Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΗ ...ΝΟΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ


Μια γιορτινή ...νότα από την Χριστουγεννιάτικη Κωνσταντινούπολη.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

ΜΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Σήμερα Σάββατο 20 Δεκεμβρίου το μεσημέρι, μικρά και μεγάλα παιδιά τραγουδήσαμε τα αγαπημένα τραγούδια της Τατιάνας Ζωγράφου στο Εμπορικό κέντρο Αtrium, στο κέντρο της Αθήνας, σε μια χριστουγεννιάτικη γιορτή για την επανέκδοση του πρώτου της δίσκου με τίτλο «Πετώντας πας στην Πόλη», από τις εκδόσεις Εν πλω.
Συνοδοιπόροι της Τατιάνας Ζωγράφου σ’ αυτή τη γιορτινή πτήση οι «Κόκκινοι γάτοι»: 
Λευτέρης Γρίβας (ακορντεόν), Βαγγέλης Ζωγράφος (κοντραμπάσο), Πάνος Κανελλόπουλος (μαντολίνο), Δημήτρης Μπουζάνης (πιάνο), αλλά και ο βαρύτονος Κωστής Ρασιδάκης, ο οποίος περνώντας τυχαία, μπήκε για λίγο στην γιορτινή παρέα μας. 
Καλά Χριστούγεννα σε όλους. 

ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΛΑΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Η Ρίζα του Ιεσσαί - Ι. Ναός Αγίου Νικολάου Τσαριτσάνης Ελασσόνας (17ος αι.)

Του Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

[Με αφορμή το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής προ της Χριστού Γεννήσεως - Ματθ. α' 1-25]
Η γενεαλογία και η γέννηση του Ιησού Χριστού

Η εισαγωγή του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου προσομοιάζει γλωσσικά το βιβλίο της Γενέσεως. Ο όρος "γένεσις" σημαίνει δημιουργία, και ανταποκρίνεται πλήρως στο περιεχόμενο του πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής που περιγράφει μια διπλή δημιουργία, τη δημιουργία του κόσμου και τη δημιουργία του λαού του Ισραήλ.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου αυτού συγκροτείται από διάφορες αφηγήσεις που αναφέρονται σε επεισόδια της προϊστορίας της ανθρωπότητας, συνδεδεμένες μεταξύ τους με γενεαλογικούς καταλόγους, ώστε να προκύπτει μια ενιαία περιγραφή της πορείας του ανθρώπου από τη δημιουργία μέχρι την εποχή του γενάρχη των Ισραηλιτών, Αβραάμ. Στόχος των αφηγήσεων είναι να καταδειχτεί το πώς ο άνθρωπος, διασπώντας την κοινωνία του με τον Θεό, επιτρέπει την είσοδο του κακού στον κόσμο, για να οδηγηθεί σταδιακά στην πλήρη διάσπαση της κοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου της Γενέσεως αφηγείται την ιστορία των πατριαρχών του Ισραήλ με τη μορφή της εξιστόρησης διάφορων επεισοδίων από την οικογενειακή ιστορία τριών γενεών (Αβραάμ - Σάρρα, Ισαάκ - Ρεβέκκα, Ιακώβ - Λεία / Ραχήλ). Ο Αβραάμ επιδεικνύει απόλυτη πίστη και υπακοή στο θείο θέλημα και ο Θεός κάνει μαζί του μια νέα αρχή· από τον άνθρωπο αυτόν θα προέλθει ένας λαός, ο οποίος θα καταστεί φορέας της θείας ευλογίας προς όλους τους λαούς της γης, με σκοπό την τελική πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων Θεού και ανθρώπου. Αρχίζοντας, λοιπόν, το πρώτο βιβλίο της Καινής Διαθήκης με τη φράση «Βίβλος γενέσεως» και ξεκινώντας τον γενεαλογικό κατάλογο με τα ονόματα των τριών πατριαρχών (Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ), παραπέμπει συνειρμικά τον αναγνώστη να συσχετίσει το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού με εκείνο του πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής, και να το κατανοήσει ως εξαγγελία μιας νέας διπλής δημιουργίας: του καινούργιου κόσμου, αυτού που αποκαλείται "Βασιλεία του Θεού", και του καινούργιου Ισραήλ, της Εκκλησίας. Έτσι, η επιγραφή «Βίβλος γενέσεως» φαίνεται να μην αφορά μόνον στον Ιησού Χριστό, αλλά και σε όλους όσοι ποιώντας «καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας» θα καταστούν «τέκνα Ἀβραάμ», «κατὰ Ἰσαὰκ ἐπαγγελίας τέκνα», και «κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ». 
Όμως ο γενεαλογικός κατάλογος του Ιησού με την μορφή που παρατίθεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο εξυπηρετεί και έναν άλλο στόχο που είχε ιδιαίτερη σημασία για την πρώτη χριστιανική κοινότητα στην οποία απευθύνεται ο ευαγγελιστής. Σύμφωνα με τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο, από την περίοδο της βαβυλώνιας αιχμαλωσίας και εξής οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να διατηρούν εκτεταμένους γενεαλογικούς καταλόγους, προκειμένου να κατοχυρώσουν την καταγωγή τους, την ταυτότητά τους και τα κληρονομικά τους δικαιώματα στη γη των προγόνων τους. Τα βιβλία των Παραλειπομένων, που προέρχονται από αυτήν την περίοδο, διασώζουν πλήθος τέτοιων καταλόγων. Στόχος, λοιπόν, του καταλόγου που παραθέτει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, καθώς απευθύνεται σε χριστιανούς που ήταν προηγουμένως Ιουδαίοι, είναι να καταδείξει ότι ο Ιησούς είναι νόμιμος απόγονος του Αβραάμ, του γενάρχη του Ισραήλ, και νόμιμος απόγονος του Δαβίδ, του βασιλιά στον οποίο ο Θεός υποσχέθηκε ότι από τη γενιά του θα προέλθει ο σωτήρας. Αυτό το επιτυγχάνει με τη συμβολική των αριθμών, που συχνά παίζει σημαντικό ρόλο στη βιβλική γραμματεία. Αν για τον σύγχρονο ερευνητή το κυρίαρχο ερώτημα, όταν πρόκειται για αριθμητικά δεδομένα, είναι το αν αυτά ευσταθούν, για τον αρχαίο ανατολίτη το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο τι οι συγκεκριμένοι αριθμοί μπορεί να σημαίνουν. Έτσι, οι αριθμοί κατανοούνται, σχεδόν πάντοτε, ως σύμβολα που υποκρύπτουν κάποιο μήνυμα, το οποίο ο αναγνώστης καλείται να αποκρυπτογραφήσει. Αυτός είναι ο λόγος που το γενεαλογικό δένδρο του Ιησού, όπως παρατίθεται στο Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον διαιρείται σε τρεις δεκατετράδες γενεών. Ο αριθμός 14 προκύπτει από το άθροισμα της αριθμητικής αξίας των εβραϊκών γραμμάτων του ονόματος του Δαβίδ (4+6+4=14). Πολλαπλασιαζόμενος ο αριθμός αυτός επί τον επιβεβαιωτικό αριθμό 3 αποδεικνύει ότι ο Ιησούς είναι γόνος Δαβίδ, άρα μεσσίας. 
Αλλά και για τον σύγχρονο αναγνώστη η γενεαλογία του Ιησού, παρά το ανιαρό και μονότονο ύφος της, περιέχει ένα ξεχωριστό μήνυμα. Διαβάζοντας κανείς τον κατάλογο των προγόνων του Ιησού θα διαπιστώσει με έκπληξη ότι, παρ᾽ όλο που περιέχει και ονόματα γυναικών, κάτι μη αναμενόμενο για τα δεδομένα μιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας, απουσιάζουν από αυτόν τα ονόματα των μητέρων του Ισραήλ, της Σάρρας, της Ρεβέκκας, της Ραχήλ. Ακόμη μεγαλύτερη όμως έκπληξη θα δοκιμάσει κανείς όταν διαπιστώσει πως, σε μια εποχή που ο Ισραήλ υπερηφανευόταν για τη φυλετική και ηθική του καθαρότητα, οι γυναίκες που περιλαμβάνονται στον γενεαλογικό κατάλογο του Ιησού δεν θα μπορούσαν να περιγραφούν με αυτά τα χαρακτηριστικά. Η Θάμαρ υποδύθηκε την πόρνη προκειμένου να αποκτήσει παιδί από τον πεθερό της, η Ραχάβ ήταν Χανααναία πόρνη, η Ρουθ, η προγιαγιά του Δαβίδ, ήταν Μωαβίτισσα που με συμβουλή της πεθεράς της προκάλεσε ερωτικά τον Βοόζ προκειμένου να την παντρευτεί και η Βηρσαβεέ, ήταν σύζυγος του Χετταίου Ουρία και δέχτηκε να γίνει ερωμένη του Δαβίδ. Με αυτόν τον γλαφυρό τρόπο καθίσταται από την πρώτη στιγμή σαφές ότι η πρόσκληση για μετοχή στον νέο λαό του Θεού είναι ανοιχτή για όλους και η αποδοχή της δεν προϋποθέτει κανένα ειδικό "προσόν", παρά μόνον την πίστη πως το παιδί που η Μαρία φέρει στα σπλάχνα της προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα και αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες του.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ ΤΑ ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ ΤΗΣ ΙΟΥΛΙΤΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ


Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου – ακούραστη θηρευτής της ομορφιάς – κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο της από τις εκδόσεις ύψιλον με δοκίμια για τον Ελύτη: «Αναζητώντας τη Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά». Ο τίτλος προφανώς εμπνευσμένος από την συλλογή του ποιητή «Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά». 
Η ομορφιά που είναι στο απόθετον κάλλος και ζητείται μόνον μανικά. 
Η ίδια σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου: «Θέλω να πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί μια αφετηρία στη δική μου περιπέτεια κατανόησης και ερμηνείας του πολύπτυχου έργου του Οδυσσέα Ελύτη, ένα σημείο εκκίνησης στην αναζήτηση της σοφίας του λόγου του, στην αναζήτηση της Δέκατης Τέταρτης Ομορφιάς της ποίησής του». 
Το βιβλίο περιλαμβάνει τριάντα ένα δοκίμια της Ιουλίτας Ηλιοπούλου για τον Οδυσσέα Ελύτη. Παρουσιάζονται γενικές αρχές της ποίησής του, ερμηνευτικές προσεγγίσεις ποιημάτων του, ο διάλογος του Ελύτη με τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα, αλλά και η παρουσία του στον ευρωπαϊκό χώρο· ανιχνεύεται η λειτουργία διαφορετικών εννοιών στο έργο του, όπως ελληνικότητα, ιερότητα, καθώς επίσης η σχέση της ποίησής του με τη ζωγραφική, την ιστορία, τη γλώσσα, το θέατρο, την εκπαίδευση. 
Εδώ παραθέτουμε το βίντεο με την ομιλία που πραγματοποίησε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου στο Πολιτιστικό Κέντρο της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών (29-3-2014), με θέμα: «Η ιερότητα στον Ελύτη». Η ομιλία αυτή έγινε και στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Οκτώβριο του 2012. Το κείμενο της ομιλίας περιλαμβάνεται στο βιβλίο που παρουσιάζουμε, υποθέτω στην τελική μορφή του.



Αναλυτικά τα περιεχόμενα του βιβλίου είναι: 
Εισαγωγικό 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ 
Στοιχεία μιας ποιητικής ταυτότητας 
Αναζητώντας τις βασικές αρχές της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη 
Παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης Ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη 
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 
"Περί Πολιτείας" 
Άερτον ή Χαρταετός 
Για ένα μικρό μονοπάτι-ποίημα 
Άξιον Εστί ή Το ταξίδι στην παρ' ολίγον Ελλάδα 
Για το Μονόγραμμα 
ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ 
Οδυσσέας Ελύτης - Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας 
Ut picture poesis 
"Το ελάχιστο θέλησα..." 
"Στις εξοχές της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια" 
Ο ΕΛΥΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ 
Shelley-Ελύτης: Ένας διάλογος 
Ο Ελύτης της Ευρώπης. Η Ευρώπη του Ελύτη 
Η οικουμενική διάσταση της ποίησης του Ελύτη 
Ο Ελύτης και η Ισπανία 
Το ευρωπαϊκό ταμείο κατά τον Ελύτη 
ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ 
Το νόημα της ποίησης στον Ελύτη 
Η μυστική συνομιλία των πραγμάτων 
Ο Ελύτης και η εκπαίδευση 
Η "θεατρική" διάσταση του ποιητικού λόγου του Οδυσσέα Ελύτη 
Η έννοια της ελληνικότητας στον Ελύτη 
Ο Ελύτης και η Ιστορία 
Ο Ελύτης και η γλώσσα 
Η ιερότητα στον Ελύτη 
Η Σαπφώ του Ελύτη 
Μικρή αναφορά στην Κρήτη του Οδυσσέα Ελύτη 
Νύχτα άνοιξης στην Άνδρο με τον Ελύτη 
"Όποιο φεγγάρι θέλησε να βγει, δεκτόν" 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ 
Οδυσσέας Ελύτης. Ο Ναύτιλος του Αιώνα 
Δείτε την σχετική ανάρτηση της Ιδιωτικής Οδού
Ιουλίτα Ηλιοπούλου: «Αναζητώντας τη Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά» στο έργο του Ελύτη

Προμετωπίδα του Οδυσσέα Ελύτη για τα «Ρω του έρωτα» (1972)

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΓΚΡΕΚΟ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΚΡΗΤΗΣ


ΦΤΑΣΕ ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ! 
Λίγες σκέψεις για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κρήτης 
Γράφει ο Γενικός Διευθυντής της ΟΑΚ 
Κων. Β. Ζορμπάς 
Απογευματινό της 17ης Δεκεμβρίου 2014. Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης (ΟΑΚ). Οι πρώτες ετοιμασίες… Καλώδια, βιβλία, μουσικοί! Σκηνικό τόσο απλό αλλά πλήρες. Η παράσταση αρχίζει… Τον ρόλο του Καζαντζάκη υποδύεται ο Τάκης Χρυσικάκος. «Αναφορά στον Γκρέκο»• το τελευταίο έργο του μεγάλου Ελληνα-Κρητικού συγγραφέα. Ένα είδος πνευματικής αυτοβιογραφίας ή, όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης, μια «αναφορά» με τη στρατιωτική έννοια του όρου, σχετικά με τους στόχους του και τις προσπάθειές του. Η συνομιλία του Νίκου Καζαντζάκη με τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο παραθέτοντας τη ζωή του με ερωτήσεις για την πορεία της και κάνοντας εξομολόγηση στον “παππού”, όπως τον αποκαλεί, για τις απορίες του, τις αναζητήσεις του, τις δυνάμεις και τις αδυναμίες. Ερωτήσεις και απαντήσεις γεμάτες κόπο, ανεβαίνοντας σε μία ανηφόρα, για να κατακτήσεις με τον προσωπικό σου αγώνα το θείο! 
Μία παράσταση που σου κόβει τα ήπατα, αφού δεν μπορείς ούτε το πόδι σου να κουνήσεις. Τρυφερότητα, ειλικρίνεια, γλύκα μαζί με το πείσμα και τη δύναμη από τους συντελεστές που έστησαν μία εξαιρετική παρουσίαση έργου όχι μόνο στην μεγάλη χώρα αλλά και για την ενδοχώρα! Όαση ο λόγος μέσα στα καθημερινά αδιέξοδα. Ζεις μέσα σε δύο ώρες τις βασανιστικές σκέψεις, τα πιστεύω ενός μεγάλου Έλληνα και Κρητικού συγγραφέα, νοιώθεις τη ματιά του για τη ζωή, για τη φύση, για τον άνθρωπο! Ο Τάκης Χρυσικάκος στον ρόλο του συγγραφέα ξεδίπλωσε τον χαρακτήρα του Νίκου Καζαντζάκη από την παιδική του ηλικία μέχρι το τέλος του, που δεν είναι τέλος γιατί ο απόηχος των έργων του ζει αιώνια… Μια συνεχή πάλη με το σκληρό και το ήπιο, το διαρκές ψάξιμο για σημαντικούς και χαριτωμένους ανθρώπους της παιδικής του ηλικίας, την αγάπη του για την Ελλάδα, την Κρήτη, αλλά και την περιέργειά του για άλλες Χώρες που πήγε και περιέγραψε θαυμάσια στα βιβλία του. Κι όλα αυτά κρυμμένα σε μία μόνο χούφτα χώμα! 
Παρενθέσεις μουσικές στην έξοχη διήγηση τα τραγούδια με τον Σταύρο Ψαρουδάκη να παίζει λύρα και να τραγουδάει με έναν αισθαντικό και δυσεύρετο για την εποχή μας τρόπο και τον Δημήτρη Τσούρτο στην κιθάρα και το κοντραμπάσο να αγγίζει την όλη ατμόσφαιρα μυσταγωγικά. Το τραγούδι ως συνέχεια του λόγου, τραγούδι του ίδιου του Καζαντζάκη που τόσο αγάπησε τη ζωή και μίσησε τον θάνατο: «Ξέρω καλά πως ο θάνατος δεν νικιέται, μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη, παρά ο αγώνας για την Νίκη. Και ξέρω ακόμα ετούτο, το δυσκολότερο• δεν είναι ούτε ο αγώνας για την Νίκη, η αξία του ανθρώπου είναι μια μονάχα, ετούτη• να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή. Και ακόμα ετούτο, το τρίτο, ακόμα πιο δύσκολο• η βεβαιότητα πως δεν υπάρχει αμοιβή, να μη σου κόβει τα άπατα, παρά να σε γεμίζει χαρά, υπερηφάνεια κι ανδρεία» (Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο). 
Και δύο σύντομες σκέψεις για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κρήτης. Το Θέατρο Κρήτης έχει ιστορία. Η ζωή του άρχισε στην ΟΑΚ. Σε καιρούς χαλεπούς τότε, μία σειρά από δράσεις στην ΟΑΚ, που απέβλεπαν στην ευαισθητοποίηση και το συντονισμό των πνευματικών ανθρώπων όλης της Κρήτης, πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις του Ιδρύματος η παγκρήτια Καταστατική Συνέλευση και δημιουργήθηκε η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΑΤΡΟΥ ΚΡΗΤΗΣ–Ε.ΘΕ.Κ., με έδρα τα Χανιά (19-11-1972). Στις 6-5-1973 πραγματοποιείται στον Άγιο Νικόλαο η πρώτη Γενική Συνέλευση, που εξέλεξε το πρώτο δωδεκαμελές Διοικητικό Συμβούλιο (3 από κάθε Νομό). Ο Αλέξ. Παπαδερός, πρ. Γενικός Διευθυντής της ΟΑΚ, εκλέγεται Πρόεδρος της Ε.ΘΕ.Κ και, επανεκλεγόμενος, διατήρησε τη θέση αυτή κατά την πρώτη δεκαετία της Εταιρείας. 
Το Θέατρο Κρήτης στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς έρχεται και πάλι ως ένα αόρατο χέρι να ανοίξει τη «φάκα» μέσα στην οποία έχει εγκλωβιστεί ολόκληρη η ελληνική κοινωνία. Ο πολιτισμός ως δράση και αντίδραση απαντά στις εκάστοτε προκλήσεις, είτε απειλές είναι αυτές, είτε ευκαιρίες. Ο πολιτισμός είναι μία απάντηση στην κρίση –και μάλιστα πολύ σημαντική. Γιατί δεν είναι μόνο σημαντικός με την «θεραπευτική» έννοια, αλλά ταυτόχρονα και μοχλός πνευματικής ανάπτυξης. Για τον λόγο αυτόν η φωνή του θα πρέπει να φτάσει σε όλη την Κρήτη, σε όλα τα σχολεία και ακόμη πιο μακριά. Αν υπάρχει ένα πράγμα για το οποίο μπορούμε να περηφανευόμαστε σε παγκόσμιο επίπεδο, σε περίοδο κρίσης ή μη, είναι ο πολιτισμός μας! Και εμείς εδώ στην Κρήτη πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για την προσπάθεια που κάνει το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κρήτης υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Μιχάλη Αεράκη. Ευχή μας «Φτάσε όπου δεν μπορείς»! Και στην πορεία του αυτή η ΟΑΚ θα είναι δίπλα του…

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΝΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ


KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ 
Μικρό μνημόσυνο 
Κανένας άλλος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών της γενιάς του δεν προκαλούσε ένα τόσο ετερόκλητο φάσμα αντιδράσεων όσο ο Κωνσταντίνος Παπαπέτρου, ο οποίος εξεδήμησε την 22.9.2007 ύστερα από πολύμηνη μάχη με την επάρατη νόσο. Θαυμασμό και δέος, σεβασμό και μυθοποίηση, αλλά και φθόνο, εχθρότητα, περιφρόνηση ή ακόμη και μίσος γεννούσε το άκουσμα του ονόματός του σε όσους σχετίστηκαν μαζί του στον ακαδημαϊκό χώρο. Μόνο ένα πράγμα ήταν αδύνατο να συμβεί: να τον προσπεράσει κανείς αδιάφορος. 
Γεννήθηκε στις Ερυθρές (Κριεκούκι) Αττικής το 1936. Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1959), έκανε σπουδές συστηματικής θεολογίας και φιλοσοφίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Δυτικού Βερολίνου (1961-1966, 1968-1969). Το 1969 αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας του γερμανικού αυτού Πανεπιστημίου και την επόμενη χρονιά έλαβε το διδακτορικό δίπλωμα της Θεολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1971 εξελέγη υφηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών και το 1976 τακτικός καθηγητής αυτής στην έδρα της Εγκυκλοπαιδείας της Θεολογίας και της Απολογητικής, διδάσκοντας ανελλιπώς ως την αφυπηρέτησή του (2003) τα μαθήματα αυτά, όπως και τη Φιλοσοφία. 
Κυριότερα έργα του: «Ἡ ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ γνῶσις αὐτοῦ κατὰ τὸ Ὑπόμνημα τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας εἰς τὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον» (θεολογική διδ. διατριβή, 1969), «Ἡ οὐσία τῆς θεολογίας. Συστηματικὴ μελέτη ἐπὶ ἑνὸς πατερικοῦ ἑρμηνευτικοῦ ἔργου» (διατριβή επί υφηγεσία, 1970), “Über die anthropologischen Grenzen der Kirche. Ein philosophisch-theologischer Entwurf zum Thema, Simul justus et peccator‘ aus orthodox-katholischer Sicht” (Περί των ανθρωπολογικών ορίων της Εκκλησίας. Ένα φιλοσοφικό-θεολογικό σχεδίασμα γύρω από το θέμα ‘μαζί δίκαιος και αμαρτωλός’ από ορθόδοξη-καθολική άποψη• φιλοσοφική διδ. διατριβή, 1972), «Εἶναι ἡ θεολογία ἐπιστήμη; Δοκίμιον» (1970), «Ἡ ὀρθόδοξος ἀπολογητικὴ εἰς τὴν ἐποχήν μας» (1971), «Ὁ μηδενισμός. Ἡ γένεσις καὶ ἡ ὑπέρβασίς του» (1973), «Ἡ ἰδιοτροπία ὡς πρόβλημα ὀντολογικῆς ἠθικῆς. Συμβολὴ εἰς τὴν μελέτην τῆς σχέσεως μεταξὺ τῆς καθολικότητος τοῦ προσώπου καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς ἀτομικῶν ἀποκλίσεων» (1973), «Προσβάσεις. Ζητήματα ἀπολογητικῆς θεολογίας καὶ φιλοσοφικῆς κριτικῆς τοῦ καιροῦ μας» (συλλογή μελετών, 1979), «Πίστη και γνώση» (λόγος στην εορτή των Τριών Ιεραρχών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1987) και η ποιητική συλλογή «Της ζωής και του θανάτου» (με το ψευδώνυμο Κώστας Ευαγγέλλου-Ρόκκος, 1989). 
Με την εξαίρεση των δύο τελευταίων συμβολών, ο Παπαπέτρου από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 σταμάτησε να δημοσιεύει και επέλεξε την αποχή από τα θεολογικά δρώμενα, περιοριζόμενος στις υπηρεσιακές υποχρεώσεις και στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Οι τελευταίες επικεντρώνονταν στην ανάλυση του ρόλου του μύθου, των διαδικασιών μυθοποίησης και απομύθευσης στην κοινωνία και στη θρησκεία, καθώς και σε μια προσπάθεια οριοθέτησης της έννοιας και του ρόλου της θεολογίας στο σύγχρονο κόσμο. Με τον αντισυμβατικό τους χαρακτήρα και την αμείλικτη ερωτηματοθεσία που αναδείκνυαν, οι παραδόσεις του Παπαπέτρου ενθουσίαζαν πολλούς, σκανδάλιζαν ορισμένους, έβγαζαν όμως όλους από τον εφησυχασμό που γεννάει τόσο η δίχως επίγνωση πίστη όσο και η υπεροπτική απιστία. 
Με την επιλογή της αποστασιοποίησης συνετέλεσε στην προοδευτική, πλην όμως άδικη λήθη ενός έργου που δεν υποτάσσεται σε εύκολες σχηματοποιήσεις, ούτε ελκύει όσους ακολουθούν θορυβώδεις αστέρες στο θεολογικό στερέωμα (που συχνότατα αποδεικνύονται διάττοντες). Οι επιγραμματικές παρατηρήσεις που ακολουθούν ας νοηθούν ως πρόσκληση σπουδής: 
Όντας σύγχρονος των πρωταγωνιστών της θεολογικής «γενιάς του ’60», ο Παπαπέτρου συμπορεύεται με αυτήν στις ανανεωτικές αξιώσεις, στη διαλογική ανοιχτότητα και στις προσωπολογικές αναζητήσεις. Ο λόγος του είναι πυκνός και απαιτητικός, πλην όμως απελευθερωμένος από τα καλούπια της σχολαστικής δογματικής. Αρνούμενος να δει το θεολογείν ως αυτοαναφορικό και ανιστορικό κλειστό σύστημα, δεν επιλέγει την εύκολη λύση του μηρυκασμού πατερικών αποσπασμάτων και των αστόχαστων συμπιλημάτων. Στο έργο του, όπου η «Ουσία της θεολογίας» κατέχει την πλέον σημαντική θέση, η πατερική σκέψη διαλέγεται με τις βασικότερες προκλήσεις που έθεσε επί τάπητος η θεολογία και η φιλοσοφία του εικοστού αιώνα: ο σχεσιακός-δοξολογικός χαρακτήρας του θεολογείν, ο περσοναλισμός και ο μηδενισμός, το ερμηνευτικό πρόβλημα, η επιστημολογία της θεολογίας και ο αποφατισμός, η θρησκεία και η εκκοσμίκευση, η επιστήμη και η τεχνική γίνονται αντικείμενο συχνά πρωτότυπης, σε κάθε περίπτωση όμως έντιμης πραγμάτευσης, μακριά από εθελότυφλες συμπεριφορές, στομφώδεις ιδεολογικοποιήσεις και φτηνές απολογητικές λύσεις. 
Ιδιαίτερα πρέπει να μνημονευτεί η ολοκληρωμένη δυναμική-αξιολογική προσωπολογία του, η οποία υπήρξε από τις πρώτες συμβολές στο πεδίο αυτό από την πλευρά της ελληνόφωνης Ορθοδοξίας, μολονότι παραμένει σχεδόν ολότελα λησμονημένη. Ελάχιστοι γνωρίζουν επίσης τα θεατρολογικά του δημοσιεύματα ή την προμνημονευθείσα ποιητική του κατάθεση, τεκμήρια μιας χαρακτηρολογικής ευαισθησίας που καλυπτόταν πίσω από την πρώτη εντύπωση της απροσπέλαστης παρουσίας ή της επίφοβης αυστηρότητας. 
Σε αντίθεση προς πολλούς προβεβλημένους εκφραστές της προμνημονευθείσας θεολογικής γενιάς ο Παπαπέτρου αρνείται να υιοθετήσει μια δυαλιστική-μανιχαϊστική εκδοχή για τη σχέση Ανατολής και Δύσης, να εκλάβει το βυζαντινό παρελθόν ως έναν απωλεσθέντα παράδεισο και να προσοικειωθεί την απολλιναρισμό όζουσα και εχθρική προς τον ανθρώπινο λόγο και τη σκέψη στάση, η οποία καταφεύγει στις γνωστές στρουθοκαμηλικού τύπου απολογητικές ευκολίες. Επίσης, η εκ μέρους του θεώρηση του θρησκευτικού φαινομένου απέχει πολύ από μια εν μέρει ανεπίγνωστα ριζωμένη στη διαλεκτική θεολογία πολωτική αντιδιαστολή Εκκλησίας και θρησκείας και εκπορεύεται από μια βαθιά συνείδηση των προκλήσεων που συνιστά η νεοτερικότητα για τη θεολογική αυτοσυνειδησία, πέρα από ποικίλες μονόπλευρες προσεγγίσεις του εκκλησιαστικού γεγονότος ή ρομαντικίζουσες θεωρήσεις της λειτουργικής και ασκητικής ζωής του Ορθόδοξου χριστιανισμού. 
Για τον Παπαπέτρου, ο οποίος αφιέρωσε σημαντικό μέρος του έργου του στις εννοιολογικές διασαφήσεις των θεολογικών όρων, η θεολογία είναι η κοινωνία του Θεού, η οποία πραγματώνεται ως το γεγονός της αυθεντικής ζωής του ανθρώπου: δεν περιορίζεται σε μια εξευγενισμένη θρησκευτικότητα, παρά αναφέρεται στην ολότητα της ύπαρξης ως διαρκής επιτέλεση του αγαθού. Θεολόγος είναι κατ’ εξοχήν ο άγιος, το όντως πρόσωπο, που ανταποκρίνεται στη θεία κλήση με την αξιολογική έξαρση του όλου Είναι του (κάτι που προδήλως συνεπάγεται τη διεύρυνση της έννοιας της αγιότητας, η οποία δεν νοείται πλέον ως αποκλειστικά θρησκευτική πραγματικότητα). Κατά συνέπεια, η μετοχή του Θεού αποτελεί μια διαρκή αυθυπέρβαση του ανθρώπου: η θεολογία δεν είναι οπισθοδρομικός συντηρητισμός, αλλά δυναμισμός και η κατ’ ουσίαν δημιουργία, η οποία με τη σειρά της μόνο ως γεγονός κοινωνίας, τ.ε. Εκκλησίας, δύναται να νοηθεί. 
Αναλογιζόμενος κανείς ευγνωμόνως την προσφορά του Κωνσταντίνου Παπαπέτρου δεν πρέπει να λησμονεί πως το καλύτερο μνημόσυνο των Δασκάλων είναι ο τοκισμός της παρακαταθήκης τους. Γένοιτο! 
Γιώργος Βλαντής 
Θεολόγος, επιστ. συνεργάτης της Έδρας Ορθόδοξης Συστηματικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου και της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΦΑΚΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΑΖΙΩΤΗ


Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: "ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ" (Μέρος Β')

Ο αείμνηστος καθηγητής Κ. Παπαπέτρου στο Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής,
έτσι όπως τον θυμούνται οι φοιτητές του. 

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 
ΥΠΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ 
(✝) Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 
Εἰσήγηση στὴν ἐπιστημονικὴ συζήτηση ποὺ ὀργάνωσε ἡ Ἑλληνικὴ Φιλοσοφικὴ Ἑταιρεία στὴ Μεγάλη Αἴθουσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (5 Δεκεμβρίου 1983, Ἀθήνα). Τὸ κείμενο δόθηκε πρὸς δημοσίευση στὸν τόμο ΜΖ' (2012) τῆς Ἐπετηρίδας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ. 
Β' Μέρος
Χωρὶς Θεὸ δὲν ὑπάρχει θεολογία. Μία ἄθεη θεολογία εἶναι φυσικὰ κάτι τὸ ἀδιανόητο, ἀφοῦ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκείνη ποὺ κάνει μία ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ εἶναι θεολογία. Τὸ ζήτημα, βέβαια, εἶναι πάντοτε τί εἶναι ὁ Θεός, τί σημαίνει αὐτὴ ἡ λέξη. Εἶναι ὁ Θεὸς μόνο μία θρησκευτικὴ ἔννοια ἔτσι, ὥστε, ὅταν γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο πέφτει ἡ θερμοκρασία τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, νὰ πεθαίνει καὶ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸ ψῦχος ποὺ κυριαρχεῖ στὸν χῶρο μιᾶς “πάλαι ποτὲ” φλογερῆς θρησκευτικότητας; Μήπως αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ σημαίνει ἡ θρησκευτικὴ ἔννοια γιὰ τὸν Θεό, παραμένει ἐντελῶς ἀνέπαφο ἀπὸ τὶς περιπέτειες καὶ τὴν τελικὴ τύχη ποὺ ἔχει στὴν ἱστορία ἡ θρησκευτικὴ συναισθηματικότητα; Μήπως μία θεολογία χωρὶς θρησκευτικότητα, μία ἄθρησκη θεολογία (φυσικὰ μόνο ἐκεῖ ὅπου ἡ θρησκευτικότητα, γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο, ἔπαψε νὰ ὑπάρχει) εἶναι κατ’ οὐσίαν τόσο θεολογία, ὅσο εἶναι τοὐλάχιστον καὶ ἡ θρησκευτικὴ θεολογία στὴν ἐποχὴ ποὺ ἀνθίζει, γιὰ διάφορους ἱστορικοὺς λόγους, τὸ θρησκευτικὸ βίωμα;
Ἂν ὁ ὑπερβατικὸς Θεός, ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν ἱστορία, δὲν ὑπόκειται στὸ ἐννοιολογικὸ σύστημα τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, τότε ἀκόμα καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος δὲν θὰ μπορεῖ νὰ σημαίνει καμία ἀπώλεια γιὰ τὴ θεολογία, γιὰ τὴ θετικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ ὑπερβατικό.
Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν λόγο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, καὶ γιὰ τὴν παραδεδομένη θρησκευτικὴ θεολογία, ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴν τὴν πεποίθηση πρέπει νὰ προσθέσουμε πὼς ἡ ἀλήθεια αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν λόγο τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἶναι μόνο θρησκευτικὸ γεγονός. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου, ὁλόκληρη ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός, ὅπως τὸν κατανοεῖ ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὸ θρησκευτικό του βίωμα, δὲν ζητάει μόνο τὴ θρησκευτικὴ πλευρὰ τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε μορφὴ παραδεδομένης θρησκευτικῆς θεολογίας τὸ δέχεται αὐτό. Ποτὲ ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ δὲν περιορίστηκε σ’ ἕνα μέρος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, στὸ θρησκευτικὸ μέρος. Γιὰ τὴ θρησκευτικὴ σκέψη ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ σχέση μὲ τὸν Θεό. Δὲν ὑπάρχει περιοχὴ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀδιάφορη γιὰ τὸν Θεό, ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ Θεὸς κατανοεῖται μόνο, ἢ κυρίως, μέσα ἀπὸ τὶς ἰσχύουσες θρησκευτικὲς κατηγορίες. Ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου σ’ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς ζωῆς, ὁλόκληρη δηλαδὴ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν αὐθεντικότητά της.
* * *
Ὅταν ἕνα ἰδεολογικὸ σχῆμα, ποὺ ἰσχυρίζεται πὼς εἶναι ἡ θεολογία, θεωρεῖ ὡς Θεό, ὡς ἔσχατο δηλαδὴ “σημεῖο” ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου, κάτι ποὺ εἶναι σχετικό, τότε αὐτὴ ἡ θεώρηση τοῦ σχετικοῦ ὡς τοῦ ἀπολύτου, αὐτὴ ἡ αὐθαίρετη, ὑποκειμενιστικὴ καὶ χωρὶς ἀντιστοιχία στὴν πραγματικότητα ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, προφανῶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ θεολογία, μὲ ὅσο ἔντονο, θρησκευτικὸ ἢ ἄλλο, πάθος καὶ ἂν ἰσχυρίζεται πὼς εἶναι. Καὶ δὲν μπορεῖ μία ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ νὰ εἶναι θεολογία, γιατὶ τὸ πρῶτο συνθετικὸ μιᾶς τέτοιας “θεολογίας” δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ κάτι τὸ σχετικό. Ἂν ἡ παραδεδομένη θεολογία καταφέρεται ὣς τώρα πάντοτε ἐνάντια στὴν εἰδωλολατρία, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει γιὰ τὸ θέμα μας μεγάλη σημασία, ἀφοῦ ἡ ἄρνηση αὐτὴ τῆς εἰδωλολατρίας δὲν σημαίνει σχεδὸν τίποτα ἄλλο παρὰ κατηγορηματικὴ ἄρνηση τῆς ἀπολυτοποίησης τοῦ σχετικοῦ.
Βέβαια, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιτάξει κανεὶς πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν διαθέτει τὸ ἀπόλυτο, πὼς ὅ,τι διαθέτει εἶναι τὸ σχετικό, καὶ αὐτὸ σχετικά. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, τότε ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ θεολογία; Τὸ πρόβλημα εἶναι σπουδαῖο καὶ θ’ ἄξιζε νὰ προσπαθήσουμε ἐδῶ νὰ δώσουμε μία σύντομη ἀπάντηση.
Στὴν εἰδωλολατρία (ὅλων των εἰδῶν, ὄχι μόνο τὴ στενὰ θρησκευτική), ταυτίζεται τὸ σχετικὸ μὲ τὸ ἀπόλυτο, τὸ σχετικὸ διεκδικεῖ τὴ θέση καὶ τὸ κῦρος τοῦ ἀπολύτου. Στὴ θεολογία, ἀντίθετα, τὸ σχετικὸ εἶναι τὸ μέσο γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἴδιου τοῦ σχετικοῦ, γιὰ τὴ μετάβαση τῆς συνείδησης στὸ ὑπερβατικό. Ἡ κατάφαση τοῦ σχετικοῦ στὴ θεολογία εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ διαλεκτικὴ ἄρνησή του. Τὸ σχετικὸ λειτουργεῖ ὡς τὸ σκαλί, γιὰ νὰ προχωρήσει ὁ ἄνθρωπος παραπέρα, παραπάνω, γιὰ νὰ ἀναχθεῖ ἀπὸ τὸ φαινόμενο στὸ ὑπερβατικὸ βάθος του, στὴν ἀξιολογική του, καὶ τοῦ φαινομένου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ὑπέρβαση. Τὸ ὄν, τὸ σχετικό, εἶναι γιὰ τὴ θεολογία τὸ σύμβολο γιὰ τὴν ἀναγωγὴ τῆς συνείδησης στὸ ὑπερβατικό, ποὺ εἶναι τὸ ἔσχατο δέον τῆς συνείδησης. Καὶ φυσικὰ ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ τὴν ἀληθινὴ θεολογία, γιὰ τὴν κίνηση δηλαδὴ ἐκείνη τοῦ ἀνθρώπου ποὺ θέλει νὰ φτάσει στὸν Θεό. Δὲν ἐννοοῦμε μία ὁποιαδήποτε ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, τὴν ἀπολυτοποίηση ὁποιουδήποτε ὄντος, ὁσοδήποτε ψηλὰ καὶ ἂν βρίσκεται αὐτὸ σὲ μία ἀξιολογικὴ ἱεράρχηση τῶν ὄντων, ἀφοῦ μία τέτοια ἀπολυτοποίηση τοῦ ὄντος, δηλαδὴ ἡ ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σὲ τελευταία ἀνάλυση παρὰ μία μορφὴ εἰδωλολατρίας.
Ἡ θεώρηση τοῦ σχετικοῦ ὡς τοῦ ἀπολύτου δὲν εἶναι θεολογία ἀλλὰ εἰδωλολατρία –καὶ ἡ εἰδωλολατρία εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Ἡ αὐθαίρετη ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, ἡ αὐτοθέωση, ἡ “ἰσοθεΐα” τοῦ ὄντος, ὁ σφετερισμός, ἂς ποῦμε, τοῦ θρόνου τοῦ ἀπολύτου, ποὺ εἶναι τὸ ὑπερβατικό, ἀπὸ κάτι τὸ σχετικό, ὅπως εἶναι π.χ. μία ἰδέα, μία ἰδεολογία, ἕνα σύστημα ἀξιῶν, τὸ περιεχόμενο ἑνὸς θρησκευτικοῦ βιώματος κ.λπ. –αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ θεολογία. Θεολογία εἶναι ἡ χρήση τοῦ σχετικοῦ ὡς σχετικοῦ γιὰ τὴν ὑπέρβασή του, γιὰ τὴν ἀναγωγή, τὴ μετάβαση δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ ὑπερβατικό.
Πρακτικά, ἁπλά, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι θεολογία τὸ νὰ πάρει κανεὶς ὁρισμένες ἀντιλήψεις μιᾶς ἐποχῆς ἢ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁσοδήποτε σοφοῦ, καὶ νὰ τὶς ταυτίσει μὲ τὴν ὑπερβατικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἀντίληψη εἶναι βέβαια ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ τόσο, ὅσο ἡ ἀντίληψη αὐτὴ εἶναι ἀληθινή. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται μὲ τὸν λόγο τοῦ ἀνθρώπου, ἐφόσον καὶ καθόσον ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀληθινός. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ, “ἡ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσα”, τὸ ἔργο δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία.
Σὲ ἀντίθεση πρὸς κάθε μορφὴ ἀπολυτοποίησης τοῦ σχετικοῦ, ἡ θεολογία, ἡ ἀναγωγὴ δηλαδὴ στὸ ὑπερβατικό, στὸ ἔσχατο βάθος τοῦ φαινομένου, δὲν ταυτίζεται μὲ μία μυστική, φαντασιώδη (spekulativ!) παθητικὴ θεωρία. Ἡ ἀναγωγὴ στὸ ὑπερβατικὸ βάθος τοῦ ὄντος, ἡ μετάβαση δηλαδὴ ἀπὸ τὸ δοσμένο ὂν στὸ εἶναι του, “τὸ ἀεὶ ζητούμενον καὶ ἀεὶ ἀπορούμενον” δέον του, ἀποτελεῖ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀλήθεια τῆς ἱστορικῆς δράσης του, τὸν πολιτισμό. Ἡ θεολογία δὲν εἶναι μία παθητικὴ στάση ἀπέναντι στὸν κόσμο (καὶ τὴν ἱστορία του), εἶναι ἡ πράξη ἐκείνη ποὺ ἐπιτελεῖ τὸ δέον πέρα ἀπ’ τὸ δοσμένο ὄν. Ἡ θεολογία ἢ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς ἱστορίας ἢ δὲν εἶναι θεολογία. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ (μὲ τὸν ὑπερβατικὸ στόχο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου), δὲν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ εἶναι θεολογία ὅ,τι δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀλήθεια τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας. Καὶ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια αὐτὴ εἶναι πράξη, εἶναι καὶ ἡ θεολογία πράξη.
Δὲν ὑπάρχει ἐπιμέρους ἀλήθεια στὴν ἱστορία, ἡ ὁποία νὰ μὴν εἶναι μέρος τῆς θεολογίας. Στὴ θεολογία ἀνήκει κάθε ἀλήθεια, ὄχι μόνο ἡ στενὰ θρησκευτική. Κάθε θρησκευτικὴ ἀλήθεια ἀνήκει στὴ θεολογία, ὄχι ἐπειδὴ καὶ καθόσον εἶναι θρησκευτική, ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ καθόσον εἶναι ἀλήθεια. Δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια ἔξω ἀπὸ τὴ θεολογία, οὔτε θεολογία ἔξω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ θεολογία συμπίπτουν. Ὅπου παρατηρεῖται διαφορὰ ἀνάμεσά τους, ἐκεῖ ἢ ἡ “ἀλήθεια” δὲν εἶναι ἀλήθεια, ἢ ἡ “θεολογία” δὲν εἶναι θεολογία, ἤ, συνηθέστερα, τὸ συναμφότερο. Βέβαια, πολλὲς φορὲς ἡ θεολογία περιορίζεται στὶς διαστάσεις τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, ἐνῶ οἱ ἄλλες περιοχὲς τῆς ζωῆς τοποθετοῦνται ἔξω ἀπὸ τὴ θεολογία. Πολλοί, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ λένε πὼς ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴ θεολογία, ἐπιμένουν νὰ διαπράττουν αὐτὸ τὸ λάθος, ἀκόμα καὶ ὅταν τὸ θρησκευτικὸ βίωμα ἔχει, γιὰ διάφορους λόγους, ὑποχωρήσει σὲ ἐντελῶς δευτερεύουσα θέση ἢ εἶναι σχεδὸν ἀνύπαρκτο. Σὲ μία τέτοια περίπτωση θὰ ὑπάρχει ἀσφαλῶς διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ θεολογία καὶ τὴ φιλοσοφία, εἴτε ἡ φιλοσοφικὴ σκέψη εἶναι φορέας τῆς ἀλήθειας, εἴτε ὄχι. Ἂν ὁ Θεὸς εἶναι, ὅπως εἴπαμε, μία θρησκευτικὴ ἔννοια ὡς πρὸς τὴν προέλευσή της καὶ τὸ ἀρχικό της περιεχόμενο, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὑπόκειται στὶς παραδεδομένες θρησκευτικὲς κατηγορίες, ὅπως εἶναι ἐκεῖνες τοῦ μύθου ἀρχικὰ καὶ τῆς δογματιστικῆς μεταφυσικῆς στὴ συνέχεια.


Ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ἔσχατο σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ μιᾶς μεταφυσικῆς ποὺ δὲν θέλει νὰ εἶναι οὔτε μυθολογική, οὔτε δογματιστική, οὔτε κατ’ ἀνάγκη θρησκευτική, ἀλλὰ πέρα γιὰ πέρα κριτική. Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μεταφυσική; Ἂν δὲν ὑπάρχει, τότε ἡ πρώτη καὶ ὕψιστη ἀνάγκη εἶναι ἐδῶ καὶ τώρα νὰ τὴν σχεδιάσουμε. Ἡ ἐποχή μας – μία μὴ μεταφυσικὴ ἐποχὴ – δὲν ἔχει καμία μεγαλύτερη καὶ πιὸ ἐπείγουσα ἀνάγκη ἀπὸ μία μεταφυσικὴ ποὺ θὰ ἀντέχει σὲ κάθε κριτικὴ καὶ θὰ νοηματοδοτεῖ σήμερα τὴν ἱστορία. Ἂν οἱ παραδεδομένες μορφὲς μεταφυσικῆς – καὶ κυρίως ἡ θρησκευτικὴ – ἔπαψαν νὰ ἰσχύουν, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἐξαλείφθηκε ἡ διαχρονικὴ καὶ ἀσίγαστη μεταφυσικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε ὅτι πέθανε ὁριστικὰ ἡ δυνατότητα τῆς μεταφυσικῆς.
Ἂν ὁ Θεὸς νοεῖται σὰν ἕνα ὂν (σὰν μία μυθολογικὴ παράσταση ἢ σὰν ἡ κορυφὴ ἑνὸς δογματιστικοῦ θρησκευτικοῦ ἐννοιολογικοῦ συστήματος), τότε τὸ ὂν αὐτὸ μπορεῖ κάποτε νὰ πεθάνει. Τὸ λάθος δὲν βρίσκεται στὸν θάνατο ἑνὸς κατ’ ἀρχὴν μελλοθάνατου ὄντος, ὅπως ἴσως φοβᾶται μία συντηρητικὴ θρησκευτικὴ νοοτροπία, ἀλλὰ ἔγκειται στὴν προηγηθεῖσα ταύτιση τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ μὲ ἕνα θνητὸ ὄν, δηλαδὴ στὴ διαπραχθεῖσα εἰδωλολατρία. Ἐκεῖνο ποὺ θέλει ἡ θρησκευτικὴ ἔννοια τοῦ Θεοῦ πραγματικὰ νὰ σημάνει, δὲν πεθαίνει, ὅταν πεθαίνει ἡ σχετικὴ θρησκευτικὴ ἔννοια ἢ καὶ ἡ ἴδια ἡ θρησκευτικότητα. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο θρησκευτικός, δὲν εἶναι μόνο περιεχόμενο τῆς θρησκευτικότητας, ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση ποὺ δεχθεῖ κανεὶς πὼς ἡ θρησκευτικότητα εἶναι ἡ ἀξιολογικὰ κορυφαία ποιότητα τοῦ ὑποκειμένου. 
Ὁ Θεὸς καὶ ὡς νόημα εἶναι “id, quo majus cogitari nequit”. Τὸ ξεπερασμένο νόημα (ὅπως εἶναι π.χ. ἐκεῖνο μιᾶς, ἀπὸ νοητικὴ ἄποψη, ἁπλοϊκῆς θρησκευτικότητας ἢ ἡ κορυφαία ἔννοια ἑνὸς ξεπερασμένου δογματιστικοῦ συστήματος) δὲν εἶναι οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο γιατὶ ἕνα τέτοιο νόημα εἶναι ξεπερασμένο, ἀλλά, καὶ αὐτὸ εἶναι βασικότερο, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀνεικόνιστος κατ’ ἀρχήν, ἀφοῦ εἶναι τὸ ὑπερβατικὸ τοῦ ἀνθρώπινου λόγου.
Ὁ Θεὸς ὡς περιεχόμενο τῆς ἀνθρώπινης νόησης, θρησκευτικῆς ἢ ὄχι, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ὑπερβατικὸς Θεός. Ὁ Θεὸς εἶναι μία ἔννοια, φυσικὰ ὄχι μόνο θρησκευτική, γιὰ νὰ σημάνει τὸ παραπέρα ἀπὸ ὅ,τι κορυφαῖο, ἀπὸ ἀξιολογικὴ ἄποψη, διαθέτει σὲ κάθε στιγμή του ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ἔννοια αὐτὴ λειτουργεῖ στὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασης τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἡ δύναμη ἐκείνη ποὺ κάνει τὴν αὐθυπέρβαση αὐτὴ δυνατὴ καὶ πραγματικὴ χωρὶς νὰ ἐξαντλεῖται μὲ τὸ ὁσοδήποτε ὑψηλὸ ἀξιολογικὸ-ὀντολογικὸ ἐπίτευγμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ κάθε φορὰ σημαίνει τὸ παραπέρα. Ἡ ἔννοια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὡς ἔν-νοια δὲν συμπίπτει μὲ τὸν ὑπερβατικὸ Θεό, ἀποτελεῖ τὴν ἐμπροσθοφυλακὴ τῶν νοημάτων τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία του πρὸς τὸ ὑπερβατικό. Μία τέτοια ἔννοια δὲν ἔχει μόνο ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος, ἀλλὰ κάθε ἄνθρωπος ὡς ἄνθρωπος στὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασής του, μόνο ποὺ στὴν περίπτωση τοῦ ἄθρησκου ἀνθρώπου ἡ ἔννοια αὐτὴ –δικαιολογημένα ἢ ἀδικαιολόγητα – δὲν εἶναι θρησκευτική. Δὲν πρόκειται ἁπλὰ γιὰ ἕνα αἴτημα τοῦ πρακτικοῦ λόγου ( Κ a n t ), ἀλλὰ γιὰ ἕνα γεγονὸς ἐμπειρικὰ διαπιστώσιμο καὶ ἀπὸ κάθε ἔποψη ἀδιαμφισβήτητο, ποὺ διέπει κάθε ἄνθρωπο, κάθε ἀπόπειρα, παρελθοῦσα, παροῦσα ἢ μέλλουσα, μεταφυσικῆς κατανόησης τοῦ κόσμου, ὁσοδήποτε κριτικῆς. Ἂν ἀπελευθερώσουμε τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ὁρισμένες ξεπερασμένες θρησκευτικές, μυθολογικὲς καὶ δογματιστικὲς κατηγορίες, τότε αὐτὴν τὴν καθαρότερη, ὡς πρὸς ὁρισμένους κληρονομημένους ἀνθρωπομορφισμούς, ἔννοια γιὰ τὸν Θεὸ τὴν συναντᾶμε παντοῦ ὅπου τελεῖται ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ δέουσα σχέση του πρὸς τὸ ὑπερβατικό, πρὸς τὸ εἶναι, πρὸς τὸ ὅλο. Αὐτὴ ἡ ἔννοια εἶναι ἡ δύναμη καὶ ὁ ὁδηγὸς τοῦ ἀνθρώπου στὴν αὐθυπέρβασή του, στὴ δημιουργία τοῦ πολιτισμοῦ, στὴν πραγμάτωση τῆς ἀλήθειας του.
Νομίζω ὅτι ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψη μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὴ σχέση Θεοῦ καὶ λόγου.
* * *
Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου. Αὐθεντικότητα τοῦ λόγου εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἀναγωγὴ τοῦ σχετικοῦ στὸ ἀπόλυτο, τοῦ μέρους στὸ ὅλο, τοῦ ὄντος στὸ εἶναι. Ὁ λόγος μετέχει τοῦ Θεοῦ ὅταν εἶναι ἀληθινός. Ἡ μετοχὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ λόγος εἶναι ἀληθινὸς ὅταν εἶναι λόγος, καὶ φυσικὰ δὲν εἶναι ἡ θρησκευτικότητα ἐκείνη ποὺ κάνει τὸν λόγο νὰ εἶναι λόγος. Ἡ λειτουργία τοῦ λόγου ὡς λόγου, δηλαδὴ ἡ λειτουργία τοῦ λόγου στὴν αὐθεντικότητά του, τὸ γεγονὸς δηλαδὴ τῆς ἀλήθειας τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς μετοχῆς τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ, τὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασης τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ποὺ νὰ εἶναι λόγος καὶ νὰ εἶναι ἄθεος. Ὁ ἄ-θρησκος λόγος, ποὺ μὲ τὸ νὰ εἶναι ἄ-θρησκος δὲν παύει ἀναγκαστικὰ νὰ εἶναι καὶ λόγος, δὲν εἶναι ἄθεος, ἀκόμα καὶ ὅταν ἀρνεῖται τὴ λέξη Θεός, ἂν δηλαδὴ κάτω ἀπ’ αὐτὴν τὴ λέξη βλέπει μόνο ἕνα ξεπερασμένο θρησκευτικὸ νοηματικὸ περιεχόμενο. Αὐτὸ ποὺ ἀρνεῖται ὁ ἄθρησκος λόγος δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ μία, γι’ αὐτὸν ξεπερασμένη, θρησκευτικὴ ἔννοια τοῦ Θεοῦ. Ἄθεος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος παύει νὰ εἶναι λόγος. Ἀθεΐα εἶναι οὐσιαστικὰ ὄχι ἡ ἁπλὴ ἄρνηση τῆς λέξης Θεὸς ἢ ἑνὸς ξεπερασμένου θρησκευτικοῦ νοηματικοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ ἡ ἄρνηση τῆς σχέσης τοῦ λόγου μὲ τὸ ὑπερβατικό, δηλαδὴ ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ λόγου, μὲ ἄλλα λόγια τὸ κακὸ μέρος τῆς ἱστορίας –σύμφωνα μὲ τὴν ἀξιολογικὴ κρίση τῆς καθολικῆς συνείδησης.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε, χωρὶς ἴσως καμία οὐσιαστικὴ ἀντίρρηση ἀπὸ ὁποιαδήποτε πλευρά, πὼς ἡ φιλοσοφία μὲ τὸν κριτικὸ λόγο (μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα τῆς πραγματικότητας) ζητάει νὰ φτάσει στὴν ἔσχατη ἀλήθεια τοῦ κόσμου, σ’ αὐτὸ ποὺ προσπαθεῖ νὰ φτάσει καὶ ὁ θρησκευτικὸς στοχασμὸς μέσα ἀπὸ τὰ δεδομένα τοῦ θρησκευτικοῦ του βιώματος. Ἡ φιλοσοφία προσπαθεῖ νὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ τὸ νὰ γίνει ἡ ἀληθινὴ μεταφυσικὴ τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ θέλει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀληθινὴ θεολογία. 
Ὁ ἔσχατος στόχος τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς ἔννοιας Θεός, ὅταν αὐτὸ τὸ περιεχόμενο δὲν τὸ ὑποτάξουμε στὶς θρησκευτικὲς κατηγορίες μὲ τὶς ὁποῖες ξεκίνησε τὴν ὀντολογική του προσπάθεια ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅταν τὸ ἀναζητήσουμε μὲ ὅ,τι καλύτερο διαθέτουμε.
Γιὰ τὴν παραδεδομένη ὀρθόδοξη θεολογία, ὁ Θεὸς “καθ’ ἑαυτὸν” εἶναι ἀπόλυτα ὑπερβατικός, καὶ ὁ ἄνθρωπος “μετέχει τοῦ Θεοῦ” μὲ τὸ νὰ ἀνεβεῖ στὴν ἀξιολογικὴ κορυφή του, μὲ τὸ νὰ γίνει δηλαδὴ ἀληθινός. Ἀπὸ τὴ μεριά της πάλι ἡ φιλοσοφία δὲν ἀποβλέπει πουθενὰ ἀλλοῦ, παρὰ στὴν ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀληθινή, τὴν πέρα γιὰ πέρα κριτική, μεταφυσική του.
Ἡ ταυτότητα θεολογίας καὶ φιλοσοφίας θεωρεῖται ἔτσι σὰν ἕνας τελικὸς στόχος ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς θεολογίας ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς φιλοσοφίας ἀπὸ τὴν ἄλλη.
Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ συνείδηση τῆς ζωῆς καὶ ζητάει τὴν ἀλήθεια τοῦ κόσμου στὸ ὅλο της. Τὸ ἴδιο θέλει νὰ εἶναι καὶ ἡ θεολογία. Δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια, ποὺ τὴν ἐπιτυγχάνει εἴτε ἡ φιλοσοφία εἴτε ἡ ἐπιστήμη εἴτε ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐπίδοση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ νὰ μὴν εἶναι ταυτόχρονα, εἴτε ὡς φιλοσοφική, εἴτε ὡς ἐπιστημονικὴ κ.λπ. ἀλήθεια, καὶ ἀλήθεια θεολογική. Ἡ ἀπαίτηση τῆς θεολογίας, ὅτι εἶναι ἡ ἀλήθεια, σημαίνει φυσικὰ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεολογία ὅ,τι ἀποδεικνύεται μὲ τὴν κριτικὴ ὡς ἀναλήθεια. Μία “θεολογία”, ποὺ ἀρνεῖται μία ἐπιμέρους ἢ μία γενικότερη φιλοσοφική, ἐπιστημονικὴ κ.λπ. ἀλήθεια, δὲν εἶναι μία θεολογία ἄξια τοῦ ὀνόματός της. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ταυτότητα φιλοσοφίας καὶ θεολογίας. Δὲν ὑπάρχουν ἀλήθειες ποὺ νὰ εἶναι ἐπιτεύγματα μιᾶς ἐπίδοσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ ταυτόχρονα νὰ τὶς ἀρνεῖται μία ἄλλη ἐπίδοση τοῦ ἀνθρώπου, χωρὶς αὐτὴ ἡ ἄλλη “ἐπίδοση” νὰ εἶναι ἀλλοτρίωση. Ἀλλοτρίωση εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς ἀλήθειας, καὶ αὐτὸ δὲν θέλει νὰ εἶναι οὔτε ἡ φιλοσοφία οὔτε ἡ θεολογία. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ δέχεται ἕνα ψεῦδος ἢ κάτι τὸ ἱστορικοπνευματικὰ ξεπερασμένο καὶ ταυτόχρονα νὰ ἰσχυρίζεται πὼς ἀποδεχόμενος αὐτὸ τὸ ψεῦδος κάνει θεολογία ἢ φιλοσοφία. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ἡ θεολογία, ἡ ἀληθινή, ὅπως καὶ ἡ φιλοσοφία, δὲν ἀρνεῖται τὴν κριτική, ἀλλὰ τὴν ἐπιζητεῖ, ἀφοῦ ἡ κριτικὴ εἶναι σήμερα ἡ μέθοδος γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀλήθεια.
Μιλᾶμε ἐδῶ γιὰ μία ταυτότητα φιλοσοφίας καὶ θεολογίας ποὺ ἐπιτελεῖται ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου, ποὺ λειτουργεῖ καὶ σ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε φιλοσοφία καὶ σ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε θεολογία. Ἡ ταυτότητα αὐτὴ φιλοσοφίας-θεολογίας βρίσκεται στὸ τέλος τοῦ φιλοσοφικοῦ καὶ θεολογικοῦ στοχασμοῦ. Καθ’ ὁδὸν ὅμως ὑπάρχουν πολλά, πάρα πολλὰ προβλήματα καὶ γιὰ τὴ λύση αὐτῶν τῶν προβλημάτων ἀγωνιζόμαστε. Ἡ ἀλήθεια δὲν βρίσκεται οὔτε στὴ θέση οὔτε στὴν ἄρνηση, ἀλλὰ στὴ σύνθεση –μία σύνθεση ποὺ δὲν ἔχει τίποτα νὰ κάνει μὲ τοὺς διάφορους ὕποπτους, καὶ βασικὰ ἰδιοτελεῖς, συμβιβασμούς.

