Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Ο ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ ΤΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ "ΡΟΜΦΑΙΑ" ΣΕ ΑΠΑΛΕΙΨΗ ΑΝΑΚΡΙΒΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ


Διαβάζουμε στο Romfea.gr (Παρασκευή, 24 Απρίλιος 2015) ανάρτηση με τίτλο: Δήλωση του Μητροπολίτη Περγάμου για δημοσιεύμα, η οποία αρχίζει ως εξής: 
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης  Περγάμου κ. Ιωάννης απέστειλε προς το Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων Romfea.gr την ακόλουθη δήλωσή του.
Και στη συνέχεια παραθέτει την δήλωση του Γέροντος Περγάμου. 
Την αλήθεια γύρω από το θέμα μας τη λέει σχετικό, επίσημο ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο παραθέτουμε στη συνέχεια. 
Η αλήθεια είναι ότι ο "Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ. Ἰωάννης ἐζήτησε διά τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπό τόν διαχειριστήν τῆς ἱστοσελίδος «Romfea.gr», ὅπως, πρός ἀποφυγήν τῶν δι᾿ αὐτόν συνεπειῶν τοῦ Νόμου...".
Ο διαχειριστής της ιστοσελίδα Romfea, αρκέστηκε στο να παραθέσει τη δήλωση του Μητροπολίτου Περγάμου, χωρίς να μας πει ότι εξαναγκάστηκε προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες του νόμου. 
Ας δούμε τo αποψινό (25-4-2015) επίσημο ανακοινωθέν του Πατριαρχείου. 
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
Ἐξ ἀφορμῆς διαφόρων ἀνακριβῶν, ψευδῶν καί παραπλανητικῶν δημοσιευμάτων εἰς τό Διαδίκτυον ἐν σχέσει πρός τάς ἐργασίας τῆς ἐν Chambésy τῆς Γενεύης συνελθούσης Εἰδικῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς πρός ἀναθεώρησιν καί ἐπιμέλειαν τῶν Κειμένων τῆς μελλούσης νά συνέλθῃ, σύν Θεῷ, Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ. Ἰωάννης ἐζήτησε διά τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπό τόν διαχειριστήν τῆς ἱστοσελίδος «Romfea.gr», ὅπως, πρός ἀποφυγήν τῶν δι᾿ αὐτόν συνεπειῶν τοῦ Νόμου: 
α) Ἀπαλείψῃ διά παντός ἀπό τήν ἱστοσελίδα του τόσον τά σχετικά πρός τό ὡς ἄνω θέμα ἀνακριβῆ δημοσιεύματα τῆς 1ης Ἀπριλίου 2015, ὅσον καί τά συναφῆ πρός αὐτά ἐπώνυμα καί ψευδώνυμα ἄρθρα καί σχόλια, διά τῶν ὁποίων θίγεται καί δυσφημεῖται τόσον τό ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ὅσον καί προσωπικῶς ὁ Πρόεδρος καί ἄλλα μέλη αὐτῆς. 
β) Πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας δημοσιεύσῃ ἀμέσως χωρίς περικοπάς καί ὑπό τούς ἰδίους ὅρους, ὑπό τούς ὁποίους ἀνήρτησεν εἰς τήν ἱστοσελίδα του τά ὡς ἄνω δημοσιεύματα, τήν κατωτέρω Δήλωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς. 
Ἡ Δήλωσις τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γέροντος Περγάμου κ. Ἰωάννου ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Εξ αφορμής των ανακριβών δημοσιευμάτων στην ιστοσελίδα σας της 1ης Απριλίου 2015 (ώρα 13:32), σχετικών με τις εργασίες της υπό την προεδρία μου Ειδικής Διορθοδόξου Επιτροπής για την προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, καθώς και των επωνύμων και ψευδωνύμων άρθρων και σχολίων, τα οποία παρέμειναν επί μακρόν αναρτημένα στο ιστολόγιό σας, προκαλώντας δυσφήμηση του προσώπου μου και άλλων μελών της ως άνω Επιτροπής και ηθικήν βλάβην του έργου της, σας καλώ προς αποκατάσταση της αληθείας να δημοσιεύσετε αμέσως και διά παντός στο ιστολόγιό σας, καθώς και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και στο προηγούμενο δημοσίευμά σας, ότι: 
1. Είναι όλως ανακριβές και παραπλανητικό το δημοσίευμα στην ιστοσελίδα σας ως δήθεν «είδηση που ήθελε την προπαρασκευαστική επιτροπή στην προηγούμενη συνεδρία της να ζητά την κατάθεση τροπολογίας με την οποία η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος θα εκφράζει την αλληλεγγύη της στις “σεξουαλικές μειονότητες”». 
Όχι μόνο καμμιά τέτοια απόφαση της υπό την προεδρίαν μου Ειδικής Επιτροπής δεν υπήρξεν αλλά και κανένα απολύτως από τα μέλη της Επιτροπής δε προέβη σε υποστήριξη, άμεση ή έμμεση, του τρόπου ζωής των “μειονοτήτων” αυτών. 
Η μη άσκηση βίας κατά των αμαρτανόντων απορρέει από την Ευαγγελική αρχή της αγάπης προς κάθε αμαρτωλόν (βλ. μεταξύ πολλών άλλων την περίπτωση του λιθοβολισμού της μοιχαλίδος. Ιωαν. 8,3-11) και από κανένα απολύτως μέλος της Επιτροπής δεν συνδέθηκε με έγκριση ή αποδοχή του τρόπου ζωής των, όπως κακόβουλα εμφανίζεται το θέμα σε άρθρα και σχόλια που αναρτήσατε στην ιστοσελίδα σας. 
Επί του όλου περί ου ο λόγος θέματος τοποθετήθηκε, άλλωστε, με κάθε αυθεντία η ίδια η Επιτροπή με το επίσημο κοινό Ανακοινωθέν της 2ας Απριλίου 2015, το οποίο σας καλώ να δημοσιεύσετε με τα ονόματα των εκπροσώπων των Εκκλησιών που το υπέγραψαν, ως ακολούθως: 
Ἡ Εἰδική Διορθόδοξος Ἐπιτροπή, ἡ συγκροτηθεῖσα κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τόν Μάρτιον τοῦ 2014, προκειμένου κατ᾿ ἐντολήν αὐτῆς νά ἀναθεωρήσῃ τά συνταχθέντα καί ἐγκριθέντα κείμενα ὑπό τῆς Γ’ Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (Γενεύη 1986) καί προσέτι νά ἐπιμεληθῇ τῶν κειμένων ὑπό τῆς Β’ Προσυνοδικῆς (Γενεύη 1982), ὡλοκλήρωσεν εἰς τρεῖς συνεχεῖς συνελεύσεις (29 Σεπτ. – 4 Ὀκτ. 2014, 16-21 Φεβρ. καί 29 Μαρτ. – 3 Ἀπρ. 2015) εἰς τό ἐν Σαμπεζύ Γενεύης Ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τό ἔργον αὐτῆς. Οὕτω, τά ἀναθεωρηθέντα καί τά τυχόντα ἐπιμελείας κείμενα εἶναι ἕτοιμα διά τά περαιτέρω. Αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς διηξήχθησαν ἐν πνεύματι ἀδελφικῆς ἀγάπης καί ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου. 
Ὅλα τά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς πληροφοροῦν ὑπευθύνως ὅτι ὅσα ἐδημοσιεύθησαν περί δῆθεν ἀποδοχῆς θέσεων ἀντιθέτων πρός τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβῆ καί ἀνυπόστατα. 
† Ὁ Γέρων Περγάμου Ἰωάννης, Πρόεδρος (Οἰκουμενικό Πατριαρχείο) 
† Ὁ Καλῆς Ἐλπίδος Σέργιος (Πατριαρχείο Ἀλεξανδρείας) 
† Ὁ Ἀρκαδίας Βασίλειος (Πατριαρχείο Ἀντιοχείας) 
†Ὁ Κωνσταντίνης Ἀρίσταρχος (Πατριαρχείο Ἱεροσολύμων) 
† Ὁ Βολοκολάμσκ Ἱλαρίων (Πατριαρχείο Μόσχας) 
†Ὁ Μαυροβουνίου Ἀμφιλόχιος (Πατριαρχείο Σερβίας) 
† Ὁ Τιργοβιστίου Νήφων (Πατριαρχείο Ρουμανίας) 
†Ὁ Βάρνης Ἰωάννης (Πατριαρχείο Βουλγαρίας) 
† Ὁ Γκόρι καί Ἀτένι Ἀνδρέας (Πατριαρχείο Γεωργίας) 
† Ὁ Πάφου Γεώργιος (Ἐκκλησία Κύπρου) 
†Ὁ Περιστερίου Χρυσόστομος (Ἐκκλησία Ἑλλάδος) 
† Ὁ Σιεμιατίτσε Γεώργιος (Ἐκκλησία Πολωνίας) 
† Ὁ Κορυτσᾶς Ἰωάννης (Ἐκκλησία Ἀλβανίας) 
†Ὁ Μιχαλουπόλεως Γεώργιος (Ἐκκλησία Τσεχίας καί Σλοβακίας) 
† Ὁ Ἑλβετίας Ἱερεμίας, Γραμματεύς ἐπί τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. 


2. Είναι ανακριβής και παραπλανητικός ο τίτλος στο ίδιο δημοσίευμα της ιστοσελίδας σας «Περγάμου Ιωάννης: “Σταματήστε τις διαρροές στα ΜΜΕ” », καθώς και η πρόταση εντός του κειμένου «Ο μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης ζήτησε κατά τη διάρκεια της Γ΄συνεδρίας της επιτροπής στο Σαμπεζύ της Γενεύης από όλα τα μέλη της, να μη μιλούν στους εκπροσώπους των ΜΜΕ για τα όσα θέματα τίθενται επί τάπητος». 
Το ακριβές είναι ότι ο προεδρεύων της Επιτροπής ζήτησε από τα μέλη της να μη προβαίνουν σε διαρροές ανακριβών πληροφοριών. Συναφώς υπενθυμίζεται το αυτονόητον, ότι τις εκάστοτε θέσεις κάθε παρομοίου σώματος εκφράζουν αυθεντικώς και επακριβώς μόνον ο Πρόεδρος και τα επίσημα κοινά Ανακοινωθέντα των μελών του, στη δε προκειμένη περίπτωση, κατά την πανορθοδόξως αποφασισθείσα και επί δεκαετίες κρατούσα πρακτική, τα Κείμενα των αποφάσεων κοινοποιούνται μόνον αφού τύχουν της δεούσης επεξεργασίας και εγκρίσεως από την αρμόδια Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη. 
3. Κατόπιν τούτων σας καλώ να απαλείψετε διά παντός από την ιστοσελίδα σας όλα τα επώνυμα και ψευδώνυμα σχόλια, τα οποία επί τη βάσει των ανωτέρω ανακριβών πληροφοριών αναρτήθηκαν σε αυτήν και τα οποία αναφέρονται στο πρόσωπό μου ή στο έργο της υπό την προεδρία μου Επιτροπής κατά τρόπο προσβλητικό και δυσφημιστικό. 
4. Τέλος, ζητώ να απέχετε στο μέλλον από κάθε παρόμοια συμπεριφορά η οποία προκαλεί ηθική βλάβη στο έργο της προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και σε όσους έχουν επωμισθεί την ευθύνη της προετοιμασίας της.» 
Αθήνα, 23 Απριλίου 2015

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

ΤΑ ΘΕΪΚΑ "ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ" ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Θα ‘θελα να ‘μουν για ένα λεπτό ο Μίκης Θεοδωράκης με τη λογική του Μάνου Χατζιδάκι. 
Για να γευθώ την ηδονή να απαγορεύσω ρητά και κατηγορηματικά στους κ.κ. Ορφανίδη και Ρουβά να ερμηνεύσουν το έργο μου. Αφού το ασύδοτο «καλλιτεχνικό» μας «κατεστημένο» δεν καταλαβαίνει αλλιώς, όπως έλεγε ο Χατζιδάκις. 
Ο Χατζιδάκις ακριβώς επειδή είχε υψηλή αντίληψη για το «λαϊκό», όχι μόνο δεν ενδιαφερόταν να «φτάσει το έργο του στο λαό», όπως ο Μίκης, αλλά αντιθέτως μελαγχολούσε όταν δεν μπορούσε να βρει τρόπους να απαγορεύσει την ακρόαση δίσκων του σε ακροατές που δεν του άρεσαν!
Μελαγχολώ κι εγώ που δεν μπορώ – παρά μόνο στ’ όνειρό μου – να απαγορεύσω το «Άξιον εστι» στους κ.κ. Ορφανίδη και Ρουβά, που εμφανίζονται με «μειωμένη συνείδηση», όπως θα ‘λεγε κι ο Μάνος. 
Γι’ αυτό αρκούμαι στην άφατη ηδονή της παράθεσης θρυλικών απαγορεύσεων του Χατζιδάκι, που αφορούν στην «ανέραστη Ελλάδα», όπως την ενσαρκώνει, για παράδειγμα, το sex symbol Σάκης Ρουβάς.
Π.Α.Α. 

Στον δίσκο «Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς» 
ΔΥΣΑΡΕΣΤΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ 
Γνωρίζοντας πως στα πνευματικά δικαιώματα και στον σεβασμό τους, η χώρα μας συναγωνίζεται την Ουγκάντα, το Αφγανιστάν και την Τουρκία του Εβρέν, προειδοποιώ όλους τους υποανάπτυκτους και με μειωμένη συνείδηση που πραγματοποιούν στον τόπο μας ελληνικά σήριαλς, γυρίζουν ελληνικές ταινίες «ποιότητος» ή μη, επιμελούνται τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά παιχνίδια, τοποθετούν μουσική στα ρολόγια των τηλεοπτικών σταθμών ωσότου αρχίσουν οι ειδήσεις, κι ακόμη, όσους μεταχειρίζονται μουσική στο ασανσέρ, στις καφετέριες, στα εστιατόρια και στα αναψυκτήρια, στις διαφημίσεις και στα σούπερ-μάρκετ, κι ακόμη, όσα υπουργεία διαφημίζουν ή τουριστικά ή βιομηχανικά ή αναπτυξιακά την ανέραστη Ελλάδα, προειδοποιώ πως αν μεταχειριστούν τμήμα ή ολόκληρα κομμάτια μουσικής μου, οποιασδήποτε μουσικής μου, θα μεταχειριστώ κάθε δυνατότητα που μου παρέχει ο Νόμος για να κυνηγήσω τους εξακολουθητικά ασυνείδητους που μεταχειρίζονται μουσική μου. Είναι λυπηρό πως μόνο μια τέτοια «προειδοποίηση» είναι δυνατόν να ισχύει και ν’ αντιμετωπίζει την ασυδοσία του «καλλιτεχνικού» μας «κατεστημένου».
Μάνος Χατζιδάκις, Δεκέμβριος 1983 

Στον δίσκο «Τα παράλογα» (1976)
Μ´ όλο που δεν μ' αρέσει η λέξη "απαγορεύεται", είμαι υποχρεωμένος να περιφρουρήσω την εργασία μου, από τις ορέξεις των ανεύθυνων παραγωγών διαφημιστικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων. Απαγορεύω λοιπόν τις διασκευές και τις δημόσιες εκτελέσεις του έργου μου, σε μια όχι πιστή ως προς την παρτιτούρα μου απόδοση. Επίσης απαγορεύω την χρησιμοποίηση του έργου, ή και μερών του για διαφημιστικούς σκοπούς ή για συνοδεία τηλεοπτικών σειρών και κινηματογραφικών ταινιών.
Τέλος, η Ραδιοφωνική και Τηλεοπτική μετάδοση του έργου ΤΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ επιτρέπεται μόνο στο σύνολό του, όπως υπάρχει στον δίσκο.

Στην πρώτη έκδοση του δίσκου «Ήλιος χειμωνιάτικος» (1986) 
"Λυπάμαι μόνο που τον δίσκο αυτόν θα τον ακούσουν και ακροατές που δεν μ' αρέσουν. Μα δεν βρήκα μέχρι στιγμής τρόπο να τους το απαγορεύσω. Κι αυτό μου δημιουργεί μελαγχολία".

