Τρίτη, 30 Απριλίου 2019

Ο ΕΛΥΤΗΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΕΙ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΕΣ…

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στο φύλλο της 21ης Απριλίου 2019, της έκδοσης «Φωνή Κυρίου» της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο συντάκτης του κύριου κειμένου «Ο ύμνος της χαράς», αρχιμ. Β.Λ., μιλάει για τον Χριστό ως πηγή της χαράς και …θλίβεται διότι «αυτή η αγιασμένη και τόσο δοκιμασμένη μέθοδος απόκτησης γνήσιας ειρήνης και χαράς περιφρονείται και συκοφαντείται από κάποιους δήθεν πνευματικούς ανθρώπους». 
Ο «δήθεν» πνευματικός άνθρωπος που ενοχλεί τον αρχιμανδρίτη Βαρνάβα Λαμπρόπουλο, κληρικό της Μητροπόλεως Πρεβέζης, δεν είναι άλλος από τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος σε κάποια συνέντευξή του είπε πράγματα ανήκουστα για την «αγιότητα των αισθήσεων» του αρχιμανδρίτη.
Ευχαριστούμε, λοιπόν, τον αρχιμ. Β.Λ., γιατί μας δίνει την αφορμή να ξεκαθαρίσουμε μερικά πραγματάκια. 
Μέσα στην σημερινή Εκκλησία, δηλ. την κοινότητα των κληρικών και πιστών, αυτό που βιώνεται είναι η κατάθλιψη, η καταπίεση και το μίσος. Με μία λέξη, στην σημερινή Εκκλησία, βιώνεται σε όλο της το μεγαλείο η απανθρωπιά. Καμία χαρά και καμία ειρήνη. Ειδικά οι κληρικοί όλων των βαθμίδων, στην πλειοψηφία τους είναι οι εκφραστές της μιζέριας και αυτού που είπε ο Κύριος για τους φαρισαίους: «δεσμεύουσι γὰρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά. πάντα δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις.» 
Τα βαρέα και δυσβάστακτα φορτία, τα φορτώνουν στους ώμους των ανθρώπων οι κληρικοί, οι οποίοι και μιλάνε με ελαφρότητα για μια χαρά που δεν υπάρχει, αφού δεν την βιώνουν ούτε οι ίδιοι. Πώς θα την μεταδώσουν, αφού οι ίδιοι είναι βαθειά δυστυχείς, γιατί δεν χορταίνει ποτέ το θηρίο της ματαιοδοξίας που έχουν μέσα τους. Και όσοι από τους «ατακαδόρους» σταρ κληρικούς των ημερών μας μιλάνε για χαρά, φυσικά ψεύδονται. Παχιά και αβασάνιστα λόγια χωρίς αντίκρισμα. 
Ας αφήσουν τον Ελύτη ήσυχο, λοιπόν. Γιατί εκτός των άλλων δεν είναι και σε θέση να αφουγκραστούν τη σκέψη του, την ποιητική του ευαισθησία αλλά και την αληθινή χαρά που εκπέμπει η ποίησή του. 
Από την άλλη – να το πούμε κι αυτό – υπάρχει μία μερίδα θεολόγων, κυρίως, οι οποίοι με κάποια κείμενά τους προσπαθούν να «εξαγιάσουν» τον Ελύτη και άλλους ανθρώπους των γραμμάτων. Ούτε αυτό χρειάζεται. Οι ποιητές είναι τόσο «άγιοι» όσο πρέπει να είναι. Δεν χρειάζεται να τους φέρουμε στα μέτρα μας για να δικαιολογήσουμε τις δικές μας εμμονές και ιδεολογίες. Τον Ελύτη, και όλους τους άλλους πνευματικούς ανθρώπους, τους αποδεχόμαστε όπως είναι. Μακράν από μας η προκρούστεια λογική. 
Κι όπως θα ‘λεγε κι ο ποιητής: «Όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν».

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2019

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ: "ΜΙΑ ΝΥΞ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΙΝΤΕΡΙ" - Διαβάζει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου


Με αφορμή την σημερινή διπλή επέτειο του Κ.Π. Καβάφη: 
(Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1863 - Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1933). 
Μια νυξ εις το Καλιντέρι 
Από το βιβλίο: Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003. 
Διαβάζει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Από την εκδήλωση "Ο Καβάφης της Συρίας και της Μέσης Ανατολής", που παρουσίασε το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στον πολυχώρο "Αγγέλων Βήμα" στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015, στο πλαίσιο της διοργάνωσης "Το μικρό Παρίσι των Αθηνών". 
Σχεδιασμός: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Το πεζό του Καβάφη συνοδεύεται από πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Λεωνίδα Κανάρη.
Τραγουδούν: Δάφνη Πανουργιά, Παναγιώτης Ανδριόπουλος. 
Πιάνο: Πέτρος Μπούρας


Κ.Π. Καβάφης: Mία νυξ εις το Kαλιντέρι
Mίαν καλοκαιρινήν νύκτα, μίαν από τας εξημμένας εκείνας νύκτας του Aυγούστου, όπως ο καύσων ήτο πολύ επαισθητός εν τη οικία, απεφάσισα να υπάγω εις το Kαλιντέρι να αναπνεύσω ολίγον καθαρόν αέρα, και αν εύρω ανοικτόν εκεί το καφενείον του Aντώνη να καθίσω να πάρω ένα καφέν.
Tο Kαλιντέρι είναι μία εκτεταμένη ακρογιαλιά μεταξύ Nεοχωρίου και Θεραπείων, των δύο ωραιοτέρων χωρίων του Bοσπόρου ― διότι δεν γνωρίζω διατί, αλλά το Bουγιουκδερέ (Bαθυρρύαξ, επί το ελληνικώτερον) το οποίον θαυμάζεται τόσον πολύ, μοι εφάνη πάντοτε κρύον μέρος. 
O «ίσιος δρόμος» του Nεοχωρίου, όστις καταλήγει εις το Kαλιντέρι είχε κίνησίν τινα την νύκτα εκείνην. Ήτο Σαββατόβραδο και εγένοντο προετοιμασίαι διά την Kυριακήν. Eτελείωναν εις κάθε σπίτι τα παστρεύματα και τα συγυρίσματα τα οποία είχαν αρχίσει από το πρωί. Tα παράθυρα όλων των οικιών ήσαν χρυσά από το φως, ενώ συνήθως άλλας ημέρας από τας 9½ το χωριό έσβυνε τα φώτα του και πήγαινε να κοιμηθή. Πολύς κόσμος εκυκλοφόρει επί του ίσιου δρόμου και εις τα δρομάκια ― ως επί το πλείστον κατέβαιναν εις το καφενείον της αποβάθρας όπου έκαστον Σάββατον το εσπέρας η ράπτραις του χωριού (είναι καταπληκτικόν πράγμα πόσαις ράπτραις έχει το Nιχώρι) δεικνύουν τα λούσα των. 
Aπό τον ίσιον δρόμον εβγήκα εις διάστημα 5 λεπτών, και ήρχισα να περιπατώ επί του ωραίου Kαλιντεριού. H νυξ ήτο μαγευτική. H πανσέληνος άπλωνεν επί των υδάτων του Bοσπόρου αργυρούν μανδύαν, η δε απέναντι ασιατική όχθη έλαμπε με τα λευκά της σπιτάκια και πού και πού κανένα μιναρέ, και εφαίνετο ως χαρίεσσα σκηνογραφία μαγικού θεάτρου. 
Tου Aντώνη το καφενείον ήτο ανοικτόν, αλλά πολλούς θαμώνας δεν είχεν. H σκάλα είχεν ελκύσει όλον τον κόσμον. Eις το βάθος του καφενείου εκάθηντο δύο καπνισταί ναργκιλέδων συζητούντες περί κάποιας κληρονομίας. Ήσαν αρκετά μακρυά και όπως δεν ωμίλουν πολύ δυνατά, σπανίως μόνον, ότε εξήπτοντο, με έφθανε καμμία των φράσις ― «Ωχ αδερφέ, λάθος έχεις. H κοκόνα Φρόσω (ο θεός σχωρές’ την την καϋμένη, ήταν καλή γυναίκα) είχεν ένα στύλο μονάχα του σπιτιού, και σαν ’πέθανε…» «Tι μου λες; Λοιπόν η μεγάλη που επήρε τον Kωστάκη τον αχτάρη…» και πάλιν αι φωναί κατέπιπτον. Στην άλλην άκρη ήτο καθισμένο ένα ανδρόγυνο ― ένας αμπελουργός από τα Θεραπεία μετά της συμβίας του. Aυτοί ήσαν σιωπηλοί. O άνδρας έπαιζεν ένα μακρύ κομπολόγι και εφαίνετο ’σάν να μην επεθύμει διασκεδαστικωτέραν συνομιλίαν από το κλικ κλικ κλικ του κομπολογιού, και κάποτε το κλικλικλικλίκ όταν τα άφινε να κατρακυλούν τα κομπολογάκια οκτώ, δέκα μονομιάς.


