Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΕΛΥΑΡ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ, ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη, Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη»
του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής»

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον» (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος) παρουσίασε την Πέμπτη 15 Μαΐου 2025 στην Αίθουσα Διδασκαλίας της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την εκδήλωση με θέμα: «Mikis Theodorakis le Français», με αφορμή την επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννηση του μεγάλου συνθέτη. 
Στην εκδήλωση διερευνήσαμε σχέσεις και συνδέσεις με αφορμή τον μεγάλο Γάλλο ποιητή Πωλ Ελυάρ. 
Τι συνδέει τον Μίκη Θεοδωράκη με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Οδυσσέα Ελύτη, πριν ακόμα ο συνθέτης καταπιαστεί με τη μελοποίηση των δύο μεγάλων ποιητών μας; Μα φυσικά ο Πωλ Ελυάρ. Ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές, που δραστηριοποιήθηκε στα καλλιτεχνικά ρεύματα του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού. 
Φέτος συμπληρώνονται εκατόν τριάντα χρόνια από τη γέννηση του Ελυάρ (γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1895) και πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1952, δηλαδή έξι χρόνια πριν συνθέσει ο Μίκης Θεοδωράκης τους κύκλους Ελυάρ. 


Λέει ο Θεοδωράκης: "Διαβάζοντας τους στίχους του Γάλλου ποιητή, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν απέχουν πολύ από την ατμόσφαιρα των Ελλήνων ποιητών που μελοποίησα δύο χρόνια αργότερα: του Γιώργου Σεφέρη και κυρίως του Οδυσσέα Ελύτη. Ακούγοντας αυτή τη μουσική μπορεί κανείς να βρει πολλά μουσικά στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση όλης της περιόδου που ακολούθησε, μεταξύ 1960 και 1980, και η οποία ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στη μελοποίηση της ποίησης". 

Ο Πωλ Ελυάρ του Σαλβαντόρ Νταλί 

Άρα, σύμφωνα με τον ίδιο τον Θεοδωράκη, ο Ελυάρ ήταν γι’ αυτόν η απαρχή για τη μετέπειτα λαμπρή πορεία του στη μελοποιημένη ποίηση. Έτσι, ο συνθέτης εμπνέεται από την ποίηση του Πωλ Ελυάρ και μελοποιεί τέσσερα ποιήματά του, στις 14 Φεβρουαρίου 1958, όταν ήταν στο Παρίσι, δηλαδή στη γαλλική του περίοδο. Και μόλις ένα μήνα αργότερα, στις 10 Μαρτίου 1958, μελοποιεί ακόμη έξι ποιήματα, όλα για φωνή και πιάνο. Και οι δύο αυτοί κύκλοι είναι αφιερωμένοι στη λυρική ερμηνεύτρια Τζέιν Μπατορί [Jane Bathori], μεσόφωνο, από τις αγαπημένες τραγουδίστριες του Κλωντ Ντεμπυσσύ, την οποία γνώρισε ο Θεοδωράκης κατά τη διάρκεια παραμονής του στο Παρίσι και η οποία ήταν η πρώτη που τα παρουσίασε στο γαλλικό κοινό. Και δύο μήνες μετά, τον Μάιο του 1958, ο Θεοδωράκης συνθέτει στο Παρίσι τον περίφημο Επιτάφιο, σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου. 

 Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη, Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη»
του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής»

Ο Ελυάρ σίγουρα ενέπνευσε τον Θεοδωράκη ως επαναστάτης! Υποστήριξε τη Μαροκινή Επανάσταση (ενάντια στους Ισπανούς ως κατακτητές) το 1925 —τη χρονιά που γεννήθηκε ο Θεοδωράκης— και αργότερα κράτησε μια μαχητική θέση απέναντι στον «φρανκισμό». Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση, ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, και ανακηρύχθηκε μεγάλος ποιητής της Αντίστασης (μαζί με τον Λουί Αραγκόν). Ο ποιητής συμμετέχει σε διάφορα συμβούλια και αποστολές για την Παγκόσμια Ειρήνη και επισκέπτεται αρκετές φορές την Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 1949 ανεβαίνει για κάποιες ημέρες στον Γράμμο, θέλοντας να βρεθεί στο πλευρό των Ελλήνων ανταρτών. Γράφει ποιήματα, και στις 25 Μαΐου 1946 ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει ένα ποίημα του Πωλ Ελυάρ με τον τίτλο «Αθήνα», μεταφρασμένο από τον Απόστολο Σπήλιο, που ουσιαστικά αποτελεί έναν ύμνο προς τον ελληνικό λαό. Ένας τέτοιος επαναστάτης ήταν λογικό να εμπνεύσει τον επίσης επαναστάτη Μίκη Θεοδωράκη. 


Όμως, ο Ελυάρ είχε πολύ πριν ανακαλυφθεί από τον - αλλιώς επαναστάτη - Οδυσσέα Ελύτη. Ο Ελύτης, επηρεασμένος πάντα από τον Αντρέ Μπρετόν και τον Πωλ Ελυάρ, ανακαλύπτει τη γοητεία του κολάζ. Αρχίζει να δημιουργεί τις δικές του συνθέσεις, τις οποίες παρουσιάζει στην Α΄ Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών που οργανώνεται στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου το 1936. Δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα μεταφράσεις ποιημάτων του Πωλ Ελυάρ, τον οποίο παρουσιάζει ως τον ποιητή που «ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας». Πιστεύω ότι ο Θεοδωράκης βρήκε στον Ελυάρ αυτό που έχει γράψει πολύ εύστοχα ο Ελύτης στα Ανοιχτά χαρτιά
"Θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάθε ποίημα του Éluard είναι ένα μικρό βασίλειο εικόνων. Αλλά τι εικόνων! Δεν πρόκειται πια εδώ για μιαν αριστοτεχνική περιγραφή εξωτερικών τοπίων ή στοιχείων που πέφτουν φωτογραφικά σ’ ένα δέκτη ψυχικό, εντυπώσεων επιφανειακών που ζητάνε αποκρυστάλλωση μέσα στο λόγο. Όλος ο κόσμος για τον Éluard έχει προηγουμένως διαλυθεί στα πρωταρχικά του στοιχεία κι έχει ξανασυντεθεί σε μιαν ολότελα καινούργια νοοτροπία, που ανταποκρίνεται σε μια γνήσια και σύγχρονη ευαισθησία… Ο Paul Éluard, «ευεργέτης οφθαλμών», που μας έκανε πραγματικά να βλέπουμε εκεί που δεν έβλεπε κανένας άλλος". 

Από το βιβλίο "Ο Ναυτίλος του Αιώνα" (επιμέλεια: Ιουλίτα Ηλιοπούλου) 

Και μια συγκυρία: Τον Μάιο του 1958, οπότε ο Θεοδωράκης μόλις έχει συνθέσει τα Ελυάρ και γράφει τον Επιτάφιο, ο Ελύτης επιλέγει, για να παρουσιάσει το πρώτο δείγμα της δουλειάς του για το Άξιον Εστί, την Επιθεώρηση Τέχνης, το εμβληματικό περιοδικό της ελληνικής Αριστεράς. Επομένως, όντως ο Ελύτης ήλθε «φυσιολογικά» στη μουσική ζωή του Θεοδωράκη, μετά τον Ελυάρ. 
Μια αναγκαία υπενθύμιση: Τα ποιήματα του Ελυάρ που μετέφρασε ο Ελύτης περιλαμβάνονται στη Δεύτερη γραφή, ενώ τα ποιήματα του Ελυάρ που μετέφρασε ο Γιώργος Σεφέρης περιλαμβάνονται στις Αντιγραφές. Δύο τόμοι που περιέχουν τις μεταφράσεις ποιημάτων αγαπημένων ποιητών των δύο Νόμπελ της λογοτεχνίας μας. Ας σημειωθεί πως και ο Γιάννης Ρίτσος μετέφρασε Πωλ Ελυάρ. 


Το εξαιρετικά ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ο Θεοδωράκης επέλεξε να μελοποιήσει ποιήματα του Ελυάρ, κάποια από τα οποία επέλεξε και ο Ελύτης να μεταφράσει. Ο κοινός, λοιπόν, Ελυάρ των Θεοδωράκη–Ελύτη είναι τα εξής τρία ποιήματα από τον κύκλο Le quatre Éluard: 
- «Ta chevelure d’oranges» (Πορτοκαλένια η κόμη σου) 
- «Je te l’ai dit pour les nuages» (Σου τo ’πα για τα σύννεφα) 
- «La courbe de tes yeux» (Η καμπύλη των ματιών σου). 
Ο Ελύτης στον πρόλογο της Δεύτερης γραφής λέει πως στον Ελυάρ "παρακολουθούμε τη σκόπιμη απομάκρυνση από κάθε λογική συνειρμική ακολουθία, με τον πιο άνετο, θα έλεγα με τον ολιγότερο ενοχλητικό τρόπο. Στη νεανική του περίοδο, που είναι χωρίς αμφιβολία και η καλύτερη, βλέπουμε ανάγλυφα τις επιδιώξεις του Υπερρεαλισμού, την κατάργηση του «θέματος», τη θέληση να γεννηθεί αυτοφυής και αυτάρκης η λογική ουσία". 
Από το Παρίσι, ο Μίκης γράφει γράμμα στους γονείς του, στις 21 Ιουνίου 1958, και τους πληροφορεί για τη συμφωνία που έκλεισε - τελικά - με τον μουσικό εκδοτικό οίκο Salabert, όπως λέει ο ίδιος «τον μεγαλύτερο της Γαλλίας και έναν από τους μεγαλύτερους του κόσμου». Ανάμεσα στα έργα του που θα εξέδιδε ο γαλλικός οίκος, και οι δύο κύκλοι με τα Ελυάρ. 

Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη, Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη»
του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής»

 Η πρώτη ηχογράφηση των δέκα ποιημάτων του Ελυάρ έγινε σαράντα δύο χρόνια μετά τη μελοποίησή τους, από τη Νένα Βενετσάνου και την Έλενα Μουζάλα στο πιάνο. Ο Θεοδωράκης θεώρησε ότι με αυτόν τον ψηφιακό δίσκο, που κυκλοφόρησε το 2000, οι δύο κυρίες τού έκαναν «ένα μεγάλο δώρο». Στον ίδιο δίσκο η Νένα Βενετσάνου ερμήνευσε και τον Επιτάφιο (Ελυάρ και Επιτάφιος γράφτηκαν την ίδια χρονιά —από τον Φεβρουάριο ως τον Μάιο), με τον Σαράντη Κασσάρα στο πιάνο. 


