πρωτόγνωρο". 
Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα κείμενο του Λυκούργου Αγγελόπουλου που καταδεικνύει την σχέση του με τον Γ. Τσαρούχη και είναι δημοσιευμένο στον συλλογικό τόμο για τον Τσαρούχη "ΩΣΕΙ ΜΥΡΑ", που επιμελήθηκε ο Αλέξης Σαββάκης (Καστανιώτης, 1998). Και θυμίζουμε ότι το ιστορικό πλέον ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Βερνίκου για τον Γιάννη Τσαρούχη, με τίτλο «Γιάννης Τσαρούχης: Σπουδή για ένα πορτραίτο» (1981) αρχίζει με τον Τσαρούχη να ψάλλει το "Κύριε εκέκραξα" σε ήχο πλάγιο του πρώτου.
Ο Τσαρούχης σαν γνήσιος ρωμιός ενδιαφέρθηκε και για τη μουσική του Γένους. Ακούραστος θηρευτής της αλήθειας της Παράδοσής μας φρόντισε να μη μείνει άγευστος και αυτού του θησαυρού. Ας είναι αιωνία η μνήμη του! 

Ντυμένος την αρχιερατική στολή. Villeneuve-Les Sablons, 1972 (Αρχ. Α. Σαββάκη)

Ο Τσαρούχης στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Νικολάου
Χαλκιά του Γέροντα Ιεροθέου στις Καρυές

Το Βραβείο Εξέχουσας Προσωπικότητας «Παύλος Καρρέρ» στον Θωμά Ταμβάκο


Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Λόγου και Τέχνης της Ζακυνθινής Εστίας, το Σάββατο 18 Ιουλίου 2026 το απόγευμα, πραγματοποιήθηκε στον Λόφο του Στράνη στην Ζάκυνθο, η απονομή τιμητικών βραβείων Εξέχουσας Προσωπικότητας της Ζακυνθινής Εστίας. 
Ανάμεσα στους τιμώμενους ήταν και ο μουσικογράφος, μουσικοκριτικός και ερευνητής Θωμάς Ταμβάκος, ιδρυτής του ομώνυμου, σημαντικού Αρχείου Ελλήνων Μουσουργών. 


