Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Ο ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΟΥΣ "ΠΕΡΣΕΣ" ΤΟΥ ΚΘΒΕ ΤΟ 1978


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Με αφορμή μια εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου του Τάσου Λιγνάδη "Κριτικές θεάτρου - Αρχαίο δράμα (1975-1989)", Αθήνα, 2013, 563 σελ.(+ ευρετήρια προσώπων, θεατρικών έργων, θεατρικών οργανισμών), που κυκλοφορήθηκε από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, είχα γράψει τα δέοντα στην Ιδιωτική Οδό
Επαναλαμβάνω ότι τον Τάσο Λιγνάδη τον θεωρώ Διδάσκαλο του Γένους και προσωπικά του χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη, διότι μ' αυτόν μεγάλωσα κι ας μη το ξέρει. Διάβαζα φανατικά τις θεατρικές κριτικές του, ρούφαγα τα πονήματά του για τον Ελύτη, τον Γκάτσο, το Αρχαίο Θέατρο και το Ευρωπαϊκό, τον Λόρκα, τον Χουρμούζη. 
Τώρα διαβάζω σαν προσευχή τις κριτικές για το Αρχαίο Δράμα και θαυμάζω πραγματικά την σπάνια διεισδυτική ματιά του και την ακρίβεια της κριτικής του πένας. 
Οφείλουμε χάριτας στην επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Καίτη Διαμαντάκου-Αγάθου, τόσο για την επιμέλεια του τόμου αυτού, όσο και για την κατατοπιστικότατη εκτενή εισαγωγή. 
Θα επανέρχομαι κατά διαστήματα σ’ αυτές τις κριτικές. Για τώρα στέκομαι σε μια απ’ αυτές που παρουσιάζει και μουσικολογικό (!) ενδιαφέρον. 
Στην κριτική του για τους Πέρσες του Αισχύλου από το Κ.Θ.Β.Ε. στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 1978 (η κριτική δημοσιεύτηκε στα Επίκαιρα στις 24 Αυγούστου 1978), ο Λιγνάδης προβαίνει σε καίριες παρατηρήσεις σχετικά με την μουσική της παράστασης που έγραψε ο συνθέτης Χριστόδουλος Χάλαρης. Διατυπώνει, όμως, και σημαντικές θέσεις γύρω από την ...ακανθώδη –για τους μουσικολόγους, τουλάχιστον –σχέση βυζαντινού μέλους και ανατολικής μουσικής. 
Παραθέτω στη συνέχεια το σχετικό απόσπασμα (σ. 123) χωρίς να το σχολιάσω περαιτέρω. Ο νοών νοείτω. 

"Ο κ. Χρ. Χάλαρης μας έδωσε με «αρετήν και τόλμην» τη μουσική διάσταση του έργου. Εγκλιμάτισε την παράσταση με την υποβλητικότητα του ριζικού μας «σκοτεινού» ήχου, αξιοποιώντας την περιουσία του βυζαντινού μέλους και του δημοτικού τραγουδιού. Με την επισεσυρμένη φωνή, τον μελισμένο τόνο της εκκλησιαστικής εκφοράς του ιερού αισχυλικού λόγου ή με την κορυβαντική μανία, που «ανατόλιζε» σε ορχηστική και φωνητική έξαρση (υπαινιγμός δερβισικής αντιστοιχίας), η μουσική μας πυροδότησε με μια αίσθηση ιθαγένειας στην ευρασιατική της αντίληψη. Σωστά! Η ελληνική θρέψη φανέρωνε πάντα την ανατολική τροφή. Γι’ αυτό ο «ανατολισμός» στην Τέχνη, η πρόταση δηλαδή να αποδοθεί το εξωτερικό στοιχείο της «βάρβαρης» Χώρας μεσ’από την ελληνική λαϊκή αίσθηση με τα αφομοιωμένα ασιατικά δάνειά της, είναι και θεμιτή και φυσιολογική, γιατί αναφέρεται σε μια πανάρχαιη δοσοληψία. Ο «ανατολισμός» του αισχυλικού μέλους δεν θα ήταν κάτι διαφορετικό. 
Ένας όμως σοβαρός ενδοιασμός εγείρεται ως προς την ψαλμική εκφορά ορισμένων μερών του χορικού λόγου, που οπωσδήποτε ξένισε ή προξένησε σύγχυση. Και δικαιολογημένα. Η σύνθεση που ονομάζουμε Ορθοδοξία ή Ρωμιοσύνη, είμαστε το «εμείς» στη λαϊκή συνείδηση. Και η ψαλμωδία, περ’ από την προέλευσή της, υπήρξε αιώνες αιώνων μια ελληνική έκφραση. Έτσι, η προσπάθεια να αποδοθεί ο εξωτισμός με κάτι πάρα πολύ οικείο, όπως είναι π.χ. η ανάγνωση του Ευαγγελίου, υπήρξε μια λύση που οδηγούσε σε επικίνδυνες παρεξηγήσεις."

Η "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΗΛΕΚΤΡΑ" ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΖΑΦΕΙΡΕΛΗ σε ποίηση ΚΩΣΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ


Κυκλοφόρησε πρόσφατα (Σεπτέμβριος 2014) η σουίτα του κιθαρίστα και συνθέτη Δημήτρη Ζαφειρέλη «Καθημερινή Ηλέκτρα», σε ποίηση Κωστή Τριανταφύλλου. Τραγουδούν η Δάφνη Πανουργιά και η Μάρθα Ζιώγα. 
Ο δίσκος αυτός έχει μια περιπέτεια σχεδόν τριάντα χρόνων! 
Στο εσώφυλλο του δίσκου ο συνθέτης Δημήτρης Ζαφειρέλης δίνει μια εξήγηση γι’ αυτή την …οδύσσεια του έργου: 
«Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, πώς ένα έργο που έχει ηχογραφηθεί το φθινόπωρο του 1985 βγαίνει στην κυκλοφορία το 2014; Είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία και δεν ξέρω από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω… Είναι γεγονός ότι η "Καθημερινή Ηλέκτρα" γράφτηκε κατ’ αρχήν σαν μια ενότητα τραγουδιών για κιθάρα και φωνή την δεκαετία του ’70, μια εποχή αρκετά μεταβατική από πολλές και διάφορες απόψεις. Πολύ σύντομα όμως αρχίζει να παίρνει την μορφή σουίτας για δύο γυναικείες φωνές, Τζαζ Ροκ γκρουπ, μικρή χορωδία και συμφωνική ορχήστρα, Όταν πια μετά από αρκετή προσπάθεια το έργο περνάει πλέον στην δισκογραφική υλοποίηση, με τις συνήθεις διαδικασίες ηχογραφήσεων μέσα στο στούντιο, την περίοδο που έχω τελειώσει όλες τις ενορχηστρώσεις, αρχίζω να αντιμετωπίζω μεγάλες και ποικίλες εκπλήξεις με αποκορύφωμα εκείνη, της αδυναμίας περαιτέρω ολοκλήρωσης της μέχρι τότε ποθούμενης έκδοσης! Βεβαίως ήταν ήδη αρκετά μεγάλη – αν και πρόσκαιρη – η χαρά η δική μου και όλων των άλλων συντελεστών για τη δημιουργία ενός καινοτόμου για την εποχή έργου με την δύναμη της ένωσης μουσικής και ποιητικού λόγου, που επαναπροσδιορίζει το μύθο με έναν μονόλογο, τονίζοντας τα διαχρονικά μηνύματα της Ηλέκτρας. Τόσο εγώ όσο και οι αγαπητοί συνεργάτες μου κάποια στιγμή, ενστικτωδώς και μόνο, αρχίσαμε να θεωρούμε την Κ.Η. μια υπόθεση ‘τελειωμένη’ όπως λέμε. Αυτό επισφραγίσθηκε φυσικά από το γεγονός ότι η αρχική ομάδα παραγωγής, που δεν ήταν άλλη από την εταιρεία Σείριος με διευθυντή τον αείμνηστο συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι, με πληροφόρησε και μάλιστα ο ίδιος αυτοπροσώπως ότι τόσο η δική μου όσο και άλλες παραγωγές δεν θα υπήρχε πλέον η δυνατότητα να προχωρήσουν… Μετά από πολλές και άκαρπες κατά καιρούς απόπειρες διαπραγματεύσεων, και με άλλες δισκογραφικές εταιρείες, για την ολοκλήρωση της "Καθημερινής Ηλέκτρας" βρίσκομαι επιτέλους στην ευχάριστη θέση να απολαμβάνω μαζί σας μια ολοκληρωμένη και αναθεωρημένη πλέον μορφή του έργου, κι αυτό χάρη στην πρωτοβουλία που ανέλαβε η Πολιτιστική Δράση – ΕΜΣΕ. Με σταθερή υπομονή και επιμονή όλο αυτό το χρονικό διάστημα, διατήρησα ανέπαφη την κεντρική ιδέα του έργου, ενώ κάθε νέα ερμηνεία έχει αποδοθεί στην βάση του ήδη υπάρχοντος ηχογραφημένου υλικού. Και ιδού το αποτέλεσμα είναι στα χέρια σας…».


Τα μέρη του έργου έχουν ως εξής: 
1. Οβερτούρα 
2. Συμφωνικό οργανέτο 
3. Χορός σε πτώση 
4. Εικόνες σε κίνηση 
5. Τελετουργικό 
6. Προς 5/4 
7. Ηπειρώτικο ίσο 
8. Προς Latin jazz funk 
9. Ελεύθερη Ασία 
10. Rock slow rock 
11. Vortex coda 
Οι μουσικοί που παίζουν στην ηχογράφηση είναι σημαντικοί έλληνες μουσικοί, πολλοί απ’ αυτούς υπήρξαν στενοί συνεργάτες του Μάνου Χατζιδάκι. Την ενορχήστρωση και την διεύθυνση ορχήστρας έχει ο συνθέτης Δημήτρης Ζαφειρέλης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Δημήτρης Ζαφειρέλης έχει παρουσιάσει – και πρόσφατα - μέρος του έργου σε μορφή τραγουδιών μεταγραμμένα για κιθάρα, γυναικεία φωνή και κόντρα μπάσσο. 
Ο ποιητής Κωστής Τριανταφύλλου, στο ομώνυμα ποίημα του οποίου βασίστηκε η σύνθεση του Δ. Ζαφειρέλη, είναι εικαστικός καλλιτέχνης και ποιητής. Εντόπισα μια συνέντευξη του, με τον τίτλο "Καθημερινή Ηλέκτρα" στην Kατερίνα Σχινά και στο περιοδικό "Τέταρτο" (τεύχ. 13, 1986) την εποχή που το διηύθυνε ο Μ. Χατζιδάκις. 
Γράφει για το ποίημά του ο Κωστής Τριανταφύλλου: «Το ποίημα "Καθημερινή Ηλέκτρα" γράφτηκε το 1971. Πρωτοεμφανίστηκε στο βιβλίο μου Αποσπάσματα 1967-1973, στην Αθήνα, τον Φεβρουάριο του 1974, από τις εκδόσεις Λ. Γιοβάνη. Από τότε έχει δημοσιευτεί πολλές φορές και ιδιαίτερα σε φεμινιστικά περιοδικά. Είναι μεταφρασμένο στα Αγγλικά και τα Γαλλικά. Έχω γράψει πολλά ποιήματα γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός της ζωής που είναι η γυναίκα. Η Κ.Η. είναι μέρος μιας τριλογίας που τιτλοφορείται "Ονειρολόγιο – για ένα γυναικείο αλφάβητο και κορμί", αποτελείται δε από τα μέρη Κ.Η, Καινούργιο επεισόδιο του αρχαίου μύθου και Η σφίγγα ζει. Ο μονόλογος που αποτυπώνεται στο ποίημα είναι αποτέλεσμα μιας μοναδικής συγκυρίας – συνέβη κάποια στιγμή κι έχει γι’ αυτό την ομορφιά του σπάνιου και του μη καθημερινού – όταν μέσα από την αιχμαλωσία της και τους πολλούς προσωπικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς του ρόλου της, αναδύεται η ανάγκη να σχηματίσει το πρόσωπό της, να ανασυνθέσει την κατακερματισμένη της φυσιογνωμία. Ο μονόλογος της Ηλέκτρας υπάρχει τόσο μέσα στο μύθο, αλλά πριν από τον ερχομό του Ορέστη και τη διάπραξη των φόνων, όσο και μέσα στην καθημερινότητα πριν από το μύθο – σαν μια ευκαιρία για να αναλογιστεί, για να αναδείξει τη σημασία την ουσία και τη δύναμη του καθημερινού ανθρώπου, όταν αυτός συνειδητοποιεί τις δυνατότητες παρέμβασής του για να υπερβαίνει δημιουργικά το καθημερινό. Στο μονόλογό της η Ηλέκτρα ανοίγει διάλογο με τον Ορέστη, με το μύθο της και τη φιλολογία γύρω από αυτόν. Το ποίημα αντιμετωπίζει την Ηλέκτρα σαν ζωντανή ύπαρξη καθημερινή, σκεπτόμενη και προβληματιζόμενη – αποκτάει μια διαχρονική φωνή παίρνοντας θέση για τα γεγονότα γύρω από τον μύθο, το ρόλο της γυναίκας, τον προσωπικό της μύθο αλλά και τις ερμηνείες του». 
Το εξώφυλλο του δίσκου (όπου δεσπόζει το έργο Η Προετοιμασία) φιλοτέχνησε η Δήμητρα Λαμπρέτσα. 
Από τον δίσκο παραθέτω εδώ το κομμάτι Ελεύθερη Ασία με την Δάφνη Πανουργιά.
Π.Α.Α.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΜΕ ΕΡΓΑ ΜΠΑΧ ΚΑΙ ΜΕΝΤΕΛΣΟΝ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 23 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Η σοπράνο Δάφνη Πανουργιά θα είναι σολίστ στην "Καντάτα των χωρικών" του Μπαχ

Την προσεχή Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014 στις 8 το βράδυ, στην Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών (Σίνα 66), θα πραγματοποιηθεί συναυλία με κοσμικά και εκκλησιαστικά έργα του Johann Sebastian Bach και του Felix Mendelssohn-Bartholdy. 
Τη συναυλία διοργανώνει η Γερμανική Σχολή Αθηνών, με τη συμμετοχή της χορωδίας της, η οποία θα συμπράξει με μουσικό σύνολο τοξωτών εγχόρδων, συνοδεία εκκλησιαστικού οργάνου. 
Μεταξύ άλλων θα ακουστούν ένα χορωδιακό κομμάτι από το περίφημο ορατόριο «Ηλίας» του Mendelssohn και η «Αγροτική καντάτα» (Die BauernKantate) του J. S. Bach. 
Σολίστ στην «Kαντάτα των Χωρικών» του Bach θα είναι η σοπράνο Δάφνη Πανουργιά και ο βαρύτονος Volker Spiegel. 
Την συναυλία διευθύνει η Anke Spiegel.