π. Γεράσιμος Φραγκουλάκης: ΟΙ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΙΑΣ "ΕΝΩΣΗΣ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ!


Με το να μη γίνει η πολυδιαφημισμένη "ένωση" της Ρωμαιοκαθολικής με την Ορθόδοξη Εκκλησία, ορισμένοι που πραγματικά την επιθυμούσαν, γιατί θα αποτελούσε βούτυρο στο ψωμί τους, έχουν γίνει έξαλλοι. 
Ποιος ξέρει πόσα στρέμματα κειμένων είχαν γράψει για να κατηγορήσουν και να αναθεματίσουν και ο κόπος τους πήγε χαμένος. Όπως έχουμε ξαναγράψει ο Οικουμενικός Πατριάρχης τους χάλασε τη σούπα. Γι’ αυτό και ωρύονται. Ήταν σίγουροι, το διατυμπάνιζαν με όλα τα μέσα που διαθέτουν. Μιλούσαν μετά βεβαιότητος για το "ξεπούλημα" της Ορθοδοξίας. Αφού είδαν ότι δεν έγιναν τα πράγματα έτσι άλλαξαν μετά σκοπό. Οδηγήθηκαν στην παράνοια και στην ανοησία. Έχουν γράψει πολλά φαιδρά και "χαριτωμένα". Μέσα σ’ αυτά τα κείμενά τους μπορεί να διακρίνει κανείς όλη τη χριστιανική αγάπη τους. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν κάλλιστα κατηχητικά κείμενα, για όσους πρόκειται να στρατολογηθούν από τζιχαντιστές. Το τι μίσος εκπέμπουν δεν περιγράφεται. Όποιον πιάσουν στην πένα τους τον χτυπούν σαν χταπόδι. Αφήνουν υπονοούμενα, κατασκευάζουν σαχλά λογοπαίγνια με το όνομά του, την ιδιότητά του, την καταγωγή του, διακωμωδούν την εμφάνισή του και άλλα πολλά "χριστιανικά". Χρησιμοποιούν και χωρία από τους Πατέρες για να κατηγορήσουν τον οικουμενικό διάλογο. Λες και είναι κανένας αντίθετος με τους Πατέρες. 
Κόπτονται γιατί διαλεγόμαστε με τους άλλους. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν φοβούμαστε το διάλογο από τη μια και διότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να θέσουμε τον λύχνον "υπό τον μόδιον", από την άλλη. Όπως αναφέρεται στην Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 21 Φεβρουαρίου 2010 "Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν φοβείται τον διάλογον, διότι και η αλήθεια δεν τον φοβείται. Αντιθέτως, εάν η Ορθοδοξία κλεισθεί εις τον εαυτόν της και δεν διαλέγεται με τους εκτός αυτής, όχι μόνον θα αποτύχη εις την αποστολήν της, αλλά και θα μετατραπεί από «καθολική» και «κατά την οικουμένην» Εκκλησία που είναι, εις μίαν εσωστρεφή και αυτάρεσκον ομάδα, εις ένα «γκέττο» εις το περιθώριον της ιστορίας. Διά τον λόγον αυτόν και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας ουδέποτε εφοβήθησαν τον διάλογον με τον πνευματικόν περίγυρον της εποχής των, ακόμη και με τους ειδωλολάτρας φιλοσόφους των χρόνων των, και με τον τρόπον αυτόν επηρέασαν και διεμόρφωσαν τον πολιτισμόν της εποχής των και μας παρέδωσαν μίαν Εκκλησίαν αληθινά οικουμενικήν". 
Όμως τι γράφω τώρα, σιγά μην ακούσουν τα λόγια του Πατριάρχη. Αφού αυτός είναι το πρόβλημά τους, αυτόν αποδεδειγμένα εχθρεύονται. Ή νομίζουν πως είναι πιστευτά αυτά τα γλυκανάλατα που γράφουν, ότι δήθεν σέβονται και αγαπούν τον Πατριάρχη, διαφωνούν όμως με κάποιες δραστηριότητές του. Ο σεβασμός και η αγάπη τους επιβάλλει να τον βρίζουν, χρησιμοποιώντας ορισμένοι εκφράσεις υπόκοσμου; Τι αιρετικός, τούρκος και άλλα που ντρέπομαι να γράψω. Εδώ βρέθηκε Ιεράρχης να τον αποκαλέσει «Ερντογάν 2». Ελπίζω τουλάχιστον η εκστόμιση αυτού του χαρακτηρισμού να οφείλεται στο προβεβηκώς της ηλικίας και όχι στο περιεχόμενο της καρδίας του. Αφού είδαν κι απόειδαν λοιπόν ότι δεν εκπληρώθηκε η προφητεία τους κατέφυγαν σε άλλου είδους τεχνάσματα. Κάποιοι για να παρηγορηθούν έγραψαν ότι τελικά στο Φανάρι του Αγίου Ανδρέου έγινε «ημισυλλείτουργο»! (εδώ χρειάζονται πολλά θευμαστικά!) Κάποιοι άλλοι κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο Καταγγελία εναντίον της «Νέας Εκκλησιολογίας του Οικουμενικού Πατριάρχου» και καλούν τους αναγνώστες τους να υπογράψουν ηλεκτρονικά. Κοκορεύονται μάλιστα ότι έχουν υπογράψει ήδη έξ μητροπολίτες και κάποιοι κληρικοί και λαϊκοί. Και τι μ’ αυτό; Μιλούν για εκκλησιολογία οι ανεκκλησίαστοι υπό την έννοια ότι την Εκκλησία την γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια. Για την εκκλησιολογία ποιας εκκλησίας κόπτονται; Μα φυσικά της δικής τους εκκλησίας, αυτήν που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι και αφορά μόνο τον εαυτό τους! Μιλούν για εκκλησιολογία εκείνοι που νομιμοποιούσαν αφορισμένους ως ιεροκήρυκες! Εκείνοι που αναγνωρίζουν τους καταληψίες της Μονής Εσφιγμένου ως κανονική αδελφότητα! Εκείνοι που προπορεύονται της Εκκλησίας και ως μη ανήκοντες σε αυτήν, ορίζουν επισήμως εορτασμούς Οικουμενικών Συνόδων! Εκείνοι που κόπτονται για δήθεν παρεμβάσεις στην Εκκλησία της Ελλάδος και επεμβαίνουν ωμά στα εσωτερικά άλλων Εκκλησιών αναγνωρίζοντας και στηρίζοντας καθηρημένους, ακόμα και αρχιερείς. Έχουν επιλύσει όλα τα προβλήματα στην περιοχή τους και γι’ αυτό ασχολούνται με τα προβλήματα άλλων περιοχών. Το έχουμε ξαναγράψει και το επαναλαμβάνουμε: "Έχετε αντιληφθεί, ιδίως οι μητροπολίτες, ότι στην Ελλάδα σε διάφορες περιοχές και κατ’ επέκταση και στις δικές σας φυτρώνουν σαν μανιτάρια οι διάφοροι "ευκτήριοι οίκοι;" Απ’ αυτούς προφυλάξτε τους Ορθοδόξους. Απ’ αυτούς κινδυνεύουν και όχι από τους λεγόμενους από εσάς "οικουμενιστές", πολύ δε περισσότερο από τον Οικουμενικό Πατριάρχη! 
Μετά και το άλλο. Σκέφθηκαν όλοι αυτοί οι άγιοι αρχιερείς ότι με την υπογραφή τους εφόσον είναι μητροπολίτες, φέρνουν σε δύσκολη θέση τους κληρικούς τους; Ότι τους ασκούν με αυτό τον τρόπο μια ιδιότυπη πίεση και πιθανό εξαναγκασμό; Τι είδους εκκλησιολογία είναι αυτή που αναγορεύει εαυτούς εις εκκλησίαν. Από την μια "τον Πάπα να καταράσθε" και από την άλλη ενεργείτε ως Πάπες διεκδικώντας το αλάθητο για τους εαυτούς σας! 
Ξέρω ότι θα ακούσω πάλι τα "εξ αμάξης". Θα βρεθούν πάλι κάποιοι να πουν και να γράψουν γελοιωδώς ότι είμαι γλείφτης του Πατριάρχου και άλλα ευτράπελα. Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι γλείψιμο η μη αποδοχή των όσων απαράδεκτων γράφετε για τον πνευματικό Πατέρα των Ορθοδόξων και επομένως κι εμένα. Είναι ο Πατριάρχης του Γένους και κατ’ επέκταση και δικός μου. Κόψτε λοιπόν τις κακοήθειες. 
Και να ξέρετε και τούτο. Όλοι εμείς που βρισκόμαστε υπό την άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Ορθοδόξους ορθοδόξως διακονούμε και Ορθοδοξία κηρύττουμε. Αυτό βεβαιώνουν και οι εκατοντάδες των Ορθοδόξων στις περιοχές μας, που προέρχονται από άλλα δόγματα και θρησκεύματα. Αν είχαμε γίνει ένα όπως αστήρικτα υποστηρίζετε, δεν θα υπήρχε λόγος να κάνουμε Ορθοδόξους τους προσερχόμενους Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες. Δεν έχω την παραμικρά ελπίδα ότι θα καταλάβετε, όμως μην νομίζετε κιόλας ότι τρώμε κουτόχορτο και δεν καταλαβαίνουμε τον προσωποπαγή χαρακτήρα της δήθεν αγωνιστικότητάς σας! 
Αρχιμανδρίτης, Γεράσιμος Φραγκουλάκης 
Αννόβερο-Γερμανίας

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

"Ο Ρινόκερος κι η Ρήνα" από την Ιουλίτα Ηλιοπούλου σε μουσική Γιώργου Κουρουπού


Την Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014 το πρωί στο Ίδρυμα Θεοχαράκη απολαύσαμε το παραμύθι της Ιουλίτας Ηλιοπούλου "Ο Ρινόκερος κι η Ρήνα". 
Ένα παραμύθι από το βιβλίο ΑΛΛΟ και ΤΟΥΤΟ! (με τρεις αλλιώτικες ιστορίες) που στοχεύει στη αποδοχή του διαφορετικού, στην σημασία, όχι της εξωτερικής, αλλά της εσωτερικής συγγένειας και επικοινωνίας, ενώ επιδιώκει να εξοικειώσει τα παιδιά στην ποιητική έκφραση με ρυθμούς και ρίμες.
Η θεατρική αφήγηση την οποία έκανε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, συνδυάστηκε με πρωτότυπα τραγούδια του συνθέτη Γιώργου Κουρουπού ειδικά γραμμένα για την παράσταση.
Τραγούδησαν η Δάφνη Πανουργιά και ο Βασίλης Γισδάκης, ενώ στο πιάνο ήταν ο Πέτρος Μπούρας.
Τα εικαστικά επιμελήθηκε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Μια απολαυστική ...παραμυθένια παράσταση για μικρά και ...μεγάλα παιδιά, η οποία θα επαναληφθεί στο Ίδρυμα Θεοχαράκη την 1η Μαρτίου 2015, ενώ μέχρι τότε θα γίνουν και ειδικές παραστάσεις για σχολεία. 


Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

"Ο ΗΧΟΣ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ" ΣΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ TAR


Είναι πολύ σημαντικό για μένα να αποτελώ μέλος της εκλεκτής κοινότητας των αρθρογράφων του Μουσικού Διαδικτυακού Περιοδικού tar.gr 
Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς τον διευθυντή του TAR, γνωστό συνθέτη Νότη Μαυρουδή και τον webmaster, σπουδαίο κιθαριστή και συνθέτη Κώστα Γρηγορέα, για την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό μου. 
Η στήλη που δημιούργησαν για μένα έχει ως τίτλο «Ο Ήχος των Χρωμάτων» και εκεί έχουν αναρτηθεί τα δύο πρώτα κείμενά μου: 
- ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: "Ένα εξαίσιο, ξαφνικό και τολμηρό ποιητικό δείγμα από την Ακολουθία του Κοσμά του Αιτωλού" (Με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι) 
- ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΠΑΛΛΑΝΤΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ (Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μ. Παλλάντιου).


Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ


ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ
Η Ανακλαστική Διαλεκτική και τα Ματωμένα της Θραύσματα. 
ΔΟΚΙΜΙΟ, 104 σελίδες - Α' Έκδοση: 2008 
Στη μελέτη του αυτή την οποία προλογίζει ο Γιάννης Δάλλας, ο συγγραφέας Δημήτρης Ν. Λαμπρέλλης ασχολείται με τη θεματική των Χριστουγέννων στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη. Η μελέτη διαπιστώνει κατ’ αρχήν ότι τα Χριστούγεννα, και όλα όσα συνδέονται με την εορτή αυτή, στην ποίηση του Σαχτούρη δεν εμφανίζονται ως η γνωστή θρησκευτική, κοινωνική και προσωπική γιορτή χαράς, αλλά μεταμορφώνονται σε γιορτή θανάτου, όταν η ιστορική συγκυρία είναι μία συγκυρία φρίκης και θανάτου για τον άνθρωπο και την κοινωνία στην οποία αυτός ζει. Με βάση τη διαπίστωση αυτή, ο συγγραφέας παρακολουθεί στη συνέχεια τις συγκεκριμένες αιτίες αυτής της μεταμόρφωσης των Χριστουγέννων στην ποίηση του Σαχτούρη, την έκτασή της καθώς επίσης την ένταση και το βάθος της. Εξετάζει, τέλος, ο ίδιος την πρόταση του Σαχτούρη για την υπέρβαση αυτής της κυριαρχίας του τρόμου, της απελπισίας και του θανάτου σε ιστορικό, κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο: η υπέρβαση αυτή του τρόμου και του θανάτου έγκειται, σύμφωνα με την άποψη της ποίησης του Σαχτούρη, στη λυτρωτική διαμεσολάβηση της τέχνης, της ποίησης και του ίδιου του δημιουργού-ποιητή.



Μίλτος Σαχτούρης, Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών 
Στὴν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη 
Εἶναι τὰ λυπημένα Χριστούγεννα 1987
εἶναι τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναί, τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα...
Ἄ! ναὶ εἶναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Διονύσιος Σολωμὸς
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Μπουζιάνης
πόσα ὁ Σκλάβος
πόσα ὁ Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα τῶν Ποιητῶν.
Από τη συλλογή Καταβύθιση (1990)

Μίλτος Σαχτούρης, Ο νεκρός στις γιορτές 
Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει (ὁ νεκρός)

ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος
κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.
Από τη συλλογή Εκτοπλάσματα (1986)

Το έργο είναι του Βρετανού καλλιτέχνη graffiti Banksy: ο Χριστός δεν θα είχε και σήμερα τόπο για να γεννηθεί
λόγω του τείχους που έχουν υψώσει οι Ισραηλινοί.

Μίλτος Σαχτούρης, Χριστούγεννα 1948
Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου
Από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952)

                                             Μίλτος Σαχτούρης, Χριστούγεννα 1943

Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες
γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε
κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του
τρεις πεθαμένους κύκνους
και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό
οι γιορτινές μέρες έχουν ένα λείο πρόσωπο
ένα μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης
ένα αρνάκι μια σταλιά στις παγωμένες της παλάμες
ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της.

ΖΗΘΙ ΣΠΥΡΟ ΣΑΚΚΑ ΕΝΕΚΕΝ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

φώτο: Σπύρος Χαμπίπης

Τα "χρόνια πολλά" στον σπουδαίο Σπύρο Σακκά, ο οποίος ανήκει στην μυθολογία της Ιδιωτικής Οδού, με ένα βίντεο που αλιεύσαμε στο youtube. 
Προφανώς από ιδιωτική ηχογράφηση, από πρόβα (;) ο Σπύρος Σακκάς στο "Προσκλητήριο του Έποπα" σε στίχους Βασίλη Ρώτα, από τους θρυλικούς "Όρνιθες" του Μάνου Χατζιδάκι. 
Ζήθι Σπύρο Σακκά, και έντεινε και κατευοδού και βασίλευε, ένεκεν μουσικής ποιητικής και τέχνης ακριβής.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΑΝΑΤΙΚΩΝ ΙΣΤΟΛΟΓΩΝ


Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος είναι, νομίζω, ο πρώτος Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος που αποφάσισε – και πολύ σωστά! – να κινηθεί νομικά εναντίον του ιστολογίου Κατάνυξις (που έχει έδρα την Θεσσαλονίκη καθώς φαίνεται και είναι και ανώνυμο!) και ενός νεοφανούς «αντι-οικουμενιστικού» αστέρος που ακούει στο όνομα Παναγιώτης Νούνης. 
Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης δια σχετικού εγγράφου που απέστειλε ο δικηγόρος του στους ως άνω ιστολόγους, απαιτεί εντός 48 ωρών να έχουν κατεβάσει όλες τις σχετικές με αυτόν αναρτήσεις και τα σχόλια που κρίνονται συκοφαντικά, ψευδή ή ανακριβή. 
Να θυμίσω εδώ ότι και η Ιδιωτική Οδός απαίτησε κάτι ανάλογο από το ιστολόγιο Κατάνυξις τον περασμένο Απρίλιο, με αφορμή την ανάρτηση χυδαίων σχολίων, και οι διαχειριστές συμμορφώθηκαν πάραυτα. Επειδή φαίνεται όμως πως είναι …ασυγκράτητοι, πολύ καλά κάνει ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και απαιτεί αποκατάσταση. 
Όσο για τον Π. Νούνη, μόλις προχθές γράψαμε ότι του απαγορεύσαμε να χρησιμοποιεί τα ιστολόγιά μας για δικούς του σκοπούς και εκείνος μας υπέδειξε να καταφύγουμε στην δικαιοσύνη γιατί είναι και ...ατρόμητος! Μας πρόλαβε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. 
Ελπίζω την κίνηση αυτή του Σεβασμιωτάτου να μιμηθούν και άλλοι γιατί δυστυχώς αυτοί οι φανατικοί δεν καταλαβαίνουν από λόγια. 
Π.Α.Α.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ ΕΥΓΕΝΙΟ Δ'