Το σκεπτικό της Απονομής του Βραβείου Εξέχουσας Προσωπικότητας «Παύλος Καρρέρ» του Δ.Σ της Ζακυνθινής Εστίας Πολιτισμού "Διονύσιος Ρώμας" προς τον Θωμά Ταμβάκο ήταν το εξής: 
Κυρίες και κύριοι, 
Με ιδιαίτερη συγκίνηση και βαθύ αίσθημα τιμής, η Ζακυνθινή Εστία – Πολιτιστικός, Πνευματικός και Κοινωνικός Φορέας Γραμμάτων και Τεχνών «ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΡΩΜΑΣ» απονέμει σήμερα το Βραβείο Εξέχουσας Προσωπικότητας «Παύλος Καρρέρ» στον διακεκριμένο μουσικολόγο, ερευνητή και ακούραστο εργάτη του ελληνικού πολιτισμού, Θωμά Ταμβάκο. 
Το βραβείο φέρει το όνομα του μεγάλου Ζακυνθίου μουσουργού Παύλου Καρρέρ, ο οποίος με το έργο και την προσωπικότητά του σφράγισε την ιστορία της ελληνικής μουσικής και ανέδειξε τη Ζάκυνθο σε τόπο υψηλής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το όνομά του συμβολίζει την αφοσίωση στην τέχνη, την πνευματική καλλιέργεια και την προσφορά προς το Έθνος και τον πολιτισμό. 
Ο Θωμάς Ταμβάκος, με πολυετή, αδιάλειπτη και ανιδιοτελή προσφορά, έχει αφιερώσει τη ζωή του στην έρευνα, την καταγραφή, τη διάσωση και την προβολή της ελληνικής μουσικής δημιουργίας. Με το επιστημονικό του έργο, τις εκδόσεις, τις διαλέξεις, τις συναυλίες, τις πρωτοβουλίες και το πολύτιμο αρχείο που δημιούργησε, ανέδειξε το έργο εκατοντάδων Ελλήνων συνθετών και συνέβαλε καθοριστικά στη διάσωση μιας ανεκτίμητης πολιτιστικής παρακαταθήκης. Το έργο του αποτελεί υπόδειγμα επιστημονικής συνέπειας, πολιτιστικής ευθύνης και ανιδιοτελούς προσφοράς. Με ήθος, επιμονή και αφοσίωση υπηρέτησε τις αξίες της γνώσης, της ιστορικής μνήμης και της μουσικής δημιουργίας, προσφέροντας ένα έργο που υπερβαίνει τα όρια της προσωπικής διάκρισης και ανήκει πλέον στην πολιτιστική ιστορία της χώρας μας. Στο πρόσωπό του τιμάται ο άνθρωπος που εργάστηκε ακούραστα ώστε η ελληνική μουσική να διασωθεί, να μελετηθεί και να παραδοθεί ζωντανή στις επόμενες γενιές. 
Για όλους αυτούς τους λόγους, η Ζακυνθινή Εστία απονέμει στον Θωμά Ταμβάκο το Βραβείο Εξέχουσας Προσωπικότητας «Παύλος Καρρέρ», εκφράζοντας τον βαθύ σεβασμό, την ευγνωμοσύνη και την αναγνώρισή της για την ανεκτίμητη προσφορά του στα ελληνικά γράμματα, τη μουσική και τον πολιτισμό.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Η "ΟΔΥΣΣΕΙΑ" ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗ ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Η ταινία "Οδύσσεια" του Κρίστοφερ Νόλαν, που κυκλοφόρησε αυτόν τον καιρό και σημειώνει μεγάλη επιτυχία, έφερε και πάλι στο προσκήνιο το μεγάλο ομηρικό έπος και την διαχρονική αξία του. 
Εμείς, με αφορμή την διεθνή κουβέντα για την "Οδύσσεια", θα εστιάσουμε σε έναν μεταφραστικό άθλο της Οδύσσειας - που ίσταται πάντοτε ενώπιόν μας προς ανακάλυψιν - και όχι σε μια κινηματογραφική υπερπαραγωγή. 
Είχα την τύχη πριν πολλά χρόνια να βρίσκομαι στην Κω φιλοξενούμενος του αείμνηστου Μανόλη Χατζηγιακουμή. Παρακολουθούσα από κοντά τις εργασίες που έκανε στο Ασφενδιού, το παραδοσιακό χωριό που το έσωσε από τον αφανισμό. Πήρε τα ερείπια και τα αποκατέστησε στο πρότερον κάλλος. Με πολύ κόπο, γνώση και αυταπάρνηση. 
Τότε ο δάσκαλος Χατζηγιακουμής μου διάβασε την πέμπτη ραψωδία της Οδύσσειας, της οποίας μόλις είχε ολοκληρώσει την μετάφραση. Ήμουν πραγματικά ένας προνομιακός ακροατής! Μιλήσαμε πολύ για το εγχείρημά του, για τις ήδη υπάρχουσες μεταφράσεις του Ομηρικού έπους, για την βάσανό του να αποδώσει πιστά το πρωτότυπο με τρόπο ποιητικό. Κάμποσα χρόνια αργότερα στην Αθήνα μού έδωσε με αφιέρωση το βιβλίο του που τότε κυκλοφόρησε: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ – Δοκιμές Μετάφρασης. Η χαρά μου απερίγραπτη. Εξέδωσε επιτέλους τα πρώτα του μεταφραστικά πονήματα πάνω στην Οδύσσεια (ε’ ραψωδία, αποσπάσματα από την ζ’ και την η’). 
Η μετάφραση του Χατζηγιακουμή είναι, κατά την άποψή μου, ό,τι πιο μοντέρνο και παραδοσιακό μαζί. Μένει απολύτως πιστός στο πρωτότυπο, ενώ η ποιητική του απόδοση αναδίνεται από παντού! Διαβάζοντας την μετάφραση του Χατζηγιακουμή βλέπεις και ακούς. Αισθάνεσαι ότι η Οδύσσεια είναι ποίημα αφηγηματικό και περιγραφικό, μα πάνω απ’ όλα ποίημα προφορικό. Στα εξαιρετικά σχόλια που συνοδεύουν τη μετάφραση ο Χ’’γιακουμής εξηγεί την άποψή του για πολλά μεταφραστικά προβλήματα. Δεν έχει ιδεολογικές παρωπίδες, δεν υποτάσσει το πρωτότυπο σ’ ένα δικό του σκεπτικό, αλλά αναδεικνύει το πρωτότυπο πραγματοποιώντας μια μετάφραση με ρυθμό! Με ήχο και εικόνα! Ο αναγνώστης προσέχει ότι ο μεταφραστής έχει αγωνιστεί να αποδώσει την νοηματική και ρυθμική ακρίβεια του πρωτοτύπου. Εργώδες εστίν το τοιούτον, αλλ’ εξαίσιον το αποτέλεσμα.


