Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022

"Η ΜΑΡΙΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ" ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΡΙΝΟ


Π.Α. Ανδριόπουλος 
Το 1975, η Lyra κυκλοφορεί έναν δίσκο 45 στροφών με δύο τραγούδια του Λευτέρη Παπαδόπουλου, σε μουσική του Νίκου Δανίκα, με ερμηνευτή τον Γιώργο Μαρίνο, ο οποίος τότε βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του. 
Πρόκειται για τα τραγούδια «Η Μαρία του Οχτώβρη» και «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα». Και τα δυο μπήκαν στην επανέκδοση σε CD του άλμπουμ «Ροζ Προκηρύξεις» του 1976, ενός σημαντικού δίσκου του Γ. Μαρίνου, σε μουσική επίσης του Ν. Δανίκα και καυστικούς στίχους του Παύλου Μάτεσι. 
«Η Μαρία του Οχτώβρη» είναι ένα κορίτσι μιας γειτονιάς της Αθήνας, από εκείνα που αναγκάζονται σ’ έναν «έρωτα στυφό». 
Η μόνη λύτρωση είναι ο Χριστός που θα μπορούσε να ενσταλάξει στην Μαρία του Οκτώβρη αγάπη κι υπομονή. 
Το τραγούδι αναβλύζει μιαν ευαισθησία αλλοτινών καιρών που δεν υπάρχει πια. Η ερμηνεία του Γ. Μαρίνου συνδυάζει μ’ έναν παράδοξο τρόπο, την αθωότητα και την τραγικότητα. 


Η Μαρία του Οκτώβρη 
Μυγδαλίτσα μιας γειτονιάς 
ποιος το ξέρει αχ και ποιος θα το `βρει 
ποιος είν’ ο φταίχτης ποιος είν’ ο φονιάς. 

Την εβρήκα στο Χαϊδάρι 
δυο σκαλάκια κόκκινο φως 
ένα τσούρμο δώδεκα φαντάροι 
ουρά στην πόρτα, έρωτας στυφός. 

Να γινόμουνα ο Χριστός σου 
αχ Μαρία Μαγδαληνή 
και ν’ ανοίξω το παράθυρό σου 
να μπει η αγάπη κι η υπομονή.


Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


Χαίρ’ ευσχήμων ελαία 
Αίνος στην Ελιά 
Από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας 
Την Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022, στις 7 το απόγευμα, στον Πολυχώρο του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, θα πραγματοποιηθεί ένα αφιέρωμα στον Ελιά, με τον γενικό τίτλο «Χαίρ’ ευσχήμων ελαία» (Κάλβος). 
Πρόκειται για την Μουσική Ποιητική της Ελιάς, δηλαδή ποίηση και μουσική για το δένδρο που αφθονεί στην Ελλάδα, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. 
Ποιήματα της αρχαιοελληνικής γραμματείας, βυζαντινά και δημοτικά καθώς και των: Ανδρέα Κάλβου, Κωστή Παλαμά, Λορέντζου Μαβίλη, Ανδρέα Εμπειρίκου, Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Ρίτσου, Νικηφόρου Βρεττάκου, Λεωνίδα Κακάρογλου, Ιουλίτας Ηλιοπούλου, Παναγιώτη Καποδίστρια κ.α. 
Επίσης, θα παρουσιαστούν τραγούδια ελλήνων συνθετών (Αντίοχος Ευαγγελάτος, Γιώργος Κουρουπός, Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου). Ερμηνεύουν οι: 
Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, πιάνο 
Ιουλίτα Ηλιοπούλου, απαγγελία 
Δάφνη Πανουργιά, τραγούδι 
Γιάννης Μαυρίδης, βιολί 
Νίκος Μαυρίδης, βιολί 
Τάσος Σπηλιωτόπουλος, πιάνο 
Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, φωνή.
Σε πρώτη εκτέλεση θα παρουσιαστούν συνθέσεις της Αλεξάνδρας Παπαστεφάνου σε ποίηση Ανδρέα Κάλβου και Ανδρέα Εμπειρίκου. 
Παραγωγή: Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον» (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος)
Διοργάνωση: Οικογένεια Σπηλιωτόπουλου - Ελαιοτριβείο (Χαλανδρίτσα Αχαΐας) & OGEA 
Είσοδος ελεύθερη με κράτηση θέσεων εδώ


Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2022

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ: Οι αναμνήσεις ενός κοριτσιού


Μέμνησο ὅτι ἄνθρωπος εἰ 
Οι αναμνήσεις ενός κοριτσιού και η μνήμη ενός λαού 
Μαρία Χατζηαποστόλου 
Διδάκτωρ Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.
«Δεν είμαι ποιητής, όμως όταν οι στίχοι άρχισαν να σφυροκοπούν το μυαλό μου ένιωσα πόσο οι λέξεις μπορεί να ντυθούν στο αίμα. Πόσο μπορεί να με λυτρώσουν. Είμαι δημιουργός. Νικώ το χρόνο και το θάνατο… Είμαι ο χρόνος. Να γιατί ο ΗΛΙΟΣ και ο ΧΡΟΝΟΣ έγιναν ο κύκλος της Ζωής και του Θανάτου. Τελικά έγιναν ο νικητήριος κύκλος. Νίκη πικρή, γιατί η ψυχή του ποιητή πονά για όλους τους ανθρώπους. Ακόμα και γι’ αυτούς που τον μισούν και τον βασανίζουν». 
 Μίκης Θεοδωράκης 


