Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ “ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ”

Η πολιτική ηγεσία της Β. Μακεδονίας στο Φανάρι (13-1-2020) - φωτ. Νικόλαος Μαγγίνας
Τήν ἐκκλησιαστική πτυχή τοῦ «Μακεδονικοῦ Ζητήματος» πραγματεύεται ἡ μελέτη τοῦ Δρος Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ ΑΠΘ, Σχολικοῦ Συμβούλου Θεολόγων Στερεᾶς Ἑλλάδος κ. Χαραλάμπους Ἀνδρεοπούλου, ἡ ὁποία δημοσιεύεται στό τελευταῖο τεῦχος (Νοεμβρίου 2019) τοῦ ἐπιστημονικοῦ περιοδικοῦ «Ἀχιλλίου Πόλις» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου, ὡς συμβολή στήν ἀνάδειξη τοῦ νομοκανονικοῦ πλαισίου ἐκείνου καί τῶν ὄρων διά τοῦ ὁποίων, μέσω τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς συνδρομῆς αὐτοῦ, δύναται νά ὑπάρξει λύση τοῦ ἀκανθώδους αὐτοῦ ζητήματος. 
Τήν ἐμπεριστατωμένη μελέτη ἐπικαιροποιεῖ ἡ πρόσφατη ἐπίσκεψη στήν ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στό Φανάρι, τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Δημοκρατίας Βορείου Μακεδονίας κ. Oliver Spasovski, συνοδευομένου ὑπό τοῦ προκατόχου αὐτοῦ κ. Zoran Zaev (βλ. σχετικῶς τό Ἀνακοινωθέν τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου εἰς ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ, 13.01.2020), οἱ ὁποῖοι ἐπανέφεραν τό αἴτημα τῆς ἐν σχίσματι τελούσης Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων, τό ὑποστηριζόμενο καί ὑπό τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας τῆς αὐτῆς χώρας, διά τοῦ ὁποίου ἔχει ἐπισήμως ζητηθεῖ (ἀπό τοῦ Μαΐου 2018) ἡ ἀνάληψη ὑπό τοῦ Πατριαρχείου τῆς πρωτοβουλίας ἐπαναφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς εἰς τήν κανονικότητα ὑπό τό ὄνομα τῆς «Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχριδῶν». Πρός τοῦτο ἀπεφασίσθη νά προσκληθοῦν στήν ἕδρα τοῦ Οἴκ. Πατριαρχείου ἀντιπροσωπεῖες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας καί τῆς σχισματικῆς «Μακεδονικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» πρός διαβούλευση καί προσπάθεια ἐξευρέσεως κοινῶς ἀποδεκτῆς λύσεως κινουμένης πρός τήν προεκτεθεῖσα κατεύθυνση – ὑπό τό ὄνομα τῆς «Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχριδῶν», ὅπως τήν εἰσηγεῖται καί ἡ παρακάτω δημοσιευομένη μελέτη του κ. Ἀνδρεόπουλου ως τήν «μόνη ἐφικτή λύση πού μπορεῖ νά ὑπάρξει στή βάση ἱστορικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν κριτηρίων».

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

Γιώργος Κοζίας: ΠΑΙΓΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ FRATELLINI


Γιώργος Κοζίας
ΠΑΙΓΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ FRATELLINI 
Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις... μὴ μοῦ λὲς τίποτα... 
Μεῖνε μαζί μου! 
Ἀγάπη μου, στὸ γέλιο ἢ 
στὸ κλάμα βγήκαμε χαμένοι. 

Ντυμένοι θεατρίνοι εἴδαμε τὸ δράμα. 
Ἂς μείνουμε στὸ θαῦμα. 
Οὐαί, τρεῖς φορὲς οὐαί, μωρό μου, 
σὲ ὅποιον λυγίσει στὴν σκηνὴ 
καὶ ἡ αὐλαία κλείσει. 

Ἂς τὸ κάνουμε ἄσεμνο, ἀνόσιο 
μὲ μία δέσμη τριαντάφυλλα μεθυστικά. 
Ἂς τὸ κάνουμε ἐξωφρενικά. 
Ἂς τὸ κάνουμε στὴ μέση τοῦ πουθενά. 

Φίλα με, πάρε με λοιπόν, 
ἡ ἀμφιβολία εἶναι τὸ θνητόν, 
γιὰ μᾶς δὲν ἔχει ἀπάτη, δὲν ἔχει ψευδαισθήσεις. 

Σὲ αὐτὸν τὸν μαγεμένο κόσμο ποὺ μᾶς γδύνει 
εἴμαστε ὁ ἔρως καὶ ἡ Ψυχή παιγμένοι ἀπὸ τοὺς Fratellini. 

«Πολεμώντας υπό σκιάν...Ελεγεία και σάτιρες», Γιώργος Κοζίας, Περισπωμένη, 2017

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

"ΛΕΕΙ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ" ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ


Μία ποιήτρια λιγότερη - και μάλιστα σαν την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ - είναι απώλεια...
Ευτυχώς μένει η ποίησή της, για να συντροφεύει την μοναξιά μας... καθώς πάντα η απουσία είναι το θέμα της ζωής μας...
Την κατευοδώνουμε με το ποίημά της "Λέει η Πηνελόπη", όπως το μελοποίησε ο συνθέτης Κώστας Ρεκλείτης (1975), op.50. 
Τραγουδάει η Μαργαρίτα Συγγενιώτου και στο πιάνο ο Χρήστος Μαρίνος
Μια ιδιαίτερη μουσική στιγμή που την γευτήκαμε και live στο περσινό 3ο Φεστιβάλ Σύγχρονης Ελληνικής Μουσικής, που διοργάνωσε η ΜΟΥΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ στην Χίο (Ιούλιος 2019). 
Η μελοποίηση ...υγρή και η ερμηνεία σε κλίμα ...απουσίας. 
Ακούγοντας τους δύο εξαιρετικούς ερμηνευτές συνειδητοποιούμε "πως ό,τι χάνει σε αφή κερδίζει σε ουσία".


ΛΕΕΙ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (b. 1939) 
Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα, 
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα 
κάτω απ’ το βάρος της λέξης 
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση 
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα. 
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου 
–απουσία από τη ζωή – 
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί 
κι η φυσική οδύνη του σώματος 
που στερείται. 

Σβήνω, σχίζω, πνίγω 
τις ζωντανές κραυγές 
«πού είσαι έλα σε περιμένω 
ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες» 
και ξαναρχίζω το πρωί 
με νέα πουλιά και λευκά σεντόνια 
να στεγνώνουν στον ήλιο. 
Δε θα ’σαι ποτέ εδώ 
με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια 
να στάζουν τα παλιά ταβάνια 
φορτωμένα βροχή 
και να ’χει διαλυθεί η δική μου 
μες στη δική σου προσωπικότητα 
ήσυχα, φθινοπωρινά... 
Η εκλεκτή καρδιά σου 
– εκλεκτή γιατί τη διάλεξα – 
θα ’ναι πάντα αλλού 
κι εγώ με λέξεις θα κόβω 
τις κλωστές που με δένουν 
με τον συγκεκριμένο άντρα 
που νοσταλγώ 
όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας 
και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες 
στου καθενός το νου. 
Σε λησμονώ με πάθος 
κάθε μέρα 
για να πλυθείς από τις αμαρτίες 
της γλύκας και της μυρουδιάς 
κι ολοκάθαρος πια 
να μπεις στην αθανασία. 
Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη. 
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω 
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία 
τι απουσία 
ή πώς λειτουργεί το εγώ 
στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο 
πώς δεν σταματάει με τίποτα το αύριο 
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του 
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι 
σαν να το πελεκάνε 
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο 
ελπίζοντας 
πως ό,τι χάνει σε αφή 
κερδίζει σε ουσία.

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΡΗΝΕΙΑΣ "ΣΥΜ-ΒΟΛΗ"


Το ηλεκτρονικό περιοδικό ΣΥΜ-ΒΟΛΗ αποτελεί ένα σοβαρό βήμα που προσφέρει η Ιερά Μητρόπολη Κυρηνείας, πρωτίστως σε νέους επιστήμονες με εξειδίκευση στον τομέα της θεολογίας, της φιλολογίας, άλλων ανθρωπιστικών αλλά και φυσικών επιστημών, ώστε με τα κείμενά τους να αναδείξουν και να συζητήσουν ζητήματα-προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, καθώς και τις ανθρωπολογικές και υπαρξιακές διαστάσεις των τεχνών. 
Κεντρικός άξονας της προσπάθειας - το περιοδικό εκδίδεται ηλεκτρονικά δύο φορές τον χρόνο - είναι ο διάλογος του σύγχρονου θεολογικού λόγου, όπως προκύπτει από την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία και ζωή, με τον σύγχρονο πολιτισμό, με έμφαση στις ανθρωπολογικές και, ως εκ τούτου, υπαρξιακές εκφάνσεις του. Το κάθε τεύχος που εκδίδεται άπτεται συγκεκριμένου ζητήματος-προβλήματος (συγκεκριμένης θεματικής ενότητας), το οποίο προσεγγίζεται με κείμενα, που το φωτίζουν από διαφορετικές οπτικές γωνίες, καθώς ο κάθε επιστήμονας / συνεργάτης το συζητά με τη δημιουργική εκφορά απόψεων οι οποίες προκύπτουν από τη δική του επιστημονική εξειδίκευση. Την ίδια στιγμή, η διαθεματικότητα και η διεπιστημονικότητα επιδιώκονται και θα εκλαμβάνονται ως απόλυτα θετικά στοιχεία στα κείμενα που επιλέγονται προς έκδοση. Καθώς, κάθε πρόκληση του σύγχρονου κόσμου είναι υπόθεση σύνθετη και απαιτητική· ενώ, παράλληλα, η άποψη της Εκκλησίας και της θεολογίας θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ελευθερία και ευρύτητα πνεύματος, το περιοδικό μας, δεν αναζητεί τελικές απαντήσεις και αποστασιοποιείται από φανατικές ή εξτρεμιστικές προσεγγίσεις. Κριτήριο των επιμελητών σε κάθε επιλογή, η ανθρωποκεντρικότητα και το φιλάνθρωπο πνεύμα της εκκλησιαστικής ζωής.
Το νέο τεύχος, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ, έχει τα ακόλουθα περιεχόμενα: 
Παναγιώτης Θωμά, Προλογικό σημείωμα 
Ευαγγελία Ματθοπούλου, Aντισημιτισμός: ιστορικές ρίζες και σύγχρονες μορφές του.
Δημήτρης Μπαλτάς, Όψεις του νεοφασιστικού φαινομένου στην Ευρώπη και τρόποι υπέρβάσής του
π. Βασίλειος Μπέμπης, Η ελληνορθόδοξη εκκλησία στις ΗΠΑ και το ποιμαντικό πρόβλημα του μονοπολιτιστικού πλουραλισμού στην εκκλησιαστική ζωή.
Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Το οικουμενικό όραμα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Νικόλαος Γ. Τσιρέβελος, Θρησκευτική εκπαίδευση και Θρησκευτικές ετερότητες. Το πέρασμα από την εθνικιστική κατανόηση της θρησκείας στην οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας και τον θρησκευτικό πλουραλισμό.
Στυλιανός Χ. Τσομπανίδης, Ο ορθόδοξος φονταμενταλισμός ως πρόκληση για την οικουμενική Ορθοδοξία και την Οικουμενική Κίνηση. Παθογένεια και θεραπεία.
π. Χριστόφορος Χρόνης, Η Τρίτη ηλικία στην πατερική γραμματεία και στα κείμενα των Θείων Λειτουργιών και η προκατάληψη που υφίσταται.
Παναγιώτης Θωμά, Άννα Πιτζή, Μαρία Χατζηαποστόλου, Οι κινηματογραφικές προβολές της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας. Δελτίο Αναστοχασμών.
Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η ακρότητα του σταυρού. Από τη βεβαιότητα της αντιστροφής στη βεβαιότητα της διάνοιξης.
Στη συνέχεια παραθέτουμε εδώ το κείμενο το Δρος Φιλοσοφίας Δημήτρη Μπαλτά. 