Ο Χατζηγιακουμής παρατηρεί ευστοχότατα: Μια μετάφραση αρχαίου ποιητικού κειμένου υπάρχει μόνο δίπλα στο πρωτότυπο. Όχι επειδή έτσι δοκιμάζεται η αντοχή της, αλλά και επειδή έτσι λειτουργεί ως πραγματική προέκτασή του. Ο αρχαίος ποιητικός λόγος δεν είναι μόνο διδακτικός, είναι πρωτίστως λογοτεχνικός. Και όπως σε κάθε καλλιτεχνικό αποτύπωμα η οποιαδήποτε μεταφορά ή αναδημιουργία δεν αναιρεί ούτε αντικαθιστά, και συνήθως δεν υπερβαίνει ποτέ την πρωτότυπη μορφή, έτσι κι εδώ. Όσο αποτελεσματική και είναι μια μετάφραση, το πρωτότυπο, το αρχαίο πρωτότυπο, παραμένει πάντοτε μοναδικό και αναντικατάστατο, στην ουσία δεν «μεταφράζεται».

Ο Μ. Χατζηγιακουμής στην είσοδο του θεάτρου "Παλλάς" (4-3-2017). Αρχείο ARB

Ολόκληρη η Οδύσσεια του Ομήρου σε μετάφραση Μανόλη Χατζηγιακουμή και σε έναν τόμο 832 σελίδων κυκλοφόρησε στην Αθήνα στο τέλος του 2015 από το Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων που ίδρυσε και διηύθυνε ο Μανόλης Χατζηγιακουμής. 
Στα εκτενή Προλεγόμενα γύρω από το θέμα "Πρωτότυπο και Μετάφραση", ο φιλόλογος μεταφραστής εξηγεί το εγχείρημά του και την πρωτότυπη προσέγγισή του στην μετάφραση της Οδύσσειας
Ακολουθούν οι 24 Ραψωδίες (πρωτότυπο κείμενο και δίπλα η μετάφραση), και η έκδοση ολοκληρώνεται με σπουδαία ερμηνευτικά σχόλια που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής.
Αναμφισβήτητα η μετάφραση της Οδύσσειας από τον Μ. Χατζηγιακουμή είναι μια ποιητική πράξη και μια υπόθεση εθνικού περιεχομένου. 
Στα σχόλια της Οδύσσειας έχουμε και ...εκπλήξεις από τον Χατζηγιακουμή, δηλαδή κριτικά σχόλια για την μετάφραση του σπουδαίου Δημήτρη Μαρωνίτη, που είναι ευρύτατα γνωστή και αποδεκτή. Νομίζω είναι η πρώτη φορά που η μετάφραση του Μαρωνίτη αμφισβητείται σοβαρά και με φιλολογικά επιχειρήματα. 