«Να θυμάσαι ότι είσαι άνθρωπος». Η φράση αυτή του βασιλιά των Μακεδόνων, Φιλίππου Β΄ προς εαυτόν, μου θυμίζει, ίσως, περισσότερο απ’ όλες, την αρχαγγελική μορφή του Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί η μεγαλοσύνη του πνεύματος και της υπερκόσμιας δημιουργίας είχαν ως πηγή μια παιδική καρδιά που πλάταινε κι αγκάλιαζε ολάκερο τον κόσμο, που συγχωρούσε και παρηγορούσε ακόμη και τους βασανιστές, γιατί τους κατανοούσε ως θύματα που έχουν χάσει την ανθρωπιά και την αξιοπρέπεια, αξίες που καθορίζουν την ανθρώπινη υπόσταση. Αυτόν τον γήινο, χοϊκό, ανθρώπινο και συνάμα θεϊκό Μίκη, συναντά ο αναγνώστης στο βιβλίο της Μαργαρίτας-Ασπασίας Θεοδωράκη, Οι αναμνήσεις ενός κοριτσιού από τις εκδόσεις Ιανός (2020), η οποία κατάφερε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, στην εποχή της δικής της αθωότητας και να περιγράψει μέσα από τα μάτια του παιδιού που ήταν τότε, τον πατέρα της και παράλληλα πρόσωπα και καταστάσεις που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στον δικό της ψυχισμό, αλλά και στη συνείδηση ενός ολόκληρου λαού. Η τραγωδία εκκινά από το αρχαίο θέατρο της Σπάρτης με την απόπειρα αυτοκτονίας της Μαργαρίτας που θέλει να πεθάνει με το ίδιο πάθος που θέλει να ζήσει, αλλά έχει ήδη αρχίσει να διαδραματίζεται στη Νέα Σμύρνη και στη Ζάτουνα κι έπειτα στο Βραχάτι με τον κλοιό που στενεύει, καθώς ο χορός της τραγωδίας με τον κεντρικό ήρωα στον ρόλο της Αντιγόνης που αντιστέκεται στον Κρέοντα, συνεχίζει την πορεία του, στον χρόνο. Η ανοιχτή –τώρα πια– συνομιλία με τον πατέρα, αλλά και η κοινωνία των σκέψεων αυτών με τον αναγνώστη, το προσωπικό βίωμα που γίνεται πανανθρώπινο και περνά νικηφόρο στην κοινή συλλογική συνείδηση, αποτελούν κυρίαρχα στοιχεία του παρόντος βιβλίου που λειτουργεί λυτρωτικά ως εξομολόγηση που απελευθερώνει την τάλαινα ύπαρξη. 
Σαν παραμύθι της Ανατολής με μια μελαγχολική πριγκίπισσα που κουβαλά τις κρητικές καταβολές της και μια προσφυγική καταγωγή που βαραίνει περισσότερο από καθετί μέσα της και που ακόμη αιμορραγεί, αλλά λυτρώνεται από τη γενέθλια πόλη του ολόφωτου Παρισιού, τη στιγμή που δημιουργεί το πρώτο της κέντημα, την ηρωική μορφή του Κρητικού παππού, το ηπειρώτικο Μπιζάνι που ως τόπος μάχης αποκτά παραδείσιες διαστάσεις και κυρίως τα μεγάλα χέρια του πατέρα. Του πατέρα που ημέρωσε ακόμη και τους δεσμώτες του και αγαπήθηκε από τους ανθρώπους, ακόμη και από τα κατοικίδια που συναισθάνονται τις κρίσιμες στιγμές του, τρέχοντας πίσω από τα αυτοκίνητα της Χούντας, που τον μεταφέρουν σαν τον Προμηθέα δεσμώτη ή θρηνούν στο κατώφλι του σπιτιού μετά την «κοίμησή» του, συμπληρώνοντας τη χειρότερη ανάμνηση της Μαργαρίτας: τον πατέρα να κείτεται νεκρός στο κρεββάτι. Όμως, οι αναμνήσεις επιστρέφουν και αναβιώνουν στη ροή του χρόνου τη ξαφνική επίσκεψη του διάσημου Ιταλού τραγουδιστή Al Bano προς τον έγκλειστο συνθέτη κατά το καλοκαίρι του 1968 στο Βραχάτι, τους χορούς της Μαργαρίτας με τον σπουδαίο Μιχάλη Κακογιάννη, τις θύμησες από τα γυρίσματα του Ζορμπά στη Νότια Κρήτη ή από τα πάρτι της οικογένειας με ικανότερο χορευτή τον ίδιο τον πατέρα. Μετέπειτα ως πριγκίπισσα συναντά τον «κύριο βασιλιά της»! –επαναστατική φράση από τα χείλη της κόρης ενός Θεοδωράκη– αλλά και την αγωνία του βέβαιου θανάτου που τελικώς γίνεται φίλος στον Ήλιο και τον Χρόνο, στο σκοτάδι της απομόνωσης και στην ανυπακοή της Ιστορίας που περνά μέσα από τα παιδικά μάτια που παρακολουθούν τη σταυροαναστάσιμη πορεία του Νυμφίου: «Αλλά τα μάτια μου θυμούνται τα πάντα! Εκθαμβωτική ανάμνηση! Πάλι ο Χορός μας πήγαινε μια από δω μια από κει, έως ότου ο Ήρωας τοποθετήθηκε στην τελευταία θέση του, της τελευταίας του Σκηνής: Σ’ έβγαλαν από την είσοδο του κήπου έξω στον δρόμο».1
Ένα ατίθασο κορίτσι μεγαλώνει ανέμελα στην προσφυγική συνοικία της Νέας Σμύρνης μαζί με την οικογένειά του και τους Μικρασιάτες παππούδες, ενώ τον παιδικό της κόσμο κυριεύουν οι διηγήσεις από τις αλησμόνητες πατρίδες, αλλά και οι αιμάτινες μνήμες του πατέρα από τη μαρτυρική Μακρόνησο. «Μυστήριες οι ψυχές των ανθρώπων…»,2  θα επαναλάβει ξανά και ξανά, προσπαθώντας να κατανοήσει τα ανθρώπινα σκοτάδια. Γιατί τη συμπαντική αρμονία, την ουράνια μουσική του πατέρα και τον τρυφερό ήχο του νανουρίσματος, διέκοψε η εισβολή των ανθρώπων με το σκοτάδι στο άδειο βλέμμα. Το σπίτι της Νέας Σμύρνης φωταγωγείται από το αδηφάγο φως των προβολέων που κάνουν τη νύχτα, μέρα και σπαράζεται από τα παρατεταμένα τουφέκια, τις άγριες φωνές, τις παράλογες εντολές και την καχυποψία ενός καθεστώτος που στραγγαλίζει την ίδια τη ζωή. Διώξεις, έφοδοι, συλλήψεις, φυλακίσεις, εξορίες και μια μικρή Μαργαρίτα που ζούσε ένα παραμύθι όπου ζωντάνευαν οι δράκοι, οργίαζαν οι μάγισσες, τα τέρατα ήταν υπαρκτά, τα θηρία βρυχούνταν και το κακό θριάμβευε, μετατρέποντας τον τρόμο σε συνήθεια. Με τον ερχομό της αφέγγαρης νύχτας της Χούντας ο πατέρας σαν Άη Γιώργης ή θυμωμένος Αρχάγγελος αδυνατεί πλέον να σκεπάσει με τα τεράστια φτερά του, το σπίτι και τα παιδιά του, γιατί παλεύει με τον αρχαίο δράκοντα και τους υπηρέτες του, έως ότου ανταμώσουν όλοι μαζί, εκεί, στην ορεινή Ζάτουνα, όπου θα ζήσουν εξόριστοι. Όμως, το μικρό κορίτσι δεν σκιάζεται από συνταγματάρχες και αυλικούς, αλλά κατακτά τα περήφανα βουνά της Αρκαδίας, τρέχοντας ελεύθερο σε γκρεμούς και χορεύοντας αδιάκοπα με την ίδια τη ζωή! Πανταχού παρούσα η Χούντα, αλλά η ομορφιά που εξουσιάζει τα πάντα, λούζει στο φως τις αναμνήσεις αυτές της Ζάτουνας. Και στο τέλος πάντα να νικά. Η μικρή Μαργαρίτα ντύνεται «Ελευθερία» στην παράσταση του σχολείου κατά την εορτή της 25ης του Μάρτη, πάντοτε υπό το άγρυπνο βλέμμα των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του ’21 και του δέσμιου πατέρα. Η δεκαετία του ’60 με τις ματαιώσεις, τις διαψεύσεις, τους κινδύνους και την αβεβαιότητα, καθορίζουν την πορεία της μύησης προς την ενηλικίωση και συναντούν μια Μαργαρίτα που μετατρέπει την πληγή σε πηγή ελπίδας: «Κι όλοι μαζί, συμπτυγμένοι, μια συμπαγής μάζα ψυχών λουσμένη από αγάπη. Είναι, προπάντων, η ανάμνηση μιας μυστήριας ξεχωριστής ατμόσφαιρας˙ κρυφής, μόνο δικής μας, που μας περιέβαλλε. Οι ζωές όλων μας είναι αλησμόνητες για πάντα. Περίεργες ζωές. Εξαιρετικές στον κίνδυνο και στην αβεβαιότητα».3
Και η αέναη δημιουργία να νικά κάθε σκοτάδι κατά την ώρα που ο εργάτης του πνεύματος μεγαλουργούσε, αποδεικνύοντας έμπρακτα την επίγεια παρουσία του Θεού και τον θρίαμβο της Παντοδυναμίας: «Εκείνη την ώρα δούλευες. Πάταγες με απίθανη δύναμη, σε κάθε χέρι, τα τρία τεράστια δάχτυλά σου. Εξαιρετικά μεγάλα, δυνατά, χοντρά και μακριά δάχτυλα. […] Έπαιζες πιάνο και τραγούδαγες άλλες φορές από το πρωί. “Μήνες, μέρες... ώρες, στιγμές...”. Θυμάσαι που τραγουδούσαμε όλοι μαζί, όλο τον “Ήλιο και τον Χρόνο”; Όλα τα “Λαϊκά” του Μάνου Ελευθερίου; Όλα τα τραγουδάγαμε ολημερίς, όλοι μαζί! Μαζί και η νεαρή τότε Μαίρη Δημητριάδη».4 Γιατί η Μαργαρίτα θυμάται τη μυσταγωγία των στιγμών, όπως θυμάται την υπαρξιακή αγωνία, την προσπάθεια υπεράσπισης της αρμονίας απέναντι στο χάος, αλλά και τις απρόσμενες εκπλήξεις που έσπαγαν τη ρουτίνα της εσωστρέφειας της εποχής: «Πάθανε πλάκα οι χωροφυλάκοι που τον είδαν έτσι ξαφνικά˙ ήταν τότε πολύ μεγάλος σταρ μαζί με τη σύντροφό του Romina Power. Επιθυμία του μόλις έφτασε στην Ελλάδα ήταν να συναντήσει τον έγκλειστο Θεοδωράκη. Κι ο μπαμπάς ήταν φυλακισμένος, σε κατ’ οίκον περιορισμό, για την ώρα. Όμως ο μπαμπάς δεν έχασε την ευκαιρία και του δίδαξε επιτόπου το τραγούδι “Το γελαστό παιδί”. Ο Al Bano το έμαθε, “το πήρε μέσα στις βαλίτσες του” και το ’κανε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του: “Il ragazzo che sorride”! Εκείνο το βράδυ ήταν μια μαγεία! Ο μπαμπάς τού έπαιζε ό,τι τραγούδι έγραφε εκείνο τον καιρό˙ τι άλλο από τα “Λαϊκά” του Μάνου Ελευθερίου. “Ο δικαστής”, “Μια νυχτερίδα στη σκεπή”, αυτά ήταν τα σουξέ του σπιτιού μας που τα τραγούδαγαν βασικά ο Γιώργος με τη μαγική αηδονίσια παιδική φωνή του, ο ίδιος ο μπαμπάς, αλλά έβαζε και τον Στέλιο να τραγουδάει, μήπως και τον κάνει τραγουδιστή! “Το τρένο φεύγει στις οχτώ”, “Σ’ αυτή τη γειτονιά”, “Ήρθαν τα βάσανα νωρίς”… Ολημερίς αυτά τα τραγούδια τραγουδάγαμε κι εμείς τα παιδιά. Ήταν τα σουξέ μας!».5
Τελικά, ποια είναι η Μαργαρίτα; Τραγούδι των ποιητών ή ποίημα του Κακογιάννη; Μαργαρίτα Μαργαρώ του ερωτευμένου πατέρα Μίκη ή Μαργαρίτα Μαγιοπούλα του μαγευτικού Καμπανέλλη; Είναι όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως τίποτα. Ένας άνθρωπος με πάθη και λάθη κι όχι ένα αλλόκοσμο αερικό ή μια αφηρημένη άσαρκη ιδέα. Και κυρίως είναι πάντα ένα μικρό κορίτσι που ακολουθεί με πάθος τον πατέρα, δίχως όρους και προϋποθέσεις και αποδεχόμενη την αδύναμη πλευρά του, δίδοντας με την εκούσια αυτή επιλογή, την αρτιότερη απάντηση προς όλους τους αβασάνιστους κατακριτές: «Όσο για τους ανόητους που με διαβάλλουν… δεν θα μπορέσω! Η ηλικιωμένη κόρη δεν είναι μια ιδέα! Δεν είναι ένα τραγούδι, “Μαργαρίτα Μαργαρώ”! Είναι ένας άνθρωπος γεμάτος αισθήματα και πάθη, πλημμυρισμένη από απόλυτη αγάπη για τον πατέρα της, τον απλό άνθρωπο. Όχι αυτόν με το φωτοστέφανο ενός αγίου».6  Παλεύοντας με τους δαίμονές της, αγαπώντας τα βιβλία που δεν αποχωρίζεται σε κάθε της ταξίδι, μαζί με τα υπαρξιακά ερωτήματα, την εσωτερική πάλη και την κυρίαρχη νοσταλγία, αγαπά να επισκέπτεται τα κοιμητήρια και να μνημονεύει ονόματα κεκοιμημένων. Νιώθει Ελληνίδα και την ίδια στιγμή Γαλλίδα και Εβραία, αισθάνεται Κρητικιά, αλλά και βαθύτατα Μικρασιάτισσα. Συνεχίζει να εισέρχεται στον χωροχρόνο και στα πάρτι του σπιτιού και ακούει τους μοντέρνους, αλλά και δημοτικούς χορούς της εποχής της πρώτης νεότητας, συγκλονίζεται από το εμβληματικό ψηφιδωτό της Δέησης και την επιβλητική μορφή του Χριστού που της προκαλεί δέος στη Βασιλεύουσα Πόλη, αλλά και από την περίφημη Pietà (Αποκαθήλωση) του Μιχαήλ Άγγελου που της θερμαίνει την καρδιά. Η συγγραφέας δοκιμάζει εαυτόν, αναζητώντας την ιδανική λέξη που θα εκφράσει το είναι της: «Τύραννος η Έννοια – καμία συγγένεια με τον συγγραφέα. Ανέβηκα στον Λυκαβηττό και κοίταξα την πόλη. Την “πόλη μου”. Πέρα εκεί ο Αρδηττός. Πιο πέρα ο Υμηττός. Μια ήττα η ζωή μου».7  Γιατί η παραδοχή της ήττας προϋποθέτει ανάληψη της ευθύνης και γενναία στάση ζωής και κι έτσι εκείνη συνεχίζει τον λόγο της και γράφει τη δική της ποίηση, σαν τα πολύχρωμα κεντήματα που δημιουργεί. Χρόνια τώρα κεντά αναμνήσεις και βιώματα, συνθέτει πολύχρωμες κλωστές, τις αποδομεί, παντρεύει τα χρώματα, δημιουργεί τοπία φωτός. Συλλέγει στιγμές και πέτρες για τα ψηφιδωτά της μνήμης και καταφέρνει με την αμεσότητα του λόγου και την ανεπιτήδευτη απλότητα να μοιραστεί μαζί μας, τις δικές της αναμνήσεις και να μας καταστήσει μετόχους στιγμών ιερών και ανεπανάληπτων. Ατόφια αληθινή δεν προσπαθεί να εξωραΐσει την πραγματικότητα και να παρουσιάσει εξιδανικευμένες καταστάσεις, αλλά ομολογεί –σχεδόν εξομολογείται– πως δεν είναι εύκολο να ζει κανείς κάτω από τη σκιά μιας μεγαλοφυΐας, εκείνης του πατέρα. Να αισθάνεται τον πυρετό της δημιουργικής του ορμής και να μετέχει ακόμη και στη δίωξη που εκείνος υφίσταται από τις άθλιες μετριότητες της ανελεύθερης εποχής του. 
Μετά την ακραία εμπειρία της απρόσμενης πτώσης στο πηγάδι, η ζωή έλαβε άλλη τροπή για τη Μαργαρίτα, που πλέον αναγνωρίζει αμήχανα, αλλά άκρως συνειδητά το νόημα και την αληθινή της αξία. Μιλά για τη ζωή που με τη γλυκύτητά της, θα όφειλε να είναι πανηγύρι και γιορτή, αλλά και για τον θάνατο που βρίσκεται πάντα δίπλα μας και είναι έτοιμος να μας αγκαλιάσει, γινόμενος φίλος από εχθρός –ιδιαίτερα σ’ όσους τον αντιμετωπίζουν θαρραλέα. Βαθιά στη γη και δίχως τη θέα του ουρανού με μοναδικό σύμμαχο την ελπίδα της σωτηρίας και την κοινή ανάμνηση του πατέρα από τη Μακρόνησο, ζωντανή νεκρή για ώρες μέσα στο ανήλιαγο πηγάδι και μετά την εμπειρία αυτή του θανάτου, η σχέση της Μαργαρίτας μαζί του, αποκτά ερωτική υπόσταση, γεννώντας ένα αέναο επέστρεφε που λειτουργεί ως ικετευτική επίκληση προς τον πατέρα. Να βγει από το πηγάδι και να κάνει την ηρωική έξοδο: αυτή είναι η ελπίδα που σαν πουλί οδηγεί στο ανηφόρισμα της ζωής: «Τώρα καταλαβαίνω την ηρεμία των Γενναίων που καταλήγουν στα Εκτελεστικά Αποσπάσματα, την πραότητα των Μαρτύρων που εκτελούσαν ανά τους αιώνες οι διάφορες Εξουσίες, και κυρίως στις μέρες μας, τον αισιόδοξο φανατισμό την πραότητα των Μαρτύρων που εκτελούσαν ανά τους αιώνες οι διάφορες Εξουσίες, και κυρίως στις μέρες μας, τον αισιόδοξο φανατισμό των Καμικάζι που πάνε προς τον Θάνατο σαν να πηγαίνουν σε Πανηγύρι».8  Κατανοώντας την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του πατέρα, μαθαίνει ν’ ακούει τις σιωπές του και να διδάσκεται από την ασκητική διάσταση της μαχόμενης ζωής του: «Γιατί όσο παθιασμένος κι επαναστάτης ήταν έξω στο φως, μπροστά στο πλήθος, τόσο μοναχικός και σιωπηλός ήταν όταν βρισκόταν σπίτι μας, να εργάζεται στο γραφείο του, με τις παρτιτούρες του, τα γραπτά του, τα βιβλία του, κι αυτή η μοναξιά ποτίστηκε βαθιά μέσα στην ψυχή του αδελφού μου και μέσα στη δική μου. Γι’ αυτό, όταν στρέφομαι προς την έρημο, πάντα ερημιά αντικρίζω. Δεν ήρθε ποτέ κανένας καβαλάρης να κατακτήσει την ψυχή μου. Γιατί έτσι ήταν και θα είναι πάντα ο πατέρας μου. Πάνω στις πολεμίστρες ν’ αγναντεύει την ερημιά των Ταρτάρων».9
Η έκφραση παραπόνου και εξέγερσης προς την πατρική φιγούρα μεταμορφώνεται σε έκφραση ευχαριστίας και αιώνιας ευγνωμοσύνης: «Μπαμπά, ξέρω πόσο μόνος είσαι και πόσο διαφορετικός απ’ όλους μας, γιατί μόνο εσύ απ’ όσους συνάντησα και θα συναντήσω έχεις αυτή τη θεϊκή δύναμη να τα γνωρίζεις όλα, να τα δημιουργείς όλα και να τα αποκαλύπτεις όλα στους ανθρώπους. Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά».10 Γιατί η Μαργαρίτα έμεινε για πάντα εκεί˙ στο σπίτι της Νέας Σμύρνης και στο περβάζι του ανοιχτού παραθύρου, μέσα στην ασφάλεια της αγκαλιάς του νεαρού πατέρα που με το χέρι υψωμένο της δείχνει τον δρόμο προς το μέλλον. Εκείνος πάντα νέος και όμορφος –όπως και τώρα στον Παράδεισο κι εκείνη για πάντα κορίτσι τριών χρονών και όλα να μυρίζουν βασιλικό κι αγιόκλημα. Το μωρό που έμεινε για πάντα κορίτσι από τότε που τη νανούριζε το άτακτο τραγουδάκι Μαργαρίτα Μαργαρώ, αλλά κι αργότερα που έπαιζε στα βουνά της Ζάτουνας, όπως και τη στιγμή που αισθάνθηκε το πρώτο ερωτικό σκίρτημα στη Νέα Σμύρνη. Και κυρίως, αντικρίζοντας την εικόνα των νέων γονέων που την πήγαιναν βόλτα στο πάρκο του Luxembourg κι εκείνη τους κοίταζε με λαχτάρα κάτω από τα χρυσοκόκκινα φύλλα των αγριοκαστανιών. Αυτό το νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι ήταν όλος ο κόσμος της κι αυτήν την εικόνα θα κουβαλά σ’ ολάκερη τη ζωή της. Γιατί πάντα θα επιστρέφει εκεί, λυτρώνοντας την ψυχή της και αποκαλύπτοντας το εξαίσιο μυστικό της, στον πατέρα της: «Ίσως να ήταν, λοιπόν, εκεί που άφησα τα πιο λατρευτά μου πρόσωπα: τον νεαρό πατέρα και τη νεαρή μητέρα μου, να με κοιτάνε μέσα στο καροτσάκι μου και να μου χαμογελούν˙ και να μου γελούν. Και εγώ πάντα να έχω το μυαλό μου εκεί, εκεί που λέω ότι είναι “ο χαμένος μου παράδεισος”».11  Κι όμως πορεύεται με τα λάθη και τις αστοχίες της, πάντα ανυπόκριτα σαν παιδί. Και φυσικά θα αναμένουμε την ιστορία που πάντα υπόσχεται πως θα μας πει … μια άλλη φορά! 
___________________
1. Μαργαρίτας-Ασπασίας Θεοδωράκη, Αναμνήσεις ενός κοριτσιού, εκδ. Ιανός, Αθήνα 2020, σ. 99. 
2. Όπ. παρ., σ. 23. 
3. Όπ. παρ., σ. 88. 
4. Όπ. παρ., σσ. 94-95. 
5. Όπ. παρ., σσ. 95-96. 
6. Όπ. παρ., σ. 229. 
7. Όπ. παρ., σ. 13. 
8. Όπ. παρ., σ. 237. 
9. Όπ. παρ., σ. 247. 
10. Όπ. παρ., σ. 248. 
11. Όπ. παρ., σ. 248.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Δημήτρης Γεωργαλάς: ΜΑΡΙΑ ΧΟΡΣ, η δασκάλα μου