F. W. J. Schelling: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ / Κείμενο για πρώτη φορά στα ελληνικά σε μετάφραση Δ. Μπαλτά


F. W. J. Schelling 
Φιλοσοφία τῆς Τέχνης 
μετάφραση: Δημήτρης Μπαλτᾶς 
[σ.139] Στίς παροῦσες διαλέξεις Σᾶς ζητῶ ἡ πρόθεσή σας νά εἶναι καθαρά ἐπιστημονική. Ὅπως ἡ ἐπιστήμη στό σύνολό της, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ ἐπιστήμη τῆς Τέχνης ἐπιδεικνύει ἐσωτερικό ἐνδιαφέρον, καί αὐτή χωρίς καμία ἐξωτερική σκοπιμότητα. Ἀρκετά, ἐν μέρει ὅμως ἀσήμαντα θέματα, ἐρεθίζουν τήν γενικότερη φιλομάθεια καί στρέφουν τό ἐπιστημονικό πνεῦμα σέ αὐτή· παραξένο, ἀλλά ἀκόμη καί ἄν ἡ Τέχνη δέν εἶναι σέ θέση, αὐτό εἶναι ἕνα ζήτημα τό ὁποῖο περιλαμβάνει τά πιό σημαντικά θέματα τοῦ θαυμασμοῦ μας. 
Αὐτό ὅμως ἀπέχει ἀπό τήν πραγματικότητα γιατί ἡ Τέχνη δέν ἀντιμετωπίζεται ὡς ἕνα κλειστό, ὀργανικό καί ὡς ἕνα ἐντελῶς ἀπαραίτητο, σέ ὅλα του τά μέρη, σύνολο ὅπως εἶναι η Φύση. Αἰσθανόμαστε συνεχῶς ἀναγκασμένοι νά ἀναζητοῦμε τήν βαθειά οὐσία τῆς Φύσεως καί νά ἐξακριβώνουμε κάθε σημαντική πηγή, ἀπό τήν ὁποία ἀναβλύζουν τόσα πολλά παραδείγματα μέ παντοτινή ὁμοιομορφία καί νομιμότητα. Πολύ περισσότερο πρέπει νά ἐνδιαφερθοῦμε γιά νά διεισδύσουμε στήν φύση τῆς Τέχνης, στήν ὁποία δημιουργεῖται ἡ ἀπόλυτη [σ. 140] ἑνότητα καί νομιμότητα ἀπό τήν ἀπόλυτη ἐλευθερία, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει νά κατανοήσουμε τό θαῦμα τοῦ δικοῦ μας πνεύματος πιό εὔκολα ἀπό τήν Φύση. Μᾶς ἐνδιαφέρει νά ἐντοπίσουμε τήν δημιουργία, τήν ἐσωτερική δομή, τίς σχέσεις καί τίς ἐπιδράσεις ἑνός φυτοῦ ἤ ἑνός ὀργανισμοῦ στόν μέγιστο δυνατό βαθμό. Πολύ περισσότερο θά μπορούσαμε νά γοητευτοῦμε ἐντοπίζοντας τίς ἴδιες ἐπιδράσεις καί σχέσεις στό πολύ καλύτερα ὀργανωμένο καί πολύπλοκο φυτό, τό ὁποῖο ὀνομάζεται ἔργο τέχνης.
Σχετικά μέ τήν Τέχνη, στούς περισσότερους συμβαίνει ὅ,τι συνέβη μέ τήν πρόζα στόν κύριο Jourdain του Μολιέρου, ὁ ὁποῖος ἐξεπλάγη γιατί ὁλόκληρη τήν ζωή του ἔγραφε πρόζα χωρίς νά τό γνωρίζει. Ἐλάχιστοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἤδη ἡ γλῶσσα, στήν ὁποία ἐκφράζονται, εἶναι τό τελειότερο ἔργο τέχνης. Πόσοι ἔχουν παρακολουθήσει μία παράσταση χωρίς ἔστω καί μία φορά νά ἀναρωτηθοῦν ποιές συνθῆκες ἀπαιτοῦνται γιά μιά μοναδική θεατρική παράσταση, σέ πόσους δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση τῆς μεγαλοπρέπειας ἑνός ὡραίου ἀρχιτεκτονήματος, χωρίς νά προσπαθήσουν νά ἐντοπίσουν τούς λόγους τῆς ἁρμονίας πού ἐκπέμπει! Πόσοι ἔχουν ἀφήσει τούς ἑαυτούς τους νά ἐπηρεασθοῦν ἀπό ἕνα μεμονωμένο ποίημα ἤ ἀπό ἕνα ἔργο ὑψηλῆς λογοτεχνίας καί νά συγκινηθοῦν, νά ἐνθουσιαστοῦν, νά συγκλονισθοῦν, χωρίς νά ἀναζητήσουν μέ ποιά μέσα ὁ καλλιτέχνης καταφέρνει νά κυριεύσει τό μυαλό τους, νά ἐξαγνίσει τήν ψυχή τους, νά ταρακουνήσει τόν ἐσωτερικό τους κόσμο, χωρίς τήν σκέψη νά μετατρέψουν μέσῳ τῆς κατανοήσεως αὐτήν τήν τελείως παθητική καί μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου ἀτελείωτη ἀπόλαυση στήν συνηθισμένη θεώρηση καί ἀποκατάσταση τοῦ ἔργου τέχνης.
Θεωρεῖται ἀκαλλιέργητος καί ἀμόρφωτος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος γενικά δέν ἐπιτρέπει στόν ἑαυτό του νά ἐπηρεασθεῖ ἀπό [σ. 141] τήν Τέχνη, ἀλλά θέλει νά βιώσει τίς ἐπιδράσεις της. Ὅμως, εἶναι ἐπιφανειακό, ὄχι βέβαια στόν ἴδιο βαθμό, σύμφωνα μέ τό πνεῦμα νά θεωροῦνται ὡς ἐπιδράσεις τῆς Τέχνης, τά οὐσιώδη συναισθήματα, ἡ οὐσιαστική συγκίνηση ἤ ἡ οὐσιαστική εὐχαρίστηση πού προκαλοῦν τά ἔργα τέχνης. 
Γιά ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει μία ἀνελεύθερη καί ταυτόχρονα παθιασμένη καί ἐνεργή καί συνετή θεώρηση τῆς Τέχνης, ὅλες οἱ ἐπιδράσεις τῆς Τέχνης εἶναι ἁπλῶς φυσικές. Αὐτός ὁ ἴδιος συμπεριφέρεται μέ φυσικότητα καί δέν ἔχει ποτέ βιώσει καί γνωρίσει τήν Τέχνη ὡς ἀληθινή Τέχνη. Αὐτό πού τόν συγκινεῖ εἶναι ἴσως τά μεμονωμένα ὄμορφα σημεῖα, ἀλλά στό ἔργο τέχνης δέν ὑπάρχει μεμονωμένη ὀμορφιά, ἁπλῶς τό σύνολο, τό ὅλον εἶναι ὡραῖο. Ὅποιος δέν ἀντιλαμβάνεται τήν ἔννοια τοῦ ὅλου εἶναι τελείως ἀνίκανος νά κρίνει ἕνα έργο τέχνης. Παρά τήν ἀδιαφορία, βλέπουμε ὅτι ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων, πού θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους μορφωμένους, δέν εἶναι πρόθυμοι γιά τίποτα ἄλλο, παρά νά κρίνουν τά θέματα τῆς Τέχνης, νά θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους γνῶστες καί εὔκολα καταλήγουν στό συμπέρασμα ὅτι κάποιος δέν ἔχει καθόλου γοῦστο. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατανοοῦν τίς δυσκολίες κατά τήν κρίση τους, δέν θεωροῦν ἀναγκαῖο στήν καθοριστική ἐπίδραση πού ἔχει σ’ αὐτούς ἕνα ἔργο τέχνης καί στήν μοναδικότητα τῆς θεωρήσεως τοῦ ἔργου, στήν ὁποία ἔχουν ἴσως προχωρήσει, νά ἀνακαλέσουν τήν κρίση τους σάν νά εἶχαν κάνει λάθος. Ἄλλοι, λιγότερο σεμνοί, γελοιοποιοῦνται ἀπό τήν κρίση τους ἤ καταντοῦν κουραστικοί γιά τούς γνῶστες. Εἶναι μέρος ὅμως τῆς συνολικῆς κοινωνικῆς μορφώσεως – καμμιᾶς ἄλλης κοινωνικῆς μορφώσεως ἀπό αὐτή τῆς Τέχνης - νά γνωρίζει κανείς πράγματα σχετικά μέ τήν Τέχνη, νά κατανοεῖ τήν ἰδέα ἤ τό ὅλον καθώς καί τίς πολύπλευρες σχέσεις τῶν μερῶν μεταξύ τους καί μέ τό ὅλον καί ἀντιστρόφως. Ὅμως, αὐτό δέν εἶναι δυνατό μέ κανέναν ἄλλο τρόπο παρά μόνο μέ τήν ἐπιστήμη καί εἰδικά μέ τήν Φιλοσοφία. Ὅσο πιό δυνατή κατασκευαστεῖ ἡ ἰδέα τῆς Τέχνης [σ. 142] καί τοῦ Ἔργου Τέχνης, τόσο περισσότερο θά ἐλεγχθεῖ ὄχι μόνον ἡ χαλαρότητα τῆς κρίσεως, ἀλλά καί κάθε εὔκολη προσπάθεια (ἐνν. κατανοήσεως) τῆς Τέχνης ἤ τῆς Ποιήσεως, πρᾶγμα πού εἶναι συνηθισμένο χωρίς νά χρησιμοποιοῦνται ἄλλες ἰδέες. 
Σχετικά μέ τό πόσο ἀναγκαία εἶναι μία αὐστηρά ἐπιστημονική θεώρηση της Τέχνης γιά τήν διαμόρφωση τῆς ἐπιστημονικῆς θεωρήσεως τοῦ ἔργου τέχνης καθώς καί γιά τήν διαμόρφωση τῆς κρίσεως γι’ αὐτό, θά ἤθελα νά σημειώσω τά ἑξῆς. 
Πολύ συχνά, ἀλλά ἰδιαίτερα σήμερα, μποροῦμε νά ἐντοπίσουμε πώς οἱ ἴδιοι οἱ καλλιτέχνες μεταξύ τους δέν διαφοροποιοῦνται ἁπλῶς σέ σχέση μέ τήν κρίση τους ἀλλά ἔρχονται ἀκόμα καί σέ ἀντιπαράθεση. Αὐτό τό φαινόμενο μπορεῖ εὔκολα νά ἐξηγηθεῖ. Τήν ἐποχή τῆς ἀνθίσεως τῆς Τέχνης ἐπικρατεῖ ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ κυρίαρχου πνεύματος, ἡ εὐχαρίστηση καί ταυτόχρονα ἡ «ἄνοιξη» τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία, λιγότερο ἤ περισσότερο, ἐπιβάλλει τήν συνολική θεώρηση σύμφωνα μέ τούς μεγάλους καλλιτέχνες, ἔτσι ὥστε, ὅπως ἀποδεικνύεται καί ἀπό τήν Ἱστορία τῆς Τέχνης, τά μεγάλα ἔργα τέχνης πού δημιουργήθηκαν τό ἕνα μετά τό ἄλλο τήν ἴδια σχεδόν ἐποχή, δημιουργήθηκαν καί ὡρίμασαν ὑπό μία συλλογική θέωρηση καί ὑπό τόν κοινό ἥλιο. Ὁ Ἄλμπρεχτ Ντύρερ ταυτόχρονα μέ τόν Ραφαήλ, ὁ Θερβάντες καί ὁ Καλντερόν ταυτόχρονα μέ τόν Σαίξπηρ. Ὅταν μία τέτοια ἐποχή τῆς εὐχαριστήσεως καί τῆς ἀληθινῆς δημιουργικότητας περνάει, τότε ἐπέρχεται ἡ ἀπομίμηση/ ἀντανάκλαση καί μαζί μέ αὐτή ἡ συνολική διαίρεση. Ὅ,τι ἦταν ἐκεῖ ζωντανό πνεῦμα, γίνεται ἐδῶ μεταφορά. 
Ἡ κατεύθυνση τῶν παλαιῶν καλλιτεχνῶν ἦταν ἀπό τό κέντρο πρός τήν περιφέρεια. Οἱ μεταγενέστεροι παίρνουν τήν ἐξωτερική δεδομένη μορφή καί προσπαθοῦν νά τήν μιμηθοῦν ἀκριβῶς˙ κρατοῦν τήν σκιά χωρίς τό σῶμα. Ὁ καθένας διαμορφώνει το δικό του μοναδικό κομμάτι τῆς ἱστορίας γιά τήν Τέχνη καί κατόπιν κρίνει ὁ ἴδιος ὅ,τι ὑπάρχει μέχρι τότε. Οἱ μέν, οἱ ὁποῖοι ἐπισημαίνουν τό κενό τῆς μορφῆς χωρίς τό περιεχόμενο, κηρύττουν τήν ἐπιστροφή στό περιεχόμενο/ ὑλικό μέσῳ τῆς μιμήσεως τῆς Φύσεως, οἱ δέ, οἱ ὁποῖοι δέν ταλαντεύονται πάνω ἀπό κάθε κενή ἐξωτερική ἀνύψωση τῆς Τέχνης, κηρύττουν τό ἰδεατό, τήν ἀπομίμηση αὐτοῦ πού ἔχει ἤδη δημιουργηθεῖ. [σ. 143] Κανείς ὅμως δέν ἐπιστρέφει στίς πραγματικές πηγές τῆς Τέχνης στίς ὁποῖες ἡ μορφή καί τό ὑλικό δέν διαχωρίζονται. Λίγο-πολύ αὐτή εἶναι ἡ σημερινή κατάσταση τῆς Τέχνης καί τῆς θεωρήσεώς της. Τέτοια ποικιλία ἐπικρατεῖ στήν Τέχνη, τέτοια ποικιλία καί ἀποχρώσεις ἔχουν τά διαφορετικά ἱστορικά σημεῖα τῆς θεωρήσεώς της. Κανείς ἀπό αὐτούς πού ἔρχονται σέ ἀντιπαράθεση δέν καταλαβαίνει τόν ἄλλο. Ἄλλοι κρίνουν σύμφωνα μέ τόν βαθμό τῆς ἀλήθειας, ἄλλοι σύμφωνα μέ τήν ὀμορφιά, χωρίς ὁ καθένας ἀπό αὐτούς νά γνωρίζει τί πράγματι εἶναι ἀλήθεια καί τί ὀμορφιά. Ἀπό αὐτούς τούς ἐν τέλει πρακτικούς καλλιτέχνες μιᾶς τέτοιας ἐποχῆς δέν μποροῦμε, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, νά μάθουμε κάτι γιά τήν φύση της Τέχνης, γιατί αὐτοί κατά κανόνα ὑστεροῦν στήν ἰδέα τῆς Τέχνης καί τῆς Ὀμορφιᾶς. Καί ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἐπικρατούσης ἀσυμφωνίας μεταξύ αὐτῶν πού ἀσκοῦν τήν Τέχνη εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀναζητήσουμε τήν πραγματική ἰδέα καί τίς ἀρχές τῆς Τέχνης στήν ἐπιστήμη. 
Μόνον ἡ Φιλοσοφία μπορεῖ νά ἐπαναφέρει γιά τήν ἀντανάκλαση τίς καταβαραθρωμένες σέ μεγάλο βαθμό βασικές πηγές γιά τήν παραγωγή τῆς Τέχνης. Μόνον μέσῳ τῆς Φιλοσοφίας μποροῦμε νά ἐλπίζουμε νά ἀποκτήσουμε μία πραγματική ἐπιστήμη τῆς Τέχνης, ὄχι γιατί ἡ Φιλοσοφία θά μποροῦσε νά δώσει τό νόημα τῆς Τέχνης, τό ὁποῖο μόνον ὁ Θεός μπορεῖ νά δώσει, ὄχι γιατί θά μποροῦσε νά δώσει τήν θέωρηση τήν ὁποία ἡ Φύση ἔχει ἀποτύχει νά δώσει, ἀλλά γιατί καταγράφει σέ ἰδέες, μ’ ἕναν τρόπο πού δέν μεταβάλλεται, κάνοντας συγκεκριμένο ποιό εἶναι τό πραγματικό νόημα τῆς Τέχνης καί μέ ποιόν τρόπο ἡ πραγματική θεώρηση τῆς Τέχνης γίνεται συγκεκριμένη. 
Θεωρῶ ἀπαραίτητο νά παραθέσω τούς ἰδιαίτερους λόγους πού μέ ὁδήγησαν τόσο στό νά ἀσχοληθῶ μ’ αὐτήν τήν ἐπιστήμη [σ. 144] ὅσο καί νά δώσω αὐτήν τήν διάλεξη. 
Κατ΄ ἀρχάς, Σᾶς παρακαλῶ νά μήν μπερδέψετε αὐτήν τήν ἐπιστήμη τῆς Τέχνης μέ ὅ,τι ἕως τώρα ἀποκαλεῖται Αἰσθητική ἤ Θεωρία τῶν Καλῶν Τεχνῶν καί τῶν Ἐπιστημῶν. Ἐπίσης, δέν ὑπάρχει πουθενά καμμία ἐπιστημονική καί φιλοσοφική διδασκαλία τῆς Τέχνης, τό πολύ νά ὑπάρχει ἀποσπασματικά ἀλλά δέν εἶναι σέ θέση νά γίνει κατανοητή καί δέν μπορεῖ νά γίνει ἀντιληπτή παρά μόνον στό πλαίσιο ἑνός συνόλου. 
Πρίν ἀπό τόν Καντ ἡ διδασκαλία τῆς Τέχνης στήν Γερμανία ἦταν καθαρά μία συνέχεια τῆς Αἰσθητικῆς τοῦ Μπαουμγκάρντεν – ἕνας ὅρος πού χρησιμοποιήθηκε ἀρχικά ἀπό τόν ἴδιο τόν Μπάουμγκαρντεν. Ἀρκεῖ ἐπίσης νά ἀναφερθεῖ ὅτι αὐτή μέ τήν σειρά της ἦταν μία ἐξέλιξη τῆς Φιλοσοφίας τοῦ Βόλφ. Τήν περίοδο πρίν ἀπό τόν Κάντ, ὅταν στήν Φιλοσοφία ἐπικρατοῦσαν ἡ φθηνή δημαγωγία καί ὁ ἐμπειρισμός δημιουργήθηκαν οἱ γνωστές θεωρίες τῶν Καλῶν Τεχνῶν καί τῶν Ἐπιστημῶν σύμφωνα μέ τίς ἀρχές τῆς Ψυχολογίας τῶν Ἄγγλων καί τῶν Γάλλων. Προσπαθοῦσαν νά κατανοήσουν τό Ὡραῖο μέσῳ τῆς ἐμπειρικῆς ψυχολογίας καί ἔτσι προσπαθοῦν νά ἐξηγήσουν τό θαῦμα της Τέχνης, ὅπως ἀκριβῶς ἐκείνη τήν ἐποχή τίς ἱστορίες μέ τά φαντάσματα καί τίς διάφορες (ἐνν. λαϊκές) πεποιθήσεις. Ἀποσπάσματα αὐτοῦ τοῦ εμπειρισμοῦ συναντᾶμε σέ κείμενα καί ἀργότερα, ἐν μέρει ὅμως ἀπό μία καλύτερη ὀπτική γωνία. 
