Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009
Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΛΑΡΙΩΝ ΣΤΟ AMEN.GR ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ
Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009
Ο ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΤΟΛΜΑ!

O Aρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος δεν παίζει. Μίλησε για τιμωρία όσων κληρικών και μοναχών συμμετείχαν στις πρόσφατες διαδηλώσεις εναντίον του Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών που διεξήχθη στην Κύπρο. Και το έπραξε.
Στη σημερινή συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου πάρθηκε απόφαση για διενέργεια ανακρίσεων, από τους οικείους Μητροπολίτες Τριμυθούντος και Κιτίου, επιβολή ποινών και τελική απόφαση της Συνόδου.
Το αμάρτημα των “αντι-οικουμενιστών” είναι ότι θεωρούν εαυτούς φύλακες της Ορθοδοξίας, ομολογητάς της πίστεως κ.ο.κ. ενώ οι διαλεγόμενοι και οι μη υπογράφοντες τις “Ομολογίες Πίστεως” είναι μειοδότες – το λιγότερο – έχουν αμβλυμένη συνείδηση και τα τοιαύτα.
Δεν πρόκειται για δύο στρατόπεδα, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Πρόκειται για μια νοσηρή και πλανεμένη εν ταυτώ κατάσταση, η οποία διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο ως “πιστός λαός”.
Ευτυχώς όμως η Εκκλησία πορεύεται ερήμην αυτών των μεσσιανισμών και των σωτήρων, οι οποίοι αν αισθάνονται άβολα μπορούν να προσχωρήσουν σε μια άλλη Εκκλησία της αρεσκείας τους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Πάφο επαναδιατύπωσε σύσσωμη την θέση της για διάλογο. Καλά θα κάνουν να το χωνέψουν αυτό κάποιοι κληρικοί και μοναχοί οι οποίοι “φουντώνουν” και όσους λαϊκούς επηρεάζουν “πνευματικά”, ήτοι φασιστικά.
Αλλιώς, η γραμμή που χαράσσει ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου είναι η ενδεδειγμένη. Η δέουσα τιμωρία και το όποιο επιτίμιο, προκειμένου να έλθουν εις εαυτόν οι αλλόφρονες υπερορθοδοξούντες.
Και ο Κύπρου Χρυσόστομος αποδεικνύει έτσι πως δεν φοβάται τους "αντι-οικουμενιστές" και τις τρισάθλιες μεθόδους τους, όπως δυστυχώς συμβαίνει με πολλούς Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αναδεικνύεται ασυμβίβαστος και αίρεται υπεράνω "ισορροπιών" και λοιπών τερτιπιών.
Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009
ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ: "Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΛΩΝ ΜΑΣ"
Του ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΒΙΚΕΤΟΥ
Από πνεύμα φιλίας, συνεργασίας και πλήρους εμπιστοσύνης χαρακτηρίστηκε η 11η Συνάντηση της Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων – Ρωμαιοκαθολικών στην Πάφο, τονίζεται σε ανακοινωθέν, που εκδόθηκε προχθές με την ολοκλήρωση των εργασιών της.
Στο ανακοινωθέν αναφέρεται ότι η Επιτροπή μελέτησε το θέμα «Ο ρόλος του Επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία της Εκκλησίας κατά την πρώτη Χιλιετία», επί τη βάσει του προσχεδίου κειμένου.
Τα μέλη της Επιτροπής εξέτασαν διεξοδικά το προσχέδιο και προέβησαν σε διορθώσεις, αλλαγές και συμπληρώσεις του.
«Δεδομένου ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η επεξεργασία του τελικού κειμένου, οποιοδήποτε τυχόν κείμενο κυκλοφορήσει δεν είναι έγκυρο», τονίζεται στο ανακοινωθέν και προστίθεται ότι η συζήτηση θα συνεχιστεί στη 12η συνάντηση στη Βιέννη τον Σεπτέμβριο του 2010.
Μεταξύ πολλών άλλων ζητημάτων, προστίθεται στο ανακοινωθέν, η Ορθόδοξη αντιπροσωπεία συζήτησε τις αρνητικές αντιδράσεις προς τον Διάλογο ορισμένων Ορθοδόξων κύκλων και έκρινε ομόφωνα ότι είναι «εντελώς αβάσιμες και απαράδεκτες».
Επίσης «κατεδίκασε την εκ μέρους τους διάδοση ψευδών και παραπλανητικών πληροφοριών. Όλα τα Ορθόδοξα μέλη της Επιτροπής επιβεβαίωσαν εκ νέου ότι ο Διάλογος συνεχίζεται με απόφαση όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών και διεξάγεται με πιστότητα στην Αλήθεια και την Παράδοση της Εκκλησίας».
Το ανακοινωθέν χαρακτηρίζει «γενναιόδωρη και αδελφική» τη φιλοξενία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου.
Ο συμπρόεδρος της Επιτροπής εκ μέρους των Ορθοδόξων Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης δήλωσε ότι «Η Εκκλησία της Κύπρου όχι μόνο συμμετέχει ανελλιπώς στις εργασίες του Διαλόγου, αλλά και δέχτηκε ευγενώς να φιλοξενήσει την ολομέλεια της Επιτροπής μας τις μέρες αυτές και ευχαριστούμε γι΄ αυτό τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο κ. Χρυσόστομο και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Κύπρου».
Ο Ρωμαιοκαθολικός συμπρόεδρος Καρδινάλιος Βάλτερ Κάσπερ υπογράμμισε ότι «το πνεύμα της ταπείνωσης και της αγάπης πρέπει να επικρατεί στο έργο της Επιτροπής».
Μετά τη λήξη των εργασιών της Επιτροπής τα μέλη της παρακολούθησαν την τέλεση Ορθοδόξου Εσπερινού στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Θεοδώρου και ακολούθησε δεξίωση στον μητροπολιτικό οίκου από τον Μητροπολίτη Πάφου Γεώργιο, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου.
Ο Μητροπολίτης Πάφου υπογράμμισε τη σπουδαιότητα της συνάντησης αυτής στην αποστολική πόλη της Πάφου, «γνωστή για την ιστορία όχι μόνο της Κύπρου, αλλά και του συνόλου της Χριστιανοσύνης».
φωτό: Ο Κύπρου Χρυσόστομος και ο εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Μόσχας Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων
Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009
Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ
Την έναρξη του διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς «επί ίσοις όροις» πρότεινε η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τη Β΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, στη Ρόδο το 1963.
Από τη μεριά των Ρωμαιοκαθολικών, το πράσινο φως για τη συμμετοχή τους στη σύγχρονη οικουμενική κίνηση και κατά συνέπεια στους διαλόγους με την Ορθόδοξη Εκκλησία και τις άλλες ομολογίες, δόθηκε από τη Β’ Βατικάνειο Σύνοδο (1962).