ΜΙΑ ΥΠΕΡΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΛΟΓΟΥ ΜΠΑΝΑΤΟΥ "ΑΛΗΘΩΣ" ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ


Εξέπληξε ευχάριστα το κοινό της Ζακύνθου η Βραδιά El Greco του Κέντρου Λόγου «Αληθώς» 
Στο πλαίσιο του τρέχοντος «Έτους El Greco 2014», το Κέντρο Λόγου Μπανάτου «Αληθώς» θεώρησε υποχρέωσή του να αφιερώσει την 3η δράση του δ΄ κύκλου του στον Κρητικό και συνάμα παγκόσμιο Ζωγράφο Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, σε μια νοητή μάλιστα συνάντησή του μ’ έναν άλλον αξιομνημόνευτο -αν και δυσδιάκριτο μέσα στην Ιστορία- Κρητικό Καλλιτέχνη, τον Φραγκίσκο Λεονταρίτη, τον επονομαζόμενο «Il Greco της Μουσικής». 
Η εκδήλωση, η οποία στέφτηκε από μεγάλη επιτυχία, πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Κυριακής, 19ης Οκτωβρίου 2014, στον αναγεννησιακό Ναό της Παναγούλας Μπανάτου. Σε αυτήν παραβρέθηκαν ο Σεβ. Μητροπολίτης Δωδώνης κ. Χρυσόστομος (του Μητροπολίτου Ζακύνθου κ. Διονυσίου Δ΄ απουσιάζοντος στην Κεφαλλονιά για την εορτή του Αγίου Γερασίμου), αρκετοί Ιερείς, ο Πρόεδρος του Μπανάτου κ. Τιμόθεος Ελ. Στραβοπόδης, πλήθος ανθρώπων της διανόησης, των γραμμάτων, της ζωγραφικής και των επιστημών, αλλά και απλοί άνθρωποι του καθημερινού μόχθου, όλοι φιλικοί θιασώτες των πολυποίκιλων δράσεων του Μορφωτικού Κέντρου. 


Τους προσερχόμενους στον Ναό υποδεχόταν μια έκπληξη: ένα video installation, δηλαδή μια προβολή των έργων Θεοτοκόπουλου επάνω στην πρόσοψη του Ναού της Παναγούλας – μια φιλόδοξη παρουσίαση, που ετοίμασε ο φοιτητής Ιωάννης-Πορφύριος Καποδίστριας, με την τεχνική υποστήριξη του Κωνσταντίνου Μάτσα, Εκκλησιαστικού Συμβούλου Μπανάτου. Ανάλογο video installation «αποχαιρέτησε» στο τέλος της εκδήλωσης τον λαό. Με τον τρόπο αυτόν, όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο υπεύθυνος του «Αληθώς» π. Παναγιώτης Καποδίστριας, «θεωρούμε ότι ο ίδιος ο Δομήνικος των Χρωμάτων είναι κοντά μας, περιλούοντάς μας με τις ανεπανάληπτες ζωγραφικές συνθέσεις του»! 


Στην αρχή της εορταστικής αυτής σύναξης, εγκάρδιο χαιρετισμό απηύθυνε η εκπαιδευτικός Μαρία Νεονάκη, Πρόεδρος του Συλλόγου Κρητών Ζακύνθου, συγχαίροντας τους διοργανωτές για τη σκέψη να τιμηθούν δύο επιφανείς γόνοι της νήσου Κρήτης. 
Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, η Κατερίνα Δεμέτη - Αρχαιολόγος και Διευθύντρια του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, παρουσίασε, χρησιμοποιώντας πλούσιο και πειστικό εποπτικό υλικό, το θέμα: «Αναφορά στον Γκρέκο Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, τετρακόσια χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Κρητικού Ζωγράφου». 
Στο δεύτερο μέρος, ο Νίκος Γράψας - γνωστός Συνθέτης, παρουσίασε το πολύ ενδιαφέρον θέμα: «Το μουσικό περιβάλλον του Θεοτοκόπουλου, μεταξύ Κρήτης και Βενετίας, εστιάζοντας στον Κρητικό Μουσικό και Ιερωμένο Φραγκίσκο Λεονταρίτη (περ. 1518 – περ. 1572)». Αμέσως μετά, ο Νίκος Γράψας και πέντε σπουδαστές Μουσικής (ο Μαρίνος Γιαννούλης / λαούτο, ο Σπύρος Δρογγίτης / τούμπα, η Λόλι Ελέζι / βιολί και ερμηνεία, η Νικόλ Κορφιάτη / ερμηνεία και η Ιωάννα Μουζάκη / πλήκτρα) ερμήνευσαν δυο κομμάτια κοσμικής μουσικής της Αναγεννησιακής Κρήτης και στο τέλος δύο αποσπάσματα από εκκλησιαστικές συνθέσεις του Λεονταρίτη (από το έργο “Missa Super Letatus Sum”), σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση. 
Όλοι καταχειροκροτήθηκαν από το φιλόμουσο και απαιτητικό κοινό της Ζακύνθου! Πριν κλείσει η Βραδιά, τον λόγο έλαβε ο Σεβ. Μητροπολίτης Δωδώνης κ. Χρυσόστομος, ο οποίος συνεχάρη συγκινημένος τόσο τους παράγοντες του «Αληθώς», όσο και τους συντελεστές του αφιερώματος στους δύο Κρητικούς “Greco”!
Δείτε περισσότερα εδώ κι εδώ
Η Ιδιωτική Οδός συγχαίρει θερμά, με τη σειρά της, όλους τους συντελεστές του "Αληθώς" για την πρωτότυπη εργασία που κάνουν και ιδιαιτέρως τον Ιωάννη - Πορφύριο Καποδίστρια για την ευφάνταστη παραγωγή του βίντεο installation, που έδωσε άλλη διάσταση στο αφιέρωμα στον Γκρέκο.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Η "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ" ΑΠΟ ΤΙΣ "ΟΠΕΡΕΣ ΤΩΝ ΖΗΤΙΑΝΩΝ" - ΜΙΑ ...ΦΕΥΓΑΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν (Φρυνίχου 14, Πλάκα) από την Παρασκευή 17 ως την Τετάρτη 22 Οκτωβρίου παίζεται για έξι παραστάσεις το έργο μου «Νέα Ελλάδα (The Making-Of)» από την ομάδα «Οι όπερες των ζητιάνων». 
Πρόκειται για ένα «λαϊκίστικο ορατόριο για την άνοδο, την πτώση και το rebranding του Έθνους» του Χαράλαμπου Γωγιού. Αυτό το καρναβαλικό οπερατικό όργιο του Χαράλαμπου Γωγιού και της ομάδας «Οι όπερες των ζητιάνων» σε ποίηση της Μαρίας Τοπάλη (Ο Χορός της Μεσαίας Τάξης) και του Δημήτρη Δημόπουλου (Helios Corp.) ανεβαίνει σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη. 
Με δεκαετή έντονη παρουσία «Οι όπερες των ζητιάνων» επιζητούν, όπως δηλώνουν, να απαλλάξουν την όπερα από το υπέρογκο κόστος της, την ακαμψία και τη δογματική της εκδοχή, χρησιμοποιώντας με εφευρετικότητα τα ευέλικτα «υλικά» της, αποκαλύπτοντας μια διαφορετική και ουσιαστική εκδοχή της. Νομίζω πως τα έχουν καταφέρει. 
Σ’ αυτή την παραγωγή, όμως, έχουν ...φύγει τελείως! Η μουσική του Γωγιού είναι μετα-οπερατική, αν μπορούμε να την πούμε έτσι. Είναι απολύτως στην υπηρεσία της σάτιρας. Νομίζω πως ο Γωγιός έγραψε εδώ μια «σατιρική μουσική». Δεν είναι ούτε μελωδία ούτε διαφωνία. Τα μοτίβα είναι πρωτόφαντα, έως και ηθελημένα φάλτσα! Υπηρετούν πιστά την παρωδία, την σάτιρα, τον άκρατο σαρκασμό, ειδικά όσα παραπέμπουν σε θεοδωρακικές μελωδίες του παρελθόντος, που εδώ είναι αρκούντως ...πειραγμένες.
Είναι, όμως - τα μουσικά θέματα - ευφάνταστα και δύσκολα, πολλάκις, στην απόδοσή τους. Τραγουδούν και παίζουν οι: Λυδία Ζερβάνου (τσέλο), Ιωάννα Φόρτη (μπαγλαμάς) και Χρήστος Κεχρής (κιθάρα). Και οι τρεις τους συντονίζονται στη μουσική γραφή του Γωγιού, η οποία είναι απαιτητική. 
Απίθανος ο Αλέξανδρος Ευκλείδης, ο σκηνοθέτης της παράστασης και κειμενογράφος, ο οποίος ως Αντιπεριφερειάρχης δίνει πραγματικό ρεσιτάλ! Νομίζω πως είναι ο κατ’ εξοχήν πρωταγωνιστής της παράστασης. Σε παρασύρει ολοκληρωτικά! Και ως ηγούμενος της πομπής του Επιταφίου της «Παλιάς Ελλάδας» στους γύρω δρόμους της Πλάκας– παρακαλώ! – εκφωνεί με μοναδικό τρόπο τη λίστα των θυτών και των θυμάτων της «Παλιάς Ελλάδας». 

Από τα ωραία της παράστασης είναι η έκδοση των έξι «αποπληθωριστικών» χαρτονομισμάτων που χαιρετίζεται ως μια σωτήρια και ευφυής καινοτομία. Τα χαρτονομίσματα σκορπίζονται φυσικά στο κοινό, το οποίο καλείται από τον Αντιπεριφερειάρχη να τα βράσει! Κυριολεκτικώς! Οι θεατές, άμα τη επιστροφή τους από την επιτάφια πομπή, καλούνται να βράσουν τα χαρτονομίσματα σε μια κατσαρόλα που κοχλάζει! 
Το φινάλε, με την Λυδία Ζερβάνου να τραγουδάει εξαιρετικά την άρια της Ιζόλδης (σε μουσική Βάγκνερ), με ελληνικά λόγια που αναφέρονται στην Ελλάδα που πεθαίνει, αποτελεί την κορύφωση του δράματος. 
«Οι όπερες των ζητιάνων», μ’ αυτή την παράσταση επιχειρούν και καταφέρνουν ένα καυστικό σχόλιο ενός σαρκασμού χωρίς όρια, μέσα από «ένα καρναβαλικό οπερατικό όργιο», για να υπογραμμίσουν το όντως μίζερο νεοσυντηρητικό μας παρόν (επικίνδυνο για το μέλλον μας) που το μεταμφιέζουμε και το περιφέρουμε με όρους γραφικού marketing.



Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

"Ο ΘΕΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ" του π. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ ΣΤΑ ΡΩΣΣΙΚΑ


Επί τη ευκαιρία του Διεθνούς Θεολογικού Συνεδρίου για την “Γνώση του Θεού” στην Λβίβ της Ουκρανίας, ο Αρχιμανδρίτης π. Παντελεήμων Μανουσάκης βρέθηκε στην πρωτεύουσα της χώρας, στο Κίεβο, προκειμένου να παρουσιάσει στο κοινό την Ρωσσική μετάφραση του βιβλίου του Ο Θεός Μετά την Μεταφυσική: Μία Θεολογική Αισθητική. Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα αγγλικά υπό τον τίτλο God After Metaphysics: A Theological Aesthetic, από τις πανεπιστημιακές εκδόσεις Indiana University Press το 2007 και αποτελεί τον πρώτο τόμο μιας τριλογίας. 
Ο δεύτερος τόμος με τον τίτλο The Scandal of the Good: A Theological Ethic (Το Σκάνδαλο του Καλού: Μια Θεολογική Ηθική) πρόκειται να κυκλοφορήσει προσεχώς. Η έκδοση της Ρωσσικής μετάφρασης (Бог после метафизики: Богословская эстетика) έγινε από τον έγκριτο εκδοτικό οίκο Дух і Літера (Πνεύμα και Γράμμα) ο οποίος έχει μεταφράσει κατά το παρελθόν έργα μεγάλων συγγραφέων και στοχαστών ως και του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου. Την μετάφραση στην Ρωσσική επιμελήθηκε η κυρία Daria Morozova. Σε ειδικό σημείωμα για την Κιεβίτικη έκδοση ο συγγραφέας αφιερώνει την μετάφραση στην μνήμη του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου, ο οποίος καταγόταν από το Κίεβο, το δε άφθαρτο σκήνωμά του φυλάσσεται σήμερα στην Εύβοια, ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέως. 
Η παρουσίαση της μεταφράσεως έλαβε χώρα στις αίθουσες του Εθνικού Πανεπιστημίου Κιέβου Ακαδημία Μογίλα την Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου και την παρακολούθησαν άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων, φοιτητές, και κληρικοί της τοπικής κοινωνίας. Για το έργο του π. Παντελεήμονος μίλησαν ο εκδότης καθ. Κωνσταντίνος Sigov, ο καθ. Yuriy Chornomoretc. Για τις δυσκολίες της μετάφρασης ενός πρωτότυπου έργου το οποίο, ακριβώς λόγω της θεματικής του, ωθεί τον στοχασμό στα όρια της γλώσσας, μίλησε η έχουσα την μεταφραστική ευθύνη κυρία Daria Morozova. 
Ο συγγραφέας δέχθηκε ερωτήσεις από το κοινό, κυρίως για τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η θεολογία στον σύγχρονο κόσμο μετά το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων. Η συζήτηση υπήρξε ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και διήρκεσε πάνω από μία ώρα, στο τέλος της οποίας ο συγγραφέας υπέγραψε αντίτυπα του βιβλίου για χάρη του αναγνωστικού του κοινού. 
Ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου με την μετάφραση εδώ

