Άρης Δημοκίδης
Το βιβλίο «Τα Θεοδωρακικά» του θεολόγου, συγγραφέα και μουσικού Παναγιώτη Ανδριόπουλου αποτελεί μια βαθιά, συστηματική και πολυεπίπεδη προσέγγιση στο έργο, την προσωπικότητα και την ευρύτερη πολιτισμική προσφορά του Μίκη Θεοδωράκη. Μέσα από τη μοναδική του ματιά, ο συγγραφέας αναδεικνύει πτυχές του συνθέτη που συχνά παραβλέπονται, όπως η σχέση του με τη θρησκευτικότητα, τη βυζαντινή παράδοση, αλλά και τη λόγια ποίηση.
Έρχεται λίγα χρόνια μετά από «Τα Χατζιδακικά», το αντίστοιχο βιβλίο με κείμενα για τον Μάνο Χατζιδάκι, το οποίο επίσης παρουσιάσαμε στα Μικροπράγματα της LIFO.
Μίλησα σήμερα με τον κ. Ανδριόπουλο για τον μεγάλο μας συνθέτη και τις πιο αθέατες πλευρές του.
-Κύριε Ανδριόπουλε, τι ακριβώς σηματοδοτεί για εσάς ο όρος «Τα Θεοδωρακικά» και ποιο ήταν το αρχικό έναυσμα για να συγκεντρώσετε αυτά τα κείμενα σε έναν αυτόνομο τόμο;
ΑΠ. «Τα Θεοδωρακικά» αποτελούν συνέχεια – θα έλεγα- του βιβλίου μου «Τα Χατζιδακικά». Οι δύο συνθέτες μας ανήκουν στην προσωπική μου μυθολογία από όταν ήμουν ακόμα παιδί, οπότε τα βιβλία αυτά είναι για μένα μια κατάθεση ζωής. Τα κείμενα του τόμου είναι καρπός ερευνητικής, κυρίως, εργασίας και πάντα προσπαθώ ό,τι καταθέτω δημόσια να έχει μια σχετική πρωτοτυπία. Άλλωστε το έργο του Μίκη Θεοδωράκη είναι τεράστιο και «Τα Θεοδωρακικά» μου είναι απλώς ελάχιστες πτυχές, λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό.
-Ως θεολόγος και μουσικός, αναδεικνύετε συχνά μια πιο μεταφυσική ή θρησκευτική διάσταση στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Πώς γεφυρώνεται η κοσμοθεωρία ενός δημιουργού που ταυτίστηκε με την Αριστερά και τον υλισμό, με τις βαθιές πνευματικές αναζητήσεις που εντοπίζετε στο έργο του;
ΑΠ. Ο Θεοδωράκης ξεκίνησε ως «παιδί της Εκκλησίας», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος. Όταν ήρθε στην Αθήνα μπολιάστηκε με την αριστερή σκέψη, που στην περίοδο της Κατοχής και αργότερα ήταν κυρίαρχη, κάτι που θεωρώ φυσικό για την εποχή. Όμως, ο Θεοδωράκης δεν είχε στεγανά. Αναγνώριζε τον κοινωνικό ρόλο της Εκκλησίας και ιδιαίτερα την υψηλή τέχνη που δημιούργησε η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό το υπερασπιζόταν πάντα, ανεξάρτητα από την αριστερή του τοποθέτηση. Κάτι που δεν έκαναν άλλοι, πιο δογματικοί αριστεροί. «Τα Θεοδωρακικά» αναδεικνύουν, νομίζω, αυτόν τον πλουραλισμό του Θεοδωράκη, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον άνθρωπο – βαθιά ουμανιστής- και στην τέχνη.