Από το 1980 διεξάγεται, με διακοπή ορισμένων χρόνων στις αρχές του 2000, ο θεολογικός διάλογος και για το σκοπό αυτό έχει συσταθεί πολυμελής Μικτή Επιτροπή (ΜΕΘΔ), στην οποία συμμετέχουν με ίσο αριθμό Ορθόδοξοι Ιεράρχες από όλα τα Πατριαρχεία και τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και Ρωμαιοκαθολικοί Επίσκοποι. Της Επιτροπής, η οποία αυτές τις μέρες συνέρχεται στην Πάφο, συμπροεδρεύουν από την πλευρά των Ορθοδόξων ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης και από Ρωμαιοκαθολικής ο καρδινάλιος Βάλτερ Κάσπερ.
Στο πλαίσιο του διαλόγου η Ορθόδοξη Εκκλησία, δια του συντονιστικού αυτής κέντρου, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξαίροντας το οικουμενικό κύρος του Συμβόλου της Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, έχει δηλώσει ευθύς εξ αρχής και χωρίς περιστροφές ότι «πάσα ένωσις δέον να στηρίζηται επί της κοινής πίστεως και ομολογίας της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των οκτώ πρώτων αιώνων».
H συμμετοχή της Ορθοδοξίας στο διάλογο, η οποία αποφασίστηκε σε πανορθόδοξο επίπεδο και η συνέχιση του επαναβεβαιώθηκε από τη Σύναξη των Προκαθημένων στο ανέρι τον Οκτώβριο του 2008, δεν αποτελεί ιστορική ή άλλης φύσεως αναγκαιότητα, αλλά, συνέπεια των βασικών πτυχών της χριστιανικής θεολογίας.
Η οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας, τονίζει ο καθηγητής – και νυν πρόεδρος - του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ κ. Πέτρος Βασιλειάδης απορρέει από τη ρητή εντολή και απαράβατη επιταγή «ίνα πάντες εν ώσιν» (Ιωαν. 17:21) καθώς και από την ακράδαντη πεποίθησή της ότι υπέρτατος στόχος της Θείας Οικονομίας είναι η ενότητα των πάντων. Για το όραμα αυτό, άλλωστε, «της των πάντων ενώσεως», επισημαίνει, αιώνες τώρα ακατάπαυστα δέεται η Ορθόδοξη Εκκλησία.
το φως του Μυστηρίου της Αγίας Τριάδος». Επομένως στη συνάντηση της ΜΕΘΔ στην Πάφο θα μελετηθεί και θα εξεταστεί:
α) Η μετά το σχίσμα διαδικασία σύγκλησης λειτουργίας και αποδοχής των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων "Εν τη αυστηρά εννοία του όρου".
Η προαγωγή της Ουνίας συνεχίστηκε παρά την κοινή δήλωση (1990) της ΜΕΘΔ στο Freising της Γερμανίας με την οποία χωρίς να παραβλέπεται η θρησκευτική ελευθερία των Ουνιτών απορρίφθηκε ομόφωνα η μέθοδος της Ουνίας ως τρόπος ένωσης, γιατί δεν συνάδει με την Εκκλησιολογία.
Το 1992 η Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Φανάρι διαπιστώνει με θλίψη ότι «ορισμένοι κύκλοι εντός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας προβαίνουν σε ενέργειες εντελώς αντίθετες προς το πνεύμα του διαλόγου, της αγάπης και της αληθείας».
Ο Κωνσταντίας Βασίλειος σημειώνει ότι η Σύναξη των Προκαθημένων του 1992 ήταν πολύ προσεκτική για το μέλλον του διαλόγου και δεν θέλησε να εγκλωβίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία με μια απόφαση απόρριψής του.
Τελικά το θέμα της Ουνίας φαίνεται ότι έμεινε να εξεταστεί για αργότερα και το 2006 ο διάλογος επαναλήφθηκε με συνάντηση της ΜΕΘΔ στο Βελιγράδι και θέμα την «εκκλησιαστική κοινωνία της συνοδικότητας και της αυθεντίας», δηλαδή το κρίσιμο ζήτημα του «Πρωτείου».
Ο καθηγητής της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Πέτρος Βασιλειάδης επισημαίνει ότι «στο διάλογο πηγαίνουμε όχι για να ομολογήσουμε την ορθοδοξία μας, αλλά για να συνδράμουμε συνεργικά στο έργο του Αγίου Πνεύματος». Σύμφωνα με τον ίδιο κριτήριο του διαλόγου δεν μπορεί να είναι άλλο, παρά η πιστότητα στην αυθεντική Αποστολική παράδοση, με άλλα λόγια η αυθεντική Εκκλησιολογία.
Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίας Βασίλειος αναφέρει σχετικά με το Κείμενο της Ραβέννας ότι « κέντρο κατανοήσεώς του είναι ο 34ος Αποστολικός Κανόνας, ο οποίος παρατίθεται στην παρ. 24. Με το κείμενο της Ραβέννας επιτυγχάνεται η αποδοχή εκ μέρους των Ρωμαιοκαθολικών της ιστορικής και εκκλησιολογικής πραγματικότητας, ότι δηλαδή η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ήταν μία τοπική Εκκλησία, όπως οι λοιπές κατά τόπους Εκκλησίες, ή όπως έχει λεχθεί το Πατριαρχείο της Δύσεως».
Επίσης ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, καθηγητής Πανεπιστημίου και εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος μεταξύ άλλων επισημαίνει αναφορικά με τα Κείμενα της ΜΕΘΔ ότι «δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει, ότι αποτελούν επιμέρους τμήματα ή μέρη μιας ευρύτερης διαδικασίας αποδοχής (reception), αφού θα πρέπει να ελεχθούν, να αξιολογηθούν και να εφαρμοστούν από το εκκλησιαστικό πλήρωμα, το «consensus fidelium», να περάσουν δηλαδή μέσα από το θεολογικό προβληματισμό και την δοκιμασία ολοκλήρου του εκκλησιαστικού σώματος, ως ευχαριστιακής κοινότητας, όπου τα Κείμενα θα αποδεσμευτούν από τον «μονό-λογο» των Θεολογικών Επιτροπών. Αυτό όμως είναι το επόμενο και το σημαντικότερο στάδιο του Θεολογικού Διαλόγου».
Οι ένθερμοι συντάκτες "Ομολογιών πίστεως", επισημαίνει ο κ. Χρυσόστομος, δεν είναι δυνατόν να δρουν ως αυτονομημένα άτομα ή εκκλησιαστικές μονάδες, μάλιστα εν ονόματι του "Λαού του Θεού", ερήμην του Λαού του Θεού και επί τη βάσει κριτηρίων της λεγόμενης λαϊκής τους έκφρασης, "ενσυνειδήτως" ή "ασυνειδήτως", ή της αποκλειστικότητας μιας αόρατης αυθεντίας, με αποτέλεσμα να θεωρούν τους εαυτούς τους, ότι εκφράζουν την απόλυτη "εκκλησιαστική συνείδηση".
Ωστόσο ο καθηγητής Δογματικής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Δημήτριος Τσελεγγίδης διατυπώνει έντονη κριτική διάθεση στο κείμενο της Ραβέννας, υποστηρίζοντας πως σε αυτό «η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία επεκτείνεται και εφαρμόζεται ανεπίτρεπτα και στους ετεροδόξους».
