Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για την Πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για την Πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΑΠΟ ΤΟ "ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ" (ΒΙΝΤΕΟ)


Το 2023 ήταν αφιερωμένο, παγκοσμίως, στην μέγιστη και οικουμενική Μαρία Κάλλας, με αφορμή την συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή της (2 Δεκεμβρίου 1923). 
Το Καλλιτεχνικό Σύνολο “Πολύτροπον” (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος) παρουσίασε μια πρωτότυπη παραγωγή με θέμα: “Η Μαρία Κάλλας στην Κωνσταντινούπολη”, την Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023 στην Αίθουσα Διδασκαλίας της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. 
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε δύο μέρες μετά την επέτειο του θανάτου της στο Παρίσι, στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 και μία μέρα μετά τα ονομαστήρια της, καθώς η Κάλλας είχε βαφτιστεί Μαρία Άννα Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου και στις 17 Σεπτεμβρίου ήταν η μνήμη της  Αγίας Σοφίας. 


Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος αναφέρθηκε στην σχέση της οικογένειας της μητέρας της Μαρίας Κάλλας, Ευαγγελίας Δημητριάδου, με την Κωνσταντινούπολη, στην παρουσία της Μαρίας Κάλλας στην Κωνσταντινούπολη το 1959, με αφορμή την κρουαζιέρα που οργάνωσε ο Αριστοτέλης Ωνάσης, την επίσκεψή της στο Οικουμενικό Πατριαρχείο επί Πατριάρχου Αθηναγόρου, την απήχηση εκείνης της επίσκεψης μέχρι σήμερα στην Πόλη. Ακόμη, ο ομιλητής αναφέρθηκε στην ιστορία του πιάνου της Μαρίας Κάλλας που βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Πέρα και στην διέλευσή της από την Κωνσταντινούπολη το 1969, πηγαίνοντας στην Καππαδοκία για τα γυρίσματα της κινηματογραφικής ταινίας «Μήδεια» του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. 


Στη συνέχεια η σοπράνο Δάφνη Πανουργιά τραγούδησε άριες από όπερες που ερμήνευσε μοναδικά η Μαρία Κάλλας και συγκεκριμένα: 
Ave Maria (Bach/Gounod), Cavatina "Quel guardo il cavaliere" (Don Pasquale – Gaetano Donizetti), Ombra Leggera (Dinorah – Giacomo Meyerbeer), O mio babbino caro (Gianni Schicchi – Giacomo Puccini), Una voce poco fa (Il barbiere de Siviglia – Gioachino Rossini). 
Στο πιάνο ήταν ο Μάριος Καζάς. 
Ανάμεσα στις άριες διαβάστηκαν επιστολές της Μαρίας Κάλλας προς σημαντικές προσωπικότητες.
Artwork – video – φωτογραφίες: Ιωάννης – Πορφύριος Καποδίστριας. 
Παραγωγή: Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον».
Ακολουθεί το βίντεο της εκδήλωσης. 

 

Την εκδήλωση κάλυψε και το διαδικτυακό κανάλι blod.gr του Ιδρύματος Μποδοσάκη και μπορείτε να την παρακολουθήσετε ΕΔΩ. 

Panagiotis Andriopoulos, theologian, musician, and director of the Agency for Ecclesiastical News ‘Fos Fanariou’, speaks about ‘Maria Callas in Istanbul’. On the screen he is seen with the late Patriarch Athenagoras.

September 29, 2023 
ATHENS – The year 2023 is dedicated worldwide to Maria Callas, marking the 100th anniversary of her birth (December 2, 1923). 
The Artistic Ensemble ‘Polytropon’, led by Panagiotis Ant. Andriopoulos, presented an original production titled ‘Maria Callas in Istanbul’ on Monday, September 18, 2023, at the Education Hall of the Music Library of the Association ‘Friends of Music’ in the Megaron Athens Concert Hall. 
Panagiotis Ant. Andriopoulos spoke about Maria Callas’s presence in Constantinople in 1959, on the occasion of the cruise organized by Aristotle Onassis, her visit to the Ecumenical Patriarchate during the time of Patriarch Athenagoras, and the lasting impact of that visit on the city. Furthermore, the speaker mentioned the history of Maria Callas’s piano, which is currently in the Museum of Pera, and her passage through Constantinople in 1969 on her way to Cappadocia for the filming of Pier Paolo Pasolini’s film ‘Medea’. 

From the event ‘Maria Callas in Istanbul’, at the Education Hall of the Music Library of the Association “Friends of Music” in the Megaron Athens Concert Hall.

Andriopoulos emphasized that “the myth of Callas remains alive, as her high art continues to influence opera in the 21st century, while aspects of her personality and private life continue to be subjects of research by journalists, writers, and artists.” 
Soprano Daphne Panourgiá sang arias from operas and other works that Maria Callas uniquely interpreted, including: ‘Ave Maria’ (Bach/Gounod), Cavatina ‘Quel guardo il cavaliere’ (Don Pasquale – Gaetano Donizetti) ‘Ombra Leggera’ (Dinorah – Giacomo Meyerbeer), ‘O mio babbino caro’ (Gianni Schicchi – Giacomo Puccini), and ‘Una voce poco fa’ (Il barbiere de Siviglia – Gioachino Rossini). 
Admission was free. 

The contributors to the event ‘Maria Callas in Istanbul’: Panagiotis Andriopoulos, Marios Kazas, and Daphne Panourgiá.

The contributors to the event ‘Maria Callas in Istanbul’ were: Panagiotis Andriopoulos, Marios Kazas, and Daphne Panourgiá. Marios Kazas performed on the piano. 
In addition to the music, letters from Maria Callas to important figures were read. 
Artwork, video, and photos were by Ioannis-Porfirios Kapodistrias – Production by the Artistic Ensemble ‘Polytropon’. 
About the Artistic Ensemble ‘Polytropon’: 
Founded in 2004 by theologian and musician Panagiotis Ant. Andriopoulos, it presents original productions in Greece and abroad, mainly based on Greek poetry and music. Some of their productions include works inspired by the youth anthology of Ecumenical Patriarch Bartholomew, the poems of C.P. Cavafy, sacred poetry, the musical work of Eva Palmer-Sikelianou, Gustav Mahler, Manos Hadjidakis, and more. They have performed their productions in various cities in Greece, Cyprus, Germany, Constantinople and around the world. 
It’s worth noting that Panagiotis Andriopoulos is the head of the ‘Fos Fanariou’ Agency for Ecclesiastical News.

Η Μαρία Κάλλας στην Αγία Σοφία, με την Τίνα Ωνάση και την lady Τσώρτσιλ (1959)



Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

"ΜΙΑ ΝΥΞ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΙΝΤΕΡΙ" ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ ΜΕ ΤΗΝ ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ (ΒΙΝΤΕΟ)


Μια νυξ εις το Καλιντέρι (1885-1886;)
Από το βιβλίο: Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003. 
Διαβάζει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Από την εκδήλωση "Ο Καβάφης της Συρίας και της Μέσης Ανατολής", που παρουσίασε το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στον πολυχώρο "Αγγέλων Βήμα" στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015, στο πλαίσιο της διοργάνωσης "Το μικρό Παρίσι των Αθηνών"
Σχεδιασμός: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Το πεζό του Καβάφη συνοδεύεται από πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Λεωνίδα Κανάρη.
Τραγουδούν: Δάφνη Πανουργιά, Παναγιώτης Ανδριόπουλος. 
Πιάνο: Πέτρος Μπούρας


Κ.Π. Καβάφης: Mία νυξ εις το Kαλιντέρι
Mίαν καλοκαιρινήν νύκτα, μίαν από τας εξημμένας εκείνας νύκτας του Aυγούστου, όπως ο καύσων ήτο πολύ επαισθητός εν τη οικία, απεφάσισα να υπάγω εις το Kαλιντέρι να αναπνεύσω ολίγον καθαρόν αέρα, και αν εύρω ανοικτόν εκεί το καφενείον του Aντώνη να καθίσω να πάρω ένα καφέν.
Tο Kαλιντέρι είναι μία εκτεταμένη ακρογιαλιά μεταξύ Nεοχωρίου και Θεραπείων, των δύο ωραιοτέρων χωρίων του Bοσπόρου ― διότι δεν γνωρίζω διατί, αλλά το Bουγιουκδερέ (Bαθυρρύαξ, επί το ελληνικώτερον) το οποίον θαυμάζεται τόσον πολύ, μοι εφάνη πάντοτε κρύον μέρος. 
O «ίσιος δρόμος» του Nεοχωρίου, όστις καταλήγει εις το Kαλιντέρι είχε κίνησίν τινα την νύκτα εκείνην. Ήτο Σαββατόβραδο και εγένοντο προετοιμασίαι διά την Kυριακήν. Eτελείωναν εις κάθε σπίτι τα παστρεύματα και τα συγυρίσματα τα οποία είχαν αρχίσει από το πρωί. Tα παράθυρα όλων των οικιών ήσαν χρυσά από το φως, ενώ συνήθως άλλας ημέρας από τας 9½ το χωριό έσβυνε τα φώτα του και πήγαινε να κοιμηθή. Πολύς κόσμος εκυκλοφόρει επί του ίσιου δρόμου και εις τα δρομάκια ― ως επί το πλείστον κατέβαιναν εις το καφενείον της αποβάθρας όπου έκαστον Σάββατον το εσπέρας η ράπτραις του χωριού (είναι καταπληκτικόν πράγμα πόσαις ράπτραις έχει το Nιχώρι) δεικνύουν τα λούσα των. 
Aπό τον ίσιον δρόμον εβγήκα εις διάστημα 5 λεπτών, και ήρχισα να περιπατώ επί του ωραίου Kαλιντεριού. H νυξ ήτο μαγευτική. H πανσέληνος άπλωνεν επί των υδάτων του Bοσπόρου αργυρούν μανδύαν, η δε απέναντι ασιατική όχθη έλαμπε με τα λευκά της σπιτάκια και πού και πού κανένα μιναρέ, και εφαίνετο ως χαρίεσσα σκηνογραφία μαγικού θεάτρου. 
Tου Aντώνη το καφενείον ήτο ανοικτόν, αλλά πολλούς θαμώνας δεν είχεν. H σκάλα είχεν ελκύσει όλον τον κόσμον. Eις το βάθος του καφενείου εκάθηντο δύο καπνισταί ναργκιλέδων συζητούντες περί κάποιας κληρονομίας. Ήσαν αρκετά μακρυά και όπως δεν ωμίλουν πολύ δυνατά, σπανίως μόνον, ότε εξήπτοντο, με έφθανε καμμία των φράσις ― «Ωχ αδερφέ, λάθος έχεις. H κοκόνα Φρόσω (ο θεός σχωρές’ την την καϋμένη, ήταν καλή γυναίκα) είχεν ένα στύλο μονάχα του σπιτιού, και σαν ’πέθανε…» «Tι μου λες; Λοιπόν η μεγάλη που επήρε τον Kωστάκη τον αχτάρη…» και πάλιν αι φωναί κατέπιπτον. Στην άλλην άκρη ήτο καθισμένο ένα ανδρόγυνο ― ένας αμπελουργός από τα Θεραπεία μετά της συμβίας του. Aυτοί ήσαν σιωπηλοί. O άνδρας έπαιζεν ένα μακρύ κομπολόγι και εφαίνετο ’σάν να μην επεθύμει διασκεδαστικωτέραν συνομιλίαν από το κλικ κλικ κλικ του κομπολογιού, και κάποτε το κλικλικλικλίκ όταν τα άφινε να κατρακυλούν τα κομπολογάκια οκτώ, δέκα μονομιάς.


