Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012
ΜΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΡΙΣΗ
Κυριακή 8 Απριλίου 2012
ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΧΙΒΑ ΠΑΝΑΧΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟ ΤΗΣ ΝΕΟΚΛΗ ΣΑΡΡΗ
| φωτό: Ιδιωτική Οδός |
Μοναχά μια ώρα
Μερικές μέρες είναι
Έχω χάσει έναν ιερό μου ύμνο
Τον έχει δει κανείς;
Ξέρει κάνεις σας που βρίσκεται;
Φτάνει μια άρπα
Θρηνωδεί:
Πιθανόν κάπου με ένα χρυσαφένιο κύμα του Βοσπόρου
Να επιστρέψει στην Χάλκη.
Είναι μια εβδομάδα που έχω χάσει
Ένα κομμάτι του ουρανού μου
Ξέρει κάνεις σας που βρίσκεται;
Ήρθε με βροχερά μάτια ένας άνεμος
Είπε: ίσως αγκαλιάσει μια μεγάλη γη που κινδύνεψε
Είναι μερικούς μήνες
Έχω χάσει ένα μάτι μου
Σε διάδρομους του Μαραθώνα
Έφτασε από τα ηλιοτρόπια μέρη ένας άγγελος είπε
Τον έχω δει εγώ μου είπε να σας πω
Όρκος στα δάκρυα των δικών μου ανθρώπων
Όρκος στις τρυφερές κουβέντες των φίλων μου
Των μαθητών μου
Όρκος στα οράματα μου
Ορκίζομαι στην Πόλη μου
Στο δρόμο, στο σπίτι μου, στο γραφείο μου
στο σπουργίτι της μοναξιάς του Αλεξάνδρου μου
έχω γίνει ένα με το φως του σύμπαντος
ακουμπήστε το άσβεστο φως
Καλή Ανάσταση
Χίβα Παναχί
7.4.2012 Αθήνα
Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011
ΧΙΒΑ ΠΑΝΑΧΙ: ΜΝΗΜΗ ΝΕΟΚΛΗ ΣΑΡΡΗ
Στο Φως Φαναρίου: Ο καθηγητής Νεοκλής Σαρρής στο Φανάρι.
Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010
ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΧΙΒΑΣ ΠΑΝΑΧΙ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ «qaqnas»
Της Χίβας Παναχί
Είναι μια ζαλισμένη ιστορία, απίστευτη που όσο το σκέφτομαι δεν βγάζω άκρη, δηλαδή, τι άκρη;
Εκείνο το μέρος και εγώ τι σχέση είχαμε μεταξύ μας γιατί και πώς και χιλιάδες άλλες σκέψεις να χορεύουν στο κύκλο της και να ξεχνώ και πάλι εκ νέου να επιστρέφουν τα μισά και ατελείωτα.
Σαν να ήμουν ένα χορταράκι που είχα φυτρώσει στο πουθενά, όπως έλεγε η αείμνηστη γιαγιά μου, οι ιστορίες της ήταν γεμάτες εικόνες και παράξενες γεύσεις, όμως το ερώτημα επιμένει να με τρώει γιατί έπρεπε να δω εκείνα τα παράξενα; Τι σχέση; Αυτά όλα να γυρνάνε και να ζαλίζουν το είναι μου, από πείσμα λέω στον εαυτό μου: σώπασε και περπατά σιωπηλά. Έτσι ίσως είναι καλυτέρα, όμως κατά βάθος ξέρω ότι η λογική της επιβίωσης με παρασύρει και με ξεγελά προς ένα ήρεμο κομμάτι, ίσιο.
Θυμάμαι, ναι θυμάμαι εκείνη την γλυκιά γειτόνισσά μας που έμοιαζε με μια αρχαία φιγούρα, με άσπρα μαλλιά, τρία σπίτια πάνω από μας έμεναν. Κάθε φόρα που την έβλεπα έλεγε: “ήταν γραφτό παιδάκι μου να συναντηθούμε” και εγώ απλά την κοίταζα με σεβασμό.
