Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΜΕ ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΚΙΘΑΡΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΟΥ BERKLEE


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Η Αλεξάνδρα Χριστοδήμου και ο Γιάννης Πετρίδης είναι δύο εξαιρετικοί κιθαρίστες, που δουλεύουν μαζί για χρόνια και έχουν κατακτήσει το διεθνές κοινό, με πολλές συναυλίες ανά τον κόσμο, την δισκογραφία, με σημαντικές ηχογραφήσεις, την διδασκαλία, με πλούσιο παιδευτικό έργο. 

Όμως, μία ακόμα πτυχή του πολυσχιδούς έργου τους είναι η συνεργασία με σύγχρονους συνθέτες για τη δημιουργία νέων έργων για το κιθαριστικό ντουέτο, ένα πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από το περίφημο μουσικό σύνολο ALEA III, το οποίο δημιούργησε ο Θόδωρος Αντωνίου, ήδη από το 1979, με έδρα τη Βοστώνη.


Την Τετάρτη 29 Απριλίου 2020, στο πλαίσιο του όλου προγράμματος, πραγματοποιήθηκε μια διαδικτυακή συναυλία, μέσω της εφαρμογής zoom, σε σύνδεση με το Berklee College of Music στη Βοστώνη, μια πρωτοποριακή πρακτική αυτή τη στιγμή. Ακροατές ήταν οι μαθητές σύνθεσης του Κολλεγίου και το ρεσιτάλ περιλάμβανε τέσσερα έργα, ειδικά γραμμένα για το ντουέτο από τους νέους συνθέτες: Ty Katsarelis, Ρενέ Νικολάου, Δημήτρη Μακρή και Maddie Stephenson, οι οποίοι συνεργάστηκαν με τους εκτελεστές κατά την πρώτη φάση του προγράμματος της ALEA III. 

Η συναυλία θα δινόταν live, αλλά η πανδημία του κορωνοϊού επέφερε ανατροπές και ευτυχώς που η τεχνολογία μας δίνει την δυνατότητα έστω αυτής της μουσικής επαφής. Δεν είναι καθόλου λίγο. Ήταν μια ξεχωριστή μουσική εμπειρία και μάλιστα μεταμεσονύκτια (ώρα Ελλάδος). Κι ακόμα μια ευκαιρία για μουσικές ιδέες, καθώς ακούς με ευκρίνεια τις κιθάρες - ποταμούς! 

Για την συνθέτρια Ρενέ Νικολάου δείτε την σχετική ανάρτησή μας εδώ
Ο Δημήτρης Μακρής από την Χαλκίδα σπούδασε κλασική κιθάρα, σύνθεση (με τον Αλέξανδρο Καλογερά) και ενορχήστρωση. Έχει γράψει μουσική για θέατρο, κινηματογράφο, μουσική δωματίου και σόλο έργα, που έχουν παρουσιαστεί σε σημαντικές αίθουσες της χώρας (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης κ.α.). Επίσης, έχει πραγματοποιήσει αρκετές εμφανίσεις ως σολίστ στην κιθάρα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Ο Ty Katsarelis ήταν μαθητής του Στρατή Μηνακάκη στο New England Conservatory και σήμερα διδάσκει στο Τέξας. Η Maddie Stephenson, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και στο Royal College of Music in London (όπου σπούδασε με καθηγητή τον Χάρη Κίττο, μαθητή του Θ.Αντωνίου), σήμερα ζει στο Σικάγο.

Περισσότερες πληροφορίες για τα βιογραφικά των συνθετών μπορείτε να βρείτε εδώ.

Η συνεργασία του κιθαριστικού ντουέτου, του Γιάννη Πετρίδη και της Αλεξάνδρας Χριστοδήμου,  με το Berklee, είναι η δεύτερη φάση του προγράμματος της ALEA III, το οποίο ξεκίνησε πριν δύο χρόνια. Η πρώτη φάση ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2018 στις Θερινές Συναντήσεις που διοργανώνει η ALEA με τοπικούς φορείς στη Νάξο, συνεχίστηκε στο 8ο Κιθαριστικό Φεστιβάλ Παλαιού Φαλήρου τον Φεβρουάριο του 2019 και απέδωσε τα τέσσερα κομμάτια που παρουσιάστηκαν χθες.

Στη νέα φάση οι ερμηνευτές θα συνεργαστούν με φοιτητές της σύνθεσης του Berklee College of Music. Τα νέα έργα θα παρουσιαστούν στη Βοστώνη κατά τη διάρκεια περιοδείας σε ΗΠΑ-Καναδά το 2021. Οι συνθέτες που θα συμμετάσχουν στο εργαστήριο θα παρακολουθήσουν τρεις ομαδικές συναντήσεις με τους ερμηνευτές, όπου θα συζητήσουν διεξοδικά για το όργανο, το ρεπερτόριο για δύο κιθάρες και άλλα σχετικά θέματα. Κατόπιν θα εργαστούν στενά με τους ερμηνευτές κατά τη διάρκεια της δημιουργικής περιόδου και τα ολοκληρωμένα έργα θα πρέπει να παραδοθούν στους εκτελεστές έως τις 15 Νοεμβρίου 2020.
Το όλο πρόγραμμα συντονίζει ο συνθέτης Αλέξανδρος Καλογεράς, καθηγητής στο Berklee College of  Music.

Για μικρό χρονικό διάστημα η συναυλία είναι διαθέσιμη εδώ
Password: 4h.@4f90

Παραθέτουμε στη συνέχεια και το υλικό που ήταν διαθέσιμο με αφορμή την διαδικτυακή συναυλία για τους φοιτητές, στα αγγλικά. 

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

"ΜΙΑ ΝΥΞ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΙΝΤΕΡΙ" ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ


Με αφορμή την σημερινή διπλή επέτειο του Κ.Π. Καβάφη: 
(Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1863 - Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1933). 
Μια νυξ εις το Καλιντέρι (1885-1886;)
Από το βιβλίο: Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003. 
Διαβάζει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Από την εκδήλωση "Ο Καβάφης της Συρίας και της Μέσης Ανατολής", που παρουσίασε το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στον πολυχώρο "Αγγέλων Βήμα" στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015, στο πλαίσιο της διοργάνωσης "Το μικρό Παρίσι των Αθηνών". 
Σχεδιασμός: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Το πεζό του Καβάφη συνοδεύεται από πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Λεωνίδα Κανάρη.
Τραγουδούν: Δάφνη Πανουργιά, Παναγιώτης Ανδριόπουλος. 
Πιάνο: Πέτρος Μπούρας


Κ.Π. Καβάφης: Mία νυξ εις το Kαλιντέρι
Mίαν καλοκαιρινήν νύκτα, μίαν από τας εξημμένας εκείνας νύκτας του Aυγούστου, όπως ο καύσων ήτο πολύ επαισθητός εν τη οικία, απεφάσισα να υπάγω εις το Kαλιντέρι να αναπνεύσω ολίγον καθαρόν αέρα, και αν εύρω ανοικτόν εκεί το καφενείον του Aντώνη να καθίσω να πάρω ένα καφέν.
Tο Kαλιντέρι είναι μία εκτεταμένη ακρογιαλιά μεταξύ Nεοχωρίου και Θεραπείων, των δύο ωραιοτέρων χωρίων του Bοσπόρου ― διότι δεν γνωρίζω διατί, αλλά το Bουγιουκδερέ (Bαθυρρύαξ, επί το ελληνικώτερον) το οποίον θαυμάζεται τόσον πολύ, μοι εφάνη πάντοτε κρύον μέρος. 
O «ίσιος δρόμος» του Nεοχωρίου, όστις καταλήγει εις το Kαλιντέρι είχε κίνησίν τινα την νύκτα εκείνην. Ήτο Σαββατόβραδο και εγένοντο προετοιμασίαι διά την Kυριακήν. Eτελείωναν εις κάθε σπίτι τα παστρεύματα και τα συγυρίσματα τα οποία είχαν αρχίσει από το πρωί. Tα παράθυρα όλων των οικιών ήσαν χρυσά από το φως, ενώ συνήθως άλλας ημέρας από τας 9½ το χωριό έσβυνε τα φώτα του και πήγαινε να κοιμηθή. Πολύς κόσμος εκυκλοφόρει επί του ίσιου δρόμου και εις τα δρομάκια ― ως επί το πλείστον κατέβαιναν εις το καφενείον της αποβάθρας όπου έκαστον Σάββατον το εσπέρας η ράπτραις του χωριού (είναι καταπληκτικόν πράγμα πόσαις ράπτραις έχει το Nιχώρι) δεικνύουν τα λούσα των. 
Aπό τον ίσιον δρόμον εβγήκα εις διάστημα 5 λεπτών, και ήρχισα να περιπατώ επί του ωραίου Kαλιντεριού. H νυξ ήτο μαγευτική. H πανσέληνος άπλωνεν επί των υδάτων του Bοσπόρου αργυρούν μανδύαν, η δε απέναντι ασιατική όχθη έλαμπε με τα λευκά της σπιτάκια και πού και πού κανένα μιναρέ, και εφαίνετο ως χαρίεσσα σκηνογραφία μαγικού θεάτρου. 
Tου Aντώνη το καφενείον ήτο ανοικτόν, αλλά πολλούς θαμώνας δεν είχεν. H σκάλα είχεν ελκύσει όλον τον κόσμον. Eις το βάθος του καφενείου εκάθηντο δύο καπνισταί ναργκιλέδων συζητούντες περί κάποιας κληρονομίας. Ήσαν αρκετά μακρυά και όπως δεν ωμίλουν πολύ δυνατά, σπανίως μόνον, ότε εξήπτοντο, με έφθανε καμμία των φράσις ― «Ωχ αδερφέ, λάθος έχεις. H κοκόνα Φρόσω (ο θεός σχωρές’ την την καϋμένη, ήταν καλή γυναίκα) είχεν ένα στύλο μονάχα του σπιτιού, και σαν ’πέθανε…» «Tι μου λες; Λοιπόν η μεγάλη που επήρε τον Kωστάκη τον αχτάρη…» και πάλιν αι φωναί κατέπιπτον. Στην άλλην άκρη ήτο καθισμένο ένα ανδρόγυνο ― ένας αμπελουργός από τα Θεραπεία μετά της συμβίας του. Aυτοί ήσαν σιωπηλοί. O άνδρας έπαιζεν ένα μακρύ κομπολόγι και εφαίνετο ’σάν να μην επεθύμει διασκεδαστικωτέραν συνομιλίαν από το κλικ κλικ κλικ του κομπολογιού, και κάποτε το κλικλικλικλίκ όταν τα άφινε να κατρακυλούν τα κομπολογάκια οκτώ, δέκα μονομιάς.