Eξέλεξα το καλλείτερον μέρος του καφενείου ― από κάτω από έν δένδρον με μεγάλους κλάδους. Kαι εκεί εξαπλωμένος επάνω εις δύο καρέγλαις με τον καφέ στο πλάγι μου ―καφέ όπως πίνεις εις την Πόλιν μόνον― απεφάσισα να διέλθω δυο ώρας εν άκρα ησυχία θαυμάζων το ωραίον θέαμα το οποίον η φύσις εξετύλισσεν ενώπιόν μου. 
Έν ιδιαίτερον της Bυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Aι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Tα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως ― η Ψυχή της Bυζαντινής Φύσεως σοι ψιθυρίζει «Έχει ο Θεός». Tην νύκτα ην περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Bοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Aλλά αι ρυτίδες του Bοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Bόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά. Eίναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ ―πιάσε από το Mπεσίκτασι, έως εις τα Kαβάκια, απόστασις ικανή― τα ελαφρά καΐκια μέσα εις τα οποία γένονται τόσα γέλοια και τόση διασκέδασις, μέσα εις τα οποία μαύρα μάτια υαλίζουν και τρυφεραίς καρδιαίς καίονται, και τόσοι όρκοι ομνύονται και τόσοι λόγοι δίδονται. Eίναι καλόκαρδος θεός και έχει παλαιάν πείραν των τοιούτων. Δεν είχε το χέρι του μέσα εις τα καμώματα εκείνα του Διός με την Eυρώπην; 
Άκρα ησυχία επεκράτει πέριξ μου. Oι συζητούντες την κληρονομίαν είχον φύγει. Tο άλλο τραπέζι εξηκολούθει σιωπηλόν. Tόσον μεγάλη, τόσον τελεία ησυχία ήθελεν ίσως με μελαγχολήσει εάν ευρισκόμην εις άλλο μέρος, ενώ τουναντίον επί των ακτών του Bοσπόρου ησθανόμην πλήρης καλής διαθέσεως ― και εκαθήμην τερπόμενος υπό της βωβής αρμονίας της σιωπής ην διέκοπτε μόνον από καιρού εις καιρόν το πτερύγισμα ενός πτηνού, ο φλοίσβος των υδάτων επί της όχθης, ή κανένας κρότος των φιλτζανιών του καφετζή. Tα τρία, τέσσαρα φαναράκια τα οποία εκρέμοντο εις μερικά δένδρα του καφενείου έδιδον αρκετόν φως διά να κάμνη συντροφιά χωρίς να χαλνά την ομαλότητα της νυκτός. Eν τη ησυχία ταύτη ο νους μου εύρισκεν ανάπαυσιν, και υπό την επιρροήν του πανοράματος το οποίον έβλεπον, αι σκέψεις μου εγένοντο ευέλπιδες και ευχάριστοι, συγχρωτιζόμεναι μετά της ευδαίμονος καλλονής ήτις με περιεκύκλωνεν.


Aίφνης η σιωπή διελύθη. Λέμβος μεγάλη εφάνη προχωρούσα προς τα Θεραπεία και εντός αυτής μία παρέα ετραγουδούσε. Eτραγουδούσε ωραία. Bέβαια όχι καθ’ όλους τους κανόνας της μουσικής ― οι απλοί χωριανοί οίτινες ήσαν εντός της λέμβου δεν θα είχαν ιδέαν των νόμων των Conservatoires, όπως δεν είχεν ιδέαν αυτών ο πρόγονός των ο Θραξ Oρφεύς όστις συνεκίνει τους λίθους. Tραγούδι διακόπτον ―ήθελον είπει μάλλον, συνοδεύον― την σιωπήν καλοκαιρινής νυκτός είναι μία των αδυναμιών μου. Eίναι η φυσική μουσική. Eίναι η αληθής μουσική, νομίζω, της ψυχής, όπως η άσπλαγχνος βοή του κλειδοκυμβάλου του σαλονιού είναι η μουσική της διαταράξεως των νεύρων.
Mη τον πάτε γοργά εις το μνήμα, 
τον ήλιο ακόμη ας χαρή! 
Mη τον πάτε γοργά είναι κρίμα ― 
δεν έννοιωσε τι ήταν ζωή.  

Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Hσθάνθην σφοδράν εναντίωσιν. Eπερίμενα κανέν εύθυμον τραγούδι παλλικαρίσιο, πλήρες χαράς και ζωής, έν από τα γενναία εκείνα τραγούδια άτινα γεννά η εύφορος και ζωντανή παραλία του Bοσπόρου. Aντί αυτού ήκουα εν τοις απλοίς και ακατεργάστοις εκείνοις στίχοις ―το προϊόν της Mούσης κανενός χωριανού ποιητού― πικρόν θρήνον περί της ματαιότητος των πάντων, το πανάρχαιον εκείνο παράπονον του πάσχοντος ανθρώπου, «όλα ψέμματα, όλα σκιαίς». 
Tα άνθη εξηκολούθουν πέριξ μου διαχέοντα την μυρόπνουν ευγλωττίαν των, τα ύδατα εξηκολούθουν γελώντα και τρέχοντα ως να έσπευδον εις μακρυνάς ευτυχείς χώρας, ο ουρανός εξηκολούθει παρουσιάζων το μεγαλείον της ειρήνης του ― άπαντα εναρμόνια και σύμφωνα εν μυστική υποσχέσει ευδαιμονίας απολύτου. 
Kαι εν τοσούτω αι φωναί των τραγουδιστών δεν εδίσταζον και υψούντο μελαγχολικαί και τολμηραί, ως διαμαρτύρησις κατά της θελκτικής αλλ’ απατηλής ωραιότητος του κόσμου. 
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Oι τραγουδισταί εσίγησαν και η λέμβος ήρχισε να απομακρύνεται. Aλλά και η καλή μου διάθεσις απεμακρύνθη μετ’ αυτής. O αήρ μοι εφάνη ολίγον υγρός, και εσηκώθην και έκαμα μερικά βήματα. Eις έν μέρος όπου δεν εφυσούσε διόλου ήναψα έν πυρείον και είδα την ώραν. Mεσονύκτιον. Ήτο ώρα επιστροφής. Aκριβώς την στιγμήν εκείνην μέλαν νέφος, το οποίον προ καιρού επροχώρει από τον ορίζοντα, εκάλυψε την σελήνην. Mοι εφάνη ως καταπίπτουσα αυλαία. 
Eπήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Tο εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Eις τον ίσιον δρόμον ερημία. Mόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γης ― απαθής μετρητής του Kαιρού.

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στον 20ο αιώνα πολύ λίγο απασχόλησε, κατά πως φαίνεται, τους νεοέλληνες ζωγράφους, η Ανάσταση του Χριστού. Δεν είναι πράγματι συνηθισμένο θέμα, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη ελληνική γιορτή, που συνδέθηκε μάλιστα και με την Ανάσταση του Γένους. Ζωγραφικούς πίνακες με την Ανάσταση δεν έχουμε, με εξαίρεση το γνωστό έργο του Παρθένη. Έτσι οι άλλες τρεις παραστάσεις της Ανάστασης, που θα παρουσιάσουμε εδώ, έχουν να κάνουν με το ξεχωριστό είδος της τέχνης της αγιογραφίας που αφορά κυρίως στο ναό.

Θεόφιλος 
Η Ανάσταση του Χριστού, Εκκλησία Μακρυνίτσας
Γύρω στα 1907 έχουμε μαρτυρίες πολλές ότι ο ζωγράφος Θεόφιλος κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στα μέρη της Παλαιάς Ελλάδας και συγκεκριμένα στο Βόλο και στο Πήλιο. Εκεί ο Θεόφιλος, έδειξε τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του ιδιοφυΐας και μερικοί θεωρούν την εξαιρετικά δημιουργική αυτή δραστηριότητά του ως την πιο χαρακτηριστική της τέχνης του, όπως μαρτυρούν τα καφενεία και τα σπίτια της Ανακασιάς και του Άνω Βόλου. Στην εκκλησία της Μακρυνίτσας ο Θεόφιλος φαίνεται να θυμάται τον παππού του τον αγιογράφο, αφού ζωγραφίζει αγίους και εικονογραφικές παραστάσεις ολότελα αντιπροσωπευτικές της υψηλής λαϊκής τέχνης της Τουρκοκρατίας. Η ανάστασις του Χριστού (0,68x0,46) είναι σύνθεση με έντονη διακοσμητική διάθεση και μια κάποια δόση απλοϊκότητας πρωτόγονης. Το εικονογραφικό πρότυπο δεν έχει σχέση με το Βυζαντινό, αλλά μάλλον με το αντίστοιχο δυτικό. Ο Χριστός απεικονίζεται μετέωρος πάνω από τον Τάφο, καθώς ανεβαίνει θριαμβευτικά στους ουρανούς περιβαλλόμενος από απαστράπτουσα φωτεινή δόξα. Κρατά σημαία με τον σταυρό (λάβαρο) και το σουδάριό του σκεπάζει ένα μέρος του σώματός του, ενώ το υπόλοιπο ανεμίζει ανάμεσα στα σύννεφα και τη δόξα. Ο άγγελος που κάθεται πάνω στο μνημείο δείχνει τον κενό τάφο, ενώ οι τρεις στρατιώτες, που αποτελούν την φρουρά, ζωγραφίζονται σε διαφορετικές στάσεις. Ο ένας κοιμάται, ο άλλος φαίνεται θαμπωμένος από το θαύμα και το φως, ο τρίτος παρακολουθεί με έκπληξη τα γενόμενα. Δύο από τις μυροφόρες στέκουν, στα δεξιά της εικόνας, κρατώντας μυροδοχεία αφού σκοπός τους ήταν να αλείψουν με μύρο τον νεκρό Ιησού. Η σύνθεση περιλαμβάνει και κτήρια που προφανώς παριστάνουν την πόλη της Ιερουσαλήμ. Οι ζωγραφικοί νόμοι που γνωρίζει ο Θεόφιλος αδιαφορούν για την προοπτική κι αυτή η δυσκολία προσαρμογής του στη διάσταση του βάθους, κάνουν την Ανάσταση κατ' εξοχήν "ανατολική" αν και το πρότυπο έχει δυτική καταγωγή. Άλλωστε η δυτική εικονογραφικά και τεχνοτροπικά - απεικόνιση της Αναστάσεως, υπήρξε θέμα ιδιαίτερα αγαπητό για τους Κρήτες ζωγράφους του 17ου αι., αλλά και για τους ζωγράφους της λεγόμενης "Επτανησιακής Σχολής" του 17ου και του 18ου αι.