-Στο βιβλίο σας εξετάζετε τη σχέση του Θεοδωράκη με την εκκλησιαστική μουσική (π.χ. «Άξιον Εστί», «Κασσιανή»). Πόσο βαθιές θεωρείτε ότι είναι τελικά οι βυζαντινές ρίζες στο DNA της μουσικής του και πώς επηρέασαν τον τρόπο που μελοποιούσε;
ΑΠ. Στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου παραθέτω ακριβώς αυτή την βαθιά επιρροή του από την εκκλησιαστική μουσική, την οποία, όμως, μας προβάλλει ο ίδιος! Είναι θαυμαστό ότι στο άγνωστο – εν πολλοίς – μικρό βιβλίο του «Μουσική για τις μάζες», ο ίδιος μας λέει τα δάνεια του από την εκκλησιαστική μουσική και πώς ενσωμάτωσε στα τραγούδια του, μουσικές φράσεις, μελωδίες ή και φόρμες της βυζαντινής μουσικής. Μέχρι τώρα οι μελετητές του έργου του Θεοδωράκη δεν εστίασαν στην «εκκλησιαστική» – ας την πούμε έτσι – πλευρά του. Στο Αρχείο του, στην Μουσική Βιβλιοθήκη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, υπάρχουν εκατοντάδες παρτιτούρες που περιλαμβάνουν κυρίως νεανικές θρησκευτικές συνθέσεις του, οι οποίες κάποια στιγμή πρέπει να εκδοθούν, αφού αποκατασταθούν μουσικά, και να ερμηνευθούν. Υπάρχει ακόμα πολύς Θεοδωράκης ανέκδοτος!
-Μέσα στις σελίδες του βιβλίου αντανακλώνται και δικές σας αλληλεπιδράσεις με τον ίδιο τον συνθέτη. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο αποφασίσατε να τον παρουσιάσετε στο κοινό;
ΑΠ. Πάντα με συγκινούν οι λιγότερο γνωστές πτυχές των μεγάλων δημιουργών. Εδώ με ενδιέφερε και ο «Πατρινός» Μίκης Θεοδωράκης, επειδή κατάγομαι από την Πάτρα. Ο συνθέτης άρχισε τις μουσικές σπουδές του στην Πάτρα προπολεμικά, όπου έμεινε για ένα μικρό διάστημα, και στη δεκαετία του ’50 μδ το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου παρουσίασε στο Δημοτικό Θέατρο της Πάτρας το «Τετράγωνο αρ. 40», ένα μπαλέτο του Μ. Θεοδωράκη, βασισμένο στο προγενέστερο έργο του «Ελληνική Αποκριά». Πολύ αργότερα ανακάλυψε τον Πατρινό ποιητή Διονύση Καρατζά, του οποίου μελοποίησε τέσσερις κύκλους τραγουδιών! Πρόκειται για τον πιο πολυμελοποιημένο ποιητή από τον Μ. Θεοδωράκη κι αυτό δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Γι’ αυτό αφιερώνω ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου στη σχέση Δ. Καρατζά – Μ. Θεοδωράκη, που κορυφώνεται με το συμφωνικό κύκνειο άσμα του συνθέτη, σε ποίηση Καρατζά «Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων». Αυτός ο Θεοδωράκης μάλλον δεν μπορεί να φτάσει στον λαό, δηλαδή σε ένα μαζικότερο κοινό, πρέπει, όμως, να γίνει γνωστός στον ευρύτερο μουσικό και καλλιτεχνικό κόσμο. Γιατί για μένα αυτός είναι ο «κλασικός» Θεοδωράκης.
![]() |
| Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά |
-Ο Θεοδωράκης «ανάγκασε» έναν ολόκληρο λαό να τραγουδάει νομπελικούς ποιητές. Μέσα από τη δική σας έρευνα, ποια θεωρείτε την πιο υποτιμημένη ή λιγότερο φωτισμένη πτυχή της σχέσης του με τον ποιητικό λόγο;
ΑΠ. Πολύ σωστή η ερώτησή σας. Νομίζω πως η δουλειά του Μ. Θεοδωράκη πάνω στην ποίηση του Δ. Καρατζά είναι λιγότερο προβεβλημένη και γι’ αυτό θα πρέπει να επανέλθουν οι ερμηνευτές και να προτείνουν εκ νέου στο κοινό αυτή την θαυμάσια συνθετική εργασία του Μίκη. Επίσης, πρέπει να εστιάσουμε και στον ποιητή Μ. Θεοδωράκη, δηλ. σε γνωστά αλλά και άγνωστα τραγούδια που έγραψε σε δικούς του στίχους, ήδη από τα νιάτα του. Αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί φωτίζει περισσότερο την εκρηκτική – έτσι κι αλλιώς – προσωπικότητά του.
-Ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε μια έντονα πολιτική και συχνά πληθωρική ή αντιφατική προσωπικότητα, προκαλώντας κατά καιρούς ποικίλες αντιδράσεις. Πώς καταφέρνετε στα «Θεοδωρακικά» να κρατήσετε την ισορροπία ανάμεσα στον πολιτικό Θεοδωράκη των παθών και στον καθαρά καλλιτεχνικό δημιουργό;
ΑΠ. Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Θεοδωράκης όταν αναφέρεται στη συνεργασία του με την Ραλλού Μάνου, λίγο καιρό αφότου είχε γυρίσει από την εξορία στην Ικαρία. Έγραψε: «Η Ραλλού Μάνου, όπως και η Ντόρα Τσάτσου, η στενότερή της συνεργάτις, ανήκαν στις λεγόμενες μεγάλες αθηναϊκές οικογένειες, που όμως είχαν αρκετή κουλτούρα ώστε να μην επηρεάζονται από τις ιδεολογικές ταυτότητες των καλλιτεχνών που δούλευαν μαζί τους. Άλλωστε, θέματα όπως ο Εμφύλιος, η πολιτική κατάσταση και ο Ψυχρός Πόλεμος, με μια θα ’λεγες μυστική συμφωνία, δεν αναφέρονταν ποτέ στις συζητήσεις. Ο καθένας διατηρούσε τις πεποιθήσεις του. Το σημαντικό ήταν η εργασία. Η μουσική, τα σκηνικά, η χορογραφία». Ο Θεοδωράκης μέσα από τις απίστευτες περιπέτειες του βίου του, θαρρώ πως είχε αποκτήσει μια σοφία για να διακρίνει, κάθε φορά, πρόσωπα και καταστάσεις. Γι’ αυτό και επικρίθηκε σφοδρά για διάφορες πολιτικές επιλογές του. Ήταν, αναμφίβολα, ένας ορμητικός χείμαρρος, ο οποίος, όμως, ήξερε να διακρίνει τα πνεύματα.
-Έχοντας ασχοληθεί εκτενώς και με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, υπάρχει στα «Θεοδωρακικά» ένας άτυπος διάλογος ή παραλληλισμός ανάμεσα στους δύο αυτούς πυλώνες του ελληνικού πολιτισμού; Πού τέμνονται και πού αποκλίνουν κατά τη γνώμη σας;
ΑΠ. Όπως σας είπα και στην αρχή με έχει καθορίσει η σχέση των δύο, παρότι ξεκίνησα «Χατζιδακικός». Μελετώντας τις ζωές τους βλέπει κανείς πολλά παράλληλα, παρότι η αφετηρία ήταν διαφορετική. Ο Χατζιδάκις δεν πολυενδιαφερόταν για τον λαό (πράγμα που μου το δίδαξε, επιτρέψτε μου), ενώ ο Θεοδωράκης ποθούσε να φτάσει στον λαό. Νομίζω ότι τέμνονται στα περισσότερα και αποκλίνουν στα λιγότερα.
Ο Χατζιδάκις είχε μια στιβαρή ιδιωτικότητα, ενώ ο Θεοδωράκης μια καλπάζουσα εξωστρέφεια. Είχαν όμως και οι δύο μια σπάνια ευαισθησία! Την οποία και αναγνώριζαν ο ένας για τον άλλον. Συμπορεύτηκαν και στο «Ελληνικό Χορόδραμα» και στην διάδοση της συμφωνικής μουσικής. Μη ξεχνάμε ότι ο Χατζιδάκις έπαιξε πολύ Θεοδωράκη! Από τον «Επιτάφιο» με τη Νάνα Μούσχουρη, μέχρι συμφωνικά έργα του Μίκη με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Και ο Θεοδωράκης πάντοτε εγκωμίαζε αφειδώλευτα τον Χατζιδάκι. Μα πώς αλλιώς; Ήταν μια σχέση ζωής. Γνωρίστηκαν το 1945, σαν ήταν και οι δύο είκοσι χρονών!
-Με τον Μίκη Θεοδωράκη να έχει περάσει πλέον στην αιωνιότητα, πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η υστεροφημία του; Πιστεύετε ότι υπάρχει κίνδυνος το έργο του να εγκλωβιστεί σε μια στείρα, μουσειακή ή επετειακή αντιμετώπιση;
ΑΠ. Φυσικά και υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, για να μη πω ότι υφίσταται ήδη. Ο πολύς κόσμος αγνοεί τον «εκκλησιαστικό» Θεοδωράκη, τον Θεοδωράκη που μελοποίησε Πωλ Ελυάρ στα γαλλικά (έχω ειδικό κεφάλαιο στο βιβλίο), τον Θεοδωράκη του «Ελληνικού Χοροδράματος», δηλ. των μπαλέτων, τον Θεοδωράκη της Μουσικής Δωματίου και τον συμφωνικό Θεοδωράκη. Όλοι μένουν μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του. Όμως, θα πρέπει να αναδειχθεί σιγά σιγά όλο το εύρος του τεράστιου έργο του. Κι ακόμα θα πρέπει να μελετηθούν και τα άπειρα γραπτά του, τα οποία παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.