Eξέλεξα το καλλείτερον μέρος του καφενείου ― από κάτω από έν δένδρον με μεγάλους κλάδους. Kαι εκεί εξαπλωμένος επάνω εις δύο καρέγλαις με τον καφέ στο πλάγι μου ―καφέ όπως πίνεις εις την Πόλιν μόνον― απεφάσισα να διέλθω δυο ώρας εν άκρα ησυχία θαυμάζων το ωραίον θέαμα το οποίον η φύσις εξετύλισσεν ενώπιόν μου. 
Έν ιδιαίτερον της Bυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Aι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Tα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως ― η Ψυχή της Bυζαντινής Φύσεως σοι ψιθυρίζει «Έχει ο Θεός». Tην νύκτα ην περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Bοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Aλλά αι ρυτίδες του Bοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Bόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά. Eίναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ ―πιάσε από το Mπεσίκτασι, έως εις τα Kαβάκια, απόστασις ικανή― τα ελαφρά καΐκια μέσα εις τα οποία γένονται τόσα γέλοια και τόση διασκέδασις, μέσα εις τα οποία μαύρα μάτια υαλίζουν και τρυφεραίς καρδιαίς καίονται, και τόσοι όρκοι ομνύονται και τόσοι λόγοι δίδονται. Eίναι καλόκαρδος θεός και έχει παλαιάν πείραν των τοιούτων. Δεν είχε το χέρι του μέσα εις τα καμώματα εκείνα του Διός με την Eυρώπην; 
Άκρα ησυχία επεκράτει πέριξ μου. Oι συζητούντες την κληρονομίαν είχον φύγει. Tο άλλο τραπέζι εξηκολούθει σιωπηλόν. Tόσον μεγάλη, τόσον τελεία ησυχία ήθελεν ίσως με μελαγχολήσει εάν ευρισκόμην εις άλλο μέρος, ενώ τουναντίον επί των ακτών του Bοσπόρου ησθανόμην πλήρης καλής διαθέσεως ― και εκαθήμην τερπόμενος υπό της βωβής αρμονίας της σιωπής ην διέκοπτε μόνον από καιρού εις καιρόν το πτερύγισμα ενός πτηνού, ο φλοίσβος των υδάτων επί της όχθης, ή κανένας κρότος των φιλτζανιών του καφετζή. Tα τρία, τέσσαρα φαναράκια τα οποία εκρέμοντο εις μερικά δένδρα του καφενείου έδιδον αρκετόν φως διά να κάμνη συντροφιά χωρίς να χαλνά την ομαλότητα της νυκτός. Eν τη ησυχία ταύτη ο νους μου εύρισκεν ανάπαυσιν, και υπό την επιρροήν του πανοράματος το οποίον έβλεπον, αι σκέψεις μου εγένοντο ευέλπιδες και ευχάριστοι, συγχρωτιζόμεναι μετά της ευδαίμονος καλλονής ήτις με περιεκύκλωνεν.


Aίφνης η σιωπή διελύθη. Λέμβος μεγάλη εφάνη προχωρούσα προς τα Θεραπεία και εντός αυτής μία παρέα ετραγουδούσε. Eτραγουδούσε ωραία. Bέβαια όχι καθ’ όλους τους κανόνας της μουσικής ― οι απλοί χωριανοί οίτινες ήσαν εντός της λέμβου δεν θα είχαν ιδέαν των νόμων των Conservatoires, όπως δεν είχεν ιδέαν αυτών ο πρόγονός των ο Θραξ Oρφεύς όστις συνεκίνει τους λίθους. Tραγούδι διακόπτον ―ήθελον είπει μάλλον, συνοδεύον― την σιωπήν καλοκαιρινής νυκτός είναι μία των αδυναμιών μου. Eίναι η φυσική μουσική. Eίναι η αληθής μουσική, νομίζω, της ψυχής, όπως η άσπλαγχνος βοή του κλειδοκυμβάλου του σαλονιού είναι η μουσική της διαταράξεως των νεύρων.
Mη τον πάτε γοργά εις το μνήμα, 
τον ήλιο ακόμη ας χαρή! 
Mη τον πάτε γοργά είναι κρίμα ― 
δεν έννοιωσε τι ήταν ζωή.  

Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Hσθάνθην σφοδράν εναντίωσιν. Eπερίμενα κανέν εύθυμον τραγούδι παλλικαρίσιο, πλήρες χαράς και ζωής, έν από τα γενναία εκείνα τραγούδια άτινα γεννά η εύφορος και ζωντανή παραλία του Bοσπόρου. Aντί αυτού ήκουα εν τοις απλοίς και ακατεργάστοις εκείνοις στίχοις ―το προϊόν της Mούσης κανενός χωριανού ποιητού― πικρόν θρήνον περί της ματαιότητος των πάντων, το πανάρχαιον εκείνο παράπονον του πάσχοντος ανθρώπου, «όλα ψέμματα, όλα σκιαίς». 
Tα άνθη εξηκολούθουν πέριξ μου διαχέοντα την μυρόπνουν ευγλωττίαν των, τα ύδατα εξηκολούθουν γελώντα και τρέχοντα ως να έσπευδον εις μακρυνάς ευτυχείς χώρας, ο ουρανός εξηκολούθει παρουσιάζων το μεγαλείον της ειρήνης του ― άπαντα εναρμόνια και σύμφωνα εν μυστική υποσχέσει ευδαιμονίας απολύτου. 
Kαι εν τοσούτω αι φωναί των τραγουδιστών δεν εδίσταζον και υψούντο μελαγχολικαί και τολμηραί, ως διαμαρτύρησις κατά της θελκτικής αλλ’ απατηλής ωραιότητος του κόσμου. 
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Oι τραγουδισταί εσίγησαν και η λέμβος ήρχισε να απομακρύνεται. Aλλά και η καλή μου διάθεσις απεμακρύνθη μετ’ αυτής. O αήρ μοι εφάνη ολίγον υγρός, και εσηκώθην και έκαμα μερικά βήματα. Eις έν μέρος όπου δεν εφυσούσε διόλου ήναψα έν πυρείον και είδα την ώραν. Mεσονύκτιον. Ήτο ώρα επιστροφής. Aκριβώς την στιγμήν εκείνην μέλαν νέφος, το οποίον προ καιρού επροχώρει από τον ορίζοντα, εκάλυψε την σελήνην. Mοι εφάνη ως καταπίπτουσα αυλαία. 
Eπήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Tο εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Eις τον ίσιον δρόμον ερημία. Mόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γης ― απαθής μετρητής του Kαιρού.


