Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Ο ΓΚΟΥΣΤΑΒ ΜΑΛΕΡ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Για τα γενέθλια του Μάνου Χατζιδάκι
που γίνεται 95 χρονώ

Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
«Θυμάμαι δάσκαλο, καλή του ώρα, που πριν τριανταπέντε χρόνια μάς εμάθαινε τον Μάλερ: Συνθέτης γερμανός, έχων συνθέσει μακροσκελείς συμφωνίας, μη παιζομένας, και μερικάς μελωδίας επιτυχείς. Με τις δύο αυτές γραμμές, μαθαίναμε για τον αγαπημένο τότε, φίλο μας Γουσταύο Μάλερ που τον είχαμε κιόλας ανακαλύψει, είχαμε διαβάσει τις συμφωνίες του όλες και τις σφυρίζαμε τα βράδυα συνθηματικά ανάμεσα σε φίλους, σαν μελωδίες αγαπημένες και προσωπικές». 
Αυτά έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις από τη συχνότητα του Γ΄ Προγράμματος στις 8 Ιουλίου 1979. Προσθέτοντας κάτι… μελαγχολικό: «Μα ήδη κι ο Μάλερ κι ο Μπετόβεν κι ο Σοπέν, και όλοι οι μεγαλόσχημοι του αναγεννησιακού μας λάθους, φαντάζουν μακρυνοί και άχρηστοι στον κόσμο που γεννιέται». 
Το σχόλιο αυτό του Χατζιδάκι, από Τα σχόλια του Τρίτου, έχει τον κάπως παράδοξο τίτλο: «Όταν ελευθερωθούμε από τη δυναστεία των τεχνών και από τη δυστυχία των καλλιτεχνών». 
Στο άλλο βιβλίο με κείμενα του Μάνου Χατζιδάκι, που φέρει τον τίτλο Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, περιλαμβάνονται φωτογραφίες όχι μόνο του Χατζιδάκι αλλά και προσώπων της προσωπικής του μυθολογίας. Στο τέλος του βιβλίου ο ίδιος ο Χατζιδάκις σχολιάζει τις φωτογραφίες που επέλεξε. Ανάμεσά τους ο σπουδαίος Αυστριακός συνθέτης του ύστερου ρομαντισμού Γκούσταβ Μάλερ (1860-1911), για τον οποίο ο Χατζιδάκις σημειώνει: 
«Γκούσταβ Μάλερ, ο μεγάλος μου δάσκαλος στο τραγούδι και τροφοδότης της ακριβής νεανικής μου ευαισθησίας. Χάρη σ’ αυτόν γνώρισα τον Τόμας Μαν, τον Έσσε και τον Κάφκα». 
Αυτή τη λεζάντα –ας την πούμε έτσι– στη φωτογραφία του Μάλερ την εξηγεί ο Χατζιδάκις κάπως καλύτερα σε μια συνομιλία του με τον Θανάση Φωσκαρίνη: 
«Στον Έσσε και τη γερμανική τέχνη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης μπήκα μέσα από τη μουσική. Μελετώντας, πολύ νέος, τον Μπεργκ και τον Μάλερ, χωρίς να το καταλάβω, οδηγήθηκα στον Έσσε και τον Τόμας Μαν… Ένιωσα κι εγώ την έλξη γι’ αυτή την περίοδο, κάπου στο τέλος του πολέμου του Βιετνάμ, όταν για πρώτη φορά η νεολαία της Αμερικής αποκτούσε πολιτική συνείδηση». 
Απ’ όσα αναφέραμε αντιλαμβάνεται ο καθείς ότι ο ίδιος ο Χατζιδάκις θεωρεί τη γνωριμία του με τη μουσική του Μάλερ κομβικής σημασίας. Τον θεωρούσε μεγάλο δάσκαλό του στο τραγούδι, τροφοδότη της ακριβής νεανικής του ευαισθησίας και τον άνθρωπο μέσω του οποίου ανακάλυψε μια ευρύτατη κουλτούρα: τους Γερμανούς συγγραφείς Τόμας Μαν (1875-1955), Χέρμαν Έσσε (1877-1962) και Φραντς Κάφκα (1883-1924). Ο Τόμας Μαν και ο Έσσε ήταν και σύγχρονοι του Χατζιδάκι, παρά το γεγονός ότι είχαν γεννηθεί τον 19ο αιώνα (πέθαναν σε μεγάλες ηλικίες). 
Τι σημαίνει όμως εκείνος ο λόγος του Χατζιδάκι που προτάξαμε: «τον αγαπημένο τότε, φίλο μας Γουσταύο Μάλερ που τον είχαμε κιόλας ανακαλύψει, είχαμε διαβάσει τις συμφωνίες του όλες και τις σφυρίζαμε τα βράδυα συνθηματικά ανάμεσα σε φίλους, σαν μελωδίες αγαπημένες και προσωπικές»; 
Ο Χατζιδάκις χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό. Είναι μεγαλοπρεπείας; Όχι. Μιλάει ρεαλιστικά. Λέει το 1979 ότι, όταν πριν από τριάντα πέντε χρόνια ένας δάσκαλος τους μάθαινε τα συμβατικά για τον συνθέτη Μάλερ, εκείνοι τον είχαν ήδη ανακαλύψει! 
1945. Η Κατοχή είναι παρελθόν κι ο Εμφύλιος σε εξέλιξη. Στη μεταπολεμική Αθήνα κάποιοι νέοι ακούν κλασικούς και σύγχρονους συνθέτες σ’ ένα δωμάτιο! 


