Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυρίσαι το άριστον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυρίσαι το άριστον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Ο π. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΡΔΑΜΑΚΗΣ "ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ"


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
«Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα», λέει ο ποιητής. 
Ο π. Μιχαήλ Καρδαμάκης πέρασε από τον μάταιο τούτο κόσμο έχοντας δώσει μαρτυρία ομορφιάς! 
Το βιβλίο για την Παναγία του π. Μιχαήλ (εκδόσεις «Ακρίτας») είναι ένα εγκόλπιο Ορθόδοξης ζωής: Για τον λαό του Θεού, για τους ποιμένες, για τους μοναχούς, για τις γυναίκες, για τις μητέρες, για τους δασκάλους, για τους ιατρούς, για τους πολιτικούς, για τους Έλληνες, για την πορεία της Εκκλησίας στον κόσμο. 
Ο λόγος του π. Μιχαήλ είναι λόγος αρρενωπός, στιβαρός, αληθινά ωραίος! Δεν έχει σχέση με λόγους που σήμερα ευδοκιμούν – δυστυχώς – στον εκκλησιαστικό χώρο: λόγους έξαλλους, λαϊκιστικούς, λιγωτικά συναισθηματικούς, α-νόητα ψυχολογικούς, κατ’ επίφασιν προοδευτικούς, ανέξοδα «ερωτικούς», λόγους που εν τέλει έχουν ως σκοπό την χειραγώγηση και όχι την εν Χριστώ ελευθερία.
Το βιβλίο του π. Μιχαήλ για την Παναγία είναι μια μαθητεία στην ομορφιά, στο απόθετον κάλλος, αλλά και μια πρόκληση για άσκηση στην ελευθερία και την αγάπη, δηλαδή στα βαρύτερα του νόμου. Κάθε κεφάλαιο θα μπορούσε να αποτελεί υπόθεση βιβλίου. Αλλά ο π. Μιχαήλ μας δίνει συμπυκνωμένη την σοφία του. Κι απ’ αυτήν επιτρέψτε μου να σταθώ σε ενδεικτικά του προφητικού του λόγου σημεία.
Στον π. Μιχαήλ αυτό που ονομάζουμε «προφητικός λόγος» συνίσταται πρωτίστως στην μάχαιρα του πνεύματος, δηλαδή στην «αυτοκριτική», ας το πούμε, έτσι της Εκκλησίας. 
Η Εκκλησία δεν πρέπει να πέφτει στον πειρασμό του προπατορικού αμαρτήματος, ήτοι στην μετάθεση ευθυνών, αλλά να αίρει τον σταυρό της, βοώντας μυστικά το «Ευλογημένος ο ερχόμενος». Επομένως, δεν μπορεί να αναπτύσσει μια ρητορική του στυλ: φταίνε οι άθεοι πολιτικοί, οι αγνωστικιστές επιστήμονες, τα όποια εγκόσμια συστήματα κ.ο.κ. 
Ο π. Μιχαήλ στοιχείται στον Παύλο: «ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν» και στην προς Διόγνητον Επιστολή που λέει για τους χριστιανούς: «Πατρίδα έχουν κι αυτοί ένα ορισμένο τόπο, αλλά ως πάροικοι. Μετέχουν σε όλα ως πολίται και όλα τα υπομένουν ως ξένοι. Κάθε ξένος τόπος είναι πατρίδα τους και κάθε πατρίδα τους ξένος τόπος. Στη γη περνούν τις μέρες τους, αλλά στον ουρανό πολιτεύονται. Υπακούουν στους νόμους του κράτους, αλλά με τη ζωή τους νικούν τους νόμους».
«Εκείνο που απαιτείται», γράφει ο π. Μιχαήλ για τους ποιμένες, «είναι η επίγνωση των πολλών ασθενειών μας ή των εγκληματικών λαθών μας, στην άσκηση της ταπεινόφρονος και ποιμαίνουσας ιερωσύνης μας». Μακριά από τον π. Μιχαήλ η ζητωορθοδοξία, μακριά οι ιαχές περί πιστού λαού, οι κολακείες του πληρώματος, οι ανέξοδες ρητορείες για την καθαρότητα της πίστης. «Το μοναδικό που απαιτείται», μας λέει, «είναι το αναζωπυρείν το χάρισμα της προφητείας, η ποιμαντική συνείδηση ότι αυτή η ώρα του κόσμου είναι το «νυν ή το σήμερον» της σωτηρίας εν Χριστώ, με άλλα λόγια, η αδιάπτωτη επικαιρότητα του μυστηρίου της Ενσαρκώσεως». 
Αν αυτή είναι η θεώρηση της ιερωσύνης τότε: “Η Εκκλησία δεν συγκρούεται με την Πολιτική, γιατί το πολίτευμά της δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Μ’ ένα εντελώς δικό της, χαρισματικό τρόπο, υπερασπίζεται τον άνθρωπο και την ελευθερία του, προσανατολίζοντάς τον προς τις απαρνήσεις και τις υπερβάσεις εκείνες, που κάνουν δυνατή την είσοδό του σε μια μεταμορφωμένη πραγματικότητα, όπου μεταμορφώνονται τα πάντα και φυλάσσονται τα νοήματά τους ή ο κατά Θεόν σκοπός τους. Η Εκκλησία δεν ασκεί Πολιτική αλλά Ποιμαντική, δεν είναι εξουσία αλλά διακονία. Η σωτηρία που ευαγγελίζεται η Εκκλησία δεν είναι η βασιλεία του ανθρώπου αλλά η βασιλεία του Θεού εντός του ανθρώπου, που σημαίνει όχι κυριαρχία, αλλά ταπείνωση Θεού. Και η Θεοτόκος, αλλοίμονο, δεν έχει καμιά σχέση με την Πολιτική, ούτε καν γνωρίζει αν υπάρχει Πολιτική. Ζούσε το μυστήριο της κλήσεως και της εκλογής της, διακονούσε το μυστήριο της σωτηρίας μας, με τρόπο μυστικό ή την κρυμμένη αγιότητά της, διατηρούσε στην καρδιά της όλα τα θαυμάσια του Θεού και έκρυπτε τις πληγές της ρομφαίας όλων των αποφάσεων του Θεού. Παρά ταύτα η Θεοτόκος μας διδάσκει κάτι το ουσιώδες για την Πολιτική ή τους Πολιτικούς [ισχύει φυσικά και για τους εκκλησιαστικούς]: Ότι δηλαδή οφείλουν να σιωπούν ή να αρνούνται τους πολλούς ή κενούς λόγους, τη φλυαρία για όλα ή την ξύλινη γλώσσα, την τάση να τα ορίζουν όλα ή να τα υπόσχονται όλα, και μάλιστα πράγματα όχι αναγκαία ή σημαντικά.” 
Επομένως, σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι ούτε η σύγκρουση αλλά ούτε και ο εναγκαλισμός της πολιτικής. Οι πολιτικοί προσβλέπουν συχνά στην Εκκλησία για ψηφοθηρικούς λόγους κι εκείνη καλείται να αντισταθεί στην εργαλειοποίησή της, με τη συνείδηση ότι το πολίτευμα των χριστιανών εν ουρανοίς υπάρχει. Όλα αυτά βέβαια μοιάζουν ουτοπικά σε έναν κόσμο συναλλαγής, δημοσίων σχέσεων και υποταγής στην κάθε φορά εξουσία. Αλλά ο π. Μιχαήλ είναι η ενσάρκωση της εκκλησιαστικής ουτοπίας και γι’ αυτό μας ενδιαφέρει. 
Δείτε τι λέει για τους Μοναχούς, που – δυστυχώς – κάποιοι απ’ αυτούς, συμπεριφέρονται με έναν απίθανο δεσποτισμό μέσα στην Εκκλησία: «Υπάρχει ο κίνδυνος, οι Μοναχοί μας, στην υπερβολή του μη κατ’ επίγνωσιν ζήλου τους να φρονούν, ότι αυτοί είναι οι έσχατοι κριτές για όλους και για όλα, ν’ αρνηθούν δηλαδή την ίδια την παράδοσή τους, που τους θέλει μάρτυρες της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης του Θεού για όλους και για όλα. Είναι καταθλιπτικό το φαινόμενο οι Μοναχοί μας να επεμβαίνουν σε όλα, να πολυπραγμονούν, να φλυαρούν λόγω και έργω για πράγματα που θα καταργηθούν ή που έχουν απαρνηθεί με τις μοναχικές τους υποσχέσεις». 
Μοναχοί από την Ελλάδα έδιναν συγκεκριμένες οδηγίες για την πανδημία σε ομογενείς μας από τον Καναδά μέχρι την Αυστραλία. Μοναχοί αναλώνονται σε μια πρωτοφανή κοινωνικότητα και εξωστρεφή δραστηριότητα στο όνομα της «προσφοράς» και της «μαρτυρίας», όταν ο π. Μιχαήλ μας καλεί:
«Δεηθείτε στην Παναγία να ανθοφορεί και να καρποφορεί στο περιβόλι της (ενν. το Άγιον Όρος) ο Ορθόδοξος Μοναχισμός, όχι βέβαια για να έχουμε μοντέρνους ή σύγχρονους Μοναχούς, με τις κατά κόσμον αρετές και την κοινωνική δραστηριότητα, αλλά Μοναχούς αναχωρητές, που ποθούν τον βίο της ασκήσεως, ένα βίο που όλοι μας έχουμε ανάγκη». 
Στο κεφάλαιο για τις Γυναίκες, ο π. Μιχαήλ αποφαίνεται ρεαλιστικά ότι «ο κόσμος εξακολουθεί να οικοδομείται ανδροκρατικά και η θεωρούμενη απελευθέρωση της γυναίκας εκφυλίζεται και εκπίπτει σε μια βαθύτερη και απανθρωπότερη υποδούλωσή της, σε μια παρατεινόμενη ειδωλοποίηση ή γελοιοποίηση της φύσεώς της». Ο π. Μιχαήλ επισημαίνει εμφαντικά την βιομηχανία που υπάρχει γύρω από την γυναίκα, αναφέρεται στον «πολιτισμό του κρέατος» και γενικά με τη σκέψη του μας δίνει τα κλειδιά για να προσεγγίσουμε τα προβλήματα των γυναικών στις μέρες μας. Βέβαια ο π. Μιχαήλ διακηρύττει ότι η Εκκλησία παρά τον ανδροκρατικό χαρακτήρα του πολιτισμού μας, οι γυναίκες είναι αυτές που «σηκώνουν το σταυρό της πνευματικής ζωής και της ποιμαντικής μέριμνας της Εκκλησίας». Σημειώνει, μάλιστα, πως «είναι τιμή να το ομολογήσουν οι Ποιμένες, αυτοί που έχουν άμεση γνώση αυτής της πραγματικότητας». 
Ο π. Μιχαήλ δέεται στην Παναγία να ξυπνήσει στην καρδιά των ανθρώπων την αγάπη για τις αδύναμες και πονεμένες μητέρες με τα αδύναμα και πονεμένα παιδιά «σ’ έναν κόσμο, όπου εκατομμύρια παιδιά δε γνωρίζουν την παιδικότητα και την παρθενικότητά της, που πεθαίνουν από την πείνα και τις αρρώστιες ή που ζουν σε τρώγλες και τους υπονόμους, για να μπορούμε εμείς οι πολιτισμένοι να ασκούμε την πολιτική μας ή να οργανώνουμε την φιλανθρωπία μας». Μια κατά πάντα εύστοχη ειρωνεία… 
Εδώ ο π. Μιχαήλ συναντά μυστικά τον Ματθαίο Μουντέ, ο οποίος σε ένα ποίημά του γράφει: 
Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο. 
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία 
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα. 
Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται 
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα. 
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη; 
Τα πηγάδια – ευτυχώς– φέτος γέμισαν. 
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της. 
Δυστυχώς υπάρχει μια μαξιμαλιστική λογική μέσα στην Εκκλησία και στον τομέα της φιλανθρωπίας. Δεν μπορεί ο ιερέας στο όνομα ενός κοινωνικού έργου να θέλει να «κατακυριεύσει» τον κόσμο ή να υιοθετεί την λογική "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα". Χρειάζεται σύνεση, διάκριση, αληθινή ταπεινοσύνη, δηλαδή επίγνωση των ορίων και των αντοχών. Το όποιο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, για να μην είναι απλώς μία σειρά δράσεων – έστω αγαθών – θα πρέπει να πηγάζει από αυτό που τονίζει ο π. Μιχαήλ για τους ποιμένες: «η καρδιά μας να είναι βαθειά πληγωμένη από αγάπη για την ανθρωπότητα». 
Ένα από τα πλέον έμπονα και βιωματικά ζητήματα του π. Μιχαήλ ήταν αυτό της εκπαίδευσης. «Φωτοδόχον λαμπάδα τοις εν σκότει φανείσαν ορώμεν την Αγίαν Παρθένον», λέμε στους Χαιρετισμούς. 
Και ο π. Μιχαήλ μας λέει: «Οι δάσκαλοι δεν είναι η λαμπάδα που καίγεται για να φωτίζει. Είναι, έτσι τους θέλει η σύγχρονη αντίληψη, οι υπάλληλοι ή οι επαγγελματίες, ιδιαίτερα οι συνδικαλιστές ή πολιτικάντηδες, μ’ ένα λόγο οι Εκπαιδευτικοί, που διαχειρίζονται και διεκπεραιώνουν απέραντα τυποποιημένες γνώσεις και θεωρίες, που με την ταξική τους πάλη ζητούν να κατοχυρώσουν τη διάκρισή τους και να επιβάλλουν την αναγνώρισή τους». 
Είναι προφανές ότι εδώ θεωρεί τους επαγγελματίες συνδικαλιστές, που συνήθως είναι και – φευ! – ισόβιοι, ως τροχοπέδη της αληθινής παιδείας. Επίσης, ψέγει τις αλλεπάλληλες και αλληλοσυγκρουόμενες ή αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις και νομοθεσίες, μεταρρυθμίσεις και αντιμεταρρυθμίσεις, που δεν έχουν κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα. Θεωρεί πως η ελληνική κοινωνία είναι πνιγμένη κυριολεκτικά στον ωφελιμισμό και τον καταναλωτισμό της κι έτσι η Παιδεία – και η Εκπαίδευση έχουν χωρισθεί από την αλήθεια και την ελευθερία της, από την ύπαρξη και τη ζωή της. Αποτέλεσμα; Οι νέοι να αισθάνονται γηρασμένοι και να ζουν ανέραστα. Τονίζει, μάλιστα πως «αν μιλούμε για την κύρια ευθύνη των δασκάλων, είναι γιατί η Παιδεία μας δεν είναι πια η αγαπητική σχέση δασκάλου και μαθητή και αυτή τη σχέση πρέπει να ξαναβρούμε. Γιατί, μας λέει, «τι είναι οι δάσκαλοι παρά το φλεγόμενο θυσιαστήριο, τα πληγωμένα πουλιά ή οι «χαμένοι ποιητές»…σε μια κοινωνία αποπετρωμένη, που χλευάζει τους ποιητές και περιφρονεί τους πνευματικούς ανθρώπους…».
Ανάλογη είναι η θεώρηση του π. Μιχαήλ και για τους γιατρούς. 
Η ιατρική δεν μπορεί να γίνεται διαχειριστής της ανθρώπινης ασθένειας ή δυστυχίας, της τραγικής αδυναμίας ή απελπισίας του ανθρώπου. Οι ιατροί είναι «προφήτες του μυστηρίου ή του θαύματος της αγάπης». Και εδώ μας διαφωτίζει πλήρως. Σε μια εποχή που οι πιστοί πάσχουν από μιαν απίστευτη θαυματολαγνεία, ο π. Μιχαήλ οριοθετεί το αληθινό θαύμα που «δεν είναι ν’ απαλλαγούμε από την ασθένεια και τον πόνο της, αλλά να κατέχουμε τη χάρη για να μπορούμε να τα υποφέρουμε και να ανακαλύπτουμε τη χαρισματικότητά τους. Το θαύμα είναι να είσαι με το Θεό ή να μη σε χωρίζει τίποτε από την αγάπη του Χριστού: ούτε η θλίψη ούτε η χαρά, ούτε η ασθένεια ούτε η υγεία, ούτε ο θάνατος ούτε η ζωή». 
Στο κεφάλαιο για τους Έλληνες ο π. Μιχαήλ μιλάει για το σύνδρομο της μειονεξίας μας έναντι της Ευρώπης ή για την περιφρονητική στάση της Ευρώπης απέναντι στην ελληνορθόδοξη πραγματικότητα. Σήμερα, όμως, που η Ευρώπη αποχριστιανίζεται και που όντως βιώνει η σύγχρονη μορφή αθεΐας είναι η αδιαφορία, ο π. Μιχαήλ μας λέει κάτι πολύ σημαντικό: «Το πρωταρχικό για μας τους Ελληνορθοδόξους είναι η αυτογνωσία, η επιστροφή στον εαυτό μας, που θα μας επιστρέψει στον τόπο μας και στον πραγματικό έρωτά μας γι’ αυτόν». Μας υποδεικνύει, δηλαδή, τα κλειδιά της πορείας μας: αυτογνωσία και πόθος. Ουσιαστικά ευθύνη και αγάπη. Δεν γίνεται να ζούμε με τη λογική ότι φταίνε οι άλλοι, οι «κακοί», όταν εμείς δεν εκπληρώνουμε την αποστολή μας, δηλαδή όταν δεν φυλάσσουμε τις θεολογικές και εσχατολογικές ρίζες του πολιτισμού μας. 
Γι’ αυτό, ο π. Μιχαήλ μας καλεί να πορευόμεθα «ελεύθεροι από κάθε μοιρολατρεία και αυτοκαύχηση, από κάθε υπερβολή εθνικής εκλεκτικότητας και εθνικιστικού παραληρήματος». 
Ο π. Μιχαήλ – αλίμονο – ποτέ δεν θα έβαζε ως κάλυμμα την ελληνική σημαία στην Αγία Τράπεζα ούτε θα έψαλε τον Εθνικό Ύμνο μέσα στην Εκκλησία, γιατί πίστευε στο θαύμα της παρατεινόμενης ενσαρκώσεως του Χριστού, στο μυστήριο της θεανθρωπινότητος των πάντων. Εκεί δεν χωρούν σχήματα του κόσμου τούτου, ακόμα και τα υψηλόφρονα, όπως ο Ελληνισμός. 
Ο π. Μιχαήλ είναι ο θεολόγος των εσχάτων, της Βασιλείας. Γι’ αυτόν «το θαύμα είναι, ότι σε ώρες ανθρώπινης απομονώσεως, απογυμνώσεως και απογνώσεως, μπορούμε να στρεφόμαστε προς το μυστήριο της θεανθρωπινότητος των πάντων, το μυστήριο που υπηρέτησε η Θεοτόκος». 
Όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν!