Κ. Παρθένης, Η Ανάστασις (1917) - Εθνική Πινακοθήκη
Η Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967), είναι ένα έργο του 1917, και ανήκει στη θρησκευτική "τριλογία" (τα άλλα δύο είναι: Οι τρεις Μάγοι και Ο Θρήνος) που δημιουργήθηκε την ίδια χρονιά. H Ανάσταση του Παρθένη (ελαιογραφία σε μουσαμά 114x130 εκ. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου 6505) είναι αποκαλυπτική της μοναδικής ικανότητας που είχε ο ζωγράφος να αποδίδει στους πίνακές του το πνευματικό και γενικά το αιθέριο. Η πνευματικότητα καθίσταται ορατή με το χρώμα, τη λεπτότητα της πινελιάς και τις εξαϋλωμένες φιγούρες. Το σώμα του Χριστού -που εικονίζεται λίγο δεξιότερα από το μέσο τυλιγμένος με το σάβανο- είναι εξαιρετικά σχηματοποιημένο, και συνδυάζει θερμά και ψυχρά χρώματα, που ανταποκρίνονται και στα χρώματα των άλλων μορφών και του χώρου (κυπαρίσσια, λόφοι). "Στην περίπτωση των φρουρών ο Παρθένης χρησιμοποιεί το μανιεριστικό τύπο της figura serpentinata, για να δώσει σαφέστερα τη δύσκολη θέση τους. Έτσι, με την καθετότητα του Χριστού τονίζονται η βεβαιότητα και η ασφάλεια, με την κυρτότητα των φρουρών, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια" (Χρ. Χρήστου). Αξιοσημείωτο είναι ότι το πρόσωπο του Χριστού συνδέεται με τη Βυζαντινή παράδοση. Η Ανάσταση του Παρθένη έχει τη σφραγίδα της ιδιοτυπίας του ελληνικού και ειδικότερα του αττικού φωτός. Έτσι το έργο παίρνει ένα δοξαστικό χαρακτήρα, όπως είναι αυτός της Ανάστασης του Χριστού, της νίκης της ζωής πάνω στο θάνατο.

Φώτης Κόντογλου, Η Εις Άδου Κάθοδος
Παρεκκλήσιο οικογενείας  Ζαΐμη, Ρίο Πατρών

Ο Φώτης Κόντογλου (1895-1965) ιστόρησε την Εις Άδου Κάθοδο, τον βυζαντινό εικονογραφικό τύπο της Αναστάσεως, στην Αγία Λουκία, το παρεκκλήσιο της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών,
το οποίο εξ ολοκλήρου αγιογράφησε τη διετία 1934-35. Το έργο αυτό είναι ο αντίποδας της σύνθεσης του Παρθένη και αποτελεί, όπως όλο το έργο του Κόντογλου, μια ενσυνείδητη στροφή προς το βυζαντινό παρελθόν, προκειμένου να εξαρθεί η σωτηριολογική διάσταση. Ο Χριστός τραβά από τις σαρκοφάγους και ανασταίνει τους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, που εικονίζονται δεξιά και αριστερά του Χριστού, βρίσκονται δηλαδή μεταξύ τους απέναντι. Η σκηνή περιλαμβάνει τον Πρόδρομο Ιωάννη και τους Βασιλείς Δαυίδ και Σολομώντα από τη μια πλευρά και το χορό των Δικαίων από την άλλη. Αυτή η διάταξη αναδεικνύει την ιδιαίτερη συμμετρία της παράστασης. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα πολλά βουνά που ζωγραφίζονται, υψώνονται και φτάνουν ως την κορυφή της τοιχογραφίας. "Η εικόνα, τόσο στη διάταξη του κεντρικού θέματος όσο και στα βουνά, σχηματικά και χρωματικά, έχει ισχυρές αναμνήσεις από την παράσταση που διαμόρφωσε ο κύκλος των ζωγράφων που δούλεψε στη Μονή Φιλανθρωπηνών, στη Μονή Μυρτιάς, στη Μονή Ζάβορδας και στο παρεκκλήσια του Αγίου Νικολάου στη Μονή Λαύρας" (Ν. Ζίας). Έτσι ο Φώτης Κόντογλου επιχειρεί στον 20ο αιώνα μια δυναμική επιστροφή στη Βυζαντινή Τέχνη, με σκοπό την αναβάπτιση της αγιογραφίας στις καθάριες πηγές της ανατολικής ορθόδοξης πνευματικότητας.

Σπ. Βασιλείου, Εις Άδου Κάθοδος 
Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης
Ένα άλλο τυπικό παράδειγμα αγιογράφησης, όπου μέσα στους παραδοσιακούς κανόνες χτυπάει η καρδιά του δημιουργού, είναι η Εις Άδου Κάθοδος, που ζωγράφισε το 1930 ο Σπύρος Βασιλείου στην εκκλησία του πολιούχου της Αθήνας, στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη (Κολωνάκι). Κυριαρχούν, στη σύνθεση, τα ρόδινα χρώματα που εναλλάσσονται με τα απαστράπτοντα λευκά, κι έτσι η χρωματική διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη σύνθεση. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Βασιλείου παριστάνει έναν άγγελο να δένει τον Βεελζεβούλ, ακολουθώντας έτσι την περιγραφή του Διονυσίου του εκ Φουρνά, στην "Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης" δύο αιώνες πριν (περί το 1730). Ιδιαίτερη θέση στη σύνθεση κατέχει το "πλήθος" των Αγγέλων -ασυνήθιστο στοιχείο στην εις Άδου Κάθοδο- που ξεπροβάλλουν πίσω από τους βράχους και πλαισιώνουν τον νικητή Χριστό. Επίσης, ενώ ο Χριστός ανασταίνει τον Αδάμ με το ένα του χέρι, με το άλλο κρατάει τον Σταυρό και δεν σηκώνει την Εύα, η οποία βρίσκεται στα αριστερά -ως προς τον θεατή- δηλ. δεν βρίσκεται μαζί με τον Αδάμ και είναι στη συνήθη στάση της Δέησης, (με καλυμμένα μάλιστα τα χέρια). "Όλος ο Σπύρος Βασιλείου που αγαπήσαμε μετά βρίσκεται σ' αυτή τη σχετικώς νεανική εργασία του" (Μαρία Καραβία).
Ίσως πολλές φορές οι κατηγοριοποιήσεις που προέρχονται από εξειδικεύσεις θεματολογικές του τύπου: "Η Ανάσταση στη Νεοελληνική ζωγραφική" να εγκυμονούν τον κίνδυνο της αποσπασματικότητας ή ακόμα και μιας γενικευμένης θεώρησης. Όμως από τις τέσσερις συνθέσεις που επιλέξαμε αναδεικνύονται τρεις διαφορετικές τάσεις που κατά παράδοξο τρόπο συνυπήρχαν παράλληλα κατά την διάρκεια του μεταπελευθερωτικού μας βίου: Το λαϊκό στοιχείο, η λογιοσύνη στην τέχνη και η επανανακάλυψη του Βυζαντινού κόσμου.

Κυριακή, 28 Απριλίου 2019

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: ΤΟ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΤΙΚΟ "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ"