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2020

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΜΑΕΣΤΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ


Φέτος συμπληρώνονται εξήντα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου μαέστρου Δημήτρη Μητρόπουλου. 
"Επεσε" διευθύνοντας δοκιμή της 3ης του Μάλερ στη Σκάλα του Μιλάνου, στις 2 Νοεμβρίου 1960. 
Η "Ιδιωτική Οδός" θα έχει συνεχή αφιερώματα στον μεγάλο μαέστρο, με αφορμή αυτή την επέτειο. 
Τώρα υπενθυμίζουμε ένα παλαιότερο κείμενό μας για την θρησκευτική καταγωγή του Δημήτρη Μητρόπουλου, χαιρόμενοι ιδιαιτέρως διότι έχουμε πλέον και μια εμπεριστατωμένη μελέτη επί του θέματος από τον Αρχιμανδρίτη Ελισαίο Γούλα, ο οποίος πραγματοποίησε μεταπτυχιακή εργασία με θέμα: "Ο μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος και οι σχέσεις του με ορθόδοξες πνευματικές μορφές του 20ού αιώνα"
Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Το όνομά μου είναι Δημήτρης Μητρόπουλος. Είμαι μαέστρος. Αλλά θα σας φανεί απίστευτο αν σας πω ότι κι εγώ ο ίδιος εντυπωσιάζομαι που τελικά έγινα μουσικός. Κανείς από την οικογένειά μου δεν υπήρξε μουσικός. Προέρχομαι από οικογένεια κληρικών. Ο παππούς μου ήταν παπάς σ’ ένα χωριό στην Ελλάδα και ξέχασα να σας πω ότι γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο θείος μου ήταν κτηνοτρόφος και δύο από τ’ αδέλφια του πατέρα μου πήγαν από πολύν νωρίς σε μοναστήρι και μάλιστα σ’ ένα θαυμάσιο μοναστήρι στον Άθω όπου υπάρχουν μόνο ορθόδοξα μοναστήρια από πολλές χώρες, όπως από τη Ρωσία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία αλλά κυρίως από την Ελλάδα. Και οι δύο μόνασαν εκεί και εκεί πέθαναν.
Κι εγώ όταν ήμουν παιδί και είχα σχολικές διακοπές, πήγαινα εκεί, ήμουν τόσο ενθουσιασμένος από το περιβάλλον και όλη αυτή η ιδέα του ερημίτη άγγιζε πολύ την καρδιά μου. Έτσι εκείνα τα χρόνια ήμουν βέβαιος πως κάποια μέρα θα γινόμουν κι εγώ μοναχός. Ο πατέρας μου ήταν έμπορος, αλλά αποτυχημένος έμπορος, και στο τέλος της ζωής του έγινε κι αυτός μοναχός. Βέβαια δεν ήμουν απολύτως σύμφωνος με την ιδέα αυτή του ασκητή, ουσιαστικά ήθελα να γίνω ιεραπόστολος. Αυτό ήταν πράγματι το ιδανικό μου. Και δεν ξέρω πώς κατάφερε η μοίρα και αντί ιεραπόστολος του Χριστού έγινα ιεραπόστολος της τέχνης της μουσικής.
Αυτά έλεγε ο μεγάλος μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος (1896–1960) πριν 50 χρόνια (1959) σε μια συνέντευξή του στον σταθμό NDR Hamburg (1).
Και στην φίλη του Καίτη Κατσογιάννη έγραφε το 1948: Ανατράφηκα από την παιδική μου ηλικία με αρχές καθαρά δημοκρατικές και χριστιανικές, οι οποίες είναι μέσα στην καρδιά μου, ωστόσο ποτέ δεν θέλησα να τις επιβάλω διά της βίας (2).
Ο Δημήτρης Μητρόπουλος προερχόταν πράγματι από μια ιερατική οικογένεια της Αρκαδίας. Ο παππούς του Δημήτριος (Μήτρος) Μητρόπουλος ήταν ο ιερέας του χωριού Τρεσταινά (Μελισσόπετρα) της Γορτυνίας, μικρό χωριό κοντά στη Ζάτουνα. Ο αδερφός του παπα–Μήτρου Πέτρος, είναι ο κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας Ιερόθεος (3), ο οποίος γεννήθηκε στα Τρεσταινά το 1839 ή 1840. Ο πατέρας του παπα- Μήτρου και του Ιεροθέου, ο προπάππους του Δημήτρη Μητρόπουλου Νικόλαος ήταν από τα παλικάρια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και ιδιαίτερα του Πανουργιά και του Πλαπούτα.
Ο παπα–Μήτρος απέκτησε τρία αγόρια: τον Χρήστο, τον Νικόλαο και τον Ιωάννη, τον πατέρα του μαέστρου, ο οποίος ήταν και ο πρωτότοκος (1867). Μια από τις αδελφές του παπα–Μήτρου, η Μαρία, παντρεύτηκε τον Δ. Ματθόπουλο και απέκτησε ένα γιό, τον Βασίλειο. Αυτός ήταν ο μετέπειτα πολύς αρχιμανδρίτης Ευσέβιος Ματθόπουλος (4), ανιψιός του Ιεροθέου Μητροπούλου και στενός συνεργάτης του κατά την δεκαετή ποιμαντορία (1893–1903) στην Αρχιεπισκοπή Πατρών και Ηλείας.
Ο Ιερόθεος Μητρόπουλος πέθανε στις 7 Μαρτίου 1903 στην Αθήνα και η εξόδιος ακολουθία έγινε στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών την επομένη 8 Μαρτίου. Στις 9 Μαρτίου έγινε η ταφή στην Πάτρα, στον περίβολο του Επισκοπείου, που ο ίδιος έκτισε, δίπλα ακριβώς από τον Ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Της επιμνημόσυνης δέησης που τελέστηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Ευαγγελιστρίας Πατρών, και της εκφοράς προέστη ο Πενταπόλεως Νεκτάριος, δηλ. ο κατόπιν μεγάλος άγιος του 20ού αιώνα.
Όταν πέθανε ο Ιερόθεος, ο Δημήτρης [Μητρόπουλος] ήταν εφτά χρονών παιδί. Φαίνεται όμως ότι η προσωπικότης του του έκανε βαθειά εντύπωσι. Έτσι εξηγείται το ότι στο πιάνο του, στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη, είχε τη φωτογραφία του μαζί με του ενός από τους δύο θείους του μοναχούς (5).
Ο Ιερόθεος Μητρόπουλος έμεινε στην ιστορία ως φιλάνθρωπος, λόγω της πλούσιας φιλανθρωπικής δράσης του. Και ο Δημήτρης Μητρόπουλος έζησε σκορπώντας ό,τι είχε και δεν είχε στους έχοντες ανάγκη και πέθανε φτωχός!
Επηρεάστηκε σίγουρα από το πρότυπό του, τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, όπως ο ίδιος ομολογεί (7). Όμως και η περίπτωση του αδερφού του παππού του, Αρχιεπισκόπου Ιεροθέου, σίγουρα έπαιξε τον δικό της ρόλο στην ενσυνείδητη και… στρατευμένη, θα λέγαμε, φιλανθρωπία του μαέστρου.
Πάντως από τα κείμενα του Μητρόπουλου δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια αναφορά στον παππού του Ιερόθεο.
O έλληνας βιογράφος του Μητρόπουλου μουσικολόγος Απόστολος Κώστιος αναφέρει ότι οι θείοι του μαέστρου που μόνασαν στον Άθωνα λέγονταν Κωνσταντίνος (1868) και Γεώργιος (1870) (8). Και ο William Trotter υιοθετεί αυτή την ονομασία (9).
Όμως τα κοσμικά ονόματα των θείων του Μητρόπουλου ήσαν Χρήστος και Νικόλαος. Το παραδέχεται, τελικά, και ο Απ. Κώστιος: Οι θείοι του Χρήστος και Νικόλαος Μητρόπουλος (και όχι Κωνσταντίνος και Γεώργιος, όπως λανθασμένα σημειώνει ο συγγραφέας στη Βιογραφία) εκάρησαν μοναχοί (10).
Υπάρχει μια επιστολή του Ιεροθέου Μητροπούλου προς τον ανιψιό του Νικόλαο, με ημερομηνία 15 Μαΐου 1897. Από το περιεχόμενό της (11) συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Νίκος (Αγαπητέ μοι Νίκο!) τον καιρό εκείνο ήταν μάχιμος ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, που είχε λάβει μέρος σε μάχες μεταξύ Δομοκού και Λαμίας κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ο Νίκος είχε στείλει επιστολές στον θείο του Ιερόθεο και του εξιστορούσε τα των μαχών. Από την επιστολή του Ιεροθέου συνάγονται τα εξής συμπεράσματα:
Ο Νίκος κινδύνευσε στο πεδίο των μαχών και φαίνεται πως διασώθηκε «προς χαράν πάντων ημών και της πενθούσης μητρός σου», σημειώνει ο Ιερόθεος. Αυτό σημαίνει ότι προφανώς είχε πεθάνει πρόσφατα ο πατέρας τους παπα–Μήτρος και η χήρα μητέρα τους βίωνε έντονα το πένθος. Προτρέπει δε ο Ιερόθεος τον ανιψιό του: «Γράφε συνεχώς και προς τον αδελ. Χρίστον προς παρηγορίαν της μητρός σου».
Αξίζει όμως να προσεχθεί και η κατακλείδα της επιστολής του Αρχιεπισκόπου Ιεροθέου: «Τα δυστυχήματα του Έθνους καταθλίβουσι πάσαν ψυχήν, αιτία των οποίων η αμαρτία και η ασέβεια των αρχόντων. Είθε το έλεος του Θεού ημών να σώση το Έθνος και τα παθήματα να γίνουν ημίν μαθήματα. Αμήν». Και υπογράφει: «Ο θείος σου +Πατρών Ιερόθεος».
Εφ’ όσον η επιστολή αυτή γράφτηκε το 1897, ένα χρόνο μετά την γέννηση του μαέστρου, σημαίνει ότι οι θείοι του Χρήστος και Νικόλαος έγιναν μοναχοί αργότερα, σε ώριμη ηλικία. Στις 6 Οκτωβρίου 1900 ο Ιερόθεος Μητρόπουλος συντάσσει την διαθήκη του και καθιστά κληρονόμον του τον ανιψιό του Χρήστο Μητρόπουλο, έμπορο, «υιόν του αδελφού μου», όπως γράφει επί λέξει.
Οι θείοι του Μητρόπουλου έγιναν μοναχοί στο Άγιον Όρος, σίγουρα μετά το 1900, σύμφωνα και με τον ίδιο τον μαέστρο (στη συνέντευξη – αυτοπροσωπογραφία του): «δύο από τ’ αδέλφια του πατέρα μου πήγαν από πολύν νωρίς σε μοναστήρι και μάλιστα σ’ ένα θαυμάσιο μοναστήρι στον Άθω…». Το «πολύν νωρίς» το λέει ο Μητρόπουλος προφανώς σε σχέση με την δική του ηλικία. Μικρός, όταν είχε σχολικές διακοπές, πήγαινε στον Άθωνα στους θείους του, μας πληροφορεί στην ίδια συνέντευξη. Άρα, αυτές οι επισκέψεις στο Άγιον Όρος προσδιορίζονται μετά το 1908, όταν ο θείος του Νίκος πήγε στο Όρος για να μονάσει. Ο Μητρόπουλος ήταν τότε δώδεκα χρονών, πήγαινε σχολείο και μπορούσε να κάνει μακρινά ταξίδια, δηλ. από την Αθήνα στον Άθωνα.
Ο Μητρόπουλος σημειώνει, επίσης, ότι «και οι δύο (θείοι του) μόνασαν εκεί και εκεί πέθαναν». Φαίνεται, όμως, πως δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα.