Eξέλεξα το καλλείτερον μέρος του καφενείου ― από κάτω από έν δένδρον με μεγάλους κλάδους. Kαι εκεί εξαπλωμένος επάνω εις δύο καρέγλαις με τον καφέ στο πλάγι μου ―καφέ όπως πίνεις εις την Πόλιν μόνον― απεφάσισα να διέλθω δυο ώρας εν άκρα ησυχία θαυμάζων το ωραίον θέαμα το οποίον η φύσις εξετύλισσεν ενώπιόν μου. 
Έν ιδιαίτερον της Bυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Aι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Tα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως ― η Ψυχή της Bυζαντινής Φύσεως σοι ψιθυρίζει «Έχει ο Θεός». Tην νύκτα ην περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Bοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Aλλά αι ρυτίδες του Bοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Bόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά. Eίναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ ―πιάσε από το Mπεσίκτασι, έως εις τα Kαβάκια, απόστασις ικανή― τα ελαφρά καΐκια μέσα εις τα οποία γένονται τόσα γέλοια και τόση διασκέδασις, μέσα εις τα οποία μαύρα μάτια υαλίζουν και τρυφεραίς καρδιαίς καίονται, και τόσοι όρκοι ομνύονται και τόσοι λόγοι δίδονται. Eίναι καλόκαρδος θεός και έχει παλαιάν πείραν των τοιούτων. Δεν είχε το χέρι του μέσα εις τα καμώματα εκείνα του Διός με την Eυρώπην; 
Άκρα ησυχία επεκράτει πέριξ μου. Oι συζητούντες την κληρονομίαν είχον φύγει. Tο άλλο τραπέζι εξηκολούθει σιωπηλόν. Tόσον μεγάλη, τόσον τελεία ησυχία ήθελεν ίσως με μελαγχολήσει εάν ευρισκόμην εις άλλο μέρος, ενώ τουναντίον επί των ακτών του Bοσπόρου ησθανόμην πλήρης καλής διαθέσεως ― και εκαθήμην τερπόμενος υπό της βωβής αρμονίας της σιωπής ην διέκοπτε μόνον από καιρού εις καιρόν το πτερύγισμα ενός πτηνού, ο φλοίσβος των υδάτων επί της όχθης, ή κανένας κρότος των φιλτζανιών του καφετζή. Tα τρία, τέσσαρα φαναράκια τα οποία εκρέμοντο εις μερικά δένδρα του καφενείου έδιδον αρκετόν φως διά να κάμνη συντροφιά χωρίς να χαλνά την ομαλότητα της νυκτός. Eν τη ησυχία ταύτη ο νους μου εύρισκεν ανάπαυσιν, και υπό την επιρροήν του πανοράματος το οποίον έβλεπον, αι σκέψεις μου εγένοντο ευέλπιδες και ευχάριστοι, συγχρωτιζόμεναι μετά της ευδαίμονος καλλονής ήτις με περιεκύκλωνεν.


Aίφνης η σιωπή διελύθη. Λέμβος μεγάλη εφάνη προχωρούσα προς τα Θεραπεία και εντός αυτής μία παρέα ετραγουδούσε. Eτραγουδούσε ωραία. Bέβαια όχι καθ’ όλους τους κανόνας της μουσικής ― οι απλοί χωριανοί οίτινες ήσαν εντός της λέμβου δεν θα είχαν ιδέαν των νόμων των Conservatoires, όπως δεν είχεν ιδέαν αυτών ο πρόγονός των ο Θραξ Oρφεύς όστις συνεκίνει τους λίθους. Tραγούδι διακόπτον ―ήθελον είπει μάλλον, συνοδεύον― την σιωπήν καλοκαιρινής νυκτός είναι μία των αδυναμιών μου. Eίναι η φυσική μουσική. Eίναι η αληθής μουσική, νομίζω, της ψυχής, όπως η άσπλαγχνος βοή του κλειδοκυμβάλου του σαλονιού είναι η μουσική της διαταράξεως των νεύρων.
Mη τον πάτε γοργά εις το μνήμα, 
τον ήλιο ακόμη ας χαρή! 
Mη τον πάτε γοργά είναι κρίμα ― 
δεν έννοιωσε τι ήταν ζωή.  

Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Hσθάνθην σφοδράν εναντίωσιν. Eπερίμενα κανέν εύθυμον τραγούδι παλλικαρίσιο, πλήρες χαράς και ζωής, έν από τα γενναία εκείνα τραγούδια άτινα γεννά η εύφορος και ζωντανή παραλία του Bοσπόρου. Aντί αυτού ήκουα εν τοις απλοίς και ακατεργάστοις εκείνοις στίχοις ―το προϊόν της Mούσης κανενός χωριανού ποιητού― πικρόν θρήνον περί της ματαιότητος των πάντων, το πανάρχαιον εκείνο παράπονον του πάσχοντος ανθρώπου, «όλα ψέμματα, όλα σκιαίς». 
Tα άνθη εξηκολούθουν πέριξ μου διαχέοντα την μυρόπνουν ευγλωττίαν των, τα ύδατα εξηκολούθουν γελώντα και τρέχοντα ως να έσπευδον εις μακρυνάς ευτυχείς χώρας, ο ουρανός εξηκολούθει παρουσιάζων το μεγαλείον της ειρήνης του ― άπαντα εναρμόνια και σύμφωνα εν μυστική υποσχέσει ευδαιμονίας απολύτου. 
Kαι εν τοσούτω αι φωναί των τραγουδιστών δεν εδίσταζον και υψούντο μελαγχολικαί και τολμηραί, ως διαμαρτύρησις κατά της θελκτικής αλλ’ απατηλής ωραιότητος του κόσμου. 
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Oι τραγουδισταί εσίγησαν και η λέμβος ήρχισε να απομακρύνεται. Aλλά και η καλή μου διάθεσις απεμακρύνθη μετ’ αυτής. O αήρ μοι εφάνη ολίγον υγρός, και εσηκώθην και έκαμα μερικά βήματα. Eις έν μέρος όπου δεν εφυσούσε διόλου ήναψα έν πυρείον και είδα την ώραν. Mεσονύκτιον. Ήτο ώρα επιστροφής. Aκριβώς την στιγμήν εκείνην μέλαν νέφος, το οποίον προ καιρού επροχώρει από τον ορίζοντα, εκάλυψε την σελήνην. Mοι εφάνη ως καταπίπτουσα αυλαία. 
Eπήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Tο εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Eις τον ίσιον δρόμον ερημία. Mόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γης ― απαθής μετρητής του Kαιρού.


Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ: "ΜΙΑ ΝΥΞ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΙΝΤΕΡΙ" - Διαβάζει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου


Με αφορμή την σημερινή διπλή επέτειο του Κ.Π. Καβάφη: 
(Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1863 - Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1933). 
Μια νυξ εις το Καλιντέρι (1885-1886;)
Από το βιβλίο: Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003. 
Διαβάζει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Από την εκδήλωση "Ο Καβάφης της Συρίας και της Μέσης Ανατολής", που παρουσίασε το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στον πολυχώρο "Αγγέλων Βήμα" στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015, στο πλαίσιο της διοργάνωσης "Το μικρό Παρίσι των Αθηνών". 
Σχεδιασμός: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Το πεζό του Καβάφη συνοδεύεται από πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Λεωνίδα Κανάρη.
Τραγουδούν: Δάφνη Πανουργιά, Παναγιώτης Ανδριόπουλος. 
Πιάνο: Πέτρος Μπούρας