Ἄλλες Αἰσθητικές ἀποτυπώνονται ὡς δοκιμασμένες συνταγές ἤ βιβλία μαγειρικῆς, ὅπου ἡ συνταγή γιά τήν τραγωδία εἶναι ἡ ἑξῆς: πολύς φόβος, ὄχι ὅμως καί πάρα πολύς, τόσα μέλη ὅσα χρειάζονται καί ἀναρίθμητοι χωρισμοί. 
Μέ τήν Κριτική τῆς Κριτικῆς Δυνάμεως τοῦ Κάντ συμβαίνει ὅ,τι καί μέ τά ὑπόλοιπα ἔργα του. [σ. 145] Ἀπό τούς ὑποστηρικτές τοῦ Κάντ θά περίμενε κανείς ἐξωτερική ἔλλειψη γούστου, ὅπως ἀκριβῶς στήν Φιλοσοφία ἔλλειψη πνεύματος. Πολλοί ἄνθρωποι ἔμαθαν λεπτομερῶς τήν Κριτική τῆς Κριτικῆς Δυνάμεως καί τήν χρησιμοποίησαν στά κείμενά τους ὡς Αἰσθητική. 
Μετά τόν Κάντ κάποια λαμπρά πνεύματα εἶχαν ἐξαιρετικές προτάσεις σχετικά μέ τήν ἰδέα μιᾶς πραγματικῆς φιλοσοφικῆς ἐπιστήμης τῆς Τέχνης καί συνέβαλαν μεμονωμένα πρός αὐτήν τήν κατεύθυνση. Κανείς ὅμως δέν καθόρισε τό ἐπιστημονικό ὅλον ἤ ἔστω τίς ἀπόλυτες ἀρχές, οἱ ὁποῖες θά ἴσχυαν γενικῶς καί θά ἦταν σταθερές. Ἐπίσης, σέ ἀρκετούς δέν εἶναι κατανοητός ὁ αὐστηρός διαχωρισμός τοῦ Ἐμπειρισμοῦ καί τῆς Φιλοσοφίας, ὁ ὁποῖος θά μποροῦσε νά ὁδηγήσει στήν πραγματική επιστήμη. 
Τό σύστημα τῆς Φιλοσοφίας τῆς Τέχνης, τό ὁποῖο σκέφτομαι νά παρουσιάσω, διαφέρει πολύ ἀπό τά μέχρι τώρα συστήματα καί διαφοροποιεῖται τόσο στήν μορφή, ὅσο καί στό περιεχόμενο, μέ τό νά ἐπιστρέψω, περισσότερο ἀπό ὅ,τι μέχρι τώρα, στίς ἀρχές. Ἡ μέθοδος μέ τήν ὁποία ἔχω φθάσει σ’ ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο τῆς Φιλοσοφίας τῆς Φύσεως, ἐάν δέν κάνω λάθος, καί πού μ’ ἔχει ὁδηγήσει στό νά ἁπλοποιήσω την πολύπλοκη δομή τῆς Φύσεως και στό νά βάλω μία τάξη στό χάος της, εἶναι ἡ ἴδια μέθοδος πού μᾶς δείχνει τήν ἔξοδο ἀπό τόν λαβύρινθο τοῦ κόσμου τῆς Τέχνης καί ρίχνει καινούργιο φῶς στά σχετικά θέματα. 
Τουλάχιστον πρέπει νά δείξω σεβασμό στήν ἱστορική πλευρά της Τέχνης, ἡ ὁποία, γιά λόγους πού θά ἀναλύσω στήν συνέχεια, εἶναι βασικό στοιχεῖο κάθε δομῆς. Γνωρίζω πολύ καλά πόσο δύσκολο εἶναι σ’ αὐτές τίς ἀτελείωτες περιοχές τῆς ἐπιστήμης, νά ἀποκτήσει κανείς ἔστω τίς γενικές γνώσεις γιά κάθε τομέα, καί στήν συνέχεια νά φθάσει σέ συγκεκριμένο σημεῖο τῆς γνώσεως σέ κάθε ἕναν ἀπό αὐτούς τούς τομεῖς. Αὐτό πού μπορῶ ἐγώ νά κάνω γιά τόν ἑαυτό μου, εἶναι νά λάβω σοβαρά ὑπ’ ὄψιν τά παλαιά καί τά καινούργια ἔργα της Ποιήσεως [σ. 146] γιά νά ἔχω μία θεώρηση τῶν ἔργων τῆς Τέχνης, ὥστε νά γνωρίζω, κατά τήν συναναστροφή μέ τούς ἀσκούμενους καλλιτέχνες, τήν διαφωνία τους ἀλλά καί τήν ἔλλειψη κατανοήσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλά καί, κατά τήν συναναστροφή μ’ ἐκείνους πού εὐχάριστα ὑπηρετοῦν τήν Τέχνη καί σκέφτονται θεωρητικά, νά γνωρίζω ἕνα μέρος αὐτῶν τῶν ἱστορικῶν θεωρήσεων τῆς Τέχνης, τίς ὁποῖες θεωρῶ ἀπαραίτητες γιά τόν σκοπό μου. 
Γιά κείνους πού γνωρίζουν τό δικό μου σύστημα τῆς Φιλοσοφίας, θά εἶναι ἡ Φιλοσοφία τῆς Τέχνης μόνον μία ἐπανάληψη αὐτοῦ στόν μέγιστο βαθμό. Γιά κείνους πού ἀκόμα δέν τό γνωρίζουν, ἡ μέθοδος αὐτή ἴσως νά γίνει πιό κατανοητή κατά τήν χρήση της. 
Ἡ δομή της δέν περιορίζεται στό γενικό ἀλλά ἐπεκτείνεται καί στά ἐπί μέρους, τά ὁποῖα θεωροῦνται ὁλόκληρα γένη. Θά ταξινομήσω αὐτά καί τόν κόσμο τῆς Ποιήσεώς τους. Ἀναφέρω ἐπιγραμματικά μόνον τόν Ὅμηρο, τόν Δάντη καί τόν Σαίξπηρ. Στήν διδασκαλία τῶν Καλῶν Τεχνῶν, τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῶν μεγάλων καλλιτεχνῶν κατατάσσονται σέ γενικές κατηγορίες. Στήν διδασκαλία της Ποιήσεως καί τῶν εἰδῶν της θά προχωρήσω μέχρι τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τοῦ κάθε ἔργου τῶν μεγάλων ποιητῶν, γιά παράδειγμα τοῦ Σαίξπηρ, τοῦ Θερβάντες, τοῦ Γκαῖτε, ὥστε νά μεταβάλω τήν ἐπικρατοῦσα θεώρηση. 
Στήν γενική Φιλοσοφία χαιρόμαστε γιά τό αὐστηρό πρόσωπο τῆς ἀλήθειας γιά τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό. Σ’ αὐτήν τήν ἰδιαίτερη περιοχή τῆς Φιλοσοφίας, ὁ ὁποία ἐπικεντρώνεται στήν Φιλοσοφία τῆς Τέχνης, φθάνουμε στήν θεώρηση τῆς αἰώνιας ὀμορφιᾶς καί τῆς ἀρχῆς κάθε τι ὡραίου. 
Ἡ Φιλοσοφία εἶναι ἡ βάση ὅλων καί συνοψίζει τά πάντα. Ἐπεκτείνει τήν δομή της σέ ὅλα τά πεδία τῆς γνώσεως. Μόνον μέσῳ αὐτῆς ὁδηγούμεθα στήν κορυφή. [σ. 147] Μέσῳ τῆς διδασκαλίας τῆς Τέχνης δημιουργεῖται μέσα στό πλαίσιο τῆς Φιλοσοφίας ἕνας πιό στενός κύκλος, στόν ὁποῖο βλέπουμε τό αἰώνιο μέ συγκεκριμένη μορφή καί αὐτό βρίσκεται σε πραγματική ἁρμονία μέ τήν Φιλοσοφία. 
Στήν μέχρι τώρα παρουσίαση περιλαμβάνεται ἐν μέρει καί ἡ ἀπάντηση στό τί εἶναι ἡ Φιλοσοφία τῆς Τέχνης. Εἶναι λοιπόν ἀπαραίτητο νά τό ἐξηγήσω λεπτομερῶς. Γενικῶς θά ἔθετα τήν ἐρώτηση ὡς ἑξῆς: Πῶς εἶναι δυνατή ἡ Φιλοσοφία τῆς Τέχνης; (διότι ἀπόδειξη τῆς «δυνάμεως» στήν θεώρηση τῆς ἐπιστήμης εἶναι ἐπίσης καί ἡ ἀλήθεια). 
Μπορεῖ νά διαπιστώσει κανείς πώς στήν ἔννοια τῆς Φιλοσοφίας τῆς Τέχνης εἶναι ἐνσωματωμένες καί ἀντίθετες ἀπόψεις. Ἡ Τέχνη εἶναι τό πραγματικό, τό ἀντικειμενικό, ἡ φιλοσοφία τό ἰδανικό, τό ὑποκειμενικό. Θά μποροῦσε κανείς νά ὁριοθετήσει τό ἀντικείμενο τῆς Φιλοσοφίας τῆς Τέχνης μέ τόν ἑξῆς τρόπο: τό πραγματικό, ὅποιο κι ἄν εἶναι στήν Τέχνη, νά ἀποτυπώνεται ἰδανικά. Καί στήν συνέχεια προκύπτει ἡ ἑξῆς ἐρώτηση: τί σημαίνει κάτι πραγματικό νά ἀποτυπωθεῖ ὡς ἰδανικό; Ἀλλά κι ὅταν τό μάθουμε αὐτό, ἡ ἔννοια τῆς Φιλοσοφίας τῆς Τέχνης δέν θά εἶναι ἀκόμα ξεκάθαρη. Πρέπει λοιπόν νά προχωρήσουμε ἀκόμη περισσότερο μέ τήν ἀναζήτηση – ἐπειδή ἰδανική ἀποτύπωση = κατασκευή, Φιλοσοφία τῆς Τέχνης = κατασκευή της Τέχνης. Γι’ αὐτόν τόν λόγο, αὐτή ἡ ἔρευνα εἶναι ἀπαραίτητη μαζί μέ τήν κατανόηση τῆς κατασκευῆς. 
Ἡ προσθήκη «Τέχνη» στόν ὅρο «Φιλοσοφία τῆς Τέχνης» περιορίζει ἁπλῶς τήν γενική ἔννοια τῆς Φιλοσοφίας καί δέν τήν διευρύνει. Ἡ ἐπιστήμη μας πρέπει νά εἶναι Φιλοσοφία. Τό πιό σημαντικό εἶναι ὅτι πρέπει νά εἶναι Φιλοσοφία σέ σχέση μέ τήν Τέχνη. Ὅμως, ἡ Φιλοσοφία καί εἰδικότερα ὡς Φιλοσοφία τῆς Τέχνης δέν θά μποροῦσε νά ἀσχολεῖται μέ κάτι ἄλλο ἀπό τό νά ἐξετάζει τό ἀντικείμενό της ἀποκλειστικά. [σ. 148]. Ἡ Φιλοσοφία εἶναι οὐσιαστικά μία, δέν μπορεῖ νά διαιρεθεῖ. Αὐτό πού οὐσιαστικά εἶναι ἡ Φιλοσοφία, εἶναι ἕνα ὅλον ἀδιαίρετο. Ἐλπίζω αὐτή ἡ ἔννοια τῆς ἀδιαιρετότητας τῆς Φιλοσοφίας, πού ἐσεῖς πρόσφατα υἱοθετήσατε, νά συνοψίσει ὁλόκληρη τήν ἰδέα τῆς ἐπιστήμης μας. Εἶναι εὑρέως γνωστό πώς ἡ ἔννοια τῆς Φιλοσοφίας χρησιμοποιήθηκε συχνά λανθασμένα. Ἤδη ἔχουμε μία Φιλοσοφία, συγκεκριμένα μία ἐπιστημονική διδασκαλία τῆς ἀγροτικῆς οἰκονομίας καί πρέπει νά περιμένουμε καί τήν δημιουργία μιᾶς Φιλοσοφίας τοῦ κάρου. Στό τέλος θά ὑπάρχουν τόσες φιλοσοφίες, ὅσες καί τά ἀντικείμενα, καί ἀπό τίς πολλές φιλοσοφίες θά χαθεῖ τελείως ἡ Φιλοσοφία. Ἐκτός ἀπό αὐτές τίς πολλές φιλοσοφίες, ὑπάρχουν καί μεμονωμένες φιλοσοφικές ἐπιστῆμες ἤ φιλοσοφικές θεωρίες. Οὐσιαστικά δέν εἶναι τίποτα. Ὑπάρχει μόνον μία Φιλοσοφία καί μία ἐπιστήμη τῆς Φιλοσοφίας. Ὅ,τι ὀνομάζεται διαφορετική φιλοσοφική ἐπιστήμη εἶναι εἴτε τελείως ἀνέντιμο, εἴτε ἁπλῶς ἐκφάνσεις τῆς μιᾶς καί ἀδιαίρετης Φιλοσοφίας σέ διαφορετικές διατυπώσεις ἤ ὑπό διαφορετικούς ἰδανικούς καθορισμούς. 
Σ’ αὐτό τό σημεῖο θά ἐξηγήσω αὐτήν τήν ἔκφραση, γιατί εἶναι ἀπαραίτητο να γίνει κατανοητό τό περιεχόμενό της. Ἔχει σχέση μέ τήν γενική διδασκαλία τῆς Φιλοσοφίας γιά τήν οὐσιαστική καί ἐσωτερική ταυτότητα κάθε αντικειμένου καί ὅλα αὐτά τά ὁποῖα διεκρίναμε. Εἶναι ἀληθινή ὡς μία ἀπόλυτη ἀλήθεια καί ὡς ἀπόλυτη οὐσία ἀδιαίρετη, δηλαδή δέν μπορεῖ νά διαιρεθεῖ ἤ νά διακριθεῖ. Ἐπειδή εἶναι ἀδιαίρετη, ἡ διαφορετικότητα τῶν πραγμάτων εἶναι δυνατή ὑπό τήν ἔννοια ὅτι τό ὅλον καί τό ἀδιαίρετο ὑπόκεινται σέ διαφορετικές θεωρήσεις. [σ. 149] Αὐτές τίς θεωρήσεις τίς ὀνομάζω «δυνάμεις». Δέν διαφοροποιοῦνται στήν οὐσία, αὐτό εἶναι πάντοτε ἔτσι καί εἶναι ἀπαραίτητο, καί γι’ αὐτό τόν λόγο ἀποκαλοῦνται ἰδανικές θεωρήσεις. Π.χ αὐτό τό ὁποῖο ἐμεῖς ἀναγνωρίζουμε στήν Ἱστορία ἤ στήν Τέχνη εἶναι οὐσιαστικά τό ἴδιο μ’ αὐτό πού συμβαίνει στήν Φύση. Στόν καθένα δημιουργεῖται κυρίως κάθε τι ἀπόλυτο, αὐτό ὅμως τό ἀπόλυτο βρίσκεται στήν Φύση, τήν Ἱστορία καί τήν Τέχνη σέ διαφορετικές «δυνάμεις». Ἐάν μπορούσαμε νά τό ἀφαιρέσουμε γιά νά δοῦμε τό καθαρό νόημα «γυμνό», τότε θά ἦταν γιά ὅλους Ἕνα. 
Ἡ Φιλοσοφία, λοιπόν, ἀναδεικνύεται ἀπό τήν θεώρηση τοῦ συνόλου ὅλων τῶν «δυνάμεων». Πρέπει νά εἶναι μία πιστή εἰκόνα τοῦ σύμπαντος, αὐτό ὅμως εἶναι τό ἀπόλυτο, πού ἀποτυπώνεται στό σύνολο ὅλων τῶν ἰδανικῶν θεωρήσεων – ὁ Θεός καί τό σύμπαν εἶναι ἕνα ἤ ἁπλῶς διαφορετικές ὄψεις τοῦ ἑνός. Ὁ Θεός εἶναι τό σύμπαν, ἐάν τό δοῦμε ἀπό τήν πλευρά τῆς ταυτότητας, εἶναι τό πᾶν γιατί αὐτός εἶναι τό μοναδικά ἀληθινό, ἐκτός ἀπό αὐτόν δέν ὑπάρχει τίποτα, ὁ Θεός εἶναι τό σύμπαν, ἐάν προχωρήσουμε σἑ ἑρμηνεία ἀπό τήν πλευρά τοῦ συνόλου. Στήν ἀπόλυτη ἰδέα πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς Φιλοσοφίας, ἡ ταυτότητα καί τό ὅλον εἶναι ἕνα. Ἡ συνολική θεώρηση τῆς Φιλοσοφίας θεωρῶ ὅτι βρίσκεται στό σύνολο ὅλων τῶν «δυνάμεων». Ἡ φιλοσοφία, φρονῶ, βρίσκει τήν πλήρη της πραγμάτωση μόνον ὅταν ἀναδύεται τό σύνολο τῶν «δυνάμεών» της. Τό Ἀπόλυτο, ὡς μεμονωμένη ἔννοια, ἄρα καί μέ τήν ἔννοιά του ὡς φιλοσοφικῆς ἀρχῆς, ἀποτελεῖ τό σύνολο τῶν «δυνάμεων», γι' αὐτό ἀκριβῶς καί δέν ὑπάρχει σ’ αὐτό καμμία «δύναμις», στό μέτρο ὅμως πού δέν ἐμπεριέχει καμμία «δύναμιν», τίς ἐμπεριέχει ὅλες. Ὀνομάζω αὐτήν ἀρχή γι’ αὐτόν τόν λόγο, διότι καμμία ἰδιαίτερη «δύναμις» δέν εἶναι ἴδια καί ἔτσι ὅλοι κατανοοῦν τό ἀπόλυτο σημεῖο ἀναγνωρίσεως τῆς Φιλοσοφίας.
Αὐτή ἡ ἀνεπάρκεια, ἐπειδή εἶναι ἀκριβῶς αὐτή καί ἐπειδή εἶναι μία, ἄτμητη καί ἀδιαίρετη, εἶναι ἀπαραίτητη σέ κάθε ἰδιαίτερο σύνολο (πού ὀνομάζεται ἐπίσης «δύναμις»). Ἐπίσης αὐτό δέν εἶναι δυνατό, χωρίς νά ἐπιστρέφουν σέ κάθε μία ἀπό αὐτές τίς ἰδιαίτερες μονάδες, ὅλες οἱ μονάδες, δηλαδή οἱ «δυνάμεις». Στήν Φιλοσοφία, λοιπόν, δέν εἶναι τίποτα ἀπόλυτο, ἤ, καλύτερα, δέν γνωρίζουμε τίποτα στήν Φιλοσοφία ὡς ἀπόλυτο – πάντα αὐτό τό ἕνα καί μόνον αὐτό τό ἕνα σέ ἰδιαίτερες μορφές. Ἡ Φιλοσοφία – σᾶς παρακαλῶ νά τό συγκρατήσετε αὐτό – δέν προχωρεῖ στό συγκεκριμένο ὡς τέτοιο ἀλλά πάντοτε ἀβίαστα μόνον στό ἀπόλυτο καί στό συγκεκριμένο μόνον μέχρι τοῦ σημείου πού ἀποδέχεται τό ἀπόλυτο καί ἀποτυπώνεται σ’ αὐτό. 