Ολόκληρος ο λόγος του Εφέσου αγίου Μάρκου Ευγενικού έμπροσθεν του πάπα Ρώμης Ευγένιου Δ΄, στη σύνοδο της Φεράρας, το 1438: 
«Σήμερον τῆς Παγκοσμίου χαρᾶς τὰ προοίμια, σήμερον αἱ νοηταὶ ἀκτῖνες τοῦ τῆς εἰρήνης ἡλίου τῇ οἰκουμένῃ πάσῃ προανατέλλουσι· σήμερον τὰ τοῦ Δεσποτικοῦ σώματος μέλη, πολλοῖς πρότερον χρόνοις διεσπαρμένα τε καὶ ἐρρηγμένα πρὸς τὴν ἕνωσιν ἀλλήλων ἐπείγεται. Οὐ γὰρ ἀνέχεται ἡ κεφαλὴ πάντων Χριστὸς ὁ Θεὸς ἐφιστάναι διῃρημένῳ τῷ σώματι οὐδὲ τὸν τῆς ἀγάπης δεσμὸν ἐξ ἡμῶν ἀνῃρῆσθαι παντάπασι ἡ ἀγάπη βούλεται· διὰ τοῦτο ἐξήγειρέ σε τὸν τῶν Ἱερέων αὐτοῦ προτεύοντα, πρὸς τὴν ἡμετέραν ταύτην κλῆσιν, καὶ τὸν εὐσεβέστατον ἡμῶν Βασιλέα πρὸς τὴν ὑπακοὴν διανέστησε, καὶ τὸν ἁγιώτατον ἡμῶν Ποιμένα καὶ Πατριάρχην, γήρως ἐπιλαθέσθαι, καὶ ἀσθενείας μακρᾶς παρεσκεύασε, καὶ ἡμᾶς τοὺς ὑπ᾿ αὐτῷ ποιμαινομένους ἁπανταχόθεν συνήθροισε, καὶ μακρᾶς ὁδοῦ καὶ πελάγους, καὶ κινδύνων ἑτέρων κατατολμῆσαι πεποίηκεν, ἀφ᾿ οὗ προφανῶς Θεοῦ δυνάμει καὶ κρίσει γεγένηται· καὶ τόπερ ὁποῖον ἔσται καλὸν καὶ Θεῷ φίλον, ἐντεῦθεν ἤδη προοιμιάζεται· δεῦρο δὴ οὖν, ἁγιώτατε πάτερ, ὑπόδεξαι τὰ σὰ τέκνα μακρόθεν ἐξ ἀνατολῶν ἥκοντα, πυρίπτυξαι τοὺς ἐκ μακροῦ διεστῶτας τοῦ χρόνου, πρὸς τὰς σὰς καταφυγόντας ἀγκάλας· θεράπευσον τοὺς σκανδαλισθέντας, ἅπαν σκῶλον καὶ πρόσκομμα τῆς εἰρήνης κωλυτικὸν ἐκ μέσου γενέσθαι κέλευσον· εἰπὲ καὶ αὐτὸς τοῖς ἀγγέλοις ὡς τοῦ Θεοῦ μιμητής, ὁδοποιήσατε τῷ λαῷ μου, καὶ τοὺς λίθους ἐκ τῆς ὁδοῦ διαρρίψατε. Μέχρι τίνος οἱ τοῦ αὐτοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς αὐτῆς πίστεως βάλλομεν ἀλλήλους καὶ κατατέμνομεν; μέχρι τίνος οἱ τῆς αὐτῆς Τριάδος προσκυνηταὶ δάκνομεν ἀλλήλους καὶ κατεσθίομεν, ἕως ἂν ὑπ᾿ ἀλλήλων ἀναλωθῶμεν, καὶ ὑπὸ τῶν ἔξωθεν ἐχθρῶν εἰς τὸ μηκέτι εἶναι χωρήσωμεν; Μὴ γένοιτο, Χριστὲ βασιλεῦ τοῦτο, μηδὲ νικήσῃ τὴν σὴν ἀγαθότητα τῶν ἡμετέρων ἁμαρτιῶν ἡ πληθύς, ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐν τοῖς πρότερον χρόνοις ὅτε τὴν κακίαν εἶδες ὑπερταθεῖσαν, καὶ ἐπὶ μέγα χωρήσασαν, διὰ σαυτοῦ καὶ τῶν σῶν Ἀποστόλων ἀνέστειλας αὐτὴν τῆς πρόσω φορᾶς, καὶ πρὸς τὴν σὴν ἐπίγνωσιν ἐπέστρεψας ἅπαντας, οὕτω καὶ νῦν διὰ τῶν σῶν θεραπόντων, οἱ μηδὲν τῆς σῆς ἀγάπης προὐργιαίτερον ἔθεντο· σύναψον ἡμᾶς ἀλλήλοις, καὶ σεαυτῷ, καὶ τὴν εὐχὴν ἐκείνων ἐπιτελῆ ποίησον, ἣν ἡνίκα πρὸς τὸ πάθος ἀπίης εὐχόμενος ἔλεγες. «Δὸς αὐτοῖς ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν», ὁρᾷς κύριε τὴν διασπορὰν ἡμῶν ὡς ἐλεεινή, καὶ ὡς οἱ μὲν αὐτονομίᾳ καὶ αὐθαδείᾳ συνειθισθέντες, εἰς ἀφορμὴν τῆς σαρκὸς τὴν ἐλευθερίαν κατεχρησάμεθα, καὶ δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, καὶ τὸ ὅλον σάρκες γεγόναμεν· οἱ δὲ τοῖς ἐχθροῖς τοῦ σταυροῦ σου πρὸς διαρπαγὴν καὶ δουλείαν ἔκδοτοι καθεστήκαμεν, καὶ ὡς πρόβατα σφαγῆς ἐλογίσθημεν· ἱλάσθητι, Κύριε, πρόσχες, Κύριε, ἀντιλαβοῦ ἡμῶν, Κύριε. Τὸ πάλαι θρυλούμενον ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου χρεία τοῖς πράγμασι, σήμερον ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν, καὶ τὸ ἡμέτερον ἅπαν εἰσενηνόχαμεν, δὸς δὴ καὐτὸς τὰ πρὸς τελείωσιν ὧν ἠρξάμεθα, δύνασαι γὰρ εἰ θελήσεις μόνον, καὶ τὸ θέλημά σου πρᾶξίς ἐστι συντετελεσμένη· εἰπὲ καὶ ἡμῖν ὡς πρότερον διὰ τοῦ Προφήτου σου· «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν, καὶ τὸ Πνεῦμά μου ἐφέστηκεν ἐν μέσῳ ὑμῶν· σοῦ γὰρ παρόντος, ἅπαντα λοιπὸν εὔοδα καὶ λεῖα γενήσεται. Καὶ ταῦτα μὲν ἐμοὶ πρός γε τὸ παρὸν ηὔχθω· πρὸς δὲ σὲ λοιπὸν ἁγιώτατε πάτερ τὸν λόγον ποιήσομαι. Τίς ἡ τοσαύτη φιλονεικία περὶ τὴν καινοτόμον ταύτην προσθήκην ἥτις τὸ σῶμα Χριστοῦ κατέταμε καὶ διέσχισε, καὶ τοὺς ὑπ᾿ αὐτοῦ καλουμένους ἐπὶ τοσοῦτον ταῖς γνώμαις διέσχισε; τίς ἡ μακρὰ καὶ χρόνιος ἔνστασις, καὶ ἄφιλος ὑπεροψία τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν σκανδαλιζομένων ἡ ἀλλοτρίωσις; τί τῶν πατέρων κατέγνωμεν, ὅτι παρὰ τὰς κοινὰς αὐτῶν παραδόσεις, ἕτερα φρονοῦμεν καὶ λέγομεν; τὴν ἐκείνων ἐλλιπῆ τιθέμεθα πίστιν καὶ τὴν ἡμετέραν ὡς τελειοτέραν εἰσάγομεν; τί παρὰ τὸ εὐαγγέλιον ὃ παρελάβομεν ἕτερον εὐαγγελιζόμεθα; τίς ἡμῖν ἐβάσκανε πονηρὸς δαίμων τῆς ὁμονοίας καὶ τῆς ἑνώσεως; τίς τὴν ἀδελφικὴν ἀγάπην ἐξ ἡμῶν ἀφεῖλε, τὴν διάφορον θυσίαν εἰσαγαγὼν τὴν οὐκ ὀρθῶς προσφερομένην ἐπὶ μὴ διαιρομένην; ἆρα ψυχῆς ἀποστολικῆς ταῦτα, καὶ Πατρικῆς γνώμης, καὶ ἀδελφικῆς διαθέσεως; ἢ τοὐναντίον σκαιοῦ ἂν καὶ διεστραμμένου καὶ αὐθεκάστου, καὶ οὐδὲν ἡγουμένου δεινὸν εἰ πάντες ἀπώλλυντο; Ἐγὼ μὲν οἶμαι τὸν τὴν διαίρεσιν ταύτην εἰσαγαγόντα, καὶ τὸν ἄνωθεν ὑφαντὸν χιτῶνα τοῦ δεσποτικοῦ σώματος διασχίσαντα μείζω τῶν σταυρωτῶν ὑποστήσασθαι δίκην, καὶ τὸν ἀπ᾿ αἰῶνος ἁπάντων ἀσεβῶν καὶ αἱρετικῶν. Ἀλλὰ σοὶ τοὐναντίον ἐξέσται, μακαριώτατε Πάτερ, εἰ βουληθείης μόνον τὰ διεστῶτα συνάψαι, καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ καθελεῖν, καὶ Θεοῦ οἰκονομίας ἔργον ἐργάσασθαι. Τούτου καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτὸς κατεβάλου, καὶ ταῖς λαμπραῖς φιλοτιμίαις, καὶ μεγαλοδωρίαις ἐπηύξησας, καὶ τόπερ ἐπιθεῖναι εὐδόκησον, οὐ γὰρ εὑρήσεις ἐπιτήδειον μᾶλλον, ἢ ὃν ὁ Θεός σοι παρέσχετο σήμερον. Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἴδε, πολιὰς αἰδεσίμους, καὶ ἱεροπρεπεῖς, κλίνης ἤδη τὸ πλέον, καὶ ἀναπαύσεως δεομένας, ἐκ τῶν οἰκείων ὅρων ἐπαναστάσας καὶ προσδραμούσας τῇ σῇ τελειότητι, μόνῃ τῇ εἰς Θεὸν ἐλπίδι, καὶ τῇ πρὸς ὑμᾶς ἀγάπῃ συνεχομένας· ἴδε τὸν στέφανον τὸν πλακέντα τῆς δόξης ὃν περιθέσθαι μὴ ἀναβάλῃ· κατέτεμεν ἕτερος, αὐτὸς συνούλωσον· διέσχισεν ἕτερος, καὶ ἀδιόρθωτον τὸ κακὸν ἔσπευσεν ἐργάσασθαι, σὺ φιλονείκισον ἐπανορθῶσαι τὸ γεγονός· ὡς εἰμὴ δὲ ὅλως ἐγένετο τὴν ἀρχήν· ἤκουσα τῶν παρ᾿ ὑμῖν φιλοσόφων, οἰκονομίας χάριν καὶ διορθώσεώς τινων οὐχ ὑγιῶς περὶ τὴν πίστιν ἐχόντων, τὴν προσθήκην ταύτην ἐξ ἀρχῆς ἐπινοηθῆναι, οὐκ οὖν οἰκονομίας χάριν ἀφαιρεθήτω πάλιν, ἵνα προσλάβησθε ἀδελφούς, ὧν τῷ χωρισμῷ σπαράττεσθαι πάντας ὑμᾶς εἰκός, εἰμὴ ἀναλγήτως ἔχετε· λάβε μοι κατὰ νοῦν τὰ τῶν χριστιανῶν αἵματα, τὰ καθ᾿ ἑκάστην ἐκχεόμενα τὴν ἡμέραν, καὶ τὴν ὑπὸ βαρβάρων πικρὰν δουλείαν, καὶ τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ· προσέτι δὲ θυσιαστηρίων ἀνατροπήν, εὐκτηρίων οἴκων καθαίρεσιν, θείων ὕμνων ἀργίαν, ἁγίων τόπων κατάσχεσιν, ἱερῶν σκευῶν καὶ ἐπίπλων διανομήν. Ἅπαντα λυθῆναι διὰ τῆς ἡμῶν εἰρήνης καὶ ὁμονοίας εἰκός, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, ἣν ἐθελήσετε μόνον τὸ τραχὺ τοῦτο καὶ ἀνένδοτον ἀποθέμενοι συγκαταβῆναι τοῖς ἀσθενέσιν ἡμῖν, καὶ τὰ σκανδαλίζοντα ἡμᾶς ἐκ μέσου περιελεῖν· εἰ γὰρ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέας εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ μὴν οὐ κεκώλυται τὸ κρέας φαγεῖν· οὕτω καὶ νῦν ἁγιώτατε Πάτερ. Καλὸς μὲν ὡσανεὶ εἴπωμεν, καὶ ὁ ἔνζυμος ἄρτος, καλὸς καὶ ὁ ἄζυμος, ἀλλ᾿ ὁ ἄζυμος σκανδαλίζει καὶ ἧττον εἰς θυσίαν λογίζεται, καὶ ἀτελής, καὶ νεκρός, καὶ ἄρτος κακώσεως παρὰ τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ καλεῖται· τί μὴ ὁ ἔνζυμος αἰρετέος, καὶ περιαιρετέος ὁ ἄζυμος· ὅτι εἷς ἄρτος ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν, φησὶν ὁ θεῖος ἀπόστολος· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου, (καὶ οὐκ ἀζύμου φησίν) μετέχομεν· ὅπου ἆρα μὴ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν, εἰκότως, οὐδὲ σῶμα σύνεσμεν, οὐδὲ συμπνέομεν ἀλλήλοις, καὶ τὴν αὐτὴν ποιούμεθα κίνησιν. «Παρακαλῶ ὑμᾶς (ὁ αὐτός φησι) διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα»· ὅπου μὴ τὸ αὐτὸ λέγομεν εἰκότως τὸ σχίσμα τοῦτο τὸ μέγα καὶ ἀθεράπευτον ἐν ἡμῖν ἐστι καὶ μέχρι τῆς σήμερον· ποῦ δὲ οὐ τὸ αὐτὸ λέγομεν; οὐκ ἐν γωνίᾳ καὶ παραβύστῳ τινί, καὶ καθ᾿ αὑτοὺς συνιόντες, ὁποῦ καὶ λαθεῖν ἐστι τοὺς πολλούς, ἀλλ᾿ ἐν τῷ κοινῷ Συμβόλῳ τῆς πίστεως, ἐν τῇ τοῦ βαπτίσματος ὁμολογίᾳ· ἐν τῇ χριστιανικῇ σφραγίδι. Καὶ εἰ ὁ βασιλικὸν παραχαράττων νόμισμα, μεγάλης ἐστὶ τιμωρίας ἄξιος, ὁ τὴν κοινὴν σφραγῖδα τῆς χριστιανῶν ὁμολογίας μεταποιῶν τίνα ἂν ὑποσχὼν τὴν δίκην, οὐκ ἐλάττω δόξειε δοῦναι τοῦ πλημμελήματος; σκόπει δὲ οὕτως· ἐλέγομέν ποτε τὸ αὐτὸ δηλονότι καὶ οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν σχίσματα, τότε δήπου καὶ τοῖς πατράσι συνεφωνοῦμεν ἀμφότεροι· νῦν δὲ ὅτε μὴ τὸ αὐτὸ λέγομεν, ὅπως ἆρα ἑκάτερος ἔχομεν, ἡμεῖς μὲν δὴ τὰ αὐτὰ λέγομεν, ἅπερ κἂν τότε καὶ ἡμῖν αὐτοῖς συνεφωνοῦμεν, καὶ τοῖς πατράσιν ἡμῶν, καὶ ὑμῖν ἂν ἐθέλητε τ᾿ ἀληθῆ λέγειν· ὑμεῖς δὲ ἐπεισαγαγόντες καινότερα, πρῶτον μὲν πρὸς ὑμᾶς αὐτούς, εἶτα πρὸς τοὺς κοινοὺς πατέρας, ἔπειτα δέ γε καὶ πρὸς ἡμᾶς διαφωνεῖν ἀναγκάζεσθε· καὶ τί μὴ πρὸς τὴν καλὴν ἐκείνην συμφωνίαν ἐπάνιμεν; ἣ καὶ ἡμῖν αὐτοῖς, καὶ ἀλλήλοις, καὶ τοῖς πατράσιν ὁμολόγους ἀποφανεῖ, καὶ τὸ σχίσμα περιελεῖ καὶ συνάψει τὰ διεστῶτα, καὶ πᾶν ἀγαθὸν ἐργάσεται; Ναὶ πρὸς τῆς Τριάδος αὐτῆς; ναὶ πρὸς τῆς κοινῆς ἐλπίδος ἐφ᾿ ἧς πεποίθαμεν καὶ πεποίθατε· μὴ περιΐδητε κενοὺς καὶ ἀπράκτους ἡμᾶς ἀπελθόντας· ὑπὲρ Χριστοῦ πρεσβεύομεν, ὡς τοῦ Χριστοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν· μὴ ἀτιμάσητε τὴν πρεσβείαν, μὴ τὰς εὐχὰς ἀκάρπους ἐλέγξητε, μὴ τὸ θέλημα τῶν ἐχθρῶν ἐκπληρώσητε, μὴ τὸν κοινὸν ἡμῶν ἐχθρὸν καὶ πολέμιον ἐπιγελάσαι ἡμῖν ὡς πρότερον συγχωρήσητε· μὴ τὸν Θεὸν καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ τὸ Ἅγιον λυπηθῆναι παρασκευάσητε. Μετέωρός ἐστι πᾶσα ψυχή, καὶ ἀκοὴ πᾶσα τὴν ὑμῶν ἀναμένουσα γνώμην, ἣν ἐθελήσητε νεῦσαι πρὸς τὴν ἀγάπην καὶ τὰ σκάνδαλα ἐκ μέσου περιελεῖν, ἤρθη τὰ τῶν Χριστιανῶν, πέπτωκε τὰ τῶν ἀσεβῶν· ἔπτηξαν οἱ μισοῦντες ἡμᾶς, καὶ τὸν οἰκεῖον προεγνώκασιν ὄλεθρον· εἰδ᾿ ὃ μὴ γένοιτο τοὐναντίον ἐκβαίη, καὶ τὸ πονηρὸν ἔθος τῆς διαστάσεως ἐπικρατήσειε τοῦ κοινοῦ καὶ συμφέροντος, ἐγὼ μὲν οὐκέτι δύναμαι περαιτέρω λέγειν, καὶ τῷ πάθει συγχέομαι. Θεὸς δὲ ὁ πάντα δυνάμενος ἐπανορθώσειε τὴν Ἐκκλησίαν αὐτοῦ, ἣν τῷ ἰδίῳ ἐξηγόρασεν αἵματι καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς γενέσθαι παρασκευάσειεν· ὅτι αὐτῷ πρέπει δόξα τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». 
(ΠΗΓΗ: Μοναχού Κάλλιστου Βλαστού αγιορείτη του Εφέσιου: Δοκίμιον ιστορικόν περί του Σχίσματος, Ι. Σκήτη αγίας Άννης, άγιον Όρος, 1895. Το σχετικό απόσπασμα του λόγου του αγίου Μάρκου ευρίσκεται εις παλαιόν χειρόγραφον του Τόμου Απαλλαγής, σελ. 185 ευρισκομένου εις την βιβλιοθήκην της Ι. Σκήτης αγίας Άννης).
Η Ιδιωτική Οδός ευχαριστεί τον κ. Ιωάννη Καρδάση για την αποστολή του κειμένου - ντοκουμέντου. 