-Ποιο στοίχημα θεωρείτε ότι βάζουν «Τα Θεοδωρακικά» με τους νέους ανθρώπους σήμερα; Μπορεί ένας νέος του 2026, που έχει εντελώς διαφορετικά ακούσματα και βιώματα, να «ξεκλειδώσει» τον κώδικα της μουσικής και της σκέψης του Θεοδωράκη μέσα από το βιβλίο σας;
ΑΠ. Δύσκολη ερώτηση, αλλά θα σας απαντήσω «χατζιδακικά». Για τους νέους με αληθινή ευαισθησία «Τα Θεοδωρακικά» μπορεί να είναι το έναυσμα για να ανακαλύψουν τον άγνωστο Θεοδωράκη. Αυτόν που ο πολύς κόσμος αγνοεί. Και ταυτόχρονα να εμπνευστούν από την ακατάβλητη αγωνιστικότητά του, από τον νεανικό ενθουσιασμό του, από την αφοσίωσή του στον ανθρωπισμό, από την προσήλωσή του στην μουσική και από πολλές ακόμα εκφάνσεις της πολυτάραχης ζωής του, που για μένα αποτελούν την μεγάλη παρακαταθήκη του. Φανταστείτε ότι φυλακισμένος στη Ζάτουνα και στον Ωρωπό από την χούντα, βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί πιο συστηματικά με την βυζαντινή μουσική! Τίποτα δεν τον κατέβαλε, τίποτα δεν τον σταματούσε. Πάντοτε προχωρούσε μπροστά, ανοίγοντας τον δρόμο.
-Κλείνοντας αυτόν τον σημαντικό κύκλο καταγραφής για τον Μίκη, ποιο είναι το επόμενο ερευνητικό ή συγγραφικό σας βήμα; Συνεχίζετε να αναζητάτε τις εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στην τέχνη, τη θεολογία και τον ελληνικό πολιτισμό;
ΑΠ. Σωστά το θέτετε. Μου αρέσουν αυτές οι «εκλεκτικές συγγένειες», που στηρίζονται πάντοτε σε ντοκουμέντα και όχι σε δικές μου εικασίες. Είμαι προ των πυλών για την έκδοση των «Ελυτικών», δηλαδή κείμενά μου για τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος, επίσης, με συν-κινεί από τη νεότητά μου. Και βέβαια είναι ο ποιητής που συνδέθηκε και με τον Χατζιδάκι και με τον Θεοδωράκη. Στα «Θεοδωρακικά» αναφέρομαι στην σχέση Ελύτη και Θεοδωράκη με τον Πωλ Ελυάρ, ενώ στα «Ελυτικά» προσπαθώ να περιγράψω την στενή σχέση Ελύτη και Χατζιδάκι. Όλοι αυτοί οι «άγιοι» του νεοελληνικού μας βίου νομίζω ότι αξίζουν όχι μόνο την τιμή αλλά και στην αέναη σπουδή μας στο έργο τους.
![]() |
| Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά |
* Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Θεολογία, βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Συμμετείχε σε πολλά χορωδιακά σχήματα, σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και έχει τραγουδήσει έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», με το οποίο παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό πρωτότυπες παραγωγές βασισμένες κυρίως στην ελληνική ποίηση και μουσική.
Συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο στην «Πάτρα 2006 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», με τον μαέστρο και συνθέτη Άλκη Μπαλτά στο “Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής Πάτμου” και με τον συνθέτη Αλέξανδρο Καλογερά στο Φεστιβάλ «Μούσα Ελληνική» Χίου.
Την διετία 2017-2019 συνεργάστηκε με τον διάσημο χορογράφο και χορευτή φλαμένκο Israel Galvan. Στο πλαίσιο της documenta14 (Αθήνα και Kassel) συμμετείχε στην παραγωγή La farsa monea και κατόπιν στην παραγωγή του Israel Galvan, La fiesta, στο Φεστιβάλ Αβινιόν της Γαλλίας και σε διεθνή περιοδεία.
Κείμενα του για την θεολογία και τον πολιτισμό έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικούς τόμους και στο διαδίκτυο.












