Διηγείται ο Μένης Κουμανταρέας: 
«Ένα τετράγωνο πιο πάνω από το θεατράκι του Κουν, στο Μετοχικό Ταμείο, η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών είχε εγκαταστήσει ένα καμαράκι μουσικής. Υπεύθυνη σ’ αυτό ήταν η Καίτη Κασιμάτη, μια νέα δραστήρια γυναίκα από τη Θεσσαλονίκη –μετέπειτα κυρία Μυριβήλη, νύφη του συγγραφέα– που, με αυταρχικότητα για τους άτακτους ακροατές και γλυκύτητα για τους αφοσιωμένους, μας έβαζε στο πικάπ τους ολοκαίνουργους τότε δίσκους των 33 στροφών, με έργα Αμερικανών συνθετών… 
Στο καμαράκι αυτό συγκεντρωνόταν η ανήσυχη νεολαία της εποχής, παιδιά φανατικά για γράμματα και μουσική. Ανάμεσά τους ο Αργύρης Κουνάδης, φίλος και συνοδοιπόρος του Χατζιδάκι, ο Νίκος Καρούζος… ο Δημήτρης Χριστοδούλου. Και πολλοί άλλοι, που ούτε τους θυμάμαι πια. Αργότερα θα πρωταγωνιστούσαν στη ζωή του τόπου». 
Αντιλαμβανόμαστε επομένως ότι υπήρχε μια παρέα που άκουγε μουσική από δίσκους –δυσεύρετο είδος εκείνες τις εποχές– στο Music Room (Μουσικό Δωμάτιο) του Μορφωτικού Τμήματος της Αμερικανικής Πρεσβείας. 
Η επί σειρά ετών υπεύθυνη του τμήματος Καίτη Κασιμάτη-Μυριβήλη είχε πει σε συνέντευξή της στον Θάνο Φωσκαρίνη: 
«Εκτός από τους αγαπημένους συνθέτες, όπως ήταν ο Μάλερ και ο Προκόφιεφ, ο Μάνος μελετούσε με προσοχή σύγχρονους συνθέτες όπως τον Άαρον Κόπλαντ, τον Τσαρλς Άιβς, που θαύμαζε ιδιαίτερα, τον Σάμουελ Μπάρμπερ, τον Λούκας Φος και άλλους. Τις όπερες του Τζ. Κ. Μενότι, το Μέντιουμ και τον Πρόξενο, τις πρωτάκουσε στο Music Room και αργότερα γνωρίστηκε με τον Μενότι και συνεργάστηκαν για το ανέβασμά τους στη Λυρική Σκηνή. Θυμάμαι ότι μια μέρα ο Μάνος ζήτησε ν' ακούσει την 4η Συμφωνία του Μάλερ και την άκουσε όχι μία, αλλά τέσσερις φορές». 
Ο λόγος και πάλι στον Μένη Κουμανταρέα, ο οποίος σε κείμενό του με τίτλο «Μια θητεία στο Παγκράτι», μας αποκαλύπτει –αυτόπτης μάρτυρας– τη σχέση του Χατζιδάκι με τον Μάλερ, όταν μάλιστα ο Χατζιδάκις είχε αγοράσει πια κι ένα πικάπ και οι ακροάσεις στο σπίτι του στο Παγκράτι έδιναν κι έπαιρναν: 
«Η άλλη μεγάλη αποκάλυψη εκείνης της μακρινής εποχής ήταν ο Μάλερ. Αυτός ο παράδοξος, στρυφνός και πυρετώδης, ο ατέρμων σε μήκος Αυστριακός με το εβραϊκό αίμα και τη ζωηρή γυναίκα που άλλαξε τρεις διάσημους άντρες, έμπαινε ξαφνικά στη ζωή μας. Σωστή παράκρουση βασίλευε όταν ο Μάνος έβαζε τις συμφωνίες του στο πικάπ. Την Πρώτη με τον Δημήτρη Μητρόπουλο, την Πέμπτη με τον Μπρούνο Βάλτερ, την Έβδομη με τον Χέρμαν Σέρχεν. Νομίζω ήταν ο πρώτος στην Ελλάδα που συνέλαβε την αξία αυτού του συνθέτη και έσπευσε να τη μεταδώσει στους φίλους πρώτα κι έπειτα στους μουσικούς. Ήταν τότε ένας συνθέτης δύσκολος κι αμφισβητούμενος, ακόμα και για τους Ευρωπαίους. Οι μαέστροι που τον έπαιζαν ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Καθισμένος άκρη στην πολυθρόνα του, ο Χατζιδάκις ήταν έτοιμος να τονίσει και να υπογραμμίσει το παραμικρό πέρασμα της ορχήστρας. Από το τρομώδες πένθιμο εμβατήριο της Πρώτης, το θρηνώδες πρώτο μέρος της Πέμπτης με τα εμβατήρια και τα βαλς να διασχίζουν τις συμφωνικές μάζες, προμηνώντας το τέλος της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας και της Μπελ Επόκ, στο νοσταλγικό αντατζιέτο της ίδιας συμφωνίας –πολύ προτού ο Βισκόντι το χρησιμοποιήσει για θέμα στο Θάνατο στη Βενετία– ως την εξαίσια νυχτερινή μουσική της Έβδομης με το μαντολίνο. Πάει καιρός που ο Μάλερ έπαψε να ’ναι πρωτοπορία. Σήμερα κάθε ορχήστρα, ευρωπαϊκή ή αμερικάνικη, θεωρεί χρέος της να τον περιλάβει στα προγράμματά της. Και η δισκογραφία του έγινε απέραντη. Ως κι ο ίδιος ο Χατζιδάκις άρχισε να γκρινιάζει. “Ουφ”, έλεγε τα τελευταία χρόνια, “φλύαρος, βαρετός και επιτηδευμένος”. Όχι επειδή το πίστευε πραγματικά, μα από καθαρή αντίδραση στην υπερκατανάλωσή του. Καθετί που γινόταν μόδα, τον απωθούσε. Μήπως το ίδιο δεν είχε γίνει με τα ρεμπέτικα; Από τότε που μπήκαν στα σαλόνια, ο Χατζιδάκις τα είχε εξορίσει από τη ζωή και τη μουσική του. 
»Ενώ, στην εποχή για την οποία μιλώ, στη δεκαετία του ’50, μαζί με τον Προκόφιεφ ή τον Μάλερ, είχε γίνει ο απόστολος και προπαγανδιστής του λαϊκού τραγουδιού, βγάζοντας από την αφάνειά τους τον Τσιτσάνη, τον Βαμβακάρη και τον Παπαϊωάννου. 
»…Ήμασταν, πρέπει να πω, τότε ακόμη ανυποψίαστοι για το τι μπορεί να σήμαιναν οι βραδινές παραστάσεις στην οδό Μάνου 3. Αχνά και θολά αντιλαμβανόμασταν ότι μέσα από τον Τσιτσάνη ή τον Μάλερ, τον Λόρκα ή τον Γκάτσο, θα αναδυόταν το πρόσωπο μιας νέας Ελλάδας χωρίς εθνικοφροσύνες μα και χωρίς κομμουνιστολαγνεία». 