Αυτό, σύμφωνα με τον καθηγητή Τσελεγγίδη, γίνεται «απροϋπόθετα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υφιστάμενες δογματικές διαφορές, πράγμα που νομιμοποιεί εκκλησιολογικά την ετεροδοξία και την εξισώνει με την Ορθοδοξία».
Ως εκ τούτου και με βάση πάντα τη διατύπωση του κειμένου της Ραβέννας, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η βάση του διαλόγου, «θεολογικώς κρινόμενη, είναι δυστυχώς, τελείως εσφαλμένη», υποστηρίζει ο καθηγητής Τσελεγγίδης και προσθέτει ότι ο Θεολογικός Διάλογος οδήγησε ήδη τη Μικτή Επιτροπή σε κατάθεση 10 κοινών Κειμένων, χωρίς τις παραπάνω προϋποθέσεις, «αφού σε κανένα κοινό Κείμενο δεν γίνεται λόγος για σαφή καταδίκη των καινοφανών δογμάτων του Ρωμαιοκαθολικισμού, όπως λ.χ. του Filioque».
To «πρωτείο» προβάλλεται από τον Πάπα ως υπέρτατη διοικητική εξουσία σ’ ολόκληρη την χριστιανική Εκκλησία. Την εξουσία αυτή προσπάθησε να θεμελιώσει η Ρ/Κ Εκκλησία πάνω σε μια πλαστή θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο Απόστολος Πέτρος ήταν η κεφαλή των Αποστόλων και, βάσει της θεωρίας αυτής, το προνόμιο αυτό μετέδωσε στον επίσκοπο της Ρώμης, στην οποία υπήρξε πρώτος επίσκοπος. Ετσι, λένε οι Ρωμαιοκαθολικοί, η Εκκλησία πρέπει να αναγνωρίζει τον Πάπα ως κεφαλή της και τοποτηρητή του Χριστού στη γή. Οι απόψεις αυτές των Ρωμαιοκαθολικών, όπως υπογραμμίζει ο καθηγητής του Τσελεγγίδης είναι βιβλικά και ιστορικά αστήρικτες.
Εξάλλου, σοβαρό πρόβλημα αποτελεί η Οδηγία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας του 2007 , σύμφωνα με την οποία «μόνο αυτή εξασφαλίζει σωτηρία των πιστών, διότι είναι εκείνη που ίδρυσε ο Ιησούς Χριστός».
Επίσης, εκτιμά ότι δημιουργείται ένα «εκκλησιολογικό έλλειμμα», γιατί, όπως υποστηρίζει, η ποιμαίνουσα Εκκλησία δεν έχει στην οπτική της τη συμμετοχή των πιστών στους διαλόγους.
2. Η διδασκαλία περί της Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου. Η Παναγία δεν έφερε το στίγμα του προπατορικού αμαρτήματος.
3. Κατά την πατερική ερμηνεία του πρωτείου αληθείας, κάθε επίσκοπος ή προκαθήμενος εκκλησίας, είναι πρώτος μεταξύ ίσων Primus inter pares. Το πρωτείον αληθείας μεταβλήθηκε από τους ΡΚ σε «πρωτείον εξουσίας» και οδηγεί στην ιδέα του «πρωτείου» του Πάπα Ρώμης, ανάμεσα στους άλλους προκαθημένους των Εκκλησιών.
4. Episcopus universalis: Ο Πάπας της Ρώμης θεωρεί τον εαυτό του, ως παγκόσμιο επίσκοπο, ο οποίος αποφαίνεται αλάθητα «Infallibilitatus Papae!».
5 . Λειτουργικές διαφορές: Χρήση άζυμου άρτου κατά τη Θεία Λειτουργία. Η απόλυτη αγαμία του κλήρου κ.α.
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009
"ΟΠΟΙΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΝΑ ΔΙΑΛΕΧΘΕΙ"
Λευκωσία
Του Αριστείδη Βικέτου
H Εκκλησία της Κύπρου παραμένει σταθερά προσηλωμένη στην Ορθόδοξη πίστη, αλλά δεν διστάζει μαζί με όλες τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες να συμμετέχει σε διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, παρά τις όποιες ανησυχίες και την πικρία των καταπιέσεων και μαρτυριών του ποιμνίου της στους αιώνες της Λατινοκρατίας, τόνισε σήμερα ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος.
Σε χαιρετισμό του προς τους εκπροσώπους των Αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ο Κύπρου Χρυσόστομος επεσήμανε την ανάγκη συνδιαλλαγής, με σκοπό την άρση των διαφορών, σε ένα κόσμο, όπου οι Χριστιανοί κινδυνεύουν να γίνουν μειονότητα.Οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών εξακολουθούν να δηλητηριάζονται από το πρόβλημα της Ουνίας, επεσήμανε και πρόσθεσε ότι ακανθώδες πρόβλημα παραμένει και το ζήτημα του προβαλλόμενου πρωτείου του Πάπα.
Πρωτίστως, είπε ο κ. Χρυσόστομος, πρέπει να ξεπεραστεί η διαίρεση των Χριστιανών προκειμένου να ενεργούν με μεγαλύτερη επιρροή και αξιοπιστία.
Ο Κύπρου Χρυσόστομος αναφέρθηκε και σε αυτούς, που αντιδρούν στον θεολογικό διάλογο, λέγοντας ότι «συνιστά εγωϊσμό, και μάλιστα εωσφορικό εγωισμό, το να θέτει κάποιος, είτε λαϊκός είτε κληρικός, την γνώμη του πάνω από τη γνώμη και τις αποφάσεις των τοπικών συνόδων όλης της Ορθοδοξίας. Έπαυσε μήπως ο Παράκλητος, να συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας, να φωτίζει τη σκέψη και να κατευθύνει τα διαβήματα των εν Συνόδω συνερχομένων και διαβουλευομένων Ιεραρχών, και επιδημεί επιλεκτικά μόνο σ' αυτούς; Καιρός λοιπόν να ανανήψουν. Να προσγειωθούν και να αποκτήσουν την σώζουσα ταπείνωση. 'Εχουσι την γνώσιν οι φύλακες».
Στο χαιρετισμό του ο Κύπρου Χρυσόστομος κατάγγειλε την Τουρκία για τη συνεχιζόμενη κατοχή τμήματος της Κύπρου και για την καταστροφή 500 ναών.
Σε αντιφώνηση του ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης εξ' ονόματος των αντιπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αφού αναφέρθηκε στο θεολογικό διάλογο, επεσήμανε ότι ο λαός και η Εκκλησία της Κύπρου, βιώνουν την διαίρεση του ευλογημένου νησιού και έχουν συναίσθηση της τραγικότητας της διαίρεσης. «Προσευχόμεθα και προσπαθούμε με κάθε διαθέσιμο μέσο να βοηθήσουμε, ώστε να ξεπεραστεί η διαίρεση και η Κύπρος και ο λαός της να επανεύρουν την ενότητα τους και τη συνέχεια του πολιτισμού τους και της χριστιανικής τους Εκκλησίας», τόνισε ο Περγάμου Ιωάννης.Στο συλλείτουργο έλαβαν μέρος οι Αρχιερείς εκπρόσωποι των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίοι βρίσκονται στην Κύπρο με την ευκαιρία της συγκλήσεως στην Πάφο της ΙΑ΄ Συνάντησης της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων – Ρωμαιοκαθολικών.