Ἐξ αὐτοῦ εἶναι προφανές πώς δέν θά μποροῦσαν νά ὑπάρχουν ἰδιαίτερες φιλοσοφίες καί πολύ περισσότερο ἰδιαίτερες καί μεμονωμένες φιλοσοφικές ἐπιστῆμες. Ἡ Φιλοσοφία ἔχει σέ ὅλες τίς μορφές μόνον ἕνα ἐπίπεδο καί γι’ αὐτόν τόν λόγο εἶναι μία καί μοναδική. [σ. 150] Στό πλαίσιο τῆς γενικῆς Φιλοσοφίας, κάθε μεμονωμένη «δύναμις» εἶναι γιά κείνη ἀπόλυτη, καί σ’ αὐτήν τήν ἀπολυτότητα δέν βλάπτεται κανένα μέρος τοῦ ὅλου. Ἀληθινό μέρος τοῦ ὅλου εἶναι κάθε τι πού ἀποτυπώνεται ὅλο σ’ αὐτό, μέχρι τοῦ σημείου πού δημιουργεῖται ἡ ἀντανάκλασή του. Αὐτό εἶναι, λοιπόν, κάθε σύνδεση του εἰδικοῦ μέ τό γενικό πού βρίσκουμε συχνά σέ κάθε ὀργανικό νόημα, ὅπως σέ κάθε ποιητικό ἔργο στό ὁποῖο γιά παράδειγμα κάθε μέρος πού ὑπηρετεῖ τό ὅλον. 
Μποροῦμε νά ἀπομονώσουμε τήν ἰδιαίτερη «δύναμιν» ἀπό τό ὅλον καί νά τήν μελετήσουμε, ἀλλά μέχρι τοῦ σημείου πού ἐμεῖς πράγματι ἀποτυπώνουμε τό ἀπόλυτο σ’ αὐτό – αὐτή ἡ ἀποτύπωση εἶναι ἡ ἴδια ἡ Φιλοσοφία. Αὐτή τήν ἀποτύπωση μποροῦμε νά τήν ὀνομάσουμε, γιά παράδειγμα, Φιλοσοφία τῆς Φύσεως, Φιλοσοφία τῆς Ἱστορίας, Φιλοσοφία τῆς Τέχνης. 
Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀποδεικνύεται: 1. Κανένα ἀντικείμενο δέν πληροῖ τίς προϋποθέσεις τῆς Φιλοσοφίας, ἐάν δέν ἔχει θεμελιωθεῖ ἀπό τό ἀπόλυτο μέσῳ μιᾶς αἰώνιας ἰδέας, νά γίνει ἀποδεκτό τό συνολικό ἀδιαίρετο νόημα του ἀπολύτου. Ὅλα τά διαφορετικά ἀντικείμενα, ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι διαφορετικά, εἶναι ἁπλῶς μορφές χωρίς οὐσία – οὐσία ἔχει μόνον Ἕνα καί μόνον αὐτοῦ τοῦ Ἑνός, [σ. 151] τό ὁποῖο περικλείει τήν συνολικότητα, η μορφή θεωρεῖται ἰδιαίτερη. Ὑπάρχει, γιά παράδειγμα, Φιλοσοφία τῆς Φύσεως γιατί στήν ἰδιαιτερότητα τῆς Φύσεως ὑπάρχει τό ἀπόλυτο, ἐπειδή ακριβῶς ὑπάρχει μία ἀπόλυτη καί αἰώνια Ἰδέα τῆς Φύσεως. Ὅπως ἐπίσης καί Φιλοσοφία τῆς Ἱστορίας, Φιλοσοφία τῆς Τέχνης. 
Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀποδεικνύεται 2. ἡ πραγματικότητα τῆς Φιλοσοφίας τῆς Τέχνης καθώς τά ὅριά της καί ἡ διαφορετικότητά της εἶναι ἐμφανῆ σέ σχέση μέ τήν ἁπλή Θεωρία τῆς Τέχνης. Ὅσο ἡ ἐπιστήμη τῆς Φύσεως ἤ τῆς Τέχνης ἀποτυπώνει σ’ αὐτήν τό ἀπόλυτο, αὐτή ἡ ἐπιστήμη εἶναι Φιλοσοφία, Φιλοσοφία τῆς Φύσεως, Φιλοσοφία τῆς Τέχνης. Σέ κάθε ἄλλη περίπτωση, ἡ ἰδιαίτερη «δύναμις» ἀντιμετωπίζεται ὡς κάτι ἰδιαίτερο καί καθορίζεται ὡς ἰδιαίτερος κανόνας, πού δέν ἔχει νά κάνει μέ τήν Φιλοσοφία ὡς Φιλοσοφία, στήν ὁποία ὑπάρχει μία συνοχή, ἀλλά ἀφορᾶ εἰδικές γνώσεις τοῦ ἀντικειμένου – σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἡ ἐπιστήμη δέν μπορεῖ νά ὀνομασθεῖ Φιλοσοφία, ἀλλά Θεωρία τῆς Φύσεως, Θεωρία τῆς Τέχνης. Αὐτή ἡ Θεωρία θά μποροῦσε, μέ τήν σειρά της, νά δανεισθεῖ τίς ἀρχές της ἀπό τήν Φιλοσοφία, ἀλλά, ἐπειδή ἀκριβῶς ἁπλῶς τίς δανείζεται, δέν εἶναι Φιλοσοφία. 
Ὡς ἐκ τούτου θά συγκροτήσω στήν συνέχεια, ἀρχικά στήν Φιλοσοφία τῆς Τέχνης τήν Τέχνη ὄχι ὡς Τέχνη, ὡς κάτι τό ἰδιαίτερο, ἀλλά τό σύμπαν στήν μορφή τῆς Τέχνης, καί ἡ Φιλοσοφία τῆς Τέχνης εἶναι ἐπιστήμη τοῦ ὅλου στήν μορφή ἤ τήν «δύναμιν» τῆς Τέχνης. Ἀκριβῶς μ’ αὐτό τό βῆμα ἀνυψώνουμε αὐτήν τήν ἐπιστήμη στήν θέση μιᾶς ἀπόλυτης ἐπιστήμης τῆς Τέχνης. 
[σ. 152] Μόνον τό γεγονός ὅτι ἡ Φιλοσοφία τῆς Τέχνης εἶναι ἡ ἀποτύπωση τοῦ σύμπαντος στήν μορφή τῆς Τέχνης, δέν μᾶς δίδει καμμία ὁλοκληρωμένη ἰδέα τῆς ἐπιστήμης, οὔτε γιά τό εἶδος τῆς δομῆς πού εἶναι ἀπαραίτητη σέ μία Φιλοσοφία τῆς Τέχνης. 
Ἀντικείμενο τῆς δομῆς καί κατ’ ἐπέκτασιν τῆς Φιλοσοφίας ἀποτελεῖ μόνον αὐτό πού εἶναι ἱκανό νά θεωρήσει ὡς ἰδιαίτερο τό ἀτελές. Ἡ Τέχνη, γιά νά εἶναι ἀντικείμενο τῆς Φιλοσοφίας, ὀφείλει νά ἀποτυπώνει σ’ αὐτήν τό ἀτελές ὡς κάτι πράγματι ἰδιαίτερο ἤ τουλάχιστον ἁπλῶς νά τό ἀποτυπώνει. Ἀλλά αὐτό δέν ὑπάρχει μόνον στήν θεώρηση τῆς Τέχνης, ἀλλά βρίσκεται ἐπίσης καί στήν ἀποτύπωση τοῦ ἀτελοῦς στόν ἴδιο βαθμό μέ τήν Φιλοσοφία: ὅπως ἀποτυπώνεται αὐτό τό ἀπόλυτο στό ἀρχέτυπο ἔτσι ἀποτυπώνεται τό ἀπόλυτο στό ἀντίγραφο.
Ἐπειδή ἡ Τέχνη ἀποτυπώνει ἔτσι τήν Φιλοσοφία καί ἡ ἴδια εἶναι μόνον ἡ πλήρης καί ἀντικειμενική ἀντανάκλασή της, πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τά χαρακτηριστικά, τά ὁποῖα ὁδηγοῦν τήν Φιλοσοφία στό ἰδανικό καί αὐτό τό Ἕνα εἶναι ἀρκετό γιά τήν ἀπαραίτητη μέθοδο της επιστήμης μας.
Ἡ Φιλοσοφία δέν ἀποτυπώνει τήν πραγματικότητα, ἀλλά τά ἀρχέτυπα τῶν πραγμάτων καί κυρίως τήν Τέχνη, καί αὐτά τά ἀρχέτυπα, ἀπό τά ὁποῖα σύμφωνα μέ τίς ἀποδείξεις της Φιλοσοφίας αὐτά (τά ὄντως ὑπάρχοντα) εἶναι ἡμιτελεῖς ἀντανακλάσεις, εἶναι ἐκεῖνα, τά ὁποῖα στήν Τέχνη - ὡς ἀρχέτυπα – στήν πληρότητά τους – εἶναι ἀντικειμενικά καί διά τῆς ἀντανακλάσεως ἀποτυπώνουν τόν πνευματικό κόσμο. Γιά νά δώσω μερικά παραδείγματα, ἡ Μουσική δέν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπό τόν ἀρχετυπικό ρυθμό τῆς Φύσεως καί τοῦ ἰδίου τοῦ σύμπαντος πού μέσῳ αὐτῆς τῆς Τέχνης διαπερνᾶ τόν γνωστό κόσμο. Τό Ὁμηρικό Ἔπος εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀπόδειξη, [σ. 153] πώς ἡ Ἱστορία βασίζεται στό ἀπόλυτο. Κάθε πίνακας ἀνοίγει τόν ὁρίζοντα στόν πνευματικό κόσμο. 
Αὐτό προϋποθέτει πώς μποροῦμε νά λύσουμε ὅλα τά προβλήματα τῆς Φιλοσοφίας τῆς Τέχνης, τά ὁποῖα στήν γενική Φιλοσοφία λύνονται στήν γενικότερη θεώρηση του σύμπαντος. 
1. Ἐμεῖς στήν Φιλοσοφία τῆς Τέχνης δέν θά βασισθοῦμε σέ καμμία ἄλλη ἀρχή παρά μόνον στό ἀτελές. Τό ἀτελές θά τό καταδείξουμε ὡς τήν ἀπαραίτητη ἀρχή τῆς Τέχνης. Ὅπως γιά τήν Φιλοσοφία τό ἀπόλυτο εἶναι τό ἀρχέτυπο τῆς ἀλήθειας, ἔτσι γιά τήν Τέχνη εἶναι τό ἀρχέτυπο τοῦ ὡραίου. Θά καταδείξουμε ὅτι ἡ Ἀλήθεια καί τό Ὡραῖο εἶναι ἁπλῶς δύο διαφορετικές ὄψεις τοῦ Ἑνός, τοῦ Ἀπολύτου. 
2. Τό δεύτερο ζήτημα, ὅπως στήν θεώρηση τῆς Φιλοσοφίας ἐν γένει, ἔτσι καί στήν θεώρηση τῆς Φιλοσοφίας τῆς Τέχνης ἀφορᾶ κάθε μονάδα καί κάθε τι ἁπλό πού χάνεται μέσα στόν πλουραλισμό καί στήν διαφορετικότητα. Ἡ Φιλοσοφία δίδει ἀπάντηση σ’ αὐτό τό ζήτημα μέ τήν διδασκαλία τῶν ἰδεῶν καί τῶν ἀρχετύπων. Τό ἀπόλυτο εἶναι Ἕνα ἀλλά αὐτό τό Ἕνα ἀπολύτως ἰδωμένο σέ ἰδιαίτερες μορφές. Τό ἴδιο (ἐνν. συμβαίνει) καί μέ τήν Τέχνη. Ἐπίσης, ἡ Τέχνη ἀσχολεῖται μέ τήν ἀρχετυπική ὀμορφιά μόνον σέ ἰδέες ὡς ἰδιαίτερες μορφές, πού εἶναι θεϊκές καί ἀπόλυτες, καί ἀντί ἡ Φιλοσοφία νά ἀσχολεῖται μέ τίς ἰδέες, ἀσχολεῖται μέ τήν Τέχνη ὡς πραγματική. Οἱ ἰδέες ὅσο θεωροῦνται πραγματικές, εἶναι τό ὑλικό καί ταυτόχρονα τό γενικό καί ἀπόλυτο ὑλικό τῆς Τέχνης, ἀπό τό ὁποῖο ὅλα τά ἰδιαίτερα ἔργα τέχνης θεωροῦνται σάν μεγάλα ἐπιτεύγματα. Αὐτές οἱ πραγματικές, ζωντανές καί ὑπάρχουσες ἰδέες εἶναι οἱ θεοί, ὁ γενικός συμβολισμός ἤ ἡ γενική ἀποτύπωση τῶν ἰδεῶν ὡς πραγματικῶν εἶναι δεδομένο σύμφωνα μέ τήν μυθολογία [σ. 154]. Ἔτσι ἡ ἀπάντηση τοῦ δευτέρου ἀπό τά ὡς ἄνω ζητήματα συνίσταται στήν κατασκευή τῆς μυθολογίας. Στήν πράξη οἱ θεοί κάθε μυθολογίας εἶναι οἱ ἰδέες τῆς Φιλοσοφίας σύμφωνα μέ καθαρά ἀντικειμενική ἤ πραγματική θεώρηση.
Παραμένει, ὅμως, ἀναπάντητο ακόμα πῶς δημιουργεῖται ἕνα πραγματικό καί μοναδικό ἔργο τέχνης. Ὅπως λοιπόν τό ἀπόλυτο – τό μή πραγματικό – σέ ὅλη τήν ταυτότητα, ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι τό πραγματικό στήν μή ταυτότητα τοῦ γενικοῦ καί τοῦ εἰδικοῦ, συνίσταται στόν διαχωρισμό εἴτε τοῦ εἰδικοῦ εἴτε τοῦ γενικοῦ. Ἔτσι προκύπτει ἐδῶ μία ἀντίθεση, ἡ ἀντίθεση τῆς εἰκαστικῆς μέ τήν ὁμιλοῦσα Τέχνη. 
Κάθε μία ἀπό αὐτές τίς μορφές ὅσο ἀφοροῦν εἴτε στήν πραγματική εἴτε στήν ἰδανική ἑνότητα ἀποτυπώνει μία ἰδιαίτερη μορφή τῆς Τέχνης. Τό πραγματικό ἀποτυπώνεται στήν μουσική, ἐνῶ τό ἰδανικό στήν ζωγραφική. 
Τό ἴδιο ἰσχύει καί στήν περίπτωση τῆς θεωρήσεως τῆς ἰδανικῆς ἑνότητας ἡ ὁποία περιλαμβάνει ἐκ νέου τίς τρεῖς μορφές τῆς λυρικῆς, τῆς ἐπικῆς καί τῆς δραματικῆς ποιητικῆς τέχνης. Ἡ Λυρική εἶναι μορφοποίηση τοῦ Ἀτελοῦς στό Τελικό = τό εἰδικό. [σ. 155] Τό Ἔπος εἶναι ἀποτύπωση τοῦ Τελικοῦ στό Ἀτελές = τό γενικό. Ἡ Δραματική Ποίηση εἶναι σύνθεση τοῦ γενικοῦ καί τοῦ εἰδικοῦ. Σύμφωνα μέ αὐτές τίς βασικές μορφές ἀποτυπώνεται ἰδανικῶς ὁλόκληρη ἡ Τέχνη στήν πραγματικότητα. 
Ἀφοῦ ἡ Τέχνη εἶναι αἰώνια καί ἀπαραίτητη, δέν ὑπάρχει τίποτα τό τυχαῖο στήν ἐμφάνισή της μέσα στόν χρόνο παρά μόνον ἡ ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα. Σ’ αὐτήν τήν σχέση ὑπάρχει ἀκόμα καί τό δεδομένο μιᾶς πιθανῆς γνώσεως καί τά στοιχεῖα αὐτῆς τῆς δομῆς θεωροῦνται δεδομένα μέσῳ γεγονότων, τά ὁποῖα ἡ Τέχνη καταδεικνύει στήν ἐμφάνισή της μέσα στόν χρόνο. Οἱ ἀντιθέσεις, ὅμως, πού προκύπτουν ἀπό τήν θεώρηση τῆς Τέχνης μέσα ἀπό τήν ἐξάρτησή της ἀπό τόν χρόνο, εἶναι, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ χρόνος, ἀπαραίτητες καί ἀνούσιες καί ἁπλῶς τυπικές ἀντιθέσεις, τελείως διαφορετικές ὅμως ἀπό τίς πραγματικές πού συσχετίζονται μέ τό νόημα ἤ τήν Ἰδέα τῆς Τέχνης. Αὐτή ἡ γενική καί μέσῳ ὅλων τῶν κλάδων τῆς Τέχνης τυπική ἀντίθεση εἶναι αὐτή τῆς παλαιᾶς καί τῆς μοντέρνας τέχνης. 
Θά ὑπῆρχε μία πραγματική ἔλλειψη δομῆς, ἐάν θέλαμε νά ἀγνοήσουμε τήν θεώρηση κάθε μεμονωμένης μορφῆς τῆς Τέχνης. Ἐπειδή ὅμως αὐτή ἡ ἀντίθεση θεωρεῖται ἁπλῶς τυπική, συνιστᾶ τήν ἄρνηση ἤ τήν ὑπέρβαση τῆς δομῆς. Θά ἀποτυπώναμε χωρίς πρόβλημα τήν ἱστορική πλευρά τῆς Τέχνης, ἐάν λαμβάναμε ὑπ’ ὄψιν αὐτήν τήν ἀντίθεση καί μπορούσαμε μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά κατανοήσουμε τήν ὁλοκλήρωση τῆς δομῆς μας. 
Σύμφωνα μέ τήν δική μου ἄποψη γιά τήν Τέχνη, ἡ ἴδια ἡ Τέχνη είναι μία ἀπορροή τοῦ Ἀπολύτου. Ἡ ἱστορία τῆς Τέχνης θά μᾶς δείξει μέ προφανεῖς καί εὔκολους συσχετισμούς τήν θεώρηση τοῦ σύμπαντος καί μέσῳ αὐτοῦ κάθε ἀπόλυτη ταυτότητα. Μόνον στήν ἱστορία τῆς Τέχνης γίνεται ἐμφανής ἡ ἐσωτερική καί ἡ οὐσιαστική ἑνότητα ὅλων τῶν ἔργων τέχνης, ὅτι ὅλα τά ποιήματα εἶναι τῆς μιᾶς καί τῆς αὐτῆς μεγαλοφυΐας, ἡ ὁποία στίς ἀντιθέσεις τῆς παλαιᾶς μέ τήν μοντέρνα τέχνη ἐμφανίζεται μόνον σέ δύο διαφορετικές μορφές. 
(Tό παρόν κείμενο μεταφράζεται γιά πρώτη φορά στήν ἑλληνική. Βασίζεται δέ στήν ἔκδοση: F.W.J. Schelling, Philosophie der Kunst, Reclam, Stuttgart, 2010, σσ. 139-155. Ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νά συμβουλευθεῖ καί τήν ἔκδοση: F.W.J. Schelling, Philosophie de l' art, trad. C. Sulzer, A. Pernet, Editions J. Millon, Grenoble 1999, σσ. 49-62)