Το όνομά της, η κύρια “Zine”, πάντοτε ήταν γλυκιά και στοργική, μετρία στο ύψος της με παραδοσιακά κουρδικά ρούχα... την είχα πάντα έτσι στο μυαλό μου, μια ωραία μυρωδιά άγριων λουλουδιών που μόνο εκείνη ήξερε να φτιάξει την συνόδευαν και μάγευε την γειτονιά μας και εκτοπίζει το δικό μου μυαλό συνεχώς με τις σοφίες της και διηγήσεις που έκανε, να μας συνεπάρει η ροή του ποταμού πίσω από το σπίτι της γιαγιάς. Αλήθεια είναι το βουνό δεν ήταν μακριά και από μακριά έχεις την αίσθηση ότι είναι δίπλα σου.
Ο δρόμος μας ήταν πολύ περίεργος δρόμος. Βέβαια δεν το έχω πει σε κανέναν αυτό. Όταν νύχτωνε στο “Toushnawzar”* μέσα στο δάσος έβλεπες ότι μια ‘qaqnas* που έμοιαζε τόσο σε μια νεαρή γυναίκα πηγαινοέρχεται σαν να γεννάει ανήσυχη.
Την έβλεπα να ετοιμάζει μια φωτιά και να βγάζει τα φτερά της ένα προς ένα, στην φωτιά έβαλε κάθε της φτερό και έπειτα θρήνησε. Η qaqnas έπαιζε άρπα και τραγουδάει ένα δικό της ανήκουστο άσμα.
Τα σύννεφα καλύπτουν το ιερό βουνό καθώς την είδα να βγάζει μια φωνή σαν λύκαινα. Το ανατριχιαστικό ήταν ότι όταν κατάλαβα είμαι το μοναδικό άτομο στην οικογένεια και ανάμεσα σε όλους που την βλέπω. Δεν ήξερα τι να κάνω και εκείνες οι άναρθρες κραυγές της ήταν θεέ μου...
Έβλεπα τον αυτό μου κατάχλωμη σαν φάντασμα, τρελαμένη πια είχα γίνει, με πυρετό η γιαγιά έλεγε ότι “τα κοκάλά σου χαιρετάνε τις σκιές κορίτσι μου, να το θυμάσαι”.
Πώς έγινε η κυρία Zine ήρθε σπίτι μας μου έφερε ιερό νερό από τα πηγάδια που ήξερε μόνο εκείνη. Φυσικά δεν τόλμησα να βγάλω άχνα για όσα έβλεπα. Θα με πήγαινε σε ένα ιερό λουλούδι ή τόπο - ξέρω και εγώ - έτσι κράτησα το μυστικό μου, λυπήθηκα την ‘qaqnas”... Αναρωτιόμουν για ποιο λόγο έχει βρεθεί εκεί...
Μια μέρα είχα πάει στο σπίτι της θείας μου, πριν να μαζέψει ο ήλιος το πάθος της για την γη και το φεγγάρι να τραγουδά ανοιξιάτικους ύμνους, κοίταξα το“Toushnawzar”, όμως τι περίεργο που ήταν αυτό την qaqnas” δεν την είδα. Μερικές μέρες ηρέμησα όμως για ποιο λόγο είχε χαθεί; Έπρεπε να μάθω τον λόγο. Στην επιστροφή προς το σπίτι μας όλο έκανα διάφορα σενάρια στο νου μου και όμως διαψεύσθηκα καθώς την είδα πάλι στην ίδια κατάσταση.
Μετά λίγο καιρό κατάλαβα ότι η ‘qaqnas” έχει συνδεθεί με την μοίρα μου και με το σπίτι μας... Χωρίς να πω τίποτα στην γιαγιά μου πήγα στο ιερό βουνό, την είχα παρατηρήσει από μακριά, την έβλεπα να κλαίει να χτυπιέται, είχα ανάγκη να την δω από κοντά, έβγαλα τα σχολικά μου ρούχα, δεν φοβήθηκα μόνο λίγο άγχος...
Είδα μια φωτιά σε ένα καζάνι, πόσο έμοιαζε σε γυναίκα, μου είπε: “έλα κοντά πιες νερό κορίτσι μου”, είπε πάλι “γιατί ήρθες αργά; Είναι η τελευταία μου μέρα εδώ, πάρε αυτό το φτερό, ίσως να το χρειαστείς κάποτε, οπότε θα το κάψεις και η ζωή σου θα έχει φως και μην φοβάσαι” έκλαιγε... και τραγουδούσε...
Το έκρυψα το φτερούλι στο βιβλίο της “Jilaς ” και κοιμήθηκα... Είδα ότι πήγα κάπου στο ωκεανό σε μια χώρα μακρινή...
