![]() |
| Πάμπλο Πικάσο, Ο θάνατος του Κασαχέμας (1901) |
Μαρία Χατζηαποστόλου
Διδάκτωρ Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.
«Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του
θα ’χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο».
Οδυσσέα Ελύτη, «Το Άξιον Εστί»
«Είχε μπει, θαρρώ, ένας γκρίζος και παγερός Νοέμβρης χιόνιζε κρυσταλλωμένο χιόνι. Μια βραδιά από δίπλα ακούσαμε ένα μονότονο τραγούδι με αργή και συρτή φωνή. Έπειτα ακούστηκαν ρυθμικοί χτύποι, σαν κάποιος να χτυπούσε με το χέρι ένα πιάτο ή ένα ταψί. Κι έπειτα ρυθμικά βήματα χορού. Τραγούδι, χτύποι και χορός μια άρχιζαν και μια σταματούσαν. Κι αυτό κράτησε ως τα βαθιά μεσάνυχτα. Ο ένας κοίταζε τον άλλο με ζωηρά απορημένα μάτια. Αλλά πρωί πρωί η χοντρούλα γειτόνισσα, που μας είχε ανακοινώσει τον πόλεμο των Γερμανών, μπήκε στην κουζίνα μας σαν αέρας. Μας είπε πνιχτά πως η Αννούλα πέθανε βαθιά χαράματα, κι οι δικοί της πριν πεθάνει τραγούδησαν και χόρεψαν, όπως το ’θελε η ίδια. Μετά είπε το “Θεός σχωρέστην”, κι έκανε ελαφρά δακρυσμένη το σταυρό της, λιγάκι ωστόσο χαμογελώντας θλιμμένα, και πρόσθεσε πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα. Κανένας δεν έλεγε κουβέντα. Το δικό μου το μυαλό σφηνώθηκε στο τραγούδι και στο χορό της περασμένης νύχτας. Δεν μπορούσα να δώσω μια εξήγηση. Εντούτοις ήμουνα πάντοτε έτοιμος να δεχτώ πως στο θάνατο συμβαίνουν ολότελα περίεργα πράγματα. (Αργότερα τι μπορούσαν να μου πουν οι κατοπινές σοφίες που διάβαζα για το μοιρολόγι;)».1
Αυτά τα λόγια του αγαπημένου δασκάλου Ματσούκα ήλθαν και πάλι στον νου μου τούτες τις μέρες. Κι αναρωτήθηκα. Τραγούδι και χορός μπροστά στον θάνατο; Είναι δυνατόν; Φυσικά. Μόνο αυτό έχουμε. Τις φωνές που γεμίζουν τα σοκάκια τις νύχτες, την ξαφνική μουσική που ξεχύνεται από αμάξι περαστικό κι αν τύχει να παίζει και τραγούδι που σου αρέσει, σιγοτραγουδάς κι εσύ μαζί με τον οδηγό του. Τον εργάτη που χτίζει, ακούγοντας τις μελωδίες που χτίζουν τη δική του ψυχή. Τον ερωτευμένο που αγρυπνά, απαλύνοντας την καρδιά με στίχους υπερουράνιους. Κι αν του θανάτου του πρέπει η σιωπή και μια αγκαλιά προς τους πενθούντες, ωστόσο απέναντι στο παράλογο του θανάτου, ποιος μπορεί να παραμείνει λογικός;