ΡΕΝΕ ΝΙΚΟΛΑΟΥ: ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΣΥΝΘΕΤΡΙΑ


Γεννημένη στην Αθήνα η Ρενέ Νικολάου ξεκίνησε τις μουσικές της σπουδές με καθηγήτρια στο πιάνο τη Σοφία Γαρουφαλή και απέκτησε Πτυχίο και Δίπλωμα πιάνου με «Άριστα παμψηφεί και τιμητικό έπαινο» και «Άριστα παμψηφεί» αντίστοιχα. 
Έχει παρακολουθήσει master classes στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με τους διεθνούς φήμης πιανίστες Άρη Γαρουφαλή, Martino Tirimo και Paul Badura Skoda. Παράλληλα έκανε σπουδές στα Ανώτερα Θεωρητικά και τη σύνθεση, με δάσκαλο τον Χρήστο Αναστασίου, έναν σημαντικό συνθέτη που ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα και το συνθετικό του έργο περιλαμβάνει πάνω από 120 έργα. 
Στην Ιόνιο Μουσική Ακαδημία η Ρενέ Νικολάου συμμετέχει σε εργαστήρια σύνθεσης ηλεκτροακουστικής μουσικής. Έχει εργαστεί στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Μουσικά Σχολεία) και διδάσκει πιάνο, μουσική δωματίου και θεωρητικά σε ωδεία της Αθήνας. 
Στο συνθετικό της έργο συγκαταλέγονται έργα για πιάνο, συλλογή με παιδικά τραγούδια, μέρος της οποίας έχει παρουσιαστεί στο ‘’Φεστιβάλ Σχολικών Χορωδιών’’ (Πάρος 2009), Επιπλέον, έχει μελοποιήσει ποιήματα του Δ. Σολωμού, Γ. Δροσίνη, Κ. Ουράνη και Έμιλι Ντίκινσον. Έχει γράψει μουσική για τη θεατρική ομάδα του Δήμου Ν. Σμύρνης. 
Συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Νάουσας, (NIFF) γράφοντας μουσική για την ταινία μικρού μήκους "Η Επόμενη Μέρα” και επένδυσε μουσικά την ταινία του Κούρδου σκηνοθέτη Shakawan Mohammed Idrees "The Face Of The Ash”. Έχει βραβευτεί από τη National Academy of Music (State of Colorado) των Η.Π.Α. με τον τίτλο ‘’Finalist of the International Music Prize for Excellence in Composition” 2010 και 2011. 
Έργα της έχουν παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, και σε άλλες αίθουσες της Ελλάδας καθώς και στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Συνεργάζεται με πολλά μουσικά σύνολα για τα οποία συνθέτει και ενορχηστρώνει έργα μουσικής δωματίου, ανάμεσά τους οι Trio Sentimento, οι Duo-FrArte και το κιθαριστικό duo της Αλεξάνδρας Χριστοδήμου και Γιάννη Πετρίδη.


Το βιβλίο της με τίτλο «Συναισθησία» (2014) από τις εκδόσεις «Cambia», περιέχει συλλογή από έργα για πιάνο και έργα μουσικής δωματίου για πιάνο και τσέλο. Περιέχει 12 συνθέσεις, 9 για πιάνο - επίπεδο Ανωτέρας και 3 για πιάνο - τσέλο. Στο βιβλίο υπάρχει ενσωματωμένο cd με στουντιακή ηχογράφηση των έργων από την ίδια τη συνθέτη, ενώ τα έργα για πιάνο-τσέλο ερμηνεύουν η Μαριλένα Σπαχή (στο πιάνο) και ο Γιάννης Νίνα (στο τσέλο). 
Επίσης, με το έργο “Miriam” για άλτο φλάουτο, συμμετέχει στο c.d “Gimel” (2018) με έργα σύγxρονων συνθετών της Phasma Music Foundation με σολίστ την Iwona Glinka.. 
Ακούμε στη συνέχεια το έργο "Into The Dream", για βιολί και πιάνο, με την Αγγέλικα Παπανικολάου, πιάνο και την Αναστασία Μηλιώρη, βιολί. Ένα βίντεο συναυλίας από τον Πολυχώρο του Συλλόγου "Οι Φίλοι της Μουσικής", στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών 04-05-2018.
Για την συναυλία αυτή του Duo FrArte,  την οποία προλόγισε ο Θωμάς Ταμβάκος, δείτε παλαιότερη ανάρτηση της Ιδιωτικής Οδού, εδώ.


Ακούμε, επίσης, την YRIA, σουίτα για δύο κιθάρες, που αφιέρωσε η συνθέτρια στο κιθαριστικό ντουέτο Γιάννη Πετρίδη και Αλεξάνδρας Χριστοδήμου. Το έργο εκδόθηκε από τις μουσικές Εκδόσεις Παπαγρηγορίου - Νάκας και παρουσιάστηκε στη Νάξο στις 25 Αυγούστου 2019, από την ALEA III, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Αλέξανδρου Καλογερά και σε συνεργασία με τον ανεξάρτητο κοινωφελή οργανισμό "Κυκλαδία".
Το έργο αυτό, μαζί με άλλα των Δημήτρη Μακρή, Ty Katsarelis και Maddie Stephenson, θα ερμηνεύσουν απόψε ο Γιάννης Πετρίδης και η Αλεξάνδρα Χριστοδήμου, σε διαδικτυακή συναυλία προς τους μαθητές σύνθεσης του Berklee College of Music στη Βοστώνη.


Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΣΤΑ ΑΡΑΒΙΚΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, πολυγραφότατος συγγραφεύς και δόκιμος ποιητής, αυτόν τον καιρό μας δίνει την «ποίηση της πανδημίας».
Στο προσωπικό του ιστολόγιο «Στον ίσκιο στου Ήσκιου» δημοσιεύει ποιήματα που γράφει αυτές τις δύσκολες μέρες για την ανθρωπότητα, με τον γενικό τίτλο: «Ποίηση σε καιρό Λοιμού», λόγω ακριβώς της πανδημίας του κορωνοϊού. 
Ο βενετσιάνος εικαστικός Marco Nereo Rotelli οπτικοποίησε έναν στίχο (Μαζί σου πολεμάμε του λυγμού τους ελιγμούς) από το ποίημα «Μύρτιδος ανάπλασις», που εμπνέεται από τον Λοιμό των Αθηνών, κατά το δεύτερο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου, το 430 π.Χ. 
Ένα άλλο ποίημά του για τον ιταλό ιερέα DON GIUSEPPE, που λέγεται πως προσβλήθηκε από τον κορωνοϊό και έδωσε τον αναπνευστήρα του στον διπλανό ασθενή για να ζήσει εκείνος – ενώ ο ιερέας πέθανε – μεταφράστηκε ήδη στα βουλγαρικά και στα γερμανικά. 
Σήμερα, Τρίτη 28 Απριλίου 2020, η ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα του Αραβικού κόσμου Al-Araby Al-Jadeed δημοσιεύει τα ποιήματα Μπαλκόνια, Αγάλματα, Ecce Homo, σε μετάφραση στα αραβικά του Λιβανέζου φιλολόγου, θεολόγου και μεταφραστή Roni Bou Saba. 
Στην ιστοσελίδα της εφημερίδας δημοσιεύονται ακόμα τα ποιήματα: "Ακάθιστη Μάνα, ii" και "Προσκαρτερώντας"


Είναι η δεύτερη φορά που η μεγάλη αραβική εφημερίδα δημοσιεύει ποίηση του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, σε μετάφραση του Roni Bou Saba. 
Η πρώτη ήταν στις 5 Δεκεμβρίου 2017, όταν δημοσιεύτηκαν τα ποιήματα «Εκ προθέσεως» (από την συλλογή «Έσχατος φίλος») και «6.6.66» (από την βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών ποιητική συλλογή «Της αγάπης μέγας χορηγός»).
Ο μεταφραστής Roni Bou Saba, δεινός γνώστης της νέας ελληνικής, έχει μεταφράσει στα αραβικά πολλούς έλληνες ποιητές και έχει καταστεί πρεσβευτής, θα λέγαμε, της ελληνικής ποίησης στον αραβικό κόσμο.
Έχει, επίσης, παρουσιάσει ποιήματα του π. Π. Καποδίστρια και στο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Αθήνα (11-1-2018), στο πλαίσιο της εκδήλωσης "Ιερατική Ποίηση" του Καλλιτεχνικού Συνόλου "Πολύτροπον".
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Ποίηση σε καιρό Λοιμού, του Π. Καποδίστρια, περιλαμβάνει 40+1 ποιήματα - καθόλου τυχαία - καθώς η λέξη καραντίνα προέρχεται από την ενετική παραλλαγή της ιταλικής φράσης quaranta giorni (σαράντα μέρες). Οι σαράντα μέρες αναφέρονται στην υποχρεωτική περίοδο απομόνωσης των πλοίων και του πληρώματος, κατά την επιδημία της Μαύρης πανώλης.
Επομένως, ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας γράφει την ποίηση της πανδημίας "εν θερμώ" και αυτή μεταφράζεται πάραυτα και γίνεται υπόθεση διεθνής. Νομίζω ότι πρόκειται για μοναδικό ποιητικό φαινόμενο των ημερών μας.
Ο ποιητής Σαράντης Αντίοχος, από την Μαδρίτη της πανδημίας, έγραψε πρόσφατα κάτι πολύ εύστοχο για την ποίηση του Π. Καποδίστρια:  
"Poeta Doctus o π. Παναγιώτης Καποδίστριας είναι δημιουργός μιας ποίησης λόγιας, αποφθεγματικής και πάνω απ’ όλα ιερατικής, καθαρής από ευσεβιστικά και απολογητικά κηρύγματα, μέσα στο πνεύμα του Χριστιανικού Ανθρωπισμού και του Οικουμενισμού, που αγγίζει και τον μη θρησκευόμενο. Ποιήματα που φέρουν επίσης τη σφραγίδα της ιθαγένειας, με αναφορές σε μνήμες και “σιωπηλούς καημούς” του Ελληνισμού."