Του Μάνου Χατζιδάκι
Πάντα μ’ απασχολούσε το γνωστό εμβατήριο όσες φορές τ’ άκουγα. Έλεγα μέσα μου, τι άραγες εννοεί; Αντιπαρέρχομαι την αντιπάθεια που μου προκαλούσαν οι άδοντες παρελαύνοντες στρατιώτες, αστυνομικοί και πυροσβέστες, μαθητές και μαθήτριες, ναύτες και αεροπόροι κι όλοι μαζί μετά φανατισμού και πείσματος. «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» – τί άραγε το άσμα να εννοεί; Βέβαια δεν μου διέφευγε η προκατασκευή και η επίπονη άσκηση πού απαιτούσεν ένας τόσος «φανατισμός» και τέτοιο «πείσμα» για να εκτοξευθεί εις τας εθνικάς εορτάς το περίφημον «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». ‘Ομως αυτό δεν έχει τόση σημασία. Γεγονός ήταν πως η Ελλάδα, είτε με πείσμα είτε χωρίς, δεν εννοούσε να πεθάνει. Και το διαλαλούσε μετά χάλκινων και ξυλίνων πνευστών, καθώς και μ’ έναν αρκετά μεγάλον αριθμό τυμπάνων. 
Κι ήρθε ένα Μεγάλο Σάββατο, έτσι καθώς παρακολουθούσα τη λειτουργία της Αναστάσεως σαν τυπικός χριστιανός κι εγώ, μ’ όλες τις ένοπλες δυνάμεις παρούσες και γυαλιστερές, που μου ξαναθύμισαν το γνωστό εμβατήριο τής εθνικής μας υπερηφάνειας «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» – τ’ άκουγα μέσα μου καθώς την ίδια στιγμή ηκούγετο το ανακουφιστικό «Χριστός Ανέστη», ενώ μερικοί εύζωνοι, τιμητική φρουρά, χαμογελούσαν αμήχανα και ηλιθίως. Σκέφθηκα, σαν κάτι να φωτίστηκε μέσα μου, εφόσον η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ, πάει να πει πως και ποτέ δεν θα αναστηθεί. 
Πώς θά ’ναι αιώνια δίχως ανάσταση, μια και δεν δέχθηκε ποτέ της να πεθάνει. Τότες άρχισα να καταλαβαίνω, καθώς ο κόσμος έφευγε βιαστικά με το «Χριστός Ανέστη» στα χείλη του, και την Ελλάδα και το εμβατήριο και την Ανάσταση κατά κάποιο τρόπο. 
Ψέματα η Ελλάδα πως τάχα δεν πεθαίνει ποτέ. 
Ψέματα το εμβατήριο για μια μη θνήσκουσα Ελλάδα. 
Ψέματα και η Ανάσταση για μια περίπτωση χώρας μη θνήσκουσας και μη αναστημένης, αλλά γενναίως επαρμένης. 
Τώρα γιατί η Ελλάδα ειδικά βρίσκεται τόσο στενά συνδεδεμένη με τη γιορτή του Πάσχα, είναι ένα άλλο ερώτημα που απαιτεί μια κάποια απόκριση. Είτε από μάς είτε από τους ασκητές του Αγίου Όρους. Κάτι περισσότερο θα γνωρίζουν αυτοί για μάς, αφού έχουν την άνεση να μας παρατηρούν με ψυχραιμία χρόνια και αιώνες τώρα. Λοιπόν τα Πάσχα των Ελλήνων, ίσως λόγω στρατώνων, λόγω τσάμικου και λόγω φαλλοκρατικής λεβεντιάς που άνετα επιδεικνύουν οι πολιτικοί μας αρχηγοί όταν καταδέχονται με τόση «δημοκρατικότητα» να συγχορέψουν με τους φαντάρους και να τσουγκρίσουν πασχαλινά αυγά. (Άλλη μια μελαγχολική εικόνα της εθνικής μας εθιμοτυπίας που, θυμάμαι από παιδί, μου προκαλούσε μιαν ακατάσχετη διάθεση για κλάμα. Ένα κλάμα που δεν έλεγε να σταματήσει και που κανείς δεν θα ήταν σε θέση να εξηγήσει). 
Όπως και να το δούμε το «ψέμα», ένα είναι σίγουρο και αδιαφιλονίκητο: πως η Ελλάδα σε ρυθμό εμβατηρίου δεν πεθαίνει ποτές.
Μ.Χ.
Το Τέταρτο, τεύχος 1, Μάιος 1985


Σημείωση Ιδιωτικής Οδού:
Εκεί γύρω στα 1994, κυκλοφόρησε από το «Σείριο» του Μ. Χατζιδάκι, ένα άλμπουμ με τίτλο «Ελλάς, η χώρα των εμβατηρίων». Πρόκειται για εκείνα τα «απίθανα ηχογραφήματα εθνικού και ποδοσφαιρικού ενδιαφέροντος» που είχε επιμεληθεί ο Μάνος Χατζιδάκις. ο οποίος ...αρεσκόταν στα εμβατήρια, μόνο που το δικό του ήταν "Εμβατήριο για λεηλασίες" (στον "Κύκλο με την κιμωλία"). 

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΡΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟ


Σαν σήμερα, Κυριακή του Πάσχα το απόγευμα, κατά τα έτη της εν Πάτραις αρχιερατείας του, ο μακαριστός Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος, εκφωνούσε εμμελώς, με τον δικό του μοναδικό τρόπο, το Ευαγγέλιο του Εσπερινού του Πάσχα (της Αγάπης), από το Σύνθρονο του Ι. Ναού του Πολιούχου των Πατρών Αγίου Αποστόλου Ανδρέου.
Παραθέτουμε μία από τις ζωντανές ηχογραφήσεις του Ευαγγελίου, που εντοπίσαμε στο αρχείο μας.

 

Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

ΤΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΤΡΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟ


Τα Αναστάσιμα Ευλογητάρια (ήχος πλ. α' Κε) του Πέτρου Πελοποννησίου όπως τα έψαλε ο αείμνηστος Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος στο πρόγραμμα ηχογραφήσεων του Μανόλη Χατζηγιακουμή. 
Περιλαμβάνονται στην 2η Ανθολογία της εκδοτικής σειράς Μνημεία Εκκλησιαστικής Μουσικής (Κέντρο Ερευνών και Εκδόσεων, Αθήνα 2000). 
Το 2012 κυκλοφορήθηκε από το Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων το Ειρμολόγιο των Καταβασιών του Πέτρου Πελοποννησίου, το οποίο έχει εκτελεσθεί ολόκληρο (1990-1991) κατά την α΄ έντυπη εκδοχή του (Κων/πολη 1825) από τον μακαριστό Μητροπολίτη Πατρών Νικόδημο Βαλληνδρά (†2008). Αποτελείται από εννέα (9) ψηφιακούς δίσκους (CD) και έχει ταξινομηθεί ως Σώμα Τέταρτο στη Σειρά «Μνημεία Εκκλησιαστικής Μου­σικής».
Στον ψηφιακό δίσκο αρ. 6 περιλαμβάνονται και τα Ευλογητάρια αυτά, τα οποία ψάλλονται (όπως και η πρώτη σειρά των Ευλογηταρίων του Πέτρου) κατά την Ακολουθία του Επιταφίου (Όρθρος Μ. Σαββάτου), αλλά και στον Όρθρο των Κυριακών του ενιαυτού. Τα Ευλογητάρια αυτά ψάλλονται (όπως και η πρώτη σειρά των Ευλογηταρίων του Πέτρου) κατά την Ακολουθία του Επιταφίου (Όρθρος Μ. Σαββάτου), αλλά και στον Όρθρο των Κυριακών του ενιαυτού.


Ο Μ. Χατζηγιακουμής θεωρεί το μέλος "αριστουργηματικό" και σημειώνει τα χαρακτηριστικά του: "Αργό ειρμολογικό, εύρυθμο και ηδύ, στο εξαγγελτικό ήθος του αρχαίου πλαγίου πρώτου τετραφώνου ήχου, αποτελεί λαμπρή μελική επένδυση σε κείμενα, στα οποία κυριαρχούν ρεαλιστικοί ποιητικοί τόνοι και το μεγάλο μήνυμα της Αναστάσεως". 
Η ερμηνεία του Πατρών Νικοδήμου είναι εδώ ανάλογη του Αναστασίμου μηνύματος. Πανηγυρική, μεγαλοπρεπής, στιβαρή. Μια ερμηνεία που δίνει τα κλειδιά για την κατά το δυνατόν εξήγηση του παραδόξου: πώς ο θάνατος πατείται θανάτω! 
Όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν!


MΕΡΕΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΤΣΟΥ - Μέγα Σάββατον


Μέγα Σάββατον

Μέμνησο!
Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.
Μέμνησο των παιδίων α σοι έδωκεν ο Θεός.
Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελλούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σαν γλαροπούλια στην αμμουδιά.
Τα ρήματα α λελάληκας ημίν πνεύμα εστιν και ζωή εστιν.
Μες των καιρών την ανημποριά
Διώξε το γρέγο και το βοριά
Και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
Με του θριάμβου σου την κραυγή.
Ότι συ ει η αλήθεια και η ζωή και η ανάστασις.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.


Σπύρος Καρέλας, Άγγελος Κυρίου Λεπτομέρεια από τη Σταύρωση, Μονή Βατοπαιδίου. Αυγοτέμπερα σε μουσαμά 35x32cm