Ο Νίκος Μητρόπουλος (1871–1911) ήταν πτυχιούχος της Νομικής, φίλος και συγκάτοικος του αειμνήστου γέροντα Φιλοθέου Ζερβάκου (1884–1980), φίλος, επίσης, του γέροντα Ιερωνύμου του Σιμωνοπετρίτου (1871–1957), ο οποίος υπηρετούσε στο Σιμωνοπετρίτικο μετόχι της Αναλήψεως στο Βύρωνα και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851–1911), με τον οποίο γνωρίζονταν από τον Άγιο Ελισσαίο, το ναΐδριο όπου έψαλε ο κυρ–Αλέξανδρος και ο Νίκος Μητρόπουλος ήταν βοηθός του (12). Η Πολυξένη Μπούκη (13) σε επιστολή της προς τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (10.5.1908) γράφει: …εάν θέλης να μάθης και δια τον Νικόλαον Μητρόπουλον, έγινε μοναχός μεγαλόσχημος, μετονομασθείς Νείλος Σιμωνοπετρίτης, έχετε δε εκ μέρους του πολλά χαιρετίσματα (14). Ο Νικόλαος εκάρη μεγαλόσχημος στις 5.4.1908, Σάββατο του Λαζάρου.
Πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι ο Νικόλαος Μητρόπουλος ήταν πνευματικό τέκνο του Αγίου Νεκταρίου. Ο Άγιος Νεκτάριος έδωσε σε αυτόν, όπως και στον π. Φιλόθεο Ζερβάκο, την ευχή και ευλογία του για να πάνε στο Άγιον Όρος και να γίνουν μοναχοί. Στις 8 Μαΐου του 1907 έγινε αγρυπνία στον Άγιο Ελισσαίο στην Αθήνα, στην οποία συμμετείχαν ο Νικόλαος και ο π. Φ. Ζερβάκος. Μετέλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων, συνέψαλαν με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, και το μεσημέρι παρέθεσε τράπεζα στο σπίτι του ο φιλομόναχος Νικ. Μπούκης (σύζυγος της Πολυξένης) όπου ομοτράπεζος ήταν και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το απόγευμα τους επισκέφθηκαν διάφοροι φίλοι, μεταξύ των οποίων και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και όλοι αυτοί οι ευλαβείς και καλοί φίλοι μας συνώδευσαν μέχρι του Ατμοπλοίου, όπου και αποχαιρέτησαν ημάς συγκεκινημένοι… Τον Ιούνιο του 1907 ο Νικόλαος εισήλθε στη Σιμωνόπετρα. Προτίμησε τη Μονή αυτή λόγω της στενής σχέσης που είχε με το μετόχι της στην Αθήνα, αλλά και γιατί του τη σύστησε ο πνευματικός του Άγιος Νεκτάριος. Ο Άγιος που είχε κηδεύσει στην Πάτρα το 1903 τον θείο και προστάτη του Νικολάου Αρχιεπίσκοπο Πατρών και Ηλείας Ιερόθεο. 
Ο μοναχός Νείλος υπήρξε συνεργάτης του Μητροπολίτη Κασσανδρείας Ειρηναίου (1863–1945) στην σύνταξη των Γενικών Κανονισμών του Αγίου Όρους, διετέλεσε βιβλιοθηκάριος της Σιμωνόπετρας και Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Κοινότητος (1909–Απρίλιο 1911) και πέθανε από φυματίωση σε ηλικία 40 ετών, τον Ιούλιο του 1911 (15).
Ο Νικόλαος Μητρόπουλος έζησε, δηλ., ως Νείλος μοναχός μόλις τέσσερα χρόνια.
O άλλος θείος του μαέστρου Χρήστος Μητρόπουλος, σύμφωνα με τους βιογράφους του Δ. Μητρόπουλου, αλλά και σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου του μαέστρου, πήγε στο Άγιον Όρος για να μονάσει μαζί με τον αδελφό του. Όμως ο μοναχός Μωϋσής στο άρθρο του για τον Νείλο (Νίκο) Μητρόπουλο, σημειώνει ότι «ο Χρήστος εκάρη μοναχός στη Μονή Λογγοβάρδας Πάρου το 1911 και ονομάσθηκε Ιερόθεος. Άφησε φήμη εναρέτου και διακριτικού εξομολόγου. Ιλαρώς, ηρέμως και γαληνώς παρέδωκε το πνεύμα του στις 11.12.1921 στη μονή του, της οποίας εφάνη ωφέλιμος και χρήσιμος». Και αυτός πέθανε νέος, σε ηλικία 53 περίπου ετών, εφ’ όσον γεννήθηκε μεταξύ 1868–1869. Όταν ο αδελφός του Ιωάννης πληροφορήθηκε τον θάνατό του έγραψε στον ηγούμενο του αδελφού του: …Ο μακαρίτης είχε ένα σταυρό με τίμιον ξύλον σας παρακαλώ επειδή τον θέλω διά τον υιόν μου, εάν έχητε την καλωσύνην μου τον στέλλετε». Και σχολιάζει επ’ αυτού ο μοναχός Μωϋσής: «Τον σταυρό αυτό, ίσως, έχοντας ο παγκοσμίου φήμης μουσικός, ως φυλακτό, έδινε πνοή στα έργα του (16).
Η Μονή Λογγοβάρδας της Πάρου, η οποία είχε κολλυβαδική παράδοση και στην οποία έζησε εξόριστος ο θείος του Ιερόθεος περί το 1880. Ο Ιερόθεος έμεινε στη Λογγοβάρδα για τρία χρόνια, εξόριστος από τους σιμωνιακούς Αρχιερείς, οι οποίοι ενοχλούνταν από τους αγώνες του Ιεροθέου για την κάθαρση της Εκκλησίας (17).
Ο Ιερόθεος δημιούργησε στενές πνευματικές σχέσεις με τους αδελφούς της Μονής, τις οποίες διατήρησε και ως Επίσκοπος των Πατρών.
Ο ανιψιός του Χρήστος Μητρόπουλος χειροτονήθηκε ιερομόναχος και πήρε το όνομά του: Ιερόθεος! Προφανώς λόγω της αγάπης που είχε στον θείο του. Πέθανε στη μονή που αγάπησε και ο θείος του και έζησε τον μοναχικό βίο δέκα χρόνια (1911–1921). Ας σημειωθεί ότι έγινε μοναχός τη χρονιά που πέθανε ο αδελφός του Νείλος στο Άγιον Όρος. Κι ακόμη αξίζει να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι ο Νικόλαος Μητρόπουλος συνέστησε στον π. Φιλόθεο Ζερβάκο, στον οποίο δεν επέτρεψαν οι Τούρκοι την είσοδο στο Άγιον Όρος, να πάει να μονάσει στη Μονή Λογγοβάρδας της Πάρου -όπως και έγινε- όπου είχαν μονάσει ο θείος του Ιερόθεος Μητρόπουλος και ο εξάδελφός του Ευσέβιος Ματθόπουλος (18).
Ο Χρήστος / Ιερόθεος πήγε στην Πάρο και όχι στο νησί του Πόρου, όπως, προφανώς από σύγχυση, αναφέρει ο W. Trotter (19). Εκεί, μας πληροφορεί ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος θα πήγαινε και ο φίλος του Νικόλαος αν δεν του επιτρεπόταν η είσοδος στο Άγιον Όρος.
O μαέστρος Mητρόπουλος, γόνος πραγματικά ιερατικής οικογένειας, με μια μητέρα, την Αγγελική Αναγνωστοπούλου, ιδιαιτέρως ευσεβή, ήταν ως παιδί εξαιρετικά φιλομόναχος.
Επισκεπτόταν κοντινά μοναστήρια και ονειρευόταν να γίνει μοναχός. Προχωρούσε ένα ακόμη βήμα παραπέρα την αφοσίωσή του επινοώντας διάφορα σενάρια κατά τα οποία ήταν σεβαστός ως σπουδαίος αναχωρητής, τρωγλοδύτης, στυλίτης ή ένας γενειοφόρος ερημίτης που επικοινωνούσε μ’ ένα είδος άμεσης σύνδεσης με το σύμπαν. Μερικές φορές η φαντασία του ξεχείλιζε και ο Δημήτρης σχημάτιζε δικά του θρησκευτικά τάγματα έχοντας για μοναχούς τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, τελώντας με επιμέλεια αυτοσχέδιες λειτουργίες όλο αφοσίωση και αυταπάρνηση. Άλλες φορές μπορούσε να τον δει κάποιος να κάνει αυτοσχέδια κηρύγματα σε όποιο ακροατήριο ρακένδυτων μπορούσε να συγκεντρώσει. Όταν οι γονείς του έψαχναν το παιδί τους, το πιο πιθανό είναι ότι θα το έβρισκαν ή να συνθέτει μουσική ή να προσεύχεται για τη σωτηρία των ψυχών των φίλων του, της οικογένειάς του ή του ιδίου (20).
Η ακατάσχετη ροπή του Μητρόπουλου προς πράξεις φιλανθρωπίας δεν ήταν απλώς μια αλτρουϊστική εκδήλωση, αλλά συνδυάζεται μ’ αυτή την ασκητική του προοπτική. Ο μαέστρος Λέοναρντ Μπερνστάϊν σ’ ένα κείμενό του για τον Μητρόπουλο καταγράφει τον εξαιρετικά φιλάνθρωπο ασκητισμό του, προσπαθώντας να τον ερμηνεύσει κιόλας: Ο πατέρας μου, που ήταν κατά της ιδέας να γίνω μουσικός, μού έστελνε μικρά χρηματικά ποσά. Φυσικά «πεινούσα» και φυσικά ο Δημήτρης έσπευσε αμέσως προς βοήθειάν μου. Και οι επιταγές έφθαναν κάθε μήνα για δύο χρόνια. Γενναιοδωρία, αφθονία, πληρότητα. Πληρότητα πνεύματος. Αργότερα έμαθα ότι έδινε χρήματα παντού. Σ’ ένα παίκτη για τρομπόνι που χρειαζόταν χρήματα για να κάνει εγχείρηση, σε άλλον παίκτη βιολιού που δεν είχε αρκετά χρήματα για τη διατροφή του. Τα έδινε όλα όσα είχε. Ποτέ δεν είχε δεκάρα. Ζούσε με σπαρτιατική απλότητα. Γιατί όλα αυτά, η αυστηρότητα και η ατομική άρνηση; Μερικές φορές σκέπτομαι ότι μετανοούσε όλα αυτά τα χρόνια στην Αμερική. Αλλά για ποιο αμάρτημα; Ίσως, στο μυαλό του, για το αμάρτημα να μην έχει γίνει ο μοναχός που ξεκίνησε να γίνει, ο ασκητής που τόσο συχνά προσπάθησε να είναι. Το αμάρτημα να είναι κοσμικός όντας τόσο φανατικά αφοσιωμένος στη θρησκεία. Αλλά η άλλη φλόγα που έκαιγε μέσα του ήταν προφανώς δυνατότερη. Αυτή ήταν η φλόγα της μουσικής και δεν μπορούσε να ξεπεραστεί ούτε από την πιο βαθιά θρησκευτική αφοσίωση. Και αυτή η «πάλη» μοναχού έναντι μουσικού, του προκαλούσε ανυπόφορο πόνο και του δημιουργούσε το συναίσθημα του αμαρτήματος… (21).
Η φίλη, όμως, του Μητρόπουλου Καίτη Κατσογιάννη, με την οποία ο μαέστρος είχε την γνωστή μακρά και σπουδαία αλληλογραφία, έχει άλλη άποψη για τα περί μοναχισμού του μαέστρου: Περισσότερο χριστιανός παρά καθαυτό θρησκευόμενος, ουδέποτε φυσικά είχε σκεφθεί να γίνει καλόγηρος, όπως το είπαν! Είναι και αυτό ένας από τους μύθους που γεννήθηκαν στην Αμερική και που ποτέ δεν έκανε τον κόπο να διαψεύσει. Σπάνια άνθρωπος προσπάθησε όσον αυτός να κάνει πράξη ζωής τη διδασκαλία του Χριστού, ιδιαίτερα την αγάπη του πλησίον. Γι’ αυτό και ο άγιος που θαύμαζε περισσότερο ήταν ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης. Τον αγαπούσε για την αλληλεγγύη του προς τα έμψυχα και τα άψυχα, για την ταπεινοφροσύνη του και την ποιητική του διάθεση. Η αντίδραση του Μητρόπουλου στην κακία ήταν η επιείκεια – συμπονούσε περισσότερο τους κακούς από τους δυστυχισμένους (22).