Χαιρετισμός του Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ. κ. Χρυσοστόμου Β' προς τους εκπροσώπους των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Με ιδιαίτερη χαρά και με την αίσθηση της ευθύνης απέναντι στην Χριστιανική ανθρωπότητα, η παλαίφατη Εκκλησία της Κύπρου, η αρχαιότερη στον Ευρωπαϊκό χώρο, φιλοξενεί φέτος το διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Ο Θεολογικός αυτός διάλογος είναι ο κυριότερος στα πλαίσια των διμερών επίσημων θεολογικών διαλόγων της Ορθοδοξίας με την ετεροδοξία που γίνονται με συντονιστή το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Καλωσορίζω εκ μέρους της Ιεραρχίας και του πληρώματος της Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου όλους εσάς τους διακεκριμένους εκπροσώπους των κατά τόπους αυτοκέφαλων Ορθοδόξων Εκκλησιών καθώς και τους εκπροσώπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και εύχομαι ευόδωση των εργασιών σας.
Σ' ένα κόσμο που, στις μέρες μας, οι Χριστιανοί κινδυνεύουμε να γίνουμε μειονότητα, είναι ανάγκη να συνδιαλεγόμαστε, με σκοπό την άρση των διαφορών και διά της ευρέσεως της προ του χωρισμού μας κοινής πίστεως, να πορευθούμε την κοινήν οδόν της σωτηρίας, εκπληρώνοντας έτσι και την προσευχή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού προς τον Θεόν - Πατέρα «ίνα πάντες έν ώσι».
Αν σήμερα διαλεγόμαστε για τα πολλά και επικίνδυνα κακά της εποχής μας, τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, τη μείωση της οζονόσφαιρας, την αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών λόγω της ανθρώπινης πλεονεξίας -, οφείλουμε πρωτίστως να διαλεχθούμε και να θεραπεύσουμε το δικό μας κακό, εκείνο της διαίρεσης, για να μπορούμε να ενεργούμε με μεγαλύτερη επιρροή και αξιοπιστία. Η αποφυγή του διαλόγου, όπως γινόταν για αιώνες, καθώς και η αποφυγή αναφοράς στα σημαντικά προβλήματα και δυσκολίες που υπήρχαν ανάμεσα στην Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, δεν είναι τακτική που μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα και να υπηρετήσει την αλήθεια. Όπως είπε σε άλλη συνάφεια ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου «όποιος πιστεύει την αλήθεια δεν φοβάται να διαλεχθεί».
Και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αναφέρει σχετικά: «Ότε διίστανται τινές αλλήλων και ου χωρούσι προς λόγους, δοκεί μείζων είναι η μεταξύ τούτων διαφορά. Ότε δ' εις λόγους συνέλθωσι και εκάτερον μέρος νουνεχώς ακροάσηται τα παρ' εκατέρου λεγόμενα, ευρίσκεται πολλάκις ολίγη η τούτων διαφορά».
Η παρούσα συνάντηση δημιουργεί την ελπίδα της αντιμετώπισης καίριων προβλημάτων στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών μας με αίσθημα ευθύνης. Ομολογείται από όλους ότι σήμερα παρήλθεν η εποχή των παγετώνων στις σχέσεις Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και ότι ευρισκόμεθα στην περίοδο της τήξεως των πάγων. Είναι, όμως, γεγονός ότι οι σχέσεις των Εκκλησιών μας δηλητηριάστηκαν και δηλητηριάζονται από το πρόβλημα της Ουνίας, που αποτελεί μια εκκλησιολογική εκτροπή, και τυγχάνει για μας μια απαράδεκτη μέθοδος προσηλυτισμού εκ μέρους των Ρωμαιοκαθολικών.
Ακανθώδες πρόβλημα στις συναντήσεις Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών παραμένει και το θέμα του προβαλλόμενου πρωτείου του Πάπα εις την Εκκλησίαν. Γνωρίζω πως μια πτυχή του θέματος, και δη η θέση του επισκόπου της Ρώμης στην Εκκλησία κατά την πρώτη χιλιετία του Χριστιανισμού, θα απασχολήσει την παρούσα συνάντηση. Δεν θα ήθελα, με κανένα τρόπο, να παρέμβω στο διάλογο. Επειδή όμως η ενότης θα προκύψει όχι από τον θεολογικό διάλογο αλλά μετά από απόφαση των Εκκλησιών, είναι σωστό να ακούονται και να λαμβάνονται υπόψη και οι ανησυχίες του πιστού λαού.
Εμείς στην Ανατολή, ανέκαθεν θεωρούσαμε τον Επίσκοπο της Ρώμης, εντός μιας ενωμένης Εκκλησίας, ως τον πρώτο μεταξύ ίσων, στο πλαίσιο της πενταρχίας των πατριαρχών. Η Ρώμη, ως πρωτεύουσα τότε του κράτους, προσέδωσε στον επίσκοπο της την τιμητική αυτή θέση. Γι' αυτό και όταν στο Annuario pontificio του έτους 2006 απαλείφθηκε ο καθιερωμένος μέχρι το σχίσμα του 1054 εκκλησιαστικός τίτλος του Πάπα ως Πατριάρχη της Δύσεως, ο λαός μας ανησύχησε. Ο τίτλος αυτός συνδέεται άρρηκτα με την κοινή κατά την πρώτη χιλιετία εκκλησιολογία της τοπικής Εκκλησίας, στην οποία θεμελιώθηκε και η όλη κανονική παράδοση για τη διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας. Η απάλειψη του τίτλου αυτού δημιούργησε στον Ορθόδοξο λαό την υποψία για προσπάθεια επιβολής του παπικού πρωτείου όπως διαμορφώθηκε στη Δύση κατά τη δεύτερη χιλιετία του Χριστιανισμού.
Η Εκκλησία της Κύπρου μένουσα σταθερά προσηλωμένη στην Ορθόδοξη πίστη της αλλά θεωρούσα την ενότητα ως εντολή του Χριστού, δεν διστάζει μαζί με όλες τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες να προσέλθει στο διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, παρά τις πιο πάνω ανησυχίες και παρά την πικρία των καταπιέσεων και μαρτυρίων του ποιμνίου της κατά τους αιώνες της Λατινοκρατίας.
Μαζί με όλες τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες υπογραμμίζουμε τη σταθερή εμμονή μας στους καθιερωμένους βασικούς πόλους της εκκλησιαστικής συνείδησης της πρώτης χιλιετίας του ιστορικού Βίου της Εκκλησίας. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι και οι μεγάλοι Πατέρες της πρώτης χιλιετίας αποτελούν εχέγγυο για την αυθεντική θεολογική ερμηνεία του μυστηρίου της εν Χριστώ Θείας οικονομίας αλλά και για την αυθεντική βίωσή του από τους πιστούς στο μυστήριο της Εκκλησίας, στο οποίο προεκτείνεται, υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, η συνεχής και ενεργός παρουσία του Χριστού μέσα στον κόσμο, μέχρι της συντέλειας του αιώνος.