Ο Ν.ΜΠΕΡΝΤΙΑΓΙΕΦ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΡΩΣΣΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (πρώτη μετάφραση στα ελληνικά από τον Δ. Μπαλτά)


Ν. Μπερντιάγιεφ 
Ὁ θρησκευτικός χαρακτήρας τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας 
μετάφραση Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Στήν Εὐρώπη πιστεύουν ὅτι δέν ὑπάρχει καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ρωσσική φιλοσοφία. Ἄποψη ἐσφαλμένη, ἀλλά κατανοητή. Οἱ ἴδιοι οι Ρῶσσοι γνωρίζουν ἐλάχιστα τήν φιλοσοφία τους, ἐνῶ στήν Δύση γενικά γνωρίζουν ἐλάχιστα τήν Ρωσσία. Ἡ Ρωσσία εἶναι χώρα τῶν ἀντιθέσεων σε ὅλα τά πράγματα: τό μέσο ἐπίπεδο πολιτισμοῦ εἶναι ἐλάχιστα ὑψηλό: σε μᾶς ὑπάρχει μία κατάσταση βαρβαρότητας δίπλα στις ὑψηλότερες ἐκδηλώσεις πολιτισμοῦ. Τό μέσο ἐπίπεδο φιλοσοφικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι πολύ χαμηλό· δέν διαθέτουμε φιλοσοφική παράδοση ἱκανή νά εἰσέλθει στήν σάρκα καί στό αἷμα τῆς καλλιεργημένης κοινωνίας. Ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη, δέν θά προχωρήσουμε σέ μία σύγκριση μέ τήν Γερμανία. Ἀλλά ἔχουμε μία σειρά ἀξιόλογων φιλοσόφων καί τίς ὑποσχέσεις μιᾶς φιλοσοφικῆς σχολῆς πρωτότυπης καί δημιουργικῆς. Θά πρέπει νά παραδεχθοῦμε ὅτι δέν εἴχαμε φιλοσοφικά καί ἐπιστημονικά πνεύματα, ὅπως ὁ Ντεκάρτ, ὁ Χιούμ καί ὁ Κάντ, οἱ ὁποῖοι προσδιορίζουν τήν στιγμή τῆς φιλοσοφικῆς καί ἐπιστημονικῆς σκέψης τῶν χωρῶν τους. Στήν μεταφυσική δέν εἴχαμε μεγαλοφυίες πού νά μποροῦν νά συγκριθοῦν μέ τόν Πλάτωνα, τόν Σπινόζα, τόν Λάϊμπνιτς, τόν Χέγκελ, τόν Σέλλινγκ ἤ τόν Σοπενχάουερ. Εἶναι ἀδύνατο νά ἀντιπαραβάλουμε στό μεγάλο παρελθόν τῆς φιλοσοφίας τῶν ἄλλων χωρῶν, τήν φιλοσοφική σκέψη μιᾶς χώρας ἡ ὁποία ἔχει φθάσει στά πιό ὑψηλά ἐπιτεύγματά της κατά τό β΄ ἥμισυ τοῦ 19ου αἰ. Μποροῦμε νά συγκρίνουμε τήν ρωσσική φιλοσοφία μέ τήν εὐρωπαϊκή φιλοσοφία τοῦ β΄ ἡμ. τοῦ 19ου αἰ. καί τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ., καί τότε ἡ σύγκριση δέν θά εἶναι πολύ δυσμενής γιά τήν Ρωσσία. 
Τί ἔχει ἀπομείνει στήν Εὐρώπη τῶν μεγάλων φιλοσοφικῶν παραδόσεων τοῦ παρελθόντος; Ἡ φιλοσοφία ἔχει τεμαχισθεῖ, ἔχει χαθεῖ μέσα σέ λεπτομέρειες· δέν ἔχει πλέον τό ἐπίκεντρό της ἐκεῖ ὅπου ἑστιάσθηκε ἡ φιλοσοφία τοῦ κόσμου ἀπό τόν Πλάτωνα ἕως τόν Χέγκελ. Ἡ φιλοσοφία ἔγινε μία εἰδίκευση πού ἔχει μία τεχνική τελειότητα· ἀλλά ἔχασε τήν ζωντανή ψυχή της. Αὐτήν τήν ζωντανή ψυχή, τήν μεγάλη παράδοση τοῦ παρελθόντος, τήν κατέχει ἡ ρωσσική φιλοσοφία. Μετά τόν Χέγκελ καί τόν Σοπενχάουερ ἡ εὐρωπαϊκή φιλοσοφία δέν ἔβγαλε ἕναν ἐκπρόσωπο τοῦ ἐπιπέδου τοῦ Βλαδίμηρου Σαλαβιώφ (Soloviev), τό πιό καθολικό φιλοσοφικό πνεῦμα τοῦ β΄ ἡμίσ. τοῦ 19ου αἰ. Ἡ ρωσσική φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς μας ὑπερέχει σε ποιότητα τῆς εὐρωπαϊκῆς φιλοσοφίας τῆς ἴδιας ἐποχῆς, διότι ἔχει στήν πιό ὑψηλή ἐκτίμηση τό ζωντανό πνεῦμα τῶν μεγάλων φιλοσόφων τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Γερμανίας. Ἡ ρωσσική σχολή τῆς φιλοσοφίας συνεχίζει, μέ τά βήματα τοῦ Σαλαβιώφ, τό ἔργο τοῦ Πλάτωνα καί τῶν Γερμανῶν ἰδεαλιστῶν τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰ. Συνεχίζοντας τό ἔργο τους, ἡ ρωσσική φιλοσοφία δέν ἀρκεῖται νά τούς ἐπαναλαμβάνει καί νά τούς ξαναζωνταενύει, [ἀλλά] δίδει στό ἔργο τους μεγαλύτερη καθολικότητα καί εὐρύτητα. Οἱ πιό σημαντικοί μεταξύ τῶν Ρώσσων φιλοσόφων ἔχουν κατανοήσει ὅτι τό ἔσχατο ὅριο τῆς φιλοσοφίας δέν ἦταν οὔτε ὁ Χιούμ οὔτε ὁ Κάντ (ὅπως παρουσιάζουν οἱ εὐρωπαῖοι φιλόσοφοι τῆς ἐποχῆς μας), ἀλλά ὁ Χἐγκελ, ἡ ὑψηλότερη κορυφή τῆς φιλοσοφίας πού κατανοεῖται ἀφηρημένα, ἡ κορυφή τοῦ ἀφηρηρμἐνου φιλοσοφικοῦ λόγου. Ἀναζήτηση τοῦ φιλοσοφικοῦ ἔργου σημαίνει νά ἐκκινήσουμε ἀπό τόν Χέγκελ γιά νά τόν ὑπερβοῦμε, νά τόν ἀποδεχθοῦμε καί νά τόν νικήσουμε. Διά τοῦ Φίχτε καί τοῦ Σἐλλινγκ, ὁ Κάντ ὁδηγεῖ στόν Χἐγκελ, μέ τήν ἀναγκαιότητα μιᾶς ἐσωτερικῆς λογικῆς διαδικασίας. Ὁ Χέγκελ εἶναι τό ὅριο τῆς ἀφηρημένης φιλοσοφίας, τοῦ ἀφηρημένου ὀρθολογισμοῦ, τῆς φιλοσοφίας πού διαιρεῖ τόν ἑαυτό της, τῆς φιλοσοφίας τοῦ ἀπολύτου. Ἡ προσπάθεια τῶν συγχρόνων φιλοσόφων νά φθάσουν στόν Κάντ χωρίς νά περάσουν ἀπό τόν Χέγκελ καί ἡ διαλεκτική ἀνάπτυξη τοῦ γερμανικοῦ ἰδεαλισμοῦ ἐξηγεῖται μέ τό πνεῦμα τοῦ θετικισμοῦ καί τήν γενικότερη σύγχυση τοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλά, ἀπό τήν ἄποψη τῆς φιλοσοφίας, αὐτό δέν εἶναι βάσιμο. Τό πνεῦμα τοῦ μεγάλου Κἀντ ἔχει ἀποδυναμωθεῖ μέσα στόν νεοκαντιανισμό καί ἔχει δυναμωθεῖ στόν Φίχτε. Ἡ ρωσσική φιλοσοφία ἐκκινεῖ ἀπό τήν ἐξέταση τοῦ Χέγκελ, τήν κριτική κάθε ἀφηρημένης φιλοσοφίας, κάθε ἀφηρημένου ὀρθολογισμοῦ. 
Ἡ ρωσσική φιλοσοφία ἔχει προσπαθήσει νά ὑπερβεῖ τόν ἀφηρημένο ὀρθολογισμό στις δύο μορφές του: τόν ὀρθολογισμό στήν μεταφυσική πού θεμελιώθηκε ἀπό τόν Ντεκάρτ καί τελειοποιήθηκε ἀπό τόν Χέγκελ καί τήν κριτική κάθε ἀφηρημένης φιλοσοφίας, κάθε θετικιστικοῦ ὀρθολογισμοῦ, πού κυριαρχεῖ μέσα στήν φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς μας ὑπό τήν ἀσαφῆ ὄνομασία τοῦ ἐμπειρισμοῦ. Καθ’ ὅν χρόνο στήν Γερμανία ὁ ἀφηρημένος καί ὀρθολογιστικός ἰδεαλισμός τοῦ Χέγκελ γινόταν φοϋερμπαχιανισμός καί ὑλισμός, καί τόν ἀναζητοῦσε ἡ εὐρωπαϊκή φιλοσοφία, μέσα στήν αἰσθητή ἐμπειρία καί τήν ὕλη, μέ σκοπό νά ξαναβρεῖ τό Εἶναι, στήν Ρωσσία ὁ ἀφηρημένος ἰδεαλισμός τοῦ Χέγκελ γινόταν ἕνας ἰδεαλισμός τοῦ συγκεκριμένου καί ἡ ρωσσική σκέψη μέσα στό συγκεκριμένο καί ζωντανό Εἶναι ξανάβρισκε τό ἀπωλεσθέν Εἶναι. Ἡ ἰδιαίτερη ρωσσική φιλοσοφία ἐκκινεῖ ἀπό τό γεγονός ὅτι τό ζωντανό Εἶναι δέν παρέχεται οὔτε μέ τήν λογική οὔτε μέ τήν ἐμπειρία, ἀλλά μέ τήν μυστική ἐμπειρία. Στήν φιλοσοφία τοῦ Χέγκελ ἡ Ἰδέα καταστρέφεται, διότι χάνει διά παντός τό ὑπόβαθρό της, [ἐνῶ] στήν ρωσσική φιλοσοφία ἡ Ἰδέα γίνεται ζωντανή Ὕπαρξη καί βρίσκει τό ὑπόβαθρό της. Στήν Εὐρώπη ἡ φιλοσοφία διακρίνεται ὁριστικά σέ λογική καί ἀνορθολογική· στήν Ρωσσία ἡ φιλοσοφία γίνεται ὑπερλογική. Στήν Εὐρώπη ἡ φιλοσοφία ἔχει ὁριστικά μετασχηματισθεῖ σέ θεωρία τῆς γνώσεως· στήν Ρωσσία ἡ φιλοσοφία δέν ἔχει σταματήσει νά εἶναι ὀντολογία καί νά ἔχει ὡς χρέος τήν συγκρότηση μιᾶς θεωρίας περί τοῦ Εἶναι. Στήν εὐρωπαϊκή φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς μας ἀντιλαμβάνεται κανείς τήν ἀρρωστημένη ἀπόσταση ἀπό τίς ρίζες τοῦ Εἶναι, τήν ἀπώλεια τῆς συνείδησης τῆς πραγματικότητας, τήν διάκριση σε ὑποκείμενο καί ἀντικείμενο, τήν ἀδυναμία τῆς σκέψης νά κατανοήσει τό Εἶναι. Ὡς ἀντικείμενο τό Εἶναι ὀρθολογικοποιεῖται καί πεθαίνει. Στήν ρωσσική φιλοσοφία, ἡ ἐμπιστοσύνη στήν πραγματικότητα τοῦ Εἶναι καί στήν πραγματικότητα τῆς ἀλήθειας δέν ἔχει χαθεῖ: οἱ φιλόσοφοί μας δέχονται ὅτι ἡ ζῶσα πραγματικότητα ἔχει δοθεῖ στήν συνείδησή μας καί βεβαιώνουν ὅτι μποροῦμε νά ἔλθουμε σέ ἄμεση ἐπαφή μέ τό Εἶναι. Στήν θεωρία τῆς γνώσεως, οἱ Ρῶσσοι φιλόσοφοι δέν ἀνήκουν οὔτε στήν φαινομενολογία οὔτε στόν ὀρθολογικό ἤ ἐμπειρικό ἰδεαλισμό, ἀλλά στόν ὑπερβατικό ρεαλισμό, ὁ ὁποῖος, κατά βάθος, ταυτίζεται μέ τόν συγκεκριμένο ἰδεαλισμό. Ἐάν θεωρήσουμε τήν λογική καί τήν ἐμπειρία ὡς τίς μόνες πηγές τῆς γνώσεως, μοιραία θά φθάσουμε στόν διαχωρισμό μέ τό Εἶναι: τό συγκεκριμένο, ζωντανό, πραγματικό Εἶναι δέν παρέχεται στήν λογική μέ ὅλες τίς πιθανές ἀφαιρέσεις της, οὔτε μέσα στήν αἰσθητή ἐμπειρία μέ ὅλες τίς ἐπαγωγικές μεθόδους της. Ὁ νεοκαντιανός κριτικισμός εἶναι ἕνας συμβιβασμός μεταξύ τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί τοῦ ἐμπειρισμοῦ καί δέν ἐξέρχεται ἀπό τήν γοητεία τοῦ κύκλου. Εἶναι πασιφανές ὅτι ἡ πραγματικότητα τοῦ Εἶναι παρέχεται ἐνορατικά, μέσα στήν μυστική έμπειρία, ἡ ὁποία δέν εἶναι οὔτε μία πράξη τῆς ἀφηρημένης σκέψης οὔτε μία λογική ἐμπειρία. Ἡ ἐνόραση, ἡ μυστική ἐμπειρία προηγεῖται κάθε ὀρθολογικοποιημένης συνειδήσεως, κάθε λογικῆς ἀντίθεσης μεταξύ τοῦ ὑποκειμένου καί τοῦ ἀντικειμένου. Ἐκτός ἀπό τήν αἰσθητή ἐμπειρία καί τίς ἀφαιρέσεις τῆς κρίσεως, ἡ ρωσσική φιλοσοφία ἀναγνωρίζει μία ὑψηλότερη καί ἄμεση πηγή τῆς γνώσεως. Ἐδῶ φθάνουμε στό ζήτημα τῆς σχέσης τῆς γνώσεως μέ τήν πίστη, τῆς φιλοσοφίας μέ τήν θρησκεία. 
Ἡ εὐρωπαϊκή σκέψη τῆς ἐποχῆς μας ἔχει ὁριστικά διαχωρίσει τήν γνώση μέ τήν πίστη, τήν φιλοσοφία μέ τήν θρησκεία. Ἡ εὐρωπαϊκή φιλοσοφία ἔχει ἀνανεωθεῖ, διαμαρτυρόμενη ἐνάντια στήν θέση πού τῆς εἶχε ἐπιβληθεῖ κατά τόν Μεσαίωνα, εἶναι πλήρως διαφοροποιημένη ἀντιτιθέμενη συνειδητά στήν πίστη καί τήν θρησκεία. Ἡ ρωσσική φιλοσοφία ἑνώνει τήν γνώση καί τήν πίστη, καί βλέπει μέσα στήν «γνώση» μία συγκεκριμένη μορφή τῆς πίστεως καί μέσα στήν «πίστη» μία ὁλοκληρωμένη μορφή τῆς γνώσεως. Στήν Ρωσσία ἡ φιλοσοφία καί ἡ θρησκεία εἶναι αὐστηρά διεισδυτικές· ἡ φιλοσοφία εἶναι πάντοτε, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, θρησκευτική μέσα στίς ὑψηλότερες ἐκδηλώσεις της, ἔχει ὑποταχθεῖ στήν Γνώση τῆς θρησκείας. Ἡ ρωσσική φιλοσοφία εἶναι συνάμα μία θεοσοφία. Ὅπως οἱ μεγάλοι Ρῶσσοι καλλιτέχνες, οἱ Ρῶσσοι φιλόσοφοι ἀναζητοῦν τό νόημα τῆς ζωῆς καί γι’ αὐτό ἡ φιλοσοφία ἔχει γίνει γι’ αὐτούς γνώση τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι ἀπό τούς εὐρωπαίους φιλοσόφους τούς ὁποίους οἱ Ρῶσσοι φιλόσοφοι προσεγγίζουν, εἶναι ὁ Σέλλινγκ καί ἐν μέρει ὁ Λάιμπνιτς. Ἀλλά τό κλειδί τοῦ ρωσσικοῦ φιλοσοφικοῦ οἰκοδομήματος εἶναι πάντοτε ὁ Πλάτων. 