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Μαρία: Ένα διήγημα του Ιωάννη Ρίζου


Του Ιωάννη Ρίζου 
Εκείνο το Κυριακάτικο απόγευμα στάθηκε εξαιρετικά τυχερός. Τουλάχιστον έτσι πίστεψε προς στιγμή. Μα, να την συναντήσει έτσι αναπάντεχα εν μέση οδώ; Κι εκείνη να δεχθεί αμέσως την πρότασή του για καφέ; 
Έρωτας φοιτητικός κι αγιάτρευτος. Σπίθα άσβεστη, που το δροσερό αεράκι του Ευρίπου την έκανε να φουντώσει με μιας. Κι ας ήταν επεισοδιακός ο χωρισμός τους. Κι ας είχε χάσει τα ίχνη της από τότε που τον παράτησε για να συνεχίσει τις σπουδές της στην Αμερική…Θα πρέπει να είχαν περάσει δυο δεκαετίες από τότε. 
Από πού να ξεκινούσε τώρα; Είχε μπερδέψει τα λόγια του. Ούτε τη ζάχαρη δεν μπορούσε να ανακατέψει στο φλιτζάνι. Η αμηχανία άλλωστε, έχει σ’ αυτές τις περιπτώσεις τον πρώτο λόγο. Όμως, υπάρχουν και χειρότερα… 
«Αγάπη μου», ακούστηκε μια γνώριμη φωνή πίσω του.
Πάγωσε. Σαν το παιδάκι που το πιάνει η μαμά του να τρώει κρυφά το γλυκό από το βάζο. Τι να έλεγε τώρα στη γυναίκα του; Ποια εξήγηση να της έδινε; Το ύφος του τα μαρτυρούσε όλα. Ήταν διάφανος. Ούτε να κλέψει ήταν ικανός, ούτε να κρυφτεί. Χλόμιασε. 
«Τι έχεις καλέ μου; Εσύ τρέμεις ολόκληρος», του είπε με τρυφερότητα η γυναίκα του και τον χάιδεψε στοργικά στο κεφάλι. 
Ε, αυτό κι αν δεν περίμενε. Καλύτερα να τον χαστούκιζε. Εκείνη όμως αντί για χαστούκι του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. 
Τότε εκείνος λες και ξαναζωντάνεψε σηκώθηκε, άφησε ένα δεκάευρο στο τραπέζι, πήρε τη γυναίκα του από το χέρι και έφυγαν μαζί για το σπίτι χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Δεν της είχε ξανακρατήσει ποτέ το χέρι σε δημόσιο χώρο. Το θεωρούσε ντροπή. Τώρα όμως δεν τον ένοιαζε. Αρκετά χρόνια ταλαιπωρήθηκε. 
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Όχι για τον έρωτα που έχασε, αλλά για την αγάπη που βρήκε. 
Κι έτσι, με βουρκωμένα μάτια, δεν μπόρεσε να δει το ηλιοβασίλεμα που εκείνη την ώρα έβαφε μαβιά τα νερά του Ευρίπου. 
26/4/2020

Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ "Η ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ"

Μονή Μεγάλου Μετεώρου, 1483

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, πριν προχωρήσουμε στην αναλυτική περιγραφή της εικόνας "Η εις Άδου Κάθοδος", να παραθέσουμε την σύντομη αλλά θεμελιώδη περιγραφή του ιερομονάχου Διονυσίου του εκ Φουρνά των Αγράφων: 
"Η εις τον Άδην Κάθοδος. Όρη και βουνά και υπ' αυτών σπήλαιον σκοτεινόν, και άγγελοι αστράπτοντες δένουσι με αλύσεις Βεελζεβούλ τον άρχοντα του σκότους, και τους μετ' αυτών δαίμονας καταξεσχίζουν τύπτουν και διώκουν• και ανθρώπους γυμνούς δεμένους με αλύσεις βλέποντες άνω• και κλειδονίαι πολλαί καταθλιμμέναι και αι πύλαι του Άδου ερριμέναι συν τοις μοχλοίς και ο Χριστός επ' αυταίς πατών κρατεί τον Αδάμ με την δεξιάν του και την Εύαν με την αριστεράν• ο δε Πρόδρομος εκ δεξιών του Χριστού δεικνύει αυτόν• και ο Δαυίδ πλησίον αυτού ως και άλλοι βασιλείς με στέμματα και στέφανα, αριστερά δε οι προφήται Ιωάννης, Ησαΐας, Ιερεμίας, και ο δίκαιος Άβελ• και άλλοι διάφοροι εστεφανωμένοι• φως δε μέγα κύκλω αυτών και αγγέλων πλήθος" (Διονυσίου του εκ Φουρνά, Ερμηνεία των Ζωγράφων ως προς την Εκκλησιαστικήν ζωγραφίαν, Ανατύπωσις Καλαμάτα 1981, σ. 138-139). 
Ο Χριστός 
Στο κέντρο της εικόνας στέκεται όρθιος ο Χριστός - μετωπικά, σχεδόν, ως προς τον θεατή- πατώντας τις συντριμμένες πύλες του Άδου και κρατώντας με το αριστερό Του χέρι το τρόπαιο της νίκης, δηλ. τον Σταυρό, ενώ με το δεξί Του χέρι εγείρει (σηκώνει) από μια σαρκοφάγο τον Αδάμ, το σύμβολο του ανθρωπίνου γένους (ο Χριστός όμως απεικονίζεται, άλλοτε, να κρατά στο αριστερό του χέρι ένα ειλητάριο που συμβολίζει το κήρυγμα του Χριστού για την Ανάστασή Του στις φυλακισμένες ψυχές του Άδη (βλ. πρωτοπρεσβ. Στεφ. Αβραμίδη, Η ορθόδοξη εικόνα της Αναστάσεως..., στον συλλογικό τόμο "Σταυρός και Ανάσταση" σ.175). 
Πίσω από τον πρωτόπλαστο ακολουθεί η Εύα, ο δίκαιος Άβελ και άλλα πρόσωπα (βλ. ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την εις Άδου Κάθοδο στη Μονή Δαφνίου - 11ος αι.). Μεταγενέστερα, και κυρίως στην μεταβυζαντινή περίοδο, ο Χριστός δεν κρατεί τον Σταυρό αλλά απλώνει και τα δύο χέρια Του, και με μια σφοδρή κίνηση, σηκώνει με το ένα χέρι τον Αδάμ και με το άλλο την Εύα. (βλ. π.χ. την Ανάσταση στη Μονή της Χώρας). Είναι βέβαια αυτονόητο ότι ο Χριστός είναι υψηλότερος από τα άλλα πρόσωπα (κατά το μέτρο της υπεροχής) και περιβάλλεται από μεγάλη φωτεινή, ωοειδή ελλειψοειδή "δόξα", η οποία καταυγάζεται από ακτίνες και συχνά είναι σπαρμένη με άστρα. 
Ο Χριστός φορεί ιμάτιο με χρυσοκονδυλιά, αστραφτερό, και καθώς είναι ευρύπτυχο και ανεμιζόμενο πάνω από την κεφαλή, φέρει τον αέρα της νίκης. Η όψη το προσώπου Του είναι αυστηρή αλλά με έκφραση φιλάνθρωπη. Τα χέρια Του και τα πόδια Του φέρουν ακόμα "τον τύπον των ήλων". Ειδικότερα τα πόδια Του πατούν με δύναμη πάνω σε δύο θυρόφυλλα (πύλες) τα οποία κείτονται το ένα πάνω στο άλλο σταυροειδώς, και κάτω απ' αυτά εικονίζεται προσωποποιημένος, ως γέροντας, ο θάνατος, τον οποίον "θανάτω θάνατον πατήσας" ο Σωτήρ, "ανέστη" (πρβλ. το τροπάριο "Σήμερον ο Χριστός, θανάτω θάνατον πατήσας, καθώς είπεν, ανέστη ...", Παρακλητική ηχ. β΄). 
Ο φωτεινός κύκλος ή η ωοειδής δόξα που περιβάλλει τον Χριστό, συμβολίζει τη θεότητά Του, το άκτιστο φως της χάριτος, τη φωτεινή διάσταση της παρουσίας του Κυρίου της Δόξης. Ο Χριστός βρίσκεται στον Άδη αφού σαν άνθρωπος πέθανε. Η ψυχή Του, αν και χωρίστηκε με τον θάνατο από το σώμα Του, έμεινε ενωμένη με τη θεία υπόσταση. Έτσι ο Χριστός κατήργησε τον Άδη "τη αστραπή της θεότητος" (Αναστάσιμο Απολυτίκιο, ηχ. β΄).