Δημήτρης Γεωργαλάς
Ηθοποιός - Σκηνοθέτης
Ανήκω σε μια από τις τυχερές γενιές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, τις γενιές, δηλαδή, που είχαν την τύχη και την τιμή να έχουν δασκάλους που έφεραν πάνω τους ζωντανή την ιστορία του, ανθρώπους-καλλιτέχνες, που προέρχονταν από ένα μεγαλειώδες παρελθόν, που δούλεψαν για να στερεώσουν την υποκριτική τέχνη, κι έπειτα την δίδαξαν κι έβαλαν θεμέλια στη σύγχρονη ιστορία της, κι έκαναν στόχο τους να μεταφέρουν την γνώση και την εμπειρία τους στις νεότερες γενιές, ως πολύτιμο βατήρα για να προχωρήσει η θεατρική τέχνη στους σημερινούς καιρούς. Το σήμερα γεννιέται από το χτες και από προσωπικότητες που έχουν την ικανότητα και την διάνοια να το μεταγγίζουν στις νέες γενιές κι αυτές με τη σειρά τους να το αφομοιώσουν και να το μετουσιώσουν σε μια μορφή που συνδιαλέγεται με την σύγχρονη πραγματικότητα. 
Σήμερα πια, μετά από χρόνια αρκετά, νοιώθω πως μαθήτευσα κοντά σε κάποιους από τους τελευταίους της νεότερης ιστορίας του ελληνικού θεάτρου, κι αυτό είναι πρώτα απ’ όλα ένας ισχυρός σύνδεσμος, μια σχέση αναφοράς με τα πρόσωπα αυτά κι ύστερα μια βαθιά συγκίνηση κάθε φορά που ακούω ένα όνομα ή μια ιστορία και αισθάνομαι μια μορφή οικειότητας, αυτήν την οικειότητα που αισθανόμαστε για κάποιον που δεν υπάρχει και μπορούμε να λέμε «ναι έτσι ήταν, το έχω ζήσει κι εγώ!». Άλλωστε αυτός είναι κι ένας δυνατός κρίκος που με δένει με όλους τους συμμαθητές μου, άσχετα με την καριέρα του καθενός, με τον δρόμο του μέσα στον μεγάλο χώρο του θεάτρου. Ότι κάθε φορά που συναντιόμαστε, η μνήμη ενός δασκάλου, μια κοινή ανάμνηση ζωντανεύει μια ολόκληρη πολύ έντονη εποχή που μας ένωσε, κι αυτή η ένωση οφείλεται πολύ στον ίδιο το δάσκαλο, γιατί μας έμαθε την ουσία της θεατρικής πράξης που είναι πάνω από όλα η συνύπαρξη, των ψυχών μας- των ενεργειών μας θα λέγαμε σήμερα- και των σωμάτων μας. Κι αφού μιλάμε για ενέργειες και σώματα και σχέσεις μεταξύ τους χωρίς όρια και διαχωριστικές, δεν υπάρχει καλύτερη αφορμή για να παρακάμψουμε για λίγο το σύνολο των εκπαιδευτών και να εστιάσουμε σε μια εξέχουσα μορφή, που άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην κινησιολογία μας και στην διαθεσιμότητά μας πάνω στη σκηνή, μετά από τρία χρόνια διδασκαλίας πρακτικής, και κυρίως εμπειρίας, που μας μετέδωσε γενναιόδωρα. Την Μαρία Χορς.
Κλήθηκα να μιλήσω για την Μαρία Χορς κι επέλεξα συνειδητά να μην αναφερθώ στα βιογραφικά στοιχεία, που οι γνώστες της ιστορίας του θεάτρου μας θα τα παραθέσουν πολύ πιο εμπεριστατωμένα, αλλά για την Μαρία Χορς την δασκάλα μου, για την ζωντανή μνήμη που έχω από το μάθημά της, επέλεξα να γυρίσω πίσω στο χρόνο σαν ταπεινός μαθητής του τότε, που έκανε δίπλα της τα πρώτα βήματα αυτής της ατέλειωτης χορογραφίας που ονομάζεται θέατρο. 