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΥΡΕΝΤΖΗ "ΑΝΩΤΕΡΗ ΟΛΩΝ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ"


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Για να διαβάσει κάποιος την ποιητική συλλογή του διάσημου μαέστρου Θεόδωρου Κουρεντζή «Ανώτερη όλων το καλοκαίρι» (εκδόσεις Ίκαρος, 2025), πρέπει να έχει γερό και ασυνήθιστο οπλισμό.
Πέρα από την αδιαμφισβήτητη ποιητική νοημοσύνη, πρέπει να διαθέτει αρχαιογνωσία, να έχει ικανή πρόσβαση σε ευρωπαϊκή παιδεία, γλωσσολογία, εκκλησιαστική υμνογραφία, αγιολογία, βυζαντινή οκτωηχία, να είναι μυημένος στην μουσική ποιητική και να έχει, ταυτόχρονα, αίσθηση του ρυθμού, καθώς τα ποιήματα πρέπει να διαβάζονται και ως παρτιτούρα. 
Ο ίδιος ο Κουρεντζής, άλλωστε, μας δίνει μια ολότελα δική του μουσική εικαστική έκθεση των ποιημάτων του, για να μας εισαγάγει στο δικό του ποιητικό σύμπαν. 
Ως εκ τούτου η ποίηση του Κουρεντζή δεν είναι εύκολη – ευτυχώς!- και προϋποθέτει άσκηση και σχοινοβασία. Δεν είναι, φυσικά, ποίηση συνθηματική ούτε διδακτική. Είναι ποίηση της απελευθέρωσης από κάθε συμβατικότητα και άνοιγμα σε μια ποιητική εσχατολογία. 
Ο Κουρεντζής είναι ένας μύστης και είναι, βέβαια, αυτός που εμπνέει τους μουσικούς του με πολλούς τρόπους. Ίσως ο πιο σημαντικός είναι μελέτη της ελληνικής ποίησης! Οι διεθνείς μουσικοί του Κουρεντζή ξέρουν τον Καβάφη απέξω! Επίσης, ο τρόπος που ζει και εργάζεται με τα σύνολά του ο μαέστρος, απαιτεί αυταπάρνηση, παρόμοια με μοναστικό τάγμα. 
Σε μια συνέντευξή του είχε πει: «Φανταστείτε έναν κόσμο κατασκευασμένο από την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Οχι μέσα από τις εκρήξεις των λέξεών του, αλλά μέσα από την κατανόηση του αντικειμένου». 
Ο Κουρεντζής, αν και ζει στην Ρωσία και μεγαλουργεί στην οικουμένη, παραμένει βαθιά και γνήσιος έλληνας. Ίσως γι’ αυτό έγραψε τον στίχο: «Η Ιωνική μου φύση με υπόταξε… με κατεύνασε». 
Το 2018 ίδρυσε ένα ξεχωριστό βυζαντινό φωνητικό σύνολο, την musicAeterna byzantina, αναγνωρίζοντας έτσι την μοναδικότητα της βυζαντινής μουσικής και επιδιώκοντας την διεθνή προβολή της. 
Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι «στον κόσμο υπάρχει μόνο μία αναρχική κολεκτίβα με απόλυτη σωστή λειτουργία. Το Άγιον Όρος» και πιστεύει ότι όλοι οι άγιοι της Αιγύπτου ήταν οι μεγαλύτεροι θεωρητικοί του αναρχισμού γιατί έκαναν την επανάσταση της συνείδησης. 
Όλα τα παραπάνω – και πολλά ακόμα – αποτυπώνονται στις σελίδες της ποιητικής συλλογής του Κουρεντζή. 
Θα περίμενε κανείς να συναντά εκεί όρους και φράσεις της δυτικής μουσικής, αλλά …σκοντάφτει συνεχώς πάνω στην ορολογία της Ορθόδοξης εκκλησιαστικής υμνογραφίας και μουσικής. 


Για έναν αμύητο πρόκειται για ξένο κόσμο: Κοντάκιον, Οίκος, Ήχος β΄, Απολυτίκιον, ήχος γ΄, ακροστιχίδες (ΒΑΓΙΑ ΣΟΥ ΘΩΡΩ, σελ. 15, ΑΓΡΟΣ ΑΙΜΑΤΟΣ, σ.65), κι ακόμα λέξεις ηχηρές όπως, Γερηφόρος και Πρήγιστος, Βοηδρομιώνος, Αστράνασσα, φωτολοίσθια, και βέβαια παντού εμφανίζονται άγιοι (αρχαίοι και νεώτεροι – από την Οσία Μελάνη στον Χρυσόστομο Σμύρνης), περιτρέχουν άγγελοι, ξεπροβάλλουν άνοιξες, περιφέρονται βαϊοφόροι και επιτάφιοι, μυρίζουν εαρινοί έρωτες και …αλλιώς ανέμελα καλοκαίρια. 
Στο Κοντάκιον 4 (σελ. 51) η βυζαντινή γλώσσα διαλέγεται με τη σύγχρονη, ο Υιός με την Μητέρα, η υμνογραφία με την ποίηση του Κουρεντζή. Τα δάνεια είναι απροκάλυπτα: «Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ», λέει η Μήτηρ του Κουρεντζή, ο οποίος τον δανείζεται από τον σπουδαίο υμνογράφο Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό (θ’ ωδή Κανόνος του Πάσχα), που, με τη σειρά του, τον δανείστηκε από τον προφήτη Ησαΐα. 
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι στίχοι που μιμούνται τον εκκλησιαστικό τρόπο γραφής, εν προκειμένω του Κοντακίου. Για παράδειγμα: 
Και έπιεν ύδωρ, εσκίρτησεν γαρ το βρέφος εν αναμνήσει εν τω σκότει της γαστρός του ευθύς ανεβόα 
 
Ευθύς τε εσκίρτα τεταραγμένον 
εν τω σκότει της γαστρός 
το βρέφος ανεβόα αλαλάζον 
Προφανώς εδώ ο Κουρεντζής συγκινείται και αναπαράγει το βιβλικόν «εσκίρτησε το βρέφος εν τη κοιλία αυτής» (Λουκ. 1, 41), από την συνάντηση των δύο εγκύων, της Παναγίας και της Ελισάβετ, με το σκίρτημα να αφορά στο έμβρυο Πρόδρομο, που αναγνωρίζει τον Σωτήρα Χριστό. 
Αλλά και η στίξη του Κουρεντζή έχει πολλούς σταυρούς, (γ΄, σελ. 19), πολλά αποσιωπητικά (Κοντάκιον 2, σελ. 22), σταυρούς με παύλα στη βάση τους (ΙΙΙ, σελ. 47), τα μαθηματικά σύμβολα ανισότητας με μια γραμμή στη μέση να τα ενώνει (Ο Οίκος, σελ. 15 και 65), δηλαδή μια εντελώς προσωπική πρόταση εικαστικής στίξης στην ποίηση. Κι ακόμα ο Κουρεντζής διατηρεί, όπως στα Μηναία της Εκκλησίας, το κόκκινο χρώμα για τις σημαντικές ενδείξεις ή φράσεις του. Εννοείται πως επιλέγει το πολυτονικό, γιατί μάλλον το βλέπει σαν παρτιτούρα. 


Η σαλότητα και η απελπισία είναι διάχυτες, μα δεν οδηγούν σε απόγνωση, αφού υπάρχει η αγάπη (Ήχος β΄, σελ. 61). Εδώ το ποιητικό μοτίβο χτίζεται πάνω στην φράση «Αν είναι η αγάπη», σα να μας παραπέμπει διαρκώς στα λαϊκά άσματα «Αν είναι η αγάπη αμαρτία» και «Αν είναι η αγάπη έγκλημα».
Με δεδομένο το γεγονός της μελοποιημένης ποίησης, θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον αν ο Κουρεντζής θα μελοποιούσε κάτι από την συλλογή του ή θα επέτρεπε σε κάποιον συνθέτη να το τολμήσει. Ή ποια μουσική, ποιους ήχους, θα επέλεγε για να συνοδεύσουν ή να διαλεχθούν αντιστικτικά με μια απαγγελία της ποίησής του. 
Πάντως, η «Ανώτερη όλων το καλοκαίρι» είναι μια πάμφωτη συλλογή, όπου το ζητούμενο είναι «Σαν ο έρωτας για ουρανό να ήταν το μοναδικό πράγμα που είχε σημασία σ’ αυτόν τον κόσμο και τίποτε άλλο» και "Μαζί για να πεθάνουμε αγκαλιά". 


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Ο ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΔΑΦΝΗ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ

Φώτο: Θέμης Ζαφειρόπουλος 

Από την Polyphoniki Records κυκλοφορεί ο δίσκος της Αλεξάνδρας Παπαστεφάνου σε ποίηση Μίλτου Σαχτούρη (29 Ιουλίου 2019 - 29 Μαρτίου 2005), με τίτλο "Πασιφάη". 
Η γνωστή πιανίστα και συνθέτρια Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου κάνει μια ανατρεπτική μουσική κατάθεση προσεγγίζοντας με εκπληκτική συνθετική ωριμότητα τους στίχους του Μίλτου Σαχτούρη. 
Ένα εναλλακτικό και απρόβλεπτο έργο με εξαιρετικές συμμετοχές στο οποίο διαφαίνεται αδιαμφισβήτητα το πόσο επίκαιρος είναι ο Μίλτος Σαχτούρης και πόσο ξεχωριστή είναι η μελοποίηση των στίχων του από την Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου. 
Μουσική: Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου 
Ποίηση: Μίλτος Σαχτούρης 
Ερμηνευτές: Δάφνη Πανουργιά, Διονύσης Κωστής, Κώστας Θωμαΐδης, Βασιλική Κωνσταντέλλου, Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου.
Παραθέτουμε εδώ τα τραγούδια που ερμηνεύει η Δάφνη Πανουργιά. 
Αρμονία, Φεγγαράδα και Ωροδείχτης.  


Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Η "ΟΔΥΣΣΕΙΑ" ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗ ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Η ταινία "Οδύσσεια" του Κρίστοφερ Νόλαν, που κυκλοφόρησε αυτόν τον καιρό και σημειώνει μεγάλη επιτυχία, έφερε και πάλι στο προσκήνιο το μεγάλο ομηρικό έπος και την διαχρονική αξία του. 
Εμείς, με αφορμή την διεθνή κουβέντα για την "Οδύσσεια", θα εστιάσουμε σε έναν μεταφραστικό άθλο της Οδύσσειας - που ίσταται πάντοτε ενώπιόν μας προς ανακάλυψιν - και όχι σε μια κινηματογραφική υπερπαραγωγή. 
Είχα την τύχη πριν πολλά χρόνια να βρίσκομαι στην Κω φιλοξενούμενος του αείμνηστου Μανόλη Χατζηγιακουμή. Παρακολουθούσα από κοντά τις εργασίες που έκανε στο Ασφενδιού, το παραδοσιακό χωριό που το έσωσε από τον αφανισμό. Πήρε τα ερείπια και τα αποκατέστησε στο πρότερον κάλλος. Με πολύ κόπο, γνώση και αυταπάρνηση. 
Τότε ο δάσκαλος Χατζηγιακουμής μου διάβασε την πέμπτη ραψωδία της Οδύσσειας, της οποίας μόλις είχε ολοκληρώσει την μετάφραση. Ήμουν πραγματικά ένας προνομιακός ακροατής! Μιλήσαμε πολύ για το εγχείρημά του, για τις ήδη υπάρχουσες μεταφράσεις του Ομηρικού έπους, για την βάσανό του να αποδώσει πιστά το πρωτότυπο με τρόπο ποιητικό. Κάμποσα χρόνια αργότερα στην Αθήνα μού έδωσε με αφιέρωση το βιβλίο του που τότε κυκλοφόρησε: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ – Δοκιμές Μετάφρασης. Η χαρά μου απερίγραπτη. Εξέδωσε επιτέλους τα πρώτα του μεταφραστικά πονήματα πάνω στην Οδύσσεια (ε’ ραψωδία, αποσπάσματα από την ζ’ και την η’). 
Η μετάφραση του Χατζηγιακουμή είναι, κατά την άποψή μου, ό,τι πιο μοντέρνο και παραδοσιακό μαζί. Μένει απολύτως πιστός στο πρωτότυπο, ενώ η ποιητική του απόδοση αναδίνεται από παντού! Διαβάζοντας την μετάφραση του Χατζηγιακουμή βλέπεις και ακούς. Αισθάνεσαι ότι η Οδύσσεια είναι ποίημα αφηγηματικό και περιγραφικό, μα πάνω απ’ όλα ποίημα προφορικό. Στα εξαιρετικά σχόλια που συνοδεύουν τη μετάφραση ο Χ’’γιακουμής εξηγεί την άποψή του για πολλά μεταφραστικά προβλήματα. Δεν έχει ιδεολογικές παρωπίδες, δεν υποτάσσει το πρωτότυπο σ’ ένα δικό του σκεπτικό, αλλά αναδεικνύει το πρωτότυπο πραγματοποιώντας μια μετάφραση με ρυθμό! Με ήχο και εικόνα! Ο αναγνώστης προσέχει ότι ο μεταφραστής έχει αγωνιστεί να αποδώσει την νοηματική και ρυθμική ακρίβεια του πρωτοτύπου. Εργώδες εστίν το τοιούτον, αλλ’ εξαίσιον το αποτέλεσμα.