Μία ακόμα ηχογράφηση των Ελυάρ είναι αυτή με τη μεσόφωνο Αγγελική Καθαρίου και τον Νίκο Σαμαλτάνο στο πιάνο, σε ένα δισκογράφημα που κυκλοφόρησε το 2020 και το οποίο περιλαμβάνει, επίσης, τη μουσική του Θεοδωράκη για το μπαλέτο Ερωφίλη, που αργότερα μετονομάστηκε σε Passacailles pour deux pianos, καθώς και τα περίφημα έξι τραγούδια του Γιάννη Χρήστου σε ποίηση Τ. Σ. Έλιοτ. 


Τέλος, μια αξιοσημείωτη πληροφορία: Στα 1983 - στον σχετικό φάκελο από το Αρχείο του συνθέτη αναγράφεται η ημερομηνία 31.12.1983 - ο Μίκης Θεοδωράκης καταπιάνεται με τα έξι Ελυάρ, προκειμένου να τα διασκευάσει για χορωδία! Έμεινε ημιτελές το έργο αυτό. Όμως ό,τι έχει γράψει ο συνθέτης θα μπορούσε να παρουσιαστεί χορωδιακά. Κι ακόμα, ένα έμπειρο χέρι θα μπορούσε να ολοκληρώσει τη χορωδιακή επεξεργασία. 
Ο Μίκης Θεοδωράκης εξακολουθεί να είναι ο μεγάλος «άγνωστος»! Το έργο του είναι πολύπλευρο και τεράστιο για να… χωράει μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του. Ο Μίκης Θεοδωράκης σίγουρα είναι υπόθεση του μέλλοντός μας.

 Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη, Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη»
του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής»



Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Το 2026 συμπληρώνονται 80 χρόνια από την πρώτη παράσταση και 50 χρόνια από το ανέβασμα στο Εθνικό Θέατρο της παράστασης «Καποδίστριας» του Νίκου Καζαντζάκη σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, μουσική Μίκη Θεοδωράκη και μουσική διδασκαλία Έλλης Νικολαΐδη. 
Ηθοποιοί: Ν. Τζόγιας, Ζ. Τσάπελης, Λ. Καλλέργης, Αλέκα Κατσέλη, Θ. Μορίδης, Δ. Μαλαβέτας, Γ. Αργύρης κ.ά. 
Ο Καζαντζάκης έγραψε τον «Καποδίστρια» στην Αίγινα το 1944 και η ιστορική τραγωδία του έγινε θεατρικό έργο. Η πρώτη παράσταση του έργου δόθηκε από το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδος στις 25 Μαρτίου 1946, στο πλαίσιο των εορτασμών για την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η σκηνοθεσία ήταν του Σωκράτη Καραντινού και τα σκηνικά και τα κουστούμια του Νίκου Εγγονόπουλου. Την παράσταση παρακολούθησαν ο Νίκος και η Ελένη Καζαντζάκη. 
Το έργο ανέβηκε μετά από 30 χρόνια, πάλι από το Εθνικό Θέατρο, το 1976 (ανέβηκε από 5/11/1976-12/12/1976) και επαναλήφθηκε την Θεατρική περίοδο 1981 – 1982 (26/2/1982). 
Η τραγωδία διαδραματίζεται στις τελευταίες στιγμές πριν από τη δολοφονία του Καποδίστρια. Ο ήρωας γνωρίζει ότι υπάρχει συνωμοσία εναντίον του και προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κρίση με εσωτερικό και εξωτερικό διάλογο με άλλους ιστορικούς χαρακτήρες, όπως ο Μακρυγιάννης και ο Κολοκοτρώνης. Το έργο εξερευνά την ένταση ανάμεσα στις αρχές της ελευθερίας και της τάξης, και τις συνέπειες της πολιτικής αδιαλλαξίας. 

Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου

Η μουσική της παράστασης είναι γραμμένη από τον Μίκη Θεοδωράκη για χορωδία, βιολιά (Ι, ΙΙ & ΙΙΙ), φλάουτο, κιθάρα και βιολοντσέλο. Μέσα στην παρτιτούρα ορχήστρας και κυρίως στο σπαρτίτο διακρίνεται η συνοδεία κιθάρας. Ωστόσο, ανάμεσα στις παρτιτούρες δεν βρέθηκε πάρτα για κιθάρα, σύμφωνα με σχετική σημείωση στο Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου. 
Στο σπαρτίτο για φωνή και κιθάρα αναγράφονται τα λόγια της φωνής με τις συγχορδίες που την συνοδεύουν καθώς και κάποιες μελωδικές γραμμές, γραμμένες μόνο για φωνή. Οι συγχορδίες φαίνεται να είναι γραμμένες για κιθάρα. Η μουσική απευθύνεται κυρίως στον χορό, εκτός από το σόλο της Γριάς Σουλιώτισσας, το οποίο ερμήνευσε η Αλέκα Κατσέλη. 
Ο Θεοδωράκης στοιχείται στη λογική του συγγραφέα. Ο Καζαντζάκης δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στον Χορό των Γυναικών, οι οποίες λειτουργούν ως το πολιτισμικό απόθεμα σοφίας, ελπίδας και μελλοντικής ανάτασης της κοινωνίας: «Καινούργια Ελλάδα θυγατέρα βαθιά στον κόρφο μου κρατώ και τη βυζαίνω». 
Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί γενικά ποιητική γλώσσα και στοιχεία χορού, με έντονη λυρική διάσταση και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Η θεατρική γραφή συνδυάζει ιστορικά γεγονότα με υπαρξιακά ερωτήματα σχετικά με την προσωπική ελευθερία, την ηθική ευθύνη και την ιστορική μοίρα. 
Στις παρτιτούρες των χορωδιακών μερών αναγράφονται τα ονόματα των ερμηνευτών του χορού. Πρόκειται για τους Καρδαρά Ασπασία, Φρούση Λένα, Καρτσάτου Κατερίνα, Ιωάννου Ιφιγένεια.


Μουσική δομή της παράστασης: 
Αρ. 1 Οι μεγάλες πόρτες, Χορωδία «Οι μεγάλες πόρτες ανοίξανε» 
Αρ. 2 Αχ στης γης να πιαστώ (unissono), Χορωδία inc. «Αχ στη γης να πιαστώ να ριζώσω» 
Αρ. 3 Ο μεγάλος ο νούς σου. inc. «Ο μεγάλος ο νους σου πατέρα μου» 
Αρ. 4 Κυβερνήτη μας, χορωδία inc. «Κυβερνήτη μας δάφνες σου στρώσαμε» 
Αρ. 4α Το τραγούδι της Σουλιώτισσας (σόλο Αλέκας, αργά), inc. «Αν δεν στοίχειωσε τ’ ανθρωπογεφύρι» 
Αρ. 5 Presto, inc. «Τρεις κυράδες σαν ήρθες σε δέχτηκαν».


Στην κριτική του Μπάμπη Κλάρα, στην εφημερίδα "Η Βραδυνή" (8-11-1976), διαβάζουμε:
"Δύο πράγματα ξεχωρίζουν ακόμα στην παράσταση: Το ένα είναι η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, με τον θρησκευτικά υμνολογικό χαρακτήρα της που εντυπωσιάζει, με τα χορωδιακά της που θέλγουν - κι’ ας μην ακούγονται τα λόγια - και με την υποβλητικότητά της. Το άλλο, είναι τα θαυμάσια κοστούμια εποχής της Ιωάννας Παπαντωνίου, με την καλλιτεχνική τους φόρμα και τα ωραία τους χρώματα". 