Δεν πέρασε ένας χρόνος από την έκδοση της Οδύσσειας και ο Μ. Χατζηγιακουμής μας εκπλήσσει με ένα ακόμα εκδοτικό γεγονός. Κυκλοφόρησε το «Ανθολόγιο Οδύσσειας», σε μια σοβαρή και επιμελημένη έκδοση που αποτελείται από τρία τομίδια! 
Ο Μανόλης Χατζηγιακουμής μας εξηγεί το όλο εγχείρημα της ανθολόγησης στον Πρόλογο του νέου του έργου: 
"Στο παρόν υπό τον τίτλο «Ανθολόγιο Οδύσσειας» περιέχονται εκατόν ένα (101) Αποσπάσματα Μεταφρασμένα από ολόκληρη την Οδύσσεια (Ραψωδίες α-ω). Πρόκειται για Εκλογή με τα πιο χαρακτηριστικά, και καίρια, χωρία-αποσπάσματα του αρχαίου κειμένου, τα οποία είναι στην ουσία οι καθαυτό συνεκτικοί σπόνδυλοι του όλου επικού καμβά. Πολλά έχουν μιαν εμφανή αυτονομία, που επιβεβαιώνουν την άποψη ότι προϋπήρχαν ως αυτόνομες επίσης αφηγηματικές ενότητες πριν χρησιμοποιηθούν και ενταχθούν δομικά, με εξαιρετική μαεστρία και τέχνη, στο ενιαίο αφηγηματικό οικοδόμημα που ονομάζεται «Οδύσσεια». Η αυτοτελής εδώ παράθεση, με τους ειδικούς, πεποιημένους υπέρτιτλους, καθιστά τα ανθολογημένα αυτά Αποσπάσματα οιονεί αυθύπαρκτα ποιητικά σύνολα με αφηγηματική αυτοτέλεια και συγκεκριμένο κάθε φορά αφηγηματικό ποιητικό κέντρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αυτονομία αυτή κτίζεται και με ειδικές τεχνικές παρεμβάσεις (προτάσσεται αναγκαίος στίχος από προηγούμενη διατύπωση του πρωτοτύπου, γίνονται ενωτικές συντμήσεις με παράλειψη συνειρμικών στο πρωτότυπο μυθοποιητικών ή άλλων παρεκβάσεων, επιλέγεται αρχική ή καταληκτική ισχυρή στίξη, αντί της χαλαρότερης του πρωτοτύπου, άνω τελείας ή κόμματος, και άλλα σχετικά). Έτσι, η παρούσα Εκλογή-Ανθολόγιο δεν δίνει μόνο τη δυνατότητα να περιηγηθεί και να απολαύσει κανείς, σε μικρό χρόνο, όλη την ποιητική και αφηγηματική πεμπτουσία της Οδύσσειας, αλλά λειτουργεί και ως μία περίπου σύγχρονη Ποιητική Συλλογή (και στα Πρωτότυπα και στα Μεταφρασμένα Αποσπάσματα) πεποιημένη με βάση το ίδιο το πρωτότυπο, και στην οποία εγγράφεται αναμφισβήτητα και η οποιαδήποτε προσωπική αντίληψη και ευαισθησία (κάτι αντίστοιχο, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, με την πεποιημένη εκδοτική φόρμα του Πολυλά στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού). Ο κύριος αυτός τόμος (ως Αʹ), ο υποτιτλούμενος «Αποσπάσματα Μεταφρασμένα», συνοδεύεται από δύο ακόμη παράλληλους και ομοιόσχημους, οι οποίοι μορφοποιούν ως τρίτομη την μικρή, και από μιαν άποψη περισσότερο ευέλικτη, αυτή Έκδοση. Ο ένας (ως τόμος Βʹ), με τον προσδιοριστικό υπότιτλο «Τα Πρωτότυπα Κείμενα», περιέχει τα αντίστοιχα αρχαία αποσπάσματα, με τους ίδιους ακριβώς (νεοελληνικούς) υπέρτιτλους και την ίδια ακριβώς αρίθμηση. Ο άλλος (ως τόμος Γʹ), με τον τίτλο «Σχόλια και Αναλύσεις», περιλαμβάνει σχόλια και παρατηρήσεις για την κάθε μία (από τις 24 Ραψωδίες) χωριστά, την ένταξη (και ανάδειξη) των Αποσπασμάτων στα επιμέρους αφηγηματικά δεδομένα, αλλά και σχόλια για τη σύνολη αφηγηματική τεχνική, την επική αφήγηση και την εν γένει λογοτεχνικότητα του έπους. 