Ο Χατζηγιακουμής παρατηρεί ευστοχότατα: Μια μετάφραση αρχαίου ποιητικού κειμένου υπάρχει μόνο δίπλα στο πρωτότυπο. Όχι επειδή έτσι δοκιμάζεται η αντοχή της, αλλά και επειδή έτσι λειτουργεί ως πραγματική προέκτασή του. Ο αρχαίος ποιητικός λόγος δεν είναι μόνο διδακτικός, είναι πρωτίστως λογοτεχνικός. Και όπως σε κάθε καλλιτεχνικό αποτύπωμα η οποιαδήποτε μεταφορά ή αναδημιουργία δεν αναιρεί ούτε αντικαθιστά, και συνήθως δεν υπερβαίνει ποτέ την πρωτότυπη μορφή, έτσι κι εδώ. Όσο αποτελεσματική και είναι μια μετάφραση, το πρωτότυπο, το αρχαίο πρωτότυπο, παραμένει πάντοτε μοναδικό και αναντικατάστατο, στην ουσία δεν «μεταφράζεται».

Ο Μ. Χατζηγιακουμής στην είσοδο του θεάτρου "Παλλάς" (4-3-2017). Αρχείο ARB

Ολόκληρη η Οδύσσεια του Ομήρου σε μετάφραση Μανόλη Χατζηγιακουμή και σε έναν τόμο 832 σελίδων κυκλοφόρησε στην Αθήνα στο τέλος του 2015 από το Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων που ίδρυσε και διηύθυνε ο Μανόλης Χατζηγιακουμής. 
Στα εκτενή Προλεγόμενα γύρω από το θέμα "Πρωτότυπο και Μετάφραση", ο φιλόλογος μεταφραστής εξηγεί το εγχείρημά του και την πρωτότυπη προσέγγισή του στην μετάφραση της Οδύσσειας
Ακολουθούν οι 24 Ραψωδίες (πρωτότυπο κείμενο και δίπλα η μετάφραση), και η έκδοση ολοκληρώνεται με σπουδαία ερμηνευτικά σχόλια που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής.
Αναμφισβήτητα η μετάφραση της Οδύσσειας από τον Μ. Χατζηγιακουμή είναι μια ποιητική πράξη και μια υπόθεση εθνικού περιεχομένου. 
Στα σχόλια της Οδύσσειας έχουμε και ...εκπλήξεις από τον Χατζηγιακουμή, δηλαδή κριτικά σχόλια για την μετάφραση του σπουδαίου Δημήτρη Μαρωνίτη, που είναι ευρύτατα γνωστή και αποδεκτή. Νομίζω είναι η πρώτη φορά που η μετάφραση του Μαρωνίτη αμφισβητείται σοβαρά και με φιλολογικά επιχειρήματα. 


Δεν πέρασε ένας χρόνος από την έκδοση της Οδύσσειας και ο Μ. Χατζηγιακουμής μας εκπλήσσει με ένα ακόμα εκδοτικό γεγονός. Κυκλοφόρησε το «Ανθολόγιο Οδύσσειας», σε μια σοβαρή και επιμελημένη έκδοση που αποτελείται από τρία τομίδια! 
Ο Μανόλης Χατζηγιακουμής μας εξηγεί το όλο εγχείρημα της ανθολόγησης στον Πρόλογο του νέου του έργου: 
"Στο παρόν υπό τον τίτλο «Ανθολόγιο Οδύσσειας» περιέχονται εκατόν ένα (101) Αποσπάσματα Μεταφρασμένα από ολόκληρη την Οδύσσεια (Ραψωδίες α-ω). Πρόκειται για Εκλογή με τα πιο χαρακτηριστικά, και καίρια, χωρία-αποσπάσματα του αρχαίου κειμένου, τα οποία είναι στην ουσία οι καθαυτό συνεκτικοί σπόνδυλοι του όλου επικού καμβά. Πολλά έχουν μιαν εμφανή αυτονομία, που επιβεβαιώνουν την άποψη ότι προϋπήρχαν ως αυτόνομες επίσης αφηγηματικές ενότητες πριν χρησιμοποιηθούν και ενταχθούν δομικά, με εξαιρετική μαεστρία και τέχνη, στο ενιαίο αφηγηματικό οικοδόμημα που ονομάζεται «Οδύσσεια». Η αυτοτελής εδώ παράθεση, με τους ειδικούς, πεποιημένους υπέρτιτλους, καθιστά τα ανθολογημένα αυτά Αποσπάσματα οιονεί αυθύπαρκτα ποιητικά σύνολα με αφηγηματική αυτοτέλεια και συγκεκριμένο κάθε φορά αφηγηματικό ποιητικό κέντρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αυτονομία αυτή κτίζεται και με ειδικές τεχνικές παρεμβάσεις (προτάσσεται αναγκαίος στίχος από προηγούμενη διατύπωση του πρωτοτύπου, γίνονται ενωτικές συντμήσεις με παράλειψη συνειρμικών στο πρωτότυπο μυθοποιητικών ή άλλων παρεκβάσεων, επιλέγεται αρχική ή καταληκτική ισχυρή στίξη, αντί της χαλαρότερης του πρωτοτύπου, άνω τελείας ή κόμματος, και άλλα σχετικά). Έτσι, η παρούσα Εκλογή-Ανθολόγιο δεν δίνει μόνο τη δυνατότητα να περιηγηθεί και να απολαύσει κανείς, σε μικρό χρόνο, όλη την ποιητική και αφηγηματική πεμπτουσία της Οδύσσειας, αλλά λειτουργεί και ως μία περίπου σύγχρονη Ποιητική Συλλογή (και στα Πρωτότυπα και στα Μεταφρασμένα Αποσπάσματα) πεποιημένη με βάση το ίδιο το πρωτότυπο, και στην οποία εγγράφεται αναμφισβήτητα και η οποιαδήποτε προσωπική αντίληψη και ευαισθησία (κάτι αντίστοιχο, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, με την πεποιημένη εκδοτική φόρμα του Πολυλά στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού). Ο κύριος αυτός τόμος (ως Αʹ), ο υποτιτλούμενος «Αποσπάσματα Μεταφρασμένα», συνοδεύεται από δύο ακόμη παράλληλους και ομοιόσχημους, οι οποίοι μορφοποιούν ως τρίτομη την μικρή, και από μιαν άποψη περισσότερο ευέλικτη, αυτή Έκδοση. Ο ένας (ως τόμος Βʹ), με τον προσδιοριστικό υπότιτλο «Τα Πρωτότυπα Κείμενα», περιέχει τα αντίστοιχα αρχαία αποσπάσματα, με τους ίδιους ακριβώς (νεοελληνικούς) υπέρτιτλους και την ίδια ακριβώς αρίθμηση. Ο άλλος (ως τόμος Γʹ), με τον τίτλο «Σχόλια και Αναλύσεις», περιλαμβάνει σχόλια και παρατηρήσεις για την κάθε μία (από τις 24 Ραψωδίες) χωριστά, την ένταξη (και ανάδειξη) των Αποσπασμάτων στα επιμέρους αφηγηματικά δεδομένα, αλλά και σχόλια για τη σύνολη αφηγηματική τεχνική, την επική αφήγηση και την εν γένει λογοτεχνικότητα του έπους. 


Με την ευκίνητη, μικρόσχημη αυτή εκδοτική μορφή που κατατίθεται εδώ (σε αντίθεση με την ενιαία μεγάλη Φιλολογική Έκδοση, με την Εισαγωγή, τη Μετάφραση, το Πρωτότυπο, τα καθαυτό Ερμηνευτικά Σχόλια) δίνεται η δυνατότητα είτε να αφουγκραστεί κανείς μόνο τα ρυθμικά και λεκτικά σήματα της Νεοελληνικής απόδοσης είτε την αποκαλυπτική πυκνότητα και παραστατικότητα του πρωτοτύπου ή και τα δύο παράλληλα (με τη δυνατότητα καταφυγής πάντοτε και στην πλήρη μεγάλη Έκδοση). Ακόμη, εξίσου σημαντικό, δίνεται η δυνατότητα, με τις αναλύσεις και τα σχόλια, να αποκαλυφθούν τα κρυμμένα μυστικά μιας μεγάλης αφηγηματικής τέχνης, η οποία αποτελεί έκτοτε την αρχέγονη μήτρα οποιασδήποτε μετέπειτα λογοτεχνικής έκφρασης. Τα Σχόλια αυτά, διαφορετικά από τα ακραιφνώς φιλολογικά και ερμηνευτικά της μεγάλης Φιλολογικής Έκδοσης, βοηθούν στο να γίνει περισσότερο αντιληπτή και κατανοητή η περίτεχνη και ευφάνταστη πράγματι πλοκή του μοναδικού αυτού αφηγηματικού αριστουργήματος. Η ιδέα της Ανθολόγησης αυτής γεννήθηκε με την έναρξη της Μετάφρασης (1992). Οι επιμέρους επιλογές οριστικοποιούνταν με το πέρας κάθε Ραψωδίας και με μετατροπή των ίδιων συνήθως πλαγιότιτλων σε υπέρτιτλους. Έτσι, το Ανθολόγιο οικοδομήθηκε σταδιακά και παράλληλα μέσα από τα ίδια τα σπλάγχνα της συνολικής μετάφρασης. Τα δημοσιευόμενα εδώ κατ’ εκλογήν από όλη την Οδύσσεια Αποσπάσματα (Μεταφρασμένα και Πρωτότυπα) αναδεικνύουν το κάλλος και την παραστατική δύναμη (σχεδόν κινηματογραφική) ενός ανεπανάληπτου προφορικού ποιητικού κόσμου και αποκαλύπτουν μια σπάνια αφηγηματική τέχνη, προσωπική και συλλογική, που έχει αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στην οικουμενική ανθρώπινη Ιστορία."
Ο Καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο EKΠΑ, Ιωάννης Κωνσταντάκος, σε εκδήλωση εις μνήμην του Μανόλη Χατζηγιακουμή, στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (27 Φεβρουαρίου 2026), αναφέρθηκε αναλυτικά στην μεταφραστική "Οδύσσεια" του μεγάλου φιλολόγου και δασκάλου. 

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: "Ο ΣΚΛΗΡΟΣ ΑΠΡΙΛΗΣ ΤΟΥ '45"


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας 
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας 
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας 
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές… 
Η αρχή από την «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ, σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη. 
Από τον Έλιοτ εμπνεύστηκε τον τίτλο ο Χατζιδάκις και μας χάρισε τον δίσκο «Ο σκληρός Απρίλης του ‘45». Μια διασκευή λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (πέμπτη εργασία του συνθέτη για το ρεμπέτικο τραγούδι, ενορχηστρωμένα απ΄ τον ίδιο) για μικρή ορχήστρα, με μπουζούκι, δύο κιθάρες, βιολί, μαντολίνο, άρπα, κοντραμπάσο και κρουστά. Τα ρεμπέτικα που επέλεξε ο Χατζιδάκις εκφράζουν τις δύσκολες μέρες του εμφυλίου, αλλά και υπαινίσσονται τις αντίστοιχες δύσκολες μέρες που ζούσε ο τόπος μεσ΄ στη δικτατορία. 
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο 1972 και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά από τον ΕΟΤ. Με τον παρόντα τίτλο πρωτοκυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1974 και συνολικά έκανε τέσσερις εκδόσεις, με τελευταία αυτή του 2008. 
Περιεχόμενο: «Ο σκληρός Απρίλης του ’45» ήταν η διαφορετική ενορχηστρωτική προσέγγιση του Μάνου Χατζιδάκι σε μια σειρά ρεμπέτικων τραγουδιών, που γράφτηκαν από τον Μιχάλη Σουγιούλ, το Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Δημήτρη Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα, τον Ευάγγελο Παπάζογλου, τον Στέλιο Κηρομύτη, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τον Γιώργο Μητσάκη. «Ο καθρέφτης» αποτελεί αυτοσχεδιασμό του Μάνου Χατζιδάκι ειδικά για την παρούσα έκδοση. 
Το εξώφυλλο είναι έργο του Γιάννη Μόραλη, ζωγραφισμένο ειδικά για το δίσκο (1974).


Να σημειώσουμε εδώ ότι δύο από τα τραγούδια του δίσκου, "Τα ματόκλαδά σου λάμπουν" του Μ. Βαμβακάρη και "Η μάγισσα της Αραπιάς" του Β. Τσιτσάνη, απασχόλησαν και μετά τον Μάνο Χατζιδάκι. Στις πρόβες που έκανε στην Αμερική με την Φλέρυ Νταντωνάκη, εκεί γύρω στα 1970, τα ηχογράφησε με την Φλέρυ κι εκείνον στο πιάνο. Το πρώτο συμπεριλήφθηκε στον δίσκο "Τα Λειτουργικά", που εκδόθηκε στα 1991, το δεύτερο έμεινε ανέκδοτο, με την ηχογράφηση να κυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο. 
Αυτό σημαίνει πως τα ρεμπέτικα που αγάπησε ο Χατζιδάκις τον συνόδευαν πάντοτε κι εκείνος αναζητούσε την ...άλλη ερμηνεία μέσα του. Ως την αφαίρεση: για φωνή και πιάνο, σαν lied. 
Μια σύγχυση επικρατεί γύρω από την πατρότητα του τραγουδιού «Βγήκα στου Βοτανικού τα πέριξ». Στην πρώτη έκδοση του cd αναφέρεται ως δημιουργός ο Στέλιος Κηρομύτης, όπως και στην επανέκδοση, όπου μάλιστα υπάρχει η εξής σημείωση: "Πρόκειται για ένα μάλλον ξεχασμένο τραγούδι που βρήκε ο Μάνος Χατζιδάκις και ενέταξε στο «Σκληρό Απρίλη». Δεν είναι γνωστή καμιά προγενέστερη ηχογράφηση."
Όμως πρόκειται για το τραγούδι «Στάθηκα πενιές ν’ ακούσω» που πρωτοκυκλοφόρησε το 1948, σε δίσκο 78 στροφών Odeon, ως σύνθεση του Στράτου Παγιουμτζή, με τραγουδιστές το Στράτο Παγιουμτζή και τον Απόστολο Καλδάρα. Η εκτέλεση αυτή συμπεριλήφθηκε και στο δεύτερο cd με τραγούδια του Παγιουμτζή, που κυκλοφόρησαν από τη σειρά «Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας» με την επιμέλεια του Παναγιώτη Κουνάδη και εκεί φαίνεται σαν σύνθεση του Παγιουμτζή, ενώ σε άλλες καταγραφές φέρεται ως τραγούδι του Τσιτσάνη.
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ένα από τα δημοφιλή ρεμπέτικα. Ο Χατζιδάκις το ...ανακάλυψε και μας το χάρισε με τη δική του ματιά.
Στον δίσκο αυτό συμμετείχαν θρυλικοί μουσικοί και συνθέτες (μερικοί απ' αυτούς): Θανάσης Πολυκανδριώτης στο μπουζούκι, Δ. Φάμπας και Β. Τενίδης στις κιθάρες, Δημήτρης Βράσκος στο βιολί και στο μαντολίνο, η Αλίκη Κρίθαρη στην άρπα, ο Ανδρέας Ροδουσάκης στο κοντραμπάσο και οι Ν. και Γ. Λαβράνος στα κρουστά. 