Θεμελιωτής τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας ὑπῆρξε ὁ σλαβόφιλος Κομιάκωφ [Khomiakov]. Οἱ φιλοσοφικές ἀντιλήψεις αὐτῆς τῆς μεγάλης διανοίας ἀσκοῦσαν τήν ἐπίδρασή τους περί τό 1840. Εἶχε ὡς δασκάλους τόν Χέγκελ καί τόν Σέλλινγκ, ἀφομοίωσε τήν μεγάλη παράδοση τοῦ γερμανικοῦ ἰδεαλισμοῦ. Στήν Εὐρώπη κανείς δέν ἄσκησε πιό αὐστηρή καί ὀξεία κριτική τοῦ ἀφηρημένου ἰδεαλισμοῦ καί τοῦ ὀρθολογισμοῦ τοῦ Χέγκελ. κατάλαβε, ὅσο κανείς ἄλλος, ὅτι ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἀφηρημένης καί ὀρθολογικῆς φιλοσοφίας καταλήγει κατ’ ἀνάγκην στόν Χέγκελ καί ὁ ἑγελιανός πανλογισμός ὁδηγεῖ στο κενό, στήν ἰδέα πού στερεῖται ἀπό τό ζωντανό ὑπόβαθρό της. Ὁ Κομιάκωφ προέβλεψε ὅτι μέσα στίς ἀναζήτησεις της περί τοῦ ὑποστρώματος τῆς ἰδέας, ἡ εὐρωπαϊκή φιλοσοφία θά συναντοῦσε στόν δρόμο της τόν ὑλισμό. Ὁ ἄλλος δρόμος στόν ὁποῖο ὁ Κομιάκωφ πῆρε θέση, εἶναι ὁ συγκεκριμένος ἰδεαλισμός, μέ τήν ἐνορατική καί ἄμεση μυστική ἐμπειρία τοῦ Εἶναι. Ἡ ἀφηρημένη φιλοσοφία δέν μπορεῖ νά περιμένει τίποτε ἀπό τόν ἑαυτό της· καταλήγει μοιραία σέ νοήματα ἄνευ περιεχομένου, στήν κατάργηση τοῦ Εἶναι. Μόνον ἡ πίστη μᾶς δίνει τό ἀληθινό Εἶναι, μᾶς ὁδηγεῖ στό νά κατανοήσουμε τό ζωντανό Εἶναι. Γιά τόν Κομιάκωφ, ἡ χριστιανική θρησκεία ἀναπτύσσει τήν ζῶσα καί πραγματική ἀλήθεια· αὐτή μόνον περιλαμβάνει τήν ἰδέα ὡς ζωντανό Εἶναι. Ὁ συγκεκριμένος ἰδεαλισμός, αὐτό τό πρωτότυπο προϊόν τῆς ρωσσικῆς σκέψης, εἶναι ἡ γνώση τῆς ἰδέας πού κατανοεῖται ὡς ζωντανό Εἶναι. Αὐτός εἶναι συγχρόνως ὁ ἀληθινός ρεαλισμός. Ἡ ἄμεση σχέση τοῦ γιγνώσκοντος ὑποκειμένου καί τοῦ Εἶναι δέν πραγματώνεται οὔτε μέ τίς ἀφηρημένες θεωρήσεις τῶν ὀρθολογιστῶν, οὔτε μέ τήν αἰσθητή ἐμπειρία τῶν ἐμπειριστῶν: πραγματώνεται μέσα στήν ἄμεση, ἀρχέγονη καί ζωντανή ἐμπειρία πού προηγεῖται κάθε ὀρθολογικοποίησης καί ἐπίσης διάκρισης τοῦ ὑποκειμένου ἀπό τό ἀντικείμενο. Αὐτές οἱ θεμελιώδεις ἀντιλήψεις γιά τήν ρωσσική φιλοσοφία ἔχουν διατυπωθεῖ ἀπό τόν Κομιάκωφ, ὑπό μία μορφή ὄχι συστηματική, ἀποσπασματικά. Αὐτός πού συστηματοποίησε καί ὀργάνωσε πράγματι τόν συγκεκριμένο ἰδεαλισμό καί τόν γνωσιολογικό μυστικισμό εἶναι ὁ μεγαλύτερος Ρῶσσος φιλόσοφος, ὁ Βλαδίμηρος Σαλαβιώφ. 
Ὅπως ὁ Κομιάκωφ, ὁ Βλ. Σαλαβιώφ ἐκκινεῖ ἀπό τήν ἀναγκαιότητα νά ὑπερβεῖ τήν ὁδό τοῦ ἀφηρημένου ὀρθολογισμοῦ καί τήν ἐνσάρκωσή αὐτοῦ, τόν Χέγκελ. Ὁ Σαλαβιώφ ἔχει ἀνατραφεῖ ὄχι μόνον ἀπό τίς μεγάλες φιλοσοφικές παραδόσεις, ἀλλά ἐπίσης ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν μυστικῶν. Διδάσκει τήν ἐλεύθερη Θεοσοφία. Συμπεριλαμβάνεται στά τελευταῖα ρεύματα τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας. Ἀναγνωρίζει τήν σχετικότητα τῆς ἀλήθειας τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τοῦ ἐμπειρισμοῦ καί τοῦ κριτικισμοῦ, ἀλήθεια ἡ ὁποία καταλήγει σέ ψεῦδος ὅταν βεβαιώνεται ἀποκλειστικά καί χωριστά ἀπό τίς ἄλλες ὄψεις τῆς ἀλήθειας. Ὁ Σαλαβιώφ ἔδωσε μία λαμπρή καί ἐνίοτε ἰδιοφυῆ κριτική τῶν «ἀφηρημένων ἀρχῶν». Μέ τόν ὅρο «ἀφηρημένη ἀρχή» ἐννοεῖ κάθε ἀρχή πού βεβαιώνεται χωριστά, ἀποκλειστικά καί ὡς ἀνώτερη οὐσία. Γιά τόν Σαλαβιώφ, ὅλος ὁ πολιτισμός καί ἡ εὐρωπαϊκή φιλοσοφική σκέψη ἑδράζονται πάνω σε ἀφηρημένες ἀρχές· τῆς λείπει ἕνα ὀργανικό κέντρο. Ἡ ἀρχή τῆς λογικῆς ἐμπεριέχει μία ἀλήθεια, ἀλλά ὅταν λαμβάνεται ἀφηρημένα, χωριστά καί βεβαιώνεται ὡς ἡ μοναδική καί ἀνώτερη ἀρχή, γίνεται ψεῦδος. Τό ἴδιο ἰσχύει γιά τήν ἀρχή τῆς ἐμπειρίας. Ἡ Κριτική τῶν ἀφηρημένων ἀρχῶν (ὁ τίτλος τοῦ θεμελιώδους ἔργου τοῦ Σαλαβιώφ) τόν ὁδηγεῖ στήν ἀποκατάσταση τῆς ὀργανικῆς καθόλου γνώσεως στό βάθος τῆς φιλοσοφίας, στήν συμφιλίωση τῆς γνώσεως μέ τήν πίστη, τῆς θεωρίας μέ τήν πράξη, τοῦ λογικοῦ μέ τό μυστικό, στήν ὑποταγή ὅλων συγκεκριμένων ἀρχῶν στήν ἀνώτερη ἀρχή τῆς θρησκείας. Στήν ἀφηρημένη φιλοσοφία ἀντιτίθεται μία ὀργανική φιλοσοφία, στήν ἀφηρημένη λογική μία ὀργανική λογική, στό μηχανικό [στοιχεῖο], τό ὀργανικό [στοιχεῖο]. Ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἀφηρημένων ἀρχῶν τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τοῦ ἐμπειρισμοῦ καί τοῦ κριτικισμοῦ ὁδηγεῖ στήν συμπλήρωση τῆς μερικῆς ἀλήθειάς τους μέ τήν πιό ὑψηλή ἀλήθεια τῆς μυστικῆς ἐμπειρίας. Ἡ θεμελιώδης ἰδέα τῆς γνωσιολογίας τοῦ Σαλαβιώφ εἶναι ὅτι στήν βάση κάθε γνώσεως, ἀκόμα καί τῆς ἐπιστημονικῆς καί τῆς θετικῆς, βρίσκεται μία πίστη καί ἑπομένως ὅτι μεταξύ τῆς γνώσεως καί τῆς πίστεως δέν ὑπάρχει ἡ ἀντινομία πού βεβαιώνει ἡ σύγχρονη φιλοσοφία. Ἀφ’ ἑνός ἡ πίστη εἶναι γνώση. Ἡ γνωσιολογική θεωρία περί τῆς μυστικῆς ἐμπειρίας δέν εἶναι ἐπαρκῶς ἐπεξεργασμένη ἀπό τόν Σαλαβιώφ, ἀλλά συνιστᾶ τόν σπόρο τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας μέσα στήν πρωτοτυπία της· ἀπό αὐτόν τόν σπόρο μόνον ἡ φιλοσοφία μπορεῖ νά βγεῖ γιά νά ἀναπτυχθεῖ περισσότερο. Ἡ διδασκαλία τοῦ Σαλαβιώφ ἔχει στενή σχέση μέ τήν διανοητική ἐνόραση τοῦ Σέλλινγκ, ἀλλά τήν ὑπερβαίνει. Ὁ Σαλαβιώφ κατανοεῖ τόν σύγχρονο κριτικισμό, ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ ἐμπειρισμός περιέχει ἕνα μέρος τῆς ἀλήθειας, ἀποκαθιστᾶ τήν διδασκαλία τῶν Νεοπλατωνικῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διδασκαλία τοῦ Σαλαβιώφ δέν εἶναι μόνον θεοσοφική, ἀλλά ἐπίσης μία φιλοσοφία: ἀφομοιώνει ὅλην τήν φιλοσοφική ἐξέλιξη τοῦ κόσμου. Ἡ θεοσοφία πέρασε ἀπό τήν δοκιμασία τῶν φιλοσοφικῶν ἀμφιβολιῶν καί ὑπερασπίστηκε τήν χριστινιακή πίστη ὡς λογική στόν μέγιστο βαθμό. Ὁ Σαλαβιώφ ἐνισχύει τόν συγκεκριμένο ἰδεαλισμό ἀπό τήν θεωρία τῆς διάκρισης μεταξύ τῆς ὕπαρξης καί τοῦ ζωντανοῦ καί συγκεκριμένου Εἶναι. Ὁ Χέγκελ σκέπεται τήν ὕπαρξη· ἀλλά δέν ἐξέρχεται ἀπό τό ἀφηρημένο. Ἀλλά ἡ ὕπαρξη θά πρέπει νά ἔχει ἕνα ὑπόστρωμα, θά πρέπει νά εἶναι αὐτό πού κατέχει τήν ὕπαρξη, δηλαδή τό ζωντανό Εἶναι. Τό ζωντανό ὑπόστρωμα τῆς ὕπαρξης εἶναι ἡ ἀνώτερη ἰδέα μέσα στήν ὁποία ἡ φιλοσοφία παύει νά εἶναι ἀφηρημένη καί ὀρθολογική. 
Οἱ ἀντιλήψεις τοῦ Σαλαβιώφ υἱοθετήθηκαν ἀπό τόν σημαντικότερο τῶν μαθητῶν του, τόν πρίγκηπα Σέργιο Τρουμπετσκόϊ [Serge Troubetskoi]. Στίς ἐργασίες του πάνω στήν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας αὐτός ἔδειξε τήν νομιμότητα μιᾶς ὑποκειμενικῆς καί ἀναγκαίας μεταφυσικῆς, θεωρούμενης ὡς μιᾶς ἀποκαλύψεως τοῦ λόγου μέσα στήν ἱστορία· κατά τόν ἴδιο ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφίας εἶναι ἀνάπτυξη τῆς ἀλήθειας καί ὄχι σύγχυση λαθῶν. Δίδει στόν συγκεκριμένο ἰδεαλισμό τό πιό μακρινό του θεμέλιο, στό βάθος ἀκόμη καί τοῦ ἀφηρημένου ἰδεαλισμοῦ τῶν Γερμανῶν καί ὁδηγεῖται στήν βεβαίωση τῆς καθόλου συνειδήσεως καί τῆς καθόλου ἀλήθειας. 
Ὁ Τσιτσέριν [Tchicherine], ἕνα ἀπό τά πιό προχωρημένα πνεύματα στήν Ρωσσία, νομικός καί φιλόσοφος, παραμένει μακριά ἀπό τήν σχολή τοῦ συγκεκριμένου ἰδεαλισμοῦ. Ὑπερασπίστηκε τά δικαιώματα τῆς μεταφυσικῆς καί τῆς πίστεως, ἀλλά παρέμεινε, περισσότερο ἀπό κάθε άλλο Ρῶσσο φιλόσοφο, ἕνας ὀρθολογιστής. Αὐτός ἐπίσης προέρχεται ἀπό τόν Χέγκελ, ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς πιό σημαντικούς ἑγελιανούς, ἀλλά προσπάθησε νά προσεγγίσει τόν Χέγκελ διά τοῦ Κάντ. 
Ὑπάρχει ἐπίσης μέσα στήν ρωσσική φιλοσοφία ἕνα ἄλλο ρεῦμα, τό ὁποῖο προέρχεται ὄχι ἀπό τόν Χέγκελ καί τόν γερμανικό ἰδεαλισμό, ἀλλά ἀπό τόν Λάϊμπνιτς καί τό ὁποῖο ἔχει σχέση μέ τούς νεωτέρους ὀπαδούς τοῦ Λάϊμπνιτς, τύπου Λότσε [Lotze]. Ἐπικεφαλῆς αὐτοῦ τοῦ κινήματος εῖναι ὁ Koζλώφ [Kozlov], ὁ πρῶτος καί πνευματικός ὑπέρμαχος τοῦ παμψυχισμοῦ. Στήν συνάντηση ὅλων τῶν γνωιολογιῶν τοῦ καιροῦ μας, ὁ Κοζλώφ ὑπερασπίζεται τήν ὀντολογία καί θεωρεῖ τήν ἀνάλυση τῆς ἔννοιας τοῦ Εἶναι ὡς θεμελιῶδες ἀντικείμενο τῆς γνωσιολογίας. Κατά τόν Κοζλώφ, τά ὑλικά τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς τῆς ἔννοιας εἶναι ἄμεσα δεδομένα τῆς συνειδήσεως. Ἀλλά εἶναι ἀναγκαῖο να κάνουμε μία διάκριση μεταξύ τῆς συνειδήσεως και τῆς γνώσεως, μεταξύ τῶν καταστάσεων τῆς συνειδήσεως πού μετασχηματίζονται σέ γνώση, καί ἐκείνων πού μετασχηματίζονται κατά τέτοιο τρόπο, διάκριση τήν ὁποία πολλοί φιλόσοφοι παραλείπουν νά κάνουν. Τά ὑλικά τοῦ Εἶναι ἔχουν δοθεῖ στην ἀρχέγονη καί ἄμεση συνείδηση, καί τά ἀναζητοῦμε στήν δευτερογενῆ και ὀρθολογικοποιημένη συνείδηση. Τό Εἶναι ἀποκαλύπτεται πάντοτε μέσα στήν ἄμεση συνείδηση, ὡς ζωντανό, ψυχικό, ἀτομικό καί συγκεκριμένο· χάρις σ’ αὐτήν τήν πρωτότυπη γνωσιολογία, ὁ Κοζλώφ ὁδηγήθηκε στήν ἀποκατάσταση τῆς μοναδολογίας τοῦ Λάϊμπνιτς ἤ τοῦ παμψυχισμοῦ. Ὁ παμψυχισμός τοῦ Κοζλώφ δέν εἶναι ἡ παλαιά πνευματοκρατία, περιλαμβάνεται στις πρόσφατες προόδους τῆς φιλοσοφίας. Ὁ Κοζλώφ κρίνει μέ τόλμη τόν Κάντ καί προτιμᾶ τόν Λάϊμπνιτς· ἀλλά ἔχει διέλθει ἀπό τόν Κάντ και ἔχει πάρει πολλά ἀπό αὐτόν, κυρίως τήν θεωρία του περί τοῦ χώρου και τοῦ χρόνου. Κάθε ὕπαρξη εἶναι, γιά τόν Κοζλώφ, ἐκτός τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου. Ἐκεῖ βρίσκεται ἡ βάση τῆς ὀντολογίας του. Ὅλες οἱ γνωσιολογικές κατηγορίες ἀποτελοῦν, σ’ αὐτόν, τό ὀντολογικό θεμέλιο στήν ὑποστατικότητα τοῦ ἐγώ. Ὁ Κοζλώφ εἶναι ὁ ὑπέρμαχος τῆς μεταφυσικῆς ὑποστάσεως. Κατ’ αὐτόν, ἡ ὑποστατικότητα τοῦ ἐγώ ἔχει δοθεῖ ἀρχέγονα καί εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς γνωσιολογίας. Ἡ ὀντολογία τοῦ Κοζλώφ εἶναι χαρακτηριστική τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας. 