Με την ευκίνητη, μικρόσχημη αυτή εκδοτική μορφή που κατατίθεται εδώ (σε αντίθεση με την ενιαία μεγάλη Φιλολογική Έκδοση, με την Εισαγωγή, τη Μετάφραση, το Πρωτότυπο, τα καθαυτό Ερμηνευτικά Σχόλια) δίνεται η δυνατότητα είτε να αφουγκραστεί κανείς μόνο τα ρυθμικά και λεκτικά σήματα της Νεοελληνικής απόδοσης είτε την αποκαλυπτική πυκνότητα και παραστατικότητα του πρωτοτύπου ή και τα δύο παράλληλα (με τη δυνατότητα καταφυγής πάντοτε και στην πλήρη μεγάλη Έκδοση). Ακόμη, εξίσου σημαντικό, δίνεται η δυνατότητα, με τις αναλύσεις και τα σχόλια, να αποκαλυφθούν τα κρυμμένα μυστικά μιας μεγάλης αφηγηματικής τέχνης, η οποία αποτελεί έκτοτε την αρχέγονη μήτρα οποιασδήποτε μετέπειτα λογοτεχνικής έκφρασης. Τα Σχόλια αυτά, διαφορετικά από τα ακραιφνώς φιλολογικά και ερμηνευτικά της μεγάλης Φιλολογικής Έκδοσης, βοηθούν στο να γίνει περισσότερο αντιληπτή και κατανοητή η περίτεχνη και ευφάνταστη πράγματι πλοκή του μοναδικού αυτού αφηγηματικού αριστουργήματος. Η ιδέα της Ανθολόγησης αυτής γεννήθηκε με την έναρξη της Μετάφρασης (1992). Οι επιμέρους επιλογές οριστικοποιούνταν με το πέρας κάθε Ραψωδίας και με μετατροπή των ίδιων συνήθως πλαγιότιτλων σε υπέρτιτλους. Έτσι, το Ανθολόγιο οικοδομήθηκε σταδιακά και παράλληλα μέσα από τα ίδια τα σπλάγχνα της συνολικής μετάφρασης. Τα δημοσιευόμενα εδώ κατ’ εκλογήν από όλη την Οδύσσεια Αποσπάσματα (Μεταφρασμένα και Πρωτότυπα) αναδεικνύουν το κάλλος και την παραστατική δύναμη (σχεδόν κινηματογραφική) ενός ανεπανάληπτου προφορικού ποιητικού κόσμου και αποκαλύπτουν μια σπάνια αφηγηματική τέχνη, προσωπική και συλλογική, που έχει αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στην οικουμενική ανθρώπινη Ιστορία."
Ο Καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο EKΠΑ, Ιωάννης Κωνσταντάκος, σε εκδήλωση εις μνήμην του Μανόλη Χατζηγιακουμή, στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (27 Φεβρουαρίου 2026), αναφέρθηκε αναλυτικά στην μεταφραστική "Οδύσσεια" του μεγάλου φιλολόγου και δασκάλου. 

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Η ΜΑΡΩ ΚΟΝΤΟΥ ΣΤΟΝ «ΙΠΠΟΛΥΤΟ» ΤΟΥ ΡΟΝΤΗΡΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Τον Ιούλιο του 1937 το Βασιλικόν Θέατρον παρουσιάζει στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού δύο αρχαίες τραγωδίες: Τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη και την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή. Και οι δύο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη και σε μουσική Δημήτρη Μητρόπουλου. 
Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, στα 1954, ο Ροντήρης ανεβάζει τον «Ιππόλυτο» στην Επίδαυρο με το Εθνικό Θέατρο. Στην παράσταση του 1937 τον ρόλο του «Ιππόλυτου» έπαιξε ο Αλέξης Μινωτής, ενώ το 1954 Ιππόλυτος ήταν ο Αλέκος Αλεξανδράκης. 
Ο Δημήτρης Ροντήρης, απόλυτος άρχοντας του κλασικού ρεπερτορίου, αναζητούσε για την παράσταση εκείνη κοπέλες με χορευτική παιδεία για να στελεχώσει τον χορό του αρχαίου δράματος. Οι απαιτήσεις ήταν ιδιαίτερες: δεν αρκούσε η ομορφιά, απαιτούνταν αψεγάδιαστη κίνηση και σωστή φωνητική τοποθέτηση. Ανάμεσα σε εξήντα υποψήφιες, ο Ροντήρης επέλεξε μόλις πέντε. Η Μάρω Κοντού ήταν μία από εκείνες. Μαζί και η Μαίρη Χρονοπούλου. 
Έτσι, το καλοκαίρι του 1954 η Μάρω Κοντού έκανε την πρεμιέρα της στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ως μέλος του χορού στον «Ιππόλυτο» του Ροντήρη. Η Μάρω Κοντού διηγείται για το πώς κατέληξε στον χορό του Ροντήρη: 
«Ο χορός ήταν πάντα η μεγάλη μου αγάπη. Από μικρό παιδί χόρευα μπροστά στον καθρέφτη. Τότε, δεν υπήρχαν ούτε πολλές σχολές, αλλά ούτε και αρκετά χρήματα. Ξεκίνησα στη σχολή χορού Πράτσικα, στο τέρμα της Ομήρου, όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών, για πρακτικούς λόγους –πήρα απότομα μπόι και έσκυβα– αλλά όσο η μητέρα μου το έκανε μόνο με αυτή την αφορμή, τόσο ενθουσιασμένη ήμουν εγώ! Στα δεκαοκτώ μου πήρα υποτροφία, αλλά έπρεπε να πληρώνω το φαγητό μου και κάποια άλλα έξοδα, κι επειδή η μητέρα μου δεν είχε αυτά τα χρήματα, σταμάτησα. Αναζητώντας τα πρώτα μου χρήματα, μπήκα στο χορό του αρχαίου δράματος στο Εθνικό Θέατρο. Για το χορό, τα παιδιά δεν ήταν υποχρεωτικό να έχουν τελειώσει υποκριτική. Ήταν, όμως, υποχρεωτικό να προέρχονται ή από τη σχολή Πράτσικα ή από τη σχολή Μάνου». 