Ο συγγραφέας Κώστας Ταχτσής γράφει, μεταξύ των άλλων, στο προλογικό σημείωμα του δίσκου, που τον βλέπει ως ρέκβιεμ στο νεανικό όραμα της γενιάς του:  
«...Η φρίκη της κατοχής ήταν ακόμα ζωντανή στη μνήμη και τη σάρκα μας, είχαμε περάσει ξυστά πλάι στο θάνατο και θέλαμε να το ξεχάσουμε, θέλαμε να ζήσουμε, και ζωή, βέβαια, σ΄εκείνη την ηλικία, ήταν πάνω απ΄ όλα ο έρωτας και το τραγούδι. 
Αλλά τι τραγούδι; 
Τα τανγκό και τα βαλσάκια είχαν καταρρεύσει με τον καταχτητή. Τα τραγούδια πού ΄χαν φέρει μαζί τους οι «απελευθερωτές» και που μιμήθηκαν αμέσως οι αγοραίοι συνθέτες μας, ήταν η ίδια βράκα φορεμένη ανάποδα. Έμεναν βέβαια τα δημοτικά τραγούδια. Αλλ΄ αυτά τα περιφρονούσαμε: ασχέτως τοπικής ή κοινωνικής καταγωγής, είμασταν παιδιά της μεγαλούπολης, δεν τα ξέραμε, δεν μας εκφράζανε. Δεύτερο και κυριότερο, τά ΄χαμε συνδέσει με μια ξεπερασμένη αισθητική ψευτοηρωισμού και πατριδοκαπηλίας, ασυμβίβαστη μ΄αυτό που αναζητούσαμε -δηλαδή, μία νέα, σύγχρονη Ελλάδα, που να μπορούμε να λέμε πατρίδα, χωρίς αισθήματα ντροπής ή κατωτερότητας. Τότε ανακαλύψαμε τα ρεμπέτικα. 
...Στο βαθμό που πραγματοποιήθηκε το νεανικό μας αυτό όραμα, ένα μεγάλο μέρος οφείλεται χωρίς αμφιβολία στην ιδιοφυία του Μάνου Χατζιδάκι... 
Στο «Σκληρό Απρίλη του ’45», - αναφορά, όπως παλιότερα οι «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» σε στίχο απ’ την «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ - ο Μάνος Χατζιδάκις στο ’να κομμάτι μετά το άλλο, γυρίζει σε κείνες τις, για μας τουλάχιστο, κοσμογονικές μέρες της νιότης μας, όχι σ’ αναζήτηση κανενός «χαμένου καιρού», αλλά σε μια προσπάθεια να τις δει σ’ όλες τους τις δυνατές διαστάσεις: έτσι όπως ήταν στην πραγματικότητα, έτσι όπως νομίσαμε τότε ότι ήταν κι έτσι όπως θα τις βλέπαμε αν μπορούσαμε να τις δούμε απ’ την απόσταση που τις βλέπουμε τώρα. Ν’ ακούσει όλους τους τους ήχους. Όχι μόνο μπουζούκι και διπλοπενιά, αλλά και μπουζούκι ιδωμένο λίγο σα να ’ταν μαντολίνο, ύστερα και τα δύο μαζί εναλλάξ κι ανάμεσά τους και γκόνγκ και πένθιμα τύμπανα - τους ξερούς κρότους των πολυβόλων ενός συμφωνημένα καταδικασμένου αγώνα, λέω εγώ με το νου μου κι η απελπισμένη ρυθμική πορεία μιας νέας, αλλιώτικης προσφυγιάς… "Ο σκληρός Απρίλης του ’45" είναι ένα ρέκβιεμ σ’ εκείνο το ωραίο και τόσο γόνιμο νεανικό μας όραμα κι ίσως έτσι η ενδόμυχη υπόσχεση μιας το ίδιο γόνιμης χρήσης του λίγου χρόνου που μας μένει ακόμα».
Πάντως τον Ιούλιο του 1974 ο Χατζιδάκις έγραφε ...νοσταλγικά για εκείνη την εποχή: "Αν μπορούσα να ξαναγύριζα σε κείνον τον καιρό, όχι γιατί θα 'μουν πιο νέος, αλλά γιατί δε θα γνώριζα τη φρίκη των κατοπινών καιρών...". 


Τα τραγούδια του δίσκου: 
1. Θα γυρίσει κι ο τροχός (Μ. Σουγιούλ - Αλ. Σακελλάριου - Χρ. Γιαννακόπουλου)
2. Θα πάω εκεί στην Αραπιά (Η μάγισσα της Αραπιάς) (Βασίλη Τσιτσάνη)
3. Τα ματόκλαδά σου λάμπουν (Μάρκου Βαμβακάρη)
4. Πήρα τη στράτα κι έρχομαι (Στρώσε μου να κοιμηθώ) (Βασίλη Τσιτσάνη)
5. Ο καθρέφτης (Μάνου Χατζιδάκι)
6. Του Βοτανικού ο μάγκας (Γρ. Μπιθικώτση - Λ. Τσώλη)
7. Μάγκας βγήκε για σεργιάνι (Απ. Καλδάρα - Β. Τσιτσάνη)
8. Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια (Η νυχτερίδα) (Δημήτρη Γκόγκου - Μπαγιαντέρα)
9. Κάτω στα λεμονάδικα (Βαγγέλη Παπάζογλου)
10. Βγήκα στου Βοτανικού τα πέριξ (Στέλιου Κηρομύτη)
11. Το πικραμένο αγόρι (Β. Τσιτσάνη - Β. Ταμβάκη)
12. Το δικό σου το μαράζι (Γιώργου Μητσάκη)


Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Jean-Paul Sartre: «Κεκλεισμένων των θυρών» (Huis Clos)


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
"Των θυρών κεκλεισμένων εισήλθες Χριστέ..."

Ο γάλλος υπαρξιστής φιλόσοφος Jean-Paul Sartre (1905-1980) είναι γνωστό πως υπήρξε αριστερός αγωνιστής που πάλεψε ουσιαστικά στους κοιτώνες του κομμουνιστικού κόμματος. Ένθερμος υποστηρικτής του μαρξισμού διατύπωσε μια ανθρωπολογική πολιτικο-φιλοσοφική θεώρηση ταιριαστή στην εποχή και στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου. Τα αξιώματα της φιλοσοφίας του Sartre θα μπορούσαμε να πούμε ότι υποδεικνύουν τις εξής κατευθύνσεις: α) Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Οι πράξεις καθορίζουν και διαμορφώνουν την ουσία η οποία έπεται. Σύμφωνα με το γάλλο φιλόσοφο μόνο μετά θάνατον μπορεί κάνεις να κρίνει και να αποκρυσταλλώσει τελική γνώμη για το ποιόν του ατόμου. β) Η έννοια της επιλογής. Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, όπως υποστήριζε και ο ίδιος ο φιλόσοφος. Επομένως έχει την επιλογή της καλής ή της κακής πίστης, επιλογή που είναι αναπόφευκτη ακριβώς εξαιτίας αυτής της καταδίκης. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του ακόμα και για την απραξία του, ακριβώς γιατί και αυτή είναι επιλογή. γ) Η σχέση με τον άλλον.Το «είναι για τον άλλον»(l’etre pour l’autrui). Επομένως το μανιφέστο του Sartre είναι ότι «ο Υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός», όπως ακριβώς το διατύπωσε σε σχετική διάλεξή του, μοναδική απόπειρα εκλαϊκευσης της φιλοσοφίας του. 
Από το πλούσιο έργο του Sartre εστιάζουμε στο «Κεκλεισμένων των θυρών» (Huis Clos), όπου η έννοια του Άλλου έρχεται δυναμικά στο προσκήνιο. 
Το «Κεκλεισμένων των θυρών» έναι ένα θεατρικό έργο συμβολικό σε μία πράξη που περιλαμβάνει πέντε σκηνές. Ολοκληρώθηκε τη χρονιά του 1943 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 27 Μαϊου του 1944 στο θέατρο του Vieux- Colombier στο Παρίσι (συμπληρώνονται φέτος 80 χρόνια). Είναι το πιο πολυπαιγμένο θεατρικό έργο του συγγραφέα και σταθμός του υπαρξιστικού θεάτρου. Το σκηνικό διαδραματίζεται σ’ένα κλειστό χώρο κοινό και για τα τρία πρόσωπα του έργου. Οι τρεις αυτοί χαρακτήρες συναντιούνται μετά το θάνατό τους σ’ένα κλειστό δωμάτιο που ανήκει, σε ένα τύπου ξενοδοχείο της Κόλασης. Δεν γνωρίζονται προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και δεν διαθέτουν καν κοινές πεποιθήσεις ή κοινά γούστα. Πρόκειται για τον Garcin, δημοσιογράφο,την Inès υπάλληλο ταχυδρομείου και την Εstelle πλούσια κοσμική. Ο Sartre μας περιγράφει εδώ την κόλασή του με απλό και λιτό τρόπο, αφοπλιστικά ειλικρινή θα έλεγε κανείς: «η κόλαση είναι οι άλλοι.». Αυτή η φράση κόστισε στον ίδιο ...κάμποσες κατηγορίες, ενώ μας εξηγεί απλώς ότι η ζωή «υφίσταται, γίνεται αντιληπτή» διαμέσου των άλλων. Οι τρεις πρωταγωνιστές φιλονικούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου για να καταφέρουν να ξεφύγουν από τις καταστάσεις τους, αλλά η Κόλαση τελειώνει με το να προηγείται δραματικά πλέον έναντι όλων. 
Στο «Κεκλεισμένων των θυρών» παρατηρείται η σχέση του ατόμου με τον άλλον σε όλο της το μεγαλείο. Είμαστε οι καθρέφτες των άλλων και γινόμαστε οι καθρέφτες τους. Ο άλλος μας ξεγυμνώνει και μας φέρνει αντιμέτωπους με την αλήθεια του εαυτού μας. Προσδιοριζόμαστε ως οντότητες μέσω του βλέμματος του άλλου. Ό,τι πράττουμε έχει αντίκτυπο στους άλλους. Η ελευθερία μας σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου, όπως όλοι ξέρουμε πια - τουλάχιστον θεωρητικά.  Θα μπορούσαμε να πούμε ότι «η κόλαση είναι οι άλλοι» ακριβώς γιατί μας φέρνουν αντιμέτωπους με τον ίδιο μας τον εαυτό. 
Νομίζω πως με το έργο αυτό ο Sartre θέλει να μας υποψιάσει για την σημασία των κεκλεισμένων θυρών... Τα καίρια και τα ουσιαστικά, αυτά που αφορούν στην ύπαρξη, συντελούνται Huis Clos! Η αντιμετώπιση του εαυτού δεν μπορεί να είναι υπόθεση εξωστρέφειας, η οποία διασκεδάζει τις εντυπώσεις... Η γυμνή αλήθεια προϋποθέτει κλειστές θύρες... Κάτι σαν τον Αναστημένο Ιησού, ο οποίος «των θυρών κεκλεισμένων εισήλθε» προς τους μαθητές του. Κι ακόμα σκέφτομαι πως η έννοια της απόλυτης ευθύνης, αλλά και της «καταδίκης» της ελευθερίας, που τονίζει ο Sartre είναι μεγάλα ζητήματα και στον Χριστιανισμό. 
Γι’ αυτό την ίδια περίοδο της μεγαλύτερης διάδοσης και ανάπτυξης του υπαρξισμού εκδηλώνεται και η διάσπαση του σε δύο βασικά ρεύματα: τον αθεϊστικό και τον χριστιανικό (Μπερντιάγεφ, Σεστώφ, Μαρσέλ κλπ.). Ο χριστιανικός υπαρξισμός από την άλλη από τον οποίο εμπνεύστηκε και ο ίδιος ο Σαρτρ ήταν γνωστός στη Γαλλία, μια φαινομενικά πιο συγκρατημένη εκδοχή από τον αθεϊστικό υπαρξισμό. Αυτό το φιλοσοφικό κίνημα, του οποίου ο κύριος γάλλος εκπρόσωπος Marcel, αλλά και στη Βόρεια Αμερική, ο Jacques Lavigne, χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αντίθεση μεταξύ του ανθρώπου και θεού, όπου ο Θεός είναι απόλυτος και υπερβατικός. Ο σκοπός της ζωής είναι να φτάσει ο άνθωπος πιο κοντά στο Θεό και να προσπαθήσει να επιτύχει την τελειότητα με το να γίνει αληθινός Χριστιανός. Εντούτοις, ο αθεϊστικός υπαρξισμός τόνιζε τη χαώδη απόσταση μεταξύ θεού και ανθρώπου, επαναλάμβανε τα θέματα της παραδοσιακής πνευματοκρατίας, με τα συναφή μοτίβα της απολύτρωσης και της σωτηρίας και το αθεϊστικό ρεύμα, βαθύτατα διαποτισμένο από τα θέματα του μηδενός και της τελικής ήττας του θανάτου, που βρήκε την ανώτερη φιλοσοφική έκφρασή του στο «Eίvαι και Χρόνος» του Χάιντεγκερ που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1926. 
Στα καθ’ ημάς ο καθηγητής Νίκος Νησιώτης υπήρξε ο πρώτος ουσιαστικά κριτικός μελετητής της φιλοσοφίας του υπαρξισμού στη χώρα μας γι’ αυτό και σήμερα διαβάζουμε ξανά το έργο του «Υπαρξισμός και χριστιανική πίστη», όπου υπάρχει εκτενής αναφορά και στον Sartre. 
Το «Κεκλεισμένων των θυρών», ως θεατρικό έργο, γνώρισε μεγάλη διάδοση και στην Ελλάδα και ανεβαίνει συχνά – πυκνά σε θεατρικές σκηνές. Έχει διασκευαστεί και για το ραδιόφωνο, όπου είχε παρουσιαστεί σε μετάφραση Γρηγόρη Γρηγορίου. 