Μονή Δαφνίου, 11ος αι. 
Ο Άδης 
Συχνά κάτω από τις πύλες του Άδη που έσπασε ο Χριστός, απεικονίζεται μέσα στο σκοτάδι του σπηλαίου ένας γέρος αναμαλλιασμένος και γυμνός με μια περισκελίδα μόνο (ο Φ. Κόντογλου στην "Έκφραση", σ.179: "με το βρακί μόνον") δεμένος με αλυσίδες και έντρομος. Ο γέρος αυτός παριστάνει τον θάνατο ή τον Σατανά, τον άρχοντα του σκότους. Σε ορισμένες μεταγενέστερες εικόνες, όπως μας πληροφορεί ο ιερομόναχος Διονύσιος στην ερμηνεία των Ζωγράφων, ιστορούνται άγγελοι "να δένουν τον Βεελζεβούλ". 
Μέσα στο σκοτάδι του Άδη, γύρω από τις πύλες και το δέσμιο Σατανά, είναι πεταμένα και σκορπισμένα κλειδιά, σύρτες και μοχλοί, σα να εκσφενδονίστηκαν από κάποια υπερφυά δύναμη. Έτσι εκπληρώνεται με ακρίβεια η προφητεία του Δαυίδ: "ότι συνέτριψε πύλας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασεν" (Ψαλμ. ρς΄, 16) αλλά και η αντίστοιχη του Ησαΐα: "Θύρας χαλκάς συντρίψω και μοχλούς σιδηρούς συνθλάσω" (Ησ. με΄, 2). Γι αυτό και η Εκκλησία ψάλλει: "Ηνοίγησάν σοι Κύριε, φόβω πύλαι θανάτου• πυλωροί δε άδου ιδόντες σε έπτηξαν• πύλας γαρ χαλκάς συνέτριψας, και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασας ..." (Αναστάσιμο στιχηρό β΄ ήχου). Ο Άδης λοιπόν, είναι ιδεατός χώρος, μεταφυσικός, κι όμως απτός χάρη στις ρεαλιστικές υπομνήσεις των συμβόλων του, συμβόλων φθοράς και δουλείας που αναιρεί η μεγαλειώδης θεϊκή παρουσία.

Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη (14ος αι.)
Ο Αδάμ και η Εύα
"Ο Αδάμ παρίσταται ως γέρων βαθύγερος, με μαλλιά οπού κλώθουν εις τους ώμους του, με πρόσωπον αγριωπόν και σκληρόν, η δε Εύα ως γραία ασπρόμαλλη, τυλιγμένη εις το φόρεμά της, και οι δύο δε εγείρουν τας χείρας των εις στάσιν παρακλητικήν" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.179). Σε όλες τις παραστάσεις της εις Άδου Καθόδου του Κυρίου, ο Χριστός ανασταίνει, με το ένα χέρι του, τον Αδάμ από τον τάφο. Αυτό δε συμβαίνει πάντοτε και με την Εύα (όπως ήδη είδαμε), οπότε η Εύα ανασταίνεται με τα χέρια ψηλά σε στάση προσευχής (βλ. π.χ. την Ανάσταση στον Όσιο Λουκά Βοιωτίας, 11ος αι.). 
Η Ανάσταση των πρωτόπλαστων γίνεται συνήθως "εκ σαρκοφάγων" δηλ. ο Αδάμ και η Εύα σηκώνονται μέσα από σαρκοφάγους που σχεδιάζονται δεξιά και αριστερά του Χριστού, βρίσκονται δηλ. μεταξύ τους απέναντι. Πάντως, αν και ο Αδάμ είναι ο προπάτωρ και το σύμβολο ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, η συνείδηση της Εκκλησίας είναι ότι ο Χριστός και την Εύα συνανιστά: "... τον Αδάμ συν τη Εύα, λυτρούμαι παγγενή, και τη τρίτη ημέρα εξαναστήσομαι" (Τροπάριο θ΄ ωδής Κανόνος Μ. Σαββάτου).

Σάββατο, 25 Απριλίου 2020

"Η ΜΑΓΔΑ" ΤΩΝ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΚΑΙ ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΤΣΟΥ ΑΠΟ "ΤΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ"

"Τα Παράλογα είναι ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών για σιωπηλή και κατ’ ιδίαν ακρόαση. Το θέμα των τραγουδιών είναι η αθάνατη Ελλάδα σ' όλη την ένδοξη διαδρομή της και γι' αυτό απαιτείται απ' τους ακροατές προσήλωση, θρησκευτικότης και ει δυνατόν νηστεία - χωρίς να σημαίνη αυτό ότι Τα Παράλογα πρέπει να ακούγονται μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή. Τα Παράλογα αποτείνονται σε μια σιωπηλή κατηγορία ανθρώπων που δύσκολα συναντά κανείς στον Ελλαδικό χώρο. Κι εδώ είναι η τόλμη αυτής της εργασίας. Περιττό να προσθέσω, ότι η συμμετοχή τόσων εθνικών κεφαλαίων στην ερμηνεία του έργου, καθιστά τον δίσκο γνήσια εθνικόφρονα χωρίς αμφισβήτηση για το ήθος και για τους στόχους του. Μουσικά, το έργο ανήκει στις νεώτερες αντιλήψεις μου περί τραγουδιού και μουσικής."
Αυτά έγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις στο οπισθόφυλλο του βινυλίου που κυκλοφόρησε πριν 28 χρόνια, το 1976. Μια σπουδαία δουλειά του δίδυμου Χατζιδάκις – Γκάτσος. Η ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας ήταν του Μάνου Χατζιδάκι. Η διεύθυνση χορωδίας της αξέχαστης Έλλης Νικολαΐδη. Ο δίσκος έχει και μια αποκλειστικότητα: ο Μίκης Θεοδωράκης ερμηνεύει την Ελλαδογραφία - ποτέ πριν ή μετά δεν τραγούδησε σύνθεση άλλου συνθέτη. Στον δίσκο τραγουδούν: η Μαρία Φαραντούρη, η Μελίνα Μερκούρη, ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο νεοεμφανιζόμενος -τότε- Ηλίας Λιούγκος. Το εξώφυλλο του δίσκου είναι του Αλέξη Κυριτσόπουλου. 
Το δημοφιλέστερο τραγούδι του δίσκου είναι Ο εφιάλτης της Περσεφόνης, που ερμήνευσε μοναδικά η Μαρία Φαραντούρη, η οποία τραγούδησε συνολικά πέντε τραγούδια. Ανάμεσά τους και Η Μάγδα. Ένα εξαίσιο ποίημα του Γκάτσου μελοποιημένο ανάλογα από τον Χατζιδάκι και τραγουδισμένο από την "ιέρεια" Φαραντούρη. 
Αυτό το μάλλον άγνωστο στους πολλούς τραγούδι, σας παρουσιάζουμε σήμερα. Για να το νιώσετε «απαιτείται προσήλωση, θρησκευτικότης και ει δυνατόν νηστεία», όπως θα ‘λεγε κι ο Χατζιδάκις.
Π.Α.Α. 


Οι φωτογράφοι σκυθρωποί 
άνεργοι τώρα οι μαστρωποί 
κι η Μάγδα μες στα μαγαζιά της 
δείχνει στον κόσμο τα βυζιά της. 
Έγινε η πόλη σαν κουρέλι 
κανείς δεν ξέρει πια τι θέλει 
κι όπου το μάτι να γυρίσεις 
τη δυστυχία θ' αντικρύσεις. 

Επαναστάτες με σφυριά 
σπάσαν την πόρτα τη βαριά 
και προχωράν στους άδειους δρόμους 
με το πουκάμισο στους ώμους. 
Όλοι κρατάνε την ανάσα 
για τα φλουριά πού 'χουν στην κάσα 
κι η Μάγδα πρώτη μες στις πρώτες 
κλείνει την πόρτα στους προδότες. 

Εκείνη κρίνει τους μισούς 
τους άλλους κρίνει ο Ιησούς 
και τους μιλά μ' απελπισία 
για τη Δευτέρα Παρουσία. 
Αίμα η καρδιά της Μάγδας στάζει 
μα ο νικημένος δεν προστάζει 
και μόνη μες στην κάμαρά της 
θάβει για πάντα τα όνειρά της.


Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020

ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΕΙΣ; ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΕ ΣΤΟ 99947136


Η Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού μετά την απόφαση της Κυβέρνησης της Κύπρου για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού που περιορίζει τις μετακινήσεις και την προσέλευση των πιστών στους ναούς, "θέλοντας να οικοδομήσει και να στηρίξει ψυχικά και πνευματικά όλους τους πιστούς της Μητροπολιτικής περιφέρειας", μεταξύ άλλων "οργανώνει επί 24ώρου βάσεως αδιάλειπτη προσευχή. Έναν συναγερμό προσευχής για να βοηθήσει ο Θεός να ξεπεράσουμε τη δοκιμασία από την πανδημία του κορωνοϊού. Σ' αυτήν την ακοίμητη αλυσίδα προσευχής που θα γίνεται από τα σπίτια μας, παρακαλούμε όσοι επιθυμείτε υπεύθυνα να ενταχθείτε στις ομάδες μιας ώρας προσευχής, να επικοινωνήσετε στο τηλέφωνο 99947136 και να δηλώσετε τη συγκεκριμένη ώρα που μπορείτε."
Αληθινά ...πρωτοποριακή η πρωτοβουλία του μητροπολίτου Λεμεσού Αθανασίου! Γελοιοποιεί με τον πιο ...έξυπνο τρόπο την προσευχή! Και μάλιστα την ...ακοίμητη! 
Όμως, η ανακοίνωση της Μητροπόλεως Λεμεσού είναι κάπως ...ασαφής. Μιλάει για μια συνήθη προσευχή, για αυτοσχέδια - αφού ο "πιστός" θα την κάνει από το σπίτι του - ή για τη νοερά; 
Ελπίζω η εφαρμογή του μέτρου να μας διαφωτίσει!
Π.Α.Α.

ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ «ΛΕΥΚΩΜΑ» ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΔΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Του Προμηθέα, Του Διονυσίου Σολωμού, Του Ιονίου, Της Αχμάτοβα, Μανία με τον Καβάφη, είναι μερικοί τίτλοι ποιημάτων της νέας συλλογής του Βασίλη Λαδά, με τίτλο «Λεύκωμα» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2020).
Θαρρείς πως ο ποιητής αποτίει φόρο τιμής στην προσωπική του μυθολογία…
Από την άλλη υπάρχουν, η Κάτια, Το κορίτσι του σούπερ μάρκετ, Το κορίτσι που φοβόταν, οι Άταφοι νεκροί, Η Βασίλισσα του Πόνου, η Πνέουσα (που μου θυμίζει την «φεύγουσα» της Ελευσίνας), η διάφανη κ.α. που συγκροτούν την ερωτική μυθολογία του Β. Λαδά.
Οι τρείς ενότητες της συλλογής θα μπορούσαν να συνοψιστούν στο τρίπτυχο «Έρωτας – Πτώση – Θρήνος». Μα το κυρίαρχο στοιχείο είναι, νομίζω, το ερωτικό. Ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ποιητική συλλογή του Β. Λαδά.
Το κορίτσι που φοβόταν, με παραπέμπει στο «μεθυσμένο κορίτσι» του Μάνου Χατζιδάκι, από τον δίσκο «Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης». Το κορίτσι στον Λαδά είναι τρυφερό, όπως και στον Χατζιδάκι, και «παίζει στο θάνατο κρυφτό». Κι αυτή είναι η επ-ανάστασή της. Παραμένει απτόητη.
«Εσύ να μένεις νέα κι αρυτίδωτη
κι ας σε κουρσεύουν στις πτώσεις σου».
Αλλά, ο Λαδάς είναι ο ποιητής των μεταναστών και δεν θα μπορούσαν να λείπουν από δω. Τα τελευταία ποιήματα της συλλογής είναι γι’ αυτούς. Μα είναι ερωτικά. Το μοιρολόι είναι τρυφερό, αγαπητικό. Η τοποθέτηση του Λαδά για τους μετανάστες, δεν είναι, νομίζω, απλώς ανθρωπιστική. Είναι ερωτική υπό την έννοια ότι αγαπάει γενικά τον άνθρωπο και – ναι! – είμαστε όλοι μετανάστες, αφού περαστικοί είμαστε απ’ αυτή τη ζωή. «Η δύναμη της αγάπης ανασταίνει», λέει ο ποιητής και όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν.
Τα ποιήματα αυτά του Βασίλη Λαδά θα μπορούσαν να είναι «Εικόνες αγαπημένες της ζωής» ή και «Βεγγαλικά» που φωτίζουν το βίο. Θραύσματα ενός καθρέφτη που έσπασε, αλλά δεν έφερε γρουσουζιά, μα παρηγοριά ποιητική:
«Το ξέρουμε ότι έρχονται κι άλλα αδιέξοδα και μεταλλάξεις
Αλλά κάθε μέρα που περνά είναι μια νίκη για τους έρωτες».

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2020

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΥΡΟΥΠΟΥ


Γιώργος Κουρουπός
Σπούδασε πιάνο στο Ωδείο Αθηνών και σύνθεση στο Ωδείο του Παρισιού (τάξη Ολιβιέ Μεσσιάν). Κατά τη δεκαετή διαμονή του στο Παρίσι, μεταξύ άλλων, έγραψε Το ελληνικό τραγούδι και τα λυρικά δράματα Το θέλει ο Θεός και Grisélidis (Φεστιβάλ Αβινιόν). Σημαντικότερα έργα του μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα (1977) είναι Η συνέλευση των ζώων (κείμενο: Π. Κοροβέσης), Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο, Ο μικρός ναυτίλος (ποίηση: Ο. Ελύτης), Οδύσσεια (συμφωνικό μπαλέτο σε χορογραφία Τζων Νώυμαϊερ, βραβείο μουσικής Benois de la danse), Κοντσερτίνο για πιάνο και ορχήστρα, Το Μονόγραμμα (ποίηση: Ο. Ελύτης), Φωνή δρυός, Επτά αθάνατες αρετές. Επίσης, οι όπερες Πυλάδης (λιμπρέτο: Γ. Χειμωνάς), Ιοκάστη (λιμπρέτο: Ι. Ηλιοπούλου), Οι δραπέτες της σκακιέρας (λιμπρέτο: Ε. Τριβιζάς), Η σκηνή των θαυμάτων (βασισμένο στον Μιγκέλ ντε Θερβάντες), Λεπορέλλα (λιμπρέτο: Ι. Ηλιοπούλου), καθώς και πολλοί κύκλοι τραγουδιών για φωνή και πιάνο. Διετέλεσε Διευθυντής και αργότερα Πρόεδρος του ΔΣ της ΕΛΣ, καλλιτεχνικός διευθυντής της Ορχήστρας των Χρωμάτων και του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.


Το μουσικό θέατρο κι εγώ

Μια συζήτηση του συνθέτη Γιώργου Κουρουπού με τον Χρήστο Παρίδη
Τα σκηνικά μουσικά μου έργα είναι δεκατρία, από τα οποία τα οκτώ είναι όπερες. Πριν αρχίσω να γράφω όπερα, είχα αρχίσει να γράφω μουσική για το θέατρο, και δη αρχαία τραγωδία. Αυτό προέκυψε πολύ νωρίς στη ζωή μου. Η πρώτη μου παράσταση για την οποία έγραψα μουσική, γύρω στα 18-19, ήταν η Ντόννα Ντιάνα [Donna Diana] του Αγκουστίν Μορέτο υ Καβάνα [Agustín Moreto y Cavana] για τον Τάκη Μουζενίδη στο Εθνικό Θέατρο. Αλλά η πιο σοβαρή εμπειρία, πάλι με τον Μουζενίδη, ήταν ο Ρήσος του Ευριπίδη στην Επίδαυρο. Με έκανε να καταλάβω τι πρέπει να κάνει κανείς στο θέατρο γενικότερα και ανεξαρτήτως από το μουσικό θέατρο και την όπερα. Λίγο πριν γράψω τον Ρήσο, κι όσο ήμουν φαντάρος, δηλαδή γύρω στο 1967, μου είχε ζητήσει ο Γιάννης Χρήστου να δουλέψω μαζί του ως βοηθός του γιατί δεν προλάβαινε όλα όσα είχε αναλάβει. Δούλευε επάνω σε ένα ορατόριο που θα παρουσίαζε στο Λονδίνο και συγχρόνως ετοίμαζε τους Βάτραχους για τον Κουν. Με παρακάλεσε να πηγαίνω καθημερινά στο σπίτι του να τον βοηθάω, κι έτσι όσο μπορούσα ξέκλεβα από τον στρατό και δούλευα δίπλα του. Μου έδινε οδηγίες για πράγματα τα οποία είχε ξεκινήσει να γράφει και μου έλεγε πώς περίπου να τα επεξεργαστώ. Αυτό με έβαλε μέσα στον κόσμο του θεάτρου πολύ γρήγορα. Καθώς έπρεπε να βρω τρόπους να φτιάξω ολόκληρα χορικά, βάσει των οδηγιών πάντοτε που μου έδινε ο Χρήστου, μπήκα μέσα στη λογική του θεάτρου, και της μουσικής στο θέατρο, γιατί βέβαια η αρχαία τραγωδία ζητάει πολλή μουσική συνήθως, κι αυτό είναι το καλό της. Εκτός από αυτό ο Χρήστου βρισκόταν πάντα στην αιχμή της τεχνολογίας, ήξερε τα πάντα. Είχαν βγει τότε τα μαγνητόφωνα και πρόσφεραν πάρα πολλές δυνατότητες να κάνεις μιξάρισμα του ήχου, αλλοίωσή του και άλλα πολλά. Όλα αυτά τα έμαθα μαζί του μέσα στο στούντιο. Έτσι, όταν τελείωσαν οι Βάτραχοι που είχαν παιχτεί στο Ηρώδειο, καθώς παρακολουθούσα τις πρόβες, γιατί έπρεπε να δω το αποτέλεσμα όλων όσων είχαμε γράψει, είχα αποκτήσει ένα πακέτο γνώσεων που αφορούσε τη σκηνοθεσία.
Είχα βάλει στόχο να πάω στο Παρίσι και να δουλέψω με τον Ολιβιέ Μεσσιάν [Olivier Messiaen] επάνω στη σύνθεση στο Κονσερβατουάρ. Το 1968, μέχρι να φύγω, είχα ήδη αρκετή σκηνική εμπειρία χάρη στις παραστάσεις του Μουζενίδη, αλλά και σε δύο με τον Κωστή Μιχαηλίδη, την Ιφιγένεια εν Αυλίδι και την Ηλέκτρα, που είχαν κάνει περιοδεία στο εξωτερικό. Με βοήθησε πολύ όλη αυτή η πείρα που απέκτησα από την πρακτική εφαρμογή της μουσικής στο θέατρο και στο στούντιο, ιδιαίτερα γιατί ήταν το μόνο ίσως στοιχείο στο οποίο υπερείχα ανάμεσα στους Γάλλους και άλλους Ευρωπαίους συμφοιτητές μου, οι οποίοι είχαν πολύ μεγαλύτερη πορεία σπουδών και πολύ περισσότερα εφόδια σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά δεν είχαν μπει ποτέ μέσα στο νόημα της αληθινής μουσικής πράξης. Αυτό ο Μεσσιάν το παρατήρησε μέσα στους δύο πρώτους μήνες, κι όταν κάποια στιγμή φοβήθηκα και είπα ότι θα τα παρατήσω λέγοντάς του: «Υστερώ σε σχέση με όλους τους άλλους», μου απάντησε: «Τι υστερείτε; Υπερέχετε σε πολλά άλλα».