Η Μαρία Χορς ήταν μια μοναδική φυσιογνωμία, μια προσωπικότητα ανεξίτηλη για όλους μας. Ήταν ανεξάντλητη κι επιβλητική μέσα από την απλότητά της, μια λιτή φιγούρα, με τα μαλλιά πάντα πιασμένα πίσω και ντυμένη πάντα σαν μια αιώνια χορεύτρια, το ρούχο της τής επέτρεπε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να κάνει οποιαδήποτε κίνηση, το ρούχο της έπρεπε πρώτα απ’ όλα να εξυπηρετεί την ελευθερία του σώματος, να μην το περιορίζει, αλλά να το αφήνει να δρα μέσα στον χώρο και να τον καταλαμβάνει. Αγέρωχη και μ’ έναν χαριτωμένο τρόπο αυστηρή στο μάθημά της, σου ενέπνεε αμέσως την σιγουριά ότι γνωρίζει το ανθρώπινο κορμί, μέσα κι έξω, και μπορεί να το ξυπνήσει, να το μεταμορφώσει. Ένοιωθες την αγάπη της- ένα νέο είδος αγάπης, έναν νέο τρόπο- για όλους μας, μια αγάπη που δεν σε χαϊδεύει αλλά περισσότερο σε προστατεύει και σε θωρακίζει ως μελλοντικό ηθοποιό, σε δυναμώνει για να σ’ αφήσει ελεύθερο και συνεπή. Το μάθημα της Χορς ήταν κυρίως ένα μάθημα αυτογνωσίας, ένα ταξίδι σε προσλαμβάνουσες και στον τρόπο που τις αντιλαμβάνεσαι και γίνονται υλικό σου, στην άσκηση της παρατηρητικότητας, στην συνειδητή ενεργοποίηση της συνεργασίας μυαλού και σώματος, με σκοπό την σύνθεση ενός θεατρικού αποτελέσματος. Οι παρατηρήσεις της είχαν την ειλικρινή της έγνοια, να σε μάθει να ξεπερνάς τα όριά σου, να βγαίνεις από την ασφάλεια και την αυτολογοκρισία, να ξαναγίνεσαι παιδί και να μην περιορίζεσαι, να ξεπερνάς τις αναστολές και να τολμάς να κάνεις το σώμα σου ένα όργανο μουσικής. Σαν το δικό της. Σίγουρα ήταν ένα από τα αγαπημένα μαθήματα όλων μας, μια πρόκληση , καθώς ποτέ δεν ξέραμε πού θα μας οδηγήσει κάθε συνάντηση μαζί της. Ξετύλιγε τη μέθοδό της με προσοχή, γιατί η αντίδραση ενός σώματος όταν το εκπαιδεύεις να κάνει πράγματα έξω απ’ αυτά που κάνει μηχανικά στην καθημερινότητά του δεν ξέρεις ποια θα είναι. Αυτή ήξερε πολύ καλά να κάνει το σώμα να βιώσει πρωτόγνωρες εμπειρίες και συγχρόνως είχε τον απόλυτο έλεγχο να το επαναφέρει με ασφάλεια στην φυσική του κατάσταση. Ξέρετε αυτού του είδους τα μαθήματα, μπορούν να γίνουν επικίνδυνα αν δεν είσαι σε θέση να διακρίνεις τα όρια του κάθε παιδιού, αν δεν του δημιουργήσεις πρώτα απ’ όλα την εμπιστοσύνη που έχει ανάγκη για να σε ακολουθήσει και να μπει στον αχανή κόσμο της έκφρασης. Πολύ γρήγορα της αφεθήκαμε να μας πηγαίνει όπου εκείνη έκρινε, με τον ρυθμό που είχε προμελετημένο, άλλοτε μέσα από μονοπάτια διασκεδαστικά, που μας έκαναν να γελάμε και να χαιρόμαστε, κι άλλοτε μας έμπαζε σε πιο σκοτεινές καταστάσεις, πιο δύσβατες, στην άλλη πλευρά του θεάτρου, στο υπαρξιακό του βάθος, αφού μας είχε διαβεβαιώσει να την ακολουθήσουμε πιστά για να βιώσουμε μαζί μια νέα, εντελώς νέα εμπειρία και να επιστρέψουμε από αυτήν ασφαλείς και πιο πλούσιοι. Ξεκινούσαμε δειλά και με πολλές αμηχανίες και αντιστάσεις, και νοιώθαμε στο βλέμμα της ότι όλα αυτά τα γνώριζε πριν από μας, τα σεβόταν και ήξερε να τα αντιμετωπίσει, σαν μια μητέρα που μαθαίνει στο παιδί τα πρώτα βήματα, και είναι έτοιμη να το πιάσει κάθε φορά που θα πέσει, πολλές οι πτώσεις μας στην αρχή και περνώντας ο χρόνος, κάπως ανεπαίσθητα πατούσαμε πιο σταθερά στα πόδια μας, αρχίσαμε να ορίζουμε το σώμα μας και να εκφράζουμε μέσα απ’ αυτό εικόνες και καταστάσεις και ιδέες. Το μάθημά της λειτουργούσε ως προετοιμασία για το βασικό καθημερινό μάθημα της υποκριτικής. Αυτά τα δύο μαθήματα ήταν σε μια συνεχή συνεργασία, ήξερε ποια κομμάτια, ποιους ρόλους παίζαμε και στόχευε σ’ αυτούς, στην σωματικότητά τους, το μάθημα της Χορς και το μάθημα της υποκριτικής συναντιόντουσαν άμεσα ή έμμεσα. Συνήθως, όχι χωρίς λόγο, η Χορς προηγούνταν της υποκριτικής για να καταλήξουμε εκεί πιο ζεστοί και πιο έτοιμοι. 
Δεν είναι τυχαίο ότι η διδακτική ώρα της Χορς λεγόταν εκφραστική κίνηση, κι όχι αυτοσχεδιασμός, όπως επικράτησε αργότερα ο όρος στις δραματικές σχολές. Η εκφραστική κίνηση εμπεριέχει τον αυτοσχεδιασμό, είναι όμως κάτι ευρύτερο. Εκτός από τα θέματα αυτοσχεδιασμών που μας δίνονταν να προετοιμάσουμε, ήταν ένα στούντιο ομαδικής άσκησης, όπου καθένας ξεκινούσε ως μονάδα και στην πορεία συνδιαλεγόταν με όλη την ομάδα, το σώμα επικοινωνούσε με τα άλλα σώματα, γινόταν τόπος συνάντησης, κι αποκτούσε οικειότητα κι εμπιστοσύνη να εκτεθεί και να αφεθεί στον διπλανό του, μάθαινες να το χειρίζεσαι μόνος σου αλλά το κυριότερο να το αφήνεις να επηρεάζεται από το σώμα του άλλου, να το ανοίγεις, να το προσφέρεις! Η έννοια της προσφοράς ήταν βασικός άξονας του μαθήματός της. Ήδη από πολύ νωρίς, υποψιαζόμασταν ότι ηθοποιός σημαίνει προσφέρω. Στρέφω το βλέμμα μου απέναντι, βγαίνω έξω από μένα, ξεκινάω από μέσα μου αλλά ο στόχος είναι να φτάσω σε σένα και να σε αγγίξω. Για να συμβεί αυτό πρέπει να σου προσφέρω ό,τι καλύτερο έχω και μπορώ αυτήν την στιγμή. Η Χορς δίδασκε την γενναιοδωρία, το δόσιμο, την κατάθεση. Όλοι μπαίναμε στην διαδικασία να δείξουμε κάθε φορά κάτι παραπάνω, να πείσουμε πως έχουμε πάει λίγο πιο βαθιά και είμαστε σε θέση να ανασύρουμε αυτό που έχουμε ανακαλύψει και να το κάνουμε κοινό. Όταν πρωτοκοίταξα τους συμμαθητές μου έναν έναν στα μάτια, για πολλή ώρα- ένα από τα πρώτα μαθήματα- πόσο άβολο ήταν στην αρχή, πόσο γελούσαμε μεταξύ μας γιατί νομίζαμε πως δεν είχαμε τίποτα να πούμε και στεκόμασταν αμήχανοι ο ένας απέναντι στον άλλον, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, ώσπου ο χρόνος μας έκανε να δούμε πως κοιτάζοντας τα μάτια ενός ανθρώπου αρχίζεις και ΒΛΕΠΕΙΣ πίσω από αυτά, κι εσύ τον αφήνεις να δει πίσω από τα δικά σου. Οι πηγές αυτής της ικανότητας, να βλέπω κι όχι απλώς να κοιτάζω, βρίσκονται εκεί, σε κείνα τα μαθήματα της εκφραστικής κίνησης. Η Μαρία Χορς έβαλε τις βάσεις για την πιο ουσιαστική ιδιότητα ενός ηθοποιού που δεν τελειώνει ποτέ, που όσα χρόνια κι αν περάσουν εξακολουθείς να την σπουδάζεις και να την μαθαίνεις. Την προσφορά! Αν δεν μάθω να προσφέρω τον εαυτό μου, δεν γίνομαι ηθοποιός, δεν θα μπορέσω να κοινωνήσω μεγάλες ιδέες, μεγάλα κείμενα. Παίζω σημαίνει θυσιάζομαι, δηλαδή καταργώ τις ασφαλιστικές γραμμές που έχουν όλοι οι άνθρωποι και κάνω ένα βήμα προς την απέναντι πλευρά, ρίχνω τοίχους, κάνω άλμα πάνω από όρια και τείνω το χέρι σε σένα. Η τάση του χεριού ήταν ένα κεφάλαιο στο οποίο επανερχόταν πολλές φορές, το όνομά της ήταν ταυτισμένο με την ιδέα της «τάσης προς». Όλοι θυμόμαστε ότι τα χέρια της μιλούσαν μια ώριμη πια γλώσσα, μεστή, γεμάτη ζωή και πείρα, και μπροστά στα δικά μας μικρά, αδέξια χεράκια που άνοιγαν με ειλικρίνεια μεν, μα έδιναν λίγα πράγματα ακόμα, τα δικά της χέρια φάνταζαν μεγαλοπρεπή, τολμώ να πω ιερά. Αυτή η παλιά γενιά των καλλιτεχνών φημίζεται για την μοναδική χρήση των χεριών, τα χέρια των μεγάλων ερμηνευτών σημαίνουν πολλά περισσότερα από τον λόγο τους, συμπυκνώνουν μια τεράστια ενέργεια, μαγνητίζουν το βλέμμα. Τα χέρια και τα μάτια σε προσκαλούν, σε διώχνουν, σε φοβίζουν, σε αγαπούν, σε κοιτάζουν και σε αγγίζουν με θερμοκρασία, σου λένε αλήθεια, δεν μπορείς να κοροϊδέψεις όταν κοιτάς κι όταν αγγίζεις. Δάσκαλοι σαν την Χορς δίδαξαν την αλήθεια, τον δύσκολο δρόμο της, μας εμπότισαν με την ανάγκη να την αναζητούμε, να τολμάμε να την λέμε, να αμφισβητούμε πολύ μέχρι να φτάσουμε στον πυρήνα της, να μην την παρακάμπτουμε όταν είμαστε στη σκηνή. Η εκπαίδευση απευθυνόταν σε ανθρώπους που θα έπαιζαν καθημερινά, χωρίς να κουράζονται, και κυρίως χωρίς να επαναλαμβάνουν μηχανικά κάτι έτοιμο και τετελεσμένο. Η σκηνή δεν σε κρατάει αν της προσφέρεις την ρουτίνα σου, πλήττει με την ρουτίνα, η σκηνή θέτει συνεχώς ερωτήματα, έστω κι αν απλά βρίσκεσαι εκεί. Η Χορς δίδασκε αυτό ακριβώς, το να βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή και να υπάρχεις, να έχεις οντότητα, να σημαίνεις, πριν μιλήσεις να είσαι. Μοιάζουν αφηρημένες έννοιες, κι όμως όλα αυτά διδάσκονται, τα μαθαίνεις, υπάρχουν τεχνικές που τα κατακτάς, άνθρωποι που στα μαθαίνουν. Μύστες. Η μεγαλύτερη ένδειξη αγάπης είναι να δίνεις αυτό που εσύ ξέρεις σε κάποιον άλλον, να του το χαρίζεις. (μεγάλη κουβέντα ενός μεγάλου δασκάλου) Όποιος είχε την τύχη να μαθητεύσει δίπλα σε μεγάλους ανθρώπους το κατάλαβε, ίσως όχι εκείνη τη στιγμή, ίσως πολύ αργότερα, πως ήταν άνθρωποι γεμάτοι αγάπη. Εμείς παρακολουθούσαμε ένα μάθημα ως μαθητές νέοι, ως άγραφα χαρτιά, εκείνοι όμως μας γονιμοποιούσαν με το απόσταγμα της ζωής τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο εξελίσσεται η τέχνη. Με την επαφή, με το ζευγάρωμα. Το μεγάλο συναντιέται με το μικρό και φτιάχνουν το νέο. 