Νομίζω πως η πρώτη παράσταση του έργου στην Ελλάδα έγινε την καλλιτεχνική περίοδο 1954-1955, δέκα χρόνια από την πρεμιέρα του έργου στο Παρίσι, στο θρυλικό «Υπόγειο» του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν. «Κεκλεισμένων των θυρών» στο «Υπόγειο»! Ο τέλειος συνδυασμός! Η μετάφραση ήταν του Αλέξη Σολομού, η σκηνοθεσία του Κουν, τα σκηνικά του Ν. Νικολάου και ερμήνευαν οι ηθοποιοί: Β. Ζαβιτσιάνου, Α. Πανταζοπούλου, Γ. Λαζάνης, Π. Φυσσούν. 
Αυτή την παράσταση είχε δει στο Θέατρο Τέχνης η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη, η οποία έγραψε σε κριτική της στο περιοδικό «Νέα Πορεία» [τόμ. 1, τχ. 5-6 (Ιούλιος-Αύγουστος 1955), σ. 235-241] μόνο για τις ιδέες του Σαρτρ και καθόλου για την παράσταση. Θεωρεί πως ο συγγραφέας αυτός δεν συγκινεί και «αδυνατεί να πονέσει, να συμπαθήσει τον άνθρωπο». 
Γράφει: «Αισθάνεται κανείς ότι ο Σαρτρ, χάρις στην ψυχρότητά του, που τον κάνει ικανό να τοποθετεί και το πάθος κατάλληλα, απ’ όλα τα αληθινά που μπορεί να πει, διαλέγει εκείνα που του χρειάζονται, για να προκαλέσει κι εκείνη τη διέγερση την οποία προεξοφλεί, που αυτός ετοιμάζει κι όχι τη συγκίνηση που η ίδια η ζωή, η δύναμη του έργου του θα έπρεπε να προκαλέσει... Θα μπορούσε κανείς να πει πως ο Σαρτρ συμπονεί τους ήρωες των «Κεκλεισμένων των θυρών» αν δεν τους άκουγε να φωνάζουν λόγια τόσο κατάλληλα, - προκαλεί ο ίδιος κάτι σαν αποστροφή». 
Δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή αυτή «η αποστροφή» του Σαρτρ από την Ζωή Καρέλλη, και μάλιστα εκείνη την εποχή. Σήμερα όμως, φρονώ ότι μας ενδιαφέρει περισσότερο μια «αποστροφή» του Σαρτρ, από μια ψευτοσυγκίνηση, που προκαλείται πολύ εύκολα. Μας ενδιαφέρει περισσότερο η διέγερση που προκαλούν οι αποκρουστικοί τύποι του Σαρτρ, παρά μια «συμπόνοια» για «ήρωες» της ζωής, που συνήθως είναι επίπλαστη και πρόσκαιρη. 
«Κεκλεισμένων των θυρών», λοιπόν, στο ...υπόγειο... Του Κουν ή το δικό μας δεν έχει τόση σημασία...


Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Robert Schumann: «Συμφωνία της Άνοιξης» με τον Δημήτρη Μητρόπουλο


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Επί τη εισόδω στο έαρ τι άλλο να ακούσουμε παρά μία από τις πιο γνωστές και όμορφες συνθέσεις του συμφωνικού ρεπερτορίου, τη Συμφωνία αρ.1 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 283 του Robert Schumann (1810-1856), την επονομαζόμενη «Συμφωνία της Άνοιξης». 
Η Συμφωνία, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στη Λειψία στις 31 Μαρτίου του 1841 με μαέστρο τον Felix Mendelssohn, σχεδιάστηκε σε μια έκρηξη τεσσάρων ημερών και ολοκληρώθηκε μέσα σε ένα μήνα. Η συμφωνία ξεχειλίζει από μια χαρούμενη εγρήγορση, ένα ευτυχισμένο αίσθημα ζωής που σπανίως χαλαρώνει και γενικά ολόκληρο το έργο διατρέχει μια ευφρόσυνη ενέργεια. Τον υπότιτλο «Συμφωνία της Άνοιξης» τον έδωσε ο ίδιος ο Σούμαν. 
Εικάζεται πως ένας στίχος από ποίημα του A. Bottger “Im Tale zeiht der Frühling auf” («Στην κοιλάδα απλώνεται η άνοιξη») αποτέλεσε το έναυσμα για τη μοτιβική φανφάρα της αρχής. 
Για το πρώτο μέρος ο Σούμαν έγραψε: «Θα ήθελα η πρώτη είσοδος της τρομπέτας να ηχεί σαν να έρχεται από ψηλά, σαν ένα κάλεσμα αφύπνισης. Στην πορεία, θα ήθελα η μουσική να απηχεί το πρασίνισμα της φύσης, ίσως και το πέταγμα μιας πεταλούδας στον αέρα, και στο Allegro να δείχνει πως ο,τιδήποτε σχετίζεται με την άνοιξη έρχεται στη ζωή». Ο Σούμαν δεν ήθελε να χαρακτηριστεί το έργο του αυτό σαν προγραμματική συμφωνία. Θεωρούσε ότι το έργο θα μπορούσε να «συγκριθεί με τα μπουμπούκια της άνοιξης, τα οποία πρόβαλλαν από την ψυχή του και συμβόλιζαν μια νέα άνοιξη στη μουσική του». 


Τα μέρη της «Συμφωνίας της Άνοιξης»: 
1. Andante un poco maestoso - Allegro molto vivace 
2. Larghetto – attaca: 
3. Scherzo. Molto vivace 
4. Finale. Allegro animato e grazioso. 
Παραθέτουμε εδώ μια ιστορική ερμηνεία του έργου: την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης διευθύνει ο Δημήτρης Μητρόπουλος, στο Carnegie Hall, στις 15 Νοεμβρίου 1953 (ζωντανή ηχογράφηση). 
Ο Δημήτρης Μητρόπουλος έπαιζε πολύ συχνά τις συμφωνίες του Σούμαν. Τόσο καλά, ώστε μπορούσε να σου αλλάξει και γνώμη για τον συμφωνικό Σούμαν. 
Χαρακτηριστική η περίπτωση του σπουδαίου μαέστρου Οδυσσέα Δημητριάδη, ο οποίος σε συνέντευξή του είχε πει: «Θεωρούσα πάντοτε τον Σούμαν μεγάλο συνθέτη, ιδιαίτερα στα έργα του για πιάνο και στα τραγούδια του, αλλά οι συμφωνίες του δεν με εντυπωσίαζαν τόσο. Ο Μητρόπουλος με έκανε να αγαπήσω τον Σούμαν ως συνθέτη συμφωνιών. Η μελέτη και η ανάλυση της Δεύτερης συμφωνίας ήταν μοναδική και ένιωθα να συντελείται ένα θαύμα μπροστά στα μάτια μου. Και η ορχήστρα όμως έπαιζε με τεράστια ευχαρίστηση. Βέβαια επέτρεψε στον εαυτό του κάποιες μικρές παρεμβάσεις. Ο Σούμαν δεν γνώριζε τόσο καλά την ορχήστρα, όσο το πιάνο και τη φωνή. Κάτι σαν να έλειπε από τις παρτιτούρες του… Ο Μητρόπουλος είχε βρει αυτό που έλειπε και χωρίς να αλλάξει ούτε μία νότα μεταμόρφωσε το έργο. Αυτό φυσικά εκτιμήθηκε από το δύσκολο κοινό της Φιλαρμονικής, το οποίο όρθιο χειροκροτούσε για πολύ ώρα τον Έλληνα αρχιμουσικό, σε όλες τις συναυλίες που διηύθυνε, πράγμα που σπάνια συνέβαινε». 
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι στην συναυλία που έδωσε ο Δημήτρης Μητρόπουλος με την Φιλαρμονική της Ν. Υόρκης, στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, την 1η Οκτωβρίου 1955 (πριν 70 χρόνια), έπαιξε και την 2η Συμφωνία του Σούμαν.
Φυσικά κυκλοφορούν αρκετές ηχογραφήσεις ("ζωντανές") του Μητρόπουλου (και σε cd), που ερμηνεύει Σούμαν. 


Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Νέστωρ Ταίηλορ: ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ


Η σύνθεση της συμφωνικής καντάτας «Αγία Φιλοθέη η Αθηναία», ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2022 και γράφτηκε κατόπιν σχετικής ανάθεσης από τον Δήμο Ψυχικού – Φιλοθέης, με αφορμή την συμπλήρωση 500 χρόνων από την γέννηση της Αγίας. Τα αδόμενα μέρη βασίζονται στο σωζόμενο εγκώμιο προς την Υπεραγία Θεοτόκο, που ανακαλύφθηκε από τον καθηγητή Νικόλαο Βέη, σε χειρόγραφο κώδικα του Μεγάλου Σπηλαίου. 
Σύμφωνα με την παράδοση, οι στίχοι γράφτηκαν από την ίδια την Φιλοθέη όταν ήταν σε νεαρή ηλικία και τους έψαλε ξανά κατά τις τελευταίες της μαρτυρικές στιγμές. Ο υπερβατικός χαρακτήρας του κειμένου σε συνδυασμό με τα αφηγηματικά μέρη που ενσωματώθηκαν στην σύνθεση του λιμπρέτο με σκοπό να παρουσιάσουν με τρόπο ελεύθερα ποιητικό τα διαδοχικά στάδια της εσωτερικής περιπλάνησης της Αγίας και την πορεία της προς την ενόραση και την θαυματουργία, συναντώνται με τρόπο απρόσμενο όσο και μοιραίο, με την προσευχή του πατέρα Αθανασίου Σκαρκαλά, σε ήχο πλάγιο του πρώτου, που ακούμε με ηλεκτρονικά μέσα. 
Έτσι η μουσική, στο ξετύλιγμά της, μας καλεί να γίνουμε και εμείς συνοδοιπόροι σε αυτό το αστρικό ταξίδι, μέσα από μία κλιμακούμενη εκδίπλωση των μουσικών συστατικών της με ολοένα λαμπερότερα ηχοχρώματα, ως την στιγμή που ακούγεται ξανά η κατακλείδα των στίχων της Αγίας Φιλοθέης πάνω στον στερνό παλμό του έργου: «και’γω ελπίζω εις εσέ για να με μεσιτεύσης». 
Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιήθηκε στο Θέατρο του Κολλεγίου Αθηνών, στις 19.02.2023, με την Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ, και την Χριστίνα Πουλίτση (στον ρόλο της Φιλοθέης), Τάσο Νούσια (αφηγητής), Αντζελίνα Τκάτσκεβα (Cymbalom), Γιάννη Κανέρη (live electronics), υπό την διεύθυνση του Ηλία Βουδούρη. 
Νέστωρ Ταίηλορ, 21.02.2023

    

Το έργο του Ν. Ταίηλορ παρουσιάστηκε και στην επετειακή Συναυλία για τα 190 χρόνια από την ανακήρυξη της Αθήνας ως Πρωτεύουσας της Ελλάδος, που πραγματοποιήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2024 στο Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας». 
Στο ρόλο της Αγίας Φιλοθέης η υψίφωνος Βάσια Αλάτη. 
Αφήγηση: Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος. 
Συμμετείχε η Μεικτή Χορωδία Δήμου Φιλοθέης -Ψυχικού.
Δείτε την παρτιτούρα του έργο ΕΔΩ Το σπαρτίτο ΕΔΩ
Στη συνέχεια μια συνέντευξη που μας παραχώρησε ο συνθέτης Νέστωρ Ταίηλορ στην σειρά των εκπομπών "Προς Εκκλησιασμόν" - μια παραγωγή του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού. 


Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ


Παραθέτουμε ένα ξεχωριστό απόσπασμα από τον Επιτάφιο Λόγο που συνέγραψε και εκφώνησε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για τον Μέγα Βασίλιεο, στο οποίο περιγράφει αναλυτικά την διαβίωσή τους στην Αθήνα κατά τα φοιτητικά τους χρόνια, όπως μεταφράστηκε από τον Αθανάσιο Κοτταδάκη και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός.


«… Μετὰ πηγαίνει στὸ Βυζάντιο–Κωνσταντινούπολη, τὴν πρωτεύουσα τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ φημιζόταν γιὰ τοὺς καλύτερους δασκάλους τῆς φιλοσοφίας καὶ τοὺς σοφιστές της, ὅπου χάρη στὴν εὐστροφία καὶ τὴ στὸ μεταξὺ ἀνάπτυξη τοῦ πνεύματός του ἀφομοιώνει πολύ γρήγορα ὅ,τι κρίνει καλύτερο. Καὶ ἀπὸ κεῖ, ὁ Θεὸς καὶ τὸ εὐλογημένο πάθος του γιὰ σπουδὲς τὸν ὁδηγοῦν στὴν ᾿Αθήνα, τὴν πηγὴ τῶν γραμμάτων καὶ τῆς σοφίας. Σ’ αὐτὴ τὴν ὄντως χρυσή πόλη, τὴν πρόξενο τῆς μεγαλύτερης εὐεργεσίας σὲ μένα. Γιατὶ ἐδῶ συνδέθηκα πολύ στενὰ μ’ αὐτὸν τὸν ἄνδρα, ποὺ βέβαια δὲ μοῦ ἦταν ἄγνωστος καὶ πρίν. Καὶ ‘κεῖ ποὺ πήγαινα ἁπλῶς γιὰ σπουδές κέρδισα τὴν ἴδια τὴν εὐτυχία! Κατὰ ἕνα τρόπο ἔπαθα ὅ,τι ὁ Σαούλ, τότε ποὺ ἔψαχνε γιὰ τοῦ πατέρα του τὶς ὄνους, καὶ κέρδισε τὴ Βασιλεία, καὶ μὲ ἔργο μικρὸ καὶ δεύτερο ἀντάλλαξε ἀγαθὸ μεγάλο καὶ πρῶτο! 
Ὡς ἐδῶ τὸ ἐγκώμιο αὐτοῦ τοῦ ἄνδρα κινήθηκε νομίζω καλά, ἀπὸ δρόμο ὁμαλὸ εὐκολοδιάβατο, σὰν ἀπὸ βασιλικὴ λεωφόρο. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ὅμως ὁ δρόμος γίνεται ἀνηφορικός, αἰσθάνομαι νὰ μὴν ξέρω πρὸς τὰ ποῦ νὰ στραφῶ καὶ πῶς νὰ μιλήσω. Ὁ λόγος μου ἔφτασε στὸ χρόνο ἐκεῖνο καὶ τὸ σημεῖο ὅπου θὰ ἤθελα νὰ πῶ πολλά, νὰ παραθέσω μερικά πράγματα προσωπικά, νὰ ἐξηγήσω ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε καὶ πῶς στήθηκε ἡ μεταξύ μας φιλία ἢ γιὰ νὰ τὸ πῶ πιὸ σωστά, αὐτὴ τῶν δυό μας ἡ σύμπνοια καὶ ὁ τέλειος ἀδελφικὸς δεσμός μας. Νιώθω ἐδῶ ὅ,τι καὶ τὸ μάτι ὅταν βλέπει κάτι εὐχάριστο καὶ δὲν θέλει νὰ τὸ ἀφήσει. Κι ἂν ἀναγκαστεῖ νὰ ἀπομακρυνθεί, γυρίζει κάθε τόσο καὶ κοιτάζει πίσω! Καὶ ὁ λόγος ἀντίστοιχα θέλγεται νὰ γυρίζει σὲ εὐχάριστες διηγήσεις. Φοβοῦμαι λοιπὸν ὅτι εἶναι δύσκολο τὸ ἐγχείρημα, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ κινηθῶ σὲ κάποια λογικὰ ὅρια καὶ πλαίσια. Δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴ πῶ καὶ κάτι. Νικιέμαι, τὸ ὁμολογῶ ἀπὸ αὐτὸ τὸν πόθο καὶ ἐλπίζω νὰ μοῦ συγχωρεθεῖ αὐτὴ ἡ ἀδυναμία. Μιὰ ἀδυναμία, θαρρῶ, ἀπὸ ὅλες πιὸ δίκαιη, καὶ στὴν ὁποία ὅσοι ἔχουν κοινὸ νοῦ κατανοοῦν ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἶναι πιὸ μεγάλη ἡ ζημιὰ νὰ μὴν ἐνδώσεις! 
Ἡ ᾿Αθήνα μᾶς εἶχε τότε δεχτεῖ σὰν ἑνὸς ποταμοῦ τὸ ρέμα! Εἴχαμε ξεκινήσει ἀπὸ τὴν ἴδια πηγή, τὴν κοινὴ πατρίδα μας Καππαδοκία, καὶ ὅπως ἐκεῖνο, ἀφοῦ καθένας μας διέσχισε διαφορετικές χῶρες ἀπὸ ἔρωτα γιὰ σπουδὴ καὶ γνώση, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θέλησε νὰ βρεθοῦμε πάλι στὸ ἴδιο σημεῖο. Εἶχα φτάσει νωρίτερα ἐγὼ καὶ κάποιο χρόνο μετὰ ἦρθε κι ἐκεῖνος, ποὺ τὸν περίμενα μὲ πολλὲς προσδοκίες. Πολλοὶ μιλοῦσαν γι’ αὐτὸν πρὶν ἀκόμα φτάσει, κάποιοι μάλιστα θεωροῦσαν ἐπιτυχία τους νὰ μαντέψουν σωστὰ τί πρόκειται νὰ σπουδάσει. Καὶ δὲν εἶναι ἴσως περιττὸ ἐδῶ, ἔτσι γιὰ νὰ διανθίσω τὸ λόγο, νὰ παραθέσω μιὰ σύντομη διήγηση, νὰ τὴ θυμίσω σὲ κάποιους ποὺ ἴσως τὴ γνωρίζουν, νὰ τὴν ἀκούσουν ὅσοι τὴν ἀγνοοῦν καὶ νὰ βγάλουν τὰ συμπεράσματά τους. 
Οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι τῆς ᾿Αθήνας, καὶ οἱ πιὸ ἄμυαλοι ἴσως, θὰ ἔλεγα ὅτι ἔχουν καταληφθεῖ ἀπὸ μιὰ μανία νὰ σπουδάσουν στοὺς σοφιστές -«σοφιστομανοῦσιν». Όχι μόνο αὐτοὶ ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἄσημες οἰκογένειες, ἀλλὰ κι ἐκεῖνοι ποὺ κατάγονται ἀπὸ ἐπιφανεῖς καὶ ὀνομαστές. Ὅλοι αὐτοὶ ἀπαρτίζουν ἕνα ἑτερόκλητο πλῆθος, τὸ ὁποῖο δύσκολα μπορεῖ νὰ ἐλέγξει τὸ νεανικὸ αὐθορμητισμό του. Οἱ ἐκδηλώσεις τους θὰ ἔλεγα εἶναι ἀντίστοιχες μὲ κεῖνες τῶν θεατῶν ποὺ ὑποστηρίζουν στὸν ἱππόδρομο διαφορετικοὺς ἀναβάτες. Καὶ ἀναπηδοῦν ἀπὸ τὶς θέσεις τους, κραυγάζουν, πετᾶνε χώματα ψηλά, κάνουν πὼς ἡνιοχοῦν, πὼς χτυποῦν στὸν ἀέρα, πὼς λύνουν καὶ δέ- νουν τὰ ἄλογα χρησιμοποιώντας γιὰ λουριὰ τὰ δάχτυλά τους. Χωρὶς νὰ κατέχουν τίποτα, κάνουν πὼς ἀνταλλάσσουν μὲ τὴν πᾶσα εὐκολία ἡνίοχους, ἄλογα, σταύλους, ἐπόπτες τῶν ἀγώνων. Καὶ ὅλα αὐτὰ ποιοί; Ὄχι σπάνια νέοι ἄποροι καὶ φτωχοί, νέοι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἐξασφαλίσουν οὔτε τὸ φαγητὸ τῆς ἡμέρας. Κάτι σχετικό, ἀδέξια μᾶλλον καὶ ἄτεχνα κάνουν αὐτοὶ οἱ νέοι καὶ γιὰ νὰ τραβήξουν ὅσο μποροῦν πιὸ πολλοὺς σπουδαστές στοὺς δικούς τους δασκάλους, θὰ ἔλεγα, ἔτσι σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ βοηθηθοῦν οἰκονομικά. Τὸ πράγμα θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ ἐπιεικῶς ἀπαράδεκτο, ἂν ὄχι καὶ πονηρό. Γιατὶ πιάνουν ἀπὸ πρὶν πόλεις, δρόμους, λιμάνια, πεδιάδες, ἀκόμα καὶ ὑψώματα καὶ μέρη ἀπόκεντρα σὲ ὅλη τὴν ᾿Αττικὴ καὶ τὴν ἄλλη Ἑλλάδα καὶ παρακολουθοῦν τοὺς περισσότερους κατοίκους –τοὺς ἔχουν μοιράσει ἀνάλογα μὲ τὶς σπουδὲς ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν– ἀποβλέποντας νὰ μάθουν ποιός τυχόν θὰ ἔρθει καὶ τί πρόκειται νὰ σπουδάσει. 