Άλλη μια μαρτυρία του Μένη Κουμανταρέα, σ’ ένα αφιέρωμα της κρατικής τηλεόρασης στον Χατζιδάκι που μόλις είχε φύγει, συνοψίζει τα παραπάνω: 
«Ο Μάνος σου ’βαζε στο πικάπ Μάλερ, ένα όνομα εντελώς άγνωστο εκείνη την εποχή, και σε κοίταζε στα μάτια για να δει αν συγκινείσαι –όπως εκείνος– απ’ αυτό που ακούς. Αλλιώς σε απέρριπτε». 
Στο βιβλίο του Πλανόδιος σαλπιγκτής ο Κουμανταρέας και πάλι μας φωτίζει την περίοδο: 
«Εκείνη την εποχή, γύρω στο ’50, άρχισα να πηγαίνω σπίτι του, σ’ ένα μικρό ισόγειο δυάρι στην οδό Μάνου στο Παγκράτι… Ερχόντουσαν μουσικοί, ποιητές, ζωγράφοι, φίλοι της τέχνης γενικά. Ακούγαμε τον Χατζιδάκι να παίζει τη “Μικρή Λευκή Αχιβάδα” στο πιάνο, κι από το πικάπ τις συμφωνίες του Μάλερ, που ήταν άκουσμα πρωτόφαντο για κείνη την εποχή. Τα ποιήματα του Λόρκα ήταν στην ημερήσια διάταξη, κι ο στίχος του Ελύτη “είμαστε από καλή γενιά” έμοιαζε να σφραγίζει με απέραντη αισιοδοξία την ομήγυρη… Χωρίς να το νιώσω γινόμουν μέλος μιας παρέας ανθρώπων με όνειρα πολύ διαφορετικά από όσα είχα διδαχθεί σπίτι μου και στο σχολείο. Αντί “γίνε δικηγόρος”, “εργάσου”, όλα εδώ έμοιαζαν αντίθετα να προστάζουν “γίνε αυτό που εσύ θέλεις”…»
Τα παραπάνω επιβεβαιώνει και ο μουσικολόγος Μάρκος Δραγούμης, στο κείμενό του Ο Μάνος κι εγώ (μια φιλία του 1955): 
«Μια από τις μεγαλύτερες ευχαριστήσεις μου, όταν πήγαινα στο σπίτι του Μάνου, ήταν να τον ακούω να παίζει ο ίδιος τα έργα του στο μικρό όρθιο πιάνο του (Αχιβάδα, Καταραμένο φίδι, Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές). Επίσης ρούφαγα αχόρταγα τα συνήθως άγνωστα σε μένα έργα που μας έβαζε ν’ ακούμε απ’ τους δίσκους του, που καμιά φορά αγόραζε ειδικά για τις συναντήσεις μας. Έτσι από τους δίσκους της συλλογής του πρωτογνωρίστηκα (μεταξύ πολλών άλλων έργων) με τις Συμφωνίες αρ. 2 και 8 του Μάλερ. Αλλά και ο Μάνος άκουγε με την ίδια προσήλωση τα έργα που του αποκάλυπτα εγώ, από τη δική μου δισκοθήκη, όπως την… Έβδομη του Μάλερ». 
Ανταλλαγή μουσικών εμπειριών! 
Ας σημειωθεί εδώ και η μαρτυρία του μεγάλου Μωρίς Μπεζάρ, ο οποίος σ’ ένα καρδιακό κείμενό του προς τον Μάνο Χατζιδάκι, μετά τον θάνατό του, έγραψε: «Εσύ ήσουν εκείνος που με έπεισε να μεταφέρω χορευτικά το Adagietto του Μάλερ. Αυτόν τον συνθέτη και πολλούς άλλους, μου τους φανέρωσες εσύ». Που σημαίνει ότι εκείνη η μεταπολεμική μαθητεία του Χατζιδάκι στον Μάλερ επηρέασε εν καιρώ και τη δημιουργία του Μωρίς Μπεζάρ! 


Το 1988 κυκλοφορεί ο δίσκος του Χατζιδάκι Οι μύθοι μιας γυναίκας σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, με ερμηνεύτρια τη Νάνα Μούσχουρη. Συνεργασία Χατζιδάκι – Μούσχουρη μετά από 25 σχεδόν χρόνια! Το τελευταίο τραγούδι του δίσκου έχει τον τίτλο: «Κραυγές για ενός αγγέλου μνήμη (Ένα ταγκό για την Άλμα Μάλερ)». 
Η Άλμα Μάλερ (1879-1964), λέει ο Χατζιδάκις, ήταν «μια σημαντική γυναίκα. Ερωμένη και σύζυγος προσωπικοτήτων… Ανάμεσά τους ο Μάλερ και ο Καντίνσκι. Η κόρη της Μανόν πέθανε σε ηλικία 18 ετών και ενέπνευσε τον Άλμπαν Μπεργκ να γράψει γι’ αυτήν το περίφημο κοντσέρτο του για βιολί “στη μνήμη ενός αγγέλου”». 
Η Άλμα Μάλερ υπήρξε πολύπλευρη καλλιτέχνις: ζωγράφος, ηθοποιός, συνθέτρια, παντρεύτηκε τρεις επιφανείς άνδρες, τον συνθέτη Γκούσταβ Μάλερ, τον αρχιτέκτονα Βάλτερ Γκρόπιους και τον συγγραφέα Φραντς Βέρφελ. Το 1935 πέθανε η κόρη της Μανόν Γκρόπιους από πολιομυελίτιδα. Για αυτή τη νεαρή ταλαντούχα κοπέλα ο Άλμπαν Μπεργκ, που υπήρξε αγαπημένος οικογενειακός φίλος τους, συνέθεσε το κοντσέρτο για βιολί Στη μνήμη ενός αγγέλου. 
Ο Γκάτσος έδωσε στο τραγούδι τον τίτλο «Κραυγές για ενός αγγέλου μνήμη». Γράφει ο Χατζιδάκις: «Είπα στο φίλο μου το Νίκο Γκάτσο λεπτομέρειες γύρω απ’ την περίπτωση αυτής της γυναίκας που την αγάπησαν και συνέζησε με μερικούς από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στις αρχές του αιώνα μας. Κι έγραψε αυτό το μικρό, κατά τη γνώμη μου, αριστούργημα». 