Το γεγονός ότι ο Μητρόπουλος είχε ενστερνιστεί την αρχή της απόλυτης πενίας με συνέπεια μοναχού και έχοντας, έτσι, καταλήξει να ζει με δανεικά, το γράφει και ο ίδιος στην Καίτη Κατσογιάννη (23). Η ροπή του για φιλανθρωπία είχε καλλιεργηθεί ήδη στην παιδική του ηλικία (24) και ο ίδιος ο Μητρόπουλος ομολογεί ότι επηρεάστηκε βαθιά από τον πατέρα του: ήταν εκείνος που όχι μόνο τον βοήθησε να βλέπει την τέχνη με έναν τρόπο θρησκευτικό, αλλά στέριωσε μέσα του την πεποίθηση πως το τίμημα της καλοσύνης είναι βαρύ (25).
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Μητρόπουλος είχε απόλυτη συνείδηση ότι η κατά Άγιο Φραγκίσκο πενία του είναι για τη σύγχρονη πραγματικότητα μεγάλη ουτοπία, όπως και η εντολή του Χριστού αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν (26). Αυτή, όμως, η ρεαλιστική εκτίμησή του, δεν τον εμπόδιζε καθόλου να είναι πλήρως αφοσιωμένος σ’ αυτή την ουτοπία.
Η αντίληψη του Μητρόπουλου για την μουσική ήταν σίγουρα θρησκευτική. Ο ίδιος σ’ ένα άρθρο του έγραφε: Μολονότι η μουσική έπαυσε να είναι λατρευτική, εξακολουθεί να εμπεριέχει αυτή την πνευματικότητα που μας επιτρέπει να πούμε, χωρίς κίνδυνο να υπερβάλουμε, ότι το να πάει κανείς σε μια συμφωνική συναυλία δεν διαφέρει πολύ από τον εκκλησιασμό… Αρέσκομαι να θεωρώ τον εαυτό μου ως έναν ιερέα που διακονεί αυτό το είδος του ‘εκκλησιασμού’… (27).
Αν ο Στραβίνσκυ έγραψε την Μουσική Ποιητική, δεν θα ήταν άστοχο να πούμε ότι ο Μητρόπουλος έγραψε με την βιωτή του ολάκερη την Μουσική Ασκητική. Ο ίδιος διεκήρυσσε: Θέλησα να διδάξω και με το λόγο και με τη μουσική την αδελφοσύνη των ανθρώπων… Ήρθε η εποχή που η τέχνη πρέπει να ‘χει μια ηθική βάση και οι καλλιτέχνες πρέπει να δίνουν το παράδειγμα της ύψιστης ακεραιότητας και της ηθικής… Βλέπω τον καλλιτέχνη σαν έναν ιεροκήρυκα, που οι αρχές του, οι πράξεις, η ζωή του θα αποτελούν παράδειγμα για μίμηση (28).
Ο Απ. Κώστιος παρατηρεί ότι: Ακόμη και τις εξελίξεις της μουσικής, την Ιστορία της Μουσικής θεωρούσε ο Μητρόπουλος υπό το πρίσμα των θρησκευτικών του αντιλήψεων και ανάλογη ήταν η περιοδολόγησή της που πρότεινε. Διέκρινε τη θεοκρατική περίοδο (η μουσική στην υπηρεσία της θρησκείας), την ανθρωποκεντρική και τέλος την τεχνοκρατική, την απάνθρωπη, την περίοδο του καιρού μας που θα μπορούσε να ονομάσει κανείς ‘αθεϊστική’ (29).
Πάντως ο Μητρόπουλος παρά την ασκητική του ακρότητα ως προς την φιλανθρωπία, και την θρησκευτική του εκδοχή για την μουσική ήταν ρεαλιστής, και ο ίδιος θεωρούσε ότι την τάση του να συνδυάζει τα ιδεώδη με τον ρεαλισμό την κληρονόμησε από τον παππού του, που ήταν παπάς (30).
Η καταγωγή του Μητρόπουλου ήταν ιερατική και ταπεινή. Ο ιερέας παππούς του, ο αδελφός του παππού του Αρχιεπίσκοπος Ιερόθεος, οι μοναχοί θείοι του, η ευσεβής μητέρα του, ανήκαν στην λαϊκή Ορθοδοξία. Άλλωστε και η συναναστροφή του θείου του Νίκου με τον Παπαδιαμάντη, αποδεικνύει πως στοιχούνταν στην λογική των ταπεινών και καταφρονεμένων. Αν και εγγράμματοι –ο Ιερόθεος και ο Νικόλαος ήταν απόφοιτοι Πανεπιστημίου– έθεσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία της Εκκλησίας, σε μια εποχή που ο κλήρος μαστιζόταν από την αγραμματοσύνη. Είχαν κολλυβαδικές και φιλοκαλικές αρχές: Φιλακόλουθοι, φιλομόναχοι, ελεήμονες, ταπεινοί, με ιεραποστολικό ζήλο, δεν φαίνεται να είχαν καμία σχέση με την τότε αστική τάξη της Αθήνας, αλλ’ αντιθέτως έβρισκαν ανάπαυση στον Άγιο Ελισσαίο και τους απλούς ανθρώπους, όπως και ο Παπαδιαμάντης.
Δεν είχαν, οι συγγενείς του μαέστρου, καμία σχέση με τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό. Οι θείοι του θεράπευαν την βυζαντινή μουσική και ως λαϊκοί –στον Άγιο Ελισσαίο– και ως μοναχοί κατόπιν, στα αυστηρά τότε μοναστήρια του Αγίου Όρους και της Λογγοβάρδας.
O μαέστρος είναι ο πρώτος της οικογένειας που ξεχωρίζει. Λόγω της κλίσης του στην μουσική, σπουδάζει από νωρίς Ευρωπαϊκή μουσική (1910) και δεν έχουμε μέχρι τώρα κάποια ένδειξη ότι είχε ασχοληθεί με την βυζαντινή μουσική, την οποία σίγουρα είχε ακούσει από μικρός λόγω του περιβάλλοντός του.
Το ενδιαφέρον είναι η σχέση του Μητρόπουλου με τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, η οποία χρονολογείται από νωρίς, σύμφωνα και με τον ίδιο: Ήμουν 15 ετών όταν ανακάλυψα τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης. Είχα ταξιδέψει στη Ρώμη, για πρώτη φορά μακριά από τον τόπο μου… Η διδαχή του με επηρέασε βαθιά. Και παρόλο που δεν ανήκει στους άγιους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, χάραξε τον δρόμο της ζωής μου (31).
Αυτό σημαίνει ότι ο Μητρόπουλος παρέμεινε πάντα Ορθόδοξος. Παρά την αδυναμία του στον παγκοσμίως γνωστό Ρωμαιοκαθολικό άγιο, του οποίου ένα εδάφιο καθόριζε όλη του τη ζωή: Ο Θεός αποφάσισε ότι μάλλον πρέπει να προσπαθώ να ανακουφίζω παρά να ανακουφίζομαι, να κατανοώ παρά να γίνομαι κατανοητός και να αγαπώ παρά να γίνομαι αγαπητός (32).
Η σχέση του με τον άγιο Φραγκίσκο φαίνεται ότι ήταν εξόχως προσωπική και αυτό φαίνεται έντονα από μια φράση του Μητρόπουλου σε γράμμα του προς την Καίτη Κατσογιάννη. Με αφορμή τη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ Μάλερ που οργανώθηκε στη Νέα Υόρκη έγραψε: …είχα επιτυχία όχι μόνο ως διευθυντής ορχήστρας αλλά και ως missionary, και ελπίζω ο άγιός μου να είναι υπερήφανος για τον μαθητή του… (33).
Ο Απόστολος Κώστιος δημοσιεύει στην βιογραφία του Μητρόπουλου το χειρόγραφο αυτής της επιστολής. Και φαίνεται καθαρά ότι ο μαέστρος έχει υπογραμμίσει την λέξη: «ο άγιός μου» και μόνον αυτή! (34)
Πάντως ο Μητρόπουλος υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του: Η σορός μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον (35). Τελικά η αποτέφρωση έγινε στο Λουγκάνο της Ελβετίας στις 5 Νοεμβρίου 1960 (ο μαέστρος πέθανε στις 2 Νοεμβρίου κατά την διάρκεια πρόβας της 3ης Συμφωνίας του Μάλερ στη Σκάλα του Μιλάνου). Στις 6 Νοεμβρίου η τέφρα του μεταφέρθηκε στην Αθήνα με αεροσκάφος της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας έγινε πένθιμη τελετή στο θέατρο Ηρώδου του Αττικού με τη συμμετοχή των αρχών και πλήθους κόσμου. Η λήκυθος με την τέφρα του παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών, όπου σπούδασε ο μεγάλος μαέστρος, και στις 19 Ιουλίου 1961 η τέφρα εναποτέθηκε σε τάφο του Α’ Νεκροταφείου που παραχώρησε ο Δήμος Αθηναίων και φιλοτέχνησε ο γλύπτης Γιάννης Παππάς.
Η επιλογή του Μητρόπουλου για καύση ήταν απολύτως συνειδητή και πρωτοποριακή για την εποχή. Η ιδιωτική του οδός του επέβαλε την αποφυγή κάθε συμβατικού τέλους. Μένει αναπάντητο το ερώτημα: Γιατί «άνευ τελετής»; Η εξόδιος ακολουθία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν εψάλη στον Δημήτρη Μητρόπουλο. Τον γόνο κατ’ εξοχήν ιερατικής οικογένειας και πιστό άνθρωπο.
O έλληνας βιογράφος του Μητρόπουλου Απ. Κώστιος είναι σίγουρος ότι ο Έλληνας αρχιμουσικός είχε ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Πίστευε στην ύπαρξη του Θεού, στη σταύρωση και την Ανάσταση… Και δεν είχε καταλήξει στην πίστη αυτή μέσα από μια διαδικασία πνευματικής αναζήτησης, ρασιοναλιστικής, αιτιοκρατικής σκέψης , ώστε ο ίδιος να έχει ανάγκη αποδείξεων. Αποδείξεις ανεζήτησε μόνο στις περιπτώσεις και τις φορές εκείνες που προσπάθησε να πείσει συνομιλητές του, που –πιθανότατα– (αφού την εποχή στην οποία αναφέρεται δεν ζούσε πλέον στην Ελλάδα) ανήκαν –τυπικά τουλάχιστον- στο καθολικό ή προτεσταντικό δόγμα. Φυσικό ήταν ότι ανέτρεξε σε αποδείξεις που βασίζονται στη θεολογία της Δυτικής Εκκλησίας: η μουσική, σύμφωνα με τον ιερό Αυγουστίνο είναι donum dei που εδόθη στον άνθρωπο για να υμνεί την δόξα του Θεού. Η αγάπη του Δαβίδ για τη μουσική ήταν σωστή και αξιοθαύμαστη, επειδή τη χρησιμοποιούσε για να δοξάζει το Θεό. Το λογικό και εύτακτο συνταίριασμα διαφόρων ήχων, έτσι ώστε να συνυπάρχουν σε μιαν αρμονική ποικιλία, μπορεί να είναι μια μυστική αναπαράσταση του θεϊκού… (36).
Πάντως, απ’ όλη την ζωή του Μητρόπουλου φαίνεται καθαρά η βιωματική, σε τραγικό βαθμό μάλιστα, προσέγγιση της μουσικής και των όντων, που σημαίνει ότι δεν ήταν της λογικής των αποδείξεων για τα πράγματα. Δεν είχε ανάγκη να αποδείξει τίποτε ο ίδιος, αφού ήταν πεπεισμένος για το πεπερασμένο του ανθρώπου, αλλά και για την μεγαλοσύνη του. Η στείρα λογική ήταν εκτός της λογικής του.
Γνώριζε πολύ καλά, επίσης, ότι η πίστη, όπως και η μουσική, θέλουν γόνιμο έδαφος για να καρπίσουν αλλιώς, όπως ο ίδιος είπε αποφθεγματικά: Ούτε ο Χριστός ούτε η Ενάτη Συμφωνία (του Μπετόβεν) κατόρθωσαν να κάνουν την ανθρωπότητα καλύτερη (37).
Όμως ο Μητρόπουλος έμεινε στη συνείδηση των ανθρώπων ως ένας μεγάλος άνθρωπος, ένας οικουμενικός έλληνας, που δίδαξε με τη ζωή του τον δρόμο της προσφοράς μέχρι θυσίας! Γιατί η αποστολή του μεγάλου, είναι η υπέρτατη θυσία. Το κερί, που για να φωτίσει λιώνει και σώνεται. Ο ήλιος που αυτοπυρπολείται σκορπώντας τη ζωή. Έτσι και ο Μητρόπουλος. Αφού σκόρπισε στον κόσμο το φως του, όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, έσυρε για τελευταία φορά τα βήματά του στο podium σαν στη φωτιά που ο ίδιος είχε ανάψει από χρόνια γύρω του και μέσα σε μια υπέρτατη έκσταση και αυτοσυγκένρτωση, διευθύνοντας ο ίδιος την επιθανάτια μουσική του, εκάμφθηκε για τελευταία φορά, λύγισε και σωριάστηκε στις φλόγες, σαν μυστικιστής – πιστός μιας θρησκείας, που ήταν το μεγάλο πάθος και ο προορισμός της ζωής του (38) .