Η με ειλικρίνεια και εντιμότητα αναζήτηση εκ μέρους των Εκκλησιών μας, της κοινής πίστεως της αδιαιρέτου Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας, θα πρέπει να είναι η μόνη επιδίωξη και ο μόνιμος στόχος μας.
Θα ήθελα όμως να απευθυνθώ και προς μία μικρή μερίδα Ορθοδόξων που, καλή τη πίστει, πιστεύω, επαναλαμβάνουν αποσπασματικά και εκτός από τη συνάφεια για την οποία εγράφησαν ή θεσπίστηκαν, κάποιους ιερούς κανόνες και σκανδαλίζονται από την συμπροσευχή με μη Ορθοδόξους. Και τους ερωτώ: Αν την κοινή συμπροσευχή απαγόρευαν οι Κανόνες, τότε η Εκκλησία θα επέτρεπε στους κατηχουμένους, που ήταν αβάπτιστοι ή ενδεχομένως ανήκαν σε άλλες ομολογίες ή αιρέσεις, να συμμετέχουν σ' ένα μέρος της Θείας Λειτουργίας; Ή, δεν συνιστά συμπροσευχή η τέλεση μικτών γάμων, η τέλεση δηλαδή του μυστηρίου του στεφανώματος σε δύο ανθρώπους εκ των οποίων ο ένας (είτε ο άνδρας είτε η γυναίκα) είναι ετερόδοξος; Άλλη, επομένως, είναι η πρόνοια των Ιερών Κανόνων και άλλος ο σκοπός τους.
Κι από την άλλη, δεν συνιστά εγωισμό, και μάλιστα εωσφορικό εγωισμό, το να θέτει κάποιος, είτε λαϊκός είτε κληρικός, την γνώμη του πάνω από τη γνώμη και τις αποφάσεις των τοπικών συνόδων όλης της Ορθοδοξίας; Έπαυσε μήπως ο Παράκλητος, να συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας, να φωτίζει τη σκέψη και να κατευθύνει τα διαβήματα των εν Συνόδω συνερχομένων και διαβουλευομένων Ιεραρχών, και επιδημεί επιλεκτικά μόνο σ' αυτούς; Καιρός λοιπόν να ανανήψουν. Να προσγειωθούν και να αποκτήσουν την σώζουσα ταπείνωση. «'Εχουσι την γνώσιν οι φύλακες».
Θα ήθελα και πάλιν να καλωσορίσω όλους τους διακεκριμένους εκπροσώπους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και να ευχηθώ τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος για ευόδωση των εργασιών της συνάντησής τους. Δεν θα μπορούσα όμως να περατώσω τον λόγο αν δεν αναφερόμουν, πολύ σύντομα, στη σημερινή δεινή θέση της Εκκλησίας της Κύπρου και του πληρώματος της, εξ' αιτίας της συνεχιζόμενης για 35 χρόνια επίθεσης και κατοχής, από ένα βάρβαρο στην κυριολεξία, γείτονα κατακτητή. Η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη την παρουσία 120 χιλιάδων Μουσουλμάνων στην Κύπρο, που αποτελούσαν το 18% του πληθυσμού της νήσου, μας επετέθη Βάναυσα και κατέκτησε το 37% του εδάφους μας. Έδιωξε όλους τους Χριστιανούς Ελληνες κατοίκους από τα εδάφη τους και μετέφερε 450.000 εποίκους από την Ανατολία με σκοπό την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα της νήσου μας. Ο εποικισμός συνεχίζεται και σήμερα, ο δε Τούρκος πρωθυπουργός μάς απείλησε με ένα εκατομμύριο εποίκους. Οι Χριστιανοί εκτοπισθέντες (το 40% του πληθυσμού της Κύπρου) υποφέρουν στην προσφυγιά. Κι όλοι μας αγωνιούμε για το μέλλον, αφού ξεκάθαρα φαίνονται οι διαθέσεις της Τουρκίας για κατάληψη και εκτουρκισμό ολόκληρης της Κύπρου, όπως έκαμε στην περίπτωση της Αλεξανδρέττας πριν από λίγα χρόνια. Πεντακόσιοι ναοί μας στα κατεχόμενα καταστράφηκαν. Άλλοι έγιναν μουσουλμανικά τεμένη, άλλοι μάντρες ζώων κι άλλοι εγκαταλείφθηκαν στη φθορά του χρόνου. Σ' εμάς, τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, δεν μας επιτρέπεται ούτε η επιδιόρθωση ούτε η χρήση τους.
Κάνουμε έκκληση σ' όλους εσάς. Απευθυνόμαστε στα αδελφικά σας αισθήματα. Θυμηθείτε μας στις προσευχές σας αλλά και πιέστε τους ηγέτες των χωρών σας για απόδοση δικαιοσύνης στην Κύπρο.
Καλωσορίζοντάς σας ξανά στην Κύπρο, εύχομαι ευχάριστη διαμονή στον τόπο μας και ευόδωση των σκοπών της συνάντησής σας.
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΡΓΑΜΟΥ: «Δίνουμε μαρτυρία Ορθοδοξίας με παρρησία και αγώνα δύσκολο»
Του Αριστείδη Βικέτου
Από τον Φιλελεύθερο Κύπρου
Ο θεολογικός διάλογος μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού είναι ο πιο σημαντικός από όλους τους θεολογικούς Διαλόγους που διεξάγει επίσημα η Ορθόδοξη Εκκλησία με τους ετεροδόξους, «αλλά συγχρόνως και ο πιο έντονα βαλλόμενος από ορισμένους κύκλους», επισημαίνει στην αποκλειστική συνέντευξή του στον «Φ» ο μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Περγάμου Ιωάννης, ο οποίος είναι ο συμπρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής από ορθοδόξου πλευράς, η οποία συνέρχεται από σήμερα στην Πάφο. Ο Περγάμου Ιωάννης είναι ένας από τους πιο γνωστούς ορθόδοξους θεολόγους στο διεθνή χώρο.