Μουσικό θέατρο
Πράγματι, είχα πολλές και μεγάλες παραγγελίες μουσικού θεάτρου και όπερας, πριν καν τελειώσω το Κονσερβατουάρ. Εκείνη την εποχή, το πρωτοποριακό Παρίσι είχε στραφεί σε αυτό που λεγόταν μουσικό θέατρο και είχε αμφισβητήσει, έως σημείου σαρκασμού, την όπερα. Σε αυτό συμμετείχαν οι περισσότεροι Έλληνες συνθέτες που βρισκόντουσαν τότε εκεί, αλλά κυρίως όλοι οι μεγάλοι συνθέτες που διαρρήγνυαν τα ιμάτιά τους κάθε φορά που άκουγαν τη λέξη όπερα, θεωρώντας την ξεπερασμένο είδος. Ο δικός μας ο Γιώργος Απέργης είχε γράψει και ένα μικρό βιβλίο όπου έλεγε ότι ήρθε το τέλος της όπερας κι ότι δεν υπάρχει παρά μόνο το μουσικό θέατρο. Μην ξεχνάμε ότι είχαν γίνει διάφορες επιτυχημένες προσπάθειες, ο Μαουρίτσιο Κάγκελ [Mauricio Kagel] είχε κάνει διάφορα παιχνίδια μουσικού θεάτρου και μάλιστα κάποια ήταν κινηματογραφημένα. Όλοι οι συνθέτες της εποχής, ο Λουτσιάνο Μπέριο [Luciano Berio], ο Απέργης, ο Λίγκετι [Ligeti], οι πάντες είχαν κάνει μουσικό θέατρο. Δεν πήγαιναν προς την κατεύθυνση της όπερας διότι πίστευαν ότι είχε πεθάνει. Αυτή η προφητεία προφανώς διαψεύστηκε με τον χειρότερο τρόπο. Προσωπικά δεν το πίστεψα ποτέ στη ζωή μου, αλλά ήξερα ότι δεν υπάρχει πλέον πιθανότητα να γράψεις εύκολα μια αυθεντική όπερα. Ένα σημαντικό εμπόδιο ήταν το γεγονός ότι το μουσικό θέατρο στην πραγματικότητα δεν γινόταν ποτέ σε οπερατική αίθουσα. Το μουσικό θέατρο ήταν κάτι που μπορούσε να παιχτεί οπουδήποτε. Δεν απαιτούσε την τάφρο με τους μουσικούς, ούτε τη μεγάλη χορωδία και τον μεγάλο φωτισμό και τα μεγάλα σκηνικά. Το μουσικό θέατρο γινόταν με πολύ ταπεινά μέσα, πολλές φορές με το τίποτα, μουσικοθεατρικές παραστάσεις όπου οι σχέσεις μουσικής και θεάτρου ήταν ισότιμες. Δεν υπήρχε ένα μουσικό μέρος και το υπόλοιπο να είναι αφημένο στη μοίρα του. Ο λόγος, η σκηνή, η μουσική, η προσωδία ήταν στη λογική του «κάνουμε θέατρο». Υπήρχε μια άλλη προσέγγιση του πράγματος. Αλλά κυρίως έλειπε εντελώς η οποιαδήποτε δομή της όπερας.

Τα πρώτα βήματα στην όπερα
Αυτή η μόδα κράτησε περίπου μια δεκαετία αλλά, ήδη όταν έφευγα από το Παρίσι το 1977, ήξερα, και ήξεραν οι πάντες, ότι η όπερα αναγεννάται από τις νέες σκηνοθεσίες, από τους μοντερνισμούς, από τους θεατράνθρωπους που μπήκαν και έπιασαν το είδος και είδαν πόσο μπορούσαν να το εκμεταλλευτούν. Φυσικά έγιναν εκπληκτικές παραστάσεις, ωραίες όπερες που γέμισαν τις αίθουσες που λίγο πριν ήταν και λίγο άδειες. Η προφητεία δεν επαληθεύτηκε, δόξα τω θεώ, και ούτε θα επαληθευτεί ποτέ γιατί η όπερα είναι ένα είδος εξαιρετικά πλούσιο τόσο μουσικά όσο και θεατρικά. Σου δίνει όλες τις δυνατότητες να εκφραστείς με όλους τους τρόπους και όλο σου το είναι. Είναι πολύ σπουδαίο, ιδίως όταν έχεις μια καλή εμπειρία από το θέατρο. Κι εμένα η ζωή μού επέτρεψε να έχω μεγάλη πείρα από το θέατρο, έχοντας κάνει περί τις πενήντα παραστάσεις αρχαίου δράματος και κλασικού ρεπερτορίου. Κάτι κερδίζεις από τους σκηνοθέτες, από τους ηθοποιούς, κι αντιλαμβάνεσαι πώς λειτουργεί το θέατρο. Γιατί η όπερα πρέπει να είναι θέατρο.
Η πρώτη μου όπερα Ερμής και Προμηθέας [Hermès et Prométhée] στην Κρετέιγ το 1973 με τον σκηνοθέτη Ζεράλ Ρομπάρ [Gerald Robard] είχε μορφή όπερας, μόνο που δεν χρειαζόταν τη δομή της όπερας. Είχε σολίστ, είχε χορωδία, μάλιστα το πιο σημαντικό ήταν ότι συμμετείχαν τα παιδιά όλης της πόλης με έναν τρόπο έξυπνο, καθώς πήγαιναν όλη τη χρονιά και τους δίδασκαν τι να κάνουν, ενισχύοντας τη μουσική τους αφύπνιση. Αυτές οι πρωτοβουλίες κράτησαν τρία χρόνια, εκ των οποίων τα δύο έργα που ανέβηκαν ήταν αμιγώς δικά μου, όπως Τα παιδιά της άμμου [Les Enfants du sable] του 1974 με τον ίδιο σκηνοθέτη. Το 1975 συμμετείχα πρώτη φορά στο Φεστιβάλ της Αβινιόν με το Ο Θεός το θέλει [Dieu le veut] με τον σπουδαίο θεατράνθρωπο και συγγραφέα Ζαν Μισέλ Ριμπ [Jean Michel Ribes] σε σκηνογραφία του Γιάννη Κόκκου και το 1977 επέστρεψα με το Γκριζελιντίς [Grisélidis] με σκηνοθέτη τον Αντουάν Βιτέζ [Αntoine Vitez], βασισμένο σε ένα από τα παραμύθια του Σαρλ Περρώ [Charles Perrault].

Επιστροφή στην Ελλάδα
Μόλις τέλειωσα με την Αβινιόν επέστρεψα οριστικά στην Ελλάδα. Το είχα υποσχεθεί στον Χατζιδάκι, ο οποίος είχε ξεκινήσει το Τρίτο Πρόγραμμα και, παρόλο που είχε πολύ καλούς συνεργάτες σε όλες τις εκπομπές, δεν είχε κάποιον που να μπορεί πραγματικά να είναι ένα είδος αντικαταστάτης του. Οπότε μόλις ήρθα ανέλαβα Αναπληρωτής διευθυντής.
Το 1988 έγραψα την Κοκκινοσκουφίτσα, ως μια ανάθεση του Φεστιβάλ Ηρακλείου Κρήτης. Όταν ολοκληρώθηκαν οι Μουσικές Γιορτές Ανωγείων, ο τότε δήμαρχος Ηρακλείου Μανόλης Καρέλλης ξεκίνησε σε στενή συνεργασία με τον Χατζιδάκι ένα μουσικό φεστιβάλ με την επωνυμία Μουσικός Αύγουστος. Μια εποχή οικονομικής ευεξίας κατά την οποία ο Καρέλλης έφερνε συχνά πυκνά τον Θεόδωρο Αντωνίου με το συγκρότημά του από τη Βοστώνη. Ο Αντωνίου λοιπόν μας ζητούσε να γράψουμε έργα. Έτσι γράφτηκε η Κοκκινοσκουφίτσα. Πρόκειται για μια παρωδία του γνωστού παραμυθιού, μια μικρή όπερα της τάξεως της μισής ώρας, η οποία παίχτηκε σε ένα μικρό θέατρο που φτιάχτηκε μέσα στα τείχη, σε σκηνοθεσία της Τούλας Τόλια. Το 1994 επαναλήφθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Στο Μέγαρο όμως ανέβηκε το 1991 και ο Πυλάδης σε κείμενο του Γιώργου Χειμωνά, σκηνοθετημένος από τον Διονύση Φωτόπουλο. Παρουσιάστηκε στο υπόγειο του Μεγάρου. Στην παράσταση εμφανιζόταν και η Μελίνα Μερκούρη μέσα από ένα εμβόλιμο βίντεο που δεν βαστούσε περισσότερο από τρία λεπτά. Το θεωρώ απόλυτη όπερα με την έννοια ότι ούτως ή άλλως δεν κάνω τη μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτού που ονομάζω μουσικό θέατρο και όπερα, και το ένα και το άλλο μπορείς να το ονομάσεις έτσι ή αλλιώς. Απλώς όταν είναι πιο μικρό το σχήμα δεν απαιτεί σκηνή όπερας για να παιχτεί, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια όπερα. Πολλά από όσα παίζονται στην Εναλλακτική Σκηνή θα μπορούσαν να παιχτούν ως όπερες.
Το 1998 είναι η χρονιά που έγραψα τους Δραπέτες της σκακιέρας σε λιμπρέτο του Ευγένιου Τριβιζά, οι οποίοι ανέβηκαν στην Εθνική Λυρική Σκηνή σε σκηνοθεσία της Λυδίας Κονιόρδου, και το 2001 έγραψα Το καράβι του Ελάτου σε λιμπρέτο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, έργο το οποίο δυστυχώς παραμένει άπαιχτο. Το αγαπώ πάρα πολύ και θεωρώ ότι είναι από τα καλά μου έργα, αλλά δεν ακούστηκε ποτέ.