Δημήτρης Μητρόπουλος, Δημήτρης Ροντήρης και Κατίνα Παξινού από τις παραστάσεις
του Εθνικού Θεάτρου στο Mark Hellinger Theatre της Νέας Υόρκης. 1952 

Η Μάρω Κοντού έκανε, λοιπόν, χορό στην σχολή της μεγάλης Κούλας Πράτσικα (Πάτρα, 24 Νοεμβρίου 1899 - Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1984), η οποία ήταν χορεύτρια, καθηγήτρια ρυθμικής και χορού καθώς και χορογράφος. Η Πράτσικα έλαβε μέρος ως κορυφαία του χορού στις πρώτες Δελφικές γιορτές, το 1927, που διοργάνωσαν ο Άγγελος Σικελιανός και η Εύα Πάλμερ – Σικελιανού. Έκανε σπουδές ρυθμικής στην Αυστρία και επιστρέφοντας ίδρυσε το 1930 τη δική της Σχολή Γυμναστικής και Ρυθμικής, την πρώτη σχολή αυτού του είδους διευθυνόμενη από Ελληνίδα, και δίδαξε ομαδική απαγγελία, αυλό, ελληνικούς χορούς κλπ. Το 1937 πρόσθεσε και τμήμα επαγγελματικής κατάρτισης χοροδιδασκάλων έως το 1973 που δώρισε την Σχολή στο ελληνικό κράτος και λειτουργεί μέχρι σήμερα ως Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. 
Επομένως η Μάρω Κοντού ξεκίνησε στην Κούλα Πράτσικα και μπήκε στο θέατρο ως μέλος του χορού, όπως ήταν και η Πράτσικα στις Δελφικές Γιορτές. Μόνο που μετά την Μ. Κοντού την κέρδισε οριστικά το θέατρο. 
Η Μαίρη Χρονοπούλου, που μπήκε μαζί με την Μ. Κοντού στον χορό του «Ιππόλυτου», προερχόταν από την Σχολή Χορού της Ραλλούς Μάνου, της ιδρύτριας του περίφημου «Ελληνικού Χοροδράματος».


Με δεδομένο ότι εκτός από την ωραία κίνηση ο χορός απαιτεί και σωστή φωνή, η Μάρω Κοντού, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του χορού, τραγούδησαν Δημήτρη Μητρόπουλο! Στο ντεμπούτο της στο θέατρο η Μάρω Κοντού υπηρέτησε την απαιτητική μουσική του Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος είχε την ακόλουθη δομή στο έργο του: 
Αρ. 1 Allegro, Lento maestoso 
Αρ. 2 Allegro ritmico e con brio, Ιππόλυτος, inc. «Ακολουθάτε, ακολουθάτε, υμνώντας του Δία την ουράνια θυγατέρα...»
Αρ. 3 Allegretto moderato, Πάροδος Χορού, Χορός Τροιζηνίων γυναικών, «Στην πέτρα που τ’ Ωκεανού, λέγουν νερό αναβρύζει...» 
Αρ. 4 Adagio, Andante con moto 
Αρ. 5 Andante Maestoso e con moto, Α’ Στάσιμο, Χορός, inc. «Ώ Έρωτα, Έρωτα, που πόθο στάζεις...»
Αρ. 6 Adagio, Allegro moderato, Β΄Στάσιμο, Χορός, inc. «Σ’ απάτητες σπηλιές να ήμουν κρυμμένη...». 
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μουσική του Μητρόπουλου για τον Ιππόλυτο ήταν ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής μουσικής για το αρχαίο δράμα, που προηγήθηκε κατά πολύ της εποχής της, τόσο αισθητικά όσο και τεχνικά. 
Η Μάρω Κοντού ήταν μάλλον η τελευταία εκείνης της θρυλικής παράστασης, που έφερνε τον απόηχό της ως τις μέρες μας.