Ὅταν λοιπὸν φτάνει στὴν ᾿Αθήνα γιὰ σπουδές κάποιος νέος, εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι, πέφτει στὰ χέρια ἐκείνων ποὺ ἔχουν τὶς σχετικές πληροφορίες καὶ τὸν πιάνουν πρῶτοι. Καὶ τότε ἀκολουθεῖ κάτι σὰν ἔθιμο καὶ παιχνίδι ᾿Αττικό, κάτι μεταξύ σοβαροῦ καὶ ἀστείου. ᾿Αρχικὰ κάποιος ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἔπιασαν, καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι γνωστός, φίλος, συγγενής, συμπατριώτης του ἢ κάποιος παράγοντας τῆς ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης τῶν καθηγητῶν ἀμειβόμενος ἀπὸ τὴ σχολή, ἀναλαμβάνει νὰ τὸν κατατοπίσει. Κατόπιν παίρνουν τὸ νεοφερμένο καὶ τὸν ὑποβάλλουν σὲ ἕνα ὁμαδικὸ καταιγισμὸ πειραγμάτων ὡς καὶ ἀπειλῶν, ἔτσι γιὰ νὰ τοῦ σπάσουν τὸ ἠθικὸ καὶ νὰ τὸν βάλουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὸ χέρι. ῎Αλλων τὰ πειράγματα εἶναι εὐγενικὰ καὶ πολιτισμένα καὶ ἄλλων κακόγουστα καὶ χοντροκομμένα, ἀνάλογα μὲ τὸ ἀπὸ ποῦ καὶ τί εἶναι ὁ καθένας, ἐκλεπτυσμένος ἀστὸς ἢ χωρικὸς ἀγροῖκος. Ὅσοι φτάνουν στὴν ᾿Αθήνα ἐντελῶς ἀνίδεοι, θεωροῦν τὸ ἔθιμο τρομερὸ καὶ βάρβαρο, ἐνῶ ὅσοι ἔρχονται κάπως προϊδεασμένοι τὸ βρίσκουν πολὺ εὐχάριστο καὶ τὸ διασκεδάζουν. Γιατὶ τὸ βάρος τῆς ὑπόθεσης πέφτει στὴν ὅλη σκηνοθεσία καὶ τὰ πειράγματα. Καθώς κι αὐτὲς ἀκόμα οἱ ἀπειλὲς δὲν ἐκτοξεύονται γιὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν, ἀλλὰ ἔτσι γιὰ νὰ γίνει ὁ συνηθισμένος νεανικός θόρυβος καὶ ἡ σχετικὴ φασαρία. Κατόπιν τὸν παίρνουν καὶ τὸν ὁδηγοῦν μὲ πομπὴ στὰ λουτρὰ περνώντας ἀπὸ τὴν ἀγορά, τὸ κέντρο τῆς πόλης. Μπροστὰ πηγαίνει ἡ ὁμάδα ποὺ ὁδηγεῖ τὴν πομπή, συντεταγμένη σὲ δυάδες ποὺ κρατοῦν ἴση ἀπόσταση ἡ μιὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ὅταν πλησιάζουν στὰ λουτρά, ἀρχίζουν νὰ φωνάζουν, νὰ χοροπηδοῦν, νὰ καταλαμβάνονται ἀπὸ ἔξαλλο ἐνθουσιασμό, ἐνῶ ἀκούγονται κραυγὲς ποὺ παραγγέλλουν νὰ σταματήσει ἡ πορεία, γιατὶ τάχα τοὺς ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στὰ λουτρά. Αὐτὸ εἶναι κάτι σὰν συνθηματικό, καὶ ἀρχίζουν νὰ χτυποῦν τὶς πόρτες ἄγρια καὶ νὰ κάνουν τέτοια φασαρία γιὰ νὰ τρομοκρατηθεῖ ἀκόμα πιὸ πολὺ ὁ νεοφερμένος. Ώσπου κάποια στιγμὴ ἀνοίγονται οἱ πόρτες καὶ περνάει στὰ λουτρά. Μετὰ τὸ λουτρὸ εἶναι πιὰ ἐλεύθερος, γίνεται δεκτὸς ὡς ἰσότιμος στὴ φοιτητική συντροφιὰ καὶ θεωρεῖται ἄνθρωπος δικός τους, πράγμα τὸ ὁποῖο βέβαια εἶναι γι' αὐτὸν καὶ τὸ πιὸ εὐχάριστο μέρος τῆς τελετῆς. 
Ὅταν λοιπὸν ἔμαθα ὅτι ἔρχεται ὁ δικός μου Μέγας Βασίλειος φρόντισα νὰ τὰ προλάβω ὅλα αὐτά. Πῆγα καὶ τὸν ὑποδέχτηκα προσωπικὰ μὲ τὸ σεβασμὸ ποὺ ταίριαζε σὲ ἄνθρωπο ὑψηλοῦ ἤθους καὶ ἰδιαίτερα σοβαρό. Ἔπεισα μάλιστα καὶ κάποιους ἄλλους σπουδαστές ποὺ δὲν τὸν γνώριζαν νὰ κινηθοῦν στὴν ἴδια γραμμή, νὰ τηρήσουν ἀνάλογη στάση. Κι ἐκεῖνοι ἀνταποκρίθηκαν, καθὼς μὲ τὸ ποὺ τὸν εἶδαν κατάλαβαν ὅτι ὄντως ἦταν πρόσωπο ποὺ ἐνέπνεε σεβασμό, ὅπως οἱ φῆμες τὸ εἶχαν προφτάσει. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι σχεδὸν μόνος αὐτὸς ἀπὸ ὅσους εἶχαν ἔρθει τότε στὴν ᾿Αθήνα ἀπέφυγε αὐτὸ τὸ ἔθιμο καὶ ἔγινε δεκτὸς μὲ πιὸ μεγάλη τιμὴ ἀπὸ ἐκενην ποὺ συνηθιζόταν γιὰ τοὺς νεοφερμένους. 
Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπαρχὴ τῆς φιλίας μας, ἀπὸ δῶ ξεπετάχτηκε ἡ σπίθα τῆς ἀδελφικῆς σχέσης καὶ ἀληθινῆς ἀγάπης ποὺ πλήγωσε ἀμοιβαῖα τὴν καρδιά μας. Κατόπιν συνέβη κάτι ὄχι εὐχάριστο, ἀλλὰ δὲ θὰ τὸ παραλείψω. Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι οἱ ᾿Αρμένιοι δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς ἄνθρωποι, ἀλλὰ κρυψίνοες καὶ ὕπουλοι. Κάποιοι λοιπὸν ἀπὸ αὐτούς, πολὺ γνωστοὶ καὶ φίλοι του, παλαιοί μαθητὲς τοῦ πατέρα του καὶ συμμαθητές του –εἶχαν φοιτήσει στὸ ἴδιο σχολεῖο- τὸν πλησίασαν τάχα φιλικά –τὸν ζήλευαν μᾶλλον, παρὰ τὸν συμπαθοῦσαν– καὶ ἄρχισαν νὰ τοῦ κάνουν διάφορες ἐρωτήσεις πιὸ πολὺ μὲ διάθεση ἐριστική, πίστευαν ὅτι τώρα ποὺ ἦταν στὴν ἀρχὴ θὰ μποροῦσαν εὔκολα νὰ τὸν νικήσουν. Ἤξεραν ἀπὸ παλιὰ πόσο ἔξυπνος ἦταν καὶ ἤθελαν, φαίνεται, νὰ τὸν ταπεινώσουν, καθὼς ἀπὸ τότε δὲν ἄντεχαν νὰ τὸν βλέπουν νὰ ξεχωρίζει. Τώρα μάλιστα ποὺ σχεδὸν κόντευαν νὰ φορέσουν τὸ φιλοσοφικό τρίβωνα καὶ ἀσκοῦνταν νὰ ἀποστομώνουν τοὺς ἄλλους, θεωροῦσαν πολύ ταπεινωτικὸ γι' αὐτοὺς νὰ μὴ φανοῦν ἀνώτεροι ἀπὸ αὐτὸν ἐδῶ τὸ νεοφερμένο ξένο! 
Ἐγὼ πάλι ἐρωτευμένος κυριολεκτικὰ μὲ τὴν ᾿Αθήνα ὁ ἀνόητος –στὴν ἀρχὴ δὲν εἶχα καταλάβει ὅτι τοὺς κινοῦσε ὁ φθόνος, μὲ εἶχε ξεγελάσει τὸ ὑποκριτικὸ ὕφος τους– ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ποὺ νικημένοι πιὰ ἀπὸ κεῖνον εἶχαν γυρίσει τὴν πλάτη καὶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ φύγουν –ἀδυνατώντας νὰ συμφιλιωθῶ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι μέσα σε λίγα λεπτὰ εἶχε σβήσει στὸ πρόσωπό τους καὶ εἶχε ντροπιαστεῖ ἡ δόξα τῆς ᾿Αθήνας– πῆρα τὸ μέρος τους, ξανάφερα τὴ συζήτηση στὴν ἀρχικὴ βάση της, τοὺς ὑποστήριξα ἀνοιχτά –σὲ τέτοιες περιπτώσεις καὶ μιὰ ἀσήμαντη βοήθεια μπορεῖ νὰ τὰ ἀλλάξει ὅλα– καὶ γιὰ νὰ τὸ πῶ σὲ γλώσσα ὁμηρική, «ἴσας ὑσμίνῃ τὰς κεφαλάς», τουτέστιν ἐξισορρόπησα τὴ διαφωνία! 
Ὅταν ὅμως κατάλαβα ποῦ ἤθελαν νὰ τὸ πᾶνε, πράγμα ποὺ δὲν κρυβόταν πιὰ καὶ δὲν ἄργησε νὰ φανεῖ, ἄλλαξα ἀμέσως στάση, «ἀνέκρουσα πρύμναν», συντάχθηκα μὲ τὸ μέρος του καὶ συντέλεσα ἀποφασιστικὰ στὴ νἱκη. Ἐκεῖνος ἀμέσως μπῆκε στὸ νόημα –ἦταν πολὺ πιὸ ἔξυπνος ἀπὸ τὸν καθένα- εὐχαριστήθηκε, ἐνθουσιάστηκε, καὶ γιὰ νὰ τὸ περιγράψω πάλι ὁλότελα ὁμηρικά, «ἔφεπε κλονέων τῷ λόγῳ», ἐπέλασε μὲ λόγο δυνατό, κλόνισε αὐτοὺς τοὺς ψευτοπαληκαράδες καὶ δὲ σταμάτησε νὰ τοὺς κατακεραυνώνει μὲ ἐπιχειρήματα ἀκαταμάχητα, ὥσπου τοὺς ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν ἀγώνα καὶ νὰ κερδίσει καθαρὰ τὴ νίκη! Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀπετέλεσε τὴ δεύτερη τῆς φιλίας μας ὄχι σπίθα πιά, ἀλλὰ ἀληθινὸ πυρσὸ ποὺ ἔκαιγε ὁλόλαμπρος στὸν ἀέρα. 
Ἔφυγαν ἄπρακτοι αὐτοὶ καὶ καταμέμφονταν ἀρχικὰ τοὺς ἑαυτούς τους λέγοντας ὅτι εἶχαν ἐνεργήσει ἀπερίσκεπτα. Κατόπιν ὅμως τὰ ἔβαλαν μαζί μου κατηγορώντας με ὅτι τοὺς εἶχα ὑπονομεύσει. Ἔφτασαν μάλιστα νὰ μὲ ἐχθρεύονται ἀνοιχτὰ καὶ νὰ μὲ ἀποκαλοῦν προδότη αὐτῶν καὶ τῆς ᾿Αθήνας. Δὲν τὸ ἄντεχαν, βλέπετε, ποὺ εἶχαν ξεσκεπαστεῖ καὶ εἶχαν ντροπιαστεῖ ἀπὸ κάποιον ποὺ δὲν εἶχε προλάβει καλά - καλὰ νὰ πατήσει τὸ πόδι του καὶ νὰ ἐξοικειωθεῖ μὲ τὸ περιβάλλον. Ἐκεῖνος πάλι –ἀνθρώπινο αὐτὸ γιὰ κάποιον ποὺ κάνει μεγάλα ὄνειρα γιὰ κάτι καὶ ὅταν ξαφνικὰ τὸ πετύχει τοῦ φαίνεται κατώτερο ἀπὸ ὅ,τι προσδοκοῦσε– ἔγινε μελαγχολικὸς καὶ δυσανασχετοῦσε καὶ δὲ συγχωροῦσε στὸν ἑαυτο του ποὺ ἀποφάσισε νὰ ἔρθει στὴν ᾿Αθήνα. ᾿Αποζητοῦσε τὸ χαμένο του ὄνειρο καὶ ἀποκαλοῦσε τὴν ᾿Αθήνα «κούφια εὐτυχία». 
Ἀπὸ τὴν πλευρά μου, βέβαια, τοῦ ξαλάφρωνα ὅσο μποροῦσα πιὸ πολὺ τὸ βάρος τῆς στενοχώριας μιλώντας του λογικὰ μὲ σειρὰ ἐπιχειρημάτων. Προσπαθοῦσα νὰ τοῦ ἐξηγήσω πῶς ἔχουν τὰ πράγματα, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει κανεὶς ἀμέσως τὸ χαρακτήρα ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅτι χρειάζεται νὰ περάσει κάποιος καιρός, νὰ σχετιστεῖ μαζί του, νὰ τὸν γνωρίσει καλύτερα. Ἐπίσης ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ βγάλει συμπεράσματα γιὰ τὴ μόρφωσή του, ὅσο κι ἂν τὸ προσπαθήσει ἀπὸ μερικὰ στοιχεῖα μοναχά καὶ μέσα σὲ λίγο χρόνο. Ἔτσι τὸν βοήθησα σιγά-σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἠρεμία του. ᾿Απὸ κεῖ καὶ πέρα ἀκολουθώντας ἀμοιβαῖα ὁ ἕνας τὸ παράδειγμα τοῦ ἄλλου συνδεθήκαμε πιὸ πολὺ ἀκόμα. 