Θέλω να πω δυο λόγια για ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της διδασκαλίας της Χορς, στο οποίο μας εισήγαγε σιγά σιγά και μας άνοιξε έναν άλλο κόσμο. Είναι το αποκορύφωμα της εκφραστικής κίνησης, η κορωνίδα της, το αρχαίο δράμα! Εκεί καταλάβαμε πώς ένα σύνολο γίνεται ομάδα και πώς η ομάδα γίνεται ένα σώμα. Πώς η κίνηση μεταδίδεται από τον έναν στον άλλον, πώς μιλούν όλοι σαν ένας, πώς αποκτάει η ομάδα κοινή ανάσα και πώς τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι φτιάχνουν κοινό κώδικα έκφρασης και γίνονται ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ, το πιο σημαντικό πρόσωπο του αρχαίου δράματος: ο χορός. Η γνώση της πάνω στο χορό ήταν θαυμαστή, προερχόταν από το προσωπικό της έργο , από χορογραφίες που άφησαν εποχή, μας μιλούσε για την Επίδαυρο, για την εμπειρία του χορού σ’ αυτό το απόλυτο θέατρο, κι οι ασκήσεις της που μας προετοίμαζαν για να μπούμε σ’ ένα μάθημα αρχαίου χορού μας ενθουσίαζαν. Ήταν πάντα μέσα στην ύλη της να διδάξει ένα χορικό τραγωδίας ή κωμωδίας κι αυτό ήταν πάντα συναρπαστικό. Ο χορός είναι αποκαλυπτική στιγμή και κάθε ηθοποιός πρέπει να την ζήσει. Το μάθημα σ’ αυτές τις φάσεις γινόταν μυσταγωγία, τελετή, ο ρυθμός πρωταγωνιστούσε και γινόταν ήχος, ένα απλό τύμπανο ήταν αρκετό για να μας οδηγήσει στην έκσταση. Το τύμπανο το κρατούσε πάντα η δασκάλα. Όσοι την ήξεραν θυμούνται πάντα ότι κρατούσε το μικρό της τύμπανο ήδη από τις εισαγωγικές εξετάσεις, που σου χτυπούσε ρυθμούς κι εσύ έπρεπε να τους ακολουθείς. Το τύμπανο της Χορς ήταν έμβλημα, ήταν το σύμβολό της, ένα σήμαντρο που σε καλούσε σε τελετές βακχικές ή πανηγυρικές ή σε μυστήρια σκοτεινά, ελευσίνια ανάλογα με τον τρόπο που το χτυπούσε. Δεν χρειαζόταν άλλη μουσική, το κρουστό μπορούσε να αντικαταστήσει όλους τους ήχους, να παράγει όλες τις συνθήκες και να μας υποβάλλει. Είναι αξιόλογο ότι όσο πιο βαθιά πας στην τέχνη τόσο λιγότερα μέσα χρειάζεσαι, κι άνθρωποι σαν τη Χορς έφτιαχναν κόσμους ολόκληρους με τον λιτό ήχο ενός τυμπάνου κι ένα ανθρώπινο σώμα. Είναι πολύ σπουδαίο μάθημα για όλους εμάς που αναζητάμε κάθε φορά και περισσότερα στολίσματα για να ντύσουμε τις παραστάσεις μας, να ρίξουμε μια ματιά προς τα πίσω. Θα δούμε ότι το μυστικό βρίσκεται στην απλότητα. Αυτοί οι καλλιτέχνες δίδαξαν το θέατρο του άδειου χώρου, δίδαξαν πως το σώμα του ηθοποιού δεν χρειάζεται τίποτα να το περιβάλλει, όσο ωριμάζει και ακούει την εσωτερική του μουσική, όσο εκπαιδεύεται και παράγει τους δικούς του κραδασμούς μπορεί αυτό μόνο του να μας περιβάλλει όλους. Οι μαθητές της Μαρίας Χορς βγαίνοντας από τη Σχολή είχαν μια ιδιαίτερη αντίληψη πάνω στο αρχαίο δράμα και την κινησιολογία του. Ήταν έτοιμοι να ενταχτούν σε απαιτητικά σύνολα και να χορέψουν στις μεγάλες ορχήστρες των ανοιχτών θεάτρων. 
Έχω μια σπουδαία εμπειρία να καταθέσω από τις πτυχιακές εξετάσεις στο μάθημα της Χορς. Εκείνη τη χρονιά είχε επιλέξει ένα πολύ δύσκολο θέμα, που συνδύαζε την αρχαία τραγωδία με την θρησκευτική παράδοση, δουλέψαμε και μελετήσαμε τα αναστενάρια, βιώσαμε την έκσταση σαν μια αποκαλυπτική και τρομακτική εμπειρία, ήταν σαν να δουλεύεις ταυτόχρονα τις Βάκχες του Ευριπίδη και τις υπερβατικές τελετές χθόνιων μυστηρίων της Ελλάδας και άλλων λαών. Ήρθαμε αρκετά κοντά στις κοινές θεολογικές ρίζες ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, μια σύμπτυξη πολιτισμών και εθίμων, μαγείας και υπέρβασης, που συναντάμε από τη μια άκρη της γης στην άλλη, μια έρευνα αξέχαστη, δύσκολη κι επίπονη στην εκτέλεσή της, που την αναφέρω ως μια από τις κορυφαίες στιγμές της τριετούς φοίτησής μου στο Εθνικό θέατρο, και που σίγουρα μετά από αυτήν την εμπειρία τα σώματα όλων μας ενηλικιώθηκαν. Η Μαρία Χορς ήταν από τους δασκάλους που έπαιξαν βασικό ρόλο στην ενηλικίωσή μας , στο πέρασμα από την εφηβεία στην καλλιτεχνική ωρίμανση. Άλλαξαν το περπάτημα, το στήσιμο του σώματος, το κοίταγμα, και άνοιξε τις κεραίες μας προς τον κόσμο. Διεύρυνε την αντίληψή μας. Κάνοντας έναν απολογισμό συνειδητοποιώ πόσες φορές ανατρέξαμε μέσα στην δουλειά μας σε πληροφορίες που ενεγράφησαν μέσα μας πολλά χρόνια πριν, στην αίθουσα των τεχνικών μαθημάτων της Σχολής, εκεί που γινόταν το μάθημα της εκφραστικής κίνησης. Μεγαλώνοντας, η μνήμη ισχυροποιείται και μας δένει τρυφερά με τους πρώτους που μας βάπτισαν στην τέχνη, με ό,τι καλύτερο είχε ο καθένας τους. Κάποιοι που μείναμε φίλοι από τότε θυμόμαστε στιγμές από τα όμορφα χρόνια των σπουδών μας, της σχέσης που είχαμε με τους δασκάλους μας. Τέτοιοι δάσκαλοι μένουν σαν αποτύπωμα μέσα στις συνειδήσεις μας, υπάρχουν διακριτικά μέσα στο ήθος των ηθοποιών που διαμόρφωσαν, κι όσο μπροστά προχωράμε είναι πάντα με κάποιον τρόπο αναγνωρίσιμη εκείνη η πρώτη πνοή που μας εμφυσήθηκε. 
Δεν μπορείς να φτιάξεις κάτι αν δεν ξεκινάς από μια αφετηρία. Δάσκαλοι σαν τη Μαρία Χορς υπήρξαν αφετηρίες για πολλούς σημερινούς δημιουργούς- συνειδητά ή ασυνείδητα. 


Κάποια μαθήματα είναι παρακαταθήκες, κι ακόμα περισσότερο είναι θεμέλια, ρίζες, πατάμε πάνω σ’ αυτά κάθε φορά που οι δυσκολίες αυτής της δουλειάς μας ταρακουνάνε. Είναι τα εφόδιά μας. Δάσκαλοι όπως η Μαρία Χορς, η Μαίρη Αρώνη, ο Ιάκωβος Ψαράς, ο Τάσος Λιγνάδης, ο Τάσος Ρούσσος, η Έλεν Τσουκαλά, η Ολυμπία Κυριακάκη, ο Χριστόφορος Μπουμπούκης, ο Κώστας Καστανάς, η Χρυσούλα Τζαρδή, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Στέφανος Βασιλειάδης, υπήρξαν για μας ευεργέτες, δεύτεροι γονείς, μας αγκάλιασαν και μας όπλισαν για κάτι πολύ δύσκολο, σκληρό και απαιτητικό και μας έδειξαν τον τρόπο να προσφέρουμε κι εμείς με τη σειρά μας τους εαυτούς μας σε νεότερους μαθητές ή συναδέλφους. Τίποτα δεν έχει αξία αν μένει μέσα μας. Η γνώση έχει νόημα όταν μεταδίδεται, κι αυτό είναι ίσως η σπουδαιότερη κατά τη γνώμη μου αποκάλυψη των χρόνων που σπουδάσαμε κοντά σε ανθρώπους σταθμούς, σε καλλιτέχνες γεμάτους από έργα και ημέρες, που δεν μας έκρυψαν τίποτα, που μας προσφέρθηκαν σαν δώρα. Αποσκευές. 
Ένοιωσα την ανάγκη να κάνω μια τιμητική αναφορά σε όλους τους δασκάλους μου με αφορμή αυτό το αφιέρωμα, τελειώνω όμως όπως άρχισα. Η Μαρία Χορς έχει μείνει στον κόσμο μας ως μακάρια, μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα της τέχνης, πλήρης έργου και ημερών, έχοντας αφήσει σπουδαίες στιγμές στο ελληνικό θέατρο, έχοντας ταξιδέψει φλόγες Απολλώνιες πέρα από τα σύνορά μας, μια σπουδαία επαλήθευση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας μας. Και σήμερα εδώ με συγκίνηση και ταπεινότητα και αγάπη της στέλνω το μεγαλύτερο ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου!
Αθήνα, 26/9/2022
Η ομιλία του Δημήτρη Γεωργαλά για την Μαρία Χορς πραγματοποιήθηκε κατά την εκδήλωση - αφιέρωμα στην μεγάλη ιέρεια που οργάνωσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος) στην Μουσική Βιβλιοθήκη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. 

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΙΕΡΕΙΑ ΜΑΡΙΑ ΧΟΡΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ (ΦΩΤΟ)


Το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον» (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος) παρουσίασε ένα αφιέρωμα στην μεγάλη χορογράφο Μαρία Χορς (1921-2015), την Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022 το απόγευμα, στην Αίθουσα Διδασκαλίας Μουσικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. 
Η «Ωδή στην ιέρεια Μαρία Χορς», πραγματοποιήθηκε με αφορμή τα 100+1 χρόνια από τη γέννησή της και τα επτά από τον θάνατό της (16 Σεπτεμβρίου 2015). 
Μίλησαν: 
- Η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου, η οποία υπήρξε μαθήτρια της Μαρίας Χορς στην Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και ιέρεια της σε τελετές αφής της Ολυμπιακής Φλόγας. Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου μίλησε με ποιητικότητα και αλήθεια για την τεράστια και σπάνια προσωπικότητα της Μ. Χορς. 


- Ο ηθοποιός Δημήτρης Γεωργαλάς, ο οποίος είχε δασκάλα την Μ. Χορς κατά την φοίτησή του στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, αναφέρθηκε στις δυνατές προσωπικές του εμπειρίες από την μαθητεία του κοντά της. 


- Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος παρουσίασε πτυχές του μεγάλου έργου της, όπως η χορογραφία στο Αρχαίο Δράμα (το παράδειγμα του Αισχύλου), η συνεργασία της με την Μαρία Κάλλας στην "Μήδεια" του Κερουμπίνι, η συνεργασία της με τον συνθέτη Γιώργο Χατζημιχελάκη στις Τελετές Αφής της Ολυμπιακής Φλόγας από το 2000 μέχρι το 2006. 


Σε πρώτη εκτέλεση παρουσιάστηκε έργο του Γιώργου Χατζημιχελάκη σε ποίηση Ιουλίτας Ηλιοπούλου, στη μνήμη της Μαρίας Χορς. Τρία ποιήματα από την συλλογή της Ιουλίτας Ηλιοπούλου "11 Τόποι για 1 Καλοκαίρι", για φωνή και φλάουτο. 
Ερμήνευσαν η Δάφνη Πανουργιά, σοπράνο και η Στεφανία Κατσαρού, φλάουτο. 


Στην εκδήλωση προβλήθηκαν δύο βίντεο. 'Ενα με φωτογραφικό υλικό από Τελετές Αφής, που επιμελήθηκε η ιέρεια της Μ. Χορς, Γιοβάνα Σκορδίλη και ένα με την Τελετή Αφής του 2004, σε επιμέλεια Γιώργου Χατζημιχελάκη. 
Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν πολλοί μαθητές ακι συνεργάτες της Μαρίας Χορς, τιμώντας την προσφορά και τη μνήμη της. 


Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ "ΕΣΤΙΑ" ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΧΟΡΣ

Η ιστορική εφημερίδα ΕΣΤΙΑ στο Κυριακάτικο φύλλο της (25 Σεπτεμβρίου 2022), αφιέρωσε ένα ολοσέλιδο στην αποψινή εκδήλωσή μας για την μεγάλη Μαρία Χορς. 

Το επιμελήθηκε ο κ. Μάκης Δεληπέτρου. 

Το παραθέτουμε εδώ στην έντυπη μορφή του. 


Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

"ΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΝ" ΜΕ ΤΟΝ ΒΙΟΛΟΓΟ ΕΡΕΥΝΗΤΗ ΘΕΟΔΩΡΟ ΓΙΑΒΡΙΔΗ (ΒΙΝΤΕΟ)


Η ενορία του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού παρουσιάζει την διαδικτυακή εκπομπή «Προς Εκκλησιασμόν», όπου φιλοξενούνται εργάτες του πνεύματος και της τέχνης. 
Στην τεσσαρακοστή έβδομη εκπομπή προσκεκλημένος ο Θεόδωρος Γιαβρίδης. 
Επιμελείται και παρουσιάζει ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος.
Κάμερα, τεχνική επεξεργασία: Κατερίνα Δ. Λεονάρδου, Μαργαρίτα Κυρ. Στασινού.