Γι’ αυτό ο θρυλικός Ζορμπάς δεν ξέρει να μοιρολογεί, παρά μονάχα να χορεύει πάνω στην καταστροφή. Ακόμη και όταν παραδίδει την τελευταία του παρακαταθήκη στον αγαπημένο του «καλαμαρά» τον Νίκο Καζαντζάκη –που δεν είναι άλλη από το αγαπημένο του σαντούρι– τη συνοδεύει μαζί με μια πρόκληση-πρόσκληση.2 Έτσι, όταν ο συγγραφέας ζητά από τον Ζορμπά να του μάθει χορό, στην ουσία του ζητά να του μάθει να ζει. Και σε μια άλλη στιγμή τους, απίστευτα συγκλονιστική, ο συγγραφέας ακούει γεμάτος δέος τον Ζορμπά να του εξομολογείται: «‒ Γιατί δὲ γελᾶς; ρώτησε. Τί μὲ κοιτᾶς ἔτσι; Τέτοιο εἶναι τὸ σκαρί μου. Ἕνας διάολος εἶναι μέσα μου καὶ φωνάζει, καὶ κάνω ὅ,τι μοῦ πεῖ. Κάθε ποὺ πάω νὰ πλαντάξω, μοῦ φωνάζει: “Χόρεψε!” καὶ χορεύω. Ξεπλαντάζω. Μιὰ φορὰ ποὺ πέθανε τὸ παιδί μου, ὁ Δημητράκης μου, στὴ Χαλκιδική, ἔτσι σηκώθηκα πάλι καὶ χόρεψα. Οἱ συγγενεῖς κι οἱ φίλοι ποὺ μὲ θωροῦσαν νὰ χορεύω μπροστὰ ἀπὸ τὸ λείψανο, χύθηκαν νὰ μὲ πιάσουν. “Τρελάθηκε ὁ Ζορμπᾶς, φώναξαν, τρελάθηκε ὁ Ζορμπᾶς!”. Μὰ ἐγώ, τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἂν δὲ χόρευα, θὰ τρελαίνουμουν ἀπὸ τὸν πόνο. Γιατί ’ταν ὁ πρῶτος μου γιὸς κι ἦταν τριῶν χρονῶν καὶ δὲν μποροῦσα νὰ βαστάξω τὸ χαμό του. Κατάλαβες τί σοῦ λέω, ἀφεντικό, ἢ μιλῶ τοῦ ἀγέρα;».3
Για τους φίλους που έφυγαν άδικα, ο απολογισμός είναι πάντοτε δυσβάσταχτος για την ανθρώπινη ψυχή. Όμως, πάντα στο τέλος η αναστάσιμη προοπτική γεμίζει τον άνθρωπο με την πεποίθηση πως ο θάνατος αποτελεί μια παρούσα κατάσταση που δεν αφορά το μέλλον, καθώς θα αντιμετωπιστεί και θα αποτελέσει διά παντός παρελθόν. Παρόλα αυτά και έως την τελική υπαρξιακή λύτρωση, ο απάνθρωπος θάνατος παραμένει και θα παραμένει μέγεθος δυσβάσταχτο και απερίγραπτο στην ανθρώπινη λογική. Κάτι το αδιανόητο. Αδικία κατάφορη.
Όμως, δεν ξεχνώ πως ακόμη κι ο Χριστός δάκρυσε μπροστά στο μνήμα του Λαζάρου. Και τούτο το δάκρυ ήταν η αρχή του τέλους του θανάτου. Στην ανοιχτή αγκαλιά του Εσταυρωμένου γεννιέται η ελπίδα όλου του κόσμου. Αλλά μπροστά στη σκοτεινιά του θανάτου, ακόμη και ο Θεάνθρωπος συν-κινείται στη θέα του νεκρού φίλου.4 Κι ας ξέρει πως στην επόμενη στιγμή, ως Θεός, θα τον αναστήσει. Ο άνθρωπος Χριστός δακρύζει.5 Γιατί ο θάνατος δεν παύει ποτέ να είναι παράλογος. Και το παράλογο του θανάτου6 γεννάει μέσα στον άνθρωπο ένα μεγάλο και ερωτηματικό «γιατί». Ένα αναπάντητο, βασανιστικό, μεγάλο «γιατί».
Γιατί ο θάνατος στέκει πάντα εκεί, κρυμμένος ύπουλα στο βαθύ σκοτάδι, καρτερώντας υπομονετικά και παραμονεύοντας για το επόμενο θήραμα, θύτης αμετανόητος εκείνος που παραμένει πάντοτε ακριβής στις συναντήσεις του.7 Με κάθε τρόπο βιώνεται καθημερινά από τον άνθρωπο,8 παραμένοντας αμίλητος, ασυγκίνητος και αδηφάγος. Αλλά και ηττημένος,9 καθώς οι κεκοιμημένοι σαν το ξανθό σιτάρι θα φυτρώσουν και πάλι στη γη. Οι αγαπημένες μορφές των φίλων αποτελούν το κλειδί για την είσοδο στην άλλη διάσταση και παραμυθία για τη δύσκολη, αλλά όμορφη ζωή που καλούμαστε να βιώσουμε, όλοι εμείς, οι ζώντες.