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Η ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΥΤΟΑΝΑΓΟΡΕΥΘΗΚΕ ΣΕ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Μία σημερινή – η εκατομμυριοστή; Γιατί όχι; - Ανακοίνωση του …περιώνυμου, πλέον, Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών της Μητροπόλεως Πειραιώς, επιχειρεί να «ανασκευάσει» ένα πρόσφατο άρθρο στο amen του Αρχιμανδρίτου Παντελεήμονος Μανουσάκη, καθηγητού της Φιλοσοφίας στη Βοστώνη, με τίτλο: «Πρεσβεία Τιμής και το Πρωτείο του Κωνσταντινουπόλεως: Μια Ερμηνευτική Ανάγνωση». 
Δεν έχω την απαίτηση οι εν Πειραιεί να καταλάβουν την προχωρημένη θεολογική σκέψη του π. Παντελεήμονος Μανουσάκη. Το αντίθετο θα ήταν η έκπληξη. Ο π. Παντελεήμων γράφοντας ανάλογα άρθρα δεν απευθύνεται, νομίζω, στον Ελλαδίτικο «πιστό λαό», που μας τον ανεβοκατεβάζουν νυχθημερόν οι «αντι-οικουμενιστές», αλλά στην σοβαρή θεολογική κοινότητα. Άλλωστε ούτε ο «πιστός λαός» θα ήθελε να διαβάζει άρθρα του π. Παντελεήμονος Μανουσάκη, τα οποία δεν τον βοηθούν να είναι αφιονισμένος, όπως επιθυμεί. 
Το φινάλε του κειμένου του Πειραιά είναι όλα τα λεφτά: 
Μαζί με την Εκκλησία της Ρωσίας, διατρανώνουμε την θέση μας, ότι δεν θα δεχτούμε σε καμία περίπτωση το μαρτυρικό Φανάρι να μεταβληθεί σε «Βατικανό της Ανατολής» και ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε «Πάπα της Ανατολής»!
Όταν λέει μαζί η Μητρόπολις Πειραιώς εννοεί ότι είναι όργανο της Ρωσικής Εκκλησίας στον Ελλαδικό χώρο; Δεν το πιστεύω. Ο Βολοκολάμσκ Ιλαρίων δε νομίζω ότι θα καταδεχόταν ποτέ να ασχοληθεί με τον υπεύθυνο του Γραφείου Αιρέσεων Αρχιμ. Παύλο Δημητρακόπουλο. Δεν ανήκει ούτε στην σφαίρα της φαντασίας του. Άρα τι απομένει; 
Ότι η Μητρόπολις Πειραιώς θεωρεί ότι είναι Αυτοκέφαλη Εκκλησία και μαζί με την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ρωσίας δεν θα επιτρέψουν την Βατικανοποίηση του Φαναρίου; Κι αυτό τερατώδες μοιάζει… 
Για σκεφθείτε το αντίθετο. Μια αντίστοιχη ανακοίνωση του Πατριαρχείου Μόσχας που να λέει: 
Μαζί με την Μητρόπολη Πειραιώς, διατρανώνουμε την θέση μας, ότι δεν θα δεχτούμε σε καμία περίπτωση το μαρτυρικό Φανάρι να μεταβληθεί σε «Βατικανό της Ανατολής» και ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε «Πάπα της Ανατολής»! 
Αν μη τι άλλο εκεί στον Πειραιά έχουν χιούμορ! Όχι στην πραγματικότητα. Αλλά άμα ψηλώσει ο νους σου, βγάζεις γέλιο.

Ο λόγος του γελοιότητος γέμει...


Μέσα στην "αντι-οικουμενιστική" λαίλαπα των καιρών, εμφανίζονται σαν μανιτάρια διάφοροι αστείοι τύποι που θεωρούν τους εαυτούς τους "ομολογητές" και νομίζουν πως είναι "άτλαντες" της Ορθοδοξίας.
Ένας τέτοιος νεοφανής αστήρ ακούει στο όνομα Παναγιώτης Νούνης. Ο εν λόγω χρησιμοποιεί τα ιστολόγιά μου για δικούς του σκοπούς και στην απαγόρευσή μου να συνεχίσει να το κάνει, μου υπέδειξε να πάω στην δικαιοσύνη γιατί είναι και ...ατρόμητος! Κλασικό παράδειγμα πώς μπορεί η θρησκευτικότητα να καταστήσει άρρωστο έναν άνθρωπο. 
Αναγκάζομαι εδώ να δημοσιεύσω την απάντηση του Αρχιμανδρίτη Γεράσιμου Φραγκουλάκη σε ένα "σεντόνι" πλήρους ασυναρτησίας που ανήρτησε ο Π. Νούνης στο διαδίκτυο για να "απαντήσει" στον π. Γεράσιμο για πρόσφατο κείμενό του στην Ιδιωτική Οδό. Έως εδώ. Τα υπόλοιπα αλλού με αυτόν τον "κύριο". 
Π.Α.Α.

Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Φραγκουλάκης 
Κύριε Νούνη, ο λόγος σου "δολιότητος γέμει", θα συμπλήρωνα δε και γελοιότητος. Με την λάσπη προσπαθείτε να οικοδομήσετε και θέλετε να σας πάρουμε στα σοβαρά; Συκοφαντείτε και ψεύδεσθε ταυτοχρόνως. Φαντάζομαι το παραπάνω εμετικό κείμενό σας θα το διαβάζετε ξανά και ξανά και θα αυτοβραβεύεσθε για την ποιότητά του και τα μέγιστα θεολογικά του στοιχεία. Απορώ μάλιστα πώς δεν πατήσατε Like, όπως συνηθίζετε να κάνετε σε ό,τι γράφετε! Κάτι τύποι σαν κι εσάς με την σπουδαία "εκκλησιολογία" τους δεν άφησαν τον Σωτηρόπουλο να μετανοήσει και έφυγε αφορισμένος. 
Μια και αρέσκεσθε στη χρήση παροιμιών θα σας γράψω αυτό που λέμε στην Κρήτη: "κουκιά τρως κουκιά μολογάς". Επειδή σερβίρεστε και ως ερευνητής Πατερικής Θεολογίας, θα πρέπει να γνωρίζετε και αυτό: «Σήμερον τα του Δεσποτικού σώματος μέλη, πολλοίς πρότερον χρόνοις διεσπαρμένα τε και ερρηγμένα προς την ένωσιν αλλήλων επείγεται. Ου γαρ ανέχεται η κεφαλή πάντων Χριστός ο Θεός εφιστάναι διηρημένω τω σώματι… Δια τούτο εξήγειρέ σε τον των Ιερέων αυτού πρωτεύοντα (δηλ. τον πάπα), προς την ημετέραν κλήσιν… Δεύρο δη ουν, αγιώτατε πάτερ, υπόδεξαι τα σα τέκνα…Μέχρι τίνος οι του αυτού Χριστού, και της αυτής πίστεως βάλλομεν αλλήλους και κατατέμνομεν; μέχρι τίνος οι της αυτής Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν αλλήλους;…» 
Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός κατά την έναρξη του Θεολογικού Διαλόγου με τους Λατίνους στην Φερράρα το 1438. 
Κάποτε οι αντι-οικουμενιστές τον είχατε τον Άγιο Μάρκο σημαία σας, τώρα τι έγινε;

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΤΟΜΑΣ ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΜΒΛΥΝΟΩΝ


"Πηγαίνετε σε μια απονομή βραβείου, πόσο γελοίο. Γελοίες μορφές. Όσο μεγαλοπρεπέστερα παρουσιάζονται, τόσο πιο γελοία είναι, είπε, όλα είναι γελοιογραφία και τίποτε άλλο, είπε, όλα ανεξαιρέτως. Αποκαλείτε έναν καλό άνθρωπο φίλο σας και μετά ξαφνικά αφήνει να τον αναγορεύσουν επίτιμο καθηγητή και του λοιπού αποκαλείται καθηγητής και τυπώνει το καθηγητής στα φύλλα της αλληλογραφίας του και η γυναίκα του εμφανίζεται ξαφνικά στο χασάπη ως κυρία καθηγητού για να μη χρειάζεται να περιμένει όσο οι άλλες που δεν έχουν άντρα καθηγητή. Πόσο γελοίο, είπε. Χρυσά σκαλοπάτια, χρυσή πολυθρόνα, χρυσά έδρανα στο Χόφμπουργκ, είπε, και κοντά σ' αυτά αμιγείς ψευτοδημοκράτες ηλίθιοι, πόσο γελοίο. 
Προχωρείτε κατά μήκος της Καίρτνερστρασε και όλα σας φαίνονται γελοία, όλοι οι άνθρωποι είναι γελοίοι και τίποτε άλλο, διασχίζετε ολόκληρη τη Βιέννη κατά μήκος και κατά πλάτος, και ολόκληρη η Βιέννη σάς φαίνεται ξαφνικά γελοία, όλοι οι άνθρωποι που συναντάτε είναι γελοίοι άνθρωποι, όλα όσα συναντάτε είναι γελοία, ζείτε σ' έναν πέρα για πέρα γελοίο και στην πραγματικότητα ξεπεσμένο κόσμο, είπε. Είστε υποχρεωμένος ξαφνικά να μετατρέψετε όλο τον κόσμο σε γελοιογραφία. Έχετε τη δύναμη να μετατρέψετε τον κόσμο σε γελοιογραφία, είπε, την ύψιστη δύναμη του πνεύματος, είπε, που είναι απαραίτητη γι' αυτό, αυτή τη μοναδική δύναμη επιβίωσης, είπε. Μόνο αυτό που βρίσκουμε τελικά γελοίο το κουμαντάρουμε, μόνο όταν βρίσκουμε γελοίο τον κόσμο και τη ζωή στον κόσμο πηγαίνουμε μπροστά, δεν υπάρχει άλλη, δεν υπάρχει καλύτερη μέθοδος, είπε. Σε κατάσταση θαυμασμού δεν αντέχουμε για πολύ και αφανιζόμαστε αν δεν τη διακόψουμε εγκαίρως, είπε. 
Ήμουν, ναι, σ' όλη μου την ζωή πάντοτε πολύ μακριά από την κατάσταση του ανθρώπου που θαυμάζει, ο θαυμασμός μου είναι κάτι ξένο, αφού δεν υπάρχει το θαύμα, μου ήταν πάντοτε κάτι ξένο ο θαυμασμός και τίποτε δεν με απωθεί τόσο όσο το να παρατηρώ τους ανθρώπους που θαυμάζουν, που τους έχει μολύνει ο οποιοσδήποτε θαυμασμός. Πηγαίνετε σε μια εκκλησία και οι άνθρωποι θαυμάζουν, πηγαίνετε σ' ένα μουσείο και οι άνθρωποι θαυμάζουν. Πηγαίνετε σε μια συναυλία και οι άνθρωποι θαυμάζουν, αυτό είναι αποκρουστικό. Το γνήσιο λογικό δεν γνωρίζει το θαυμασμό, παίρνει υπόψη, σέβεται, υπολήπτεται, αυτό είναι όλο, είπε. Οι άνθρωποι μπαίνουν σ' όλες τις εκκλησίες και σ' όλα τα μουσεία σαν να κουβαλούν στην πλάτη ένα σακίδιο γεμάτο θαυμασμό και γι΄αυτό το λόγο έχουν πάντοτε αυτή την αντιπαθητική καμπούρικη στάση που έχουν, ναι, οι πάντες στις εκκλησίες και στα μουσεία, είπε. Δεν έχω δει ακόμη εντελώς φυσιολογικό άνθρωπο να μπαίνει σε μια εκκλησία η σ’ ένα μουσείο, και το πιο αντιπαθητικό είναι να παρατηρείτε τους ανθρώπους στην Κνωσό ή στον Ακράγαντα όταν φτάνουν στο στόχο του απoθαυμαστικoύ τους ταξιδιού, γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά ένα αποθαυμαστικό ταξίδι, είπε. 
Ο θαυμασμός τυφλώνει, είπε ο Ρέγκερ χθες, αμβλύνει το μυαλό του ανθρώπου που θαυμάζει. Οι περισσότεροι άνθρωποι, απ' τη στιγμή που μπαίνουν στην κατάσταση θαυμασμού, δεν βγαίνουν πια απ’ αυτή την κατάσταση θαυμασμού και έτσι γίνονται αμβλύνοες. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι σ' όλη τους τη ζωή αμβλύνοες για μόνο το λόγο ότι θαυμάζουν. Δεν υπάρχει τίποτε να θαυμάσουμε, είπε ο Ρέγκερ χθες, τίποτε, απολύτως τίποτε. Καθώς ο σεβασμός και η υπόληψη παραείναι δύσκολα για τους ανθρώπους, οι άνθρωποι θαυμάζουν, αυτό τους κοστίζει λιγότερο, είπε ο Ρέγκερ. Ο θαυμασμός είναι πιο εύκολος από το σεβασμό, από την υπόληψη, ο θαυμασμός είναι ίδιον του κουτού είπε ο Pέγκερ. Μόνο ο κουτός θαυμάζει, ο έξυπνος δεν θαυμάζει, εκτιμά, υπολήπτεται, καταλαβαίνει, αυτό είναι. 
Μα για να εκτιμούμε και να υποληπτόμαστε και να καταλαβαίνουμε, απαιτείται βέβαια πνεύμα, και πνεύμα οι άνθρωποι, δεν έχουν, χωρίς πνεύμα και πραγματικά παντελώς ανόητοι ταξιδεύουν στις Πυραμίδες και στους κίονες της Σικελίας και στους ναούς της Περσίας και πασπαλίζουν με θαυμασμό τον εαυτό τους και την αμβλύνοιά τους, είπε. Η κατάσταση θαυμασμού είναι μια κατάσταση πνευματικής αδυναμίας, είπε ο Ρέγκερ χθες, σ' αυτή την κατάσταση της πνευματικής αδυναμίας ζουν σχεδόν όλοι. Όντας σ’ αυτή την κατάσταση πνευματικής αδυναμίας, μπαίνουν όλοι και στο Κούνστχιστορισες Μουζέουμ. Οι άνθρωποι κουβαλούν με μεγάλο κόπο το θαυμασμό τους, δεν έχουν το θάρρος ν' αφήσουν το θαυμασμό τους στην γκαρνταρόμπα όπως το πανωφόρι τους. Κουβαλούν λοιπόν με κόπο τον εαυτό τους, που είναι παραφορτωμένος με θαυμασμό, μέσα σ’ όλες αυτές τις αίθουσες, είπε ο Ρέγκερ, κι έτσι μας ανακατεύουν το στομάχι. Ο θαυμασμός όμως δεν είναι μόνο διακριτικό γνώρισμα του λεγόμενου ακαλλιέργητου, κάθε άλλο μάλιστα, είναι σε απόλυτα φοβερό, ναι, πραγματικά τρομακτικό βαθμό διακριτικό γνώρισμα και όλων των λεγόμενων καλλιεργημένων, πράγμα που είναι ακόμη πιο αποκρουστικό. 
Ο ακαλλιέργητος θαυμάζει επειδή απλούστατα παραείναι κουτός για να μη θαυμάσει, ο καλλιεργημένος όμως παραείναι διεστραμμένος για κάτι τέτοιο, είπε ο Ρέγκερ. Ο θαυμασμός των λεγόμενων ακαλλιέργητων είναι απόλυτα φυσικός, ο θαυμασμός των λεγόμενων καλλιεργημένων όμως είναι μια καθαρά διεστραμμένη διαστροφή, είπε ο Ρέγκερ". 
Τόμας Μπέρνχαρντ, από το βιβλίο "Οι Παλαιοί Δάσκαλοι" 
(μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδόσεις Εξάντας, 1994)
Related Posts with Thumbnails