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Μουσική αυτοπροσωπογραφία, από το Αρχείο του Στάθη Αρφάνη, ως επίμετρο στην ελληνική έκδοση (Ποταμός, 2000) του βιβλίου του William Trotter για τον Δημήτρη Μητρόπουλο: Ο Ιεροφάντης της Μουσικής, Η ζωή του Δημήτρη Μητρόπουλου, Αθήνα 2000, σ. 718 (εφεξής: Trotter, Ο ιεροφάντης).
2. Δημήτρης Μητρόπουλος – Η αλληλογραφία του με την Καίτη Κατσογιάννη, εκδ. Κ. Κατσογιάννη, Αθήνα 1966, επ. Δ.Μ. αρ. 162, Μινν., 27.2.1948, σ. 154.
3. Για τον Ιερόθεο Μητρόπουλο βλ. Αρχιμ. Ηλία Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος Μητρόπουλος ο φωτισμένος ιεράρχης, Αθήναι 1993 (εφεξής: Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος).
4. Για τον π. Ευσέβιο Ματθόπουλο βλ. Chridtoph Maczewski, Η κίνηση της «Ζωής» στην Ελλάδα, μτφ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, εκδ. Αρμός 2002, σ. 34 κ.εξ.
5. Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος, σ. 43.
6. Απ. Κώστιου (επιλογή – σχόλια), Κείμενα Δημήτρη Μητρόπουλου, Αθήνα 1997, σσ. 49-52 (εφεξής: Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ.).
7. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σ. 36.
8. Απ. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1985, σ. 23 (εφεξής: Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος) και στον δίγλωσσο (ελληνικά και γερμανικά) κατάλογο του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού Δημήτρης Μητρόπουλος – Ζωή και Έργο, 1995, σ. 28.
9. William R. Trotter, The life of Dimitri Mitropoulos, Amadeus Press, U.S.A 1995, σ.21.
10. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σ. 136.
11. Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος, σσ. 106–107.
12. Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος, σσ. 61–62.
13. Για τον Νικόλαο και την Πολυξένη Μπούκη και την στενή σχέση που διατηρούσε μαζί τους, γράφει ο Παπαδιαμάντης στα Τραγούδια του Θεού, βλ. Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, Άπαντα, τ. 4, φιλολογική επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1998, σσ. 391–393.
14. Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Αλληλογραφία, φιλολογική επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σσ. 166–167 (αρ. 220).
15. Μοναχού Μωϋσή αγιορείτη, Μοναχός Νείλος Σιμωνοπετρίτης, Ορθόδοξος Τύπος Αθηνών 674/1985, σ. 1 και 4, 675/1985, σ. 1 και 4. Αναδημοσίευση στο του ιδίου, Ιερές Μορφές του Αγίου Όρους , εκδ. Τέρτιος 2006, σσ. 381 – 393 (εφεξής: Μωυσή αγιορείτη, Ιερές Μορφές).
16. Μωϋσή αγιορείτη, Ιερές Μορφές, σσ. 382. Σε μια επιστολή της Καίτης Κατσογιάννη προς τον Μητρόπουλο φαίνεται καθαρά ότι ο μαέστρος είχε ζητήσει σταυρό με τίμιο ξύλο και η Κατσογιάννη έσπευσε να εκπληρώσει την επιθυμία του: Παράγγειλα επίσης μ’ ένα φίλο μου, που φεύγει για την Πόλη και που θα ιδεί τον Πατριάρχη, να του ζητήσει για σένα ένα Σταυρό με Τίμιο Ξύλο. Είναι σήμερα πράγμα σπάνιο, ώστε μόνο ο Πατριάρχης θα μπορούσε να μας το προμηθεύσει – και είμαι βέβαιη πως θα εκπληρώσει αυτή σου την επιθυμία» (Αλληλογραφία, αρ. 37, 14-6-1950, σ. 210). Η βεβαιότητα αυτή της Κατσογιάννη ίσως πηγάζει από το γεγονός ότι Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν το 1950 ο από Αμερικής Αθηναγόρας, ο οποίος σίγουρα θα γνώριζε από την διακονία του στην Αμερική (1930 – 1948) τι σημαίνει Μητρόπουλος. Άρα, δύο φορές στη ζωή του μαέστρου συναντούμε το τίμιο ξύλο, χωρίς να γνωρίζουμε αν τελικά έγινε μέτοχος αυτής της ευλογίας, την οποία πρώτος ζήτησε ο πατέρας του Ιωάννης γι’ αυτόν και πολύ αργότερα ο ίδιος από την Κ.Κατσογιάννη.
17. Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος, σσ. 9.
18. Μωϋσή αγιορείτη, Ιερές Μορφές, σσ. 386.
19. Trotter, Ο ιεροφάντης, σ. 31.
20. Τrotter, O ιεροφάντης, σ. 35. Στο αγγλικό πρωτότυπο ό.π., σ. 24.
21. Εφημ. Η Καθημερινή, 4-11-1990, σ. 51.
22. Αλληλογραφία, ό.π., εισαγωγή, σ. 12.
23. Αλληλογραφία, ο.π., αρ. 302, “Τhe New York Hospital” 4.2.1959, σ. 352.
24. Trotter, O ιεροφάντης, σ. 36.
25. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, σ. 244.
26. Αλληλογραφία, ό.π., αρ. 165, Μιννεάπολις, 22-5-1948, σ. 168.
27. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σσ. 271–272.
28. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, σ. 245.
29. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σ. 272.
30. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, σ. 244.
31. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος. Τη σχέση του Μητρόπουλου με τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης προσεγγίζει διεξοδικά ο W. Trotter, Ο ιεροφάντης, σσ. 47–50. Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση του Trotter γι’ αυτή τη σχέση: Ο Μητρόπουλος πέτυχε να βιώσει το ιδεώδες του Αγίου Φραγκίσκου σχεδόν με την ίδια επιτυχία που ο Άγιος Φραγκίσκος πέτυχε να βιώσει το ιδεώδες του Χριστού. Και, παρ’ ότι ο Μητρόπουλος έτυχε εξαιρετικής παιδείας για τα δεδομένα της χώρας του εκείνη την εποχή, παρέμεινε τόσο σε πνευματικό όσο και σε φιλοσοφικό επίπεδο θεοδίδακτος – ένας άνθρωπος που έχει διδαχθεί από τον Θεό. (Τrotter, Ο ιεροφάντης, σ. 47).
32. Trotter, Ο ιεροφάντης, σ. 281.
33. Αλληλογραφία, ο.π., αρ. 326, Ν. Υόρκη, 20-1-1960, σ. 399. Στην απαντητική της επιστολή σ’ αυτό το γράμμα του Μητρόπουλου, λίγες μέρες αργότερα, η Κ. Κατσογιάννη επιβεβαιώνει την αίσθηση του Μητρόπουλου: «Το ότι ο Άγιος Φραγκίσκος θα 'μεινε ευχαριστημένος με τη στοργική σου πράξη για χάρη των ακροατών, δεν θέλει συζήτηση» (Αλληλογραφία, αρ. 169, 30-1-1960, σ.399). Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι η Κατσογιάννη σε πολλές επιστολές της προς τον μαέστρο χρησιμοποιεί αποσπάσματα και παραδείγματα από το Ευαγγέλιο, κάτι που δείχνει ότι απευθύνεται σε άνθρωπο που συμμερίζεται τη λογική του Ευαγγελίου (βλ. Αλληλογραφία, σσ. 237-238, 307, 350–351).
34. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, φωτογραφικό υλικό, σ. 223 κ.εξ.
35. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, σ. 131.
36. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σσ. 136–137.
37. Αλληλογραφία, ό.π., αρ. 109, Μιννεάπολις, 11-6-1940, σ. 81.
38. Μενέλαου Παλλάντιου, ομιλία για τον Δημήτρη Μητρόπουλο (25-1-1964) στο Δ. Μητρόπουλος, Ζωή και Έργο της Μαρίας Χριστοπούλου, Αθήνα 1971, σ. 226.


* 1η φωτογραφία: Δημήτρης Μητρόπουλος, ξυλογραφία (1986) της Άριας Κομιανού (Πορτραίτα, σχέδια – ξυλογραφίες, Αθήνα 2007, σ. 55).
* 2η φωτογραφία: Μοναχός Nείλος Σιμωνοπετρίτης. Από το βιβλίο του Μοναχού Μωϋσή του Αγιορείτη Ιερές Μορφές του Αγίου Όρους (σ. 384).
* 3η φωτογραφία: Αρχή του χειρογράφου καταλόγου της βιβλιοθήκης της Μονής Σίμωνος Πέτρας, που φέρει την υπογραφή του βιβλιοθηκάριου: Νείλος Μοναχός ο Μητρόπουλος Σιμωνοπετρίτης. Από το βιβλίο του Μοναχού Μωϋσή του Αγιορείτη, Ιερές Μορφές του Αγίου Όρους (σ. 389).
[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, 159-173]. 
Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιευθεί και στην ιστοσελίδα που έφτιαξε για τον μαέστρο ο μελετητής του έργου του, μουσικολόγος Απόστολος Κώστιος. 