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

"ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΙΚΑ" ΣΤΟ DIASTIXO


Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος: «Τα Θεοδωρακικά» 
Λεύκη Σαραντινού, ιστορικός και συγγραφέας 
Ο Μίκης Θεοδωράκης, γεννημένος στο όμορφο νησί της Χίου στις 29 Ιουλίου 1925, θεωρείται, και δικαίως, μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι, ένας από τους εθνικούς μας συνθέτες. Μετά τον θάνατό του, στις 2 Σεπτεμβρίου 2021, κυκλοφόρησαν αρκετά βιβλία σχετικά με τον βίο και το έργο του, ένα εκ των οποίων θα μας απασχολήσει εδώ. Έχει τίτλο Τα Θεοδωρακικά και ο συγγραφέας του είναι διακεκριμένος μουσικός, αλλά και μουσικολόγος, ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος, ιδρυτής του Καλλιτεχνικού Συνόλου «Πολύτροπον» (2004). Ο Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα και έχει πραγματοποιήσει σπουδές στους τομείς της θεολογίας, της ευρωπαϊκής και της βυζαντινής μουσικής, κι έχει συνεργαστεί και με τον Θάνο Μικρούτσικο. Εκτός από το παρόν πόνημα, έχει επίσης γράψει τα βιβλία: Τα Χατζιδακικά, Ελληνορωσικά και Νιγηρίας Αλεξάνδρου παρακαταθήκες. 
Το τελευταίο βιβλίο του εξετάζει πρωτίστως το θεοδωρακικό έργο –και λιγότερο τον βίο του μεγάλου συνθέτη– μέσα από εννέα σύντομα δοκίμια ποικίλης θεματολογίας. Όπως μας λέει ο ίδιος στον πρόλογο της έκδοσης, το πόνημά του αυτό είναι αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης που τρέφει για τον Μίκη Θεοδωράκη και τη μουσική του. 
Το πρώτο δοκίμιο τιτλοφορείται «Οι εκκλησιαστικές υποθέσεις του Μίκη Θεοδωράκη και η σχέση του με τη βυζαντινή μουσική». Σε αυτό ο συγγραφέας διασαφηνίζει ότι ο Θεοδωράκης είχε δεχτεί πάμπολλες επιδράσεις από τον τομέα της βυζαντινής μουσικής και ότι θεωρούσε, μάλιστα, ως πρώτη μουσική τροφή όλων μας την εκκλησιαστική. Σε αυτό το δοκίμιο αναφέρεται στο τροπάριο με τον τίτλο «Κασσιανή», που συνέθεσε ο Θεοδωράκης για ανδρική χορωδία το 1942, αλλά και στον «Ύμνο στον Θεό», τα «Επιφάνια Αβέρωφ» και την «Αποκάλυψη», όλα πολύ γνωστά έργα του στον τομέα της θρησκευτικής μουσικής. Επίσης, αναφέρεται εκτενώς στη «Νεκρώσιμο Ακολουθία» που έγραψε ο Θεοδωράκης το 1984, αφιερωμένη στους νεκρούς της σφαγής των Καλαβρύτων από τους ναζί στις 13 Δεκεμβρίου 1943. Ο ίδιος ο Θεοδωράκης έλεγε: «Σχετικά με την επίδραση της βυζαντινής μελωδίας στη μουσική μου, μπορώ να πω ότι βρίσκεται μέσα στο κάθε μου έργο, σχεδόν σε κάθε μου μελωδία». Και συνεχίζει ο συγγραφέας: 
Πρόκειται για τον Μίκη Θεοδωράκη που δεν είναι έτσι γνωστός στο ευρύτερο κοινό: ως Βυζαντινός! Φυσικά, σύμφωνα με τον ίδιο, ανάλογες επιρροές έχει δεχτεί και από τη δημοτική μουσική και από το ρεμπέτικο. Αλλά η βυζαντινή μουσική είναι γι’ αυτόν η πηγή! Η συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής και η μουσική που καθορίζει τον Νέο Ελληνισμό. 
Το δεύτερο δοκίμιο, μικρότερο σε έκταση, ανιχνεύει τους παραλληλισμούς ανάμεσα σε δύο ποιητικές ανθολογίες δύο ατόμων που δεν είχαν επαφή μεταξύ τους στα νιάτα τους, ωστόσο οι ανθολογίες τους ήταν παρεμφερείς, είχαν δηλαδή κοινά σημεία: ο Μίκης Θεοδωράκης και ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Δροσίνης, Μαβίλης και Καβάφης ήσαν οι νεανικές προτιμήσεις τους, στο έργο των οποίων ο Θεοδωράκης έκανε τις πρώτες του απόπειρες στη μελοποίηση. 
Το τρίτο δοκίμιο, πολύ σύντομο σε έκταση, ασχολείται με τη σχέση Νίκου Σκαλκώτα και Μίκη Θεοδωράκη. Το τέταρτο, επίσης πολύ σύντομο, τιτλοφορείται «Τετράγωνο Νο.40, Ένα μπαλέτο του Μίκη Θεοδωράκη για το ελληνικό χορόδραμα» και ασχολείται με το εν λόγω έργο. Το πέμπτο επικεντρώνεται στη σχέση του Θεοδωράκη με τον Νικηφόρο Βρεττάκο, ενώ το έκτο στη σχέση του με τον ποιητή Διονύση Καρατζά. Σε αυτό, ως υποκεφάλαιο, παρουσιάζεται και η τελευταία σύνθεση του Θεοδωράκη, το κύκνειο άσμα του, η «Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων», έργο γραμμένο το 2009. Το επόμενο δοκίμιο, το έβδομο στη σειρά, εξετάζει τη σχέση του Μίκη Θεοδωράκη με τον Θάνο Μικρούτσικο στο έργο του πρώτου «Κατάσταση πολιορκίας». Τα δύο τελευταία δοκίμια είναι αφιερωμένα στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη στα γαλλικά και στις μεταφράσεις του που έγιναν στα αραβικά. 
Εν κατακλείδι, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που εξετάζει το έργο του Μίκη Θεοδωράκη στο σύνολό του, αλλά για μία επιλεκτική ενασχόληση από πλευράς του συγγραφέα με ορισμένες πτυχές του θεοδωρακικού έργου: μας συστήνει κάποιες άγνωστες, ενδεχομένως, πλευρές του θεοδωρακικού έργου και, κατ’ επέκταση, του βίου του ίδιου του μεγάλου συνθέτη. Και καταλήγει ο συγγραφέας, εκφράζοντας για άλλη μία φορά τον θαυμασμό του: 
Ο Μίκης Θεοδωράκης εξακολουθεί να είναι ο μεγάλος «άγνωστος»! Το έργο του είναι πολύπλευρο και τεράστιο για να… χωράει μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του. Ο Μίκης Θεοδωράκης σίγουρα είναι υπόθεση του μέλλοντός μας.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

ΕΝΑ ΜΠΑΛΕΤΟ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ ΤΟΥ 1957

Στο σημερινό φύλλο (Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026) της εφημερίδας ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ, ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Ρηγόπουλος παρουσιάζει μια άγνωστη πτυχή, στις μέρες μας, της Πάτρας του 1957, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΙΚΑ. 

Μια παράσταση του περίφημου Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνους στο Δημοτικό Θέατρο "Απόλλων" της Πάτρας, όπου παρουσιάστηκε και το μπαλέτο του Μίκη Θεοδωράκη "Τετράγωνο αρ. 40".  Η ιστορία έχει ως εξής: 


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ ΑΡ. 40 ή Αδιέξοδος Πάροδος (1957) 
Μπαλέτο για το Ελληνικό Χορόδραμα
Μουσική Μίκη Θεοδωράκη 
Χορογραφία Ντόρας Τσάτσου 
Σκηνογραφία Σπύρου Βασιλείου 
Πρώτοι διδάξαντες στους κύριους ρόλους: Ντόρα Τσάτσου, Βαγγέλης Σειληνός, Ναταλία Μαντζουβάνη, Γιώργος Εμιρζάς, Ρένα Καμπαλάδου, Ευαγγελία Καπράλου, Ανδρέας Πέρης. 
Υπόθεση: Ένα βράδυ μ’ ένα μεγάλο ασημένιο φεγγάρι οι άνθρωποι μιας μακρυνής γειτονιάς, κι άλλοι από άλλες γειτονιές, πάνε κι έρχονται, ξεκουράζονται, ερωτεύονται, νοσταλγούν, μαλώνουν, πουλούν, αγοράζουν, θυμούνται και χορεύουν. 
BLOCK No 40: Nightfall, under the spell of an enormous, silvery moon. The everyday life of the people in some remote neighborhood, with all its nostalgia and thrilling incidents. Music: M. THEODORAKIS – Choreography: DORA TSATSOU – Scenery: SPYROS VASSILIOU. 
(Τόμος «Ελληνικό Χορόδραμα 1950-1960»). 
Το έργο αυτό έκανε πρεμιέρα στην Πάτρα τον Νοέμβριο του 1957. Κατόπιν προσκλήσεως του τότε Δημάρχου Πατρέων, του ιστορικού Δημάρχου Βασιλείου (Λαλάκη) Ρούφου. Το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου πραγματοποίησε οκτώ παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων» και παρουσίασε για πρώτη φορά τα μπαλέτα του: «Τετράγωνο αρ. 40», «Το ριγκ και η τρομπέτα» (μουσική του Ντάριους Μιγιώ) και «Το Βασίλειο των Ζώων» (μουσική Σαιν Σανς). Την πληροφορία για "πρώτη παρουσίαση" μας δίνει ο τόμος «Ελληνικό Χορόδραμα 1950-1960». 
Στην Πατρινή εφημερίδα «Πελοπόννησος», την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 1957 διαβάζουμε: «Το Ελληνικό Χορόδραμα θα παρουσιάσει σήμερα το β’ πρόγραμμά του που αποτελείται από τα έργα «Ερωφίλη», «Το καταραμένο φίδι», «Βαριεττέ ζώων» και «Τετράγωνο αριθ. 40». Αυτό σημαίνει ότι το Ελληνικό Χορόδραμα, σε αυτό δεύτερο πρόγραμμα του στην Πάτρα, παρουσίασε δύο έργα του Μίκη Θεοδωράκη: την «Ερωφίλη» (1956), βασισμένο στο ομώνυμο κρητικό δράμα του Γεωργίου Χορτάτση, και το «Τετράγωνο αριθ. 40» (Block No 40). 


Στην Πάτρα για τις παραστάσεις του Ελληνικού Χοροδράματος είχε μεταβεί και ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του, Μάνος Χατζιδάκις. Μαζί και ο ζωγράφος και σκηνογράφος Σπύρος Βασιλείου, ο οποίος είχε κάνει - μεταξύ άλλων - και την σκηνογραφία για το «Τετράγωνο αρ. 40». 
Αξίζει να σημειωθεί πως κατά την πρώτη, χρυσή δεκαετία του «Ελληνικού Χοροδράματος», τέσσερις έλληνες συνθέτες έγραψαν μουσική για μπαλέτα που ανέβηκαν: Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης, Αργύρης Κουνάδης, Γιώργος Σισιλιάνος. 
Διηγείται η Ραλλού Μάνου για την γνωριμία της με τον Μίκη Θεοδωράκη: «Το 1952 γύρευα έναν νέο συνθέτη για να κάνει τη μουσική για το μπαλέτο «Ορφέας και Ευρυδίκη» σε λιμπρέτο του Νότη Περγιάλη. Μου λέει ο Πέλος Κατσέλης: “Ελα να πάμε σ’ ένα κοντσέρτο που δίνει ένας νεαρός συνθέτης, ο Μίκης Θεοδωράκης, μπορεί να σου αρέσει”. Moυ άρεσε το ύφος της μουσικής του, η ελληνικότητα, η ποικιλία των ρυθμών, οι πηγαίες μελωδίες. Ετσι πρωτογνώρισα τον Μίκη. Ηταν στα πρώτα του βήματα […] Την παράστασή μας την είχε ζητήσει η Ελληνική Περιηγητική Λέσχη για να δοθεί στις Μυκήνες, σε μια ειδυλλιακή γωνιά». Επειτα από κάποιες οργανωτικές δυσκολίες η παράσταση δόθηκε: «Ο κόσμος ήταν ενθουσιασμένος». 
Το Ελληνικό Χορόδραμα, την δεκαετία 1950-1960, ανέβασε τέσσερα μπαλέτα με μουσική Μ. Θεοδωράκη: «Ορφέας και Ευρυδίκη», «Ελληνική Αποκριά», «Ερωφίλη» και «Τετράγωνο αρ. 40». 
Τι είναι, λοιπόν, αυτό το «Τετράγωνο αρ. 40», που δεν το ακούμε συχνά ως Θεοδωρακικό έργο; 
Ο Αστέρης Κούτουλας, στο ενημερωμένο βιβλίο του «Ο Μουσικός Θεοδωράκης», μας λύνει τον …γρίφο: Στην ενότητα «Έργα στα οποία χρησιμοποιήθηκε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη», σημειώνει: «ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ ΑΡ. 40: Η σουίτα μπαλέτου Ελληνική Αποκριά σε νέα χορογραφία». Ο Α. Κούτουλας γράφει πως η πρώτη εκτέλεση έγινε στην Αθήνα το 1957. 
Η νέα χορογραφία είναι της Ντόρας Τσάτσου. Αλλά γιατί – άραγε - χρειάστηκε να γίνει η αλλαγή του ονόματος του έργου, με δεδομένο ότι η «Ελληνική Αποκριά» (1953-1954) είχε ήδη διαγράψει μια λαμπρή πορεία, εντός και εκτός Ελλάδος. Κι ακόμα γιατί μια νέα χορογραφία (1957) σε ένα έργο μόλις τριών ετών! 
Και εδώ υπάρχει μια εξήγηση ή καλύτερα ένα ανάλογο προηγούμενο. Τον Σεπτέμβριο 1956 στην Αθήνα, το Ελληνικό Χορόδραμα ανεβάζει το μπαλέτο «Αγάπη και Θάνατος» του Μίκη Θεοδωράκη, που είναι μία παραλλαγή του μπαλέτου «Ορφέας και Ευρυδίκη», το οποίο είχε συνθέσει ο Θεοδωράκης το 1952. 
Φαίνεται πως το μουσικό υλικό του Μ. Θεοδωράκη προσφερόταν για πολλές …αναγνώσεις από την Ραλλού Μάνου και τους συνεργάτες της, κι έτσι έχουμε «θέμα και παραλλαγές»!
Ας σημειωθεί ότι σε Έκθεση που έγινε στην Εθνική Πινακοθήκη (1981), σε συνεργασία με το Ελληνικό Χορόδραμα, και με τίτλο «Ο χορός σε εικόνες», όπου εκτέθηκαν σκηνικά και κοστούμια για τα μπαλέτα, αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο και το «Τετράγωνο αρ. 40», το οποίο επιμελήθηκε ο Σπύρος Βασιλείου, όπως, άλλωστε, και την Ελληνική Αποκριά.  