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

ΤΟ ΚΑΤΑ ΡΟΥΒΑ "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ"

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Πριν κάμποσα χρόνια την εγχώρια κοσμική ζωή απασχολούσε το δίδυμο των κ.κ. Ψινάκη και Ρουβά, με αφορμή την καλλιτεχνική ανέλιξη και καθιέρωση του δεύτερου. Μια ...ιστορία με πολύ σασπένς
Τα χρόνια πέρασαν... 
Ο κ. Ψινάκης έγινε δήμαρχος, με την λαϊκή ψήφο και ο κ. Ρουβάς τραγουδάει λαϊκά ορατόρια, όπως το «Άξιον εστι». Λαός παντού! 
«Άξιον εστι» 
Οδυσσέας Ελύτης 
Μίκης Θεοδωράκης 
Σάκης Ρουβάς 
Και μόνο λόγω ...δυσήχου ονόματος – και δη σε σχέση με τα προηγούμενα – δεν υπάρχει κανονικά χώρος για τον κ. Ρουβά. 
Αλλά ας πάμε στην ουσία. 
Με αφορμή το «Άξιον εστι» στο Ηρώδειο τον Σεπτέμβριο του 2012, με τον Μάριο Φραγκούλη στο ρόλο του λαϊκού τραγουδιστή, είχαμε διατυπώσει τις επιφυλάξεις μας: 
«Λυπούμαι που το Άξιον εστι, ένα τόσο σπουδαίο έργο τόσο του Ελύτη όσο και του Θεοδωράκη παρουσιάζεται ευκαίρως ακαίρως, αβασάνιστα θα έλεγα, και πάνω στο σώμα του πειραματίζονται πολλοί! Έτσι, με θλίβει η παρουσία του "ποπ τενόρου" Μάριου Φραγκούλη στο ρόλο του "λαϊκού τραγουδιστή"! Βέβαια ο Μάριος Φραγκούλης αυτή τη στιγμή είναι εξαιρετικά δημοφιλής και άρα μπορεί να ...τραβήξει κόσμο. Όμως, δε νομίζω κανείς σοβαρός άνθρωπος να θεωρεί την επιλογή Φραγκούλη ως ιδανική για το Άξιον εστι. Οι λόγοι είναι μάλλον εμπορικοί...» 
Το θέμα που έχει προκύψει στις μέρες μας είναι ότι ...εκλήθη (!) ο Σάκης Ρουβάς να ερμηνεύσει το «Άξιον εστι» σε ένα κανούργιο ανέβασμα του έργου στη Ν. Σμύρνη. 
Ο Μίκης Θεοδωράκης με δήλωσή του είπε ότι προτιμά μια κακή εκτέλεση του έργου παρά μια απαγόρευση. Αγαπώ τον Μίκη και την μουσική του πολύ, αλλά είμαι χατζιδακικός κυρίως λόγω της ακριβής αντίληψης που είχε ο Χατζιδάκις για το τραγούδι. Δεν μπορεί όλοι να λένε τα πάντα, και κυρίως δεν μπορεί κάποιοι να καθαγιάζονται με έργα σαν το «Άξιον εστι». 
Ο υπεύθυνος για την πρόσκληση Ρουβά είναι ο μαέστρος κ. Ορφανίδης. Τις ενστάσεις μου για την περίπτωσή του είχα διατυπώσει με αφορμή την δουλειά του στον Τσιτσάνη. Έγραφα πριν ένα χρόνο: «...διαβάζουμε στον τύπο ότι ο κ. Ορφανίδης «μετέτρεψε τις λαϊκές φόρμες του δημιουργού σε συμφωνικές, χαρίζοντας νέα πνοή στο σπουδαίο έργο του πρώτου συνθέτη λαϊκών τραγουδιών της Ελλάδας». Δηλαδή πρέπει να χρωστάμε και χάριτας στον κ. Ορφανίδη, ο οποίος «ζωοποίησε» τον Τσιτσάνη εν εσχάταις ημέραις». Το ίδιο επιχείρημα επιστρατεύει και τώρα ο κ. Ορφανίδης. Με τον Σάκη Ρουβά το «Άξιον εστι» θα έρθει κοντά στο σημερινό ευρύ κοινό και μάλιστα στη νεολαία. Νομίζω ότι οι «ζωογόνες» προτάσεις του κ. Ορφανίδη μυρίζουν θάνατο, συγχωρέστε με, στο όνομα του «λαού» (ποιού λαού...). 
Και βέβαια, όπως επισήμανε ορθότατα η Ελένη Ζιώγα σε σχόλιό της στο fb, ξεχνάμε – δυστυχώς – τον ποιητή, δηλαδή τον Οδυσσέα Ελύτη. Στην πρόσφατη δήλωσή του υπέρ Σάκη Ρουβά, ο Μίκης Θεοδωράκης μας αποκάλυψε: "Πώς να ξεχάσω την επιστολή ακόμα και των δικηγόρων του ίδιου του Ελύτη, την εποχή που ήμουν Γεν. Δ/ντής Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, στην οποία όπως έγραφαν, «δεν ήταν σίγουροι για την ποιότητα της εκτέλεσης» (κι ας ήμουν εγώ στο πόντιουμ του μαέστρου και ο Μπιθικώτσης στον ρόλο του λαϊκού τραγουδιστή…)."
Αν ο Ελύτης είχε τις ενστάσεις του για εκείνη την εκτέλεση, υποπτεύεται κανείς ποια θα ήταν η γνώμη του για το κατά Ρουβά «Άξιον εστι»; 
Ο μεγάλος μας συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης πάντα ορμητικός και παθιασμένος μίλησε προ ετών σε συνέδριο για τον επαναστατικό Ελύτη, επικεντρώνοντας στο Άξιον εστι, τη “Βίβλο του ελληνικού λαού”, όπως το χαρακτήρισε, “το πιο επαναστατικό, ίσως, έργο αυτού του τόπου”. Αν όντως το «Άξιον εστι» είναι τέτοιο, τότε ο κ. Ρουβάς πρέπει να αναζητήσει επειγόντως επαναστατικό φρόνημα!
Νομίζω ότι του λείπει αρκούντως.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ΟΙ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΜΕΛΑΓΧΟΛΟΥΝΤΕΣ...


"Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι" 
Το διαβάσαμε κι αυτό στο διαδίκτυο. Περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας το οποίο απευθύνεται σε γονείς, στην πασχαλιάτικη έκδοσή του είχε δημοσίευμα με τίτλο "Στην Εκκλησία". 
Στο άρθρο αυτό μια κλινική ψυχολόγος και μια παιδαγωγός προσχολικής αγωγής εφιστούν την προσοχή των γονιών, σε ότι αφορά τη συμμετοχή των παιδιών στις ακολουθίες των Σεπτών Παθών, του Ιερού Επιταφίου και της Λαμπροφόρου Αναστάσεως. 
Γράφουν λοιπόν αυτές οι "ειδήμονες" κυρίες ότι το παιδί με τη συμμετοχή του αυτή κινδυνεύει να μελαγχολήσει, να φοβηθεί και να τρομάξει στη θέα του Σταυρωμένου Ιησού, στην περιφορά του Επιταφίου και στη μεσονύκτιο ακολουθία της Αναστάσεως, αναπτύσσοντας τις δικές τους κενές φιλοσοφίες. Απορώ πώς δεν έγραψαν ότι και η λαμπριάτικη λαμπάδα μπορεί να κάνει τα παιδιά πυρομανή! 
Τι να πει τώρα κανείς για όλ' αυτά. Ελπίζω οι κυρίες αυτές να μην έχουν αποκτήσει τέτοιου είδους φοβίες και μελαγχολία, γιατί αν βρέθηκαν τις μέρες αυτές σε γιορτινό τραπέζι, σοκαρισμένες όπως θα ήταν, δεν θα μπόρεσαν να απολαύσουν τον οβελία και τα άλλα "κοψίδια" και εδέσματα που στρώνονται στο ελληνικό πασχαλινό τραπέζι. Δεν ξέρω κατά πόσο οι κυρίες αυτές δηλώνουν πιστές ή όχι και δικαίωμά τους, πάντως σε ότι αφορά την αγωγή των παιδιών, μετά βεβαιότητος είναι άσχετες και επικίνδυνες. 
Κι εμείς περάσαμε από την παιδική ηλικία μαζί με άλλα πολλά παιδιά ταυτοχρόνως. Δε γνωρίζω κανένα από τους συνομήλικούς μου να του δημιουργήθηκαν ψυχολογικά από τη συμμετοχή του στις ακολουθίες της Μεγαλοβδομάδας. Αντιθέτως μάλιστα αυτές τις μέρες τις περιμέναμε πως και πως. 
Βλέπω όμως και σήμερα τα ελληνόπουλα, εδώ στο εξωτερικό, να συναγωνίζονται μεταξύ τους για να έχουν ενεργό συμμετοχή στις ακολουθίες αυτές στην ενορία μας. Και πρόκειται για μικρά και μεγάλα, αγόρια και κορίτσια. Τα τελευταία μάλιστα από μόνα τους μαυροντύνονται τη Μεγάλη Παρασκευή για να ακολουθήσουν την περιφορά του Επιταφίου ως Μυροφόρες. Και δεν αρκούμαστε μόνο στον αριθμό που χρειάζεται για να περιστοιχίσουν τον Επιτάφιο, αλλά δημιουργούνται ολόκληρες ουρές γιατί αν αποκλειστούν κάποια από αυτά τότε πραγματικά θα στεναχωρηθούν. 
Σκοπός των δύο αυτών "ειδημόνων" κυριών μετά βεβαιότητος, δεν ήταν η προστασία των παιδιών από την απειλή της μελαγχολίας και του τρόμου. Στόχος τους ήταν ο Χριστός, ο οποίος πραγματικά δημιουργεί μελαγχολία και παράκρουση στους πολεμίους του, που παρά τις πολλές και επίπονες προσπάθειές τους δεν παραμένει νεκρός στον τάφο του. 
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Φραγκουλάκης 
Ιερατικώς προϊστάμενος του Ι. Ναού Τριών Ιεραρχών Αννόβερου Γερμανίας

ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ της ΔΑΦΝΗΣ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ και του Γ. ΚΑΛΚΑΝΗ


Στο Κέντρο Πολιτισμού, Εκπαίδευσης και Δια Βίου Μάθησης "Πόλις" (στο Ηράκλειο Αττικής), που έχει στήσει με μεράκι και διευθύνει με ζήλο ο Δρ. Νίκος Σταυρόπουλος, την περασμένη Κυριακή 19 Απριλίου το απόγευμα, πραγματοποιήθηκε μουσική εκδήλωση με τίτλο: "Οι Μουσικές του Κόσμου την Άνοιξη". 
Η Δάφνη Πανουργιά στο τραγούδι και ο Γιώργος Καλκάνης στο πιάνο ερμήνευσαν με πάθος τραγούδια και μουσικές που αγαπάμε, συνεγείροντας το ακροατήριο που κατέκλυσε τον χώρο. 
Απ' αυτή την εκδήλωση είναι τα φωτογραφικά στιγμιότυπα που δημοσιεύουμε εδώ. 


ΤΟ "ΑΝΑΤΑΣΙΜΟΝ" ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΝΑΡΗ (για ορχήστρα εγχόρδων)

Του Π. Α. Ανδριόπουλου

Είναι γνωστό ότι η Εθνική Μουσική Σχολή στράφηκε "επί τας πηγάς", ήτοι στην ελληνική παράδοση, προκειμένου να αντλήσει "ύδωρ μετ' ευφροσύνης".
Πολλοί συνθέτες - και εκτός Εθνικής Μουσικής Σχολής - δανείστηκαν μελωδίες, μοτίβα, ρυθμούς, θέματα, από την βυζαντινή και την παραδοσιακή μας μουσική, και μπόλιασαν με αυτά δικές τους δημιουργίες, πολλές από τις οποίες έγιναν και εξαιρετικά δημοφιλείς, όπως π.χ. οι περίφημοι Ελληνικοί χοροί του Νίκου Σκαλκώτα.
Ένας από τους συνθέτες της Εθνικής Μουσικής Σχολής ήταν και ο Πέτρος Πετρίδης (1892-1977). 
Θυμήθηκα αυτές τις αναστάσιμες μέρες το έργο του Χορικό και παραλλαγές αρ. 2 "Χριστός Ανέστη", για ορχήστρα εγχόρδων (1941-43). Ένα έργο βασισμένο στην πασίγνωστη βυζαντινή μελωδία του "Χριστός Ανέστη", που παίχτηκε σε πρώτη εκτέλεση πριν 70 χρόνια, στις 20 Μαϊου 1945.
Το έργο έχει ηχογραφήσει με την Ορχήστρα Δωματίου της Σόφιας ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής και έχει κυκλοφορήσει σε δίσκο μαζί με άλλα έργα ελλήνων συνθετών. 
Και έρχεται σήμερα ένας άλλος συνθέτης, ο φίλος Λεωνίδας Κανάρης, και μας δίνει τις δικές του παραλλαγές πάνω στο "Χριστός Ανέστη", με ένα έργο για ορχήστρα εγχόρδων που είναι ήδη δεκαετές, καθώς γράφτηκε το 2005. 
Ένα έργο κατά πάντα σημερινό, βασισμένο σε υλικό παλαιό, του οποίου η πρώτη εκτέλεση έγινε στην Οδησσό από την «Καμεράτα της Οδησσού» υπό τη διεύθυνση του Igor Shavruk στις 21 Σεπτεμβρίου του 2005.
Το ενδιαφέρον είναι και τα δύο έργα είναι για ορχήστρα εγχόρδων και έχουν σχεδόν την ίδια διάρκεια (16 λεπτά του Πετρίδη, 14 του Κανάρη).

Ο συνθέτης Λεωνίδας Κανάρης γράφει για το έργο του αυτό: 
Αν η «Ωδή στη Χαρά» από την «Εννάτη» του Μπετόβεν αποτελεί την πιο εμβληματική μελωδία της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης, αναζητώντας μιαν αντίστοιχα μεγαλειώδη και ψυχικής ανάτασης μελωδία στη βυζαντινή παράδοση, δεν άργησα να διακρίνω τον ύμνο «Χριστός Ανέστη» του Πέτρου Λαμπαδάριου – Πελοποννήσιου (1730-1777), ο οποίος μάλιστα, άφησε τα εγκόσμια όταν ο Μπετόβεν ήταν μόλις επτά ετών. 
Το έργο είναι παραλλαγές πάνω στη μελωδία αυτή, είναι γραμμένο σε ένα μέρος και έχει διάρκεια περίπου 14 λεπτών. Η δημιουργία του δεν είχε πρόθεση θρησκευτικού έργου, αλλά την αξιοποίηση των πολλών μουσικών δυνατοτήτων του ύμνου. Φυσικά το παραπάνω κάθε άλλο παρά αποκλείει και την επετειακή - πασχαλινή του χρήση. 
Ο τίτλος «Ανατάσιμον» (αντί του αναμενόμενου Αναστάσιμον) δηλώνει τη δύναμη που έχει ο θαυμάσιος αυτός ύμνος του Π.Λ.Π. στο να δημιουργεί μια ψυχική ανάταση στους ακροατές του. Στο έργο αυτό η πρόθεση (και πρόκληση για μένα) ήταν να χρησιμοποιήσω κλασικά πρότυπα σύνθεσης, με κάποια στοιχεία από τη σύγχρονη μουσική, γεγονός που του προσδίδει έναν Νεοκλασικό χαρακτήρα, καθιστώντας το έτσι και ευκολότερα προσπελάσιμο από ευρύτερα ακροατήρια. 
Η 1η εκτέλεση έγινε στην Οδησσό από την «Καμεράτα της Οδησσού» υπό τη διεύθυνση του Igor Shavruk στις 21/9/2005. Έκτοτε, το έργο εκτελέσθηκε από τη «Νέα Ορχήστρα Θεσσαλονίκης» στην ίδια πόλη σε διεύθυνση Καμπάνη Σαμαρά και μέρος του επίσης εκτελέσθηκε από την ορχήστρα «ΑΣΟΝ» στο Βόλο, υπό τη διεύθυνση του Παύλου Σεργίου. Τέλος, η παρούσα ηχογράφηση από την Οδησσό έχει αρκετές φορές μεταδοθεί από τις ραδιοφωνικές συχνότητες του «Τρίτου Προγράμματος».
Παραθέτουμε στη συνέχεια αυτή την ηχογράφηση του "Ανατάσιμον". 

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Ο ΡΩΣΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΤΗΣ ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Πιότρ Ἀλεξέγιεβιτς Κροπότκιν, Ἡ Μεγάλη Γαλλική Ἐπανάσταση, 1789-1793, μετ. Γ. Καστανάρας, Ἐκδόσεις Κουκκίδα, Ἀθήνα 2015, σελ. 687 
Ἕνα μνημειῶδες ἔργο τοῦ γνωστοῦ Ρώσσου ἐπαναστάτη Πιότρ Κροπότκιν (1842-1921) εἶδε τό φῶς τῆς δημοσιότητας σέ μία καλαίσθητη ἔκδοση πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες. Πρόκειται γιά τήν ἱστορία τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, τῆς «Μεγάλης Ἐπανάστασης», ὅπως τήν χαρακτηρίζει ὁ ἴδιος. 
Τό ἔργο ἀνήκει ἴσως στά λιγότερο γνωστά στό εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό, περισσότερο γνωστό πάντως ἀπό τίς γεωμορφολογικές μελέτες τοῦ συγγραφέως (Résumé d’ orographie de la Sibérie, 1867) καί τήν ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας του (Russian Literature, McClure, Phillips & Co, New York, MCMV [1905]). 
Ἡ «Εἰσαγωγή» πού προηγεῖται τοῦ ἔργου, εἶναι τοῦ G. Woodcock καί εἶναι ἀρκετά κατατοπιστική τόσο γιά τον εἰδικό ὅσο καί γιά τόν μή εἰδικό ἀναγνώστη. Ἐπισημαίνει ὁ Woodcock ὅτι ὁ Κροπότκιν «ἔγραψε ἀπολύτως συνειδητά γιά τόν ἁπλό ἀναγνώστη, ἐπιδιώκοντας νά ἀγγίξει τόν ἐργάτη ἀλλά καί νά πείσει τόν διανοούμενο δίνοντας ἰδιαίτερη σημασία στή διαύγεια τῆς παρουσίασης» (σ. 24). Τονίζεται δέ στήν «Εἰσαγωγή» ὅτι «ἡ Μεγάλη Ἐπανάσταση δέν εἶναι ἀνοιχτά ἕνα μανιφέστο τοῦ ἀναρχισμοῦ», ἄν καί ὁ Κροπότκιν «ἀναζητᾶ νά βρεῖ στή Μεγάλη Ἐπανάσταση τίς ρίζες τοῦ κινήματος στό ὁποῖο ἀνῆκε» (σ. 33). Πρός τοῦτο θά σημειώσω ὅτι ὁ Κροπότκιν ἀναγνωρίζει πώς «οἱ ἀρχές τοῦ ἀναρχισμοῦ κατάγονταν … ἀπό τά πεπραγμένα τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης» (σ. 245. Πβ. σ. 677).
Στόν «Πρόλογο» τοῦ ἕργου του ὁ Ρῶσσος συγγραφέας παραδέχεται ὅτι «ὅλοι ὅσοι γνωρίζουν τήν ἱστορία τῆς Ἐπανάστασης θά καταλάβουν πόσο δύσκολο εἶναι νά ἀποφεύγει κανείς σφάλματα σέ γεγονότα ὅταν προσπαθεῖ νά ἀνιχνεύσει τήν ἐξέλιξη τῶν παθιασμένων συγκρούσεών της» (σ. 40). 
Τά ρεύματα πού προετοίμασαν τήν Ἐπανάσταση, ἦταν, κατά τόν Κροπότκιν, δύο: «τό ρεῦμα τῶν ἰδεῶν ἀναφορικά μέ τήν πολιτική ἀναδιοργάνωση τοῦ κράτους [ἀπό τίς μεσαῖες τάξεις] καί τό ρεῦμα τῆς δράσης [ἀπό τόν λαό, τούς χωρικούς καί τούς ἐργάτες]» (σ. 45. Πβ. σσ. 47-48, σσ. 57-58, σ. 110).
Τίς αἰτίες τῆς Ἐπανάστασης ἐντοπίζει ὁ Ρῶσσος ἐπαναστάτης στήν ἔλλειψη τοῦ ψωμιοῦ (σ. 46, σ. 210, σ. 423, σ. 431) καί στούς φεουδαρχικούς φόρους (σ. 46). Σέ πολλές περιπτώσεις, ὁ Κροπότκιν προβαίνει σέ συγκρίσεις μεταξύ τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν πού ἐπικρατοῦσαν στήν Γαλλία κατά τήν ἐποχή τῆς Ἐπανάστασης καί στήν Ρωσσία τῆς ἐποχῆς του (σ. 102, σ. 278, σ. 312, σ. 509, σ. 515, σ. 670). 
Δέν μπορεῖ παρά νά καταδικάσει ὁ Κροπότκιν τήν διαρκῶς διαφαινόμενη καί αὐξανόμενη γραφειοκρατία τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἀφορᾶ στίς διοικητικές λειτουργίες κ.ἄ. καί ἡ ὁποία ἐγκαινιάζεται κατά τήν ἐποχή τῆς «Τρομοκρατίας», ἤτοι μετά τό 1793 (σ. 623). Τότε προσδιορίζει χρονικά καί τό «τέλος τῆς Ἐπανάστασης» (σ. 642, σ. 665). 
Στήν ἱστορική ἀφήγηση ὁ Κροπότκιν παραπέμπει σέ ἀπόψεις καί ἑρμηνευτικές Γάλλων κυρίως ἱστορικῶν, ἀπορρίπτει τούς «ἀντιδραστικούς ἱστορικούς», ὁμολογεῖ ὅτι γνωρίζει ἤ ἀγνοεῖ ἀρχειακές πηγές (πού ἐνδεχομένως σήμερα εἶναι προσιτές στούς ἱστορικούς), παραθέτει λεπτομέρειες γεγονότων καί προχωρεῖ σέ χαρακτηρισμούς προσώπων, καί ὅλα αὐτά μέ ἕναν τρόπο ἁπλό καί κατανοητό. Πέραν ἀπό τίς ἐπιφυλάξεις πού μπορεῖ νά ἔχει κανείς γιά ὁρισμένες προσεγγίσεις του, εἶναι, νομίζω, ἀρνητικό τό γεγονός ὅτι ἡ ἀκαδημαϊκή κοινότητα προσπέρασε μᾶλλον ἀδιάφορα τό σπουδαῖο ἔργο πού παρουσιάζω σήμερα. 
Τά συμπεράσματα τοῦ ἔργου (σσ. 669-678) ἀναφέρονται κυρίως στήν «νέα Γαλλία» πού γεννήθηκε μετά τό 1789. Μάλιστα ὁ Κροπότκιν θεωρεῖ καί ἐλπίζει ὅτι ἡ ἑπόμενη μεγάλη ἐπανάσταση θά συμβεῖ στήν Ρωσσία «ὅπου ἡ ἐλέῳ Θεοῦ βασιλική ἐξουσία πνέει τά λοίσθια» (σ. 675, προσδίδοντας ἕνα προφητικό στοιχεῖο στήν ἀποτίμησή του.