ΕΡ: Κατ΄αρχάς μπορείτε να μας διευκρινίσετε πώς διεξάγεται ο Διάλογος;
ΑΠ: Πρώτον, ο Διάλογος αυτός διεξάγεται με ομόφωνη απόφαση όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Είναι άδικο και παραπλανητικό να στρέφονται τα πυρά κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή του προσώπου μου τη στιγμή που, όπως αποδεικνύουν τα σχετικά Μνημόνια που υπέγραψαν οι προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών, όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες πιστεύουν ότι ο Διάλογος αυτός πρέπει να συνεχιστεί. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε όλες τις περιπτώσεις των διορθοδόξων ζητημάτων, απλώς συντονιστικό ρόλο, η δε ταπεινότητά μου, όπως και τα λοιπά μέλη της Επιτροπής του Διαλόγου, απλώς εκτελούμε, κατά τη συνείδησή μας, την εντολή των Εκκλησιών μας. Είμαστε βέβαια έτοιμοι να δεχθούμε κάθε κριτική για το εάν εκτελούμε σωστά την εντολή αυτή γιατί δεν είμαστε αλάθητοι (όπως βέβαια δεν είναι αλάθητοι και αυτοί που μας κρίνουν). Αλλά το να μας επικρίνουν μόνο και μόνο γιατί μετέχομε στο Διάλογο είναι τουλάχιστον άδικο. Όσοι δεν θέλουν το Διάλογο αντιτίθενται ουσιαστικά στην κοινή βούληση των Ορθοδόξων Εκκλησιών, και συνεπώς κακώς επιτίθενται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ή σε μας που εκτελούμε με κόπο πολύ το δυσχερέστατο και συχνά άχαρο έργο που μας ανέθεσαν οι Εκκλησίες μας.
ΕΡ: Μια από τις επικρίσεις που δέχεσθε είναι σχετική με το θέμα, με το οποίο ασχολείται ο Διάλογος. Πρόσφατα και η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους σας επικρίνει γιατί ασχολείται ο Διάλογος στη φάση αυτή με το θέμα του πρωτείου.
ΑΠ: Και στο σημείο αυτό υπάρχει ελλιπής πληροφόρηση. Το θέμα του Διαλόγου δεν το επιλέξαμε εμείς. Είναι και αυτό αποφασισμένο πανορθοδόξως. Πριν αναλάβω την συμπροεδρία του Διαλόγου εξασφάλισα τη γραπτή συμφωνία όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών ότι το θέμα του Διαλόγου θα είναι στη φάση αυτή το πρόβλημα του πρωτείου στην Εκκλησία. Σέβομαι και τιμώ την ευαισθησία των αγιορειτών πατέρων στα θέματα της πίστεως. Αλλά γιατί τη μονοπωλούν; Δεν διαθέτουν παρόμοια ευαισθησία οι προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών; Έχουν βέβαια κάθε δικαίωμα και χρέος οι μοναχοί, όπως και κάθε πιστός, να εκφράζουν τη γνώμη των. Αλλά οι γνώμες όλων μας τελικά υπόκεινται στην κρίση των Ιερών Συνόδων. Εάν ένας Μ. Βασίλειος έθετε τη γνώμη του στην κρίση των Επισκοπικών Συνόδων, πόσο μάλλον εμείς; Στη συγκεκριμένη περίπτωση ταπεινώς (και όχι αλαθήτως) φρονώ ότι οι αγιορείτες πατέρες (που δεν θεωρούν, είμαι βέβαιος, εαυτούς αλαθήτους) δεν έχουν δίκιο. Το θέμα του πρωτείου είναι εκκλησιολογικό πρόβλημα (όπως κάθε θέμα κανονικής δομής και διοικήσεως της Εκκλησίας). Και η Εκκλησιολογία είναι μέρος της Δογματικής, δηλαδή θέμα πίστεως. Όταν, συνεπώς, εξετάζομε στο Διάλογο το θέμα αυτό, εξετάζουμε μία δογματική διαφορά μας. Καμιά πρόθεση δεν υπάρχει να μη συζητηθούν τα άλλα δογματικά θέματα, όπως το filioque κ.λπ. Αλλά η πείρα από τους άλλους θεολογικούς διαλόγους (με τους προχαλκηδονίους, τούς παλαιοκαθολικούς κ.ά.) μας έδειξε ότι σε τίποτε δεν ωφελεί μία συμφωνία σε άλλα δογματικά ζητήματα αν δεν υπάρξει σύμπτωση σε βασικά θέματα Εκκλησιολογίας. Ειδικά στις σχέσεις Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών το θέμα του πρωτείου έπαιξε τον πιο τραγικό ρόλο. Αυτό δημιούργησε τα μεγαλύτερα προβλήματα (Σταυροφορίες, Ουνία κ.λπ.). Πώς μπορούμε να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχει το φλέγον πρόβλημα αυτό και να το θεωρήσουμε δευτερεύον; Με εκπλήσσει η άποψη αυτή των αγιορειτών πατέρων. Αναφέρονται στην συνοδικότητα ως προϋπόθεση, αλλά ακριβώς τη συνοδικότητα θεωρούμε και εμείς ως προϋπόθεση του πρωτείου. Αυτή τη θέση υποστηρίξαμε οι ορθόδοξοι στη Ραβέννα και έγινε αποδεκτή.
ΕΡ: Το κείμενο της Ραβέννας επικρίθηκε πολύ από τους κύκλους αυτούς. Γιατί;
ΑΠ: Πιστεύω ότι το κείμενο αυτό δεν μελετήθηκε με προσοχή ή με καλή πίστη από όσους το επικρίνουν. Δύο βασικά σημεία του κειμένου αρκούν για να δείξουν πόσο ικανοποιητικό πρέπει να θεωρείται το κείμενο αυτό από ορθοδόξου πλευράς. Το ένα είναι ότι συμφωνήθηκε ότι το πρωτείο σε οποιοδήποτε επίπεδο και αν ασκείται δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη συνοδικότητα. Αυτό υποστηρίζει και εφαρμόζει η Ορθόδοξη Εκκλησία με βάση τον 34ο Κανόνα των Αποστόλων. Έχουμε και οι ορθόδοξοι «πρώτους», αλλά δεν μπορούν να αποφασίζουν χωρίς τη Σύνοδο, ούτε η Σύνοδος χωρίς αυτούς. Αυτό είναι το πνεύμα του Κανόνος που ανέφερα. Και αυτό έγινε αποδεκτό στη Ραβέννα παρά το ότι δεν συνάδει με την έννοια του μοναρχικού πρωτείου.
Το δεύτερο σημείο είναι ότι το πρωτείο του Ρώμης συνδέεται με τη θέση του στην Πενταρχία των Πατριαρχών. Αυτό ίσχυε στην πρώτη χιλιετία και αυτό θα πρέπει να ισχύσει σε περίπτωση που θα ισχύσουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της πρώτης χιλιετίας (κοινή πίστη κ.λπ.). Πού βρίσκεται η «προδοσία»; Δεν θα έλεγε το ίδιο κάθε ακραιφνής ορθόδοξος; Όλοι, νομίζω, πρέπει να δεχτούμε ότι αν ο Πάπας δεχόταν την πίστη και την κανονική δομή της πρώτης χιλιετίας, θα πρέπει να είμεθα ευτυχείς. Το κείμενο της Ραβέννας κάνει ένα βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Δεν παραχωρεί τίποτε από όσα ισχύουν την πρώτη χιλιετία, αντίθετα υιοθετεί βασικές αρχές της Εκκλησιολογίας της περιόδου εκείνης.
ΕΡ: Υπάρχουν ορθόδοξοι χριστιανοί που θεωρούν ότι με το Διάλογο παραδίδονται όλα στον Πάπα.