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Ο "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ" ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στην μουσική αυτοβιογραφία του "Η εποχή της Μελισσάνθης", ο Μάνος Χατζιδάκις έχει κι ένα τραγούδι που το ονομάζει "Επιτάφιος" και δεν είναι κάτι άλλο παρά μία μικρή εκλογή από τα Εγκώμια της Γ' Στάσης της Μ. Παρασκευής, που αρχίζει με το δημοφιλές "Αι γενεαί πάσαι".
Προφανώς ο Χατζιδάκις θέλησε να βάλει έναν «Επιτάφιο» σ’ αυτό το έργο του, σα να ψάλλει έτσι ο ίδιος τους νεκρούς της Κατοχής και της Απελευθέρωσης. Αυτούς που μνημονεύει στο προλογικό του σημείωμα για το έργο, αλλά και άλλους σίγουρα… 
Στα περιεχόμενα του δίσκου υπάρχει για τον «Επιτάφιο» η ένδειξη: "Χορωδιακό όπως στην εκκλησία". Ο Χατζιδάκις έκανε προφανώς μια μικρή έρευνα για τον τρόπο ψαλμώδησης των Εγκωμίων, αφού των σχετικών Εγκωμίων προτάσσονται ψαλμικοί στίχοι από τον Άμωμο, όπως προβλέπει το Τυπικό και γίνεται στα Μοναστήρια (όχι σε όλα φυσικά), σήμερα δε και σε κάποιες ενορίες, όπου οι ψάλτες έχουν την σχετική κατάρτιση. Φαίνεται πως δεν του έφτανε η τρέχουσα εκδοχή των Εγκωμίων και αναζήτησε μια κάπως διαφορετική και την βρήκε. 
Ο Χατζιδάκις βάζει την Χορωδία του Τρίτου Προγράμματος με διευθυντή τον Αντώνη Κοντογεωργίου (που συμμετέχει στον δίσκο), να ψάλλει μονόφωνα το παραδοσιακό μέλος της Γ’ Στάσης σε ήχο γ’, με στοιχειώδη εναρμόνιση μόνο του δεύτερου ημιστιχίου. 
Το εξαιρετικά ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο Χατζιδάκις κατά την εμμελή απαγγελία του ψαλμικού στίχου από έναν μονωδό, βάζει ένα μπουζούκι (Βασίλης Ηλιάδης) να αυτοσχεδιάζει (συγκρατημένα θα έλεγα), δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο ισοκράτημα. Το μπουζούκι αποσύρεται κάθε φορά που «μπαίνει» η χορωδία, εκτός από το φινάλε που είναι το δημοφιλές «Ω γλυκύ μου έαρ…», με το οποίο και ολοκληρώνεται ο «Επιτάφιος» της Μελισσάνθης. 
Ένα βίντεο στο youtube που ανέβασε ο Ioannis Botsas και επιγράφεται «Η Εποχή της Μελισσάνθης. Τραγουδούν Φ. Νταντωνάκη. Μ. Χατζιδάκις. Μ Φαραντούρη», μου έλυσε -μάλλον – τον …γρίφο γύρω από τον «Επιτάφιο» της Μελισσάνθης. Η συγκεκριμένη ανέκδοτη ηχογράφηση είναι από τα δοκιμαστικά του έργου. Εκεί, λοιπόν, ο Χατζιδάκις χρησιμοποιεί τον μεγάλο δάσκαλο της ελληνικής μουσικής Σίμωνα Καρά και την Βυζαντινή Χορωδία του Συλλόγου προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής. Ο Καράς λέει τους ψαλμικούς στίχους και ακολουθεί η χορωδία. Στο βίντεο ο «Επιτάφιος» αρχίζει στο 27’15’’. Το μπουζούκι αυτοσχεδιάζει πάνω στον Καρά και αποσύρεται στην χορωδία. 
Σκέφτηκα μήπως ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε στο δοκιμαστικό του για το έργο την σχετική ηχογράφηση από τον δίσκο «Βυζαντινοί Ύμνοι Επιταφίου και Πάσχα» του Συλλόγου προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής, που ο Σ. Καράς ίδρυσε. Να σημειώσουμε εδώ ότι πρόκειται για την πρώτη ηχογράφηση των Εγκωμίων της Μ. Παρασκευής με αυτόν τον παλιό τρόπο (δίσκος βινυλίου του 1976, δηλ. τέσσερα χρόνια πριν την ηχογράφηση της "Μελισσάνθης").
Όμως στην ανέκδοτη ηχογράφηση ο Σίμων Καράς είναι πιο νέος φωνητικά και η εκλογή των Εγκωμίων της Γ’ Στάσης δεν είναι η ίδια με αυτή του δίσκου. Υπάρχουν κάποιες διαφορές. Επίσης, στην δοκιμαστική ηχογράφηση της Μελισσάνθης η χρονική αγωγή της χορωδίας είναι πιο αργή από αυτή του δίσκου. Άρα, είναι πολύ πιθανό ότι ο Χατζιδάκις συνεργάστηκε με τον Σίμωνα Καρά για το πώς θα «στήσει» τον «Επιτάφιο» της «Μελισσάνθης».


Τελικά, στην ηχογράφηση του έργου επέλεξε την ευρωπαϊκή Χορωδία του Τρίτου – που ήταν δικό του «παιδί» - αλλά κράτησε την εκλογή των Εγκωμίων (τέσσερα) που ο Σίμων Καράς συμπεριέλαβε στην δική του ηχογράφηση (στον δίσκο που μνημονεύσαμε) και μάλιστα με την ίδια ακριβώς σειρά. Γεγονός που σημαίνει ότι ο Χατζιδάκις γνώριζε καλά την συγκεκριμένη εργασία του Καρά.
Παραθέτω στη συνέχεια το κείμενο της Εκλογής των Εγκωμίων που υπάρχει στην οριστική ηχογράφηση του έργου «Η Εποχή της Μελισσάνθης» και αποτελούν τον «Επιτάφιο» (διάρκεια 2’ 58’’).
Στιχ. Επίβλεψον επ’ εμέ και ελέησόν με κατά το κρίμα των αγαπώντων το όνομά Σου.
Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Στιχ. Τα διαβήματά μου κατεύθυνον κατά το λόγιόν Σου και μη κατακυριευσάτω μου πάσα ανομία.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίσωμεν τω Κτίστη.
Στιχ. Λύτρωσαί με από συκοφαντίας ανθρώπων, και φυλάξω τας εντολάς Σου.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Στιχ. Της φωνής μου άκουσον Κύριε κατά το έλεός σου κατά το κρίμα σου ζήσον με.
Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;


Από το 1958 ο Χατζιδάκις δουλεύει τον δικό του "Επιτάφιο". Ένα κύκλο οκτώ τραγουδιών σε ποίηση Τάκη Βαρβιτσιώτη (Επιτάφιος, 1951). Δυστυχώς το έργο παρέμεινε ανολοκλήρωτο. Τα τραγούδια ήσαν τα εξής:
Ολα τα χέρια 
Κοιμισμένη φλόγα 
Πως φεύγουν οι κορυδαλλοί 
Στο κοιμητήριο των πουλιών 
Πνιγμένα αστέρια 
Θρηνήστε τον Άδωνη 
Μάγοι και αρνάκια 
Ω, εσύ αμόλυντη παρθένα 
Μια στάλα αίμα μεγαλώνει 
Πάντως, τον "Επιτάφιο" του Χατζιδάκι συναντούμε και στην "Οδό Ονείρων" του. Ο ίδιος ο συνθέτης μας λέει εκεί: "Εδώ σ’αυτόν τον δρόμο γεννιόνται και πεθαίνουν τα όνειρα τόσων παιδιών ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους θα ενωθεί με τ’ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου και θα χαθεί."
Κι ακόμα, το ποιητικό έργο «Μέρες Επιταφίου» του Νίκου Γκάτσου, το είχε ζητήσει από τον σπουδαίο μας στιχουργό ο Μάνος Χατζιδάκις για να το μελοποιήσει και να το παρουσιάσει, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, κάποιο Πάσχα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο Χατζιδάκις δεν έγραψε τελικά ποτέ τη μουσική, παρά το γεγονός ότι το είχε ανακοινώσει...
Επίσης, ένας "Επιτάφιος" που σημάδεψε τον Χατζιδάκι. Αφηγείται ο ίδιος: 
"Δεν θα ξεχάσω ποτέ, σαν ήμουν 18 χρονών, μες στα δύσκολα για όλους χρόνια της γερμανικής κατοχής, τον Τσαρούχη, τριγυρισμένο από διαλεχτούς νέους μαθητές του, να παρακολουθεί τη λειτουργία του Επιταφίου, σ’ ένα μικρό εκκλησάκι της Πλάκας, κρατώντας μιαν αναμμένη λαμπάδα, με μιαν άνετη ευλάβεια, χωρίς τον ιουδαϊσμό των «τακτικών χριστιανικών θαμώνων», με μιαν ευλάβεια που λες και υπήρχε μέσα του χιλιάδες χρόνια, να ψάλλει «γνησίως βυζαντινά», και συγχρόνως να ευφραίνεται τις μύριες προεκτάσεις ετούτης της στιγμής που ζούσε".
Τέλος, ας μη ξεχνάμε ότι πρώτος ο Μάνος Χατζιδάκις ηχογράφησε τον "Επιτάφιο" του Μ. Θεοδωράκη, σε στίχους Γ. Ρίτσου, με τη Νάνα Μούσχουρη. Κι αργότερα ο "Επιτάφιος" του Μίκη τον απασχολούσε, γι' αυτό και τον "δοκίμαζε" στο πιάνο με την ανεπανάληπτη Φλέρυ Νταντωνάκη στο τραγούδι.
Για τον Χατζιδάκι ο Επιτάφιος ήταν η "Λειτουργία της Άνοιξης"! Και για μας!


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ: ΦΙΛΩ ΤΟ ΕΞ ΕΥΩΝΥΜΩΝ


ΦΙΛΩ ΤΟ ΕΞ ΕΥΩΝΥΜΩΝ 

Τί πάθανε οἱ σταυροὶ καὶ πιὰ δὲν ἐννοοῦν 
Τὸ ἐκ δεξιῶν καὶ τὸ ἐξ εὐωνύμων; 
Ἤτανε δυὸ οἱ ληστές 
Ἀλλὰ μονάχα ὁ ἕνας μνημονεύεται: 
Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ... 

Τί ψαλμὸ νὰ γράψω, τί ἐπαίνους; 
Ποιόν λήσταρχο νὰ ξεχωρίσω; 
Ὅποιον ἔχει τὸ δίκιο καὶ χάνει 
Ἢ ὅποιον ἔχει ἄδικο καὶ κερδίζει; 

Τί πάθανε οἱ σταυροὶ καὶ πιὰ δὲν ἐννοοῦν 
Πόσα μαρτύρια δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐπιφωνήματα; 
Πόσα λίγα εἶναι οὐσιαστικὰ καὶ ρήματα; 

Στὸ δισυπόστατο ἐσαεὶ θὰ παραμένουν 
Τὸ μνημονεῦον καὶ τὸ ἀμνημόνευτον; 

Στὸν Ἐσταυρωμένο Σας ἐνάντια πηγαίνω 
Ραπίζω τὸ ἐκ δεξιῶν, φιλῶ τὸ ἐξ εὐωνύμων 
Τὸν ἄλλο ληστή, τὸν ἀρνητή 
Τὸν χλευαστή, τὸν ἀμνημόνευτο διαλέγω 

Κλίνατε ἐπὶ δεξιά, φιλάνθρωποι 
Ὅσους σταυροὺς σηκώνετε, τόσους σταυροὺς γκρεμίζω. 