Κι ὅταν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καταλάβαμε πόσο ἀληθινὴ καὶ βαθιὰ ἦταν ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς συνέδεε μεταξύ μας, καθὼς κοινή μας προοπτικὴ ἦταν ἡ ἄσκηση στὴ χριστιανικὴ ἀρετή, τότε εἶναι ποὺ γινήκαμε τὰ πάντα ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, ὁμόστεγοι, ὁμοτράπεζοι, ἕνας οἱ δύο, καὶ μὲ ἕνα στόχο, αὐτὴ ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη μας συνεχῶς νὰ δυναμώνει, νὰ γίνεται πιὸ θερμὴ καὶ πιὸ σταθερή. Οἱ φυσικοί, οἱ ἀνθρώπινοι ἔρωτες, ἐπειδὴ συνήθως βασίζονται σὲ πράγματα ποὺ περνοῦν, περνοῦν κι αὐτοὶ καὶ φεύγουν καὶ μαραίνονται σὰν τῆς ἄνοιξης τὰ κρίνα. Καὶ ὅπως ἡ φλόγα ποὺ κρατᾶ ὅσο κρατοῦν τὰ ξύλα καὶ μετὰ σβήνει καὶ χάνεται μαζὶ μ’ ἐκεῖνα ποὺ τὴ συντηροῦσαν, ἔτσι κι αὐτοὶ χάνονται μόλις μαραθεῖ τοῦ προσώπου ή ὀμορφιὰ ποὺ τὴ φλόγα τοῦ πόθου εἶχε ἀνάψει. Οἱ θεῖοι ἔρωτες ὅμως ἔχουν τοῦτο τὸ ξεχωριστό, θεμελιώνονται σὲ στέρεη βάση, γιὰ τοῦτο καὶ εἶναι πιὸ μόνιμοι. Καὶ ὅσο πιὸ πολὺ δυὸ ψυχὲς ἡ μία προσεγγίζει τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἄλλης, τόσο περισσότερο συνδέονται μεταξύ τους, γιατὶ ἀγαποῦν τὰ ἴδια πράγματα καὶ ἔχουν τὴν ἀρετὴ ὡς ὑψηλό τους στόχο. Αὐτὴ ἦταν ἡ βάση τοῦ δικοῦ μας ἀδελφικοῦ ἔρωτα. Καὶ αἰσθάνομαι βέβαια ὅτι ξεπερνῶ τὰ ὅρια τοῦ χρόνου καὶ τοῦ μέτρου, καὶ δὲν ξέρω ἴσως καὶ πῶς ἔφτασα νὰ παρεμβάλω αὐτὰ ποὺ λέω, ὅμως καὶ δὲν μπορῶ νὰ κρατηθῶ καὶ νὰ μὴ συνεχίσω. Κάθε φορὰ ποὺ παρεμβάλλω κάτι, εἶναι γιατὶ τὸ θεωρῶ ἀπαραίτητο κι ἀνώτερο ἀπὸ ὅσα πιὸ πρὶν ἔχω ἐκθέσει… 
Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ρυθμίσαμε τὶς μεταξύ μας σχέσεις. Καὶ καθὼς λέει ὁ Πίνδαρος στηρίξαμε τὸ σπιτικὸ τῆς φιλίας μας σὲ τοίχους ὄμορφους καὶ χρυσές κολῶνες! Καὶ συνεχίσαμε τὴν πορεία μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ ἑνὸς γιὰ τὸν ἄλλο. ᾿Αλήθεια, πῶς μπορῶ νὰ τὰ θυμᾶμαι αὐτὰ καὶ νὰ μὴ δακρύζω! Εἴχαμε τὰ ἴδια ὡραῖα ὄνειρα, καὶ ζῆλο γιὰ σπουδὲς ἰσοδύναμο, πράγμα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει αἰτία καὶ ἀφορμὴ γιὰ φθόνο. Ὁ φθόνος ὅμως ἀνάμεσά μας δὲ βλάστησε, ἡ εὐγενὴς ἅμιλλα μονάχα! Ὁ ἀγώνας καὶ τῶν δυό μας εἶχε ἐπικεντρωθεῖ ὄχι στὸ ποιός θὰ πάρει τὸ βραβεῖο, ἀλλὰ στὸ ποιός θὰ βρεῖ τὸν καλύτερο τρόπο νὰ παραχωρήσει τὸ πρωτεῖο στὸν ἄλλο! Καθένας μας ἐπιτυχία δική του θεωροῦσε τὴν ἐπιτυχία τοῦ ἄλλου! Ὄντως ζούσαμε σὰν μιὰ ψυχὴ σὲ δυὸ σώματα! Κι ἂν ὡς χριστιανοὶ ἀρνούμαστε τὴ γνωστὴ πανθεϊστικὴ ἀντίληψη τοῦ ᾿Αναξαγόρα ὅτι «ὅλα εἶναι μέσα σὲ ὅλα», στὴν περίπτωση τῶν δυό μας αὐτὸ ἔβγαινε ἀληθινό, αἰσθανόταν πραγματικὰ ὁ καθένας μας ὅτι ζεῖ καὶ μέσα καὶ πλάι στὸν ἄλλο! Μιὰ ἦταν ἡ φροντίδα καὶ τῶν δύο, ἡ πρόοδος στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς, ἡ ζωὴ μὲ τὴν προοπτικὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, τὸ νὰ ζοῦμε ἐδῶ σὰν νὰ εἴμαστε κιόλας ἐκεῖ! Σ’ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ εἴχαμε προσανατολίσει καὶ τὴν ὅλη μας ζωὴ καὶ τὴν κάθε μας πράξη. 
Μιὰ ἐντολὴ νιώθαμε νὰ μᾶς καθοδηγεῖ, ὅτι ὀφείλει νὰ παρακινεῖ στὴν ἀρετὴ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο! Κι ἂν δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, σὲ ὅ,τι τουλάχιστον μὲ ἀφορᾶ, καθένας μας εἶχε κανόνα, μέτρο καὶ κριτήριο γιὰ τὸ λάθος καὶ τὸ σωστὸ τὴ ζωὴ καὶ τὴν πράξη, τὸ παράδειγμα πιὸ γενικά τοῦ ἄλλου! Μὲ τοὺς συμφοιτητές μας κάναμε συντροφιά, φίλους ὅμως εἴχαμε ὄχι ἐκείνους ποὺ τὸ εἶχαν ρίξει στὴ γλυκιὰ ζωὴ καὶ τὴν ἀσωτία, ἀλλὰ τοὺς πιὸ συνετούς, ὄχι τοὺς ἐριστικοὺς καὶ φιλόνεικους, ἀλλὰ τοὺς φιλήσυχους καὶ εἰρηνικούς, αὐτοὺς ποὺ ἦταν πολὺ ὠφέλιμη ἡ συντροφιά τους. Γνωρίζαμε ὅτι πιὸ εὔκολα μιμεῖται κανεὶς τὸ κακὸ παρὰ μεταδίδει τὸ καλό, ὅπως πιὸ εὔκολα μπορεῖ νὰ κολλήσει μιὰν ἀρρώστια, παρὰ νὰ χαρίσει τὴν ὑγεία. Καὶ σὲ ὅ,τι ἀφοροῦσε στὰ μαθήματα, δὲ μᾶς ἐνθουσίαζαν τὰ εὔκολα κι εὐχάριστα, μᾶς εὐχαριστοῦσαν πιὸ πολὺ τὰ δύσκολα καὶ ἀνώτερα. Τοῦτο γιατὶ κι αὐτὰ μποροῦν νὰ βοηθήσουν τοὺς νέους νὰ διαμορφώσουν χαρακτήρα ἐνάρετο ἢ νὰ τοὺς παρωθήσουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸ δρόμο τῆς κακίας. 
Δυό δρόμους γνωρίζαμε πολύ καλὰ στὴν ᾿Αθήνα! Ὁ πρῶτος καὶ πιὸ σημαντικὸς ὁδηγοῦσε στὴν Ἐκκλησία, στοὺς ἐκεῖ ἱερεῖς καὶ πνευματικούς, ὁ δεύτερος, καὶ ὄχι τῆς ἴδιας ἀξίας, στὸ Πανεπιστήμιο καὶ τοὺς δασκάλους τῆς Ἑλληνικῆς γνώσης καὶ παιδείας. Ὅλους τοὺς ἄλλους δρόμους τοὺς χαρίσαμε σὲ κείνους ποὺ ἀγαποῦσαν τὶς γιορτές, τὰ θέατρα, τὰ πανηγύρια καὶ τὶς διασκεδάσεις. Ἔχω τὴ γνώμη ὅτι τίποτα δὲν ἀξίζει στὴ ζωὴ καὶ οὔτε εἶναι σπουδαῖο, ἂν δὲν προάγει τὴν ἀρετή, ἂν δὲ βοηθεῖ ὅσους τὸ ἀκολουθοῦν νὰ γίνονται καλύτεροι. 
Κάθε ἄνθρωπος κρατάει κάποιο ὄνομα ποὺ σχετίζεται μὲ τὶς ἀξίες ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸν πατέρα του, ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του ἢ τὸ κατέκτησε μόνος του ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα ποὺ ἀσκεῖ, ἀπὸ τὶς δραστηριότητές του. Ὅμως γιὰ μᾶς τὸ πιὸ μεγάλο ὄνομα καὶ προσὸν ἦταν ὅτι λεγόμασταν καὶ ἤμασταν χριστιανοί. Ἐμεῖς αὐτὸ τὸ θεωρούσαμε ἀνώτερο κι ἀπὸ τὸ δαχτυλίδι τοῦ Γύγη, ἐκεῖνο μὲ τὴν περιστρεφόμενη σφενδόνα –ἂν βέβαια δὲν πρόκειται γιὰ παραμύθι, ποὺ τὸν βοήθησε νὰ γίνει βασιλιὰς τῶν Λυδῶν, ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὸ χρυσάφι μὲ τὸ ὁποῖο ἱκανοποιήθηκε ἡ εὐχὴ τοῦ Μίδα, ἀλλὰ καὶ ἔγινε ἡ αἰτία τοῦ χαμοῦ του, καθὼς ὅ,τι ἔπιανε γινόταν χρυσός κι αὐτὸ ὅπως λέει ἄλλος μύθος, Φρυγικὸς τώρα. Καὶ νὰ μὴν ἐπεκταθῶ νὰ πῶ κι ἀπὸ τὸ βέλος τοῦ Σκύθη ῎Αβαρη ἢ τὸν ᾿Αργεῖο Πήγασο, ποὺ δὲν πετοῦσαν τόσο ψηλά, ὅσο μπορούσαμε νὰ ὑψωθοῦμε ἐμεῖς στὸ Θεὸ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, ὁ ἕνας μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἄλλου! Νὰ πῶ ὅμως ἀκόμα, πολὺ ἁπλὰ καὶ σύντομα, ὅτι ἄλλους μπορεῖ καὶ νὰ τοὺς ἔβλαψαν οἱ σπουδὲς στὴν Ἀθήνα. Μὲ ἄλλα λόγια νὰ δεχτῶ ὅτι δὲν εἶναι καὶ τόσο λαθεμένη ἡ σχετικὴ ἀντίληψη κάποιων εὐσεβῶν χριστιανῶν, ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι εἶναι ἡ πιὸ πλούσια σὲ πλοῦτο κακό, ἐννοῶ σὲ εἴδωλα, πόλη ὅλης τῆς Ἑλλάδας. Οὔτε βρίσκω ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ἐπηρεαστεῖ ἢ καὶ νὰ παρασυρθεῖ ἀκόμα κανεὶς ἀπὸ τοὺς τόσους ὑμνητὲς καὶ ὑπερασπιστὲς καὶ μύστες τους. Ἐμεῖς ὅμως δὲν ἐπηρεαστήκαμε καθόλου, οὔτε βέβαια καὶ παρασυρθήκαμε ἀπὸ τοῦτα ἢ ἀπὸ κείνους. Εἴχαμε ἀρκετὸ μυαλό, καὶ πίστη σταθερὴ καὶ κατοχυρωμένη. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα, καὶ μὴ φανεῖ παράδοξο αὐτό, ἀπὸ ὅσα ἀκούγαμε καὶ βλέπαμε νὰ συμβαίνουν γύρω μας, γινόμασταν πιὸ σταθεροὶ στὴν πίστη, καταλαβαίναμε ἀκόμα πιὸ πολὺ πόσο ἀπατηλὰ καὶ ψεύτικα εἶναι τὰ εἴδωλα καὶ και καταφρονούσαμε αὐτὰ τὰ δαιμονικὰ στὸν ἴδιο αὐτὸ τόπο, ὅπου θαυμάζονταν καὶ τιμώνταν! Κι ἂν ὑπάρχει ἢ ἔστω ἂν πιστεύεται ὅτι ὑπάρχει ποταμὸς ποὺ κυλάει μέσα ἀπὸ τὴ θάλασσα τὰ γλυκά νερά του ἢ ζωντανὸς ὀργανισμὸς ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ μένει ἄθικτος πάνω σὲ φωτιὰ ποὺ τὰ κατακαίει ὅλα, αὐτὸ ἤμασταν ἐμεῖς ἀνάμεσα στοὺς συνομηλίκους μας! 