Ο Θεόδωρος Γιαβρίδης, Δρ Βιολογίας και Ερευνητής στις ΗΠΑ είναι βραβευμένος επιστήμονας, ο οποίος συμβάλλει στη δημιουργία νέων «όπλων» για την καταπολέμηση του καρκίνου. Η θεραπεία που προτείνει βασίζεται στην «εκπαίδευση» των κυττάρων του ανοσοποιητικού του ασθενούς, ώστε να αναγνωρίζουν και να καταστρέφουν τα καρκινικά κύτταρα.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

ΙΕΡΕΣ ΚΟΝΤΡΕΣ ΠΥΡΟΔΟΤΟΥΝ ΤΑ "ΘΑΥΜΑΤΑ" ΤΟΥ ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΥ

Φωτό: ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Εφημερίδα Καθημερινή
Υποβόσκουσα ένταση στους κόλπους της Ιεραρχίας ενεργοποιεί η υπόθεση των όσων διαδραματίζονται στον ναό των Αγίων Ισιδώρων στον Λυκαβηττό. Ενώπιον της κατάστασης αυτής, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος φέρνει το θέμα στην Ιερά Σύνοδο, στην προσεχή συνεδρίαση της οποίας, στις αρχές Οκτωβρίου, θα ενημερώσει για όλες τις ενέργειες που έχουν γίνει μέχρι στιγμής, για τα πορίσματα ερευνών που έγιναν από την Εκκλησία και τα μέτρα που θα ληφθούν προκειμένου να αντιμετωπιστεί οριστικά η πρωτοφανής κατάσταση. 
Η απόφαση του Αρχιεπισκόπου έρχεται ως απάντηση στην έντονη ενόχληση που εκδηλώνουν πλέον πολλοί ιεράρχες για την ανοχή και συντήρηση της «απάτης με τα θαύματα», όπως τη χαρακτηρίζουν, του ιερέα Δημήτρη Λουπασάκη, ο οποίος υπόσχεται θαύματα από τον Τίμιο Σταυρό που διατηρεί στον ναό, με αποτέλεσμα χιλιάδες απελπισμένοι πιστοί να συνωστίζονται εκεί. Από το περιβάλλον του Αρχιεπισκόπου διαμηνύεται ότι έχει βρεθεί η λύση που θα ικανοποιήσει όλους έπειτα από προσπάθειες που διήρκεσαν αρκετούς μήνες. Πιθανόν ο σχεδιασμός περιλαμβάνει μετακίνηση του σταυρού σε άλλο περιβάλλον, σε χώρο όπου κανείς δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει ότι, εφόσον υπάρχει θαυματουργός επίδραση, εκεί θα είναι περισσότερο χρήσιμη από οπουδήποτε αλλού. 
Η απόφαση να έρθει το θέμα στην Ιερά Σύνοδο δεν δείχνει να καθησυχάζει ιεράρχες που από καιρό έχουν επισημάνει ότι αυτό που καθημερινά διαδραματίζεται στις πλαγιές του Λυκαβηττού δεν είναι τίποτα περισσότερο από επαίσχυντη εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου και της απελπισίας. Μάλιστα, θεωρείται κοινό μυστικό ότι εάν ο ναός των Αγίων Ισιδώρων δεν ανήκε στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Αθηνών, στη δικαιοδοσία δηλαδή του Αρχιεπισκόπου, οι αντιδράσεις αρκετών μητροπολιτών θα είχαν εκφραστεί από καιρό και σε υψηλούς τόνους για την ανάγκη λήψης δραστικών μέτρων προκειμένου να σταματήσει αυτή η επιβλαβής για την Εκκλησία και την πίστη κατάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν λείπουν οι φωνές που ασκούν κριτική για καθυστερημένη αντίδραση αλλά και για την απόφαση να έρθει το θέμα στην Ιερά Σύνοδο. Οπως λέγεται χαρακτηριστικά, πρόκειται για θέμα αποκλειστικά της αρμόδιας μητρόπολης και όχι για ζήτημα του οποίου χρειάζεται να επιληφθεί η Ιερά Σύνοδος, ενώ αφήνονται υπαινιγμοί για διαδικασίες που για άλλη μια φορά θα φέρουν καθυστερήσεις χωρίς να δοθεί λύση. 
Καταγγελίες 
Η ενόχληση των ιεραρχών προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι εσωτερικά στην Εκκλησία έχει ερευνηθεί από καιρό η υπόθεση των Αγίων Ισιδώρων και δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι πρόκειται για απάτη, με τους εμπνευστές της να αποθρασύνονται όσο βλέπουν ότι δεν λαμβάνονται μέτρα για τον περιορισμό της δράσης τους. Εκτός από τη θεολογική τεκμηρίωση, η οποία στις σχετικές εκθέσεις που έχουν συνταχθεί είναι, σύμφωνα με τους ιεράρχες, πέραν πάσης αμφισβήτησης, σοβαρότατες καταγγελίες γίνονται για οικονομικό σκάνδαλο. 
Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ο ναός των Αγίων Ισιδώρων είναι ένα από τα δέκα παρεκκλήσια που ανήκουν στο Ταμείο Ασφάλισης Κληρικών. Είναι το μοναδικό από τα δέκα που σταθερά εμφανίζει παθητικό στους οικονομικούς απολογισμούς του. Ο συνωστισμός και η καθημερινή κοσμοσυρροή έρχονται σε προκλητική αντίθεση με τα εμφανιζόμενα επίσημα οικονομικά στοιχεία. 
Πάντως, η καθυστέρηση στην προσπάθεια να μπει ένα φρένο σε αυτό που επισήμως η Εκκλησία θεωρεί εξαπάτηση πιστών από τον ιερέα των Αγίων Ισιδώρων, εν πολλοίς οφείλεται σε ισχυρότατες πιέσεις που ασκούνται από πολύ ισχυρούς παράγοντες της πολιτικής και οικονομικής ζωής του τόπου.
Ωστόσο, για την Εκκλησία μάλλον έχει φτάσει «ο κόμπος στο χτένι», καθώς πολλοί ιεράρχες βρίσκονται αντιμέτωποι με την αντίδραση των πιστών των μητροπόλεών τους, οι οποίοι σπεύδουν στους Αγίους Ισιδώρους, διαπιστώνουν ότι πρόκειται για μια καλοστημένη βιομηχανία, οι όποιες προσδοκίες ή ελπίδες τους διαψεύδονται και διαμαρτύρονται στους κατά τόπους μητροπολίτες ζητώντας να σταματήσει η εξαπάτηση. 
Κάπως έτσι προκλήθηκε η θορυβώδης αντίδραση του μητροπολίτη Αργολίδος Νεκταρίου, ενώ και άλλοι ιεράρχες έχουν εσωτερικά, στα αρμόδια όργανα της Εκκλησίας, εκφράσει τις διαμαρτυρίες τους. Αλλωστε και από το περιβάλλον του Αρχιεπισκόπου διαμηνύεται ότι η απόφαση να έρθει τώρα το θέμα στην Ιερά Σύνοδο είναι αποτέλεσμα των δημόσιων και ιδιωτικών «εκρήξεων» ιεραρχών, που επέβαλε να επισπευσθούν κάποιοι χειρισμοί. 
Το πλούσιο παρασκήνιο της θρησκευτικής «φουσκοθαλασσιάς» στο εκκλησάκι των Αγίων Ισιδώρων 
Εδώ γίνονται θαύματα, διαβεβαιώνει πιστούς που ανηφορίζουν στον ναό των Αγίων Ισιδώρων στον Λυκαβηττό, φορτωμένοι με πόνο και απόγνωση, ο ιερέας Δημήτριος Λουπασάκης, αποδίδοντάς τα σε ένα κομμάτι του Τιμίου Σταυρού· «εγώ ένα απλό παπαδάκι είμαι», λέει ο εφημέριος, η επιρροή του οποίου διευρύνεται μεταξύ «ανωνύμων» και «επωνύμων». Το πλήρωμα του εκκλησιάσματος πυκνό, άτομα κάθε ηλικίας, φτωχοί και πλούσιοι, ασθενείς και οδοιπόροι. Παρότι επισήμως η Εκκλησία δεν έχει λάβει θέση για το «μυστήριο», ιεράρχες εκδηλώνουν την οργή τους μιλώντας για μια εστία παραπλάνησης και για «περίεργη περίπτωση»… 
Θαύματα και αναθέματα στον Λυκαβηττό 
«Αγκάθι» χαρακτηρίζουν πολλοί ιεράρχες τα όσα συμβαίνουν στο εκκλησάκι των Αγίων Ισιδώρων στον Λυκαβηττό. Ο εφημέριος του ναού, Δημήτριος Λουπασάκης, μιλάει για θαύματα που τα αποδίδει στη χάρη ενός κομματιού του Τιμίου Σταυρού, το οποίο διατείνεται ότι έχει στην κατοχή του. «Ο πόνος σε κάνει να χάνεις την ψυχραιμία σου και η απόγνωση σε οδηγεί να αναζητήσεις βοήθεια στο υπερβατικό», αναφέρει στην «Κ» κυβερνητικό στέλεχος, σε μια προσπάθεια να εξηγήσει την αυξανόμενη επιρροή του ιερέα των Αγίων Ισιδώρων στους απλούς πολίτες και όχι μόνο. Ισχυροί οικονομικοί παράγοντες από την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό φέρεται να ζήτησαν τη βοήθειά του, ενώ στην «ακτινοβολία» του έχουν ενδώσει και πολιτικά πρόσωπα, από διάφορα κόμματα. Και η Αρχιεπισκοπή; Η ηγεσία της Εκκλησίας δεν δείχνει διάθεση να παρέμβει, παρότι έχει προκληθεί από ιεράρχες που έχουν καταγγείλει δημοσίως τα περί θαυμάτων στο εκκλησάκι. Το θέμα είναι γνωστό πάνω από μία δεκαετία. Εχει, μάλιστα, απασχολήσει και την Ιερά Σύνοδο. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος είχε δώσει προ ετών εντολή να ερευνηθούν οι καταγγελίες. Οι έρευνες ξεκίνησαν το 2011 και το πόρισμα ολοκληρώθηκε το 2017. Πληροφορίες της «Κ» αναφέρουν ότι το περιεχόμενό του είναι καταπέλτης για τον ιερέα των Αγίων Ισιδώρων, με τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κ. Ειρηναίο να έχει εκφράσει ξεκάθαρη θέση για τη (μη) γνησιότητα του Τιμίου Σταυρού. 
Η υπόθεση ήρθε ξανά στο προσκήνιο από τον μητροπολίτη Αργολίδος Νεκτάριο, ο οποίος είχε καταγγείλει ότι «υπάρχει μια μεγάλη πληγή που λέγεται Αγιοι Ισίδωροι του Λυκαβηττού. Εκεί μαζεύεται πολύς κόσμος και δήθεν γίνονται θαύματα». 
Ο κ. Νεκτάριος έχει ιδιαίτερα καλές σχέσεις με τον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, γι’ αυτό θεωρήθηκε ότι η παρέμβασή του απηχεί και τις απόψεις του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εκκλησιαστικές πηγές, όμως, απέδιδαν τη δήλωση του Αργολίδος στην οργή του, καθώς γνωρίζει λεπτομερώς την υπόθεση, επειδή μετείχε στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο όταν ο Αρχιεπίσκοπος έθεσε το θέμα. 
Αλαλα τα χείλη 
Η Αρχιεπισκοπή δεν αντέδρασε, επισήμως τουλάχιστον, στις δηλώσεις του μητροπολίτη Αργολίδος. Η αντίδραση, και μάλιστα σφοδρή, ήρθε από πιστούς που έβαλαν κατά του ιεράρχη. 
Πληροφορίες αναφέρουν ότι περί τους είκοσι πολίτες κατέθεσαν μηνυτήρια αναφορά κατά του Αργολίδος, κατηγορώντας τον για σειρά αδικημάτων, μεταξύ των οποίων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της διασποράς ψευδών ειδήσεων. Αυτό όμως χαρακτηρίζεται δείγμα της επιρροής του ιερέα των Αγίων Ισιδώρων. Η δράση του, άλλωστε, παρουσιάζεται σε διαδικτυακό κανάλι και διαδίδεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. 
«Είναι περίπτωση περίεργη», αναφέρει στην «Κ» ιεράρχης μεγάλης μητρόπολης, υπενθυμίζοντας πως θαύματα που φέρεται να έγιναν υπό την επίδραση του ιερέα των Αγίων Ισιδώρων αποδείχθηκε πως δεν ίσχυαν. 
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», στο πολυσέλιδο πόρισμα που κατατέθηκε στην Αρχιεπισκοπή τον Ιούλιο του 2017, με «ανακριτή» τον νυν μητροπολίτη Λαρίσης κ. Ιερώνυμο, γίνεται επίκληση πορίσματος του πρώην Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Ειρηναίου, που αντικρούει ευθέως τους ισχυρισμούς περί του Τιμίου Σταυρού στον οποίο ο ιερέας των Αγίων Ισιδώρων αποδίδει τα θαύματά του. Η ιστορία του σταυρού ξεκινάει από δύο γυναίκες στην Κρήτη, η μία εκ των οποίων είχε συγγενική σχέση με τον ιερέα του Λυκαβηττού. Σύμφωνα με πληροφορίες, όταν ο κ. Ειρηναίος ερωτήθηκε, κατά τη διάρκεια της έρευνας της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, εάν πρόκειται να αγιοκατατάξει τις δύο γυναίκες, αρνήθηκε εμφατικά. 
Η υπόθεση των Αγίων Ισιδώρων δεν εξαντλείται στα ζητήματα εκκλησιαστικού δικαίου. Ο ναός έχει καταστεί πόλος έλξης εκατοντάδων πολιτών – ορισμένοι, μάλιστα, με οικονομική επιφάνεια ή επιρροή σε κέντρα λήψης αποφάσεων. 
Τα τάματα και οι προσφορές είναι καθημερινό φαινόμενο, το οποίο έχει, σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, ενθαρρύνει τον πατέρα Δημήτριο να κάνει και το επόμενο βήμα: «Υπάρχουν φήμες ότι ο ιερέας των Αγίων Ισιδώρων επιθυμεί να ιδρύσει μοναστήρι εκεί και ότι πέριξ αυτού υπάρχουν άτομα που επιθυμούν να μονάσουν», δήλωσε στην «Κ» ιεράρχης. Ο ίδιος διευκρινίζει ότι «για όσους απαρνούνται τα εγκόσμια και φορούν το μοναχικό σχήμα, ο νόμος προβλέπει ότι ολόκληρη η περιουσία τους μεταβιβάζεται στο μοναστήρι τους. Ο ηγούμενος του μοναστηριού είναι ο διαχειριστής της περιουσίας. Αντί για μοναστήρι, που νομικά είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, μπορεί να οργανωθεί ησυχαστήριο, που ως ΝΠΙΔ έχει μεγαλύτερη διαχειριστική ευελιξία». 
Στους εκκλησιαστικούς κύκλους, πάντως, εκφράζεται ανησυχία ότι μπορούν να επαναληφθούν φαινόμενα όπου η «γοητεία» ενός ιερέα ερμηνεύεται ως εκδήλωση της ύπαρξης του Θεού – όπως ορίζεται θεολογικά το θαύμα. «Η Εκκλησία έχει πολύ πικρή πείρα από τέτοιες καταστάσεις, καθώς καταλήγουν στη δημιουργία μεγάλων προβλημάτων για την ίδια. Γι’ αυτό και προσπαθεί πάντα να διαχειριστεί αυτές τις θύελλες με πολιτική αναβλητικότητας, περιμένοντας απλώς να… περάσει η φουσκοθαλασσιά», όπως το έθεσε στην «Κ» έμπειρος ιεράρχης. 
«Η πικρή εμπειρία του παρελθόντος διδάσκει ότι τέτοιες εξάρσεις της “λαϊκής θρησκευτικότητας” εάν αντιμετωπιστούν άτσαλα, μπορεί να τυραννήσουν την Εκκλησία για πολλά χρόνια», τόνισε στην «Κ» κυβερνητικό στέλεχος. 
Ομως η Εκκλησία, τελικά, ξέρει την αλήθεια εδώ και πολύ καιρό για όσα γίνονται στους Αγίους Ισιδώρους. Γι’ αυτό και όταν ρωτήθηκε από την «Κ» ένας από τους γηραιότερους και σοφότερους ιεράρχες της Ελλάδος για το θέμα, απάντησε με μια ιστορία: «Οταν ήμουν νέος, πριν αποφασίσω να γίνω παπάς, είχα επισκεφθεί τον Αγιο Παΐσιο. Τον ρώτησα αν είναι αλήθεια ότι ο τάδε μοναχός κατάφερε να δει το “άκτιστο φως”, δηλαδή τον Θεό. Ο Αγιος με κοίταξε και είπε: Εκείνος που το βλέπει δεν το λέει και εκείνος που το λέει δεν το βλέπει»… 