Αλλά και ο ίδιος ο Θεοδωράκης χρησιμοποιούσε ποικιλοτρόπως το υλικό του. Μας λέει: 
«Όταν ο χορογράφος Λόρκα Μασίν μου πρότεινε να κάνουμε έναν καινούργιο Ζορμπά, αποφάσισα να μεταχειριστώ αποσπάσματα από το μπαλέτο μου Ελληνική Αποκριά ή Καρναβάλι, που έγραψα για το Ελληνικό Χορόδραμα στα 1952-53 και που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Όπερα της Ρώμης τον Μάρτιο του 1954 με διευθυντή ορχήστρας τον Ανδρέα Παρίδη». 
Επομένως, από την Ελληνική Αποκριά, στο Τετράγωνο αρ. 40 κι από κει στον Ζορμπά του Λόρκα Μασίν. Έτσι ή αλλιώς, το έργο, όπως λέει ο Μίκης Θεοδωράκης, έμελλε «να γίνει ένας ύμνος στην χαρά της ζωής και προπαντός στον έρωτα».

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΓΙΑ "ΤΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΚΑ" ΚΑΙ "ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΙΚΑ" ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΔΗΜΟΚΙΔΗ / LIFO


Τα Χατζιδακικά: Οι διαφορετικές πτυχές του Μάνου Χατζιδάκι, σ’ ένα καινούργιο βιβλίο 
Ο μελετητής του έργου του Χατζιδάκι Παναγιώτης Ανδριόπουλος μιλά για τη ζωή και το έργο του -πάντα επίκαιρου- συνθέτη 
ΑΡΗΣ ΔΗΜΟΚΙΔΗΣ 
Ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα σπούδασε βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Συμμετείχε σε πολλά χορωδιακά σχήματα, σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και έχει τραγουδήσει έργα σύγχρονων ελλήνων συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», με το οποίο παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό πρωτότυπες παραγωγές βασισμένες κυρίως στην ελληνική ποίηση και μουσική. Οι καλλιτεχνικές συνεργασίες του πολλές και σημαντικές. Επιπλέον, τα κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους επιστημονικούς τόμους. Αρθρογραφεί σε θεολογικά και πολιτιστικού περιεχομένου περιοδικά και διατηρεί το ιστολόγιο Ιδιωτική Οδός και το site Φως Φαναρίου, το οποίο καλύπτει αποκλειστικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κείμενά του -πολλά μάλιστα ήταν για τον Χατζιδάκι- έχουμε φιλοξενήσει πολλές φορές στα Μικροπράγματα της LIFO. Πέρσι κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Ελληνορωσικά» (εκδόσεις s@mizdat, 2022), αλλά σήμερα μας μιλά με την αφορμή της έκδοσης της εξαιρετικής συλλογής κειμένων με τίτλο «Τα Χατζιδακικά» (ιδιωτική έκδοση, 2023). 
-Αλήθεια, κύριε Ανδριόπουλε, πώς προέκυψαν τα Χατζιδακικά; 
«Τα Χατζιδακικά» προέκυψαν από την αγάπη μου στον Μάνο Χατζιδάκι, αλλά και από όσα μαγικά έζησα μαζί του – ως ακροατής – την περίοδο της Ορχήστρας των Χρωμάτων (1989-1993). Τότε άρχισα να μυούμαι στην μυθολογία του Χατζιδάκι και ο Χατζιδάκις να βρίσκεται πλέον στην πρώτη θέση της προσωπικής μου μυθολογίας. Ο Χατζιδάκις σήμαινε τότε για μένα – κι ακόμα σημαίνει – αληθινή ελληνικότητα, βαθιά οικουμενικότητα, πολιτική ανοιχτότητα. «Τα Χατζιδακικά» αποτελούν, λοιπόν, κείμενα που γράφτηκαν τα τελευταία 15 χρόνια και τα δημοσίευσα στο ιστολόγιό μου «Ιδιωτική Οδός» ή στα περίφημα «Μικροπράγματά» σου στη Lifo, αγαπητέ μου Άρη, αλλά τα επεξεργάστηκα δεόντως για την έκδοση τους σε έντυπη μορφή. 
-Πώς προέκυψε η ερευνητική ενασχόλησή σας με τον Χατζιδάκι; 
Αυτή η «ερευνητική ενασχόληση» θα έλεγα ότι είναι σπουδή στην ελληνικότητα. Ερευνώντας τον Χατζιδάκι σπουδάζεις την ελληνικότητα του 20ού αιώνα σε όλες τις εκφάνσεις της. Προσεγγίζοντας και ερευνώντας το έργο του ανακάλυψα τους ζωγράφους, τους ποιητές, τους χορευτές. Ανακάλυψα τις άγνωστες πτυχές και συνθέσεις μεγάλων συνθετών, όπως του Μπετόβεν και του Μάλερ, κατάλαβα πώς ο Χατζιδάκις έχει την τρομερή ικανότητα να περιέχει ο ίδιος ένα μουσικό σύμπαν. Γιατί ο Χατζιδάκις δεν είναι μόνο τα τραγούδια του και οι μουσικές του, αλλά μας μυσταγωγεί στις μουσικές του κόσμου, είτε με την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών την δεκαετία του ’60, είτε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων τη δεκαετία του ’90. Ο ίδιος έλεγε – πολύ σωστά – ότι τον ενδιαφέρουν όσοι τον ανακαλύπτουν κι εγώ τον βλέπω να στέκεται πάντοτε μπροστά μου προς ανακάλυψιν. Είναι τόσο πολυδιάστατος και απρόβλεπτος, ώστε πραγματοποιώ ελεύθερη κατάδυση και μαθητεία στην ομορφιά του. 
-Στο βιβλίο μαθαίνουμε για πολλές πτυχές του έργου του Χατζιδάκι και το πώς σχετίζεται αυτό με άλλους καλλιτέχνες. Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για το περιεχόμενο; 
Ο Χατζιδάκις ως γνήσιος καλλιτέχνης επηρέαζε και επηρεαζόταν. Ο ίδιος διάβαζε πολύ, άκουγε πολλή μουσική, διαλεγόταν με νέους καλλιτέχνες. Ήταν πραγματικά ένα πνεύμα ανήσυχο, σε εγρήγορση. Έτοιμος να δημιουργήσει με πάθος κι ας θεωρούσε – μετριοπαθώς – την όλη εργασία του ως ένα «παιχνίδι» για το οποίο έβαζε κάθε φορά «στοίχημα». Μου φαίνεται ακόμα τόσο καταπληκτικό να ανακαλύπτει μέσα στην Κατοχή τους συνθέτες της εποχής του, με τα πενιχρά μέσα που υπήρχαν τότε. Εκείνες οι προσωπικές του ανακαλύψεις, τον καιρό εκείνο, τον καθόρισαν τόσο ώστε να τις διευθύνει αργότερα με την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών ή με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Το «Ελληνικό Χορόδραμα», το «Πολύτροπον», ο «Σείριος», ο «Μουσικός Αύγουστος» στην Κρήτη, οι Μουσικοί Αγώνες της Κέρκυρας και πολλά ακόμα, τι άλλο ήταν παρά το πάθος του για σχέση με την αληθινή τέχνη και τους αληθινούς καλλιτέχνες, πέρα από φτηνούς εντυπωσιασμούς και αισθηματολογίες. Ο Χατζιδάκις ήταν ακριβός, δηλαδή ασυμβίβαστος και ακέραιος σε όλα τα επίπεδα. 