*Πολεμώντας υπό σκιάν... Ελεγεία και σάτιρες, Γιώργος Κοζίας, Περισπωμένη, 2017

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019

"ΠΡΟΣ ΣΕ ΟΡΘΡΙΖΩ..." ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΘΩΝ - ΨΑΛΛΕΙ Ο ΠΑΤΡΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ


Αναρτούμε την ε' ωδή του κανόνα από την Ακολουθία των Παθών, δηλ. του Όρθρου της Μ. Παρασκευής "Προς σε ορθρίζω" (ηχ. πλ. β') στο αργό μέλος, από το Ειρμολόγιο των Καταβασιών του Πέτρου Πελοποννησίου, το οποίο έχει εκτελεσθεί ολόκληρο (1990-1991) κατά την α΄ έντυπη εκδοχή του (Κων/πολη 1825) από τον μακαριστό Μητροπολίτη Πατρών Νικόδημο Βαλληνδρά (†2008). 
Αποτελείται από εννέα ψηφιακούς δίσκους και έχει ταξινομηθεί ως Σώμα Τέταρτο στη Σειρά «Μνημεία Εκκλησιαστικής Μου­σικής», που έχει επιμεληθεί και εκδώσει ο Μανόλης Χατζηγιακουμής (Κέντρο Ερευνών και Εκδόσεων 2012).

 

"ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ..." ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ «ΕΠΤΑCΥΝ»


Το Δοξαστικό της Θ' Ώρας της Μ. Παρασκευής, στο μέλος του Ιακώβου πρωτοψάλτου, από το βυζαντινό μουσικό σύνολο «ΕΠΤΑCΥΝ» της ΟΠΕΡΑΣ ΝΕΩΝ.
Μια ηχογράφηση από συναυλία που έγινε στην Αγγλικανική Εκκλησία στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2019. Χοράρχης ο πρωτοψάλτης Αναστάσιος Στέλλας.
Στην συναυλία αυτή, με τίτλο «Μετάνοια, Πάθος, Ανάσταση», παρουσιάστηκαν τρία λαμπρά δείγματα της μεταβυζαντινής μελοποιϊας: Το τροπάριο της Κασσιανής, στο περίφημο μέλος του Πέτρου Πελοποννησίου, το "Σήμερον κρεμάται..." του Ιακώβου και το δοξαστικό «Αναστάσεως ημέρα» του Χρυσάφου του Νέου, με το εξαίσιο κράτημα «Τεριρέμ» του Πέτρου Λαμπαδαρίου.
Μια θεματική, μα και τολμηρή συναυλία, καθώς η αναμέτρηση με τέτοια μέλη είναι πραγματικά μια τεράστια μουσική πρόκληση. 



"ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ" ΣΕ ΜΙΝΟΡΕ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΜΑΝΕΑ

Σχέδιο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου

Προ ημερών αναρτήσαμε μια ιστορική ηχογράφηση του "Τη υπερμάχω στρατηγώ" σε μινόρε, του Πέτρου Μανέα (1870-1950), με συνοδεία χορωδίας και αρμονίου (ηχογράφηση 1930). 
Σήμερα παραθέτουμε το γνωστό ιδιόμελο "Σήμερον κρεμάται επί ξύλου", από την Ακολουθία των Παθών, πάλι σε ήχο πλ. α', μινόρε (κανονικά είναι σε πλ. β')
Ο Μανέας ήταν διάσημος ψάλτης στη Σμύρνη και ηχογράφησε ύμνους για πρώτη φορά το 1911. Παρότι ο Μανέας ήταν σπουδαίος βυζαντινός ψάλτης, ήδη από τη Σμύρνη είχε συστήσει και ένα είδος πολυφωνικής χορωδίας, ανταποκρινόμενος στις απαιτήσεις των καιρών. 
Ο Πέτρος Μανέας άφησε εποχή στον ιστορικό Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής Ακαδημίας, όπου ήταν πρωτοψάλτης από το 1931 έως το θάνατό του. Από την παρουσία του Μανέα στην Αθήνα τρία μέλη του γνώρισαν μεγάλη διάδοση, από στόμα σε στόμα: ένα Άξιον εστί, το Τη υπερμάχω και το Σήμερον κρεμάται, όλα σε πλάγιο πρώτο εναρμόνιο. 
Και η ηχογράφηση του "Σήμερον κρεμάται" είναι του 1930 και περιλαμβάνεται στον ψηφιακό δίσκο "Μουσική της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας" 1924-1930, της σειράς ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΡΧΕΙΟΝ. 
Π.Α.Α.



Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

O ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ “ΤΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ”


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Το Γραφείο επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών της Μητροπόλεως Πειραιώς, με κείμενό του (22-4-2019) μας κοινοποίησε κάποιες «σκέψεις» για την πρόσφατη καταστροφή της «Παναγίας των Παρισίων». 
Το κείμενο ξεκινάει ως εξής: «Η 15η Απριλίου 2019 θα μείνει στην ιστορία ως αποφράδα ημέρα για τον παγκόσμιο πολιτισμό, με την απανθράκωση του ναού της «Παναγίας των Παρισίων». Αναμφίβολα ο κάθε πολιτισμένος άνθρωπος, ο οποίος έχει κρίση και μπορεί να κατανοήσει τη σημασία των πολιτιστικών μνημείων, λυπάται, διότι ο κόσμος γίνεται φτωχότερος από πολιτισμικής απόψεως, με τέτοια θλιβερά συμβάντα.» 
ΟΜΩΣ! Παρακάτω, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, ο έχων και την ευθύνη του κειμένου, γίνεται πιο αποκαλυπτικός! «Βεβαίως όλοι μας λυπηθήκαμε, ωστόσο κάποιοι από τους Ορθοδόξους και μάλιστα κάποιοι επίσκοποι, σχολιάζοντας το γεγονός σκανδάλισαν τον πιστό λαό του Θεού, διότι εκφράστηκαν με τρόπο ανεπίτρεπτο, που εγείρει πολλά ερωτηματικά. Για μας τα μνημεία των αιρετικών και των αλλοθρήσκων έχουν, πρέπει να έχουν, μόνον καλλιτεχνική και πολιτισμική αξία, και να απολαμβάνουν τον σεβασμό μας, μόνον ως τέτοια και όχι ως χώροι λατρείας του αληθινού Θεού. Το συγκεκριμένο μνημείο είναι, (ήταν), ο καθεδρικός ναός των παπικών του Παρισιού. Οι παπικοί όμως έχουν καταδικαστεί από μια πληθώρα Ορθοδόξων Συνόδων πανορθοδόξου και οικουμενικού κύρους ως αιρετικοί. Θεοφώτιστοι Πατέρες και περισπούδαστοι δάσκαλοι της Εκκλησίας μας, με πρωτοστάτη τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, (1296-1359), έχουν αποφανθεί, πως οι αμετανόητοι αιρετικοί είναι στην ουσία άθεοι, διότι έχουν μια στρεβλή πίστη για το Θεό. Λατρεύουν έναν είδωλο του αληθινού Θεού, ένα πλάσμα της φαντασίας τους και όχι τον αποκαλυμμένο Τριαδικό Θεό της Εκκλησίας. Η σχολαστική λεγόμενη θεολογία κατασκεύασε μια εκτρωματική εικόνα περί του Θεού, την οποία υιοθέτησε ο αιρετικός Παπισμός και την ακολουθεί μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, όσοι εκ των Ορθοδόξων επίσκοπων, εξέφρασαν την οδύνη τους για την καταστροφή της «Παναγίας των Παρισίων», θεωρούντες αυτόν ως ναό, στον οποίο λατρευόταν ο αληθινός Θεός, έπεσαν σε σφάλμα σοβαρό, διότι αγνοούν, (ηθελημένα;), το γεγονός ότι ο Παπισμός δεν είναι Εκκλησία, αλλά αίρεση…». 
Και πιο κάτω ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, βάλλει, στην ουσία, εναντίον του Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος έγραψε: «Σήμερα η Παναγία των Παρισίων έγινε Παναγία των δακρύων μετά την καταστροφική πυρκαγιά που κατέστρεψε ένα τμήμα αυτής…». 
Και στο Πειραιώτικο κείμενο σχολιάζονται με δριμύτητα τα όσα έγραψε ο Επίσκοπος Φαναρίου Αγαθάγγελος: «Διερωτόμαστε: μπορεί ένας Ορθόδοξος Επίσκοπος να πιστεύει και να διακηρύσσει ότι «η Παναγία κλαίει» για την καταστροφή ενός αιρετικού ναού; Μπορεί να εύχεται να γίνει και πάλι ο αιρετικός αυτός ναός «λειτουργικός» και το χειρότερο, «να εμπνέει και να φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων της πίστης και του πνεύματος»; Ποιας πίστης; Των δεκάδων αιρετικών παπικών διδασκαλιών; Για ποια «ανάσταση» μιλάει; Μήπως τη διαιώνιση των παπικών κακοδοξιών, οι οποίες θα συνεχίσουν να κηρύττονται στον ανακατασκευασμένο ναό; Τι νόημα έχει η φράση του «Είμεθα κοντά σας σε ό,τι μας χρειασθείτε»; 
Εν τέλει, ο Πειραιώς Σεραφείμ μας λέει πως η «Παναγία των Παρισίων» μπορεί να είναι πολιτιστικό μνημείο και ως τέτοιο το σεβόμαστε – ας πούμε – αλλά δεν παύει να είναι ο καθεδρικός ναός των «αιρετικών» παπικών του Παρισιού. Άρα, όσοι ορθόδοξοι επίσκοποι έκαναν δηλώσεις για το θέμα, θα έπρεπε να είναι πιο …προσεκτικοί γιατί «όταν διαβάσει κανείς τις επιστολές συμπαράστασης, που έστειλαν στους παπικούς της Γαλλίας και στο Βατικανό, αβίαστα και ξεκάθαρα καταλήγει σ’ αυτό ακριβώς το συμπέρασμα, στην πίστη τους δηλαδή, ότι στον συγκεκριμένο ναό λατρευόταν ο αληθινός Θεός.» 
Κι ακόμα, «πώς εξηγείται», λέει ο Πειραιώς Σεραφείμ «οι μεν Ορθόδοξοι να εκφράζουν αισθήματα οδύνης για την καταστροφή του παπικού αυτού ναού, ενώ οι ευρωπαίοι «χριστιανοί» να «σφυρίζουν αδιάφορα», όταν καταστρέφονται ναοί ύψιστης πολιτισμικής αξίας στον Ορθόδοξο χώρο;» 
Και κλείνει ακάθεκτος: «ουδεμία διαμαρτυρία για τις απαράδεκτες εξαγγελίες του τούρκου προέδρου κ. Ταγίπ Ερντογάν, να μεταβάλλει την Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλεως, σε μουσουλμανικό τζαμί, ένα μνημείο ασύγκριτης αξίας σε σχέση με εκείνο της «Παναγίας των Παρισίων». Να και οι συγκρίσεις! 
Το κείμενο του Πειραιώς σαφώς είναι cult! Όμως, δεν είναι τυχαίο. Εκφράζει μια διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα συμπολιτών μας, οι οποίοι στοιχούνται στην ίδια λογική: Η «Παναγία των Παρισίων» είναι μια υπόθεση των «αιρετικών» παπικών, δεν μπορεί να γίνει δική μας, γιατί εμείς έχουμε την Αγια Σοφιά που είναι ασυγκρίτως ανώτερη από τον καθεδρικό των «αιρετικών» (sic). Σα να ακούς, δηλ., εκείνους τους αριστερούς που λένε ότι «οι Γάλλοι καλά να πάθουν, αποικιοκράτες ήσαν και ρούφαγαν το αίμα των λαών» και άλλα τέτοια παρόμοια. 
Ηθικόν δίδαγμα: Εμείς οι Ορθόδοξοι Έλληνες είμαστε ανώτεροι γενικώς. Οι άλλοι που είναι αιρετικοί να προσέξουν. Που σημαίνει ότι και οι χριστιανοί που σκοτώθηκαν ανήμερα το Πάσχα των Καθολικών στη Σρι Λάνκα, μπορεί να …απήλαυσαν τα επίχειρα της – φευ! – «αίρεσής» τους… 
Απέναντι σ’ αυτή την θλιβερή λογική, μόνη παρηγορία ο λόγος του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: «Η Παναγία των Παρισίων δεν ήταν απλώς ένας Καθεδρικός Ναός, αλλά αποτελεί ένα ορατό σημείο «συνάντησης» της χριστιανικής πίστης και της ανθρώπινης μεγαλοφυΐας, ένα σύμβολο των κοινών ιδανικών της ανθρωπότητας, μία «φωνή» από την οποία πηγάζει μια ηχηρή έκκληση για ειρήνη και αγάπη. Ο κόσμος είναι σήμερα τραυματισμένος, βιώνει ένα ιδιαίτερο πένθος, συλλογικά, πέρα από ομολογιακές και θρησκευτικές δεσμεύσεις».