Και εξηγεί πώς προέκυψε αυτό το τραγούδι: 
«Η ιδέα για το τραγούδι αυτό ξεκίνησε από μία φράση του Χέρμαν Σέρχεν όταν μια φορά έκανε δοκιμή στο 2ο μέρος της 7ης. Αποτεινόμενος στους μουσικούς είπε: “Κύριοι, και τώρα ας παίξουμε ένα θαυμάσιο ταγκό του Μάλερ”. Και πράγματι μοιάζει, μπορεί να είναι και ταγκό. Στο τραγούδι χρησιμοποιώ μέρη από το δεύτερο μέρος της 7ης συμφωνίας και από τα “Τραγούδια για νεκρά παιδιά” του Μάλερ, καθώς και από το κοντσέρτο για βιολί του Μπεργκ». 
Αυτά έγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις στις 15 Νοεμβρίου του 1988. Ένα χρόνο αργότερα, στις 22 Οκτωβρίου 1989, την παραμονή των γενεθλίων του, ο Χατζιδάκις κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στον Μάλερ μέσα από μια ραδιοφωνική εκπομπή («Το Πέμπτο Πρόγραμμα» στον SKY 100,4). 
Αρχικά βάζει ένα απόσπασμα από το πρώτο μέρος της Πέμπτης, σχολιάζοντας στο τέλος: «Ενδιαφερθείτε ν’ ακούσετε τη συνέχεια. Οφείλετε να γνωρίζετε αυτή τη συμφωνία· εκπροσωπεί τους κραδασμούς του δεκάτου ενάτου αιώνα στις αρχές του δικού μας αιώνα, με επίκεντρο τη Βιέννη». 


Στη συνέχεια ο Χατζιδάκις αποδύεται σ’ έναν εμβριθέστατο σχολιασμό της προσωπικότητας και του έργου του Μάλερ, διατυπώνοντας παρατηρήσεις καίριες και καινοφανείς ακόμα και για τις μέρες μας:
«Ο υστερικός αυτός άνθρωπος υπήρξε μεγαλοφυής. Άγγιζε με άνεση αλλά και με μαγεία το μεγαλειώδες και το κοινότυπο. Κανείς άλλος έξω απ’ αυτόν δεν έπαιξε με το χυδαίο τόσο μαγικά. Η αίσθηση του δρόμου τον διαπερνούσε. Αφήστε κατά μέρος τους μουσικολόγους. Αυτοί γνωρίζουν όλα γύρω από τη μουσική και αγνοούν την ίδια τη μουσική. Γιατί δεν τους ανήκει. Μα ας έρθουμε στον Γουσταύο. Μια μέρα, σε δύσκολες στιγμές του, κοινοί φίλοι τον έσπρωξαν να επισκεφθεί τον Φρόυντ, που τον δέχτηκε στην Ολλανδία, εκεί που παραθέριζε. Ο Φρόυντ δεν ενδιαφερόταν για τη μουσική, αλλά τον γνώριζε. Τρεις ώρες βάσταξε η συνάντηση-περίπατος που κάνανε. Τον θαύμασε, καθώς είπε ο ίδιος ο Φρόυντ, για την ψυχολογική κατανόηση που έδειξε “αυτός ο μεγαλοφυής άνδρας” – έτσι τον ονόμασε. Και στη Μαρία Βοναπάρτη αποκάλυψε μια διαπίστωση του ίδιου του Μάλερ κατά τη διάρκεια της συναντήσεώς των: Στο διάστημα της συζήτησης ο Μάλερ ξαφνικά είπε ότι τώρα καταλάβαινε γιατί η μουσική του δεν έφτανε ποτέ τις πιο υψηλές σφαίρες, γιατί τα πιο ευγενικά περάσματα, εκείνα που εμπνέονται από τις βαθύτερες συγκινήσεις, χαλούσαν με την παρεμβολή κάποιας χυδαίας μελωδίας. Ο πατέρας του, που φαίνεται ότι ήταν βίαιος, μεταχειριζόταν πολύ άσχημα τη γυναίκα του, και όταν ο Μάλερ ήταν παιδί είχε παρακολουθήσει μια πολύ οδυνηρή σκηνή ανάμεσά τους. Τα πράγματα έγιναν ανυπόφορα και το αγοράκι έφυγε τρέχοντας από το σπίτι. Εκείνη, όμως, τη στιγμή, μια λατέρνα έπαιζε στο δρόμο το λαϊκό βιεννέζικο τραγούδι “Ω, εσύ, αγαπημένη Αυγουστίνα”. Σύμφωνα με την άποψη του Μάλερ, η συνύπαρξη στο έργο του της ευγενικής τραγωδίας και του ανάλαφρου χιούμορ ήταν από τότε μέσα του ριζωμένη και η μια διάθεση οδηγούσε πάντα την άλλη»1.
Και συνεχίζει ακάθεκτος ο Χατζιδάκις: 
«Αυτό το είχα διαπιστώσει από εικοσιενός χρονώ όταν πρωτάκουσα την πρώτη, την πέμπτη και την έβδομη του Μάλερ. Μα όπου κι αν το είπα βρήκα την αντίδραση του μουσικού λογιοτατισμού. Πώς είναι δυνατόν ένας θεός να ελκύεται από τη χυδαιότητα; Τότες η μουσική ήταν για τους εκλεκτούς παρθενογέννητη. Εγώ μόνο υποπτευόμουν τη σημασία της αμαρτίας. 
»Ακούστε ένα τμήμα από το τρίτο μέρος της πρώτης. Κάτι ουσιώδες και σημαντικό γι’ αυτό που θ’ ακούσετε. Διευθύνει ο Μητρόπουλος σε ζωντανή συναυλία. Αυτός γνώριζε τη σημασία των ανεξερεύνητων σε τόλμη λεπτομερειών». 