-Ποίηση και Χατζιδάκις. Ποια θα λέγατε πως είναι η σχέση του με τους Έλληνες και ξένους ποιητές που αναφέρονται στο βιβλίο; 
Πρώτα πρώτα θεωρώ πως ο Χατζιδάκις ήταν ο ίδιος ποιητής ή καλύτερα ο ορισμός της ποίησης, με την έννοια ότι πάντοτε δρούσε με ποιητικό τρόπο. Ήταν η αριστοκρατία του πνεύματος. Χωρίς βερμπαλισμούς, χωρίς συνθήματα, ήταν ο άνθρωπος που ζούσε μέσα από την ποίηση. Αλλά ταυτόχρονα είχε κι αυτή την απίστευτη διάκριση: Θεωρούσε ότι το ζήτημα δεν είναι η μελοποιημένη ποίηση, αλλά το ποιητικό τραγούδι. Γι’ αυτό συνεργάστηκε στενά με τον Νίκο Γκάτσο και παρήγαγαν από κοινού μια δική τους «ποιητική γλώσσα». Μόνο στον «Μεγάλο Ερωτικό» και στα «Τραγούδια της αμαρτίας» καταπιάστηκε με την μελοποίηση. Προσωπικά έμαθα πολλούς σπουδαίους κύκλους τραγουδιών – σε ποίηση σημαντικών ευρωπαίων ποιητών και μουσική μεγάλων συνθετών – μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του Χατζιδάκι και μέσα από την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Γνώριζε και την κλασική και τη μοντέρνα ποίηση, τίποτα δεν του διέφευγε. Πάντως ο ίδιος μιλούσε για ποιητική πράξη, που είναι ουσιαστικά η ποιητική νοημοσύνη στην καθημερινότητα μας. 
-Βρήκα πολύ ενδιαφέροντα τα κεφάλαια για τη σχέση του με τους ξένους αλλά και τους Έλληνες συνθέτες. Πείτε μας κάτι γι’ αυτά… 
Παρακολουθούσε από νέος τόσο το διεθνές όσο και το εγχώριο ρεπερτόριο, στον χώρο της λόγιας μουσικής και όχι μόνο. Άκουγε και διαφορετικές εκτελέσεις του κάθε έργου και είχε να σου προτείνει και την καλύτερη γι’ αυτόν ερμηνεία. Θεωρούσε πως η μουσική είναι μία οπότε κατάρτιζε ένα πρόγραμμα με αγαπημένους του έλληνες συνθέτες, όπως ο Μενέλαος Παλλάντιος (που τον είχε και δάσκαλο), ο Πέτρος Πετρίδης και ο Μάριος Βάρβογλης, στο πρώτο μέρος, και στο δεύτερο μέρος έβαζε Άστορ Πιατσόλα! Νομίζω πως στην Ελλάδα μάθαμε τον Πιατσόλα από τον Χατζιδάκι. Το αργεντίνικο τάνγκο στην Ελλάδα είναι χατζιδακική υπόθεση. Θυμάμαι ότι από την Ορχήστρα των Χρωμάτων άκουσα για πρώτη φορά έργα του Παλλάντιου, τα οποία μετά ο Χατζιδάκις έβγαλε σε δίσκο. Κι ακόμα, η Ορχήστρα των Χρωμάτων μας έδωσε σημαντικές δισκογραφικές παραγωγές με συνθέτες που αγαπούσε ο Μάνος Χατζιδάκις (Γιάννης Χρήστου, Άστορ Πιατσόλα, Νίκος Σκαλκώτας κ.α.). Αλλά να πω και κάτι ακόμα: Είχα εκστασιαστεί όταν ο Χατζιδάκις μας παρουσίασε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων το έργο του Νταριούς Μιγιώ «Το βόδι πάνω στη στέγη», που έχει τον τίτλο ενός βραζιλιάνικου λαϊκού τραγουδιού και βασίζεται σε μελωδίες που ο Μιγιώ θυμόταν από την παραμονή του στη Βραζιλία το 1917-18. Μαγικός κόσμος! 
-Ξεχωριστή σημασία έχουν τα κείμενά σας για τους «βίους παράλληλούς» του με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μετά απ’ όλη αυτή την έρευνα, τι πιστεύετε για τη μεταξύ τους «χημεία»; 
Γνωρίστηκαν πολύ νέοι, συνδέθηκαν με φιλία, είχαν βέβαια τις διαφωνίες τους, αλλά πιστεύω ότι υπήρχε ένας βαθύς εσωτερικός σύνδεσμος. Το γεγονός ότι ο Χατζιδάκις διηύθυνε έργα του Μίκη Θεοδωράκη με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, δηλαδή την τελευταία περίοδο της ζωής του, δε νομίζω ότι είναι λίγο πράγμα… Είχαν πολλά κοινά και όσο κι αν απομακρύνθηκαν κατά διαστήματα, νομίζω πως πάντα «συνομιλούσαν» εσωτερικά. Ο Χατζιδάκις είναι αυτός που πρώτος διηύθυνε τον «Επιτάφιο» του Θεοδωράκη, προκαλώντας τριγμούς, την εποχή εκείνη, με τη λυρική προσέγγισή του. Και ο Χατζιδάκις είναι αυτός που κάνει πρόβες τον «Επιτάφιο» στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη με την Φλέρυ Νταντωνάκη και τον Σπύρο Σακκά, στην εκδοχή για φωνή και πιάνο. Πιστεύω ότι το έργο αυτό το θαύμαζε! Τη σουίτα μπαλέτου «Ελληνική Αποκριά» του Θεοδωράκη από τον Χατζιδάκι την πρωτάκουσα, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, και μετά άρχισα να μπαίνω και στον μυθικό κόσμο του «Ελληνικού Χοροδράματος», όπου και οι δύο είχαν συνεισφέρει τα μέγιστα. 


-Ως θεολόγος, καλύψατε με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο και το θέμα «Χατζιδάκις και θρησκεία. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτό. 
Ο Χατζιδάκις δεν ήταν αυτό που λέμε «θρησκευόμενος» άνθρωπος. Ευτυχώς! Έτσι είχε την καθαρότητα να μας δώσει «θεολογικά» – τα χαρακτηρίζω – κείμενα για τα Χριστούγεννα ή τον Επιτάφιο και το Πάσχα. Ανίχνευε την ουσία, δεν έμενε στην επιφάνεια. Γι’ αυτό και η έννοια του «Επιταφίου» τον συνείχε: από την «Οδό Ονείρων» μέχρι την «Εποχή της Μελισσάνθης» κ.ο.κ. Επίσης, δείτε τι τεράστια σημασία έχει στο έργο του ο Χριστός ή η Παναγία. Όχι με δογματικό τρόπο, αλλά σίγουρα με ουσιαστικό και ενίοτε υπερβατικό. Ο Χριστός είναι παιδί («ήσουν παιδί σαν τον Χριστό») αλλά και «είν’ ο θλιμμένος έφηβος Χριστός». Η Παναγιά είναι «μια θλιμμένη αρχόντισσα» αλλά και η «Παναγία των Πατησίων». Η έννοια της «αμαρτίας» που είναι «βυζαντινή», ενώ ο έρωτας «αρχαίος», έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον στον Χατζιδάκι. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Ανδρέας Καρακότας, που ερμήνευσε μοναδικά «Τα τραγούδια της αμαρτίας» σε ποίηση Ντ. Χριστιανόπουλου, μας έδωσε και το θαυμάσιο βιβλίο «Αμαρτία και περιθώριο στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι», όπου αναφέρεται στις σχετικές απόψεις του Μάνου Χατζιδάκι. Κι ακόμα, η τελευταία συναυλία του Χατζιδάκι με την Ορχήστρα των Χρωμάτων ήταν αφιερωμένη στο φαινόμενο του νεοναζισμού, αλλά είχε προγραμματίσει η επόμενη να ήταν αφιερωμένη στις λεγόμενες παρεκκλησιαστικές οργανώσεις, καθώς είχε καταλάβει τον διαβρωτικό τους ρόλο μέσα στην ελληνική κοινωνία. Ο Χατζιδάκις είναι ανεξάντλητος και εδώ. 
-Από τα αγαπημένα μου κεφάλαια ήταν αυτό για την τελευταία του συναυλία, που, καθόλου τυχαία, ήταν εναντίον του νεοναζισμού. Τι είχε γίνει τότε; 
Είχε σκεφθεί κάθε συναυλία του με την Ορχήστρα των Χρωμάτων να έχει ένα θέμα. Έτσι, έκανε focus σε ζητήματα που απασχολούσαν τον ίδιο αλλά και την κοινωνία. Το μανιφέστο του για το φαινόμενο του νεοναζισμού διατύπωσε σε ένα κείμενο που είχε ως ένθετο στο πρόγραμμα της συναυλίας και το οποίο από τότε έγινε διάσημο, καθώς αποδείχθηκε προφητικός. Ο Χατζιδάκις ήταν ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος. Μας δίδαξε, λοιπόν, να μην εγκλωβιζόμαστε σε ιδεολογίες, προλήψεις και προκαταλήψεις που ουσιαστικά υποδηλώνουν τον άνθρωπο. Αυτό όμως προϋποθέτει ανθρώπους υποψιασμένους και σε καμία περίπτωση εφησυχασμένους. Η άνοδος του νεοναζισμού στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα τον δικαίωσε πλήρως. 
-Παραμένει πιστεύετε ο Χατζιδάκις επίκαιρος σήμερα; 
Θεωρώ πως είναι και σήμερα και αύριο τραγικά επίκαιρος. Η ευαισθησία του συνελάμβανε πράγματα από το μέλλον. Ξαναδιαβάζοντας τα κείμενα του, ακούγοντας τις μουσικές του, πορευόμαστε με αυτόν οδοδείκτη. Ήταν «του ολίγου και του ακριβούς», κατά τον Ελύτη. Καίριος και ουσιαστικός. Ρεαλιστής και προφητικός. Με προοπτική Σείριου, ήτοι οδού προς τα άστρα.




Άρης Δημοκίδης 
Το βιβλίο «Τα Θεοδωρακικά» του θεολόγου, συγγραφέα και μουσικού Παναγιώτη Ανδριόπουλου αποτελεί μια βαθιά, συστηματική και πολυεπίπεδη προσέγγιση στο έργο, την προσωπικότητα και την ευρύτερη πολιτισμική προσφορά του Μίκη Θεοδωράκη. Μέσα από τη μοναδική του ματιά, ο συγγραφέας αναδεικνύει πτυχές του συνθέτη που συχνά παραβλέπονται, όπως η σχέση του με τη θρησκευτικότητα, τη βυζαντινή παράδοση, αλλά και τη λόγια ποίηση. 
Έρχεται λίγα χρόνια μετά από «Τα Χατζιδακικά», το αντίστοιχο βιβλίο με κείμενα για τον Μάνο Χατζιδάκι, το οποίο επίσης παρουσιάσαμε στα Μικροπράγματα της LIFO. 
Μίλησα σήμερα με τον κ. Ανδριόπουλο για τον μεγάλο μας συνθέτη και τις πιο αθέατες πλευρές του. 
-Κύριε Ανδριόπουλε, τι ακριβώς σηματοδοτεί για εσάς ο όρος «Τα Θεοδωρακικά» και ποιο ήταν το αρχικό έναυσμα για να συγκεντρώσετε αυτά τα κείμενα σε έναν αυτόνομο τόμο; 
ΑΠ. «Τα Θεοδωρακικά» αποτελούν συνέχεια – θα έλεγα- του βιβλίου μου «Τα Χατζιδακικά». Οι δύο συνθέτες μας ανήκουν στην προσωπική μου μυθολογία από όταν ήμουν ακόμα παιδί, οπότε τα βιβλία αυτά είναι για μένα μια κατάθεση ζωής. Τα κείμενα του τόμου είναι καρπός ερευνητικής, κυρίως, εργασίας και πάντα προσπαθώ ό,τι καταθέτω δημόσια να έχει μια σχετική πρωτοτυπία. Άλλωστε το έργο του Μίκη Θεοδωράκη είναι τεράστιο και «Τα Θεοδωρακικά» μου είναι απλώς ελάχιστες πτυχές, λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό. 
-Ως θεολόγος και μουσικός, αναδεικνύετε συχνά μια πιο μεταφυσική ή θρησκευτική διάσταση στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Πώς γεφυρώνεται η κοσμοθεωρία ενός δημιουργού που ταυτίστηκε με την Αριστερά και τον υλισμό, με τις βαθιές πνευματικές αναζητήσεις που εντοπίζετε στο έργο του; 
ΑΠ. Ο Θεοδωράκης ξεκίνησε ως «παιδί της Εκκλησίας», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος. Όταν ήρθε στην Αθήνα μπολιάστηκε με την αριστερή σκέψη, που στην περίοδο της Κατοχής και αργότερα ήταν κυρίαρχη, κάτι που θεωρώ φυσικό για την εποχή. Όμως, ο Θεοδωράκης δεν είχε στεγανά. Αναγνώριζε τον κοινωνικό ρόλο της Εκκλησίας και ιδιαίτερα την υψηλή τέχνη που δημιούργησε η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό το υπερασπιζόταν πάντα, ανεξάρτητα από την αριστερή του τοποθέτηση. Κάτι που δεν έκαναν άλλοι, πιο δογματικοί αριστεροί. «Τα Θεοδωρακικά» αναδεικνύουν, νομίζω, αυτόν τον πλουραλισμό του Θεοδωράκη, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον άνθρωπο – βαθιά ουμανιστής- και στην τέχνη. 