ΑΠ: Αλίμονο αν με το να διαλέγεται κανείς με κάποιον σημαίνει ότι παραδίδεται σ’ αυτόν. Ποια είναι τα δείγματα ότι ο Διάλογος μας οδηγεί σε «παράδοση»; Πρέπει να προσέχουν όσοι χρησιμοποιούν τέτοιες εκφράσεις. Όσοι μετέχουμε στους Διαλόγους δίνουμε μαρτυρία Ορθοδοξίας με παρρησία και αγώνα δύσκολο. Γι’ αυτό και απορρίπτομε με βδελυγμία ως ιταμή συκοφαντία κάθε αναπόδεικτη αμφισβήτηση του ορθοδόξου φρονήματός μας.
ΕΡ: Πώς αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο του Διαλόγου το πρόβλημα της Ουνίας;
ΑΠ: Το πρόβλημα της Ουνίας δεν παύει να αποτελεί για τους ορθοδόξους σοβαρό ζήτημα. Έγιναν μακρές συζητήσεις γι’ αυτό στα πλαίσια του Διαλόγου. Συμφωνήθηκε και από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά ότι η Ουνία δεν πρέπει να θεωρηθεί «μοντέλο» ενώσεως ούτε να χρησιμοποιείται ως μέσο προσηλυτισμού. Οι ορθόδοξοι επιμένουν σ’ αυτά τα δύο σημεία, αλλά θέτουν και το ζήτημα της εκκλησιολογικής θέσεως της Ουνίας. Το θέμα θα εξεταστεί από την άποψη αυτή, όταν ο Διάλογος ασχοληθεί με το πρωτείο κατά τη β΄ χιλιετία, διότι τότε εμφανίστηκε το πρόβλημα για πρώτη φορά.
ΕΡ: Αληθεύει ότι ο οικουμενισμός είναι αίρεση και πώς απαντάτε στις έντονες επικρίσεις που δέχεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο;
ΑΠ: Για να χαρακτηριστεί κάτι ως αίρεση πρέπει να είναι σαφής εκτροπή από τα δόγματα που θέσπισαν οι πατέρες και διατύπωσαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Δεν γνωρίζω κανένα ορθόδοξο που να αρνήθηκε ή διέστρεψε τα δόγματα αυτά στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως. Το να διαλέγεται κανείς με όσους αρνούνται τα δόγματα αυτά δεν τον καθιστά αυτομάτως «αιρετικό», και μάλιστα όταν με το διάλογο τα υπερασπίζεται.
ΕΡ: Τι πρέπει να γίνει για να έχουν οι ορθόδοξοι χριστιανοί ορθή εικόνα και ενημέρωση για την πορεία του Διαλόγου;
ΑΠ: Αυτό που χρειάζεται, και δυστυχώς δεν γίνεται ως τώρα, είναι τα κείμενα το Διαλόγου να δίνονται από τις αντιπροσωπείες κάθε Εκκλησίας στις Συνόδους των και εκεί να αξιολογούνται και να γίνονται γνωστά ευρύτερα. Ο Διάλογος δεν έχει τίποτε να κρύψει, όπως κακόβουλα ισχυρίζονται ορισμένοι. Αυτά που διαδίδονται περί «υπογραφής» της ενώσεως είναι γελοία. Πρώτον γιατί η Επιτροπή του Διαλόγου δεν έχει καμία αρμοδιότητα για κάτι τέτοιο -είναι απλώς ένα συμβουλευτικό όργανο- και, δεύτερον, διότι υπάρχουν πάρα πολλά ακόμα θέματα προς συζήτηση και ο δρόμος είναι μακρότατος. Ας μην ανησυχούν, λοιπόν, οι κακόβουλοι. Η ένωση δεν θα υπογραφεί ούτε στην Κύπρο!
ΕΡ: Υπάρχει κίνδυνος σχίσματος στην Ελλάδα ή σε άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, λόγω των διαφωνιών που υπάρχουν για το Διάλογο;
ΑΠ: Ελπίζω όχι. Αλλά αν συνεχιστεί η παραπληροφόρηση και τα ψεύδη περί δήθεν επικειμένης «ένωσης» και παραδόσεώς μας στον Πάπα (!) το σπέρμα του διχασμού θα ριζώνει όλο και περισσότερο. Και η ευθύνη αυτών που διαδίδουν αυτά τα ψεύδη θα είναι τεράστια.
ΑΠ: Την ιστορία την κατευθύνει ο Θεός. Όσοι διακηρύττουν ότι η ένωση της Εκκλησίας είναι αδύνατη, οικειοποιούνται το μέλλον από τα χέρια του Θεού.
Ποίοι είμαστε εμείς για να προδικάσουμε το μέλλον; Εμείς καλούμεθα να εργαστούμε, χωρίς καμία αβαρία στην πίστη που παραλάβαμε, για να εκπληρωθεί η καθημερινή ευχή μας «υπέρ της των πάντων ενώσεως». Αν δεν κάνουμε αυτό, ή αν το κάνουμε σε βάρος της πίστεως των πατέρων μας, είμαστε υπόλογοι έναντι του Θεού. Η τελική όμως έκβαση των προσπαθειών μας βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Εκείνος θα βρει τον τρόπο να επικρατήσει το θέλημά του «ίνα πάντες εν ώσι». Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να εργαζόμαστε γι’ αυτό.
Αρχίζει ο Διάλογος των Εκκλησιών
Ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος επισημαίνει ότι είναι ανάγκη να συνδιαλεγόμαστε με σκοπό να βρούμε την κοινή πίστη και να πορευθούμε από κοινού το δρόμο της σωτηρίας, σύμφωνα και με την προσευχή του Χριστού «ίνα πάντες εν ώσι».
Σημειώνει επίσης ότι μόνιμος στόχος πρέπει να είναι η αναζήτηση με εντιμότητα της κοινής πίστης της αδιαίρετης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας.
Ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος δηλώνει ότι ο διάλογος διεξάγεται με απόφαση όλων των κατά τόπους αυτοκεφάλων Εκκλησιών και τονίζει ότι «αποτελεί εγωισμό το να θέτει κάποιος, είτε λαϊκός είτε κληρικός, τη γνώμη του πάνω από τη γνώμη και τις αποφάσεις των τοπικών συνόδων όλης της Ορθοδοξίας».
Η συνάντηση της ΜΕΘΔ στην Πάφο είναι η 11η, αφότου άρχισε ο Διάλογος το 1980. Στη συνάντηση της Πάφου, που θα ολοκληρωθεί την ερχόμενη Πέμπτη, συμμετέχουν 60 διακεκριμένοι εκπρόσωποι των ορθοδόξων και των ρωμαιοκαθολικών. Της ΜΕΘΔ συμπροεδρεύουν ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης και ο καρδινάλιος Βάλτερ Κάσπερ. Την Εκκλησία της Κύπρου εκπροσωπούν οι μητροπολίτες Πάφου Γεώργιος και Κωνσταντίας Βασίλειος.
Η ΜΕΘΔ στις εργασίες της στην Πάφο θα συζητήσει το πρωτείο του Πάπα κατά την πρώτη χιλιετία μ.Χ., δηλαδή την περίοδο πριν από το σχίσμα Ανατολής και Δύσης. Πρόκειται, όπως τονίζεται και από τις δύο πλευρές, για καίριο και αποφασιστικό ζήτημα.