Ἀπό τούς σημαντικούς φιλοσόφους τῆς προηγούμενης γενιᾶς μόνον ἕνας εἶναι ἐν ζωῇ, ὁ Λοπάτιν [Lopatine]. Συμβίβασε μέ μεγάλη πρωτοτυπία τόν Λάϊμπνιτς με τόν Σέλλινγκ καί, παρόλο πού δέν εἶναι ἄμεσος μαθητής τοῦ Σαλαβιώφ, τά πνεύματά τους συνδέονται. Ἡ κύρια συμβολή τοῦ Λοπάτιν συνίσταται στήν πρωτότυπη θεωρία τῆς αἰτιότητας καί τῆς ἐλευθερίας, θεωρία πού δέν ἔχει ὅμοιά της στήν φιλοσοφία τοῦ καιροῦ μας. Στήν αἰτιότητα ὁ Λοπάτιν βλέπει τό οἰκοδόμημα τῆς μεταφυσικῆς τῆς ὑποστάσεως καί, μέσα στήν ἐλευθερία, τήν δημιουργική της δύναμη. Ἀκολουθώντας τόν Κοζλώφ καί τόν Λοπάτιν, ἔρχεται ὁ Ἀσκόλντωφ [Askoldov], ἡ μεταφυσική τοῦ ὁποίου συνδεέται με τόν Λάϊμπνιτς καί τόν Σέλλινγκ καί ὑπέρμαχος, στήν γνωσιολογία, τῆς δυνατότητας τοῦ θαύματος.\
Ἀλλά ὁ πιό σημαντικός ἀπό τούς Ρώσσους αὐτῆς τῆς ἐποχῆς εἶναι ὁ Νικ. Λόσσκυ [N. Lossky]. Εὔκολα συγχέει κανείς τήν γνωσιολογία πού ἔχει ἐκθέσει στο βιβλίο του Τό θεμέλιο τῆς ἐνοράσεως (Le Fondement de l’ Intuitisme) με τόν μονισμό τοῦ Ε. Schuppe [1836-1913] ἤ τίς θεωρίες τοῦ Ἀβενάριους (R. Avenarius, [1843-1896]). Στήν πραγματικότητα, ὁ ἐμπειρισμός τοῦ Λόσσκυ ἔχει μία ἰδιαίτερη μέθοδο, εἶναι πλήρως μυστικιστής καί ἀκολουθεῖ, ἄν καί μέ τόν τρόπο του, τίς παραδόσεις τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας. Ὁ Λόσσκυ ἐκκινεῖ ὄχι ἀπό τόν Χέγκελ καί τόν Σαλαβιώφ, ἀλλά ἀπό τόν Λάϊμπνιτς καί τόν Κοζλώφ. Αἰσθάνθηκε τήν ἀναγκαιότητα νά ἀρνηθεῖ τήν ἀπομόνωσή τους. Τό κύριο ἐνδιαφέρον τῆς φιλοσοφίας τοῦ Λόσσκυ βρίσκεται στήν κριτική τῆς διάκρισης τοῦ ὑποκειμένου καί τοῦ ἀντικειμένου καί στήν ἀπόδειξη ὅτι δέν ὑπάρχουν οὔτε ἀντίθεση οὔτε ἀνυπέρβλητα ὅρια μεταξύ τους. Κατά τόν Λόσσκυ, ἡ ἐμπειρία δέν προσφέρει μία κατάσταση τῆς συνειδήσεως ἀτομική καί κλειστή, ἀλλά τό Εἶναι στήν καθολικότητά του καί χωρίς ὅρια. Τό ἀντικείμενο τῆς γνώσεως βρίσκεται σταθερά στο processus τῆς γνώσεως, τό Εἶναι γίνεται ἄμεσα σκέψη. Αὐτή εἶναι ἡ θεμελιώδης τοποθέτησή του. Ἡ ἕνωση τοῦ ὑποκειμένου μέ τό ἀντικείμενο, ἡ ἀνάβαση τῆς σκἐψης στό Εἶναι μποροῦν νά βεβαιωθοῦν μέ τόν ἐνορατισμό ἤ τόν μυστικό ἐμπειρισμό. Ὁ Λόσσκυ θέλει νά ἀποκαταστήσει τόν παλαιό ἐνορατισμό. Ἀλλά ἔχει πρωτοτυπία ὡς πρός τό ὅτι δέχεται τήν ἄμεση ἐμπειρία τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου καί κατανοεῖ κάθε γνώση ὡς ἐνόραση. Γιά τόν Λόσσκυ, ἡ γνώση εἶναι κατοχή τοῦ ἀντικειμένου, ἡ τῆς πραγματικότητας μέσα στο ὑποκείμενο, ἐνῶ τό κριτήριο ἀληθείας εἶναι ἀντικειμενικῶς πραγματικό, βρίσκεται μέσα στήν ἴδια τήν πραγματικότητα, στήν ἀναγκαιότητα τῆς παρουσίας της μέσα στήν γνώση· δέν εἶναι ἰδεατή, δἐν βρίσκεται μέσα στό ὑποκείμενο. Γιά τήν καλύτερη ἀνάπτυξη αὐτῶν τῶν γνωσιολογικῶν του ἀντιλήψεων, ὁ Λόσσκυ ἀναφέρεται στήν κριτική τοῦ ὀρθολογισμοῦ στόν Κάντ, τοῦ ἐμπειρισμοῦ καί τοῦ κριτικισμοῦ τοῦ Κάντ. Σέ ὅλα αὐτά τά ρεύματα, ὁ Λόσσκυ βλέπει ἕνα μέρος τῆς ἀλήθειας, ἀλλά χωρίς τήν λύση τοῦ προβλήματος τῆς γνώσεως. Ὁ Λόσσκυ εἶναι ἕνας πολύ ἐπικίνδυνος ἀντίπαλος τοῦ καντιανισμοῦ καί ὅλων τῶν προσφάτων μετασχηματισμῶν του. Πηγαίνει ἐνάντια στο πνεῦμα τῆς πολύ πρόσφατης φιλοσοφίας ἡ ὁποία ἕχει ὁριστικά διαχωρίσει τό ὑποκείμενο ἀπό τό ἀντικείμενο. Ὁ Λόσσκυ εἶναι ὑπέρμαχος τοῦ ρεαλισμοῦ· τό κέντρο βαρύτητας, γι’ αὐτόν, βρίσκεται μέσα στό Εἶναι καί ὄχι μέσα στήν σκέψη. Ἐπίσης θεωρεῖ τούς νόμους τῆς ΄λογικῆς ὡς δυνάμεις τοῦ Εἶναι. Στόν Λόσσκυ ἔχει ἡ κρίση τῆς φιλοσοφίας τῆς ἐποχῆς μας, ὕστερα ἀπό τήν ὁποία ἐκείνη ἀναπόφευκτα θά πρέπει νά ἐπιστρέψει στό Εἶναι, στήν ἀποκτάσταση τῆς ἀπωλεσθείσης συνειδήσεως τῆς πραγματικότητας. Ἡ γνώση ἔγινε θάνατος, τό Εἶναι πεθαίνει μέσα στήν συνείδηση. Ὁ Λόσσκυ ἐπιθυμεῖ μία γνώση ζωντανή, μία γνώση τοῦ Εἶναι. Γι’ αὐτόν, ἡ γνώση εἶναι μία πράξη ζωῆς, τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ Εἶναι. Ὁ Λόσσκυ θέτει τήν ἐμπειρία στήν πληρότητά της καί χωρίς περιορισμούς, σέ ἀντίθεση μέ τόν ἐμπειρισμό τῆς σχολῆς τοῦ Χιούμ, ὁ ὁποῖος δέχεται μία ἐμπειρία περιορισμένη καί ὀρθολογικοποιημένη. Προχωρεῖ βεβαιώνοντας τήν αὐθόρμητη παρουσία τῆς πραγματικότητας μέσα στήν συνείδησή μας. Ἐδῶ ὁ Λόσσκυ συναντᾶ μία δυσκολία στό ζήτημα τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, πού περιορίζουν τήν ἐμπειρία τῆς πραγματικότητας, ἀλλά ἐπανέρχεται στήν θεωρία περί τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, ὅταν ἐπεξεργάζεται τήν ὀντολογία ἤ τήν ὀντολογία τῆς γνώσεως. Εἶναι σημαντικό νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ γνωσιολογία τοῦ Λόσσκυ δέν εἶναι ὁ σταθερός ἰδεαλισμός· γι’ αὐτόν τό Εἶναι εἶναι σταθερό ὡς πρός τό processus τῆς γνώσης, ἀλλά ὑπερβατικό ὡς πρός τό ὑποκείμενο· ὑπάρχει ἐκτός τοῦ ὑποκειμένου καί ὅλες οἱ μορφές τοῦ Εἶναι δέν εἰσέρχονται μέσα στήν γνώση. Μία ἄλλη ἰδιαιτερότητα καί πρωτοτυπία τοῦ Λόσσκυ εἶναι ἡ ὑπεράσπιση τοῦ ρεαλισμοῦ τοῦ Μεσαίωνα καί ἡ ἀποφασιστική ἀναίρεση τοῦ νομιναλισμοῦ καί τῆς ἐννοιοκρατίας. Ὁ Λόσσκυ ὑπερασπίζεται τόν ρεαλισμό τῆς γενικῆς ἰδέας πού δέχεται ὅτι ἔχει δοθεῖ κατά τρόπο ἄμεσο μέσα στήν γνώση. Γι’ αὐτόν, τό γενικό εἶναι ἐπίσης ἀτομικό ὅπως τό συγκεκριμένο. Ἡ ἐνορατική θεωρία περί τῆς γνώσεως ἐξαρτᾶται πλήρως ἀπό την δυνατότητα μιᾶς ἄμεσης ἐμπειρίας τῶν γενικῶν πραγματικοτήτων· ἀλλά τό μεγάλο λάθος τοῦ Λόσσκυ εἶναι ὅτι πέφτει σ’ ἕναν ὑπερβολικό γνωισολογικό ὀπτιμισμό, ὅτι δέν εἶναι σέ θέση νἀ ἐξηγήσει τό λάθος του, ὅτι δέν κατανοεῖ ὅτι ἡ συνείδησή μας εἶναι περιορισμένη, ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπερβεῖ τήν ὀδυνηρή ἄβυσσο, διότι δέν μπορεῖ νά τήν ὑπερβεῖ κανείς μέ νέες γνωσιολογικές θεωρίες πάνω στό processus τῆς γνώσης. Ὁ Σαλαβιώφ σκεφτόταν ὅτι δέν μπορεῖ νά ἐπιλύσει κανείς αὐτήν τήν δυσκολία παρά μόνον ἐπικαλούμενος τήν θρησκεία. Ὁ Λόσσκυ θέλει νά τήν ἐπιλύσει μέ μία νέα γνωσιολογία. Μέ τήν ρεαλιστική φιλοσοφία τῆς ἐνοράσεως προσπαθεῖ νά ὑπερβεῖ τήν ἄβυσσο πού χωρίζει δύο κόσμους καί δύο γνώσεις, νά ὑπερβεῖ τόν δυϊσμό πού μποροῦμε νά ὑπερβοῦμε παρά μόνο μέ τήν θρησκεία. Ἀλλά οὔτε οἱ ὑπερβολές οὔτε τά σφάλματα τοῦ Λόσσκυ μιεώνουν τήν ἀξία τῆς ὑπηρεσίας πού ἔχει προσφέρει στήν ρωσσική φιλοσοφία καί στόν κόσμο. 
Ἡ φιλοσοφία τῆς Ρωσσίας θέτει τά ἴδια μεγάλα ζητήματα μέ τήν λογοτεχνία της. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς καί τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντοτε ὑπό τίς θεωρίες τῆς γνωσιολογίας μας. Ὁ Ντοστογιέφσκι ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος τῶν Ρώσσων μεταφυσικῶν. Καί ὁλόκληρη ἡ λογοτεχνία μας ὑπῆρξε μεταφυσική, ἐνῶ ἡ μεταφυσική ὑπῆρξε λογοτεχνία παρά ἐπιστήμη. Ἐκτός ἀπό τήν ἐπιστημονική καί τήν ἀκαδημαϊκή φιλοσοφία, εἶναι πολύ διαδεδομένη ἡ λογοτεχνική καί δημοσιογραφική φιλοσοφία. Ἐάν ἡ ρωσσική φιλοσοφία, μέ βαδίζει ἀφ’ ἑνός ὥς τίς κορυφές τῆς θρησκείας καί τῆς πίστεως, ἀφ’ ἑτέρου φθάνει στήν ἀναταραχή τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καί τῆς ἠθικῆς πρακτικῆς. Κάποιοι φιλόσοφοι ἔχουν προέλει ἀπό τίς θεολογικές ἀκαδημίες μας, ἀπό ἕνα συντηρητικό στρατόπεδο τῆς ὀρθόδοξης πίστης, ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι φιλόσοφοι ἔχουν προέλθει ἀπό τό στρατόπεδο τῶν μαρξιστῶν δημοσιογράφων καί τῆς παρακμάζουσας λογοτεχνίας, τοῦ συγχρόνου πνεύματος. Αὐτά τά διαφορτετικά ρεύματα συνδέονται σέ κάποιο βαθμό. Σήμερα τό πιό ἰσχυρό ρεῦμα εἶναι ἐκεῖνο τῆς ἰδεαλιστικῆς καί θρησκευτικῆς φιλοσοφίας. Στήν Ρωσσία, τά τελευταῖα χρόνια, ὁ μυστικισμός εἶναι τῆς μόδας· ἀλλά συχνά λαμβάνει μορφές ἐχθρικές γιά κάθε φιλοσοφία καί κάθε θρησκεία. Μέσα στά μεγάλα κύματα τῆς ἐπανάστασης ἔχει σηκωθεῖ ἕνας σκοτεινός μυστικισμός· τό κύριο καθῆκον τοῦ πολιτισμοῦ μας εἶναι ἡ ὑποταγή στούς νόμους τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας. Διαφορετικά τό processus τῆς ἀποσύνθεσης θά τόν ὁδηγήσει στό processus τῆς δημιουργίας. 
Σέ μᾶς ὁ θετικισμός καί ὁ κριτικισμός ἔχουν μία ἀδύναμη παρουσία. Αὐτά τά ρεύματα ἔχουν μία σημασία περισσότερο παιδαγωγική παρά φιλοσοφική. Στήν ρωσσική Διανόηση ὁ θειτικισμός καί ὁ ὑλισμός ἔχουν παρουσιασθεῖ εὐρύτατα καί ἔχουν λάβει ὑπερβολικές μορφές, ἀλλά σ’ αὐτούς ὑπάρχει περισσότερο τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀπώλειας φιλοσοφικοῦ καί γενικοῦ πολιτισμοῦ παρά ἕνα πρωτότυπο ρεῦμα τῆς σκέψης μας. Ἡ δημιουργική ἀποστολή τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας εἶναι ἐντελῶς διαφορετική, καί αὐτό ἀκριβῶς προσπάθησα νά δείξω, στόν βαθμό πού τό ἐπέτρεπε μία σύντομη μελέτη. 
Σήμερα, στήν Εὐρώπη, ἡ φιλοσοφική σκέψη διέρχεται μία κρίση· βρίσκεται σ’ ἕνα ἀδιέξοδο. Ἡ φαινομενολογία, μέ ὅλες τίς ἀποχρώσεις της, ἡ βουλησιαρχία, ὁ κανονιστικός ἰδεαλισμός ἔχουν προσανατολισμούς ἀντίθετους στόν ρεαλισμό τῆς ὕπαρξης καί ἀδιάφορους γιά τήν ὕπαρξη. Ἡ ρωσσική φιλοσοφία μπορεῖ νά βοηθήσει στήν ἔξοδο ἀπό αὐτήν τήν κρίση, διότι περιέχει τόν σπόρο ἑνός ρωμαλέου μυστικοῦ ρεαλισμοῦ, ἑνός ζωντανοῦ ἐνορατισμοῦ, ἑνός ὑπερλογισμοῦ, ὁ ὁποῖος μέσα στό ὑποκείμενο καί στό ἀντικείμενο βλέπει μία μόνον ἀρχή. Ἡ ρωσσική φιλοσοφία στρέφεται πάντοτε πρός τό μέλλον, συμβάλλει στήν μελλοντική σύνθεση τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θρησκείας, ἐνῶ μία πολιτιστική σχέση περισσότερο ἐσωτερική ἐγκαθιδρύεται ἀνάμεσα στήν ρωσσική καί στήν εὐρωπαϊκή σκέψη, τίς ὁποῖες ἔχουμε ἀποδεχθεῖ στό παρελθόν, καί στήν ὁποία μποροῦμε τώρα νά δώσουμε κάτι πολύτιμο. 
(Τό ἄρθρο τοῦ Μπερντιάγιεφ τό ὁποῖο μεταφράζεται γιά πρώτη φορά στήν ἑλληνική, εἶχε δημοσιευθεῖ στό περιοδικό Cœnobium, τόμ. iv, 1910. Οἱ ἀγκύλες ἐντός τοῦ κειμένου εἶναι τοῦ μεταφραστῆ)