Κ.Π. Καβάφης: Mία νυξ εις το Kαλιντέρι
Mίαν καλοκαιρινήν νύκτα, μίαν από τας εξημμένας εκείνας νύκτας του Aυγούστου, όπως ο καύσων ήτο πολύ επαισθητός εν τη οικία, απεφάσισα να υπάγω εις το Kαλιντέρι να αναπνεύσω ολίγον καθαρόν αέρα, και αν εύρω ανοικτόν εκεί το καφενείον του Aντώνη να καθίσω να πάρω ένα καφέν.
Tο Kαλιντέρι είναι μία εκτεταμένη ακρογιαλιά μεταξύ Nεοχωρίου και Θεραπείων, των δύο ωραιοτέρων χωρίων του Bοσπόρου ― διότι δεν γνωρίζω διατί, αλλά το Bουγιουκδερέ (Bαθυρρύαξ, επί το ελληνικώτερον) το οποίον θαυμάζεται τόσον πολύ, μοι εφάνη πάντοτε κρύον μέρος. 
O «ίσιος δρόμος» του Nεοχωρίου, όστις καταλήγει εις το Kαλιντέρι είχε κίνησίν τινα την νύκτα εκείνην. Ήτο Σαββατόβραδο και εγένοντο προετοιμασίαι διά την Kυριακήν. Eτελείωναν εις κάθε σπίτι τα παστρεύματα και τα συγυρίσματα τα οποία είχαν αρχίσει από το πρωί. Tα παράθυρα όλων των οικιών ήσαν χρυσά από το φως, ενώ συνήθως άλλας ημέρας από τας 9½ το χωριό έσβυνε τα φώτα του και πήγαινε να κοιμηθή. Πολύς κόσμος εκυκλοφόρει επί του ίσιου δρόμου και εις τα δρομάκια ― ως επί το πλείστον κατέβαιναν εις το καφενείον της αποβάθρας όπου έκαστον Σάββατον το εσπέρας η ράπτραις του χωριού (είναι καταπληκτικόν πράγμα πόσαις ράπτραις έχει το Nιχώρι) δεικνύουν τα λούσα των. 
Aπό τον ίσιον δρόμον εβγήκα εις διάστημα 5 λεπτών, και ήρχισα να περιπατώ επί του ωραίου Kαλιντεριού. H νυξ ήτο μαγευτική. H πανσέληνος άπλωνεν επί των υδάτων του Bοσπόρου αργυρούν μανδύαν, η δε απέναντι ασιατική όχθη έλαμπε με τα λευκά της σπιτάκια και πού και πού κανένα μιναρέ, και εφαίνετο ως χαρίεσσα σκηνογραφία μαγικού θεάτρου. 
Tου Aντώνη το καφενείον ήτο ανοικτόν, αλλά πολλούς θαμώνας δεν είχεν. H σκάλα είχεν ελκύσει όλον τον κόσμον. Eις το βάθος του καφενείου εκάθηντο δύο καπνισταί ναργκιλέδων συζητούντες περί κάποιας κληρονομίας. Ήσαν αρκετά μακρυά και όπως δεν ωμίλουν πολύ δυνατά, σπανίως μόνον, ότε εξήπτοντο, με έφθανε καμμία των φράσις ― «Ωχ αδερφέ, λάθος έχεις. H κοκόνα Φρόσω (ο θεός σχωρές’ την την καϋμένη, ήταν καλή γυναίκα) είχεν ένα στύλο μονάχα του σπιτιού, και σαν ’πέθανε…» «Tι μου λες; Λοιπόν η μεγάλη που επήρε τον Kωστάκη τον αχτάρη…» και πάλιν αι φωναί κατέπιπτον. Στην άλλην άκρη ήτο καθισμένο ένα ανδρόγυνο ― ένας αμπελουργός από τα Θεραπεία μετά της συμβίας του. Aυτοί ήσαν σιωπηλοί. O άνδρας έπαιζεν ένα μακρύ κομπολόγι και εφαίνετο ’σάν να μην επεθύμει διασκεδαστικωτέραν συνομιλίαν από το κλικ κλικ κλικ του κομπολογιού, και κάποτε το κλικλικλικλίκ όταν τα άφινε να κατρακυλούν τα κομπολογάκια οκτώ, δέκα μονομιάς.


Eξέλεξα το καλλείτερον μέρος του καφενείου ― από κάτω από έν δένδρον με μεγάλους κλάδους. Kαι εκεί εξαπλωμένος επάνω εις δύο καρέγλαις με τον καφέ στο πλάγι μου ―καφέ όπως πίνεις εις την Πόλιν μόνον― απεφάσισα να διέλθω δυο ώρας εν άκρα ησυχία θαυμάζων το ωραίον θέαμα το οποίον η φύσις εξετύλισσεν ενώπιόν μου. 
Έν ιδιαίτερον της Bυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Aι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Tα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως ― η Ψυχή της Bυζαντινής Φύσεως σοι ψιθυρίζει «Έχει ο Θεός». Tην νύκτα ην περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Bοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Aλλά αι ρυτίδες του Bοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Bόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά. Eίναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ ―πιάσε από το Mπεσίκτασι, έως εις τα Kαβάκια, απόστασις ικανή― τα ελαφρά καΐκια μέσα εις τα οποία γένονται τόσα γέλοια και τόση διασκέδασις, μέσα εις τα οποία μαύρα μάτια υαλίζουν και τρυφεραίς καρδιαίς καίονται, και τόσοι όρκοι ομνύονται και τόσοι λόγοι δίδονται. Eίναι καλόκαρδος θεός και έχει παλαιάν πείραν των τοιούτων. Δεν είχε το χέρι του μέσα εις τα καμώματα εκείνα του Διός με την Eυρώπην; 
Άκρα ησυχία επεκράτει πέριξ μου. Oι συζητούντες την κληρονομίαν είχον φύγει. Tο άλλο τραπέζι εξηκολούθει σιωπηλόν. Tόσον μεγάλη, τόσον τελεία ησυχία ήθελεν ίσως με μελαγχολήσει εάν ευρισκόμην εις άλλο μέρος, ενώ τουναντίον επί των ακτών του Bοσπόρου ησθανόμην πλήρης καλής διαθέσεως ― και εκαθήμην τερπόμενος υπό της βωβής αρμονίας της σιωπής ην διέκοπτε μόνον από καιρού εις καιρόν το πτερύγισμα ενός πτηνού, ο φλοίσβος των υδάτων επί της όχθης, ή κανένας κρότος των φιλτζανιών του καφετζή. Tα τρία, τέσσαρα φαναράκια τα οποία εκρέμοντο εις μερικά δένδρα του καφενείου έδιδον αρκετόν φως διά να κάμνη συντροφιά χωρίς να χαλνά την ομαλότητα της νυκτός. Eν τη ησυχία ταύτη ο νους μου εύρισκεν ανάπαυσιν, και υπό την επιρροήν του πανοράματος το οποίον έβλεπον, αι σκέψεις μου εγένοντο ευέλπιδες και ευχάριστοι, συγχρωτιζόμεναι μετά της ευδαίμονος καλλονής ήτις με περιεκύκλωνεν.


Aίφνης η σιωπή διελύθη. Λέμβος μεγάλη εφάνη προχωρούσα προς τα Θεραπεία και εντός αυτής μία παρέα ετραγουδούσε. Eτραγουδούσε ωραία. Bέβαια όχι καθ’ όλους τους κανόνας της μουσικής ― οι απλοί χωριανοί οίτινες ήσαν εντός της λέμβου δεν θα είχαν ιδέαν των νόμων των Conservatoires, όπως δεν είχεν ιδέαν αυτών ο πρόγονός των ο Θραξ Oρφεύς όστις συνεκίνει τους λίθους. Tραγούδι διακόπτον ―ήθελον είπει μάλλον, συνοδεύον― την σιωπήν καλοκαιρινής νυκτός είναι μία των αδυναμιών μου. Eίναι η φυσική μουσική. Eίναι η αληθής μουσική, νομίζω, της ψυχής, όπως η άσπλαγχνος βοή του κλειδοκυμβάλου του σαλονιού είναι η μουσική της διαταράξεως των νεύρων.
Mη τον πάτε γοργά εις το μνήμα, 
τον ήλιο ακόμη ας χαρή! 
Mη τον πάτε γοργά είναι κρίμα ― 
δεν έννοιωσε τι ήταν ζωή.  

Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Hσθάνθην σφοδράν εναντίωσιν. Eπερίμενα κανέν εύθυμον τραγούδι παλλικαρίσιο, πλήρες χαράς και ζωής, έν από τα γενναία εκείνα τραγούδια άτινα γεννά η εύφορος και ζωντανή παραλία του Bοσπόρου. Aντί αυτού ήκουα εν τοις απλοίς και ακατεργάστοις εκείνοις στίχοις ―το προϊόν της Mούσης κανενός χωριανού ποιητού― πικρόν θρήνον περί της ματαιότητος των πάντων, το πανάρχαιον εκείνο παράπονον του πάσχοντος ανθρώπου, «όλα ψέμματα, όλα σκιαίς». 
Tα άνθη εξηκολούθουν πέριξ μου διαχέοντα την μυρόπνουν ευγλωττίαν των, τα ύδατα εξηκολούθουν γελώντα και τρέχοντα ως να έσπευδον εις μακρυνάς ευτυχείς χώρας, ο ουρανός εξηκολούθει παρουσιάζων το μεγαλείον της ειρήνης του ― άπαντα εναρμόνια και σύμφωνα εν μυστική υποσχέσει ευδαιμονίας απολύτου. 
Kαι εν τοσούτω αι φωναί των τραγουδιστών δεν εδίσταζον και υψούντο μελαγχολικαί και τολμηραί, ως διαμαρτύρησις κατά της θελκτικής αλλ’ απατηλής ωραιότητος του κόσμου. 
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Oι τραγουδισταί εσίγησαν και η λέμβος ήρχισε να απομακρύνεται. Aλλά και η καλή μου διάθεσις απεμακρύνθη μετ’ αυτής. O αήρ μοι εφάνη ολίγον υγρός, και εσηκώθην και έκαμα μερικά βήματα. Eις έν μέρος όπου δεν εφυσούσε διόλου ήναψα έν πυρείον και είδα την ώραν. Mεσονύκτιον. Ήτο ώρα επιστροφής. Aκριβώς την στιγμήν εκείνην μέλαν νέφος, το οποίον προ καιρού επροχώρει από τον ορίζοντα, εκάλυψε την σελήνην. Mοι εφάνη ως καταπίπτουσα αυλαία. 
Eπήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Tο εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Eις τον ίσιον δρόμον ερημία. Mόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γης ― απαθής μετρητής του Kαιρού.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2018

ΠΕΡΓΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΡΟΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΟΡΟΜΗΛΑ: Ἄσε νά σέ τραβάει ἡ Πόλη Μαριάννα