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

Η «ΚΑΣΣΙΑΝΗ» ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ



Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Το ιδιόμελο τροπάριο «Κύριε, η εν πολλαίς αµαρτίαις περιπεσούσα γυνή» είναι το πιο γνωστό και δημοφιλές έργο της βυζαντινής υμνογράφου Κασσιανής (9ος αι.), αλλά και από τους πλέον σηµαντικούς ύµνους της βυζαντινής υµνογραφίας. Ψάλλεται την Μ. Τρίτη το βράδυ και είναι το δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου της Μ. Τετάρτης. 
Πολλοί έλληνες λογοτέχνες και ποιητές απέδωσαν το τροπάριο της Κασσιανής στα νέα ελληνικά (Κ. Παλαμάς, Φ. Κόντογλου, Ι. Πολέμης, Γ. Χειμωνάς κ.α.), ενώ και πολλοί έλληνες συνθέτες μελοποίησαν το πρωτότυπο τροπάριο ή τις μεταγραφές του στα νέα ελληνικά (Νικόλαος Χαλικιόπουλος- Μάντζαρος, Θεμιστοκλής Πολυκράτης, Δημήτρης Μητρόπουλος, Δημήτρης Μηνακάκης κ.α.). 
Ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε το τροπάριο της Κασσιανής για τετράφωνη ανδρική χορωδία a capella αρχικά το 1942. Αργότερα, το 1984, συνέθεσε την εκδοχή για µικτή χορωδία επίσης χωρίς συνοδεία. Υπάρχει, όμως, και η συμφωνική εκδοχή του έργου, που έχει παρουσιαστεί επανειλημμένως σε συναυλίες. 
Ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης ομολογεί πως τα πρώιμα χορωδιακά έργα του προέκυψαν επειδή «υπήρχε μια ζωντανή δική μας παράδοση, τόσο σε εκκλησιαστικά όσο και χορωδιακά έργα. Ο Πολυκράτης [σπουδαίος συνθέτης πολυφωνικής εκκλησιαστικής μουσικής] ήταν ένα υπόδειγμα για τους ύμνους της Λειτουργίας, Χερουβικό, Σε υμνούμεν, κ.λ.π. -κι εγώ τον είχα άλλωστε σαν πρότυπο. Έτσι θεωρώ την «Κασσιανή» μου σαν κάτι, θα έλεγα, το ανεξήγητο, όταν σκέφτομαι τα λίγα τεχνικά μέσα και τα ελάχιστα ακούσματα εκείνου του καιρού. Είναι εξάλλου το μόνο έργο εκείνης της εποχής που το θεωρώ άξιο να σταθεί πλάι στις μεταγενέστερες δημιουργίες μου.» 

Η «Κασσιανή» του Μ. Θεοδωράκη γράφτηκε και παρουσιάστηκε στην Τρίπολη, όταν ο συνθέτης ήταν μόλις 17 ετών! Η μελοποίηση του ύμνου είναι σαφώς επηρεασμένη από την πολυφωνία της εποχής και δεν έχει σχέση με την βυζαντινή μελωδία του τροπαρίου, παρ΄ ότι διαθέτει και κάποια τροπικά στοιχεία. 
Ο ίδιος ο συνθέτης στην Αυτοβιογραφία του (Οι Δρόμοι του Αρχάγγελου), διηγείται ένα πολύ …χαριτωμένο περιστατικό, που είχε να κάνει με την απόδοση του τροπαρίου της Κασσιανής εκείνη την Μ. Τρίτη, πριν 77 χρόνια! 
«… Στα 1942, τη Μεγάλη Τρίτη, η Τριπολιτσά είχε αναστατωθεί από τη μάχη των τριών Κασσιανών, όπως την ονόμασαν. Το τύπωμα και το μοίρασμα διαφημιστικών προκηρύξεων, που προκάλεσε την παρέμβαση των αρχών κατοχής και ο αφορισμός από το δεσπότη του Γιάννη Κούρου με την απαγόρευση να δοθεί η «Κασσιανή» του στη μητρόπολη, προσέδωσε εκρηκτικό χαρακτήρα στην ατμόσφαιρα. Εκτός από τον Κούρο, ο καθηγητής μου κ. Παπασταθόπουλος είχε γράψει τη δική του «Κασσιανή», που θα την ερμήνευε ο ΜΟΤ (Μουσικός Όμιλος Τριπόλεως) στον Προφήτη Ηλία, κι εγώ τη δική μου, που θα τη δίναμε στην Αγία Βαρβάρα. Ο Κούρος βρήκε τελικά κάποιο ξωκλήσι. Το έργο του ήταν στηριγμένο στην Αρκαδική Μουσική, δηλαδή μια απλούστευση της βυζαντινής, δικής του επινοήσεως. Ο ίδιος ήταν καθηγητής ιχνογραφίας στο γυμνάσιο, δεξιός ψάλτης στον Αι-Βασίλη, τη μητρόπολη, και κυρίως μέγας τραγουδιστής, με ειδικότητα τα επιτραπέζια «κολοκοτρωναίικα», όπως είναι γνωστά. Πολύ ψηλός, ξερακιανός, θυμόσοφος, καλαμπουρτζής και γερό ποτήρι, αποτελούσε ένα ζωντανό θρύλο. Στην «Κασσιανή» του, στη φράση «ως εν τω Παραδείσω», είχε βάλει φωνές που έκαναν «τσίου-τσίου», δηλαδή τα πουλιά του Παραδείσου, πράγμα που έδινε χειροπιαστά την εικόνα… και ίσως γι’ αυτήν την τόλμη ο δεσπότης τον αφόρισε. Δεδομένου ότι η βυζαντινή τέχνη θα πρέπει να παραμένει απογυμνωμένη από ειδωλολατρικά τερτίπια, όπως είναι τα «πουλάκια» ή τα μουσικά όργανα ή μια νέα αντίληψη για τη μελοποίηση, που να ξεφεύγει από τα ιερά πρότυπα και την παράδοση της εκκλησίας.