Ακούγεται το απόσπασμα και ο Χατζιδάκις επανέρχεται δριμύτερος: 
«Επίσης οφείλετε να τη γνωρίσετε ολόκληρη [ενν. τη συμφωνία]. Ο Μάλερ υπήρξε νευρωτικός, μεγαλοφυής και άρρωστος. Ακουμπούσε το μεγάλο όσο ακουμπούσε με το βλέμμα του τον ουρανό. Παράλληλα ζούσε την πτώση της αυστριακής αυτοκρατορίας σαν Εβραίος και σαν αστός. Διέκρινε την άνοδο των μαζών και συγχρόνως έκλαιγε την ταλαντευόμενη φλόγα των κεριών που πάν’ να σβήσουν οριστικά. Η σάρκα του υπήρξε παντοδύναμη. Με ελάχιστη πράξη. Αν ζούσε σήμερα θα ήθελε να είναι στους περιθωριακούς της Νέας Υόρκης. Μα θα κατοικούσε στη Μαγιόρκα ή στο Μοντεκάρλο. Εδώ θα σταματήσω και θα κάνω ένα αφιέρωμα στο Μάλερ· τη συγγενική ψυχή, ίσως τον πατέρα μου, που μου έδωσε το κλειδί για ένα ταξίδι στον καιρό του. Ο Ηλίας Λιούγκος θα τραγουδήσει από τις αυτοβιογραφικές Μπαλάντες της οδού Αθηνάς (το τραγούδι “Ένα αερόστατο με αίμα”)». 
Ο Μάλερ και ο Χατζιδάκις είχαν σίγουρα κοινά χαρακτηριστικά, κοινή θέαση της ζωής, γι’ αυτό άλλωστε ο δεύτερος θεωρούσε τον πρώτο συγγενική ψυχή, πατέρα του. Και οι δυο διακατέχονταν από ειρωνεία και σκεπτικισμό, από την έμμονη ιδέα του θανάτου. Ο Χατζιδάκις, μάλιστα, πολλά χρόνια πριν μιλούσε για τον θάνατό του και άφηνε υποθήκες προκειμένου να ελέγξει –όσο ήταν δυνατό– την ιερή αυτή στιγμή, για να μη γίνει εύκολη λεία των κάθε λογής κάπηλων και καιροσκόπων. Και οι δύο κατατρύχονταν από την αγιάτρευτη αναζήτηση κάποιου νοήματος στη ζωή. Ο Χατζιδάκις έγινε αρχιμουσικός χάρη στα ίδια προσόντα που διέθετε και ο Μάλερ στον υπερθετικό βέβαια βαθμό: ακατάβλητη ενεργητικότητα, διανοητική δύναμη, ακαμψία θέλησης. Έτσι ο Χατζιδάκις ως μαέστρος ευτύχησε να διευθύνει Μάλερ: Τα τραγούδια για νεκρά παιδιά (Kindertotenlieder), στις 23 Οκτωβρίου 1991 –κατά την ημέρα των γενεθλίων του– στο «Παλλάς» με την Ορχήστρα των Χρωμάτων και σολίστ τον βαρύτονο Αντώνη Κοντογεωργίου. Όπως γράφει ο ίδιος στο πρόγραμμα: «Σήμερα είναι η μέρα των γενεθλίων μου. Γι’ αυτό διάλεξα να παίξω με την Ορχήστρα των Χρωμάτων 4 υπέροχους κύκλους τραγουδιών. Γιατί μου ταιριάζουν και με εκφράζουν, χωρίς αυτό βέβαια να υποδηλώνει πως έχω γράψει έστω κατ’ ιδέαν κάτι ανάλογο»2


O Χατζιδάκις θεωρούσε τον Μάλερ δάσκαλό του στο τραγούδι. Ο Μάλερ δεν έγραψε όπερα αλλά κύκλους τραγουδιών και κατέστη έτσι αδιαφιλονίκητος μετρ του είδους. Ο Χατζιδάκις, που τον απασχολούσε κατεξοχήν το τραγούδι στην υψηλή του εκδοχή, επηρεάστηκε βαθιά από την αντίληψη του Μάλερ για το τραγούδι. Την ενστερνίστηκε και προχώρησε με σοβαρότητα στην εφαρμογή της. Γι’ αυτό και πέτυχε ένα ακριβό αποτέλεσμα στον χώρο του τραγουδιού αποκαθαίροντας την έννοια του «λαϊκού», παραπέμποντας ταυτόχρονα και στο γερμανικό Lied. Ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε, όπως και ο Μάλερ, με ιδιοφυή τρόπο τις λαϊκές παραδοσιακές μελωδίες, και δεν δίστασε διόλου να ενδιατρίψει και στο είδος του εμβατηρίου, γράφοντας π.χ. το εξαιρετικό εμβατήριο της Μελισσάνθης. Είναι άραγε τυχαίο ότι και ο δάσκαλός του στο τραγούδι, ο Μάλερ, χρησιμοποίησε κατά κόρον το εμβατήριο σε μια ακούσια προσπάθεια συγκερασμού του υψηλού με το «χυδαίο», που είχε εξαιρετικού ενδιαφέροντος μουσικά αποτελέσματα; 
Πριν χρόνια, Ιούλιο μήνα, η φωνή του Μάνου ακουγόταν από τη συχνότητα του Γ΄ Προγράμματος να λέει: 
«Ονειρευόμαστε μια εποχή που η Μουσική θα είναι μια μακρινή ανάμνηση αλλοτινών μεσαιωνικών και σκοτεινών καιρών, που ο Μάλερ θα ξαναχωθεί στον τάφο του οριστικώς, μαζί του παίρνοντας κοπέλες με αλογοουρές και ναυτικούς γιακάδες, που μέχρι σήμερα κοσμούν ταφόπετρες παλαιών κοιμητηρίων. Γιατί τι να τον κάνουμε ετούτο τον νευρωτικό χείμαρρο μουσικής, που υποχρεωτικά τον παίζουν εκατό εξαθλιωμένοι κι άσχετοι, όταν απελευθερωμένοι κι ενταγμένοι σ’ ένα αστρικό σύστημα θάχουμε ένα τραγούδι για οδηγό και για επαφή μας με τους άλλους φίλους μας πλανήτες;» 
---------------------------------------- 
1. Προφανώς ο Μάνος Χατζιδάκις χρησιμοποίησε εδώ το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο της Φρανσουάζ Ζιρού, Άλμα Μάλερ. Η τέχνη να σ’ ερωτεύονται, μτφρ. Ανδρέας Ρικάκης, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1989, σ. 164-165. 
2. Στη συναυλία αυτή παρουσιάστηκαν κύκλοι τραγουδιών των Μάρτιν, Βάγκνερ, Μάλερ και Μπρίττεν.