Φωτό: ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Καφές, φανουρόπιτα και ο σωρός με τις πατερίτσες 
Ποιος δεν θα επιθυμούσε να λυτρωθεί από βάσανα και στενοχώριες, αδιέξοδα και αγωνίες; Ποιος άπελπις ασθενής και οι συγγενείς του δεν θα ήθελαν να μπορούν να προσμένουν ένα θαύμα; Η χαραμάδα προς τη σωτηρία ανακομίζει ματαιωμένες προσδοκίες. Η ύστατη ελπίδα για λύτρωση διαρρηγνύει τις μονώσεις της κοινής λογικής, νικά αμφισβητήσεις ή κατηγορίες για αγυρτεία. Και μόνο η φήμη ότι παράλυτος σηκώθηκε από το καροτσάκι, τυφλό παιδί ανάβλεψε, βαριά άρρωστος έγινε εντελώς καλά λειτουργεί ως ισχυρός μαγνήτης. Ενας τέτοιος μαγνήτης έγινε ο ναός των Αγίων Ισιδώρων στον νοτιοδυτικό βράχο του Λυκαβηττού, και ο εφημέριός του, πατέρας Δημήτριος. Κάθε πρωί, κάθε απόγευμα, σε κάθε Θεία Λειτουργία πιστοί προσέρχονται αθρόα. Παρά όσα λέγονται και ενάντια σε όσα καταγγέλλονται περί ψευδοθαυμάτων… 
Βέβαια, ουδείς ξεροσταλιάζει μερονυχτίς, τσαλαπατιέται ή εξευτελίζεται. Ολα γίνονται με απόλυτη τάξη, αυτήν τη μάλλον σπάνια αρετή του ποιμνίου. Η προσέλευση των πιστών, το προσκύνημα των εικόνων και των ιερών κειμηλίων στα εικονοστάσια, στα παρεκκλήσια και στον ναό, η κατάθεση των παρακλήσεων, το άναμμα των κεριών και των λαμπάδων, η παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας και του κηρύγματος του πατέρα Δημητρίου, η παραλαβή του αγιασμού και του διαβασμένου άρτου εκτυλίσσονται γαλήνια. Για τη διατήρηση αυτής της τάξης φροντίζουν νεαροί βοηθοί, αγόρια και κορίτσια αγκυροβολημένα σε κάθε γωνιά του περιποιημένου, καθαρού, κατάφυτου, ανθόσπαρτου χώρου. Συρρέουν άνθρωποι κάθε ηλικίας. Μεσήλικα και νεαρά ζευγάρια, άνθρωποι μοναχικοί και οικογένειες με παιδιά, κοπέλες, νεαροί άντρες, ορισμένοι με τατουάζ, έφηβοι, μερικοί με πανκ κουρέματα. Γνωρίζουν τα ωράρια του ναού, καταφθάνουν πεζή, με Ι.Χ. ή με ταξί από κάθε γωνιά της Αθήνας και περιμένουν υπομονετικά κάτω από τα σκαλοπάτια να ανοίξει η σιδερένια καγκελόπορτα. Ορισμένοι είναι σταθεροί πιστοί, χαιρετούν τον αιτούντα ελεημοσύνη στα πρώτα σκαλιά κι ανηφορίζουν προς τα πέτρινα πλατώματα –μια ανάβαση επίπονη για τους ανθρώπους που προσέρχονται υποβασταζόμενοι– έως ψηλά στην αυλή της μονόκλιτης βασιλικής, που χτίστηκε τον 16ο αιώνα, καταστράφηκε σε πυρκαγιά το 1930 και ξαναχτίστηκε με τη συνδρομή των κατοίκων τα επόμενα χρόνια. 
Εκεί, στην ψηλοκρεμαστή αυλή του ναού, με συγκλονιστική θέα στο απαστράπτον νότιο λεκανοπέδιο έως πέρα στον Σαρωνικό, ξεκουράζονται οι προσκυνητές. Είτε απολαμβάνοντας, το απόγευμα, τη φανουρόπιτα και τον καφέ που τους έχουν τρατάρει οι νεαροί νεωκόροι, είτε παρακολουθώντας τα πρωινά τη Θεία Λειτουργία σε ζωντανή μετάδοση από οθόνη στερεωμένη σε τοίχο του ναού, όταν ο αέρας δεν επιτρέπει τη Λειτουργία εκτός· η εκκλησία, μέσα από την οποία φτάνει κανείς στο παρεκκλήσι του Τίμιου Σταυρού και στη μεριά όπου αφήνουν οι πάσχοντες τις πατερίτσες, τους νάρθηκες και τα μπαστούνια τους, δεν τους χωράει όλους. 
Ο πατέρας Δημήτριος, «ένα απλό παπαδάκι που λειτουργεί καθημερινά και προσεύχεται για όλους», όπως λέει ο ίδιος, συγκινείται μερικές φορές κατά τη Θεία Λειτουργία. Λυγμοί διακόπτουν τον λόγο του στο «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Αργότερα στο κήρυγμά του δεν μιλάει ούτε για τα («χιλιάδες», ως λέγεται) θαύματα («τα θαύματα δεν τα κάνει ο παπάς, τα κάνει ο Τίμιος Σταυρός», συνηθίζει να λέει), ούτε για τις κατηγορίες εναντίον του. Μόνο για τη δική του ιστορία ίασης σε νεαρή ηλικία, από τον Αγιο Νεκτάριο. «Τίποτα δεν είναι ψεύτικο. Είμαι ένας άνθρωπος από την Κρήτη και μιλάω πάντοτε ανοιχτά και δεν ψεύδομαι. Ούτε οτιδήποτε γίνεται είναι ψέματα, ούτε η δική μου η ζωή είναι ψέματα, είναι πέρα για πέρα αληθινή. Είμαι ένας άνθρωπος απλός, τελευταίος όλων, και έτσι θέλω να παραμείνω». Ενας λειτουργός, «που θέλω μέσα από την καρδιά μου να λειτουργώ και να είμαι δακρυσμένος» –όχι γιατί έχει προβλήματα, αφήνει τους εγωισμούς του έξω–, «απέναντι στο Ιερό Θυσιαστήριο, στον ίδιο τον Κύριό μας. Από εκεί ξεκινάνε και εκεί τελειώνουν όλα». 
Μιλάει για τη μητέρα του, «η οποία –είναι μεγάλη στην ηλικία, βρίσκεται εδώ, την ακούτε που λέει το Πιστεύω και το Πάτερ Ημών– μου έμαθε ένα πράγμα. Παιδί μου, μου είπε, να είσαι ειλικρινής μέχρι να κλείσεις τα μάτια σου. Να είσαι αληθινός, να μην είσαι ψεύτικος, να μην είσαι υποκριτής, να μην είσαι ο δήθεν ταπεινός, αλλά αυτός που είσαι, γιατί αυτό θα κοιτάξει ο Θεός. Κι αυτό το κράτησα, α λα Κρητικά, να το πω έτσι. Κράτησα μέχρι τη σημερινή μέρα αυτό που μου δίδαξε αυτός ο άγιος άνθρωπος. Μου είπε, κι αν βγάλουν ότι λες ψέματα, να δεις ότι στο τέλος θα είσαι καθρέφτης και θα βγει η αλήθεια».