Ο Μίκης Θεοδωράκης με συμμαθητές του  στην Τρίπολη το 1942

Η σύνθεση της δικής μου «Κασσιανής» έγινε στις αρχές του 1942. Τότε είχα μια δική μου τετράφωνη χορωδία στην Αγία Βαρβάρα, για το μέρος της Λειτουργίας. Έγραφα «Χερουβικά», «Σε υμνούμεν» και άλλα μέρη. Άρχισα τις πρόβες αμέσως. Κάθε φωνή ξεχωριστά. Έτσι κάθε μέρα δούλευα τέσσερις ώρες μόνο για τις φωνές. Ανακάλυψα και ένα θαυμάσιο βαρύτονο -ήταν μόνιμος επιλοχίας- για τον οποίον έγραψα ένα μεγάλο σόλο. Στη δική μας εκτέλεση, στην Αγία Βαρβάρα, χάρη στον πατέρα μου, ήρθαν οι αρχές της πόλης. Ο Ευάγγελος Παπανούτσος [διευθυντής τότε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Τρίπολης] μας έφερε την ιντελιγκέντσια. Ο κόσμος πατείς με πατώ σε. Ψάλαμε από το γυναικωνίτη με μεγάλο τρακ και συγκίνηση. Ακόμα θυμάμαι το φάλτσο που έκανε ο Τάκης, που ως συνήθως τραγουδούσε πάντα λίγο χαμηλά. Τον είδα να τεντώνει το λαιμό του και είπα: «Τώρα θα το κάνει», και το έκανε. Αυτό έσπασε τη μαγεία της στιγμής. Ο Παπανούτσος, όλος χαρά, μας έσφιγγε τα χέρια στο προαύλιο της αυλής. Μετά και οι τρεις χορωδίες σμίξαμε σε μια υπόγεια ταβέρνα. Φάγαμε, ήπιαμε και, οι αθεόφοβοι, ψάλαμε και τις τρεις «Κασσιανές». 
Ο Μ. Θεοδωράκης είχε αναφερθεί, σε συνέντευξή του, στην «Κασσιανή» ως «ένα έργο φιλίας»: «Πραγματικά το κίνητρό μου ήταν να γράψω ένα σύνθετο έργο για τους φίλους μου που τραγουδούσαν τότε τα πρώτα μου τραγούδια σε εκδρομές και καντάδες κάτω από τα παράθυρα των αγαπημένων μας κοριτσιών.»

ΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΘΟΔΩΡΟ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΣΤΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Μια ξεχωριστή εκδήλωση - αφιέρωμα στον συνθέτη, ακαδημαϊκό, δάσκαλο και μαέστρο Θεόδωρο Αντωνίου, ο οποίος αναχώρησε για την αιωνιότητα στις 26-12-2018, πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 17 Απριλίου 2019, στον Πολυχώρο Τέχνης και Σκέψης (Αρχοντικό Μάνου Χατζιδάκι) στην Ξάνθη. 
Η εκδήλωση έγινε στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Ξάνθη – Πόλις Ονείρων Μουσικών Σχολείων», το οποίο διοργανώνει για 6η συνεχόμενη χρονιά το Μουσικό Σχολείο Ξάνθης με συμμετοχές μουσικών σχολείων απ’ όλη τη χώρα και με την συμβολή του Κέντρου Πολιτισμού του Δήμου Ξάνθης. 
Ήταν πολύ σημαντικό που το αφιέρωμα στον Θ. Αντωνίου έλαβε χώρα στον χώρο του φίλου του Μάνου Χατζιδάκι, ήδη από την δεκαετία του 1960. Ο Χατζιδάκις έπαιζε έργα του Αντωνίου, ο οποίος ήταν ένας από τους βασικούς μουσικούς συνομιλητές του. 


Σ’ αυτό το αφιέρωμα στον Θόδωρο Αντωνίου, μίλησε ο μουσικογράφος Θωμάς Ταμβάκος, ιδρυτής του ομώνυμου Αρχείου Ελλήνων Μουσουργών και επίτιμο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, με πρόταση του Θ. Αντωνίου. Ο Θ. Ταμβάκος διατηρούσε πολυχρόνια φιλία με τον Θ. Αντωνίου και - εκτός των άλλων - έχει ασχοληθεί με την πλήρη, επίσημη δισκογραφία του συνθέτη. 
Ο Θωμάς Ταμβάκος μίλησε για τη ζωή και το έργο του Θ. Αντωνίου, προβάλλοντας σπάνιο αρχειακό υλικό, μικρό μέρος του οποίου παραθέτουμε και εδώ, μετά από ευγενική παραχώρηση του Θ. Ταμβάκου. 
Ο Θ. Ταμβάκος είπε στην ομιλία του, μεταξύ πολλών άλλων: «Από το ξεκίνημά του ως συνθέτης και στο 60 και πλέον χρόνια που συνέθεσε μουσική, τον ενδιέφερε πάντα ο χαρακτήρας του κοινού. Ο ίδιος ομολογούσε ότι δεν βρήκε κάποιον απόλυτο ορισμό που να το καθορίσει στην ολότητά του. Παρέμεινε γι’ αυτόν άγνωστο και απρόσιτο. Το κοινό ξεκινάει από μαύρο στη μια πλευρά και καταλήγει άσπρο στην άλλη πλευρά. Ως συνθέτης έδινε το δικαίωμα στον εαυτό του να ανακαλύπτει συνεχώς καινούργια πράγματα ή να προσεγγίζει από διαφορετικές γωνίες αυτά τα οποία ήξερε. Πάντα προσέγγιζε την μουσική σαν να μην ήξερε τίποτε από πριν. Έτσι μπορούσε να έχει την έκπληξη ότι κάθε φορά κάτι νέο ανακάλυπτε. Αυτό είναι που τον κρατούσε πολύ κοντά στην απίστευτη όρεξη και δύναμη που είχε να δημιουργήσει. Η δημιουργία είναι για τον Αντωνίου μία πρόκληση. Ήταν μία αναζήτηση για κάτι που διακαώς έψαχνε και δεν το είχε βρει. Και όπως τόνιζε: «καλά είναι που δεν το έχω βρει και το ψάχνω πάντα, γιατί με κάνει να είμαι συνεχώς σε επαφή με τη δημιουργία». 


Και παρατηρεί στη συνέχεια ο Θωμάς Ταμβάκος: «Αυτή η συνθετική συνέπεια σφυρηλατήθηκε σιγά σιγά προς ένα ιδανικό μοναδικής μουσικής έκφρασης με τρία κύρια χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι η μορφολογική οικονομία και η απόλυτα προσωπική δομική του πρωτοτυπία που παραπέμπει στο άριστο μέτρο. Το δεύτερο είναι η λιτή χρήση των εκφραστικών μέσων της ορχήστρας και η τέλεια γνώση των δυνατοτήτων των οργάνων. Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η χρήση μελωδιών και μελωδικών θραυσμάτων. Όλα αυτά συνοψίζονται στα ίδια τα λόγια του που τα τελειώνει με τη ρήση «… μα θα μπορούσα να είμαι κάτι άλλο εκτός από εκφραστής αυτού του κόσμου που είμαι και εγώ μέρος του;» 
Ο Θωμάς Ταμβάκος αναφέρθηκε στον «παγκόσμιο» δάσκαλο Αντωνίου, ο οποίος δίδαξε σε πανεπιστήμια της Αμερικής και δίδαξε γενιές μουσικών. «Περισσότεροι από 140 συνθέτες πήραν δίπλωμα σύνθεσης μαζί του. Αυτό είναι μία τεράστια προσφορά και παρακαταθήκη για το μέλλον της λόγιας μουσικής στην Ελλάδα. Πίστευε ότι όσο πιο δεμένος είσαι σε αυτό που σε χαρακτηρίζει τόσο πιο πανανθρώπινος γίνεσαι. Πρέπει να είσαι περήφανος γι’ αυτό που είσαι, ότι κι αν είσαι. Ας κάνουν οι νέοι ένα ωραίο περίπατο κι ας σκεφτούν ποιοι είναι και γι’ αυτό που είναι να αισθάνονται περήφανοι. Το δεύτερο να είναι ελεύθερα μυαλά και να εκφράζουν αυτό που πιστεύουν. Την αντίληψη αυτή προσπάθησε να περάσει στους μαθητές του.» 


Μετά την εμπεριστατωμένη ομιλία του Θ. Ταμβάκου, καθηγητές από τα μουσικά σχολεία της περιφέρειας Ανατολ. Μακεδονίας – Θράκης παρουσίασαν ένα μουσικό πρόγραμμα με επιλεγμένα έργα του συνθέτη, ενώ τη βραδιά έκλεισε το μαθητικό χορωδιακό σύνολο του μουσικού σχολείου Ξάνθης. 
Εμφανίστηκαν οι καθηγητές: Δημήτρης Δοξάκης (φλάουτο – μουσικό σχολείο Δράμας), Κωνσταντίνος Χίζαρης (κιθάρα – μουσικό σχολείο Ξάνθης), Δημήτρης Κυραναστάσης (κλαρινέτο – μουσικό σχολείο Καβάλας), Έλενα Σερενίδου (πιάνο – μουσικό σχολείο Ξάνθης), Γιάννης Κεραμίδης (βιολί – μουσικό σχολείο Κομοτηνής), Βιολέτα Τοπαλίδου (πιάνο – μουσικό σχολείο Καβάλας) και Ευαγγελία Γκουγκούλη (πιάνο – διεύθυνση χορωδίας: μουσικό σχολείο Ξάνθης). 
Την καλλιτεχνική επιμέλεια της βραδιάς είχε ο καθηγητής του μουσικού σχολείου Ξάνθης, Δρ Κωνσταντίνος Χίζαρης.


Related Posts with Thumbnails