Στο διάβα των διαστάσεων υπάρχουν ζώντες-κεκοιμημένοι, αλλά και ζωντανοί-νεκροί. Σαν να μην αρκεί ο αβάσταχτος πόνος του θανάτου. Υπάρχουν τούτοι οι δολοφόνοι-εραστές του μαμωνά που απαξιώνουν την ανθρώπινη ζωή. Υπάρχουν και όλοι εκείνοι οι Φαρισαίοι με το λαμπρό φωτοστέφανο να τους τυφλώνει και την ψευδαίσθηση εκείνη της δήθεν εξουσίας που νομίζουν πως έχουν τη δικαιοδοσία να κρίνουν τους πάντες. Οι ανώνυμοι ψευδοεπαναστάτες του πληκτρολογίου. Και όχι μόνο.
Αισθάνονται σαν τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή. Δικάζουν τον άλλον. Καταδικάζουν προσωπικές επιλογές. Παραμονεύουν σαν τον θάνατο να εντοπίσουν την όποια αστοχία, το όποιο θανάσιμο –κατ’ αυτούς– λάθος-πάθος, ρίχνοντας σπονδές στον ειδωλολάτρη θεό-τιμωρό τους. Λες και η ζωή που δόθηκε στον άλλον, ανήκει σ’ εκείνους. Κι όσο πιο άξια πορεύτηκε ο κεκοιμημένος στην παρούσα ζωή, όσο πιο πολύ αγαπήθηκε, τόσο μεγαλύτερο είναι και το λυσσαλέο μίσος τους που κάνει ακόμη και τον Εωσφόρο ν’ απορεί.
Μεγαλώνουμε, κάνουμε σχέδια, γοητευόμαστε, απογοητευόμαστε. Καμωνόμαστε τους σπουδαίους. Πασχίζουμε ν’ αυξήσουμε το γόητρό μας. Αλλά λησμονούμε το πιο σημαντικό. Να ζήσουμε. Να απολαύσουμε κάθε ηλιοβασίλεμα που βάφει τη θάλασσα και κάθε σελήνη που στολίζει το στερέωμα. Να δούμε το πρόσωπο του Θεού στο πρόσωπο του συνανθρώπου. Να καταλάβουμε πως καμία στιγμή δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Αλλά όταν το κατανοούμε η ύβρη απέναντι στη ζωή έχει ήδη διαπραχθεί. Ο έσχατος εχθρός έχει κερδίσει ήδη έδαφος. Και απειλεί τη μικρή ζωή μας.
Το κακό πέφτει πάνω στον κόσμο σαν νοητός λύκος, όμως η ομορφιά εξουσιάζει τα πάντα και στο τέλος νικά. Κάποτε οι ψυχές καταργούν τον θάνατο και αποκτούν και πάλι αίμα. Και είναι όλοι εκείνοι οι γνωστοί και άγνωστοι ίσκιοι, που αναμένουν υπομονετικά τον ερχόμενο κεκοιμημένο για να τον συνοδεύσουν προς το φως: «Έξω, στον μικρό δρόμο, και μέσα στο κηπάκι ακόμα, είχαν μαζευτεί και τον περίμεναν για να τον πάρουν, όλοι τους αόρατοι και υπομονετικοί, οι μάρτυρες και οι φίλοι του οι ψαράδες, οι συγγενείς και οι παλαιοί γείτονες, γιαγιάδες και παππούδες, γονείς και αδέλφια, όλοι οι άγιοι και οι προφήτες-ποιητές, ντυμένοι όλοι το υπερούσιο φως των ουρανών και της θάλασσας».10
Προσπάθησα να τον μερέψω τον θάνατο. Τον είπα Αρχάγγελο. Τον έκανα φίλο μου από εχθρό. Και τότε κατάλαβα πως δεν είναι το τέλος. Είμαστε φτιαγμένοι από το υλικό των άστρων, αποτελούμε κομμάτι του ουρανού. Και κουβαλώντας εκείνον μέσα μας, παλεύουμε να τον συναντήσουμε και πάλι. Αγωνιζόμαστε για την ένωση. Τούτες τις ώρες τις μικρές που ο ύπνος απέχει έτη φωτός και η αγρύπνια έχει εγκαθιδρύσει το βασίλειό της, αναλογίζομαι πως κάθε κεκοιμημένος αναμένει την αγάπη της μνήμης να τον αναστήσει. Κρατώ την αγάπη. Εκείνη ως κραταιά δύναμη νικά τον θάνατο.