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Σαν σήμερα, 18 Ιανουαρίου, γεννήθηκε πριν 105 χρόνια και πέθανε, πριν 36 χρόνια, ο Βασίλης Τσιτσάνης. 
Για το φαινόμενο Τσιτσάνης έχουν γραφτεί πολλά. Εμείς εδώ εστιάζουμε στην σχέση του Μάνου Χατζιδάκι με τον Τσιτσάνη, κρατάει από παλιά και είναι πολύ στενή.
Ίσως ο Χατζιδάκις είναι ο μόνος έλληνας συνθέτης της λεγόμενης "έντεχνης" μουσικής, που έκανε τον Τσιτσάνη τόσο δικό του, σε διαφορετικά έργα του και σε διαφορετικές συνθετικές περιόδους. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Στις 31 Ιανουαρίου 1949 ο Χατζιδάκις δίνει στο Θέατρο Τέχνης την περίφημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο. Σ' αυτήν αναφέρεται εκτενώς σε τραγούδια του Τσιτσάνη. Ας τον ακούσουμε: 
"Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι. 
Αργότερα ο ίδιος φίλος, στον ίδιο δρόμο, μου μιλούσε για κάτι καινούργιο. Μα τώρα ήταν καλοκαίρι και η άσφαλτος μύριζε. Το ίδιο σκοτάδι, μα η κάψα έλιωνε τις φωνές και τις έφτιαχνε μόνιμους ίσκιους στα σπίτια. Υπήρχε γύρω μας κάτι ρευστό. Μια καινούργια ρεμπέτικη κραυγή -καινούργια για μένα βέβαια- κυλούσε μ’ ένταση ανάμεσα στα στενά και βρώμικα πεζοδρόμια του Πειραιά και της Αθήνας. Ακούγαμε την πρώτη στροφή που έλεγε «Κουράστηκα για να σ΄ αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρανή». Κι ο φίλος μου εξηγούσε θίγοντας όλο τον ανικανοποίητο ερωτισμό που έπνιγε την ατμόσφαιρα. Ακόμα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει το τραγικό στοιχείο του τραγουδιού που ερχόταν αντιμέτωπο σε μια εποχή που μόνο συνθήματα κυκλοφορούσαν τρέχοντας. Αργότερα πολύ, θά ΄βλεπα πόσην αλήθεια είχαν τα λόγια του, γιατί τότες ακόμη έπαιζα με τις πραγματικές αξίες ανυποψίαστος". 



Ο Χατζιδάκις εδώ αναφέρεται σε δύο προπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη για να αποδώσει την ένταση του ρεμπέτικου που τότε τον σημάδεψε ανεξίτηλα: "Θα πάω εκεί στην Αραπιά" [Η μάγισσα της Αραπιάς], ένα χασάπικο που ο Τσιτσάνης ηχογράφησε το 1939, και "Αρχόντισσα", ένα χασάπικο αργό, μία από τις ωραιότερες λαϊκές καντάδες που γράφτηκαν ποτέ, που ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο, το 1938, σε δίσκο Columbia, ο Στράτος Παγιουμτζής. 
Το "Θα πάω εκεί στην Αραπιά" ο Χατζιδάκις το ενέταξε αργότερα (1972) στο έργο του "Ο σκληρός Απρίλης του '45", που είναι διασκευή λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (για μικρή ορχήστρα με μπουζούκι, δύο κιθάρες, βιολί, μαντολίνο, άρπα, κοντραμπάσο και κρουστά)1
Την "Αρχόντισσα" ο Χατζιδάκις την ενέταξε στις "Έξι λαϊκές ζωγραφιές" (1949-50), δηλ. λίγο μετά την διάλεξή του για το ρεμπέτικο, στην οποία είπε γι' αυτό το τραγούδι: 
"Λίγο πριν απ΄ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το «Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω». Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο «Ματωμέvο Γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς". 
Και συνεχίζοντας ο Χατζιδάκις αναφέρεται σ' ένα θρυλικό τραγούδι του Καλδάρα: 
"Πριν δυό χρόνια ο ίδιος ο Τσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά πάλι αυτούς τους στίχους «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι - το σκοτάδι είναι βαθύ - κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί», ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίδοντας μια τόσο λεπτή μα τόσο έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα. Φέτος -ο Παπαϊωάννου αυτή τη φορά- μας δίνει ολάκερο αυτό το άγχος με μια δυνατή κραυγή πια- η μοναδική μες στα ρεμπέτικα, και γι΄ αυτό τόσο αληθινή με το «Άνοιξε – άνοιξε»2. Δεν ξέρω, αλλά σ΄ αυτά τα τρία τραγούδια υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος που δίνει ξεκάθαρα και μοναδικά το τραγικό στην ερωτική μας περιοχή". 
Ο Χατζιδάκις μας λέει ότι ο Τσιτσάνης τραγουδούσε το "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι" του Καλδάρα (θα μπορούσε να 'ναι και δικό του!), το οποίο επίσης συμπεριέλαβε στις "Εξι λαϊκές ζωγραφιές" για πιάνο.


Στην ιστορική διάλεξη για το ρεμπέτικο ο Χατζιδάκις είχε φέρει τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου για να παίξουν ζωντανά. Ανάμεσα στα τραγούδια ήταν και το "Μπαξέ τσιφλίκι" του Τσιτσάνη, το οποίο επίσης υπάρχει στις "Έξι λαϊκές ζωγραφιές", όπως και η "Συννεφιασμένη Κυριακή" που σημαίνει ότι από τις έξι οι τρεις είναι Τσιτσάνης! Να θυμίσουμε ότι οι "Εξι λαϊκές ζωγραφιές" ανέβηκαν ως μπαλέτο από το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου και έμειναν πραγματικά στην ιστορία του χορού της μεταπολεμικής Ελλάδας. 
Στα 1955-56 έχουμε μια συνάντηση κορυφής, θα λέγαμε, αφού ο Χατζιδάκις φώναξε τον Βασίλη Τσιτσάνη να παίξει μπουζούκι σε δύο αριστουργήματα του Ελληνικού κινηματογράφου, όπου ο Χατζιδάκις έγραψε τη μουσική: τη Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη (1955) και τον Δράκο του Νίκου Κούνδουρου (1956). Από τη Στέλλα έχουμε ένα διαμάντι: τη Φαντασία για μπουζούκι και πιάνο, με τον Τσιτσάνη στο μπουζούκι και τον Χατζιδάκι στο πιάνο. Η σχετική ανέκδοτη ηχογράφηση, την οποία παραθέτουμε εδώ, περιλαμβάνεται για πρώτη φορά στον δίσκο Ο Ελληνικός κινηματογράφος και ο Μάνος Χατζιδάκις παρουσιάζουν (1985).


Στον Δράκο του Κούνδουρου έχουμε μία από τις ωραιότερες σκηνές που έχω δει ποτέ σε ελληνική ταινία, όταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος προσπαθεί να ακολουθήσει τα βήματα αυτού του ζεϊμπέκικου του Χατζιδάκι, που παραθέτουμε εδώ, και το οποίο ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει σε δίσκο. Ο ρυθμός είναι βαρύς, όπως και η μοίρα του πρωταγωνιστή... Το τραγούδι Ο ήλιος έσβησε, με την συγκλονιστική Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, περιέχει κι αυτό το ζεϊμπέκικο με τον Τσιτσάνη στο μπουζούκι και τη μουσική του Χατζιδάκι να σκίζει τον αέρα!

 

Αργότερα, το 1961, ο Χατζιδάκις παρουσιάζει τις Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, για μικρή ορχήστρα. Πρόκειται για επιλεγμένα ρεμπέτικα τραγούδια, ενορχηστρωμένα μ' ένα τρόπο που να εκφράζουν την τραγική ατμόσφαιρα του 1945. Εκεί ο Χατζιδάκις ανθολογεί από τον Τσιτσάνη τα τραγούδια: "Μπαξέ τσιφλίκι" (που το 'χει και στις "Έξι λαϊκές ζωγραφιές") - εδώ με τον τίτλο: "Περίπατος"-, "Χωρίσαμε ένα δειλινό" (που το ξαναβρίσκουμε στα "Λειτουργικά" για φωνή και πιάνο), "Πάλιωσε το σακάκι μου", με τον τίτλο "Ο παλιός δρόμος" και "Όταν συμβεί στα πέριξ", με τον τίτλο "Όταν ανάψουν οι φωτιές". Αυτό το τελευταίο το ξανασυναντάμε αργότερα στον δίσκο του Χατζιδάκι "Τα πέριξ".
Στον δίσκο Ο σκληρός Απρίλης του '45 - είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ο Χατζιδάκις συνδέει τα ρεμπέτικα που επιλέγει και επεξεργάζεται ορχηστρικά με την απελευθέρωση - υπάρχουν τα τραγούδια του Τσιτσάνη: "Θα πάω εκεί στην Αραπιά", στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε, "Πήρα τη στράτα κι έρχομαι", "Μάγκας βγήκε για σεργιάνι (Β. Τσιτσάνη - Απ. Καλδάρα) και "Το πικραμένο αγόρι" (Β. Τσιτσάνη - Πρόδρομου Τσαουσάκη), που το ξαναβρίσκουμε στα "Πέριξ".
Ο δίσκος Τα Πέριξ (1974) περιλαμβάνει ρεμπέτικα σε διασκευή και ενορχήστρωση του Χατζιδάκι με την πρωτοεμφανιζόμενη, τότε, τραγουδίστρια Βούλα Σαββίδη. Και εδώ ο Τσιτσάνης έχει την τιμητική του θέση. Κατ' αρχήν με το εμβληματικό τραγούδι "Όταν συμβεί στα πέριξ", που δανείζει και τον τίτλο στον δίσκο. Στη συνέχεια έχουμε τα εξής τραγούδια του Τσιτσάνη:"Ο μαχαλόμαγκας", "Το πικραμένο αγόρι" και το "Σε πήραν απ' τα χέρια μου" (Β. Τσιτσάνη - Γιάννη Κυριαζή).
Στα Λειτουργικά, τέλος, η ιέρεια Φλέρυ Νταντωνάκη, τραγουδάει μοναδικά το "Αντιλαλούνε τα βουνά" και το "Χωρίσαμε ένα δειλινό".

   

Πολλά ακόμα θα μπορούσαν να γραφούν γι' αυτή τη μακροχρόνια σχέση Χατζιδάκι - Τσιτσάνη.
Αρκούμαι σ' αυτά, επί του παρόντος, ελπίζοντας ότι σας έδωσα αρκετή τροφή για ακρόαση και μέθεξη. Το σίγουρο είναι πως τόσο τα τραγούδια του Τσιτσάνη, όσο και οι διασκευές του Χατζιδάκι σ'αυτά, παραμένουν ακριβή και άφθαρτη μουσική για όσους αντιστέκονται στην αθλιότητα των καιρών και έχουν αλήθεια μέσα τους.
Σημειώσεις:
1. Το τραγούδι αυτό του Τσιτσάνη ενέπνευσε και τον μεγάλο Νίκο Σκαλκώτα, ο οποίος χρησιμοποίησε το θέμα του στο β' μέρος του κοντσέρτου του για δύο βιολιά. Βλ. σχετικά "Το ρεμπέτικο του Σκαλκώτα".
2. Το τραγούδι του Παπαϊωάννου "Άνοιξε, γιατί δεν αντέχω" το διασκεύασε ο Χατζιδάκις για φωνή και πιάνο και το έπαιξε ο ίδιος με την εξαίσια Φλέρυ Νταντωνάκη για τραγωδό, στα "Λειτουργικά" (1991). Αν λάβουμε υπ' όψιν ότι τα περισσότερα από τα κομμάτια αυτού του δίσκου ήταν πρόβες του συνθέτη με τη Φλέρυ στη Ν. Υόρκη του 1970, αντιλαμβανόμαστε πως το ρεμπέτικο ...κυνηγούσε τον Χατζιδάκι στην Αμερική!