-Στο βιβλίο σας εξετάζετε τη σχέση του Θεοδωράκη με την εκκλησιαστική μουσική (π.χ. «Άξιον Εστί», «Κασσιανή»). Πόσο βαθιές θεωρείτε ότι είναι τελικά οι βυζαντινές ρίζες στο DNA της μουσικής του και πώς επηρέασαν τον τρόπο που μελοποιούσε; 
ΑΠ. Στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου παραθέτω ακριβώς αυτή την βαθιά επιρροή του από την εκκλησιαστική μουσική, την οποία, όμως, μας προβάλλει ο ίδιος! Είναι θαυμαστό ότι στο άγνωστο – εν πολλοίς – μικρό βιβλίο του «Μουσική για τις μάζες», ο ίδιος μας λέει τα δάνεια του από την εκκλησιαστική μουσική και πώς ενσωμάτωσε στα τραγούδια του, μουσικές φράσεις, μελωδίες ή και φόρμες της βυζαντινής μουσικής. Μέχρι τώρα οι μελετητές του έργου του Θεοδωράκη δεν εστίασαν στην «εκκλησιαστική» – ας την πούμε έτσι – πλευρά του. Στο Αρχείο του, στην Μουσική Βιβλιοθήκη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, υπάρχουν εκατοντάδες παρτιτούρες που περιλαμβάνουν κυρίως νεανικές θρησκευτικές συνθέσεις του, οι οποίες κάποια στιγμή πρέπει να εκδοθούν, αφού αποκατασταθούν μουσικά, και να ερμηνευθούν. Υπάρχει ακόμα πολύς Θεοδωράκης ανέκδοτος! 
-Μέσα στις σελίδες του βιβλίου αντανακλώνται και δικές σας αλληλεπιδράσεις με τον ίδιο τον συνθέτη. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο αποφασίσατε να τον παρουσιάσετε στο κοινό; 
ΑΠ. Πάντα με συγκινούν οι λιγότερο γνωστές πτυχές των μεγάλων δημιουργών. Εδώ με ενδιέφερε και ο «Πατρινός» Μίκης Θεοδωράκης, επειδή κατάγομαι από την Πάτρα. Ο συνθέτης άρχισε τις μουσικές σπουδές του στην Πάτρα προπολεμικά, όπου έμεινε για ένα μικρό διάστημα, και στη δεκαετία του ’50 μδ το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου παρουσίασε στο Δημοτικό Θέατρο της Πάτρας το «Τετράγωνο αρ. 40», ένα μπαλέτο του Μ. Θεοδωράκη, βασισμένο στο προγενέστερο έργο του «Ελληνική Αποκριά». Πολύ αργότερα ανακάλυψε τον Πατρινό ποιητή Διονύση Καρατζά, του οποίου μελοποίησε τέσσερις κύκλους τραγουδιών! Πρόκειται για τον πιο πολυμελοποιημένο ποιητή από τον Μ. Θεοδωράκη κι αυτό δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Γι’ αυτό αφιερώνω ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου στη σχέση Δ. Καρατζά – Μ. Θεοδωράκη, που κορυφώνεται με το συμφωνικό κύκνειο άσμα του συνθέτη, σε ποίηση Καρατζά «Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων». Αυτός ο Θεοδωράκης μάλλον δεν μπορεί να φτάσει στον λαό, δηλαδή σε ένα μαζικότερο κοινό, πρέπει, όμως, να γίνει γνωστός στον ευρύτερο μουσικό και καλλιτεχνικό κόσμο. Γιατί για μένα αυτός είναι ο «κλασικός» Θεοδωράκης.

Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά

-Ο Θεοδωράκης «ανάγκασε» έναν ολόκληρο λαό να τραγουδάει νομπελικούς ποιητές. Μέσα από τη δική σας έρευνα, ποια θεωρείτε την πιο υποτιμημένη ή λιγότερο φωτισμένη πτυχή της σχέσης του με τον ποιητικό λόγο; 
ΑΠ. Πολύ σωστή η ερώτησή σας. Νομίζω πως η δουλειά του Μ. Θεοδωράκη πάνω στην ποίηση του Δ. Καρατζά είναι λιγότερο προβεβλημένη και γι’ αυτό θα πρέπει να επανέλθουν οι ερμηνευτές και να προτείνουν εκ νέου στο κοινό αυτή την θαυμάσια συνθετική εργασία του Μίκη. Επίσης, πρέπει να εστιάσουμε και στον ποιητή Μ. Θεοδωράκη, δηλ. σε γνωστά αλλά και άγνωστα τραγούδια που έγραψε σε δικούς του στίχους, ήδη από τα νιάτα του. Αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί φωτίζει περισσότερο την εκρηκτική – έτσι κι αλλιώς – προσωπικότητά του. 
-Ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε μια έντονα πολιτική και συχνά πληθωρική ή αντιφατική προσωπικότητα, προκαλώντας κατά καιρούς ποικίλες αντιδράσεις. Πώς καταφέρνετε στα «Θεοδωρακικά» να κρατήσετε την ισορροπία ανάμεσα στον πολιτικό Θεοδωράκη των παθών και στον καθαρά καλλιτεχνικό δημιουργό; 
ΑΠ. Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Θεοδωράκης όταν αναφέρεται στη συνεργασία του με την Ραλλού Μάνου, λίγο καιρό αφότου είχε γυρίσει από την εξορία στην Ικαρία. Έγραψε: «Η Ραλλού Μάνου, όπως και η Ντόρα Τσάτσου, η στενότερή της συνεργάτις, ανήκαν στις λεγόμενες μεγάλες αθηναϊκές οικογένειες, που όμως είχαν αρκετή κουλτούρα ώστε να μην επηρεάζονται από τις ιδεολογικές ταυτότητες των καλλιτεχνών που δούλευαν μαζί τους. Άλλωστε, θέματα όπως ο Εμφύλιος, η πολιτική κατάσταση και ο Ψυχρός Πόλεμος, με μια θα ’λεγες μυστική συμφωνία, δεν αναφέρονταν ποτέ στις συζητήσεις. Ο καθένας διατηρούσε τις πεποιθήσεις του. Το σημαντικό ήταν η εργασία. Η μουσική, τα σκηνικά, η χορογραφία». Ο Θεοδωράκης μέσα από τις απίστευτες περιπέτειες του βίου του, θαρρώ πως είχε αποκτήσει μια σοφία για να διακρίνει, κάθε φορά, πρόσωπα και καταστάσεις. Γι’ αυτό και επικρίθηκε σφοδρά για διάφορες πολιτικές επιλογές του. Ήταν, αναμφίβολα, ένας ορμητικός χείμαρρος, ο οποίος, όμως, ήξερε να διακρίνει τα πνεύματα.
-Έχοντας ασχοληθεί εκτενώς και με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, υπάρχει στα «Θεοδωρακικά» ένας άτυπος διάλογος ή παραλληλισμός ανάμεσα στους δύο αυτούς πυλώνες του ελληνικού πολιτισμού; Πού τέμνονται και πού αποκλίνουν κατά τη γνώμη σας; 
ΑΠ. Όπως σας είπα και στην αρχή με έχει καθορίσει η σχέση των δύο, παρότι ξεκίνησα «Χατζιδακικός». Μελετώντας τις ζωές τους βλέπει κανείς πολλά παράλληλα, παρότι η αφετηρία ήταν διαφορετική. Ο Χατζιδάκις δεν πολυενδιαφερόταν για τον λαό (πράγμα που μου το δίδαξε, επιτρέψτε μου), ενώ ο Θεοδωράκης ποθούσε να φτάσει στον λαό. Νομίζω ότι τέμνονται στα περισσότερα και αποκλίνουν στα λιγότερα. Ο Χατζιδάκις είχε μια στιβαρή ιδιωτικότητα, ενώ ο Θεοδωράκης μια καλπάζουσα εξωστρέφεια. Είχαν όμως και οι δύο μια σπάνια ευαισθησία! Την οποία και αναγνώριζαν ο ένας για τον άλλον. Συμπορεύτηκαν και στο «Ελληνικό Χορόδραμα» και στην διάδοση της συμφωνικής μουσικής. Μη ξεχνάμε ότι ο Χατζιδάκις έπαιξε πολύ Θεοδωράκη! Από τον «Επιτάφιο» με τη Νάνα Μούσχουρη, μέχρι συμφωνικά έργα του Μίκη με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Και ο Θεοδωράκης πάντοτε εγκωμίαζε αφειδώλευτα τον Χατζιδάκι. Μα πώς αλλιώς; Ήταν μια σχέση ζωής. Γνωρίστηκαν το 1945, σαν ήταν και οι δύο είκοσι χρονών! 