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΑ ΠΟΛΕΜΑΣ

Leopold Survage (Συρβαζ) (1879- 1968), Χαλασμός, (1942).
Μέρος της δωρεάς έργων διάσημων Γάλλων καλλιτεχνών στην
Εθνική Πινακοθήκη «σε ένδειξη αγάπης και θαυμασμού για την ηρωική στάση
του ελληνικού λαού στον πόλεμο και την αντίσταση 1940-1944» (1946).

Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Στό σχολεῖο τῆς τέχνης 
Θά ἀναφερθῶ σήμερα σέ δύο ἰδιαίτερους ἐκπροσώπους τῆς ποίησης, στόν Ἕλληνα Γιῶργο Σαραντάρη (1908-1941) καί στήν Ρωσσίδα Ἄννα Ἄχμάτοβα (1889-1966). Μία εἰδική μελέτη θά ἔδειχνε ἴσως ὅτι οἱ δύο ποιητές συναντῶνται μέ τόν λυρικό τόνο καί μέ τήν θρησκευτική τους διάθεση. Ἕνα ἄλλο σημεῖο τῆς συνάντησής τους εἶναι ὅτι καί οἱ δύο ἦσαν ἀναγνῶστες τοῦ μεγάλου Ρώσσου μυθιστοριογράφου Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Πέραν αὐτῶν, οἱ δύο αὐτοί ἐκπρόσωποι τῆς τέχνης ἔδειξαν ὅτι συναντήθηκαν στόν ἀγῶνα τῶν λαῶν τους γιά τήν ἐλευθερία τήν ὁποία ἐπιβουλεύονταν πρίν ἀπό δεκαετίες οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ φασισμοῦ στήν Εὐρώπη. 
Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης πέρασε ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του στήν Ἰταλία ὅπου καί σπούδασε νομικά καί φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο τῆς Μπολόνια.
Παρά τήν ἀσθενική του φύση ὁ Σαραντάρης ἐκλήθη νά πολεμήσει στόν πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἰταλῶν, δείχνοντας μία ἰδιαίτερη φιλοπατρία. Ἐπίσης ἀνταποκρίθηκε σ’ αὐτήν τήν κλήση, ἀποπειρώμενος νά συνδυάσει τήν φιλοσοφική θεωρία μέ τήν πράξη. Γράφει ὁ ἴδιος χαρακτηριστικά: «Ἐφ’ ὅσον δέν ἀντιμετώπισες τόν θάνατο, δέν μπορεῖς νά εἶσαι βέβαιος πώς τίποτε δέν ἀναμένεις πιά ἀπό τήν τύχη, καί πώς θέλεις νά ζήσεις χωρίς τίποτε νά ἐλπίζεις ἀπό τήν τύχη … Ἄν κάτι πρέπει νά μᾶς φοβερίζει, δέν εἶναι τόσον ὁ θάνατος, ὅσον ἡ σκέψη πώς μποροῦμε νά πεθάνουμε χωρίς νά ἔχουμε ἀκόμα νικήσει τόν φόβο τοῦ θανάτου» (Γ. Σαραντάρη, Δοκίμια γιά τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, Εὐθύνη, 1999, σσ. 71-73). 
Παρά τά ἀναφερθέντα, ὁ λόγος τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη εἶναι, καί αὐτός, ἱστορικά ἀκριβής: «Θέλω αὐτή τή στιγμή νά καταγγείλω τό ἐπιστρατευτικό σύστημα πού ἐπικρατοῦσε τήν ἐποχή ἐκείνη καί πού, δέν ξέρω πῶς, κατάφερε νά κρατήσει στά Γραφεῖα ὅλα τά χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καί νά ξαποστείλει στήν πρώτη γραμμή τό πιό ἁγνό κι ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο. Ἦταν σχεδόν μιά δολοφονία» (Ἀνοιχτά χαρτιά, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2004, σ. 392). 
Εἶναι λοιπόν βέβαιο ὅτι ὁ Σαραντάρης θά συμμετεῖχε καί στόν ἀγῶνα τῆς ὑπέρ τῆς πατρίδας, ἔστω καί ὑπό τίς συνθῆκες πού παραστατικά περιέγραψε ὁ Ἐλύτης. Αὐτό τό ἀποτυπώνει ποιητικά ὁ Σαραντάρης: 
Δέν εἴμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε 
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τόν ἀγῶνα 
Παρατᾶμε τή χαρά στούς ἀνίδεους 
Τίς γυναῖκες στά φιλιά τοῦ ἀνέμου 
Καί στή σκόνη τοῦ καιροῦ 
Σημαίνει πώς φοβούμαστε 
Καί ἡ ζωή μᾶς ἔγινε ξένη 
Ὁ θάνατος βραχνάς 
Ὁπωσδήποτε, πάντοτε μέ τούς χαρακτηριστικούς λόγους τοῦ Ἐλύτη, ὁ Σαραντάρης, «διπλωματοῦχος ἰταλικοῦ πανεπιστημίου- ὁ μόνος ἴσως σε ὁλόκληρο τό στράτευμα, θά’ ναι περιζήτητος σε ὁποιαδήποτε ἀπό τίς Ὑπηρεσίες πού εἶχαν ἀναλάβει τήν ἀντικατασκοπεία ἤ τήν ἀνἀκριση τῶν αἰχμάλώτων». Ὡστόσο, ὁ ποιητής ἐκτός τῶν προβλημάτων τῆς ὑγιείας του, εἶχε νά ἀντιμετωπίσει καί τήν ἀνέντιμη συμπεριφορά τῶν ἑλλήνων συμπολεμιστῶν του, γιά τήν ὁποία προσθέτει ὁ Ἐλύτης: «Τά χοντρά μυωπικά του γυαλιά, πού χωρίς αὐτά δέν μποροῦσε νά κάνει βῆμα, τά’ χασε μέσα στήν παραζάλη. Φώναζε ‘’βοήθεια’’ στούς ἄλλους φαντάρους» …, οἱ ὁποῖοι «τόν κοροϊδεύανε», ἐνῶ «βαλθήκανε νά τοῦ κλέβουνε κουβέρτες». Καί καταλήγει ὁ Ἐλύτης: «Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στή Δύση βλαστημούσανε τόν Θεό κι ἐμπιστεύονταν στήν μαριχουάνα» (Ὀδ. Ἐλύτης, Ἀνοιχτά χαρτιά, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2004, σ. 393). 