Καὶ δὲν εἶναι μόνο αὐτό! Τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι σχηματίστηκε γύρω ἀπὸ μᾶς μιὰ σπουδαία συντροφιὰ σπουδαστῶν καὶ νέων μὲ ἀρχηγὸ καὶ πνευματικὸ ὁδηγὸ ἐκεῖνον, ποὺ τὴν εὐχαριστοῦσαν ὅσα εὐχαριστοῦσαν κι ἐκεῖνον! Καὶ ὅπου βέβαια ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄλλοι μπροστά του μοιάζαμε μὲ πεζοὺς ποὺ τρέχουν πλάι σὲ Λυδικὸ ἄρμα, ἂν ἡ εἰκόνα αὐτὴ μπορεῖ νὰ δείξει τὴ διαφορὰ πορείας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἤθους ἐκείνου. Ἀπ’ αὐτὰ γίναμε γνωστοὶ στοὺς καθηγητὲς καὶ τοὺς συναδέλφους καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, στοὺς πιὸ ἐπιφανεῖς Ἕλληνες μάλιστα. Ἡ φήμη μας βγῆκε καὶ παρὰ ἔξω, ὅπως φαίνεται πιὰ ἀπὸ τὶς διηγήσεις πολλῶν. Οἱ καθηγητές μας ἦσαν πασίγνωστοι, εἶχαν γνωριμίες παντοῦ, τοὺς γνώριζαν σχεδὸν ὅσοι καὶ στὴν ᾿Αθήνα. Ἔτσι ὅλοι, μαζί μ’ αὐτοὺς μάθαιναν καὶ γιὰ ‘μᾶς, καὶ ὅταν μιλοῦσαν γι’ αὐτοὺς ἀναφέρονταν καὶ σὲ ‘μᾶς, τὸ διάσημο δίδυμο, καθώς ἔλεγαν. Καὶ ὄχι μόνο ὅταν μᾶς ἔπαιρναν μαζὶ καὶ τοὺς συνοδεύαμε, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἤμασταν μακριά τους. Θὰ μποροῦσα ἴσως καὶ νὰ πῶ ὅτι τίποτα πιὰ δὲ σήμαιναν γι’ αὐτοὺς ὀνόματα ὅπως Ορέστης καὶ Πυλάδης! Οὔτε οἱ δίδυμοι ἀδελφοὶ Μολιονίδες ποὺ ἐξυμνοῦνται στὸ Ὁμηρικὸ ἔπος καὶ ἔγιναν γνωστοὶ γιὰ τὶς κοινές τους συμφορές, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἄριστο τρόπο ποὺ ἡνιοχοῦσαν τὰ ἄλογα στὸ ἄρμα τους, ἀλλάζοντας ταυτόχρονα μεταξύ τους μαστίγια καὶ ἡνία. ᾿Αλλὰ τί εἶναι πάλι ὅλα αὐτὰ ποὺ κάθομαι καὶ λέω, πῶς ἀπολησμονήθηκα, πῶς παρασύρθηκα οὐσιαστικά σὲ δικούς μου ἐπαίνους, ἐγὼ ποὺ ποτὲ δὲν ἔχω δεχτεῖ νὰ ἐπαινεθῶ ἀπὸ κανέναν; Ας εἶναι ὅμως, κι ἂς μὴ φανεῖ παράδοξο αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, ἀπολαμβάνω κι ἐγὼ κάτι ἀπὸ τὴ φιλία μου μαζί του, ὅπως τότε ποὺ ζοῦσε τὴν ἀρετή, τώρα ποὺ πέθανε, κάποια δόξα ἀπὸ τὸ ἐγκώμιό του. Εἶναι ὥρα ὅμως νὰ τὰ ἀφήσουμε αὐτὰ καὶ νὰ ἐπανέλθουμε στὸ θέμα μας. 
Ποιός λοιπὸν ἦταν τόσο ἀσπρομάλλης στὴ σύνεση, πρὶν ἀκόμα ἀσπρίσουν τὰ μαλλιά του, καθὼς θὰ ἔλεγε ὁ Σολομώντας ποὺ συσχετίζει τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο; Ποιόν σύγχρονό μας ἢ πιὸ παλιὸ σέβονταν τόσο πολύ καὶ οἱ γεροντότεροι καὶ οἱ νέοι; Ποιός εἶχε πιὸ λίγη ἀνάγκη ἀγωγῆς λόγῳ τοῦ καλοῦ του χαρακτήρα; ᾿Αλλά καὶ ποιός συσχέτισε ἀπὸ κεῖνον πιὸ θαυμάσια ἀγωγὴ καὶ χαρακτήρα; Σὲ ποιόν τομέα τῆς γνώσης δὲν ἐπιδόθηκε; Ἢ, γιὰ νὰ τὸ πῶ καλύτερα, σὲ ποιόν τομέα τῆς γνώσης δὲν ἀφοσιώθηκε μὲ ζῆλο ὑπερβολικὸ σὰν νὰ ἤταν ὁ μοναδικός του; Τὰ σπούδασε ὅλα τόσο καλά, ὅσο κανένας ἄλλος τὸ ἕνα! Καὶ τὸ καθένα τόσο τέλεια, σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ἄλλο κανένα! Συνδύαζε εὐφυΐα καὶ ἐπιμέλεια, τὶς δυὸ βάσεις κάθε ἐπιστήμης καὶ τέχνης. Λόγῳ τῆς φιλοπονίας του ἀπασχολοῦσε ἐλάχιστα τὴ μεγάλη εὐστροφία του, ἀλλὰ καὶ χάρη στὴ μεγάλη εὐστροφία του ἐλάχιστα κουραζόταν! Τὰ εἶχε συνδυασμένα καὶ τὰ δυὸ σὲ μιὰν τόσο τέλεια ἑνότητα, ποὺ νὰ μὴ ξεχωρίζει κανεὶς γιὰ ποιό ἀπὸ τὰ δυὸ ἦταν πιὸ ἀξιοθαύμαστος! Ποιός ἦταν τόσο δυνατὸς στὴ Ρητορική, ποὺ νὰ σὲ κάνει νὰ λὲς ὅτι ἀπὸ τὸ στόμα του, «φλόγας ἀναμμένης τρομερὴ μανία ξεφυσοῦσε», χωρὶς νὰ τὸν διακρίνει βέβαια κάτι ἀπὸ κεῖνο τὸ ἐπίπλαστο ἦθος τῶν ρητόρων; Ποιός στη Γραμματικὴ ποὺ διαμορφώνει τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, καθορίζει τοὺς κανόνες τῆς γραφῆς καὶ τῆς ποίησης τὰ μέτρα; Ποιός στὴ Φιλοσοφία, τὴν ὄντως ὑψηλή, ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ πάνω, τὴν πρακτικὴ καὶ τὴ θεωρητικὴ καὶ κείνη ποὺ καταπιάνεται μὲ τὶς λογικές ἀποδείξεις, τὶς ἀντιθέσεις καὶ τὶς ἀμφισβητήσεις καὶ ποὺ διαλεκτικὴ τὴν ὀνομάζουν; Τόσο δυνατὸς μάλιστα, ποὺ πιὸ εὔκολα θὰ διέφευγε κανεὶς ἀπὸ τὸ λαβύρινθο, παρὰ ἀπὸ τὰ δίχτυα τῶν δικῶν του φιλοσοφικῶν ἐπιχειρημάτων! 
᾿Απὸ ᾿Αστρονομία, Γεωμετρία καὶ ᾿Αριθμητικὴ ἔμαθε ὅσα χρειαζόταν γιὰ νὰ μὴν τὸν μπερδεύουν οἱ Μαθηματικοί. Τὰ ἄλλα τὰ ἀπέρριψε ὡς περιττὰ γιὰ ὅσους βάζουν σὲ πρώτη γραμμὴ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν πίστη! Καὶ εἶναι ἄξιος θαυμασμοῦ ἐδῶ, τόσο γιὰ ὅ,τι νὰ κρατήσει διάλεξε, ὅσο καὶ γιὰ ὅ,τι ἀποφάσισε νὰ ἀπορρίψει. Σπούδασε καὶ Ἰατρική, θεωρητικὰ καὶ πρακτικά, πιὸ πολὺ γιατὶ ἦταν φιλάσθενος καὶ εἶχε συνεχῶς ἀνάγκη ἀπὸ νοσοκομειακὴ φροντίδα. ᾿Αλλὰ ἐνῶ ἀπ᾿ αὐτὸ ξεκίνησε, ἔφτασε νὰ κατέχει καλὰ καὶ αὐτὴ τὴν ἐπιστήμη. Ὄχι ἐπιπόλαια καὶ ἐπιφανειακά, ἀλλὰ βαθιὰ καὶ οὐσιαστικά! 
Τώρα θὰ πεῖ κανεὶς ποιά ἀξία ἔχουν ὅλα αὐτά, παρότι εἶναι σπουδαῖα καὶ μεγάλα, μπρὸς στὸ ὑπέροχο ἦθος αὐτοῦ τοῦ ἄνδρα; Γιὰ ὅσους μάλιστα τὸν γνώρισαν καλὰ μοιάζουν θαρρεῖς παραληρήματα τὰ ὅσα ἀποδίδονται στὸ Μίνωα καὶ τὸ Ραδάμανθυ, ποὺ οἱ Ἕλληνες ἔκριναν ἄξιους γιὰ τὰ ἀνθοφόρα λειβάδια καὶ τὰ Ἠλύσια πεδία, αὐτοὺς τοὺς φανταστικούς τόπους τοῦ δικοῦ μας Παράδεισου, ποὺ νομίζω ὅτι ἐμπνεύστηκαν ἀπὸ τὰ Μωσαϊκὰ καὶ τὰ δικά μας ἱερὰ βιβλία καὶ τοὺς ἔδωσαν ἄλλο ὄνομα. 
Ἔτσι ἔχουν ὅλα τὰ ἀφορῶντα στὶς σπουδές του. Τὸ σκαρὶ τοῦ πνεύματός του φορτώθηκε μὲ γνώση πολλή, ὅση δὲν μπορεῖ νὰ σηκώσει ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, γιατὶ κατὰ πὼς λέει ἡ παροιμία, «πέρα ἀπὸ τὰ Γάδειρα -Γιβραλτάρ- δὲν ταξιδεύει κανένας»! Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γυρίσουμε στὴν πατρίδα καὶ νὰ ἐπιδοθοῦμε στὴν ἀνώτερη ζωὴ ποὺ εἴχαμε σχεδιάσει καὶ ἀποφασίσει. Ἔφτασε καὶ ἡ μέρα τῆς ἀναχώρησης μὲ ὅλα τὰ σχετικά, λόγους ἀποχαιρετιστήριους, κατευοδώματα, ἐναγκαλισμούς, παρακλήσεις, δάκρυα καὶ κλάματα ἀκόμα! Ἴσως νὰ μὴν ὑπάρχει ὥρα πιὸ λυπητερὴ ἀπὸ ἐκείνην ποὺ χωρίζονται συσπουδαστὲς καὶ φίλοι ἀπὸ τὴν ᾿Αθήνα καὶ μεταξύ τους! Μὲ μᾶς μάλιστα συνέβη καὶ κάτι παραπάνω, πολὺ συγκινητικὸ καὶ ἀξίζει νὰ τὸ περιγράψω. 
Ξαφνικά βρεθήκαμε περικυκλωμένοι ἀπὸ ἕνα πλῆθος φίλων, συνομήλικων καὶ μερικῶν ἀπὸ τοὺς καθηγητές μας, ποὺ διαδήλωναν συνάμα καὶ δήλωναν ἀπερίφραστα ὅτι, εἴτε μὲ τὶς παρακλήσεις τους, εἴτε μὲ τὴν πειθώ τους, εἴτε ἀκόμα καὶ μὲ τὴ βία, δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ φύγουμε! Καὶ τί δὲν ἔλεγαν καὶ τί δὲν ἔκαναν ἀπὸ ὅσα κάνουν ἐκεῖνοι ποὺ πονοῦν! Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ κατηγορήσω γιὰ κάτι τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ ὅσο κι ἂν φανεῖ τολμηρό, κι αὐτὴν τὴν ἄφθαστη ψυχὴ καὶ ἁγία σὲ ὅλα! Γιατὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐξήγησε τοὺς λόγους ποὺ τοῦ ἐπέβαλλαν νὰ γυρίσει στὴν πατρίδα, ἔκαμψε κάπως τὴν ἀν τίσταση αὐτῶν ποὺ πάσχιζαν νὰ τὸν κρατήσουν καί, μὲ μεγάλη δυσκολία βέβαια, τελικὰ τὸν ἄφησαν νὰ φύγει! Ἐγὼ ὅμως ἔμεινα στὴν ᾿Αθήνα, ἀπὸ τὴ μιὰ γιατὶ ἔδειξα κάποιαν ἀδυναμία –αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως γιατὶ κατὰ κάποιον τρόπο προδόθηκα ἀπὸ κεῖνον, ποὺ πείστηκε νὰ μὲ ἀφήσει, παρ’ ότι τὸν κρατοῦσα σφιχτὰ καὶ δὲν ἤθελα νὰ τὸν ἀφήσω, καὶ νὰ μὲ παραδώσει σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ τραβοῦσαν, πράγμα τὸ ὁποῖο ποτὲ δὲν πίστευα ὅτι μποροῦσε νὰ γίνει! 
Κι ἔγινε τότε μὲ μᾶς τοὺς δυὸ ὅ,τι μὲ ἕνα σῶμα ποὺ στὰ δύο τὸ κόβουν καὶ νεκρώνονται καὶ τὰ δύο κομμάτια! Ὅ,τι μὲ δυὸ μοσχάρια ὁμόζυγα, συντροφικὰ ποὺ πιάνουν καὶ τὰ χωρίζουν, καὶ βγάζουν γοερὰ μουγκανητὰ τὸ ἕνα γιὰ τὸ ἄλλο ἀδυνατώντας νὰ ὑποφέρουν τὸ χωρισμό τους. Βέβαια ἡ δυσάρεστη αὐτὴ κατάσταση δὲν κράτησε γιὰ πολύ. Δὲν ἄντεχα ἄλλο νὰ μὲ βλέπουν λυπημένο, νὰ μὲ ρωτοῦν καὶ νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δίνω ἐξηγήσεις στὸν καθένα γιὰ τὸ χωρισμό μας. Γιὰ τοῦτο καὶ δὲν ἔμεινα πολὺ χρόνο στὴν ᾿Αθήνα. Καὶ καθὼς ὁ πόθος μου δυνάμωνε, ὅπως ὁ Ὁμηρικός Πάρης, «ἔσπασα κάποια στιγμὴ σὰν ἄλογο τὰ σκοινιὰ ποὺ μὲ κρατοῦσαν καὶ κάλπασα κατὰ τὴν πεδιάδα», ἔτρεξα νὰ βρῶ τὸν ἀδελφὸ καὶ σύντροφό μου…».

Ο Μέγας Βασίλειος χειροτονεί τον Γρηγόριο Θεολόγο 

Related Posts with Thumbnails