-Με τον Μίκη Θεοδωράκη να έχει περάσει πλέον στην αιωνιότητα, πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η υστεροφημία του; Πιστεύετε ότι υπάρχει κίνδυνος το έργο του να εγκλωβιστεί σε μια στείρα, μουσειακή ή επετειακή αντιμετώπιση; 
ΑΠ. Φυσικά και υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, για να μη πω ότι υφίσταται ήδη. Ο πολύς κόσμος αγνοεί τον «εκκλησιαστικό» Θεοδωράκη, τον Θεοδωράκη που μελοποίησε Πωλ Ελυάρ στα γαλλικά (έχω ειδικό κεφάλαιο στο βιβλίο), τον Θεοδωράκη του «Ελληνικού Χοροδράματος», δηλ. των μπαλέτων, τον Θεοδωράκη της Μουσικής Δωματίου και τον συμφωνικό Θεοδωράκη. Όλοι μένουν μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του. Όμως, θα πρέπει να αναδειχθεί σιγά σιγά όλο το εύρος του τεράστιου έργο του. Κι ακόμα θα πρέπει να μελετηθούν και τα άπειρα γραπτά του, τα οποία παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. 
-Ποιο στοίχημα θεωρείτε ότι βάζουν «Τα Θεοδωρακικά» με τους νέους ανθρώπους σήμερα; Μπορεί ένας νέος του 2026, που έχει εντελώς διαφορετικά ακούσματα και βιώματα, να «ξεκλειδώσει» τον κώδικα της μουσικής και της σκέψης του Θεοδωράκη μέσα από το βιβλίο σας; 
ΑΠ. Δύσκολη ερώτηση, αλλά θα σας απαντήσω «χατζιδακικά». Για τους νέους με αληθινή ευαισθησία «Τα Θεοδωρακικά» μπορεί να είναι το έναυσμα για να ανακαλύψουν τον άγνωστο Θεοδωράκη. Αυτόν που ο πολύς κόσμος αγνοεί. Και ταυτόχρονα να εμπνευστούν από την ακατάβλητη αγωνιστικότητά του, από τον νεανικό ενθουσιασμό του, από την αφοσίωσή του στον ανθρωπισμό, από την προσήλωσή του στην μουσική και από πολλές ακόμα εκφάνσεις της πολυτάραχης ζωής του, που για μένα αποτελούν την μεγάλη παρακαταθήκη του. Φανταστείτε ότι φυλακισμένος στη Ζάτουνα και στον Ωρωπό από την χούντα, βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί πιο συστηματικά με την βυζαντινή μουσική! Τίποτα δεν τον κατέβαλε, τίποτα δεν τον σταματούσε. Πάντοτε προχωρούσε μπροστά, ανοίγοντας τον δρόμο.
-Κλείνοντας αυτόν τον σημαντικό κύκλο καταγραφής για τον Μίκη, ποιο είναι το επόμενο ερευνητικό ή συγγραφικό σας βήμα; Συνεχίζετε να αναζητάτε τις εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στην τέχνη, τη θεολογία και τον ελληνικό πολιτισμό; 
ΑΠ. Σωστά το θέτετε. Μου αρέσουν αυτές οι «εκλεκτικές συγγένειες», που στηρίζονται πάντοτε σε ντοκουμέντα και όχι σε δικές μου εικασίες. Είμαι προ των πυλών για την έκδοση των «Ελυτικών», δηλαδή κείμενά μου για τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος, επίσης, με συν-κινεί από τη νεότητά μου. Και βέβαια είναι ο ποιητής που συνδέθηκε και με τον Χατζιδάκι και με τον Θεοδωράκη. Στα «Θεοδωρακικά» αναφέρομαι στην σχέση Ελύτη και Θεοδωράκη με τον Πωλ Ελυάρ, ενώ στα «Ελυτικά» προσπαθώ να περιγράψω την στενή σχέση Ελύτη και Χατζιδάκι. Όλοι αυτοί οι «άγιοι» του νεοελληνικού μας βίου νομίζω ότι αξίζουν όχι μόνο την τιμή αλλά και στην αέναη σπουδή μας στο έργο τους. 

Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά

* Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Θεολογία, βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Συμμετείχε σε πολλά χορωδιακά σχήματα, σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και έχει τραγουδήσει έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», με το οποίο παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό πρωτότυπες παραγωγές βασισμένες κυρίως στην ελληνική ποίηση και μουσική. Συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο στην «Πάτρα 2006 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», με τον μαέστρο και συνθέτη Άλκη Μπαλτά στο “Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής Πάτμου” και με τον συνθέτη Αλέξανδρο Καλογερά στο Φεστιβάλ «Μούσα Ελληνική» Χίου. Την διετία 2017-2019 συνεργάστηκε με τον διάσημο χορογράφο και χορευτή φλαμένκο Israel Galvan. Στο πλαίσιο της documenta14 (Αθήνα και Kassel) συμμετείχε στην παραγωγή La farsa monea και κατόπιν στην παραγωγή του Israel Galvan, La fiesta, στο Φεστιβάλ Αβινιόν της Γαλλίας και σε διεθνή περιοδεία. Κείμενα του για την θεολογία και τον πολιτισμό έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικούς τόμους και στο διαδίκτυο.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΔΗΜΟΚΙΔΗ ΓΙΑ "ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΙΚΑ"


Άρης Δημοκίδης 
Το βιβλίο «Τα Θεοδωρακικά» του θεολόγου, συγγραφέα και μουσικού Παναγιώτη Ανδριόπουλου αποτελεί μια βαθιά, συστηματική και πολυεπίπεδη προσέγγιση στο έργο, την προσωπικότητα και την ευρύτερη πολιτισμική προσφορά του Μίκη Θεοδωράκη. Μέσα από τη μοναδική του ματιά, ο συγγραφέας αναδεικνύει πτυχές του συνθέτη που συχνά παραβλέπονται, όπως η σχέση του με τη θρησκευτικότητα, τη βυζαντινή παράδοση, αλλά και τη λόγια ποίηση. 
Έρχεται λίγα χρόνια μετά από «Τα Χατζιδακικά», το αντίστοιχο βιβλίο με κείμενα για τον Μάνο Χατζιδάκι, το οποίο επίσης παρουσιάσαμε στα Μικροπράγματα της LIFO. 
Μίλησα σήμερα με τον κ. Ανδριόπουλο για τον μεγάλο μας συνθέτη και τις πιο αθέατες πλευρές του. 
-Κύριε Ανδριόπουλε, τι ακριβώς σηματοδοτεί για εσάς ο όρος «Τα Θεοδωρακικά» και ποιο ήταν το αρχικό έναυσμα για να συγκεντρώσετε αυτά τα κείμενα σε έναν αυτόνομο τόμο; 
ΑΠ. «Τα Θεοδωρακικά» αποτελούν συνέχεια – θα έλεγα- του βιβλίου μου «Τα Χατζιδακικά». Οι δύο συνθέτες μας ανήκουν στην προσωπική μου μυθολογία από όταν ήμουν ακόμα παιδί, οπότε τα βιβλία αυτά είναι για μένα μια κατάθεση ζωής. Τα κείμενα του τόμου είναι καρπός ερευνητικής, κυρίως, εργασίας και πάντα προσπαθώ ό,τι καταθέτω δημόσια να έχει μια σχετική πρωτοτυπία. Άλλωστε το έργο του Μίκη Θεοδωράκη είναι τεράστιο και «Τα Θεοδωρακικά» μου είναι απλώς ελάχιστες πτυχές, λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό. 
-Ως θεολόγος και μουσικός, αναδεικνύετε συχνά μια πιο μεταφυσική ή θρησκευτική διάσταση στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Πώς γεφυρώνεται η κοσμοθεωρία ενός δημιουργού που ταυτίστηκε με την Αριστερά και τον υλισμό, με τις βαθιές πνευματικές αναζητήσεις που εντοπίζετε στο έργο του; 
ΑΠ. Ο Θεοδωράκης ξεκίνησε ως «παιδί της Εκκλησίας», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος. Όταν ήρθε στην Αθήνα μπολιάστηκε με την αριστερή σκέψη, που στην περίοδο της Κατοχής και αργότερα ήταν κυρίαρχη, κάτι που θεωρώ φυσικό για την εποχή. Όμως, ο Θεοδωράκης δεν είχε στεγανά. Αναγνώριζε τον κοινωνικό ρόλο της Εκκλησίας και ιδιαίτερα την υψηλή τέχνη που δημιούργησε η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό το υπερασπιζόταν πάντα, ανεξάρτητα από την αριστερή του τοποθέτηση. Κάτι που δεν έκαναν άλλοι, πιο δογματικοί αριστεροί. «Τα Θεοδωρακικά» αναδεικνύουν, νομίζω, αυτόν τον πλουραλισμό του Θεοδωράκη, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον άνθρωπο – βαθιά ουμανιστής- και στην τέχνη. 


-Στο βιβλίο σας εξετάζετε τη σχέση του Θεοδωράκη με την εκκλησιαστική μουσική (π.χ. «Άξιον Εστί», «Κασσιανή»). Πόσο βαθιές θεωρείτε ότι είναι τελικά οι βυζαντινές ρίζες στο DNA της μουσικής του και πώς επηρέασαν τον τρόπο που μελοποιούσε; 
ΑΠ. Στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου παραθέτω ακριβώς αυτή την βαθιά επιρροή του από την εκκλησιαστική μουσική, την οποία, όμως, μας προβάλλει ο ίδιος! Είναι θαυμαστό ότι στο άγνωστο – εν πολλοίς – μικρό βιβλίο του «Μουσική για τις μάζες», ο ίδιος μας λέει τα δάνεια του από την εκκλησιαστική μουσική και πώς ενσωμάτωσε στα τραγούδια του, μουσικές φράσεις, μελωδίες ή και φόρμες της βυζαντινής μουσικής. Μέχρι τώρα οι μελετητές του έργου του Θεοδωράκη δεν εστίασαν στην «εκκλησιαστική» – ας την πούμε έτσι – πλευρά του. Στο Αρχείο του, στην Μουσική Βιβλιοθήκη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, υπάρχουν εκατοντάδες παρτιτούρες που περιλαμβάνουν κυρίως νεανικές θρησκευτικές συνθέσεις του, οι οποίες κάποια στιγμή πρέπει να εκδοθούν, αφού αποκατασταθούν μουσικά, και να ερμηνευθούν. Υπάρχει ακόμα πολύς Θεοδωράκης ανέκδοτος! 
-Μέσα στις σελίδες του βιβλίου αντανακλώνται και δικές σας αλληλεπιδράσεις με τον ίδιο τον συνθέτη. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο αποφασίσατε να τον παρουσιάσετε στο κοινό; 
ΑΠ. Πάντα με συγκινούν οι λιγότερο γνωστές πτυχές των μεγάλων δημιουργών. Εδώ με ενδιέφερε και ο «Πατρινός» Μίκης Θεοδωράκης, επειδή κατάγομαι από την Πάτρα. Ο συνθέτης άρχισε τις μουσικές σπουδές του στην Πάτρα προπολεμικά, όπου έμεινε για ένα μικρό διάστημα, και στη δεκαετία του ’50 μδ το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου παρουσίασε στο Δημοτικό Θέατρο της Πάτρας το «Τετράγωνο αρ. 40», ένα μπαλέτο του Μ. Θεοδωράκη, βασισμένο στο προγενέστερο έργο του «Ελληνική Αποκριά». Πολύ αργότερα ανακάλυψε τον Πατρινό ποιητή Διονύση Καρατζά, του οποίου μελοποίησε τέσσερις κύκλους τραγουδιών! Πρόκειται για τον πιο πολυμελοποιημένο ποιητή από τον Μ. Θεοδωράκη κι αυτό δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Γι’ αυτό αφιερώνω ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου στη σχέση Δ. Καρατζά – Μ. Θεοδωράκη, που κορυφώνεται με το συμφωνικό κύκνειο άσμα του συνθέτη, σε ποίηση Καρατζά «Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων». Αυτός ο Θεοδωράκης μάλλον δεν μπορεί να φτάσει στον λαό, δηλαδή σε ένα μαζικότερο κοινό, πρέπει, όμως, να γίνει γνωστός στον ευρύτερο μουσικό και καλλιτεχνικό κόσμο. Γιατί για μένα αυτός είναι ο «κλασικός» Θεοδωράκης.

Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά

-Ο Θεοδωράκης «ανάγκασε» έναν ολόκληρο λαό να τραγουδάει νομπελικούς ποιητές. Μέσα από τη δική σας έρευνα, ποια θεωρείτε την πιο υποτιμημένη ή λιγότερο φωτισμένη πτυχή της σχέσης του με τον ποιητικό λόγο; 
ΑΠ. Πολύ σωστή η ερώτησή σας. Νομίζω πως η δουλειά του Μ. Θεοδωράκη πάνω στην ποίηση του Δ. Καρατζά είναι λιγότερο προβεβλημένη και γι’ αυτό θα πρέπει να επανέλθουν οι ερμηνευτές και να προτείνουν εκ νέου στο κοινό αυτή την θαυμάσια συνθετική εργασία του Μίκη. Επίσης, πρέπει να εστιάσουμε και στον ποιητή Μ. Θεοδωράκη, δηλ. σε γνωστά αλλά και άγνωστα τραγούδια που έγραψε σε δικούς του στίχους, ήδη από τα νιάτα του. Αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί φωτίζει περισσότερο την εκρηκτική – έτσι κι αλλιώς – προσωπικότητά του. 
-Ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε μια έντονα πολιτική και συχνά πληθωρική ή αντιφατική προσωπικότητα, προκαλώντας κατά καιρούς ποικίλες αντιδράσεις. Πώς καταφέρνετε στα «Θεοδωρακικά» να κρατήσετε την ισορροπία ανάμεσα στον πολιτικό Θεοδωράκη των παθών και στον καθαρά καλλιτεχνικό δημιουργό; 
ΑΠ. Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Θεοδωράκης όταν αναφέρεται στη συνεργασία του με την Ραλλού Μάνου, λίγο καιρό αφότου είχε γυρίσει από την εξορία στην Ικαρία. Έγραψε: «Η Ραλλού Μάνου, όπως και η Ντόρα Τσάτσου, η στενότερή της συνεργάτις, ανήκαν στις λεγόμενες μεγάλες αθηναϊκές οικογένειες, που όμως είχαν αρκετή κουλτούρα ώστε να μην επηρεάζονται από τις ιδεολογικές ταυτότητες των καλλιτεχνών που δούλευαν μαζί τους. Άλλωστε, θέματα όπως ο Εμφύλιος, η πολιτική κατάσταση και ο Ψυχρός Πόλεμος, με μια θα ’λεγες μυστική συμφωνία, δεν αναφέρονταν ποτέ στις συζητήσεις. Ο καθένας διατηρούσε τις πεποιθήσεις του. Το σημαντικό ήταν η εργασία. Η μουσική, τα σκηνικά, η χορογραφία». Ο Θεοδωράκης μέσα από τις απίστευτες περιπέτειες του βίου του, θαρρώ πως είχε αποκτήσει μια σοφία για να διακρίνει, κάθε φορά, πρόσωπα και καταστάσεις. Γι’ αυτό και επικρίθηκε σφοδρά για διάφορες πολιτικές επιλογές του. Ήταν, αναμφίβολα, ένας ορμητικός χείμαρρος, ο οποίος, όμως, ήξερε να διακρίνει τα πνεύματα.
-Έχοντας ασχοληθεί εκτενώς και με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, υπάρχει στα «Θεοδωρακικά» ένας άτυπος διάλογος ή παραλληλισμός ανάμεσα στους δύο αυτούς πυλώνες του ελληνικού πολιτισμού; Πού τέμνονται και πού αποκλίνουν κατά τη γνώμη σας; 
ΑΠ. Όπως σας είπα και στην αρχή με έχει καθορίσει η σχέση των δύο, παρότι ξεκίνησα «Χατζιδακικός». Μελετώντας τις ζωές τους βλέπει κανείς πολλά παράλληλα, παρότι η αφετηρία ήταν διαφορετική. Ο Χατζιδάκις δεν πολυενδιαφερόταν για τον λαό (πράγμα που μου το δίδαξε, επιτρέψτε μου), ενώ ο Θεοδωράκης ποθούσε να φτάσει στον λαό. Νομίζω ότι τέμνονται στα περισσότερα και αποκλίνουν στα λιγότερα. Ο Χατζιδάκις είχε μια στιβαρή ιδιωτικότητα, ενώ ο Θεοδωράκης μια καλπάζουσα εξωστρέφεια. Είχαν όμως και οι δύο μια σπάνια ευαισθησία! Την οποία και αναγνώριζαν ο ένας για τον άλλον. Συμπορεύτηκαν και στο «Ελληνικό Χορόδραμα» και στην διάδοση της συμφωνικής μουσικής. Μη ξεχνάμε ότι ο Χατζιδάκις έπαιξε πολύ Θεοδωράκη! Από τον «Επιτάφιο» με τη Νάνα Μούσχουρη, μέχρι συμφωνικά έργα του Μίκη με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Και ο Θεοδωράκης πάντοτε εγκωμίαζε αφειδώλευτα τον Χατζιδάκι. Μα πώς αλλιώς; Ήταν μια σχέση ζωής. Γνωρίστηκαν το 1945, σαν ήταν και οι δύο είκοσι χρονών! 


-Με τον Μίκη Θεοδωράκη να έχει περάσει πλέον στην αιωνιότητα, πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η υστεροφημία του; Πιστεύετε ότι υπάρχει κίνδυνος το έργο του να εγκλωβιστεί σε μια στείρα, μουσειακή ή επετειακή αντιμετώπιση; 
ΑΠ. Φυσικά και υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, για να μη πω ότι υφίσταται ήδη. Ο πολύς κόσμος αγνοεί τον «εκκλησιαστικό» Θεοδωράκη, τον Θεοδωράκη που μελοποίησε Πωλ Ελυάρ στα γαλλικά (έχω ειδικό κεφάλαιο στο βιβλίο), τον Θεοδωράκη του «Ελληνικού Χοροδράματος», δηλ. των μπαλέτων, τον Θεοδωράκη της Μουσικής Δωματίου και τον συμφωνικό Θεοδωράκη. Όλοι μένουν μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του. Όμως, θα πρέπει να αναδειχθεί σιγά σιγά όλο το εύρος του τεράστιου έργο του. Κι ακόμα θα πρέπει να μελετηθούν και τα άπειρα γραπτά του, τα οποία παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. 
-Ποιο στοίχημα θεωρείτε ότι βάζουν «Τα Θεοδωρακικά» με τους νέους ανθρώπους σήμερα; Μπορεί ένας νέος του 2026, που έχει εντελώς διαφορετικά ακούσματα και βιώματα, να «ξεκλειδώσει» τον κώδικα της μουσικής και της σκέψης του Θεοδωράκη μέσα από το βιβλίο σας; 
ΑΠ. Δύσκολη ερώτηση, αλλά θα σας απαντήσω «χατζιδακικά». Για τους νέους με αληθινή ευαισθησία «Τα Θεοδωρακικά» μπορεί να είναι το έναυσμα για να ανακαλύψουν τον άγνωστο Θεοδωράκη. Αυτόν που ο πολύς κόσμος αγνοεί. Και ταυτόχρονα να εμπνευστούν από την ακατάβλητη αγωνιστικότητά του, από τον νεανικό ενθουσιασμό του, από την αφοσίωσή του στον ανθρωπισμό, από την προσήλωσή του στην μουσική και από πολλές ακόμα εκφάνσεις της πολυτάραχης ζωής του, που για μένα αποτελούν την μεγάλη παρακαταθήκη του. Φανταστείτε ότι φυλακισμένος στη Ζάτουνα και στον Ωρωπό από την χούντα, βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί πιο συστηματικά με την βυζαντινή μουσική! Τίποτα δεν τον κατέβαλε, τίποτα δεν τον σταματούσε. Πάντοτε προχωρούσε μπροστά, ανοίγοντας τον δρόμο.
-Κλείνοντας αυτόν τον σημαντικό κύκλο καταγραφής για τον Μίκη, ποιο είναι το επόμενο ερευνητικό ή συγγραφικό σας βήμα; Συνεχίζετε να αναζητάτε τις εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στην τέχνη, τη θεολογία και τον ελληνικό πολιτισμό; 
ΑΠ. Σωστά το θέτετε. Μου αρέσουν αυτές οι «εκλεκτικές συγγένειες», που στηρίζονται πάντοτε σε ντοκουμέντα και όχι σε δικές μου εικασίες. Είμαι προ των πυλών για την έκδοση των «Ελυτικών», δηλαδή κείμενά μου για τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος, επίσης, με συν-κινεί από τη νεότητά μου. Και βέβαια είναι ο ποιητής που συνδέθηκε και με τον Χατζιδάκι και με τον Θεοδωράκη. Στα «Θεοδωρακικά» αναφέρομαι στην σχέση Ελύτη και Θεοδωράκη με τον Πωλ Ελυάρ, ενώ στα «Ελυτικά» προσπαθώ να περιγράψω την στενή σχέση Ελύτη και Χατζιδάκι. Όλοι αυτοί οι «άγιοι» του νεοελληνικού μας βίου νομίζω ότι αξίζουν όχι μόνο την τιμή αλλά και στην αέναη σπουδή μας στο έργο τους. 

Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά

* Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Θεολογία, βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Συμμετείχε σε πολλά χορωδιακά σχήματα, σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και έχει τραγουδήσει έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», με το οποίο παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό πρωτότυπες παραγωγές βασισμένες κυρίως στην ελληνική ποίηση και μουσική. Συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο στην «Πάτρα 2006 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», με τον μαέστρο και συνθέτη Άλκη Μπαλτά στο “Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής Πάτμου” και με τον συνθέτη Αλέξανδρο Καλογερά στο Φεστιβάλ «Μούσα Ελληνική» Χίου. Την διετία 2017-2019 συνεργάστηκε με τον διάσημο χορογράφο και χορευτή φλαμένκο Israel Galvan. Στο πλαίσιο της documenta14 (Αθήνα και Kassel) συμμετείχε στην παραγωγή La farsa monea και κατόπιν στην παραγωγή του Israel Galvan, La fiesta, στο Φεστιβάλ Αβινιόν της Γαλλίας και σε διεθνή περιοδεία. Κείμενα του για την θεολογία και τον πολιτισμό έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικούς τόμους και στο διαδίκτυο.

Related Posts with Thumbnails