H «ΚΕΚΑΥΜΕΝΗ» ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
(τῆς Μαριάννας Κορομηλᾶ)
τοῦ Μητροπολίτου
+Πέργης Εὐαγγέλου
Νοσταλγία ἀνοστάλγητη, ἡ «κεκαυμένη». Χωρίς πιά μέσα της τήν παλλόμενη καρδιά. Καί μέ ξεπερασμένη τήν λαχτάρα ἀπό θρύλλους καί ἀνατάσεις. Ἀπό ὀραματισμούς καί ἐκσπάσεις νοῦ ἀνθηροῦ. Ἀπό πορφυρένιες δύσεις. Ὅλα, μέσα σ᾿ ἕνα «πιά», ἐκστομισμένο ἀπό τήν «ἀλλοτριωθεῖσα» μας τῆς Πόλης, Ἀπό τήν «ξένη πιά», φίλη μας, Μαριάννα Κορομηλᾶ. 
Δύο λέξεις ἀπρόσμενες, σέ ὥρα πού μᾶς χαϊδεύει τό μῦρο τῆς ἀνθισμένης πασχαλιᾶς. Τήν ὥρα πού ἀτενίζοντας τόν Ἀναστάντα, λέμε: Μή μᾶς στερρεῖς, ἀνέσπερο φῶς, ὅ,τι μᾶς φιλιώνει μέ τίς μόνιμες ἀγάπες. Μέ τήν ἠώ καί τό δεῖλι. Μέ τήν Πούλια καί τόν Αὐγερινό. Μέ τήν ἡμέρα καί τή νύχτα. Εἶναι χαρίσματα πού μᾶς προσφέρει τό θάλπος τῆς ἀχραντωσύνης αὐτοῦ τοῦ τόπου τοῦ ἰδανικοῦ. Αὐτῆς τῆς ἀναφέος Πόλης, πού εὐωδιάζει ἀπό τό κάπνισμα τοῦ ἄφαντου θυμιατηριοῦ, κι᾿ ἀπ᾿ τόν ἀνασασμό αὐτῆς τῆς ἄρουρας, αὐτῆς τῆς παθιασμένης μαρτυρικά γῆς. 
Τή γνωρίσατε τή Μαριάννα; 
Μιά Ἀθηναία διανοούμενη ἀπό οἰκογένεια κατά σειράν διανοουμένων. Μία προσγειωμένη λογία, μέ σφηνωμένο στήν καρδιά της τό μυστήριο τῆς Πόλης. Κι᾿ ἀκόμη, μιά «Ρωμηά» μέ χαραγμένο θαυμαστά στίς σελίδες της τό ἀλησμόνητο ὑπέροχο τοῦ γραπτοῦ καί ἄγραφου λόγου αὐτῆς τῆς γῆς. Φθάνοντας καί μέχρι σέ βουρκώματα καί θυμώντας τα .. 
Αὐτή ἡ Δαῖτις, μέ ζωντανή τή φλόγα στή δέσμη τῶν ἐρώτων της γιά τήν Πόλη, ἀπέστρεψε ἀπό αὐτήν τό πρόσωπο της. Τό ἀπέστρεψε, ἀφήνοντας τρεμάμενο στή μνήμη μας τό φεγγοβόλο κερί της γιά τά πάλαι ποτέ, «τά ἀεί νοητῶς παρόντα». Γιά τόν ἐναγκαλισμό μέ τό ἴνδαλμα τῆς Πόλης. Γιά τήν ὤσμωση τοῦ οἰκόσημου τῆς Ρωμηοσύνης. 
Δέν εἶναι Μαριάννα κρυφή καί «ξένη» μας ἡ ἀποκάλυψη, ἡ ἐξομολόγηση σου. Οὔτε καί ἀκατανόητη. Τήν ἀλήθεια της τή βιώνουμε ὅλοι. Ὅπως καί τούς λογισμούς σου σέ χιλιάδες σελίδες σου, πού μιλοῦν γιά τούς αἰῶνες τῆς Πόλης. Γιά μιά ραγισμένη πέτρα. Γιά μιά καστρόπορτα. Γιά ἕνα τρεχάμενο ἁγιάσμα. Μέχρι καί γιά μιά λειτουργία, μέ φανταστικούς βυζαντινούς ἱερομύστες, πού σέ μεταρσίωσαν. Καί σέ μετέφεραν σέ ἀκούσματα ἀσιγήτων φωνῶν. 
Γιαυτό ... 
Ἄσε νά σέ τραβάει ἡ Πόλη Μαριάννα. Καί μή νοιώθεις ξένη. Συνέχισε «νά νοιώθεις ὅτι κάτι σέ λείπει», ὅταν δέν ἔρχεσαι. Εἶσαι δεμένη στή δέσμη τῶν ἄκαυτων κεριῶν της. Αὐτῶν πού φωτίζουν τή μοναδικότητά της. Γιατί σέ ταιριάζει ἡ Πόλη. Εἶσαι φώταυγος τῆς ἀρχαίας μνήμης της. Καί ἐπισταμένη πάντων τῶν κυκλούντων μας. Καί μή ξεχνᾶς. Ὁ τόπος, εἶναι καί ὑπαρκτός καί νοητός. Ἰστάμενη στόν πρῶτο, θά δονεῖσαι. Βιώνοντας τόν δεύτερο, θά κλαῖς. 
Ἡ Πόλη, κρύβει γιά τούς λίγους τήν ἀθώρητη πεμπτουσία της. Τόν ἄγραφο λόγο της, πού προκαλεῖ καί νηφάλιο μέθη. Οἱ λίγοι, εἶναι γεννήματα λογισμῶν τῆς θείας μοίρας αὐτῆς τῆς Πόλης, πού κραταιώνεται μέ τήν παράθεση τους. Ἄσχετα ἄν τά νῦν αἰσθητά ἀλλοτριώνουν τό αἴσθημα.


Σχόλιο Ιδιωτικής Οδού:
Προφανώς ο Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος ...άκουσε τη συνέντευξη της Μαριάννας Κορομηλά στη Lifo (3.4.2013) όπου έλεγε:
Μέχρι πριν από δύο χρόνια πήγαινα στην Πόλη κάθε μήνα. Αν δεν πήγαινα, μου έλειπε φοβερά. Τώρα πια νιώθω ξένη. Το ίδιο ξένη αισθάνομαι και σε τούτη την Ελλάδα. Όταν πέθανε ο Μάνος Χατζιδάκις, ήταν σαν να τέλειωσε για μένα η ελληνική ζωή. Έχω δει θάλασσες που δεν υπάρχουν πια. Είδα την Ελλάδα να καταστρέφεται ολοσχερώς. Έχω ευθύνη κι εγώ, όπως όλη η γενιά μου. Παρακολούθησα και την Τουρκία να τινάζεται στον αέρα. Τη Συρία να τουριστικοποιείται και να αλλάζει η ανθρωπογεωγραφία της. Στη Συρία είχα βιώσει την οικουμενικότητα, τον σεβασμό ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς. Εκεί όπου μέχρι πριν από λίγα χρόνια σε σκλάβωνε η απλότητα, η αφέλεια, η ζωντανή παράδοση, η απίστευτη αξιοπρέπεια της φτώχειας, τώρα υπάρχουν μόνο συντρίμμια. 
Έτσι, ο Μητροπολίτης Πέργης κάνει την έκκληση προς την Μαριάννα Κορομηλά:
Ἄσε νά σέ τραβάει ἡ Πόλη Μαριάννα. Καί μή νοιώθεις ξένη. Συνέχισε «νά νοιώθεις ὅτι κάτι σέ λείπει», ὅταν δέν ἔρχεσαι.
Ο Πέργης Ευάγγελος εξεμέτρησε το ζην στην Πόλη του! 
Την φόρεσε κατάσαρκα κι έγινε - στις μέρες μας - συνώνυμός της, αφού την τραγούδησε ποιητικά και την έψαλλε βιωματικά.
ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ!

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΕΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ΜΕ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ


Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής 
Το ανάκτορο του Βουκολέοντος, το μόνο κτίσμα του βυζαντινού ανακτορικού συγκροτήματος, του Ιερού Παλατίου, το οποίο ακόμα στέκει ακόμα όρθιο, έστω εν μέρει, κινδυνεύει με κατάρρευση. Αιτία, αφενός, η μακροχρόνια εγκατάλειψη του κτίσματος στην τύχη του, με αποτέλεσμα να έχει γίνει εστία μόλυνσης και στέκι περιθωριακών, αφετέρου, τα έργα που γίνονται ακριβώς μπροστά στο παλάτι λόγω της διαμόρφωσης της παραλιακής λεωφόρου εν όψει της κατασκευής του υπόγειου τούνελ αυτοκινήτων που θα συνδέει την Ευρώπη με την Ασία. 
Μέρος από τις εκσκαφές γίνονται στο σημείο που παλαιότερα βρισκόταν το ομώνυμο λιμάνι του Βουκολέοντος, χωρίς να γίνεται καμία αρχαιολογική ανασκαφή, ούτε καν - εξ όσων γνωρίζω -ερευνητικές τομές. Προφανώς οι αρχές δεν ήθελαν να βρεθούν στην θέση που βρέθηκαν με τον σταθμό του Γενί Καπί, λίγο πιο πέρα, και πάλι στην παραλία του Μαρμαρά, όπου κατά την διάρκεια των έργων του μετρό έγινε η εξαιρετικά σημαντική ανακάλυψη του Θεοδοσιανού λιμανιού, η οποία έφερε μοναδικής σημασίας ευρήματα στο φως της δημοσιότητας, αλλά και καθυστέρησε το έργο αυξάνοντας το κόστος του. 
Ο κίνδυνος κατάρρευσης του βυζαντινού παλατιού είναι υπαρκτός και πιθανόν άμεσος. Η κατάσταση των περισσοτέρων βυζαντινών μνημείων στην χώρα είναι πολύ κακή. Για χρόνια η Τουρκία υποβάθμιζε και υποτιμούσε την βυζαντινή κληρονομιά που διαχειρίζεται. Το πράγμα έχει αλλάξει κάπως τα τελευταία χρόνια. 