Δείτε την σχετική διάλεξή μας στο blod εδώ
Ακούστε στη συνέχεια το μουσικό μέρος. 

Ο Γιάννης Καποδίστριας επεξεργάστηκε αυτήν την φωτογραφία της Μαργαρίτας Λυμπεράκη
 γύρω στο 1950, όταν ο Χατζιδάκις ήταν 25 χρονών.
Η συγγραφέας Μαργαρίτα Λυμπεράκη είναι εκείνη που έγραψε το σενάριο
για την πρώτη ταινία του Νίκου Κούνδουρου, Μαγική πόλις, το 1954,
σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, μια ταινία-σταθμό για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟΚΛΙΠ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΩΝ 200 ΧΡΟΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Λυπούμαι, αλλά το βιντεοκλίπ της επετείου των 200 χρόνων μετά την Επανάσταση που παρουσίασε η Επιτροπή «Ελλάδα 2021», είναι μία εντελώς παρωχημένη υπόθεση. 
Επελέγη το τραγούδι «Ας κρατήσουν οι χοροί» του Διονύση Σαββόπουλου, ο οποίος είναι Μέλος της Ολομέλειας της Επιτροπής «Ελλάδα 2021». Και μόνο γι’ αυτό - για λόγους ηθικής τάξεως - δεν θα έπρεπε να προκριθεί ένα τραγούδι μέλους της Επιτροπής. 
Το τραγούδι του Σαββόπουλου είναι καλό και ωραίο, αλλά δεν ταιριάζει στην περίσταση, όσο κι αν διατυπώθηκε σκεπτικό που προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο. 
Η όλη υπόθεση παραπέμπει στην αισθητική των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Από την επιλογή των χώρων μέχρι την χορογραφία της Άρτεμις Ιγνατίου. 
Όλα είναι του χθες! Τίποτα σημερινό, αλλά και τίποτα που να παραπέμπει στο αύριο. 
Από την Επιτροπή μας είπαν πως «περισσότεροι από 300 άνθρωποι συμμετείχαν στο κάστινγκ, στα γυρίσματα, στις πρόβες, στις ηχογραφήσεις, στις αμέτρητες ώρες του μοντάζ και της επεξεργασίας της εικόνας». Κρίμα... Τόσο ξόδεμα για ένα βιντεοκλίπ που θέλει να μας πείσει να ...κρατήσουν οι χοροί, ενώ στην πραγματικότητα είναι πολύ στατικό! Δείτε το. Είναι, στην ουσία, ακίνητο! 
Το 2021 δεν είναι 2004. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό αυτό, έστω και τώρα. 
Θα έπρεπε να έχει γραφτεί καινούργια μουσική, να έχουν επιλεγεί άφθαρτοι χώροι, να έχει πνοή η χορογραφία, να υπάρχει μια αύρα δημιουργίας και όχι αναμασήματος. 
Η υπόθεση 2021 εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού είναι αναμφισβήτητα μια δύσκολη υπόθεση. Γι’ αυτό η Επιτροπή «Ελλάδα 2021» θα πρέπει να βάλει τα δυνατά της και να παρουσιάσει αληθινά εμπνευσμένα πράγματα κι όχι να διεκπεραιώσει μια σημαντική επέτειο με εύκολες και εύπεπτες λύσεις, «ντυμένες» με μια «σύγχρονη» ματιά. 
Αν η οπτική της είναι τόσο ...λίγη, τότε θα μας «φάνε» οι φουστανέλες και οι «ελληνορθόδοξες» ιαχές!


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2020

Βιβλιοπαρουσίαση: Ι. Μ. Κονιδάρη, ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ


«Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου» 
Νέο βιβλίο του πανεπιστημιακού καθηγητή Ιωάννη Μ. Κονιδάρη από τις Εκδόσεις Σάκκουλα 
Του Χάρη Ανδρεόπουλου
Ο καθηγητής κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις καθώς είναι πολύ γνωστός όχι μόνο στον πανεπιστημιακό χώρο και ιδιαιτέρως σ΄ αυτόν της νομικής επιστήμης, αλλά και στο ευρύ κοινό χάρη στις αρθογραφικές του παρεμβάσεις, κυρίως από των στηλών της εφημερίδος «Το Βήμα» - της οποίας τυγχάνει τακτικός συνεργάτης - αλλά και από τις συχνές εμφανίσεις του στη κρατική (δημόσια) τηλεόραση, σε συζητήσεις που αφορούν στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, εκφράζοντας λόγο καθαρό και μετρημένο και εν παντί επιστημονικά τεκμηριωμένο.
Πρόκειται για τον ακαδημαϊκό δάσκαλο ο οποίος, με το πλούσιο επιστημονικό του έργο στη Νομική Σχολή του Eθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και τη συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο επί θεμάτων τα οποία εν γένει άπτονται των σχέσεων της Πολιτείας με την Εκκλησία και επί το ειδικότερον ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις της Εκκλησίας - και εν γένει των θρησκευτικών κοινοτήτων - στην ελληνική επικράτεια, έχει συμβάλλει τα μέγιστα την ανάπτυξη του ιδιαιτέρου περί των εν λόγω θεμάτων κλάδου Δικαίου της νομικής επιστήμης και συγκεκριμένα αυτού που έχει επικρατήσει να ονομάζεται, με τον πολύ στενότερο από το περιεχόμενό του όρο, «Εκκλησιαστικό» καθώς, υπό αυτόν τον ομολογιακώς προσανατολισμένο χαρακτηρισμό, περιλαμβάνεται η διδασκαλία τόσο του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας όσο και των σχέσεων της Πολιτείας με τις πάσης φύσεως και προελεύσεως θρησκευτικές συσσωματώσεις. 
Έχοντας, λοιπόν, επί πολλά συναπτά έτη, ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, διδάξει στα αμφιθέατρα το μάθημα του εν λόγω κλάδου Δικαίου, ο ομ. καθηγητής της Νομικής Αθηνών και πρόεδρος της Εταιρείας Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου κ. Κονιδάρης μας παραδίδει (με τη συνεργασία του παλαιού μαθητού και διδάκτορός του κ. Γεωργίου Ι. Ανδρουτσοπούλου, ήδη επικούρου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Αθηνών) ένα νέο έργο – ένα νέο βιβλίο, άρτι εκδοθέν από τις ευφήμως γνωστές Εκδόσεις Σάκκουλα υπό τον τίτλο “Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου”, το οποίο, αποτελώντας καταστάλαγμα αυτής της μακράς ερευνητικής και διδακτικής του διαδρομής, αποσκοπεί στη συστηματική διδασκαλία του «Εκκλησιαστικού Δικαίου». Το εγχείρημα αναπτύσσεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο εκτίθεται, κατά τρόπο εύληπτο και συνεκτικό, η ύλη του γνωστικού αντικειμένου, στην οποία εντός παρενθέσεων παρατίθενται τόσο οι νομοθετικές πηγές, πολιτειακής ή/και εκκλησιαστικής προελεύσεως, όσο και παραπομπές σε δικαστικές αποφάσεις (τις πιο πρόσφατες ή τις πλέον σημαντικές). Στο δεύτερο - το Παράρτημα – παρουσιάζονται επικαιροποιημένα και ανακαθαρμένα τα βασικά νομοθετικά κείμενα, στα οποία στηρίζεται η έκθεση που περιέχεται στο κυρίως μέρος, με στόχο την ενίσχυση της μαθησιακής διαδικασίας με τη συστηματική μελέτη των πηγών, τη διασταύρωση και τον έλεγχο των εκτειθεμένων απόψεων. 


Αναφορικώς με τα επί μέρους περιεχόμενα: Στην Εισαγωγή του βιβλίου εξετάζονται με κάθε δυνατή συντομία, η έννοια, το αντικείμενο και η φύση του Εκκλησιαστικού Δικαίου, οι πηγές και η ερμηνεία του. Στο Μέρος Α΄ του έργου αναλύεται η θρησκευτική ελευθερία, το περιεχόμενό της και οι φραγμοί στην άσκηση της λατρείας. Στο αυτό Μέρος αναλύεται, επίσης, και ο Ν. 4301/2014 που αφορά στη ρύθμιση σειράς θεμάτων που αφορούν στη νομική οργάνωση των εν Ελλάδι θρησκευτικών κοινοτήτων πέραν εκείνων που έχουν οργανωθεί με ειδικές νομοθετικές διατάξεις ως ΝΠΔΔ. Το Μέρος Β΄ αφιερώνεται στην εξέταση των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Μετά από μια σύντομη έρευνα των επί μέρους συστημάτων σχέσεων, εξετάζονται διεξοδικώς οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας στη νεότερη Ελλάδα τόσο ιστορικώς (με ιδιαίτερη έμφαση στις περιόδους της δικτατορίας 1967-1974 και της μεταπολιτεύσεως) όσο και δογματικώς υπό το ισχύον Σύνταγμα. Στη συνέχεια η ύλη του Δικαίου της Εκκλησίας της Ελλάδος διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη, τα οποία αναφέρονται αντιστοίχως: το Μέρος Γ΄ στην οργάνωση της Εκκλησίας, το Μέρος Δ΄ στη διοίκηση της Εκκλησίας, την ιδιαίτερη νομική μεταχείριση κληρικών και μοναχών, περιλαμβάνοντας, επίσης, εκτεταμένες αναφορές και αναλύσεις στα θέματα ταφής, καύσεως και αποτεφρώσεως νεκρών που εισάγουν οι πρόσφατοι Ν. 4277/2014 (αρθ. 48) και Ν. 4368/2016 (αρθ. 19 και 92). Το Μέρος Ε΄ ασχολείται με το εκκλησιαστικό ποινικό δίκαιο (εκκλησιαστικά αδικήματα, επιβαλλόμενες ποινές, κ.λ.π.) και το Μέρος ΣΤ΄ με τα εκκλησιαστικά δικαστήρια και τη δικονομία. Τέλος, στο Ζ΄ Μέρος εξετάζονται συνοπτικώς τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή η Εκκλησία της Κρήτης (με παράθεση των ρυθμίσεων που εισάγουν στη διοίκησή της οι Ν. 4301/2014 [αρθ. 19, 20] και 4310/2014 [αρθ. 51-54], το ΄Αγιον Όρος και οι εκκλησιαστικές επαρχίες της Δωδεκανήσου [N. 4301, αρθ. 21, 22]). Ακολουθεί το Παράρτημα, που περιλαμβάνει επικαιροποιημένα τα βασικά νομοθετικά κείμενα, α) για την Εκκλησία της Ελλάδος (Ν. 590/77 περί του Κατασταστικού Χάρτου [Κ.Χ.] αυτής, Ν.Δ. 5383/1932, περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων, όπως ισχύει σήμερα), β) για την Εκκλησία της Κρήτης (Σύμβαση Οκτωβρίου 1900 μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Κρητικής Πολιτείας και Ν. 4149/1961 περί Κ.Χ. της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας), γ) για το Άγιον Όρος (Κ. Χ Αγίου Όρους 1924 και Ν.Δ. 1926 περί κυρώσεως του Κ.Χ.) και δ) για την οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα (αρθ. 1 – 18, Ν. 4301/2014). Το έργο κατακλείει εκτενής βιβλιογραφία, η οποία διαιρείται σε τρία τμήματα: το πρώτο περιέχει τα γενικά έργα εκκλησιαστικού δικαίου, το δεύτερο περιλαμβάνει μονογραφίες, μελέτες και άρθρα και το τρίτο πηγές και χρηστικά βοηθήματα. 
Τα «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου» προορίζονται, εν πρώτοις, για τους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές του γνωστικού αυτού αντικειμένου. Φιλοδοξούν, όμως, ταυτοχρόνως να αποτελέσουν ένα αξιόπιστο και κατατοπιστικό βοήθημα για τους νομικούς τόσο της θεωρίας όσο και της πράξεως, δικηγόρους και δικαστές που έχουν να αντιμετωπίσουν ζητήματα του δυσχερούς και ιδιαιτέρου αυτού κλάδου του Δικαίου. Απευθύνονται, επίσης, σε θεολόγους και σε ερευνητές από το χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.α.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος και δη της νεότερης. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος (xaan@theo.auth.gr) είναι Δρ Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί σε θέση Σχολικού Συμβούλου (Συντονιστού) Θεολόγων (Στερεάς Ελλάδος).