Η Άννα Αχμάτοβα του Ρώσου κυβιστή, Νάθαν Αλτμάν (1915)

Θά ἔρθω τώρα στήν Ἄννα Ἀχμάτοβα, ἡ ποιητική ἀξία τῆς ὁποίας εἶχε ἀναγνωριστεῖ ἀκόμη καί πρίν ἀπό τό 1917. Ὡστόσο, ἡ Ἀχμάτοβα ἔζησε ἀρκετά ἐξόριστη μέσα στήν ἴδια της τήν πατρίδα ἐπί ἀρκετά χρόνια, ἀφοῦ τῆς εἶχε ἀπαγορευτεῖ ὑπό τό σοβιετικό καθεστώς νά ἐκδίδει τά ποιήματα της. Παρά ταῦτα, τούς πρώτους μῆνες τοῦ πολέμου, ἡ Ἀχμάτοβα κατατάχθηκε μέ προθυμία στήν πολιτοφυλακή τῆς πόλης τοῦ Λένινγκραντ, τῆς σημερινῆς Ἁγίας Πετρούπολης. Ὅπως ἀναφέρεται, «ἀπό τόν ὦμο της κρεμόταν μιά ἀντιασφυξιογόνος μάσκα, ἐνῶ φύλαγε σκοπιά σάν κανονικός στρατιώτης». 
Τό 1942 ἐπετράπη στήν Ἀχμάτοβα νά δημοσιεύσει τό ποίημά της μέ τίτλο «Κουράγιο», ὁ πατριωτικός τόνος τοῦ ὁποίου εἶναι ἐμφανής.
Σκίτσο της Αχμάτοβα από τον Μοντιλιάνι (1911)

Ξέρουμε πιά τί δείχνει ἡ ζυγαριά 
ξέρουμε τί συμβαίνει. 
Χτυπᾶνε τά ρολόγια λεβεντιά 
καί τό κουράγιο ἀτρόμητο προβαίνει. 
Δέν μᾶς τρομάζει τό μολύβι, 
πού πέφτει σαν βροχή 
καί δίχως σκέπη θα’ μαστε 
τό ἴδιο ὀδυνηροί. 
Λαλιά τῶν Ρώσων δυνατή, 
λόγε μεγάλε τῆς Ρωσίας, 
τά ἐγγόνια μας σε καρτεροῦν, 
πηγή ἀθανασίας! 
Θά σέ κρατήσουμε ἁγνό, 
ἀμόλυντο 
ἀπό τή σκλαβιά, 
ἐλεύθερο καί ζωντανό 
παντοτινά! 
Ὅταν πιά οἱ Γερμανοί εἶχαν περικυκλώσει τήν πόλη τοῦ Λένινγκραντ, ἕνας κριτικός τῆς λογοτεχνίας τῆς ζήτησε «ν’ ἀπευθύνει ἕνα ραδιοφωνικό μήνυμα γιά νά τονώσει τό ἠθικό τῶν κατοίκων». Ἐπειδή ἦταν ἄρρωστη, τό μήνυμα ἠχογραφήθηκε στο σπίτι της. Ἡ Ἀχμάτοβα ἀναφέρθηκε ἰδιαίτερα «στίς προσωπικότητες πού σφράγισαν τήν ἱστορία τῆς πόλης, στόν Λένιν, ἀλλά καί στόν Μεγάλο Πέτρο, στόν Πούσκιν καί στόν Ντοστογιέφσκι». Στό τέλος τοῦ ραδιοφωνικοῦ μηνύματος λέγει ἡ Ἀχμάτοβα μέ μία ἐμψυχωτική διάθεση: «Οἱ ἀπόγονοί μας θά τιμήσουν κάθε μάνα πού ἔζησε τήν περίοδο τοῦ πολέμου, ἀλλά τό βλέμμα τους θά σταθεῖ στήν εἰκόνα τῆς γυναίκας τοῦ Λένινγκραντ, πού φυλοῦσε σκοπιά στη στέγη ἑνός σπιτοῦ τήν ὥρα τῆς ἀεροπορικῆς ἐπιδρομῆς προστατεύοντας τήν πόλη ἀπό τή φωτιά. Τά κορίτσια τοῦ Λένινγκραντ ἔτρεχαν νά προσφέρουν βοήθεια στους λαβωμένους πού κείτονταν ἀνάμεσα στά ἐρείπια τῶν κτιρίων … ὄχι, μιά πόλη πού ἀνέθρεψε γυναῖκες σαν αὐτές δέν μπορεῖ νά κατακτηθεῖ» (Οἱ ἀναφορές στήν Ἀχμάτοβα ἔχουν ληφθεῖ ἀπό τό ἔργο τοῦ Orl. Figes, Ὁ χορός τῆς Νατάσας, τ. Β΄, μετ. Χρ. Οἰκονόμου, Ἐκδόσεις Ἠλέκτρα, Ἀθήνα 2006, σσ. 258-259). 
Στό σχολεῖο λοιπόν τῆς τέχνης δέν μαθαίνεις ἁπλῶς, ἀλλά πολεμᾶς. Αὐτό σημαίνει ὅτι πολεμᾶ κανείς ὄχι μόνον μέ τά ὅπλα ἀλλά καί μέ τόν λόγο καί μέ τήν τέχνη. Διότι ὁ καλλιτέχνης, ὅπως οἱ ἀναφερθέντες, ποιεῖ καί γι’ αὐτό διδάσκει. Ἔτσι οἱ ἀνά τόν κόσμο ἐκπρόσωποι τῆς τέχνης δείχνουν, καί τήν ἐποχή τοῦ 1940, τόν δρόμο τῆς ἀντίστασης στήν ἀνελευθερία. 
(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Ρήξη)

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ ΓΙΑ ΤΑ "ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ" ΤΟΥ π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΑΠΟ ΤΑ «ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ» - ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ, για τον ποιητή της ομώνυμης συλλογής ποιημάτων, Παναγιώτη Καποδίστρια, είναι τα πνευματικά δώρα που προσφέρει στον αναγνώστη του με την κρύφια «εντολή» να τα ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ και να εμπλουτίσει το εσώτερο σύμπαν του. Λόγος πυκνός,  μας παραπέμπει με τον πρώτο τίτλο του, «Πανουργίες της Ιστορίας», σε πλούσιες μορφές της τέχνης και κάποτε στην πρωταρχή της. Ποιος να είναι άραγε ο «σιωπηλός ερωδιός ο Αστροφόρος»; Αναρωτήθηκα με την πρώτη ανάγνωση και ανέτρεξα στον προοιμιακό Ψαλμό «…του ερωδιού η κατοικία ηγείται αυτών». Αλλά ο Ποιητής τον χαρακτηρίζει Αστροφόρο, ο φέρων τα άστρα, ο πλασμένος για τους ουρανούς. Με σπασμένη φτερούγα; Αυτός, ο αθήρευτος; Μεταμόρφωση στη «σκηνή του κόσμου», συμπαράσταση στον «βίο πάροδο», Άγγελος εξ Ουρανού, «συμπάσχων», στη σημαίνουσα γραφή του γλωσσοπλάστη Ποιητή! 
Και καθώς μια «διαστροφή» με αναγκάζει να απαγγέλω τα ποιήματα, για να ακούω τη μουσικότητα και τον ρυθμό του ποιητικού λόγου, σηκώνοντας το πέπλο του μυστηρίου από τα ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ, μέσα από «μουσικές εξαίσιες», γίνονται σιγά-σιγά τα Αποκαλυπτήρια.

Και ιδού, χώρες μακρινές παρελαύνουν μπροστά μου και γίνονται οικείες μέσα από την λεπταίσθητη ποίηση του Παναγιώτη Καποδίστρια. Στάθηκα στον «Νείλο» να μιμηθώ τον «Ραμσή». Είδα το «Σιδερένιο Βουνό» της Νότιας Αφρικής. Άντεξα τις κακουχίες στο «Λορέντσο Μαρκές» και το πικρό «Welcome to Soweto». Έπαιξα με τα βότσαλα και τις λέξεις. Αγκάλιασα  το «αλλόκοτο μελτέμι από το μέλλον» της Πάτμου, για να ζηλέψει ο «Άνεμος Αρχοντάρης». Μαζί με τους άλλους, κι εγώ,  «αρκούμαι σε θροΐσματα του θείου δυσερμήνευτα». Ο «Χρόνος Μεγαλομάτης» μού έκανε τη χάρη, το «Κάλλος» να μου αποκαλύψει της Ζακύνθου.
«Ενώπιον του λαού παντός
και του φίλου Αισχύλου»,
κοιμήθηκα πάνω στη θυμέλη της Επιδαύρου. Ίσως θεραπεύτηκα, ίσως ονειρεύτηκα, συγκλονίστηκα όμως σαν είδα   
«κι εγώ
τις ροές των χρωμάτων σου θηλάζοντας
όλος μάτια
με κάθε δάκρυ σε θωρώ Δομήνικέ μου».
 
Κρύφτηκα σε μια γωνιά του Αγίου Πέτρου και θαύμασα Μιχαήλ Άγγελε μπροστά στην Πιετά σου, ν’  «αφήνεσαι περιπαθής στο χάδι της Μαρίας». Ανέβηκα στην οροφή της Καπέλα Σιστίνα να συναντήσω τον «Οροφουργό» ν’ αγγίξω το χέρι του Θεού και να ρωτήσω «…πώς απέδωσε / τέτοιο άγγιγμα».
Λάτρεψα στίχους από τα «Καβαφικά Πεντάστιχα»

«Το λιγομίλητο φως
της ποιήσεως»

«Ρούχο είναι το χάδι
και δείχνεις θεόγυμνος»

«παίγνιο των ανέμων
όσο κι αν ανθίστασαι»

«η λάμπα φέγγει σκότος
μνήμες ανεικόνιστες»

«ανάβεις άκαιρα κεριά
γι’ αυτό καίγεσαι όλος».

Και τι πικρό, ω Αλεξανδρινέ μου,  να… καίγεσαι ακόμα.

Λάτρεψα το «Σολωμός αλύπιος»
«Απ’ τα λιόφυτα
κρέμεται τ’ αεράκι»
 κι εγώ το άρπαξα, αιώνιο φυλαχτό, μη μου το πάρει άλλος.