Αρχείο Εθνικού Θεάτρου 


Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Η ΜΑΡΩ ΚΟΝΤΟΥ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Μάρω Κοντού, Μάνος Χατζιδάκις, Ζωή Φυτούση (1962)

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Η Μάρω Κοντού έφυγε για την Οδό Ονείρων, που την τραγούδησε στα 1962, όταν το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», παρουσιάστηκε η μυθική, πλέον, παράσταση «Οδός Ονείρων» σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, με σκηνικά του Μίνου Αργυράκη και την μοναδική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. 
Στον ομώνυμο δίσκο (αρχικά από την Columbia σε βινύλιο και το 2000 από την EMI σε CD), η φωνή της σφράγισε τρία εμβληματικά τραγούδια: «Μαύρη Φόρντ» σε στίχους Μ. Χατζιδάκι, «Οι Αδελφές Τατά» σε στίχους Αλέξη Σολομού, μαζί με τις Ζωή Φυτούση, Νίκη Λεμπέση, Σούλα Μπάστα και τον Γιώργο Ζωγράφο και το «Το πουλί» σε στίχους Μίνου Αργυράκη. 
Στην παράσταση το τραγούδι «Οι αδελφές Τατά» η Μάρω Κοντού το ερμήνευσε με τη Ζωή Φυτούση, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Νίκη Λεμπέση και τον Βαγγέλη Πρωτοπαπά. 
Ο Χατζιδάκις είχε γράψει ειδικά για εκείνη τη «Μαύρη Φορντ», πάνω σε ένα κουτί άφιλτρα τσιγάρα. Όμως της Μάρως Κοντού δεν της άρεσε. Τότε ο Δημήτρης Χορν τής είπε ότι δεν καταλάβαινε τι είχε στα χέρια της και προέβλεψε πως από την παράσταση θα έμεναν η «Μαύρη Φορντ» και το «Ηθοποιός σημαίνει φως». 

Μάρω Κοντού, Μάνος Χατζιδάκις, Ρένα Βλαχοπούλου

Η Μάρω Κοντού θυμόταν την ελευθερία που τής έδωσε ο Χατζιδάκις: «Δεν μου έδειξε ποτέ πώς να τραγουδήσω. Μου έδωσε το κομμάτι, με άκουσε, χαμογέλασε και μου είπε: “Αυτό ακριβώς θέλω. Τη δική σου αλήθεια”». Τελικά το tango «Μαύρη Φορντ» είναι ολότελα κινηματογραφικό. Η Μάρω Κοντού το ερμηνεύει όχι μόνο σαν τραγούδι, αλλά και σαν σενάριο. Με αρχή, μέση και τέλος. 
Το τραγούδι όμως αρχικά ήταν ορχηστρικό και είχε ακουσθεί στην ταινία του 1960, "Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος" του Γιάννη Δαλιανίδη.  
«Το πουλί» κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών από την Columbia, μαζί με τα τραγούδια «Ο ηθοποιός» και «Το πάρτυ». Μετά συμπεριλήφθηκε και στον δίσκο της «Οδού Ονείρων». 
Στην ταινία «Αλίμονο στους νέους» (1961) τραγούδησε με τον Δημήτρη Χορν το περίφημο «Πες μου μια λέξη» του Μάνου Χατζιδάκι, σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου, που άφησε εποχή! Το τραγούδι μπήκε για πρώτη φορά σε δίσκο το 1985, στη συλλογή του Μάνου Χατζιδάκι «Ο Ελληνικός Κινηματογράφος και ο Μάνος Χατζιδάκις παρουσιάζουν».

"Αδελφές Τατά": Νίκη Λεμπέση, Μάρω Κοντού, Ζωή Φυτούση, Ρένα Βλαχοπούλου


Related Posts with Thumbnails