Είχε έρθει η μάνα μου να με υποδεχτεί, δεν μου άρεσε το καινούριο σπίτι μου, είπα στην μητέρα μου «δεν μου αρέσει αυτό το σπίτι, είναι άχρωμο και χάλια» η μητέρα μου θυμάμαι είπε «δεν πειράζει θα το βάψουμε θα γίνει όπως θες»... Ξύπνησα με πυρετό αυτή τη φορά, ήμουν σε μια έρημο. “Διψάω”, φώναξα... Όμως δεν πήρε πολύ χρόνο. Κατάλαβα ότι δεν με ακούει κανένας. Είχα χάσει τον τόπο και τον χρόνο...
Ξαναβρέθηκα στον ιερό ναό που πήγαινα με την γιαγιά μου. Ένα κερί για να είναι προστατεμένη η πόλη μου... Αλήθεια, δεν θυμάμαι πότε επέστρεψα στην “πόλη μου ”... Είπα στην Νταντά ότι πηγαίνω ταξίδι αύριο. Το αντιλήφθηκα ότι δεν της άρεσε αυτό που είπα.
Ήθελα να μαθαίνω τα νέα στον κόσμο. Έτσι πήρα από το δωμάτιό μου το παλαιό ράδιο. Η νταντά είχε πάντα ένα σύννεφο στα μάτια της δεν μου μιλούσε ποτέ, είχε δικές τις διηγήσεις κρυμμένες όλες.
“Έπρεπε να φύγεις” μου είπε μια φωνή. Κάποια κείμενα και ότι ήταν σημαντικό να βλέπω τον εαυτό μου σε δύσκολα μονοπάτια του βουνού. Γύρισα για μια στιγμή το κεφάλι μου, τα ηλιοτρόπια αντίκρισα, είχα ένα απίθανο και απερίγραπτο πόνο στο στήθος μου και έκλαψα... θυμήθηκα την “qaqnas “...
Στα σοκάκια που είχαν γεμίσει με αίμα την ξαναείδα, μόνο με χαιρέτισε και εγώ το ίδιο έκανα.
“Ερωτεύτηκα έναν άντρα χρώμα σκόνη” το μόνο που είπε. “Απελπισμένη είμαι”, είπε και εξαφανίστηκε. Μετά αρκετό καιρό είχα πάει στον Όλυμπο με μια παρέα. Την ξανασυνάντησα εκεί, μου λέει: “Τι έχεις;”
Θυμήθηκα ότι έπεσε τυχαία φωτιά στο φτερούλι, γι' αυτό εμφανίστηκε μάλλον, δεν της είπα τίποτα. “Ζήτα κάτι” μου λέει και έτσι ευχήθηκα από μέσα μου και άναψα ένα κεράκι σε έναν ναό της Ελλάδος .
Qaqnas το μυθικό πούλι που είναι θηλυκό στην κουρδική μυθολογία και πεθαίνει από τον πόνο της γέννας και ετοιμάζει το θάνατό του.
Toushnawzar” το κέντρο της πολιτείας των ιερων βουνών στο Ζαγγρούς με πανάρχαιες τελετές γονιμότητας.
Μάρτιος 2000 - Αθήνα (το διήγημα αυτό είναι ήδη δημοσιευμένο πριν χρόνια στα Κουρδικά και Γαλλικά).
Η Χίβα Παναχί είναι γνωστή ποιήτρια και συγγραφέας στην Περσία, το Ιράκ και τη Συρία. Είναι λάτρης του ελληνικού πολιτισμού και έχει συμβάλει όσοι λίγοι στη διάδοσή του σε όλη τη Μέση Ανατολή με μεταφράσεις που έχει εκπονήσει και με τη γενικότερη δράση και το λόγο της.
Είναι μέλος της Κουρδικής Ακαδημίας που εδρεύει στο Παρίσι.
Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010
Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ JILA HOSSEINI (1964-1995)
μιλά θερμά κυοφορώντας καλοκαιρία, φυλλοβόλα σαν Σαζί σε πεδιάδες του φθινοπώρου, κοιτάς ήρεμα υπομονετικά όπως τα χιόνια όταν ακουμπάνε βουνά, γη και δέντρα, έτσι ακουμπάς και εσύ τον χρόνο και τον χώρο.Ο χρόνος πώς φεύγει, αν έχει πραγματική υπόσταση, ρωτάνε τα δικά μου μάτια τα μάτια του καθρέφτη και δακρύζω ήρεμα. Γεμίζει το δωμάτιο της καρδιάς μου από κεριά, γεμίζει ο χώρος μου με ποιήματά σου, γέλια μας, ατάκες, και τρέχω πάλι όλους τους διαδρόμους της ιστορίας που συμμαχεί μαζί μου. Βλέπω πως η μάνα ιστορία σε έχει ψηλά, λαμπιρίζουν μέρες, μήνες και χρόνια σου.Συνεχίζω να συγκινούμαι σταθερά και εσύ με φωτίζεις συνεχώς, με κάνεις να περπατώ δυναμικά και έτσι τρέχει η μάνα ιστορία προς τα πίσω μαζί μας.
Μάλλον έχεις πληγές, άκουσα την φωνή σου και η νύχτα κυλά βαριά, με αγκαλίζεις και ηρεμώ απίθανα, όμως η μέρα που πλησιάζει ξέρεις και ξέρω ότι είναι μέρα ξεριζωμού, το σκοτάδι δεν θα σε αντέξει σαν να είπες .
Όλα τα πονεμένα πουλιά στον κλειστό ουρανό του Κουρδιστάν είπαν να φύγω πρέπει, οι πόνοι σου ηρεμούν στα λαλιά των ποταμών, πάντα εδώ και εκεί δίπλα μου σε έχω. Έτσι νυχτιάτικα τα αφήνω όλα πίσω, μέσα στην τσάντα μου τα βιβλία σου, φωτογραφίες και νιώθω έντονα κάτι πόνους στο σώμα μου, εσύ όμως μου τραγουδάς εκείνους τους στίχους σου:
«Ήλιε της αγάπης
Καμιά φορά από ανησυχία
Η καρδιά έμεινε πίσω, έτσι ερχόσουν
Ανθοβολούσες τις πεδιάδες του πόνου
Εκ νέου άκουγα απ' τη φωνή σου ιστορίες Ελεύθερων εποχών
Μοίρασα τους πόνους με τα βουνά
Ακούμπησα τις πληγές των βράχων
Από τότε ζεις στο στήθος μου
Μυρωδιά αγάπης, ελευθερίας και ελπίδας»
Βουνά ψηλά, αμέτρητα, εσύ ψυχή της γης έγινες .
Εδώ στην Αθήνα είμαι, κοιτώ τα έργα σου στην βιβλιοθήκη μου και τα ξαναπιάνω στο χέρι. Το πρώτο σου έχει την αφιέρωση σε μένα. Ξεραμένα λουλούδια κοσμούν φύλλα, αποκόμματα εφημερίδων με μεγάλα γράμματα: “Η μεγάλη ποιήτρια του Κουρδιστάν η Jila 32 ετών, μαζί με το κοριτσάκι της Jina 10 μηνών βρέθηκαν νεκρές στο...”
Στο πρόλογο του βιβλίου σου γράφει ο αναλυτής: «αν πιστέψουμε ότι οι ψυχές δεν πεθαίνουν και επιστρέφουν σαν άνθη, η ποιήτρια Jila μετά από διακόσια χρόνια περίπου στην πόλη μας, μετά από την εξοχότατη Mastoura Ardalani, είναι υπόσταση των ευχών και των οραμάτων».
Ένας άλλος σε μια άλλη δημοσίευση λέει: «σαν τα μάτια της νεράιδας στην αυγή έχει έρθει της ζωής και της τέχνης, και ναι είναι και είσαι γεγονός».Κοιτώ στα μάτια του καθρέφτη και πάω να βρω το μικρό βάζο που κρύβω στην ντουλάπα μου, το βάζο έχει χώμα από την πατρίδα και εκεί που κοιμάσαι, αρχίζω και τραγουδώ μαζί σου, κάπου γράφεις έτσι:
«Τώρα φεύγω, όμως θα δεις κάποτε θα επιστρέψω,
Αυτή τη φορά έχω στο ένα χέρι μου τον ήλιο
Στο άλλο χέρι έχω την θάλασσα».