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2020

"Ο ΑΝΤΩΝΗΣ" ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΚΑΙ "Ο ΚΥΡ ΑΝΤΩΝΗΣ" ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Ένας από τους γνωστότερους και τους πλέον εμβληματικούς δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη είναι το «Μαουτχάουζεν» σε στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Το έργο του Μ. Θεοδωράκη, συγκεκριμένα, ονομάστηκε ''Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν'' (1966) και χωριζόταν σε τέσσερα τραγούδια, το περίφημο ''Άσμα Ασμάτων (Τι ωραία πού' ν' η αγάπη μου)'', τον ''Αντώνη'', τον ''Δραπέτη'' και το ''Όταν τελειώσει ο πόλεμος'', που η ερμηνεύτρια Μαρία Φαραντούρη τραγούδησε ως ''Άμα τελειώσει ο πόλεμος''. 
Στον δίσκο, το τραγούδι «ο Αντώνης» αναφέρεται σε πραγματικό και υπαρκτό πρόσωπο στο στρατόπεδο. 
Να πως το παρουσιάζει ο ίδιος ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, κρατούμενος και αυτός στο συγκεκριμένο στρατόπεδο, στο βιβλίο του «Μαουτχάουζεν»:


«Ήταν μετά το μεσημεριανό φαϊ. Οι Ες-Ες επικεφαλής των συνεργείων των τιμωρημένων είχανε ως εκείνη την ώρα «ξεκάνει» 17 Εβραίους και Ρώσους αιχμαλώτους πολέμου. Μόλις κάποιος παραπατούσε τον σέρνανε στα συρματοπλέγματα του φράχτη. Εκεί ο Ες-Ες τον έχωνε ανάμεσα στο φράχτη και τον πυροβολούσε. Ύστερα έγραφε σε ένα μπλοκ «Ο υπ’αριθ. 137.566 κρατούμενος, αποπειραθείς να δραπετεύσει, εξετελέσθη επι τόπου». Αυτή τη σημείωση την κρατούσε για την βραδυνή αναφορά. Έγραφε όμως άλλη μια και την καρφίτσωνε πάνω στον πεθαμένο «Μόνο η πειθαρχία οδηγεί εις την ελευθερία». Σ’ ένα ανέβασμα της σκάλας του λατομείου, ένας Εβραίος άρχισε να παραπατά. Ο Αντώνης του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ο Εβραίος πλησίασε κι ο Αντώνης κράτησε το δικό του αγκωνάρι με το δεξιό και με τ’ αριστερό σήκωσε το αγκωνάρι του Εβραίου. Όμως αυτό έγινε στη μέση της σκάλας. Έμενε ακόμα πολύ ανέβασμα. Ο Ες-Ες τους είδε και τους χώρισε. Διέταξε τον Εβραίο να τρέξει. Αυτός ανέβηκε λίγα σκαλοπάτια, ύστερα άφησε την πέτρα να πέσει και γονάτισε στο σκαλί. Ο Ες-Ες πλησίασε και του είπε να ανοίξει το στόμα. Ο Εβραίος άνοιξε το στόμα. Ο Ες-Ες έβγαλε το περίστροφο, το έχωσε στο στόμα του Εβραίου και πυροβόλησε. Ύστερα γύρισε προς τον Αντώνη και στύλωσε τα μάτια επάνω του. Ο Αντώνης τον κύτταξε άφοβα. Ύστερα πλησίασε τον νεκρό, φορτώθηκε και το δεύτερο αγκωνάρι και συνέχισε να ανεβαίνει την σκάλα. Ο Ες-Ες πάγωσε. Δεν είπε τίποτε. Δεν έκανε τίποτε. 
Όταν όμως ξαναγύρισαν στο λατομείο για να ξαναφορτωθούν αγκωνάρια φώναξε τον Αντώνη να πάει κοντά. Άρχισε να βολτάρει σαν μανιακός ανάμεσα στις πέτρες και να ψάχνει. Βρήκε ένα αγκωνάρι διπλό από τ’άλλα, τό’δειξε στον Αντώνη και του είπε "Αυτό είναι το δικό σου". Ο Αντώνης κύτταξε το αγκωνάρι, ύστερα τον Ες-Ες, ύστερα τα σκόρπια αγκωνάρια γύρω του. Όλοι οι άλλοι κάνανε πως δεν βλέπανε, πως δεν ακούγανε. Στο Μαουτχάουζεν το ένας για όλους και όλοι για έναν, ήταν νόμος. Τρέμανε για το τι θα έβγαινε από τούτο το μπλέξιμο. Αυτός ο Έλληνας το πήγαινε φιρί-φιρί. Ο Ες-Ες είχε κιόλας βγάλει το περίστροφό του από τη θήκη, το 'τριβε νευρικά στο παντελόνι του και ετοιμάζονταν. Ο Αντώνης σταμάτησε μπροστά σ’ένα αγκωνάρι ακόμα πιο μεγάλο από εκείνο που του διάλεξε ο Ες-Ες. «Αυτό είναι το δικό μου», είπε και το φορτώθηκε. Σ’ όλους τους δρόμους που κάνανε ως το βράδυ, ώσπου σήμανε η ώρα για μέσα ο Αντώνης διάλεγε και φορτωνόταν τα πιο βαριά αγκωνάρια. Το ίδιο βράδυ το στρατόπεδο απ’άκρη σ’άκρη μίλαγε για τον Έλληνα τον Αντώνη. 
Τέτοια νέα αναταράζανε το Μαουτχάουζεν. Ήταν μια κρυφή διανομή ελευθερίας.»


Οι στίχοι του τραγουδιού γράφτηκαν από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη στα 1963. 
Εκεί στη σκάλα την πλατιά 
στη σκάλα των δακρύων 
στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ 
το λατομείο των θρήνων 

Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν 
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν, 
βράχο στη ράχη κουβαλούν 
βράχο σταυρό θανάτου. 

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή 
φωνή, φωνή ακούει 
ω καμαράντ, ω καμαράντ 
βόηθα ν΄ ανέβω τη σκάλα. 

Μα κει στη σκάλα την πλατιά 
και των δακρύων τη σκάλα 
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά 
τέτοια σπλαχνιά είν’ κατάρα. 

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί 
και κοκκινίζει η σκάλα 
κι εσύ λεβέντη μου έλα εδώ 
βράχο διπλό κουβάλα. 

Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό 
μένα με λένε Αντώνη 
κι αν είσαι άντρας, 
έλα εδώ στο μαρμαρένιο αλώνι. 
Να πούμε ότι ο ''Αντώνης'', το δεύτερο αυτό τραγούδι της ''Μπαλάντας του Μαουτχάουζεν'', έγινε το μουσικό θέμα για το θρυλικό κινηματογραφικό ''Ζ'' του Κώστα Γαβρά και του Βασίλη Βασιλικού. 
Να θυμηθούμε ότι το τραγούδι ακουγόταν ως ανεπίσημος εθνικός ύμνος του Χορασάν (Αφγανιστάν) το 1980 με τίτλο «Watan ishqe tu iftekharam» («Πατρίδα μου, η αγάπη μου για σένα είναι τιμή μου), ενάντια στο υποκινούμενο από την ΕΣΣΔ πραξικόπημα. Κι ακόμα, όταν το Νοέμβριο του 2001 το ΝΑΤΟ ανέλαβε τη διοίκηση του Αφγανιστάν, έπειτα από την ανατροπή των Ταλιμπάν, κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ο αφγανικός στρατός μπήκε στην Καμπούλ πάνω σε ανοιχτά στρατιωτικά φορτηγά, τραγουδώντας τον ''Αντώνη'' του Θεοδωράκη στη γλώσσα τους σα να επρόκειτο επίσης για τον δικό τους Εθνικό Ύμνο!
Ακολουθεί βίντεο όπου ο Αφγανός ερμηνευτής Abdel Wahab Madadi ερμηνεύει στην αφγανική τηλεόραση τον ''Αντώνη'' και οι αντιδράσεις κυρίως των νέων φανερώνουν τη δυναμική του τραγουδιού στη συγκεκριμένη ασιατική χώρα.


Αρκετά χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2014, τη μάχη των Κούρδων μαχητών στο Κομπάνι,  το οποίο πολιορκούσαν ανελέητα οι τζιχαντιστές, εμψύχωνε και πάλι ο "Αντώνης" του Μίκη Θεοδωράκη. Το βίντεο, στο οποίο πρωταγωνιστούσαν γυναίκες μαχητές, ξεκινά με τον «Αντώνη», ενώ ακολουθεί το «Ποιος δεν μιλά για τη λαμπρή».



Ο ...ΑΓΙΟΣ "ΚΥΡ ΑΝΤΩΝΗΣ" ΤΗΣ ΜΕΛΙΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ 


Το τραγούδι Ο κυρ-Αντώνης σε στίχους και μουσική Μάνου Χατζιδάκι, τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση η Νάνα Μούσχουρη. Ήταν η συμμετοχή του συνθέτη στο Γ' Φεστιβάλ Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ τον Ιούλιο του 1961. Την ίδια χρονιά ηχογραφήθηκε Ο κυρ-Αντώνης, πάντα με τη Νάνα Μούσχουρη.
Το τραγούδι ερμήνευσαν την ίδια εποχή ο Στέλιος Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα, ο Πάνος Γαβαλάς με τη Ρία Κούρτη (λαϊκές εκδοχές του τραγουδιού), η Νινή Ζαχά, η Ζωή Κουρούκλη, η Βίκυ Λέανδρος και πολλοί νεώτεροι τραγουδιστές.
Ο ίδιος ο Χατζιδάκις επέλεξε τον Γιώργο Νταλάρα να τραγουδήσει τον Κυρ-Αντώνη στη Λαϊκή Αγορά του (σε ενορχήστρωση Νίκου Κυπουργού), ήτοι στον κύκλο των 30 τραγουδιών που επέλεξε να επανεκτελέσει το 1987 (μετά τη Ρωμαϊκή Αγορά). Αλλά τη μελωδία του Κυρ-Αντώνη συμπεριέλαβε ο Χατζιδάκις και στους λυρικούς Δεκαπέντε Εσπερινούς του (1964), δηλαδή την ορχηστρική εκδοχή 15 τραγουδιών του για πιάνο, άρπα, δύο κιθάρες και κοντραμπάσο.
Όμως η ονειρική ερμηνεία του ποιητικού αυτού πλάσματος του χατζιδακικού σύμπαντος, βρίσκεται στο πασίγνωστο, πλέον, φιλμάκι, στο οποίο η Μελίνα μετέφραζε στα γαλλικά τους στίχους του τραγουδιού, που έλεγε ο ίδιος ο συνθέτης, καθισμένη στα γόνατα του σχεδόν. Προέρχεται από ένα αφιέρωμα της γαλλικής τηλεόρασης στον Μάνο Χατζιδάκι και τη Μελίνα Μερκούρη, του 1960, τη χρονιά που οι δυο τους θριάμβευσαν στις Κάννες με το Ποτέ την Κυριακή του Ζυλ Ντασσέν.
Το βιντεάκι αυτό συμπεριελήφθη στο δίσκο ... Μελίνα του Μάνου (Σείριος 2004), μαζί με άλλα δύο ιστορικά βίντεο που, εκτός από τα τραγούδια, αναδεικνύουν την μοναδική, την αληθινά ερωτική σχέση Μελίνας και Μάνου.
Αυτό το βίντεο παραθέτουμε και στη συνέχεια, προς ρεμβασμόν ονειρικό, στην αυλή του κυρ- Αντώνη που μετρούσε τ' άστρα... Κι εμείς μαζί του...