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Τα «κοινωνικά φρονήματα» και το μυστήριο του γάμου επί Επταετίας


48 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ: «ΕΛΛΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ» 
Όταν η νύμφη δεν ήτο «εθνικόφρων»… 
Οι περιπτώσεις των γάμων στρατιωτικών υπό προϋποθέσεις 
Του Χάρη Ανδρεόπουλου* 
Σήμερα μοιάζει με αστείο. Οι κάποιας ηλικίας - 60ρηδες, ας πούμε, και άνω – μάλλον θα γελάσουν, καγχάζοντας και διακωμωδώντας το θέμα για το όποιο «κάτι έχουν ακούσει, κάτι θυμούνται…». Αλλοι – οι της νεώτερης γενιάς - θ΄ αναρωτηθούν και θα διαπορήσουν: συνέβαιναν τέτοια πράγματα, είναι δυνατόν; Κι, όμως! Υπήρχε περίοδος που στη χώρα μας η διενέργεια του ιερού μυστηρίου του γάμου (το κατά τον Απ. Παύλο «μέγα μυστήριον», Εφεσ. 5, 25-32) τελούσε, όχι υπό τους δεδομένους για τη χριστιανική θρησκεία θεολογικούς όρους και προϋποθέσεις, αλλά πολιτικούς! Γυρνάμε 48 χρόνια πίσω, στη θλιβερή επέτειο της εγκαθιδρύσεως της δικτατορίας της 21η Απριλίου 1967. Μιλάμε για την περίοδο της «εθνοσωτηρίου» Επταετίας (1967 – 1974), κατά τη διάρκεια της οποίας για να δημιουργήσει οικογένεια ένας αξιωματικός (ένας «ένστολος» των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, ευρύτερα), κάνοντας το πρώτο βήμα που λέγεται γάμος, θα έπρεπε προηγουμένως να ελέγξει το πολιτικό «ποιόν» της αγαπημένης του, διότι σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις της τότε εποχής όταν η νύμφη δεν ήτο «εθνικόφρων» (σύμφωνα με τη φαλκιδευμένη, προπαγανδιστικού χαρακτήρα εκδοχή της εθνικοφροσύνης) το «Ησαϊα χόρευε…» καθίστατο απαγορευτικό καθώς η «Υπηρεσία» ηρνείτο να εγκρίνει την τέλεση γάμου και οι επιμένοντες να νυμφευθούν απειλούντο με απόταξη. Οι παρεμβάσεις της δικτατορίας και στη προκειμένη περίπτωση υπήρξαν κατάφωρα αντίθετες προς το κανονικό δίκαιο και την τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτό, όμως, δεν ήταν τόσο περίεργο. Το πραγματικά περίεργο ήταν ότι στις αντικανονικές αυτές παρεμβάσεις συνέδραμε και η ίδια η υπό τον τότε Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Α’ (Κοτσώνη) διοίκηση της Εκκλησίας. 
ΚΩΛΥΜΑ ΓΑΜΟΥ ΤΟ «ΑΡΙΣΤΕΡΟ» ΦΡΟΝΗΜΑ 
Τη περίοδο της Επταετίας, όπως τεκμαίρεται από τα σχετικά έγγραφα που συνοδεύουν το παρόν άρθρο, εάν, μετά τη σχετική αίτηση που υποχρεώνονταν να υποβάλλουν προς την Στρατιωτική Υπηρεσία τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, διεπιστώνετο από τις Υπηρεσίες Ασφαλείας («Α2») ότι η μνηστή του μόνιμου αξιωματικού ή υπαξιωματικού διέκειτο φιλικά η ίδια, ή οι γονείς της προς την παράταξη της Αριστεράς (ακόμη και του Κέντρου), τότε καθίστατο de facto απαγορευτική η τέλεση του μυστηρίου του γάμου! Σύμφωνα, λοιπόν, με τις - απολύτως και κραυγαλέα ασύμφωνες με τη σχετική δογματική διδασκαλία της Χριστιανικής Εκκλησίας - αντιλήψεις του (ψευδωνύμου, όπως αποδεικνύεται) «ελληνοχριστιανικού» καθεστώτος της δικτατορίας, τα αριστερά πολιτικά φρονήματα, αποτελούσαν κώλυμα για τη τέλεση ενός θρησκευτικού μυστηρίου, όπως αυτό του γάμου. Το δικτατορικό καθεστώς μάλιστα με το πέρασμα του χρόνου αυστηροποιώντας τις προϋποθέσεις για τη παροχή αδείας συνάψεως γάμου θα απαιτήσει «αφοσίωσιν εις τα εθνικά ιδεώδη» όχι μόνο για τη μέλλουσα σύζυγο του ενστόλου (η τον μέλλοντα σύζυγο, αναφορικώς με το θήλυ προσωπικό), αλλά μέχρι και του δευτέρου βαθμού των εξ αίματος συγγενών αυτού / αυτής. Το γεγονός αυτό είχε σαν επακόλουθη συνέπεια να χωρίσουν εξαναγκαστικώ τω τρόπω οι δρόμοι ανθρώπων που αγαπήθηκαν και θέλησαν να ενώσουν με την ευλογία της Εκκλησίας και δια του μυστηρίου του γάμου τις ζωές τους «εις σάρκαν μίαν» κατά το πρότυπο της ενώσεως του Χριστού με την Εκκλησία, πλήν, όμως, δεν είχαν υπολογίσει ότι εκείνη τη περίοδο η βούλησή τους να συζευχθούν δεν υπαγόταν, όπως προβλέπει η χριστιανική διδασκαλία και παράδοση, στην ευλογία της Εκκλησίας, αλλά στις διαθέσεις της δικτατορίας. Κι΄ όλα αυτά παρά το γεγονός ότι σύμφωνα την ορθόδοξη θεολογική θεώρηση, η ποιμαίνουσα Εκκλησία ευλογεί το γάμο και τον συνδέει με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, σχετικοποιώντας τον δε ως κοινωνικό θεσμό, ή ως θεσμό φυσικού δικαίου, τον εντάσσει στη λειτουργική αναφορά του ανθρώπου προς το Θεό (Μαντζαρίδη, Γ., Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1999, σ. 283). Ετσι ο γάμος τοποθετείται πέρα από τη φυσική νομοτέλεια και αποκτά εκκλησιολογικό και εσχατολογικό νόημα: «Ούτω το μυστήριον της εκ σωμάτων συναφείας εις μιαν σάρκα συμβολής όντως μέγα εστίν, αλλά εις Χριστόν και εις Εκκλησίαν» (βλ. «Γρηγορίου Παλαμά, Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 22», Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, επιμ. Παν. Χ ρ ή σ τ ο υ, τ. 2, Θεσσαλονίκη, 1966, σ. 136). 


Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΕΠΙΣΗΜΗΣ» ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 
Για τις αντιχριστιανικές αυτές συμπεριφορές η τότε, υπό τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Α΄ (τον και καθηγητή Κανονικού Δικαίου), διοικούσα Εκκλησία, ενώ θα όφειλε, ασφαλώς, να ορθώσει το ανάστημά της και υπερασπίζοντας το Ευαγγέλιο και τους Ιερούς Κανόνες, ν’ αντιδράσει δυναμικά στην συγκεκριμένη ωμή πολιτική παρέμβαση - η οποία στραγγαλίζοντας το συγκεκριμένο βασικό ατομικό δικαίωμα και εισχωρώντας στον πυρήνα της ανθρώπινης συνειδήσεως καταδυνάστευε το (δογματικά κατοχυρούμενο, βάσει της χριστιανικής διδασκαλίας) αυτεξούσιο της ανθρώπινης βουλήσεως που παρεχώρησε στον άνθρωπο ο Θεός (βλ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής ανθρώπου, P.G. 44, 184B) - εν τούτοις αδράνησε αντιμετωπίζοντας την εν λόγω αντιχριστιανική παρέμβαση με «στωϊκή απάθεια». Αλλά και, επί της ουσίας, συνέδραμε στο έργο της δικτατορίας καθώς τις αντισυνταγματικές και προδήλως αντιχριστιανικές προϋποθέσεις της «εθνικοφροσύνης» που εθέσπιζε το καθεστώς για να παραχωρήσει άδεια γάμου σε μελλονύμφους στρατιωτικούς, η Εκκλησία τις ενσωμάτωνε σε «οδηγίες» και εγκυκλίους της, συνεργώντας στη κατάφωρη παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας. Ο ίδιος ο Ιερώνυμος Α’ αν και ανεγνώριζε και διεκήρυττε, εξ αφορμής της προθέσεως της δικτατορίας το 1968 να καθιερώσει το θεσμό του «αυτομάτου διαζυγίου», ότι εξ επόψεως θεολογικής «η Εκκλησία, ως φύλαξ των μυστηρίων, έχει χρέος ιερόν και αμετακίνητον να αρνηθή άνευ συζητήσεως και άνευ συμβιβασμών οιανδήποτε κατά του θείου μυστηρίου του γάμου παρέμβασιν» (βλ. Αρχιεπισκόπου πρώην Αθηνών Ιερωνύμου, «Το δράμα ενός Αρχιεπισκόπου», σσ. 113 – 119), εν τούτοις για το θέμα της πολιτικοποιήσεως του ιερού μυστηρίου του γάμου εσιώπησε, προφανώς, για να μη τραυματισθούν οι φιλικές και μη διαταραχθούν οι ιδεολογικοπολιτικές σχέσεις της Εκκλησίας με το δικτατορικό καθεστώς. Ο ίδιος μάλιστα, ως Αθηνών, συνέδραμε στο έργο της δικτατορίας δίδοντας εντολές στους ιερείς της Αρχιεπισκοπής, για τις περιπτώσεις των μελλονύμφων που ήταν στρατιωτικοί να ζητούν την «άδεια της Υπηρεσίας τους που τους επιτρέπει να κάνουν το γάμο τους» (βλ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, 1829 ημέραι (17 Μαϊου 1967 – 16 Μαϊου 1972) εις το πηδάλιον, τ. Α’ («Το έργον της Αρχιεπισκοπής Αθηνών»), εν Αθήναις, 1972, σ. 195). Για τον ίδιο λόγο – για να μη τα «χαλάσουν» - εσιώπησε στη εξ επόψεως χριστιανικής εφάμαρτη εξωσυζυγική σχέση που διατηρούσε ο (κατά τ΄ άλλα διαπρύσιος κήρυκας του Χριστιανισμού) δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος καθώς και για το 24ώρου διαρκείας (!) διάταγμα που εψήφισε το 1969 προκειμένου να επιτύχει εκβιαστικά την έκδοση του διαζυγίου με την γυναίκα του Νίκη Παπαδοπούλου (με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά) προκειμένου να παντρευθεί τη Δέσποινα Γάσπαρη.

Ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος με τη σύζυγό του Δέσποινα Γάσπαρη