Η Ιοκάστη σε λιμπρέτο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου είναι ένα έργο του 2002, παραγγελία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δελφών, όπου και έκανε πρεμιέρα. Ένα είδος μουσικού θεάτρου-όπερας. Επαναλήφθηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι του 2015 από την Καμεράτα και μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου σε σκηνοθεσία του Τζέυ Σάιμπ [Jay Scheib] και σκηνικά του Πάρι Μέξη, με τη Μυρτώ Παπαθανασίου και τον Τάσο Αποστόλου σε ενιαίο πρόγραμμα με τον Πυλάδη.
Στους Δελφούς ανέβηκε το 2005 κι ένα μικρό σκηνικό μου έργο, το Περικλέους Επιτάφιος, βασισμένο στη μετάφραση του Ελευθέριου Βενιζέλου, και το 2007 στο Μέγαρο Η σκηνή των θαυμάτων του Μιγκέλ ντε Θερβάντες [Miguel de Cervantes] σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Μια κανονικότατη όπερα, η οποία απλώς δεν είχε μεγάλη ορχήστρα, αλλά μόλις τέσσερα όργανα. Πολύ χαριτωμένο έργο, μια κωμωδία με την οποία περνάς καλά αλλά στο τέλος καταλαβαίνεις κάποια νοήματα πολύ σοβαρότερα, κάποιες καταστάσεις που σατιρίζονται. Το αγαπώ πολύ και κάποια στιγμή θα ήθελα να το ξανακάνω με περισσότερα όργανα. Mια εκπληκτική χορογραφία της Αγγελικής Στελλάτου συμπλήρωνε τη σκηνοθεσία με αποτέλεσμα ένα πολύ ωραίο θέαμα. Από τα πιο εντυπωσιακά σε επίπεδο θεατρικής παράστασης που είχα την τύχη να ανεβάσω. Τέλος, το Φωνή δρυός πάλι με λιμπρέτο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, παρουσιάστηκε σε συναυλιακή μορφή στο Μέγαρο.


Η Λεπορέλλα
Η Λεπορέλλα είναι μια νουβέλα συγκλονιστική και σημαντική αφορμή για μουσική. Το μεγάλο μυστικό είναι ότι από την αρχή αντιλαμβάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε ένα πολύ ανησυχητικό περιβάλλον, ότι κάτι θα συμβεί, σαν καταιγίδα που έρχεται και σίγουρα κάποια στιγμή θα ξεσπάσει. Υπάρχει μια συνεχής ένταση μέσα στο ζευγάρι και στην ιστορία. Ξεκινάει από αυτό και τα υπόλοιπα έρχονται μετά. Αυτό που επίσης αντιλαμβάνεσαι είναι ότι υπάρχει μια πολύπλοκη σύνθεση συναισθημάτων εντελώς αντιφατικών και διαφορετικών, πολλές φορές πολύ φανερών και πολλές φορές υπόγειων. Είναι, ωστόσο, μια αρετή της μουσικής η δυνατότητα να εκφράζει σύνθετα συναισθήματα. Να μπορεί να κάνει εκφραστικές δομές οι οποίες να εμπεριέχουν πολλά συγχρόνως: τον φόβο και την αγάπη από τη μια μεριά και από την άλλη ένα είδος εξέγερσης. Η μουσική από μόνη της μπορεί να ζωγραφίζει και να αποκαλύπτει ακόμα πιο καλά τα πιο πολύπλοκα και τα πιο αντιφατικά συναισθήματα. Όσο το διάβαζα καταλάβαινα ότι αυτό θα κέρδιζε πάρα πολύ ως σκηνικό έργο. Αρκεί να γινόταν μια διασκευή πολύ επιδέξια. Πείστηκα ακόμα περισσότερο όταν έφτασα στο τέλος, στο τραγικό φινάλε, το οποίο το ανέμενες αλλά δεν το περίμενες με αυτόν τον τρόπο που έρχεται. Είναι και αυτό μια έκπληξη. Περίμενες ότι κάτι θα γίνει αλλά δεν περίμενες αυτό που γίνεται. Είναι και γι’ αυτόν τον λόγο πολύ σπουδαίο έργο.
Η Λεπορέλλα επιζητεί μια τραγικότητα και συγχρόνως μια λαϊκότητα. Πρέπει να είναι αδρή και συγχρόνως συγκινητική διότι η αντίφαση της ζωής της, η έλλειψη της αγάπης και του έρωτα, και η οποιαδήποτε προβολή του εαυτού της σε άλλα πρόσωπα, είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Δεν μπορεί να βιώσει μια ζωή χωρίς τη χαρά που δίνει η αγάπη, ο έρωτας, η οικογένεια. Βιώνει ένα δράμα, κι όταν δεν μπορεί άλλο, τελειώνει. Δεν μπορεί να ζήσει με αυτόν τον τρόπο, πρέπει να ζήσει διαφορετικά. Όμως, ούτε αυτό είναι δυνατό, οπότε θα ξεσπάσει με έναν τρόπο αυθαίρετο, άδικο και τραγικό, δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό. Εντέλει είναι συγκινητική, διότι αυτό που κάνει είναι μια πράξη επιβίωσης.
Ο Τσβάιχ δεν χρησιμοποιεί το όνομα Λεπορέλλα κωμικά, αλλά με τρόπο που περικλείει κάτι ουσιαστικό. Ο Λεπορέλλο στην όπερα Ντον Τζοβάννι [Don Giovanni] του Μότσαρτ [Mozart] είναι ένα κακέκτυπο του Ντον Τζοβάννι και συγχρόνως κάποιος που θα ήθελε να είναι στη θέση του. Στην ουσία υπάρχει μια βαθύτατη ζήλια στη σχέση τους, η οποία δεν είναι τόσο μονοσήμαντη κι έχει πολλές και διαφορετικές σημασίες, όπως και στο έργο του Μολιέρου. Κάθε φορά, ανάλογα με το συμφέρον του, ο ένας θα ήθελε να είναι ο άλλος. Η χρήση εδώ είναι ειρωνική από την τραγουδίστρια που έρχεται να κάνει έρωτα με τον βαρόνο αλλά κάτι υπονοεί ο Τσβάιχ, δεν το κάνει τυχαία, είναι σοβαρός. Υπονοεί ότι είναι μια σχέση που αρχίζει να γίνεται αδιάρρηκτη, ότι δεν μπορείς εύκολα να τους ξεχωρίσεις γιατί ο ένας ζει για τον άλλον. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, σαν ένα είδος αρνητικού αντίγραφου.
Έτσι το φαντάστηκα κι έτσι το δουλέψαμε με την Ιουλίτα. Μιλήσαμε πολύ, είχαμε μια συνεχή συνεργασία επάνω στις σκηνές και τον τρόπο με το οποίο μπορούσε να γίνει, τη δόση της αλήθειας και τη δόση του ψέματος που θέλαμε να δώσουμε, τι είναι υποκρισία και τι ειλικρίνεια, τι είναι κρυφό και δεν θα φανερωθεί, τι δεν θα φανερωθεί ποτέ. Κάθε σκηνή έχει αυτήν την αρτιότητα των προθέσεων, ότι ξέρουμε τι πάμε να κάνουμε. Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρώ ότι πρέπει να είναι η πιο ώριμή μου όπερα, το πιο ώριμο μουσικό θεατρικό έργο που έχω γράψει. Θεωρώ ότι έχω βάλει μέσα του όλη μου την ευαισθησία και όλη μου τη γνώση που έχω αποκτήσει από την εμπειρία μου στο θέατρο και στη μουσική.

Δημοσιεύτηκε στο έντυπο πρόγραμμα των παραστάσεων της όπερας του Γιώργου Κουρουπού Λεπορέλλα, που παρουσιάστηκε στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής τον Ιανουάριο του 2020.


Related Posts with Thumbnails