Απόψε τα μέλη της ΜΕΘΔ θα έλθουν στη Λευκωσία, όπου οι ρωμαιοκαθολικοί θα τελέσουν θεία λειτουργία στο ναό του Τιμίου Σταυρού στην Πύλη Πάφου.
Αύριο το πρωί στον ιερό ναό Φανερωμένης Λευκωσίας θα τελεστεί αρχιερατικό συλλείτουργο από τον αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο, τον μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη και ιεράρχες άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Στο τέλος της λειτουργίας ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος θα αναπτύξει τη θέση της Εκκλησίας της Κύπρου στο θέμα του θεολογικού διαλόγου με τους ρωμαιοκαθολικούς.
Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009
ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Κύπρος
Του ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΒΙΚΕΤΟΥ
«Ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία όλων των Εκκλησιών» είναι το θέμα της 11ης συνάντησης της Μικτής Επιτροπής για το Θεολογικό Διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, η οποία θα πραγματοποιηθεί στην Πάφο από τις 16 μέχρι τις 23 Οκτωβρίου. Της Μικτής Επιτροπής συμπροεδρεύουν ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης εκ μέρους των Ορθοδόξων και ο καρδινάλιος Βάλτερ Κάσπερ εκ μέρους των Ρωμαιοκαθολικών.
Ο Επίσκοπος Καρκαβίας, Δημήτριος Σαλάχας, Έξαρχος των Ελληνορρύθμων Καθολικών Ελλάδος, καθηγητής πανεπιστημίου και μέλος της Μικτής Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», αναφέρει ότι οι Ορθόδοξοι αρχιερείς και θεολόγοι, οι οποίοι μετέχουν στον Θεολογικό Διάλογο «είναι στέρεα αφοσιωμένοι στην πίστη και στην Ιερά Παράδοση της Ορθοδοξίας, τις οποίες και θαρραλέα προβάλλουν».
Μεταξύ άλλων ο κ. Δημήτριος κάνει σαφές ότι οι δογματικές εξελίξεις στη Δύση κατά τη δεύτερη χιλιετία, ερήμην της Ορθοδοξίας, εξετάζονται ακριβώς υπό το φως της ιεράς Παραδόσεως και των ιερών κανόνων της αρχαίας αδιαίρετης Εκκλησίας.
Επίσης, χαρακτηρίζει «εύλογες» τις ανησυχίες, που εκδηλώνονται στην Ελλάδα για τον διεξαγόμενο Διάλογο και διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει καμιά περίπτωση «υπογραφής» της ένωσης των δύο Εκκλησιών, δεν υπάρχει η ελάχιστη πρόθεση ή επιδίωξη τέτοιας «υπογραφής κάποιου τετελεσμένου συμβολαίου ένωσης».
Εξηγεί ότι είναι πολύ μακρύς ακόμα ο δρόμος προς την ένωση και ότι θα χρειασθούν ακόμη αρκετές δεκαετίες διαλόγου, χωρίς να προδιαγράφεται ακόμα η μελλοντική έκβαση του.
Στο μεταξύ, περισσότεροι από δέκα κληρικοί της Ελλάδας καλούν τον αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο να επιδείξει σθεναρή αντίσταση στη μεθόδευση για αποδοχή του «πρωτείου» του Πάπα.
Σε επιστολή τους προς τον Κύπρου Χρυσόστομο οι κληρικοί από την Ελλάδα υποστηρίζουν ότι θα είναι μελανή σελίδα στην ιστορία της Κύπρου και γενικότερα του Ελληνισμού και κάνουν λόγο για «υπονοούμενες υποσχέσεις στους εκπροσώπους της Κύπρου ότι, αν συμμετάσχουν σε αυτό το σχέδιο, θα αναβαθμιστούν οι ελπίδες κατάργησης των αντεθνικών κατά της Κύπρου σχεδίων».
«Η δουλική αναγνώριση του παπικού πρωτείου θα παρασύρει σε μείζονα ενδοτισμό και δουλεία τους κοσμικούς άρχοντες, Έλληνες και Κυπρίους, στους αντεθνικούς σκοπούς των σχεδιαστών της Νέας Τάξης», αναφέρεται στην επιστολή.
Ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Τσίρκας από την Αθήνα, πρώην διευθυντής του Θεολογικού Οικοτροφείου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος συνδέεται από δεκαετίες με ειλικρινή πνευματική και αδελφική φιλία με τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο, σε επιστολή του ενόψει της συνάντησης της ΜΕΘΔ στην Κύπρο καταθέτει την σκέψη ότι οι Παπικοί «θα πρέπει πρώτα να ζητήσουν συγγνώμη για όσα έκαναν στους Ορθοδόξους της Κύπρου επί αρκετούς αιώνες(εκθρονίσεις Ορθοδόξων Αρχιερέων, θηριωδία στη Μονή Καντάρας και τόσα άλλα)».
Στην επιστολή, που απευθύνει στον μητροπολίτη Πάφου Γεώργιο, ο οποίος είναι επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Κύπρου στην ΜΕΘΔ, ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Τσίρκας εισηγείται ότι πρέπει στη συνάντηση της Επιτροπής «να τονιστεί τεχνηέντως το τι έκαναν οι Παπικοί στην Κύπρο».
Την έντονη αντίδραση κατά του διαλόγου και τις επιθέσεις κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τους εν Ελλάδι κληρικούς και θεολόγους φαίνεται ότι συμμερίζονται στην Κύπρο η Μονή Σταυροβουνίου και ορισμένοι κληρικοί και λαϊκοί θεολόγοι.
Ο ηγούμενος της Μονής Σταυροβουνίου γέροντας Αθανάσιος, έχει υπογράψει την «Ομολογία Πίστεως» κατά του οικουμενισμού , ενώ στο περιοδικό της Μονής «Ο ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ» - Οκτώβριος 2009- δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο «Είναι δυνατόν ο Παπισμός να είναι εκκλησία;»
Μεταξύ των επιφανών στελεχών της κίνησης κατά του θεολογικού διαλόγου στην Ελλάδα είναι και ο Κύπριος Φιλόλογος - Θεολόγος Παναγιώτης Τελεβάντος, ο οποίος συνδέεται πνευματικά με τη Μονή Σταυροβουνίου.
Ο κ. Τελεβάντος σε άρθρο του στο διαδίκτυο, πριν μερικές μέρες, κατηγορεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη ότι ψεύδεται, όταν δηλώνει ότι δεν θα περάσουμε την «κόκκινη γραμμή». Ο κ. Τελεβάντος ισχυρίζεται ότι «εκείνο που ο Παναγιώτατος δεν κατανοεί (ή για να ακριβολογούμε προσποιείται ότι δεν κατανοεί), είναι ότι ΟΛΟΙ οι πυλώνες της προσέγγισής του με τους αιρετικούς και τους αλλόθρησκους βρίσκονται εντελώς έξω από το πνεύμα του Χριστού και της ορθόδοξης πίστης».