Κόρη μου Άνθη
Ξεχασμένα τα χαρούμενα τραγούδια
Για φετινό Νεβρουζ, πενθεί το Κουρδιστάν
Στην αγκαλιά μου είναι η Χαλάπτζα 1
Αγκάλιασα τους πόνους σου
Σε έσφιξα στην ψυχή μου
Όλα τα διηγήματα ήταν για τα καμένα χέρια
Για τα τυφλωμένα μάτια
Την ώρα της καταστροφής
Έκαψα το σώμα μου έτσι στα κομμάτια μου τα κομμάτια σου
Φλόγες πολλές όμως πλησιάζει ημέρα
Μια μέρα πέτρα
Άνθη και δέντρα
Μαζί με τα πουλιά
Επισκέφτηκαν ομαδικά τον ήλιο
Πες μας Ήλιε τι έγινε ξανά;
Κοιτάξτε εκεί στο κάμπο
Στην ανάσα των ανθών
Στο σταθμό των αλόγων με τα χρυσαφένια πατήματα
Μετέφεραν ένα ματωμένο κλαδί πίσω
Πεταμένο στο χώμα
Βράχος, βουνό, ανθοί και χώμα
βούρκωσαν ομαδικά
Οι χάρες σου, κρεμασμένη
πενθείς με τη σιωπή
Αντιλαλούν τα βουνά στο σιωπηλό μας κόσμο
Αποζητάς μια φωνή
Ίσως και άραγε είναι εδώ κανείς;
Malak Xtoun όμορφη γυναίκα του Κουρδιστάν
Στην πνοή της ορχήστρας ζωής
Κάθε φορά με μια νέα τεχνοτροπία
Θα τραγουδήσουν το άδικο πένθος σου
Στα βράχια και στους ποταμούς μας
Εδώ είναι μια ποιήτρια ομόγλωσση
Θα μιλά κάθε φορά για τον σκοτωμένο σου άντρα.

Κοιτώ το χρόνο. Βρέχει όμορφα στην πόλη των Αθηνών. Παίρνω το δρόμο και παρατηρώ τον κόσμο. Εδώ είναι η πόλη του Πλάτωνα και εκείνος αγαπούσε τον δάσκαλό του. Έτσι η μάνα ιστορία δεν μας εγκαταλείπει. Και θα 'μαι πάντα συγκινημένη καθώς βλέπω να απλώνεται ο έρωτάς σου στα ουράνια και να χαϊδεύει τη γη, μυρωδιά αγάπης, ελευθερίας και ελπίδας.
Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010
"ΣΠΙΘΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΓΗ" ΤΗΣ ΧΙΒΑΣ ΠΑΝΑΧΙ
Σπίθες από τη χαμένη γη
Σε αναζητεί η έρημος
Η νύχτα ξαπλωτή αναμένει να επιστρέψουν τα χαμένα άστρα
Ένας κρύος άνεμος κρύβεται εδώ
Τρεμοπαίζουν οι ευχές των κεριών για το δρόμο
Επιθυμία αγκαλιάζει τον κρύο άνεμο
Μια χούφτα από το χώμα της Ερμού
Τα χέρια μου χαζεύουν τα άστρα του έρωτα
Ο ουρανός πια μοιάζει με σταρένιο κτήμα από μακριά
Αν βρεθεί μια κίχλη να κρυφτούμε στην σκιά της
Στις ανάσες μας σιγανοκαίγεται ο κόσμος
Αναζητάμε τον χαμένο δρόμο της έρημο
Η πόλη πια είναι μόνη της
Τα δέντρα μυρίζουν θάνατο
Αγαπώ το σπουργίτι του βλέμματός σου στην ξενιτειά
Αναζητούν ήρεμα για τις πληγές της επιθυμίας στο κορμί μου
Ο καημός της πόλης αναμείχθηκε πια με την θλίψη του ουρανού
Η τρικυμία στα στήθη μου είναι από καλοκαίρι
Ο κόσμος φτερουγίζει στα φτερά μιας πεταλούδας
Η μακρινή σκιά μου σκεπάζει τα εσώρουχα
Γεμίζει πια γύρω από σκόνες, φουρτούνες
Η σκιά σου είναι μια νέα πόλη
Με την βροχή μιλά
Με το κρασί που γέμισε τις αυλές της πόλης
Με τις βελανιδιές όταν μοίρασαν τα νέα μας στον κόσμο
Το κεράκι να μαρτυρεί τη φεγγαράδα πως καίγεται από μακρυά
Χίβα Παναχί
Αύγουστος 2010