Χαρακτηριστικές είναι οι παρατιθέμενες κατωτέρω περιπτώσεις αρνήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας να χορηγήσει άδεια τελέσεως θρησκευτικού γάμου, σε στελέχη των Ε.Δ. επειδή οι υποψήφιες σύζυγοι αυτών «βαρύνονταν», οι ίδιες - ή ακόμη και συγγενικά τους πρόσωπα – υπό πολιτικών φρονημάτων «αριστεράς» αποκλίσεως. Φρονήματα τα οποία υπό του καθεστώτος, σύμφωνα με τις ιδεολογικές του αντιλήψεις και θεωρίες, εθεωρούντο ως μη συμβατά για τη σύναψη θρησκευτικού γάμου των στρατιωτικών - των οποίων έτσι οι σχετικές αιτήσεις χορηγήσεως αδείας απορρίπτονταν, ή εγκρίνονταν αν διαπιστωνόταν ότι η οικογένεια της ελεγχομένης μελλονύμφου είχε «αποχαρακτηρισθεί» και, άρα, δεν εθεωρείτο πλέον «αριστερή». Τα σχετικά έγγραφα – ντοκουμέντα έχουν εκδοθεί υπό του Τμήματος Ασφαλείας του 2ου Επιτελικού Γραφείου της 28ης Τακτικής Αεροπορικής Δυνάμεως (του νυν Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας / Α.Τ.Α.) και είναι δεκάδες.
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΓΑΜΟΥ ΤΟ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ» 
Τα περισσότερα εκ των εγγράφων αυτών κατεστράφησαν, παραδοθέντα στη πυρά, ίσως για να μην υπάρχουν τα ίχνη τους στη μετά τη δικτατορία εποχή. Εκ των διασωθέντων, όμως, μπορεί κάλλιστα να αντιληφθεί κανείς τη σκοπιμότητα που υπηρετούσε το περιεχόμενό τους καταλύοντας κάθε έννοια ελευθερίας ακόμη και αυτή της θρησκευτικής και μάλιστα με τις εντολές ενός καθεστώτος, το οποίο επαίρονταν για τη θρησκευτικότητά του και τη προσήλωσή του στις χριστιανικές αρχές, μόνο που στη πράξη όλα αυτά αποδείχθηκαν δήθεν… 
Τι αναφερόταν στα έγγραφα αυτά; Eνδεικτικά, στο έγγραφο Φ.144/200/Α582/αριθ. σχεδ. 83 / 8 Μαϊου 1973, με θέμα «Εξακρίβωσις ποιού μελλονύμφου» αφού σημειώνεται ότι «...ο πατήρ αυτής συναναστραφείς μετά κομμουνιστού πιστεύεται ότι επηρεασθείς υπ΄ αυτού, εξεδηλώθη υπέρ της Κεντροαριστεράς παρατάξεως....» και πως «ο αδελφός αυτής προ της Επαναστάσεως εξεδηλούτο υπέρ του Α. Παπανδρέου, πολλάκις δε εντός καφενείου του χωρίου του κατεφέρθη κατά του Βασιλέως...» και εν τέλει κρίνεται ότι «Κατόπιν των ανωτέρω φρονούμεν ότι δεν δύναται να παρασχεθεί η υπό του Ασμίου (.....) αιτουμένη έγκρισις...». Στο σχετικό Φ.144/100/Α176/Αριθ. σχεδ. 41/ 9 Φεβ. 1973, με θέμα «Κοινωνικά φρονήματα μελλονύμφου», αφού σημειώνεται ότι «ο πατήρ της ειρημένης κατά την περίοδο της Κατοχής παρασυρθείς ανεμίχθη εις την ΕΠΟΝ άνευ δράσεως» και ότι «έκτοτε και μέχρι του έτους 1961 δεν απησχόλησε τας Αστυνομικάς αρχάς δι΄ ο και απεχαρακτηρίσθη αυτοδικαίως» καθώς και πως «από της αποκαταστάσεώς του και μέχρι σήμερον διάγει νομιμοφρόνως» κρίνεται ότι «κατόπιν των ανωτέρω και δοθέντος ότι η μελλόνυμφος δεν επηρεάζεται υφ΄ οιουδήποτε προσώπου έχοντος δυσμενή εις βάρος του στοιχεία εισηγούμεθα την παροχήν της υπό του εν λόγω Αξ/κού αιτουμένης εγκρίσεως». Πρόκειται για περίπτωση θετικής εκβάσεως, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογείται ο ένας τέτοιου τύπου έλεγχος, για το απλούστατο λόγο ότι δεν συνάδει με τη χριστιανική διδασκαλία, αλλά ούτε με το κατοχυρούμενο διεθνώς ατομικό ανθρώπινο δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας η θεώρηση του πολιτικού φρονήματος ως κωλύματος γάμου! Σήμερα – μεσούσης της Δημοκρατίας και παρά τα όποια της προβλήματα – το θέμα φαντάζει «κωμικό», αλλά τότε ήταν πράγματι τραγικό, καθώς με την απαγόρευση της τελέσεως θρησκευτικών γάμων στρατιωτικών με Ελληνίδες που εφέροντο ως εμφορούμενες οι ίδιες ή συγγενικά τους πρόσωπα «υπό αριστερών φρονημάτων», το καθεστώς είχε υπεισέλθει στο εσώτερο – μυστηριακό χώρο της θρησκείας, αδιαφορώντας τόσο για τις αρνητικές συνέπειες που προκαλούσε στο σώμα της Εκκλησίας δια της εισχωρήσεώς του στα εσωτερικά – interna corporis – θέματα αυτής, όπως το μυστήριο του γάμου όσο και και τη βλάβη που προκαλούσε στη θρησκευτική συνείδηση των θιγομένων ανθρώπων, στερώντας τους – με ποιό δικαίωμα άρα γε;... - την θεόθεν ευλογία της συζυγίας. Θα χρειασθεί να περάσει μια ολόκληρη επταετία από τη πτώση της δικτατορίας για να εκδοθεί, επί αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ (Τίκα), εγκύκλιος της Εκκλησίας βάσει της οποίας η έκδοση επισκοπικής αδείας για τη τέλεση του μυστηρίου του γάμου «καθίσταται δυνατή άνευ της προσκομίσεως αδείας στρατιωτικής αρχής, ευθυνομένου μόνον του ενδιαφερομένου» (βλ. Α.Π. 1272/999/03.06.1981 εγκύκλιο της Δ.Ι.Σ., η οποία εξεδόθη κατόπιν σχετικής αποφάσεως της Ι.Σ.Ι. ληφθείσης στη τακτική συνεδρίαση του Οκτωβρίου του 1980). Ενώ για την άρση των ιδίων πρoϋποθέσεων «εθνικοφροσύνης» περί την τέλεση του γάμου και την υποβολή της εγκριτικής αδείας εκ μέρους της Στρατιωτικής Υπηρεσίας - αν και στη πράξη οι προϋποθέσεις αυτές περιήλθαν σταδιακά σε αχρησία - θα χρειασθεί για τις κυβερνήσεις της μεταπολιτεύσεως να παρέλθουν, τα διπλάσια - σε σχέση με την Εκκλησία, χρόνια – και συγκεκριμένα δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, όταν με το άρθρο 18 του ν. 1848/1989 θα καταργηθούν οι σχετικές υποχρεώσεις των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Από εκεί και πέρα αρκούσε αυτό που προβλέπουν οι Κανόνες της Εκκλησίας μας, ήτοι η άδεια του επιχωρίου Μητροπολίτου, η πιστοποιούσα για το ζευγάρι ότι πρόκειται περί βεβαπτισμένων χριστιανών, δυναμένων (αφ΄ ης στιγμής δεν υφίστανται σχετικά κανονικά κωλύματα όπως π.χ. της ετεροθρησκείας, της συγγενείας, της αώρου ηλικίας, κ.λ.π.), να έλθουν εις κοινωνίαν γάμου. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι θεολόγος καθηγητής Β/θμιας Εκπαίδευσης (http://religiousnet.blogspot.com).

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

"Ο GUSTAV MAHLER ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ" ΣΤΙΣ 16 ΜΑΪΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Σάββατο 16 Μαΐου, ώρα 9μ.μ. στην Αίθουσα Συναυλιών “Κων. Κυδωνιάτης”, στο νεοκλασικό κτίριο της Φιλαρμονικής (Ρ. Φερραίου 7) στην Πάτρα. 
Ο Gustav Mahler του Μάνου Χατζιδάκι. 
Διάλεξη του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου με προβολή οπτικοακουστικού υλικού. 
Μουσικό μέρος: τραγούδια του Gustav Mahler, Alma Mahler και Μάνου Χατζιδάκι. 
Δάφνη Πανουργιά, σοπράνο 
Βίκυ Στυλιανού, πιάνο
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του "Μουσικού Μαΐου" 2015. 
Η Φιλαρμονική Εταιρία - Ωδείο Πατρών συνδιοργανώνει με το Ίδρυμα Ι&;Ε. ΤΟΠΑΛΗ για 18η συνεχόμενη χρονιά το "Μουσικό Μάϊο". Η διοργάνωση γίνεται σε συνεργασία με τη Λέσχη Φίλων της Κλασσικής Μουσικής.
Δείτε το πλήρες πρόγραμμα εδώ

"ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ" ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ ΣΤΙΣ 30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ


Πέμπτη 30 Απριλίου 2015, ώρα 8.30 μμ
Ίδρυμα Β&Μ Θεοχαράκη (Λ. Βασιλίσσης Σοφίας 9 και Μέρλιν 1, Σύνταγμα)  
«Μνήμες απο το παιδικό δωμάτιο» 
Όταν οι παλιές εικόνες επιστρέφουν και η τρυφερότητα των παιδικών μας χρόνων γεμίζει το δωμάτιο... 
Ένα πρόγραμμα μουσικής και ποίησης με θέμα την παιδική ηλικία. 
Η μνήμη των παιδικών χρόνων μέσα από τη μουσική των: Robert Schumann, Sergei Prokofiev, Joaquín Turina, Modest Mussorgsky, Franz Schubert, Γιώργου Κουρουπού. 
Η απέραντη παιδική ηλικία στην ποίηση των: William Yeats, Miroslav Holub, Nicanor Parra, Federico García Lorca, Oδυσσέα Eλύτη, Γιάννη Ρίτσου, Κωστή Παλαμά. 
Τραγουδά η Δάφνη Πανουργιά.
Στο Πιάνο η Ντιάνα Βρανούση.
Απαγγέλλει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ / ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΙ ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Με αφορμή την επέτειο των 90χρονων του Μίκη και του Μάνου
Πολύς λόγος έχει γίνει και πολύ μελάνι έχει χυθεί, από ειδικούς και μη, προκειμένου να περιγραφεί η σχέση, ενίοτε θυελλώδης, των δύο μεγάλων ελλήνων συνθετών μας, του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη. Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την καταλυτική παρουσία και των δύο στα πολιτιστικά πράγματα της Μεταπολεμικής Ελλάδας, ιδίως δε την «χρυσή», όπως ονομάστηκε, δεκαετία του ’60, κατά την οποία οι δύο συνθέτες συνεργάστηκαν σε παραγωγές που άφησαν εποχή. Τότε ακριβώς έχουμε και την «έξοδο» των συνθετών μας στον κόσμο, αφού η συμμετοχή τους σε διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές, τους χάρισε παγκόσμια φήμη και τους ανέδειξε σε πολιτιστικούς πρέσβεις της Ελλάδας στην οικουμένη. 
Ο Μάνος Χατζιδάκις παίρνει το περίφημο Όσκαρ μουσικής για την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» (1960), όπου η Μελίνα Μερκούρη τραγούδησε το θρυλικό, πλέον, τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά», το οποίο έκτοτε ακούστηκε σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Ο Χατζιδάκις δεν μέθυσε με τον, κατά τους πολλούς, θρίαμβό του, γιατί θεωρούσε ότι η συγκεκριμένη μουσική του ξέφυγε από τον έλεγχό του και, ταυτόχρονα, ταυτιζόταν μ’ ένα υλικό εύπεπτο γι’ αυτόν, γεγονός που δεν ήταν στις προθέσεις του. 
Ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε τη μουσική για τον μυθικό «Ζορμπά» (1964), που ακόμα κάνει το γύρο του κόσμου με διάφορες μορφές (μπαλέτο, συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις). Το συρτάκι του «Ζορμπά» έγινε το σήμα κατατεθέν της τουριστικής ανάπτυξης της Ελλάδας, ανάπτυξης που βασίστηκε, δυστυχώς, σε στερεότυπα, τα οποία πρόβαλαν μια Ελλάδα γραφική και «ανώδυνη» για τους πολλούς. 
Παρά τις όποιες «παρενέργειες» των επιτυχιών τους, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, συνέβαλαν καθοριστικά στην διάδοση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, γεγονός σημαντικό, αφού οι ξένοι εστίαζαν μέχρι τότε μόνο στο παρελθόν της Αρχαίας Ελλάδας. 
Πρόσωπο που ταυτίστηκε με τη σύγχρονη Ελλάδα ήταν, αναμφίβολα, η Μελίνα Μερκούρη. Συναντώντας τον Ζυλ Ντασσέν, ο οποίος ενστερνίστηκε την ελληνικότητα του καιρού, έκαναν διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές για τις οποίες έγραψαν μουσική οι δύο μεγάλοι συνθέτες. Ο Μάνος Χατζιδάκις για τις ταινίες Top Kapi και Ποτέ την Κυριακή, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης για την Φαίδρα. Τα τραγούδια που ερμήνευσε η Μελίνα για τις ταινίες αυτές, αυτονομήθηκαν και αγαπήθηκαν, ανεξάρτητα από την κινηματογραφική λειτουργία τους. 
Επίσης, ο Χατζιδάκις συνεργάστηκε με τον διεθνούς φήμης Ελληνοαμερικανό Ηλία Καζάν (Αμέρικα-Αμέρικα), ενώ ο Θεοδωράκης με τον Ελληνογάλλο Κώστα Γαβρά (Ζ, Κατάσταση πολιορκίας). Οι ταινίες Αμέρικα-Αμέρικα και Ζ είχαν, μάλιστα, ελληνοκεντρικά θέματα, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι και οι δύο ταινίες βραβεύτηκαν με Όσκαρ (Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης η πρώτη, καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και μοντάζ η δεύτερη). 
Και οι δύο συνθέτες αξιοποίησαν ορχηστρικά θέματα, που έγραψαν για τις ανάγκες μιας ταινίας, προσθέτοντας εκ των υστέρων στίχους και δημιουργώντας δημοφιλή τραγούδια. Για παράδειγμα, το ορχηστρικό θέμα του Θεοδωράκη στην ταινία Ηoneymoon (έγινε το τραγούδι Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου, σε στίχους Νίκου Γκάτσου) τραγούδησαν, με αγγλικούς στίχους, και οι Beatles τον Ιούλιο του 1963. Ο Χατζιδάκις «έντυσε» με στίχους του Άκου Δασκαλόπουλου το βασικό θέμα από την ταινία Top Kapi, και το τραγούδι με τίτλο Το μαγικό χαλί τραγούδησε η μεγάλη Φλέρυ Νταντωνάκη. 
Η ιέρεια του γαλλικού τραγουδιού Edith Piaf τραγουδάει στο Παρίσι το Les amants de Τeruel, στην ομότιτλη ταινία τον Μάρτιο του 1962. Ήταν η σπαρακτική μελωδία Θα γίνεις δικιά μου από τον κύκλο Λιποτάκτες του Μ. Θεοδωράκη, σε στίχους του Γιάννη Θεοδωράκη. 
Πολλά τα στιγμιότυπα της κινηματογραφικής μουσικής των δύο συνθετών για ταινίες που είχαν διεθνή απήχηση. Ήταν μια «χρυσή» εποχή, μπορούμε να πούμε ανεπιφύλακτα, που πέρασε ανεπιστρεπτί. Εκτός από τη νοσταλγία, για μια εποχή που δε ζήσαμε οι νεώτεροι, αλλά τη βλέπουμε αποτυπωμένη ανάγλυφα στις ταινίες που μας μεταφέρουν σε κόσμους μαγικούς, έχουμε τις μουσικές του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη ολοζώντανες μπροστά μας. Διαχρονικές, ερωτικές κι απέραντα ευγενικές. Δε μένει παρά να ανοίξουμε το μαγικό κουτί για να ξεχυθούν οι μελωδίες τους και να πλημμυρίσουν με ευωδιές τις νύχτες του καλοκαιριού μας. 
Το κείμενο αυτό αποτέλεσε την εισαγωγή του Παναγιώτη Ανδριόπουλου στη συναυλία του συνόλου του ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ με μουσικές και τραγούδια των Χατζιδάκι – Θεοδωράκη για τον διεθνή κινηματογράφο (Συνεδριακό Κέντρο Παν/μίου Πατρών 25-7-07). Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 20ου Συνεδρίου – Θερινού Σχολείου με θέμα: «Μη γραμμική επιστήμη και πολυπλοκότητα» (υπεύθυνος Καθηγητής: Αναστάσιος Μπούντης).

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

"ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ" ΜΕ ΤΗΝ ΔΑΦΝΗ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΛΚΑΝΗ


Το Κέντρο Πολιτισμού Εκπαίδευσης και Δια Βίου Μάθησης "Πόλις" διοργανώνει μεθαύριο Κυριακή του Θωμά, 19 Απριλίου στις 7 το απόγευμα μουσική βραδιά, με τίτλο: "Οι Μουσικές του Κόσμου την Άνοιξη". 
Η Δάφνη Πανουργιά στο τραγούδι και ο Γιώργος Καλκάνης στο πιάνο θα ερμηνεύσουν τραγούδια και μουσικές που αγαπήσαμε.
Τραγούδια που ύμνησαν την ομορφιά ενός τόπου, μιας στιγμής (μα τόσο δυνατής), εξιστόρησαν ανθρώπινες ιστορίες, ελπίδες και όνειρα, στίχοι που ενδύθηκαν με μελωδίες άλλες μοναδικές και εμπνευσμένες και άλλες απλούστερες μα λειτουργικές. Συνθέτες και τραγουδοποιοί, στιχουργοί και ποιητές μια ζύμωση που ομορφαίνει και απαλύνει το βίο μας από τον άνθρωπο για τον άνθρωπό από όπου και αν κατάγεται.
Μερικά από τα αγαπημένα τραγούδια που θα ακουστούν είναι: Canzone del mal di luna, Hijo de la luna, Youkali, Margot, Τραγούδι του δρόμου, La foule, Η Μαριάνθη των Ανέμων, Ο εφιάλτης της Περσεφόνης, Λευκό μου γιασεμί, Wonderfull world, Piensa en mi, Έλα σε μένα, Over the rainbow, Corsica, Fragile, Mack, The knife, Dust in the wind, Alfonsina, Sympathique, Να με προσέχεις, Μη γυρίσεις, Ρόζα-Ροζαλία, Ρόζα η ναζιάρα, Αρχόντισσα, Αχάριστη, Κάθε βράδυ πάντα λυπημένη, Πριγκηπέσσα, Το Παράπονο, Το Δίχτυ κ.α.
Διεύθυνση Κέντρου: Μαρίνου Αντύπα 62-66 και Φιλοθέης 71A, Ηράκλειο Αττικής (πλησίον σταθμού ΗΣΑΠ). 
Related Posts with Thumbnails