Και λάτρεψα το «Κυρ-Αλεξάνδρου επιβίωση»
«Ακοινώνητος
και αγγελοκρουσμένος
ξεφτίδια όλος
μελαγχολικός
σαν παλτό φθαρμένο
στην αφάνεια».
Αυτός, ο Άρχοντας του Λόγου, ο Άρχοντας της Ποίησης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
Να θυμηθώ, «τις λέξεις να φυλάξω στο σελοφάν της μη λήθης», κι αν κάποια μου ξεφύγει, υπάρχει πάντα ο Ποιητής. Και τι περίεργο. Γιατί; «Απών Πανταχού», «εφόσον φύλο φύλο / ξεφυλλίζεται το φως»; Στην αποβάθρα ώρες αναμονής ή προσμονής. «Η νύχτα στο βάθρο της», πόσο  με ξάφνιασε μ’ αυτό το «αυταπατάται»!...
Άκουσα αυλούς και κρόταλα, ψαλμούς του Δαβίδ, συγχορδίες του Παλεστρίνα και του Αρκάντζελο Κορέλλι, Γρηγοριανό μέλος, «Στάσιμα στην Αγιά Σοφιά», όπου ήσαν «όλοι παρόντες»! Κάποιοι με αγκάλιασαν σφιχτά και μου ψιθύρισαν ότι «μένουν και ανθίστανται στα γεγονότα».  Ήσαν οι «σκλάβοι κίονες»!... Γονάτισα και δάκρυσα, ψάλλοντας βυζαντινούς ύμνους, ενώ άλλοι σκαρφάλωναν στα παράθυρα να δουν έξω την Πόλη, «την πάλαι  Πόλη».
Εκείνος προχωρούσε, «αρχαγγελικός και ανυπόδητος». Ανυπόδητη κι εγώ ακολουθούσα ώρες ολόκληρες κι αναρωτιόμουν, πώς θα περάσω «στο κατώι του χαμού», χωρίς την αρχαγγελική χάρη. Προσπαθώ, «κάνω την πέτρα μου καρδιά». Τον  βλέπω ν’ ανοίγει δρόμο «στην αιώνια λιακάδα», τρέχω να προφτάσω να μπω, μα σταματώ απότομα καθώς ακούω «τον καλπασμό της αυγής». Και κρατώ  την ανάσα μου,  μήπως  «ο Έρως απών» φανεί κάποια στιγμή...

Περιπλανήθηκα ώρες πολλές στα δύσβατα ποιητικά μονοπάτια της «Αιώνιας Λιακάδας».  Έπεσα, σηκώθηκα, ξανάπεσα, αλλά δε χάθηκα ποτέ. Μόνη μου έγνοια να φτάσω στο τέλος της ποιητικής αποστολής, για να κλέψω εκείνο το «Φιλί», σιγανά, όπως μου το είπα στο αυτί! Το έκλεψα και δεν έκανα καρδιά να… Φύγω!

Οδυσσέας Ελύτης – π. Παναγιώτης Καποδίστριας στη Σίκινο

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
Η Παναγία η Παντοχαρά είναι δεσποτική εικόνα στο τέμπλο του καθολικού της Μονής Στροφάδων του 15ου αιώνα. Ο Οδυσσέας Ελύτης την είχε δει και είχε εκφράσει την επιθυμία να χτίσει εκκλησάκι στο όνομά της στη Σίκινο, όπου δεν είχε πάει ποτέ. 
Την νοητή μετοικεσία του ποιητή πραγμάτωσε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου το καλοκαίρι του 2011. Γι’ αυτό το λευκό, πάνω στο βράχο εκκλησάκι, ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ποιητής και φίλος του Ελύτη, έγραψε το ποίημα που ακολουθεί και περιλαμβάνεται στην τέταρτη ενότητα της συλλογής Ανακαλυπτήρια, 2014:

                               ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΧΑΡΑΣ
                                                              του Ελύτη

                             Στη Σίκινο
                             κινώ το χέρι προς τα Σε

                             και με βλέμμα κοινό
                             -εκείνο των φευγάτων-
                             μετακινώ απ’ το κολάζ
                             για χάρη Σου στον βράχο
                             ναό σε γαλάζιο λευκό

                             σκήτη να ’χεις ευάερη
                             ευήλια να παρθενεύεις.
                                                                                    (6.8.2011).         

Παρακολουθώντας τις λέξεις μία μία βλέπω ότι έχουν επιλεγεί έτσι ώστε το ρήμα «κινώ» (οι τονισμοί δικοί μου), καθώς και η αντωνυμία και το επίθετο να συμμετέχουν ακουστικά σ’ αυτή τη μετακίνηση που ο ποιητής π. Παναγιώτης επιχειρεί. Μια κίνηση μεγάλης συναισθηματικής αξίας και παράλληλα «μια κίνηση μικρή σαν του κλειδούχου»[1]. Μετακινεί από το κολάζ (αγαπημένη ενασχόληση του Ελύτη και συμπληρωματική της ποίησης) στο βράχο,  «ναό σε γαλάζιο λευκό … σκήτη… ευάερη και ευήλια» να παρθενεύει. Η εικόνα μου δίνει την εντύπωση ενός γιγαντιαίου χεριού -θεϊκού- που συμπληρώνει από ψηλά την ψηφίδα που έλειπε και υλοποιεί την επιθυμία του ποιητή, στην οποία συχνά στην ποίησή του επανέρχεται: «Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδιά του δυόσμου αναλογίστηκα πού πάω   κι είπα  για να μη μ’ έχει του χεριού της η ερημιά  να βρω εκκλησάκι να ’χω να μιλήσω … («Η Κόρη που ’φερνε ο Βοριάς») και έτσι  «Από τέσσερις πέτρες και λίγο θαλασσινό νερό είχα / Κάνει Ναό και κάθομουν να τον φυλάγω…» («Περί Πολιτείας»).
Το ποίημα του π. Παναγιώτη δεν έχει δυσκολίες στην προσέγγισή του, είναι ένα λιτό αφιέρωμα στον Ελύτη, συνθεμένο από τα υλικά που ο ίδιος αγαπούσε· γαλάζιο και λευκό εκκλησάκι «με την ιερατική του ασβέστη … αίγλη και ομορφιά», («Θεοκτίστη»), πάνω στους βράχους, όπου η Μαρίνα του «ολημερίς και ολονυχτίς γύριζε» και τελικά «τη βρήκε σ’ ένα ταρατσάκι να την ξυλώνει ο δυνατός αέρας», («Αρχέτυπον»). Δεν αναφέρεται, αλλά εκ των ων ουκ άνευ είναι η θάλασσα, μητέρα Παναγιά που «το πέλαγο κρατούσε στην ποδιά της / Τη Σίκινο, την Αμοργό και τ' άλλα τα παιδιά της» («Τα τζιτζίκια»). Η επιθυμία του λοιπόν λάμπει στα λευκά της και σαν σχήμα πρωθύστερο ο στίχος «Έσπρωξα τη μικρή ξύλινη πόρτα κι άναψα κερί που μια ιδέα μου είχε γίνει αθάνατη» («Η Κόρη που ’φερνε ο βοριάς») δίνει υλοποιημένη και απαστράπτουσα την ιδέα .
Πάντα κόντρα στον άνεμο, μπροστά στη θάλασσα, μπαλκόνι ή κατάστρωμα στο πέλαγος, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, λιτό, όπως ο βράχος ή ο λόφος που το φιλοξενεί, λιτό και το ποίημα του π. Παναγιώτη. 
Το ποίημα φέρει χρονολογική ένδειξη «6.8.2011». Το έτος δείχνει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ελύτη. Η 6η 8ου όμως είναι η εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Και επειδή δεν πιστεύω πως η ημερομηνία είναι τυχαία, εκφράζω την πίστη πως επιλέχτηκε για την «μεταμόρφωση» του ποιητή σε άγγελο, που πάντα υπήρξε άγγελος της ποίησης και κόμισε νέα στοιχεία ανανεώνοντας - αναπαλαιώνοντας, «Όπως ύστερα που κάποιος άγιασε και τα καινούρια φαίνονται κι εκείνα σαν παλαιά» και «τα παλαιά φαίνονται πάλι κι εκείνα σαν καινούρια»[2].
Θα επικαλεστώ εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πωλ Βαλερύ, Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων, όπου ο Ευπαλίνος μιλάει στον Φαίδρο: «αν ήξερες τι είναι για μένα εκείνος ο μικρός ναός που έχτισα για τον Ερμή… Εκεί που ο διαβάτης δεν βλέπει παρά ένα κομψό μικρό ιερό -μικροπράματα είναι: τέσσερις κίονες, ρυθμός πολύ απλός- έβαλα εγώ την ανάμνηση μιας λαμπερής ημέρας της ζωής μου… Ο λεπτοκαμωμένος αυτός ναός… είναι η μαθηματική εικόνα μιας Κόρης… Παρασταίνει πιστά τις ιδιαίτερες αναλογίες της. Για μένα ζει»[3].   
Μεταφέροντας στα καθ’ ημάς το παράδειγμα, μπορούμε να πούμε πως το εκκλησάκι της Παντοχαράς είναι η περίληψη όλων εκείνων που αναφέρει στην ποίησή του ο Ελύτης και προετοιμάζει την ιδεατή εγκατάστασή του, γίνεται ο ίδιος εκκλησάκι και «Παντοχαρά». «Ανακάθισε ύστερα κι έβαλε ήρεμα στο πλάι του τον γκρεμό / Από το άλλο μέρος άπλωσε προσεχτικά ένα κομμάτι θάλασσας, όλο ριπές γαλάζιες»[4], εκεί ήδη  έχει βρει «τρόπο ευάερο για τ’ Όχι και το Ναι» του, κατά το στίχο του π. Παναγιώτη[5], αποδεχόμενος «το Δεν και το Αδύνατον του κόσμου ετούτου» κατά το στίχο τον δικό του[6].  Εκεί, στην αγκαλιά του βράχου, όπως το θείο βρέφος στην αγκαλιά της Παρθένου, ακούει το τραγούδι των σειρήνων, από εκεί χαιρετά τη γοργόνα, το τρικάταρτο που διασχίζει τη θάλασσα, τα δελφίνια που παίζουν με τη δαντέλα των αφρών, τη χελιδόνα που «θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών της» και έγινε «μεσημέρι»[7]. Και  να ’τον «τ’ απογεύματα έξω στο πεζούλι» να κρατιέται «στις κακοκαιρίες»[8] σε ένα ηλιόλουστο διαρκές καλοκαίρι. Πέρα από τα  Δυτικά της Λύπης όπου «Ποίηση μόνο είναι /Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία»[9], η χώρα του Αύριο, αισθητοποιημένη στη Σίκινο, στη θάλασσα, στον ήλιο, στον αέρα, σ’ ένα εκκλησάκι που ρωτά ανάκουστα: «φιλείς με;», ο ποιητής απολαμβάνει την αιωνιότητά του.

Ο π. Παναγιώτης, με τη διπλή του ιδιότητα, έγραψε και το ακόλουθο Απολυτίκιο, όπως τα χρόνια εκείνα τα βυζαντινά οι ενδεδυμένοι το ράσο έγραφαν τους ύμνους της Εκκλησίας και έσωζαν τα κλασικά κείμενα στις βιβλιοθήκες.   

Α Π Ο Λ Υ Τ Ι Κ Ι Ο Ν
Παντοχαρᾶς τοῦ Ἐλύτη
εἰς νῆσον Σίκινον
ποιηθὲν ὑπὸ π. Παναγιώτου Καποδίστρια

Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.

Τῆς χάριτος γαστέρα,
χαρᾶς πάντων μητέρα,
τὴν τὸν ποθεινὸν ἐν τῷ κόσμῳ
ποιητὴν ἀναβλύζουσαν,
πανδήμως τιμῶμεν καὶ ἡμεῖς
σχεδίαν τῷ κλύδωνι σωστικήν,
οὐρανίσασαν ἀνθρώπων τὸ χοϊκόν,
τῇ γῇ τὸ θεῖον δεικνῦσα.
Χαίροις, γλυκυτάτη Παντοχαρά,
χαίροις, ἐσχάτων πρόναος,
χαίροις, ὡραιότης ἔλλογος, θεοπερίχυτη.

[Zάκυνθος, 27 Ιουλίου 2011]

Ούτε αυτό το ποίημα χρειάζεται ερμηνεία. Είναι κατανυκτικό, υμνητικό, τιμά την Παναγία την «οὐρανίσασαν ἀνθρώπων τὸ χοϊκόν», την «γλυκυτάτην» και «θεοπερίχυτην» και τιμά τον ποιητή «σχεδίαν τῷ κλύδωνι σωστικήν», διότι η ποίηση του Ελύτη είναι παρηγορητική, ελεητική, γλυκοφιλούσα και «παντοχαρά» με την ιδέα μιας «άλλης» χαράς που ενέχει θλίψη και μελαγχολία, αλλά και ελπίδα, που στάζει σταγόνες φως στο σκοτάδι, όπως λάμπει στο καντήλι το λάδι. Ο ποιητής του «Απολυτίκιου», αλλά και του ποιήματος «Της Παντοχαράς», σαν άγγελος Αστροφόρος φέρνει στα μάτια μας μια θάλασσα κι ένα νησί και με χέρι στιβαρό και γενναίο συμπληρώνει το εκκλησάκι που λείπει για Κείνον που έρχεται πιωμένος φως να το κατοικήσει. Συγχρόνως, απευθύνει το «Χαίρε» σ’ Εκείνην που είναι των «εσχάτων πρόναος» και ωραιότητος «έλλογος», για Κείνην που μεταμορφώθηκε σε εκκλησάκι για να τον στεγάσει. 
Κι αν ο τιμώμενος Ελύτης είναι στο πρώτο πλάνο, ο τιμών ποιητής Καποδίστριας, επίσης πρώτος, μας προσφέρει την κάθαρση που από τη σεμνή ποίησή του απορρέει.



[1] Το Φωτόδεντρο, «Περί Πολιτείας».
[2] Το Φωτόδεντρο, «Των Βαΐων».
[3] Πρόλογος: Άγγελος Σικελιανός, μετ:  Έλλη Λαμπρίδη, Επίμετρο: Γ. Σημαιοφορίδης,  Εκδ. Άγρα 1988, σελ. 36.
[4] Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, «Κυριακή, 5β» με υπότιτλο «Το τέλος του Αλέξανδρου».
[5] Ανακαλυπτήρια, «Eternal Sunshine».
[6] Το Φωτόδεντρο, «Ο κήπος του Ευωχείρ».
[7] Έξη και Μια Τύψεις Για Τον Ουρανό, «Καταγωγή του τοπίου ή Το τέλος του ελέους».
[8] Ημερολόγιο, «Τρίτη, 7».
[9] Δυτικά της Λύπης, «Ως Ενδυμίων». 
Related Posts with Thumbnails