Πέραν όμως από ειδικές περιπτώσεις, όπως η Αγία Σοφία και η Μονή της Χώρας, τα περισσότερα βυζαντινά μνημεία αν δεν καταστράφηκαν, αφήνονται στην τύχη τους και στην αδιαφορία. Συντηρούνται μόνο όσα ήταν τζαμιά (Μονή Παντοκράτορος, Αγία Θεοδοσία, Άγιος Ανδρέας εν Κρίσει, Μονή Μυρελαίου κ.α.) ή μετατράπηκαν και πάλι σε τζαμιά τα τελευταία χρόνια (Αγία Σοφία στην Τραπεζούντα, Αγία Σοφία στην Νίκαια, ενώ την ίδια τύχη της προβληματικής αναστήλωσης - μετατροπής σε τζαμί, υπάρχει περίπτωση να έχει και η ιστορική μονή Στουδίου στην περιοχή του Επταπυργίου). 
Οι αναστηλώσεις σε άλλα βυζαντινά μνημεία, όπως τα χερσαία και θαλάσσια τείχη της Πόλης, ή το Παλάτι του Πορφυρογέννητου είναι από προβληματικές έως απαράδεκτες, σύμφωνα με την γνώμη των ειδικών, ενώ περιττό είναι να συμπληρώσουμε πως στην πρώην αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Βυζαντίου δεν υπάρχει ακόμα βυζαντινό μουσείο. Από την άλλη πρέπει να σημειώσουμε την σημαντική ανάπτυξη της βυζαντινολογίας και της βυζαντινής αρχαιολογίας σε ακαδημαϊκό επίπεδο στην χώρα. Πρωτοπόροι στον τομέα αυτό το Πανεπιστήμιο Κοτς και το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου τα οποία πρόσφατα ίδρυσαν, πέρα από τις έδρες που είχαν ήδη, Ινστιτούτο Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών αντίστοιχα και βεβαίως την σημαντική δουλειά που κάνει το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο στις ανασκαφές που καταφέρνει/προλαβαίνει να αναλάβει, όπως αυτή στο λιμάνι του Θεοδοσίου, κάνει υποδειγματική δουλειά με όλα τα διεθνή στάνταρτ. 
Ας ελπίσουμε η όχι και τόσο θετική και ελπιδοφόρα κατάσταση σε ότι αφορά την τύχη κάποιων σημαντικών βυζαντινών μνημείων να αναστραφεί τα επόμενα χρόνια, και να συνειδητοποιήσει η πολιτεία αλλά και η κοινή γνώμη της χώρας, πως η βυζαντινή παράδοση είναι κληρονομιά παγκόσμια και ειδικότερα μέρος της ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ίδιας της Τουρκίας. 
Το παλάτι του Βουκολέοντος, χτισμένο πάνω στα παράλια της Προποντίδας και με δικό του λιμάνι μπροστά, πήρε το όνομά του από ένα γλυπτό στην πλευρά του λιμανιού που παρίστανε ένα βόδι με ένα λιοντάρι. Το αρχικό κτίσμα φαίνεται ότι έγινε από τον Θεοδόσιο τον Β', στα μέσα του 5ου αιώνα, στην συνέχεια την πρώτη μεγάλη ανακατασκευή έκανε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος τον 9ο αιώνα. Όμως το ανάκτορο του Βουκολέοντος συνδέεται κυρίως με τον Νικηφόρο Φωκά ο οποίος το ανακαίνισε, το επέκτεινε και το ένωσε με τα άλλα κτήρια του Ιερού Παλατίου. Ο Φωκάς, όταν ήταν στην Κωνσταντινούπολη, προτιμούσε να περνά τις ώρες του στο ανάκτορο αυτό, το οποίο ήταν σχετικά απομονωμένο και ήσυχο, προσευχόμενος. Εκεί μέσα δολοφονήθηκε ο σπουδαίος αυτός αυτοκράτορας στις 10 Δεκεμβρίου του 969, μια νύχτα με χιονοθύελλα όπως μας λένε οι πηγές. Το πτώμα του πετάχτηκε από το παράθυρο του ανακτόρου, πιθανότατα κάποια από τα παράθυρα που ακόμα στέκουν όρθια, κάτω στην παραλία και τάφηκε την άλλη μέρα από κάποιους πιστούς σε αυτόν στρατιώτες, χωρίς καν να γίνει κηδεία. Την συνωμοσία είχαν εξυφάνει η σύζυγός του Θεοδώρα και ο ανηψιός του Ιωάννης Τσιμισκής, που τον διαδέχθηκε στο θρόνο, απομακρύνοντας άμεσα από το παλάτι την μοιραία και ωραία αυτοκράτειρα. 
Το ανάκτορο του Βουκολέοντος βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση έως το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οπότε πέρασε μέσα από το κτίριο ο σιδηρόδρομος που ένωνε την Κωνσταντινούπολη με την Ευρώπη, Αργότερα καταστράφηκαν και κομμάτια του κτιρίου προς το λιμάνι, ενώ το ίδιο το λιμάνι μπαζώθηκε και έγινε δρόμος. 
Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα η εναπομείνασα πρόσοψη του ανακτόρου μένει για να θυμίζει μερικές από τις πιο λαμπρές σελίδες της αυτοκρατορικής ιστορίας του Βυζαντίου, σελίδες λεκιασμένες ωστόσο κάποτε από το αίμα των πρωταγωνιστών τους.

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Ο π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΕΤΣΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ



ΟΤΑΝ Η ΠΟΛΗ «ΛΟΓΟΜΑΧΟΥΣΕ» ΓΙΑ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
ΤΟΥ Μ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΕΤΣΗ

Σε μια εποχή κατά την οποία πολλοί Νεοέλληνες έχουν ακόμη μια συγκεχυμένη ιδέα περί του τι ακριβώς σημαίνει  «Πολίτικη Ρωμηοσύνη», και ουκ ολίγοι από αυτούς δεν ξέρουν καν από πού κρατά η ρίζα των Ρωμηών και διερωτώνται αν στη Βασιλεύουσα οι Λειτουργίες μας τελούνται στην Τουρκική γλώσσα (!), ένα πολύτιμο βιβλίο έρχεται να μας δώσει μια εξαίρετη μαρτυρία όσον αφορά στην δημιουργικότητα των Ελλήνων της Πόλης και την ανεκτίμητη συμβολή τους στην άνθιση της παιδείας, της διανόησης και των ελληνικών γραμμάτων, όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και πέραν αυτής. Ο λόγος, για την Διδακτορική Διατριβή της κυρίας Κορνηλίας Τσεβίκ Μπαϊβερτιάν, Φιλολόγου καθηγήτριας του Ζαππείου, που τιτλοφορείται «Το Ζήτημα της Γλώσσας στην Κωνσταντινούπολη: Λόγος και Αντίλογος στην Εφημερίδα ʺΟ Ταχυδρόμοςʺ, (1898-1908)», και η οποία εξεδόθη πρόσφατα στην Αθήνα από τις «Εκδόσεις Τσουκάτου».
Το βιβλίο είναι καρπός δεκάχρονης υπομονετικής έρευνας της συγγραφέως στις βιβλιοθήκες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ζαππείου Σχολής, αναδήφισης σε πάμπολλα βιβλία και εξειδικευμένες μελέτες και στη συνέχεια, επεξεργασίας του αποδελτιωμένου υλικού και σύνταξης της Διατριβής υπό την εποπτεία του καθηγητού Χρήστου Τζήκα τού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, από το οποίο αναγορεύθηκε  Διδάκτωρ το 2008.
Παρά τον τίτλο που φέρει, ο κομψός και πολυσέλιδος αυτός τόμος (622 σελ.), δεν ασχολείται αποκλειστικά με το γλωσσικό ζήτημα και την οξεία αντιπαράθεση που είχε ξεσπάσει στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ δημοτικιστών και υπερμάχων της καθαρεύουσας έπειτα από την δημοσίευση το 1899  στον «Ταχυδρόμο» ενός διηγήματος της πρωτοπόρου του δημοτικισμού στην Πόλη Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, που έφερε τον τίτλο «Αρετή και Κακία», και το οποίο ήταν γραμμένο στη, χυδαία θεωρούμενη τότε, δημοτική γλώσσα.
Στα δύο πρώτα κεφάλαια του πρώτου μέρους τού βιβλίου, η συγγραφεύς κάμει, δίκην εισαγωγής στο κύριο θέμα, μια συνοπτική ιστορική αναφορά στην πληθυσμιακή, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των Ρωμηών˙ στις σχέσεις τους με τις Οθωμανικές Αρχές έπειτα από τις Μεταρρυθμίσεις (Τανζιμάτ) του Σουλτάνου Αμπντουλμετζίτ, οι οποίες είχαν ανοίξει το δρόμο προς την δραστηριοποίηση της Ομογένειας στον ζωτικό τομέα της εκπαίδευσης˙ στην εθναρχική ιδιότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τον ρόλο που διεδραμάτιζε αυτό στην προώθηση της Παιδείας˙ στην φιλολογική, εκπαιδευτική, λαογραφική και επιστημονική δραστηριότητα του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου˙ στον πληθωρικό και πολιτικοποιημένο Ομογενειακό ημερήσιο και περιοδικό Τύπο˙ και τέλος, στην γενικώτερη  πνευματική κινητικότητα της Πόλης, έτσι όπως αναπτυσσόταν αυτή σε διάφορες «απογευματινές συναντήσεις» λογίων και διανοουμένων, καθώς και στα «φιλολογικά σαλόνια» καινοτόμων γυναικών, όπως εκείνο της Σοφίας Σπανούδη, με «μπροστάρισσα» την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, το καύχημα αυτό του Πικριδίου (Χάσκιοϊ),  και «πρώτη ίσως και καλλίτερη Ελληνίδα διηγηματογράφο τής εποχής της», καθώς την χαρακτηρίζει η συντοπίτισσά της συγγραφεύς. Με τον τρόπο αυτό η κυρία Τσεβίκ, χαράσσει το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ξέσπασε αυτή η οξεία μεν, αλλά λίαν ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση μεταξύ «καθαρολόγων» και «δημοτικιστών» γύρω από το γλωσσικό ζήτημα.
Το θέμα τούτο αναπτύσσεται λεπτομερώς στο τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους τού βιβλίου, με βάση την αρθρογραφία των διισταμένων (συνολικά 73 κείμενα), η οποία είχε δημοσιευθεί στον «Ταχυδρόμο» μεταξύ των ετών 1899 και 1908.   Εδώ, η συγγραφεύς αναλύει εξονυχιστικά τις θέσεις των τε δημοτικιστών, μεταξύ των οποίων διακρίνονται, κυρίως, οι Νίκος και Φώτης Φωτιάδης, και των αμυντόρων της καθαρεύουσας, τους οποίους ευνοούσε τόσο η Φαναριωτική «ελίτ», που ήταν αρνητική «απέναντι σε κάθε είδους λαϊκότροπης κουλτούρας», όσο και το εκ φύσεως συντηρητικό Οικουμενικό Πατριαρχείο. Συναφώς, αξίζει να σημειωθεί ότι το Μεικτό Συμβούλιο του Πατριαρχείου συχνά καλούσε σε απολογία τους δημοτικιστές εκείνους εκπαιδευτικούς οι οποίοι κατηγορούνταν ως «μαλλιαροί», ενώ ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄, με μια Εγκύκλιό του το 1911, τασσόταν υπέρ της προστασίας της καθαρεύουσας από οποιαδήποτε «μαλλιαρική και χυδαϊστική» επιρροή. Έστω και αν αργότερα υποχωρούσε και προέτρεπε τους ερίζοντες να ειρηνεύσουν μπροστά στην ανάγκη εθνικής επιβίωσης του ποιμνίου του.
Ωστόσο, το βιβλίο δεν αρκείται απλώς στην ανάλυση των συγκρουόμενων θέσεων των λογομαχούντων. Ταυτόχρονα αναφέρεται και στην ανέλιξη της γλώσσας στην Ελλάδα και την Πόλη, τονίζοντας πως την εποχή εκείνη, «αν στον ελλαδικό χώρο ο αγώνας για τη γλώσσα εξελίσσεται σε αγώνα κοινωνικό», στην Πόλη εκδηλώνεται ως «αγώνας επιβίωσης της ομιλούμενης γλώσσας και της εθνικής υπόστασης της ρωμέϊκης κοινωνίας».
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου δημοσιεύονται τα προαναφερθέντα, άγνωστα στο ευρύ κοινό, 73 κείμενα του «Ταχυδρόμου» (που είναι σήμερα δυσεύρετος), τα οποία εκτός του ότι εκφράζουν διάφορες απόψεις γύρω από την Παιδεία και το γλωσσικό ζήτημα, παρέχουν και μια γενική εικόνα του πολιτικο-κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο ζούσε την εποχή εκείνη η Ομογένεια της Πόλης.
Τέλος, σ΄ένα ολιγοσέλιδο παράρτημα δημοσιεύεται ένα σύντομο κείμενο του Καβάφη σχετικά με τη «ζωντανή ελληνική γλώσσα», όπως και ένας ανέκδοτος λόγος που είχε εκφωνηθεί από τον Μητροπολίτη Μύρων Χρυσόστομο Β΄ το 1999 στον Πατριαρχικό Ναό κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών, όπου εθίγετο το γλωσσικό ζήτημα και το καίριο για την Πόλη πρόβλημα της Παιδείας. Λόγος ο οποίος, κατά την εκτίμηση της συγγραφέως αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, «αναθεώρηση της προσέγγισης της Εκκλησίας στο γλωσσικό ζήτημα» και αναγνώριση εκ μέρους του Πατριαρχείου, της γλωσσικής πραγματικότητας στην Πόλη, έτσι όπως εξελίχθηκε αυτή προϊόντος του χρόνου.
Με το βιβλίο της αυτό, γραμμένο με πολύ κόπο, με άπειρο σεβασμό και θαυμασμό προς τις σπάνιες εκείνες μορφές ανδρών και γυναικών της Πολίτικης διανόησης, (κυρίως προς την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, την οποία τιμά ιδιαίτερα αναρτώντας την φωτογραφία της στο εξώφυλλο), και με μια βαθειά αγάπη πρός την Παιδεία και τα Γράμματα, η Δρ Κορνηλία Τσεβίκ έρχεται να υπενθυμίσει στους μη ειδότας το τι ακριβώς ήταν κάποτε η Πολίτικη Ρωμηοσύνη. Αλλά το βιβλίο της κομίζει ταυτόχρονα και ένα ελπιδοφόρο μήνυμα. Ότι το Ομογενές στοιχείο της Πόλης «δεν έσβυσε», καθώς πολλοί νομίζουν, αλλά συνεχίζει να ζει. Ότι και σε δίσεκτους ακόμη χρόνους αντέχει. Και ότι παρά τις δυσμενείς συγκυρίες που δυσχεραίνουν την ζωή του, τούτο εξακολουθεί να παράγει, να δίνει το «παρών» και να παρέχει την μαρτυρία του. Γι΄αυτό και της οφείλονται χάριτες.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΟΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΡΟΠΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ


Η Μερόπη Αναστασιάδου,  νομικός και ιστορικός, ερευνήτρια του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας στο τμήμα Τουρκικών και Οθωμανικών Σπουδών, δημοσίευσε το τελευταίο της βιβλίο το οποίο αναφέρεται στην Ελληνική κοινότητα του Πέρα του 19ου αιώνα (Les Grecs d’Istanbul au XIXe siècle, Histoire socioculturelle de la communauté de Péra) από τις ακαδημαϊκές εκδόσεις Brill. 
Η Μερόπη Αναστασιάδου η οποία έχει αφιερώσει το κύριο αντικείμενο των μελετών της στις αστικές κοινωνίες του ευρύτερου οθωμανικού χώρου (19ος-20ός αι.) και της σύγχρονης Τουρκίας, καταπιάνεται με την ελληνορθόδοξη κοινότητα της περιοχής του Πέρα μέσα από αρχεία της περιόδου από το 1804 έως το 1923. Δημογραφικά στοιχεία, διοικητική οργάνωση, το προφίλ της αστικής τάξης, φιλανθρωπικό έργο και παιδεία αποτελούν τους κύριους άξονες του βιβλίου που υπογραμμίζει τις προσδοκίες και τον χαρακτήρα των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων της αυτοκρατορίας στην περίοδο της εμφάνισης των εθνικισμών. 
Η Μερόπη Αναστασιάδου είναι ακαδημαϊκός και έχει κυκλοφορήσει το 2007 το βιβλίο «Οι Ρωμηοί της Πόλης» αναδεικνύοντας την παρούσα κατάσταση της Πολίτικης Ρωμιοσύνης, ενώ στη Γαλλία παραδίδει σεμινάρια και διαλέξεις για την ελληνορθόδοξη κοινότητα προβάλλοντας την πολιτισμική κληρονομιά της και την ιστορική της ταυτότητα. 

- This book traces the history of the Greek orthodox community of Pera (in Turkish Beyoğlu), a quarter situated at the heart of Istanbul. It is mostly based on parish archives and covers the period from 1804 to 1923. Demographic aspects, administrative organization, the profile of the élite, philanthropic projects and activities (education, charity) constitute the main axes. Through the case of this Christian population, one of the most prosperous in Eastern Mediterranean, the study highlights the functioning and the aspirations of non Muslim communities of the Ottoman Empire at the age of nationalism. Were these conscious of living through the end of an era? Implicitly, the warning signs of the collapse of the imperial edifice are also sought to be identified. 

- Ce livre retrace l’histoire de la communauté grecque orthodoxe de Péra (en turc Beyoğlu), quartier situé au coeur d’Istanbul. Il s’appuie pour l’essentiel sur les archives paroissiales. Il couvre la période allant de 1804 à 1923. Les aspects démographiques, l’organisation administrative, le profil des élites, les projets et oeuvres philanthropiques (éducation, charité) en constituent les principaux axes. À travers le cas de cette population chrétienne, une des plus prospères de l’Est méditerranéen, il s’agit de cerner le fonctionnement et les aspirations des communautés non musulmanes de l’Empire ottoman à l’âge des nationalismes. Celles-ci avaient-elles conscience de vivre la fin d’une époque? En filigrane, l’ouvrage cherche à identifier les signes précurseurs de l’effondrement de l’édifice impérial. 
Méropi Anastassiadou est professeur d’histoire contemporaine à l’INALCO, Paris. Ses travaux portent sur les sociétés urbaines de l’Est méditerranéen. Elle a notamment publié Salonique, 1830-1912 (Brill, 1997), Les Grecs d’Istanbul au XXIe siècle (Cerf, 2011, avec P. Dumont).

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΩΝ!

ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΩΝ1

ὑπὸ Γέροντος Χαλκηδόνος Ἀθανασίου
φωτογραφίες: Ιδιωτική Οδός
Χωρὶς ἀμφιβολία ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς ἄλλα θρησκεύματα, ὅπως οἱ ἀδελφοί μας Μουσουλμᾶνοι καὶ Ἰουδαῖοι, εἴμεθα προνομιοῦχοι διότι ζοῦμε σ’ αὐτὴ τὴν αὐτοκρατορικὴ πόλη μὲ τὰ ποικίλα διαχρονικά της ὀνόματα: Βυζάντιο, Νέα Ρώμη, Βασιλεύουσα, Ἰσταμποὺλ (εἰς τὴν Πόλιν), ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὴν πρωτεύουσα τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς (Βυζαντινῆς) καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Καὶ τοῦτο νοιώθει ἀμέσως ὁ εὐαίσθητος καὶ προσεκτικὸς ἐπισκέπτης, μόλις πατήσει τὸ πόδι του ἐδῶ. Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σὲ ἄλλας παρομοίου χαρακτῆρος μεγαλουπόλεις σὰν τὴν Ρώμη, τὸ Λονδῖνο, τὴ Βιέννη κ.ἄ.
Μιὰ πόλη κτισμένη πάνω σὲ ἑπτὰ λόφους (Ἑπτάλοφος) –τοὺς ὁποίους ὄχι τυχαῖα, μιμήθηκαν καὶ ἄλλες–, ποὺ μᾶς ἐντυπωσιάζει μὲ τὰ παγκοσμίου φήμης μνημεῖα της, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν στὴν πολιτιστικὴ κληρονομιὰ ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος καὶ γι’ αὐτὸ προστατεύονται ἀπὸ τὴν UNESCO, τὴν θρησκευτικότητα, τὴν πολιτιστική της ποικιλότητα, τὴν τέχνη, τὸ μεγαλεῖον τῶν αὐτοκρατορικῶν τελετῶν, τὴν παιδεία, τὴν λογοτεχνία, τὴν μουσική, τὴν λαογραφία, τὴν γαστρονομική της κουλτούρα, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, τὶς φυσικές της καλλονές, καὶ πρὸ παντὸς τὸν ἐκ παραδόσεως κοσμοπολιτικὸ χαρακτῆρα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον πολλὰ τῶν ἀνωτέρῳ πηγάζουν, ἔχοντας βαθειὰ τὶς ρίζες τους στὸν βυζαντινὸ πολιτισμό.
Ἀλλὰ καὶ σήμερα ἡ πόλη αὐτὴ μαμούθ, μὲ τὰ 17-20 ἑκατομμύρια, προκαλεῖ ἐντύπωσι μὲ τὴ σφύζουσα ἀπὸ δυναμισμὸ καὶ ὀμορφιὰ νεολαία της, τὴν ἐκπληκτικὴ διεύρυνσί της, τοὺς σύγχρονους οὐρανοξύστας της ἐν εἴδη "Manhattan" ποὺ καθημερινὰ φυτρώνουν σὰν τὰ μανιτάρια, χωρὶς ἐννοεῖται πάντοτε νὰ ἔχουν τὴν ἀνάλογη αἰσθητικὴ ἁρμονία, καίτοι ἀντισεισμικὰ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, συγκλονίζουν τὸν θεατὴ ποὺ γνωρίζει κυρίως τὴν παλιὰ πόλη.
Μιὰ πόλη ποὺ βροντοφωνεῖ: Νά, ἐδῶ εἶμαι ἐγώ, ἡ ἄλλοτε κυρίως μαγικὴ βασίλισσα τοῦ Βοσπόρου καὶ τῆς Ἀνατολῆς, μὲ τὴν γοητευτικὴ μυθολογία–θεολογία της, ποὺ ἐκτείνεται ὡς τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα.
Πόσοι στρατηλάτες καὶ στρατεύματα δὲν πέρασαν ἀπ’ ἐδῶ Χριστιανοὶ καὶ μή, κατευθυνόμενοι σ’ ἄλλους τόπους ἢ καὶ ἐπέδραμον ἐναντίον της, ἀφοῦ ἦταν πολυπόθητη, οἱ ὁποῖοι τὴν πλήγωσαν, τὴν λεηλάτησαν, τὴν ἐξουθένωσαν καὶ τέλος τὴν ἐξύβρισαν ὡς πόρνην μὲ πολλοὺς ἄνδρας, καὶ τὴν περιφρόνησαν, ὥστε νὰ φέρει σήμερον ἀνεξίτηλα τὰ ἴχνη ἐκείνων ποὺ παραγνώρισαν τὴ συμβολή της στὸν Εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό, ὁ ὁποῖος τότε εἶχε μεσάνυχτα, ἔστω κι’ ἂν ἔπειτα "μεταμεληθέντες ἀπήγξαντο" (Ματθ. κζ’ 3, 5), τοῦτ’ ἔστι ἀναθεώρησαν τὶς ἀπόψεις των, ὁμολογήσαντες, ὅτι ὅλες οἱ Αὐτοκρατορίες ὡς ἀνθρώπινες, ἔχουν τὰ "ἄπλυτά" τους. Ἀξιομνημόνευτα τὰ ὅσα γράφει ὁ Ρωσοαμερικανὸς νομπελίστας J. Brodsky στὸ δοκίμιό του "Flight from Byzantium".
Γιὰ μᾶς ὅμως τοὺς Ρωμηοὺς ἡ πόλη αὐτή, ἡ Βασιλεύουσα, ἔχει μιὰ ὅλως ἰδιαιτέρα σημασία. Διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἴμεθα γηγενεῖς καὶ ὄχι ἔποικοι, ἐδῶ βρίσκονται τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερά μας, τὰ ἄρρηκτα συνδεδεμένα μὲ τὸ Γένος μας –πρᾶγμα τὸ ὁποῖον βέβαια κάπως λόγῳ τῆς ριζικῆς ἀλλαγῆς τῶν πάντων, δὲν λαμβάνεται τόσο ἔντονα ὑπ’ ὄψιν, ἰδίως ἀπὸ τὶς νέες γενεὲς– ἐδῶ ἑδρεύει τὸ Οἰκουμενικόν μας Πατριαρχεῖον ἀπὸ δύο χιλιάδων ἐτῶν, τὸ ὁποῖον κοσμεῖ σήμερον μία προσωπικότης διεθνοῦς ἐμβελείας: ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος Α΄, μὲ τὰ μάτια τοῦ Ἑλλησπόντου καὶ τὸ χρῶμα τῆς χλωρίδος, καὶ ὄχι μόνον, τῆς πατρίδος του. Διότι ἐδῶ βρίσκονται τὰ χιλιοπατημένα ἱερὰ δρομάκια τοῦ μαρτυρικοῦ ἀλλὰ καὶ κλεινοῦ Φαναρίου, οἱ μοναδικὲς σὲ κατάνυξι καὶ μεγαλοπρέπεια ἐκκλησιές μας, τὰ ἄπειρα Ἁγιάσματα –ἔστω κι’ ἂν κάποιος διαπρεπὴς ἔγραψε: "Οἱ Ρωμιοὶ ὅπου ἔβρισκαν νερὸ ἔκαμαν Ἁγίασμα"!–, τὰ περικαλλῆ καὶ ἀριστοκρατικὰ ἀρχοντικά μας, τὸ Σταυροδρόμι, οἱ λεωφόροι τοῦ ὁποίου μοσχοβολοῦσαν ἀπὸ τὰ ἀρώματα τῶν κυριῶν ποὺ ἔβγαιναν τὴν Κυριακὴ ἀπὸ τὶς ἐκκλησιές, τοὺς πολιτισμικούς μας θησαυρούς: τὰ Κοιμητήριά μας κ.ἄ.
Ἐδῶ ἐλήφθησαν καὶ λαμβάνονται οἱ σοφὲς ἀποφάσεις καὶ μεθοδεύονται οἱ ἐπιδέξιες πηδαλιουχήσεις γιὰ τὴν ὀργάνωσι τῆς Ἐκκλησίας, τῆς παιδείας τοῦ Γένους, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς περιθάλψεως τῶν ἀσθενῶν καὶ γηροκομουμένων εἰς τὰ περίπυστα Ἐθνικὰ Φιλανθρωπικὰ Καταστήματα, καθὼς καὶ γιὰ τὰ μεγάλα ἐκκλησιαστικοπολιτικὰ καὶ λοιπὰ θέματα, ὡς τοῦ περιβάλλοντος καὶ τῆς προστασίας τῆς φύσεως. Ἐδῶ θεσπίστηκε ἡ 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἡμέρα τοῦ περιβάλλοντος, καὶ κηρύσσεται ἐτησίως ἐντόνως ἡ προσπάθεια διὰ τὴν σωτηρίαν του, τὸ ὁποῖον ἀσύστολα ἐκμεταλλευόμεθα ὅλοι μας καὶ καταστρέφουμε τὴν ἁγιότητα τῆς φύσεως, προκαλώντας την σὲ σαρωτικὴ ἐκδίκηση μὲ ὅλες τὶς κλιματικές, γεωλογικές καὶ παντοίες δηώσεις της.
Καὶ αὐτὰ τὰ ἐδημιούργησε ἡ εὐφυΐα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὶς καταβολὲς τοῦ Γένους μας, τὶς φωνὲς τῆς ἱστορίας μας, τὸν πλοῦτο τῆς παραδόσεώς μας, τὰ ἱερὰ καὶ βασανισμένα τοῦτα χώματα, πάνω στὰ ὁποῖα ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν, ἀπὸ τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ πίνουμε, ἀπὸ τὸν ἥλιο ποὺ βλέπουμε, ἀπὸ τὶς κράζουσες πέτρες (La voix des monuments), οἱ ὁποῖες μᾶς περιβάλλουν, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συναναστρεφόμεθα καὶ μὲ τοὺς ὁποίους καθημερινῶς ἔχουμε τὸν διάλογο, ὅπως ἔλεγε ὁ μεγάλος Πατριάρχης Δημήτριος, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς Διαθρησκειακὲς Συναντήσεις.
Γιατὶ δὲν εἴμαστε μόνοι, ἡμεῖς ποὺ ἄλλοτε συνιστούσαμε τὴν ἐμπορικὰ καὶ οἰκονομικὰ κυρίως κυρίαρχο τάξιν, ἐνῶ σήμερον ἀποτελοῦμε μιὰ μικρὴ μόνο μειονότητα "τοὺς λίγους καὶ ἀμέτρητους" κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθηναγόραν, χωρὶς νὰ μᾶς τρομάζουν οἱ ὀρδὲς τῶν "χαχόλων" τοῦ Βορρᾶ. "Οὐ γὰρ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ"! Ὅπως οἱ Λακεδαιμόνιοι. Σήμερον ἄλλοι πῆραν τὰ ἡνία, οἱ φίλοι μας οἱ Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς ἀξιοθαύμαστη ἐξέλιξι, συνεπικουρούμενοι καὶ ἀπὸ ἐκπροσώπους τοῦ παντοδύναμου περιουσίου λαοῦ.