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022

ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΒΙΛΑ ΤΟΥ ΙΟΛΑ


Την Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2022, πραγματοποιήθηκε στον θαυμάσιο κήπο της βίλας Ιόλα στην Αγία Παρασκευή, μια επετειακή εκδήλωση για τα 20 χρόνια λειτουργίας του Περιβαλλοντικού Πολιτιστικού Συλλόγου Κοντοπεύκου, Παραδείσου, Πευκακίων. 
Έγινε λεπτομερής αναφορά από τον Μιχάλη Γαβρά στις δραστηριότητες του Συλλόγου, που σχετίζεται και με συντονισμένες προσπάθειες για την αξιοποίηση και ανάδειξη της βίλας του Αλέξανδρου Ιόλα (1908-1987), σημαντικού συλλέκτη έργων μοντέρνας τέχνης. 
Ακολούθησε ένα μελωδικό μουσικό πρόγραμμα από την Δάφνη Πανουργιά στο τραγούδι και τον Γιώργο Καλκάνη στο πιάνο, με αγαπημένα τραγούδια των Μάνου Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Διονύση Σαββόπουλου, Κουρτ Βάιλ, Νικόλα Πιοβάνι κ.α.


ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΗΣ ΣΥΝΑΥΛΙΑΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΝΤΑΛΑΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Συναυλία για τα 100 χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή, πραγματοποιήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, στο Παμπελοποννησιακό Στάδιο της Πάτρας. 
Ο σκοπός της συναυλίας που είχε τον τίτλο ”Σμύρνη αιωνία” ήταν και φιλανθρωπικός. Τα έσοδα θα διατεθούν για την ενίσχυση των κοινωνικών δομών της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών, όπως το Κοινωνικό Συσσίτιο – Άρτος Αγάπης.
Την συναυλία αυτή του Γιώργου Νταλάρα και συνεργατών του πλήρωσε η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος: 23.560,00 ευρώ, σύμφωνα με το ακόλουθο επίσημο έγγραφο. 

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

ΤΟ "ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ" ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΕΡΨΙΧΟΡΗΣ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ

Του Παναγιώτη Ανδριόπουλου

Ο Γιώργος Σεφέρης µεταφράζει το «Άσµα Ασµάτων», από την Παλαιά Διαθήκη, το 1965. Κυκλοφορεί σε µια σπουδαία έκδοση 465 αντιτύπων με χαρακτικά του A. Tάσσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ποιητής χρησιµοποιεί τον όρο «µεταγραφή» και όχι µετάφραση, καθώς τη θεωρεί περισσότερο ικανοποιητική για τον µεταγλωτισµό των αρχαίων κειµένων. Τον ίδιο όρο υιοθετεί και για την «Αποκάλυψη του Ιωάννη».

Ως γνωστόν το «Άσμα» είναι ένα γαμήλιο τραγούδι, που βλάστησε σ' έναν ποιμενικό λαό, τον λαό της Παλαιστίνης. Τα δε πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι η Νύφη, ο Άντρας και ο Χορός από γυναίκες ή και άντρες.

Σημειώνει στον πρόλογό του ο Σεφέρης: «... η εποχή της συναρμολόγησης του ποιήματος πρέπει να είναι ο Δ' π.Χ. αιώνας. Τότε ένας Ιεροσολυμίτης συντάκτης με εμμονή την ανάμνηση του Σολομών ενσωμάτωσε διάφορα ιουδαϊκά κομμάτια με στοιχεία από το Μοάβ ή και από τη Συρία σ' αυτό το σύνολο, όπου είναι αισθητές και οι ελληνικές επιρροές».

Γράφτηκε σε εβραϊκή -αραμαΐζουσα (σημιτική) γλώσσα και μεταφράστηκε στην ελληνιστική από τους «Εβδομήκοντα» ερμηνευτές, μια επιτροπή από Ιουδαίους ελληνιστές.

Προσθέτει ο Σεφέρης: «To Άσμα, μολονότι ξεκίνησε από την ποιμενική Αφροδίτη και υμνεί με πάθος εξαιρετικά έντονο τον ερωτικό πόθο και τη λαχτάρα του αποχωρισμένου από τον αγαπημένο του, μολονότι δεν μνημονεύει διόλου τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, βρήκε ωστόσο - όχι χωρίς συζητήσεις είναι αλήθεια - μια θέση στον Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης».

Η οριστική έκδοση της μεταγραφής του Σεφέρη μαζί με το κείμενο των Εβδομήκοντα, γίνεται από τις εκδόσεις Ίκαρος, το 1972, με εξώφυλλο του Γιάννη Μόραλη.

Εκείνη τη χρονιά, η ιδρύτρια και διευθύντρια της γνωστότερης ελληνικής χορωδίας, τότε, της Χορωδίας Τρικάλων, Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, κυκλοφορεί το 1972 από την Polygram, με το label της Olympic το δίσκο της «Άσμα Ασμάτων».

Η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου ήταν απόφοιτος του Ωδείου Μανώλη Καλομοίρη και το 1952 ο Καλομοίρης της εμπιστεύεται τη διεύθυνση και την αναδιοργάνωση του παραρτήματος του Εθνικού Ωδείου Τρικάλων. Έτσι γεννιέται η Χορωδία Τρικάλων, που γίνεται γνωστή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με τους δίσκους που ηχογραφεί πάνω σε τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη διασκευασμένα χορωδιακά από την ίδια την Τερψιχόρη Παπαστεφάνου.

Είναι η πρώτη που μεταφέρει το έντεχνο ελληνικό τραγούδι σε χορωδιακή μορφή και η πρώτη που τολμά να το συνοδέψει λαϊκή ορχήστρα. Το 1966 εγκαθίσταται στην Αθήνα όπου αρχίζει να μελοποιεί έργα ελλήνων ποιητών τα οποία ηχογραφούνται και κυκλοφορούν σε δίσκους: “Ελεύθεροι πολιορκημένοι” του Πάνου Παναγιωτούνη, “Αδούλωτη” της Έλλης Παπαδημητρίου, “Άσμα ασμάτων” σε μεταγραφή Γιώργου Σεφέρη, “Πρελούδια” ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, “Πόλεμος και Ειρήνη” του Γιάννη Ρίτσου και το ορχηστρικό “Καϋμοί στη γειτονιά”.


Στον δίσκο «Άσμα Ασμάτων» κυριαρχεί η  μελοποίηση ενός αποσπάσματος  της μεταγραφής του Γιώργου Σεφέρη. Τραγουδούν η Μαρία Δημητριάδη, ο Γιώργος Ζωγράφος και η Χορωδία Τρικάλων.

Στον δίσκο περιλαμβάνονται, επίσης, τρία μελοποιημένα ποιήματα: του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Ιωάννη Πολέμη και του Άγγελου Σικελιανού καθώς και ένα ποίημα του Federico Garcia Lorca, σε ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι την ίδια χρονιά, το 1972, ο Μάνος Χατζιδάκις μελοποιεί κι αυτός ένα απόσπασμα από το «Άσμα Ασμάτων», αλλά στο πρωτότυπο. Το γνωστό «Κραταιά ως θάνατος αγάπη», που συμπεριελήφθη στον «Μεγάλο Ερωτικό».

Το ίδιο απόσπασμα, στην μεταγραφή Σεφέρη, μελοποιεί και η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, και κλείνει με αυτό το έργο της.

Αξίζει να σημειωθεί πως πρόκειται για την μοναδική μελοποίηση της Σεφερικής μεταγραφής. Η Παπαστεφάνου και ο Χατζιδάκις μέσα στην δικτατορία πρότειναν το ερωτικό «Άσμα» της Παλαιάς Διαθήκης!

Η προσέγγιση της Τερψιχόρη Παπαστεφάνου είναι …μοιραία Θεοδωρακική, αφού η ίδια είχε επηρεαστεί από τον συνθέτη που της ταίριαζε και με τον οποίο συνεργάστηκε στενά.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Ο μύθος μιας χορωδίας», η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου διηγείται πως πήρε την άδεια από την Μαρώ Σεφέρη για την ηχογράφηση του Σεφερικού «Άσματος», μετά από …εξετάσεις. Παρουσίασε, δηλ., το έργο της – στο πιάνο - στο σπίτι του συνθέτη Γιώργου Σισιλιάνου, τον οποίο εμπιστευόταν η Μαρώ Σεφέρη.

Η Μαρώ Σεφέρη συνέστησε στην Παπαστεφάνου και τον Γιώργο Ζωγράφο, ο οποίος είχε μάθει για την δουλειά αυτή και ήθελε πολύ να συμμετάσχει. Η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου τον εμπιστεύτηκε και δεν το μετάνιωσε, όπως έγραψε.

Τα γυναικεία soli τραγούδησε η Μαρία Δημητριάδη, η οποία ήταν γνωστή τότε από τις εμφανίσεις της στο εξωτερικό πλάι στον Μίκη Θεοδωράκη.

Η Παπαστεφάνου εκτιμά πως το «Άσμα» ήταν μια επιτυχημένη παραγωγή.

Παραθέτουμε στη συνέχεια τη σχετική ηχογράφηση.

(κορίτσι)
Είμαι μαύρη μα είμαι ωραία
θυγατέρες της Ιερουσαλήμ
σαν τα τσαντήρια του Κιδάρ
σαν τα σκηνώματα του Σολομών

Αχ πες μου εσύ που η ψυχή μου αγάπησε
πού βόσκεις το κοπάδι σου
πού ξαποσταίνεις το μεσημέρι
για να μην τριγυρνώ κρυφά κρυφά
μες στα κοπάδια των συντρόφων σου

(χορωδία)
που ξαποσταίνεις το μεσημέρι
για να μην τριγυρνώ κρυφά κρυφά
μες στα κοπάδια των συντρόφων σου

(κορίτσι)
όμορφος που ‘σαι αγαπημένε
πόσο μεστός, πόσο μεστός
ωσάν μηλιά στα δένδρα του δρυμού
αγαπημένος μες στα παλληκάρια
στον ίσκιο του λαχτάρησα και κάθησα
κι ο καρπός του γλυκός στον ουρανίσκο

(χορωδία)
ωσάν μηλιά στα δένδρα του δρυμού
αγαπημένος μες στα παλληκάρια
στον ίσκιο του λαχτάρησα και κάθησα
κι ο καρπός του γλυκός στον ουρανίσκο

(κορίτσι)
το αριστερό του χέρι
κάτω απ το κεφάλι μου
και το δεξί του μ’ αγκαλιάζει

(αγόρι)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι

(αγόρι)
Ωσάν το κρίνο μες στ’ αγκάθια
η Αγαπημένη μου μες στις κοπέλες

(χορωδία)
Ωσάν το κρίνο μες στ’ αγκάθια
η Αγαπημένη μου μες στις κοπέλες

(αγόρι)
Σας εξορκίζω θυγατέρες της Ιερουσαλήμ
στις δύναμες και στις ορμές του αγρού
μη την ξυπνάτε, μη την ξαγριεύετε την Αγάπη μου
όσο να το θελήσει, όσο να το θελήσει

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
μέσ’ απ’ το πέπλο σου, μέσ’ απ’ το πέπλο σου
Είσαι πεντάμορφη, Αγαπημένη
χωρίς ψεγάδι, χωρίς ψεγάδι
Είσαι πεντάμορφη, Αγαπημένη
χωρίς ψεγάδι, χωρίς ψεγάδι

(αγόρι)
μου πήρες την καρδιά μου
με μια ματιά σου, με μια ματιά σου
μου πήρες την καρδιά μου
μ’ ένα κρικέλι της τραχείας σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου

(χορωδία)
μου πήρες την καρδιά μου
με μια ματιά σου, με μια ματιά σου
μου πήρες την καρδιά μου
μ’ ένα κρικέλι της τραχείας σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου

(κορίτσι)
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
φύσα στους κλώνους του περιβολιού μου
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
κι ας ξεχυθούν όλα τ’ αρώματά μου
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
φύσα στους κλώνους του περιβολιού μου
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
κι ας ξεχυθούν όλα τ’ αρώματά μου

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα

(αγόρι)
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
ωσάν σφραγίδα στο μπράτσο σου

Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Δυνατή η αγάπη σαν το θάνατο
κι ο πόθος σκληρός σαν τον Άδη
Σπίθες φωτιάς, φλόγα Θεού, φλόγα Θεού

Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου

(χορωδία)
Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη
Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη

Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη
Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη

(αγόρι)
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι


Related Posts with Thumbnails