Ο Κυρ Αντώνης πάει καιρός που ζούσε στην αυλή
μ'ένα κανάτι μ' ένα κρεβάτι και με κρασί πολύ
είχε δυο μάτια γαλανά κι αχτένιστα μαλλιά
κι ένα λουλούδι πάντα φορούσε στα ρούχα τα παλιά

Αχ κυρ Αντώνη πως σ' αγαπάμε
και μαζί σου τ' άστρα μετράμε
τις φωτιές για σένα πηδάμε
ώσπου να 'ρθει η βροχή.
Και τον καημό σου πάντα ξεχνάμε
σαν πουλιά μαζί τριγυρνάμε
σαν παιδιά μαζί σου γελάμε
σαν κάνεις προσευχή

Ο κυρ Αντώνης βιάζεται να πάει να κοιμηθεί
γιατί το βράδυ στα όνειρά του θέλει να θυμηθεί
ότι ποτέ δεν έζησε, μες στο όνειρό του ζει
μα η νύχτα φεύγει και λυπημένο τον βρίσκει η χαραυγή

Αχ κυρ Αντώνη πως σ' αγαπάμε
και μαζί σου τ'άστρα μετράμε
τις φωτιές για σένα πηδάμε
ώσπου να 'ρθει η βροχή.
Και τον καημό σου πάντα ξεχνάμε
σαν πουλιά μαζί τριγυρνάμε
σαν παιδιά με σένα γελάμε
σαν κάνεις προσευχή

Μα ένα βράδυ ο κυρ Αντώνης στρώνει να κοιμηθεί
κι εμείς ξυπνάμε τον καρτεράμε στην πόρτα να φανεί
Μα ο κυρ Αντώνης δεν θα βγεί ποτέ του στην αυλή
αφού για πάντα μες στο όνειρό του θέλησε πια να ζει.


Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

Ο ΜΠΕΤΟΒΕΝ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Έτος Μπετόβεν φέτος, με αφορμή την συμπλήρωση 250 χρόνων από την γέννηση του κορυφαίου μουσουργού. Μια επέτειος οικουμενική! 
Εμείς εδώ, στην Ιδιωτική Οδό, θα εστιάσουμε στην όποια σχέση ελλήνων δημιουργών με την τέχνη του μεγάλου Λούντβιχ.
Και ξεκινάμε από τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. 
Ανοίγοντας τον Ταξιδιωτικό Σάκο του, ανακαλύπτουμε "μόνον τ' απαραίτητα", όπως λέει κι ο ίδιος. 
Εκεί από τον Μπετόβεν ο ποιητής επιλέγει δύο έργα από την μουσική δωματίου του συνθέτη: 
Σονάτα για βιολί και πιάνο αρ. 2 σε λα μείζονα, op 12 
Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο αρ. 5 σε ρε μείζονα, op 102,1. 
Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Ελύτης επιλέγει όχι κάποια από τις θηριώδεις συμφωνίες του ή κάποιο από τα περίφημα κοντσέρτα του, αλλά μουσική δωματίου και δή σονάτες.
Παραθέτουμε στη συνέχεια τα δύο έργα. 
Η ερμηνεία της Σονάτας για βιολί είναι συγκλονιστική. Όχι μόνο για την σπουδαία Anne Sophie Mutter στο βιολί, μα και για τον καταπληκτικό Lambert Orkis στο πιάνο.
Είχα την τύχη να ακούσω ζωντανά αυτό το αχτύπητο δίδυμο σε μια συναυλία της διοργάνωσης "Πάτρα - Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2006". Ήταν, ίσως, η σημαντικότερη συναυλία της Πολιτιστικής και την είχε προγραμματίσει ο Θάνος Μικρούτσικος.



Η ερμηνεία της Σονάτας για τσέλο και πιάνο είναι ιστορική! Και γι΄αυτό ανεπανάληπτη.
Mstislav Rostropovich, cello
Sviatoslav Richter, piano

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΜΟΥΝΤΕ


Με αφορμή τα 20χρονα από τον θάνατο του ποιητή  

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Ο Ματθαίος Μουντές ήταν ο ποιητής της αγιότητας. Υπήρξε δάσκαλος και διαπρύσιος κήρυξ της όντως παιδείας: του Παπαδιαμάντη, του Αγίου Όρους, του Αιγαίου, των διά Χριστόν σαλών, της Αγια – Σοφιάς, του Μακρυγιάννη, της Αγίας Μελάνης, της Ουρανούπολης. Ο Ματθαίος Μουντές υπήρξε ποιητής ουρανοπολίτης. Κράτησε στάση αμυντικής επίθεσης στη μικρότητα και στην πνευματική ασφυξία των καιρών. Η ποιητική θλίψη του ήταν ταυτόχρονα βεβαιότητα πως όλα δεν έχουν χαθεί. Γι' αυτό λειτούργησε ως ποιητής, ως δάσκαλος, ως ραδιοφωνικός παραγωγός (από τους μακροβιότερους στην ελληνική ραδιοφωνία), ως δοκιμιογράφος, θέτοντας σε κίνηση μία δράση αγαπητική, μαχόμενος κατά τρόπο δραματικό άχρι τέλους. 
Δεν φοβήθηκε τον θάνατο γιατί υπήρξε εραστής της Παρθένου. Στο δοκίμιό του “Απόπειρα για εγκώμιο” ήδη από το 1983 είχε πει στην Παναγία: “Είσαι η πηγή της ζωής. Κατατροπώνεις το θάνατο με την αγάπη. Ακυρώνεις τα απρόοπτα του θανάτου με μια γεύση ελπίδας και εγκαρτέρησης. Στο ακατανόητο αντιπαραθέτεις την κατανόηση της χαρμολύπης. Μου δίνεις την ευλαβική αποδοχή του θανάτου σαν αντίδωρο. Έτσι μπορώ να δεχθώ τον θάνατο ειρηνικά. Υψώνομαι στο μαύρο φως και ελπίζω”. 
Στην ποιητική συλλογή “Η αντοχή των υλικών” (1971) ο Ματθαίος Μουντές γράφει για την Παναγία με τρόπο ελληνικό και ορθόδοξο: 
Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει 
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων. 
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο, 
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν' άκουσε 
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για 
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν 
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια. 
Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο. 
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία 
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα. 
Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται 
πολλές βραδιές σ' εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα. 
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη; 
Τα πηγάδια – ευτυχώς– φέτος γέμισαν. 
Λένε πως βοήθησαν σ' αυτό πολύ τα δάκρυά της. 
Για τον Ματθαίο Μουντέ η Παναγία είναι η πηγή της ζωής και η αναίρεση του θανάτου και γι' αυτό είναι η Παναγία της σιωπής, των δακρύων, των σκλάβων, των ξένων, των αδικουμένων, η φοβερά προστασία των κατατρεγμένων, των θλιβομένων η παραμυθία. Ο Ματθαίος Μουντές ήταν ένας ποιητής και χριστιανός του περιθωρίου. Ένας λάτρης της σιγής, της βαθύτερης μοναξιάς που κυοφορεί το ερωτικό σκίρτημα. Πίστευε ακράδαντα ότι την ανθρώπινη δύναμη τη στερεώνουν τα δάκρυα της αδυναμίας.


Είχε καταλήξει στο σωτήριο συμπέρασμα “πως η πιο σίγουρη τοποθέτηση είναι στην Τράπεζα του Αγίου Πνεύματος”. Η μόνη διέξοδός του ήταν η καταφυγή στο σκάνδαλο του Θεού. Γι' αυτόν “η ποίηση είναι μια έκφραση ευγνωμοσύνης, δίνει προέκταση στον έρωτα και στο Θεό”. Ο Ματθαίος Μουντές πάλευε σ΄όλη του τη ζωή ν' ακούσει το χαμηλόφωνο κήρυγμα της αγάπης. Για τούτο και έζησε, ουσιαστικά, λαθραία. 
“Προτίμησε να προσκολληθεί ικετευτικά στην ευλογία των οικτιρμών”. Είχε ανοιχτή την πόρτα του στον άνεμο. Τον έδερναν οι αέρηδες και τα κύματα της βίας, οι ρωγμές του θανάτου, τα πάθια κ' οι καημοί του. Μα εκείνος έγινε επιβάτης του φωτός κι έκαψε στις φλόγες του τις δεσμίδες του φόβου. Δεν φοβόταν πια ούτε και τα αισθήματά του. Η ποίησή του διακρίνεται για έναν καταλυτικό ρεαλισμό, που δε γυρεύει να ξορκίσει το κακό, αλλά να προσδιορίσει το πραγματικό με τρόπο ποιητικό: 
Όλα ολισθαίνουν στη λήθη. 
Κινδυνεύουν η ψίχα του μύθου 
ο Ιησούς της πίστης 
ο Ιησούς της ιστορίας 
Ξανάρθαν οι σκορπίωνες 
οι πρώτοι κατακτητές της στεριάς 
Έλληνες Χριστιανοί που σε κάμνουν 
να σιχαθείς τον Απρίλη. 
Την αλήθεια του βίου ενσαρκώνουν για τον Ματθαίο Μουντέ οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι. Στο Άγιον Όρος είχε συναντήσει κάποτε κάποιους “κοσμικούς” εργάτες κι αστυνομικούς, αποδεκατισμένους από το χρόνο. Θυμήθηκε τον κυρ – Αλέξανδρο που ήταν κι αυτός σαν τους ήρωές του: ρακένδυτος, πικραμένος κι έρημος. Σκέφτηκε: “Αυτοί οι μοναχικοί, οι αδύναμοι, οι πικραμένοι, είναι εδώ στον Άθω, είναι κάτω στον κόσμο, είναι παντού. Ζουν ταπεινοί και καταφρονεμένοι, αδικημένοι, ναυαγίων ναυάγια, λάφυρα της σκληρής ζωής. Τους χαιρέτησα με τα ίδια λόγια του Κοσμοκαλόγερου μες σ' εκείνον τον χριστουγεννιάτικο όρθρο στο Βατοπέδι: Καλό σας κατευόδιο, φτωχοί, τυραγνισμένοι”. 
Ο Ματθαίος Μουντές είχε έγνοια για τα παιδιά, τους γέρους, τους αδύναμους. Του άρεσε να μιλά για τους πεθαμένους, σα να είναι ακόμα ζωντανοί. “Εν τω μέσω ημών”. Τελειώνει κάποιο ποίημά του με το δίστιχο – επιγραφή: “Σας μίλησε ο Ματθαίος Μουντές, ο τάχα και ποιητής”. 
Τελειώνω τούτη τη γραφή μακαρίζοντάς τον κι ενστερνιζόμενος το στίχο του: 
Μια παρηγορία είναι να ξέρεις 
πως η εκκλησία 
θα βοηθήσει σημαντικά στην αγγελοφάνεια. 

Σημ.: Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “το δόντι” (τεύχος 9, Απρίλιος 2000), όταν εκοιμήθη ο Ματθαίος Μουντές.


Related Posts with Thumbnails