Ἐδῶ λοιπὸν ζῶμεν μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες μειονότητες καὶ τὴν κυρίαρχο τάξιν, ἔχοντας ἡμεῖς ἰδίως μία διαχρονικῶς πολυκύμαντη ἱστορία μὲ ἐποχὲς ἀκμῆς καὶ εὐτυχίας, τὶς ὁποῖες συχνὰ διαδεχόταν περίοδοι καταπτώσεως καὶ δυστυχίας, σὰν τὸν Φοίνικα ποὺ ξαναγεννιέται ἀπὸ τὴ στάχτη του, καὶ τὶς ὁποῖες ἐδημιούργησαν ποικίλες πολιτικές, θρησκευτικὲς καὶ ἄλλες συγκυρίες. Οἱ συγκυρίες αὐτὲς συνετέλεσαν στὸν ἀποδεκατισμὸ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν ἑκούσια ἢ ἀκούσια ἀναχώρησί του ἀπὸ τὴ γενέτειρά του τὴν Πόλη, τὴν ὁποίαν ἰδίως οἱ γηραιότεροι τόσον ἀναπολοῦν. Ἐπίσης ἐπέφερε μεταξὺ ἄλλων τὴν ἔλλειψι κληρικῶν καὶ τὴν ἀναστολὴν λειτουργίας πολλῶν Σχολειῶν, λόγῳ τῆς μὴ ὑπάρξεως μαθητῶν, ὁπότε ξεμπούκαραν οἱ Ἀραβορθόδοξοι Χριστιανοὶ διὰ νὰ καλύψουν πως τὸ κενὸ αὐτό, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὅμως παρουσιάζει πολλὰ προβλήματα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως πλευρὰ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ, ὅτι συστήθηκαν διάφορα νέα ὄργανα καὶ ηὐξήθησαν ὑπερμέτρως οἱ πολιτιστικὲς ἐκδηλώσεις τῶν διαφόρων θεσμῶν, ὅπως τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου, τῶν Σχολείων, Συνδέσμων, Συλλόγων, Ἀδελφοτήτων κλπ., πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἰς προηγουμένας πολυανθρώπους τῆς ὁμογενείας ἐποχὰς ἦτο μεμετρημένον. Καὶ τοῦτο ἴσως διότι ἡ εὐμάρεια καὶ καλοπέρασις, συνήθως νωθρότητα ἀπεργάζεται. Αὐτὸ ὅμως συνετέλεσε καὶ εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἐκπαιδευτικῆς καὶ μορφωτικῆς ποιότητος τῶν Σχολείων, καὶ τοῦτο ἀσφαλῶς ὄχι μόνον εἰς τὴν Πόλιν.
Ἐδῶ ἀκόμη "βασιλεύει" καὶ ἡ βυζαντινίζουσα ἐκκλησιαστικὴ διπλωματία καὶ μὲ μιὰ νέα ἴσως μορφὴ ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, τὴν τοῦ "θρησκευτικοῦ κοσμοπολιτισμοῦ", γνωστὴ ὑπὸ τὸν ὅρον "Οἰκουμενικὴ Κίνησις", ἡ ὁποία ἀγωνίζεται, ἔστω κι’ ἂν ἔχει σήμερον χάσει τὴν πρωταρχική της ἰκμάδα, πάνω στὸ ρῆμα Κυρίου: "ἵνα πάντες ἓν ὦσι" (Ἰω. ιζ’ 21) γιὰ τὴ δημιουργία ἑνὸς Χριστιανισμοῦ διακρινομένου σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ διὰ τὴν ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ.
Ἐδῶ ζῶμεν πάντοτε ὡς νομοταγεῖς καὶ ὑπήκοοι πολῖται πρὸς τὶς κρατικὲς ἐξουσίες, τοῖς ἡγουμένοις καὶ τοῖς ἄρχουσι ἡμῶν, συμβάλλοντες ἀκόμη καὶ εἰς τὸν πολιτισμικὸν ἐμπλουτισμὸν τοῦ τόπου ἄνευ τῆς ἀπωλείας τῆς ταυτότητός μας, εἰσέτι καὶ τῆς φαινομενικῆς, πρᾶγμα ἰδιαίτερα σημαντικό, χωρὶς νὰ ἀποφεύγωμεν τὴν προσαρμογὴν πρὸς τὰ νέα ἐπιστημονικὰ καὶ λοιπὰ "ἐπαναστατικὰ" δεδομένα τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ εἰς πάντα ταῦτα ἀσφαλῶς βοηθεῖ τὸ κοσμοπολιτικὸ πνεῦμα τῆς Πόλεως, τὸ ὁποῖον ἐστήριξε διὰ τῆς οὐσιώδους ἐν πολλοῖς ἀνεκτικότητος καὶ σοφίας της ἡ πολυεθνικὴ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, συνεχίζουσα τὴν βυζαντινὴ παράδοσι, δείγματα τοῦ ὁποίου ἔχομεν σημαντικὰ καὶ σήμερον, ὡς τὸ θέμα τῆς ρυθμίσεως προβλημάτων τῶν κληρικῶν τοῦ Θρόνου, τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ὁμογενειακῶν βακουφίων κ.ἄ.
Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι ἔχουν ἐκλείψει, ὅπως παντοῦ καὶ πάντοτε, ὁ ἐθνικισμός, ὁ ἡγεμονισμός, ὁ ἐθνοφυλετισμός, τὸν ὁποῖον κατεδίκασε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1872 καὶ ὁ ἐπάρατος θρησκευτικὸς φανατισμός, ἡ χειροτέρα μορφὴ τοῦ φανατισμοῦ κατὰ τὸν Πατριάρχην Δημήτριον. Γνωστὰ δὲ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν.
Ἐξ’ ἄλλου πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιοχὰς τῆς ὑφηλίου, ἡ θρησκεία μ’ ὅλα της τὰ σκαμπανεβάσματα, ἀποτελοῦσε καὶ πρέπει νὰ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ πολιτισμοῦ, ἔστω κι’ ἂν ἀπὸ τοῦ 18ου αἰῶνος ὁ "αὐτονομημένος" ἄνθρωπος προσπάθησε νὰ κρημνίσει τὰ πάντα. Δὲν πρέπει νὰ διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας, ὅτι μαζὶ μὲ τὸν Μουσουλμανισμὸ καὶ τὸν Ἰουδαϊσμό, ἀποτελοῦμε τὶς τρεῖς μεγάλες μονοθεϊστικὲς θρησκείες, οἱ ὁποῖες δὲν μᾶς χωρίζουν, ἀλλὰ μᾶς ἑνώνουν σὲ θέματα βασικά, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λοιπὰ ἑνωτικὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχουμε μεταξύ μας, ὅπως τὴν ἰδιοσυγκρασία καὶ νοοτροπία, τὸν τόπο διαβιώσεως, τὸ κλίμα, τὸν πολιτισμό, τὰ στοιχεῖα τῆς γλώσσας, τῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων, τὰ φαγητὰ καὶ τόσα ἄλλα.
Τί εἶναι ἄλλωστε οἱ Αὐτοκρατορίες καὶ οἱ διάφοροι πολιτισμοί; Οἱ μικροὶ καὶ οἱ μεγάλοι, οἱ ἄσημοι καὶ σημαντικοί, οἱ μικρᾶς ἢ μεγάλης διαρκείας; Ἄλλοι γεννῶνται καὶ ἄλλοι ἀποθνήσκουν, ἄλλοι ζοῦν καὶ δανείζονται ἀπὸ τοὺς προηγούμενους ἢ ἕτερους, καὶ δημιουργοῦν τὸν δικό τους, μεταμορφώνοντάς τον, ἤδη ὑπάρχοντα, ἢ ἀκόμη καὶ παραμορφώνοντάς τον. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοῖρα τους.
Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει σήμερον διαφορετικὸς δρόμος ἀπὸ τὴν συνεργασία, συναλληλία, ἀνοχή, ἀγάπη, εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη. Παρῆλθε σήμερον ἡ ἐποχὴ τῶν ὁλοκληρωτικῶν πολέμων. Ἔχουν βέβαια μείνει οἱ συμβατικοὶ καὶ ἐμφανίζεται μία νέα Λερναία Ὕδρα, μεταξὺ τῶν κεφαλῶν τῆς ὁποίας ὑπάρχουν δύο δαιμονιώδεις: ὁ οἰκονομικὸς πόλεμος καὶ ἡ πτωχεία, ἡ νέα αὐτὴ πανδημία τῆς ἀνθρωπότητος ποὺ διαδίδεται ἰλιγγιωδῶς –τί περίεργο– παντοῦ, καὶ ἡ ἀρνητικὴ παγκοσμιοποίησις, δύο κεφαλὲς ποὺ κατευθύνονται ἀπὸ τοὺς "εὐφυϊοφανεῖς" ὑπολογιστάς, οἱ ὁποῖοι καταβροχθίζουν καὶ "ξερνοῦν" μετὰ τὰ πάντα.
Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἡμεῖς ὅλοι ποὺ ζῶμεν ἐδῶ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου, νὰ διατηρήσωμεν τὴν πολυπολιτισμικότητά μας, τὴν ταυτότητά μας, ὅπως ἔκαμναν ἐπὶ αἰῶνες οἱ πατέρες μας, καὶ κυρίως τὴν θρησκεία μας. Διότι μεγάλοι εἶναι οἱ κίνδυνοι τῆς Μεταχριστιανικῆς ἐποχῆς, ὅπως τὸ βλέπουμε στὴ γηραιὰ πλέον καὶ κουρασμένη Εὐρώπη. Ἀπρόβλεπτες εἶναι οἱ ὀδυνηρὲς συνέπειες τῆς ἐξοστρακίσεως τοῦ Θείου ἀπὸ τὴν ζωή μας, ὅπως δηλοῦν τὰ σλόγκαν: "Εὐρώπη χωρὶς Θεὸ" –ἔστω καὶ ‘’ὁρμόνιο’’–, "χωρὶς Ἐκκλησία", "ἀπόδραση ἀπὸ τὴν Βίβλο" κ.ἄ. Ἀντιθέτως βλέπουμε στὶς Ἀνατολικὲς χῶρες, καὶ ὄχι μόνον, νὰ ἀνθεῖ καὶ νὰ διαδίδεται ἡ θρησκευτικότητα μὲ τὶς εὐεργετικές της συνέπειες. Ἐκτὸς ἐὰν κι’ αὐτὲς ζοῦν σήμερον τὸν Μεσαίωνά τους; Θὰ πρέπει ὅμως, ἀφοῦ ἔχουν προηγούμενο, νὰ παραδειγματισθοῦν ἀπὸ τὴν ἱστορία, διότι ὅπως γράφει ὁ Γερμανὸς φιλόσοφος τοῦ πρώϊμου Ρωμαντισμοῦ F. von Baader: "Δὲν ὑπάρχει καὶ δὲν ὑπῆρξε ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν προσφέρει θυσίαν εἰς τὸν Θεὸν ἢ τὰ εἴδωλά του". Καὶ ἡ ἱστορία εἶναι πολυκύμαντη.
_________________________________

1- Τὸ ἄρθρο αὐτὸ θὰ δημοσιευθεῖ στὴν World Policy Journal τοῦ World Policy Institute σὲ ἀγγλικὴ μετάφραση τοῦ καθηγ. π. Ἰ. Χρυσαυγῆ.
Related Posts with Thumbnails