________
1. Νίκου Ματσούκα, Γλυκόπικρες ρίζες. Μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 79-80. Επίσης, βλ. Χρυσόστομου Σταμούλη, Τα τραγούδια στη θεολογία του Νίκου Ματσούκα, Αντίδοσις, Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012. Ηλεκτρονική πηγή: https://antidosis.wordpress.com/2012/10/12/
2. Νίκου Καζαντζάκη, Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ἀλέξη Ζορμπᾶ, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2008, σ. 315: «Νὰ κοπιάσετε νὰ κοιμηθεῖτε σπίτι της καὶ νὰ παραλάβετε, τὸ πρωὶ ποὺ θὰ φύγετε μὲ τὸ κάλο, καὶ τὸ σαντούρι».
3. Νίκου Καζαντζάκη, Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ἀλέξη Ζορμπᾶ, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2008, σ. 84.
4. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος, μετάφραση-επιμέλεια έκδοσης Βασίλη Αργυριάδη, εκδ. Ἐν πλῷ, Αθήνα 2006, σ. 38: «Όμως ο Χριστός δακρύζει μπροστά στο μνημείο του φίλου Του και μ’ αυτήν την πράξη αποκαλύπτει τη δική Του πάλη με το θάνατο˙ την άρνησή Του να αγνοήσει το θάνατο και να συμβιβαστεί μοιρολατρικά μαζί του. Άξαφνα, ο θάνατος παύει να αποτελεί μιά “φυσιολογική” κατάσταση, και φαντάζει σαν κάτι αλλότριο, αφύσικο, διεστραμμένο κι αποτρόπαιο. Αναγνωρίζεται ως εχθρός: “Ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος”».
5. Ίσως, ο πιο συγκλονιστικός στίχος ολόκληρου του Ευαγγελίου, ο οποίος ταυτοχρόνως φανερώνει τη βαθιά ανθρωπινότητα του Ιησού, ανήκει στον Ιωάννη τον Θεολόγο. Βλ. Ιω. 11, 35: «ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς».
6. Ιδιόμελον Νεκρωσίμου Ακολουθίας: «Θρηνῶ καί ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τόν θάνατον [...] Τί τό περί ἡμᾶς τοῦτο γέγονεν μυστήριον;».
7. Βλ. Μάνου Ελευθερίου, Ἀνταπόδοση, Ἡ σφαγὴ, εκδ. Προβολή, Αθήνα 1965, σ. 66: «Τὴν πρώτη φορὰ ποὺ ἔζησε τὸ θάνατό του, ἤτανε στὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι, μιὰ Μεγάλη Τετάρτη».
8. Βλ. Μάνου Ελευθερίου, Τό ἄγγιγμα τοῦ χρόνου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1994, σ. 53: «[…] κάθε ὥρα τῆς ἡμέρας παρακολουθοῦσα αὐτή τή σκοτεινή καί μυστηριώδη μεταμόρφωση τοῦ θανάτου μου, […]».
9. Όπ. παρ., σ. 20: «Ἤθελες νά πᾶς τυλιγμένη μέ τό ροῦχο μιᾶς δόξας καί μιᾶς ἀνάστασης».
10. Μάνου Ελευθερίου, Άνδρες του αίματος, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2019, σ. 426.











