ΕΝΑ ΒΙΝΤΕΟ - ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ 4ου ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΜΟΥΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ ΜΕ ΘΕΜΑ "ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ'


Παραθέτουμε σήμερα ένα βίντεο για όλες τις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο 4ο Φεστιβάλ Μούσα Ελληνική στη Χίο, το περασμένο καλοκαίρι, με θέμα: "Μουσική και Λόγος".
Το βίντεο επιμελήθηκαν ο καλλιτεχνικός σύμβουλος του Φεστιβάλ Δρ Αλέξανδρος Καλογεράς, συνθέτης και καθηγητής σύνθεσης στο Berklee College of Music της Βοστώνης και ο Κωνσταντίνος Καλογεράς. 
Το 5ο Φεστιβάλ (2021) θα έχει το ίδιο θέμα, "Μουσική και Λόγος", καθώς είναι πραγματικά ανεξάντλητο στην σύγχρονη λόγια μουσική δημιουργία. 


Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΑ "ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΚΑΛΚΩΤΑ" ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΔΕΜΕΡΤΖΗ


Στο αμέσως προσεχές διάστημα θα κυκλοφορήσει το βιβλίο του Κωστή Δεμερτζή «Παράλληλα κείμενα για τον Σκαλκώτα». 
Το βιβλίο κυκλοφορεί στην σειρά «Μελέτες» του Ωδείου Αθηνών, που διευθύνει ο κ. Χάρης Ξανθουδάκης, με επιμέλεια των εκδόσεων Orpheus, του κ. Μάριου Νικολαΐδη. 
Τα πάντα είναι έτοιμα – από την σελιδοποίηση μέχρι και το εξώφυλλο, με τον Σκαλκώτα να διαβάζει εφημερίδα – μια παλιά φωτογραφία την οποία ο Σκαλκώτας είναι νέος, ορμητικός, είναι αυτός ο Σκαλκώτας που ξεκινάει να δημιουργήσει το έργο που δοξάζει σήμερα τη μουσική, την Χώρα – και την πόλη μας. 
Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνονται, ξαναδουλεμένα, κείμενα του συγγραφέα για τον Χαλκιδέο συνθέτη, που δημοσιεύονταν, καθώς γράφονταν, σ’ αυτήν εδώ την εφημερίδα. Επιλέχτηκαν κείμενα από το 1980 ως το 1997 – και συμπληρώθηκαν με ορισμένα «επικαιροποιημένα» κείμενα του 2019-2020. Η συγκέντρωση και τιμητική τους δημοσίευση για να γίνουν προσιτά στην μουσικολογική έρευνα, καταρχάς, ήταν μια πρόταση του Καθηγητή κ. Χάρη Ξανθουδάκη. Ο κ. Ξανθουδάκης αντιλήφθηκε έγκαιρα αυτό που για τον αναγνώστη της εφημερίδας μας θα είναι κοινός τόπος: ότι, σ’ αυτήν εδώ τη γωνιά, δημοσιεύτηκαν κείμενα που βρίσκονταν στην εποχή τους – και βρίσκονται ακόμα – στην διεθνή πρωτοπορία της μελέτης για τον Σκαλκώτα. 
Το βιβλίο – 440 σελίδων – έχει τρεις προλόγους. 
Ξεκινάει με το, πολύ τιμητικό, προλογικό σημείωμα του Χάρη Ξανθουδάκη, που ο αναγνώστης μπορεί να το βρει δημοσιευμένο σε προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας μας. 
Ο δεύτερος πρόλογος είναι του Δημήτρη Δεμερτζή, ο οποίος ξεσπαθώνει κατά της παραμέλησης της Σκαλκωτικής στην γενέτειρα του συνθέτη, και κατά της πλαστογράφησης της ιστορίας του ανθρώπου Σκαλκώτα – καταρρίπτοντας, με την γνωστή του μαχητικότητα και τεκμηρίωση, την γνωστή φιλολογική πλαστογραφία περί της γέννησης του συνθέτη ως «πορφυρογέννητου», στο «σπίτι με τα αγάλματα». Στο σημείο αυτό, ως guest star, κάνει ένα πέρασμα και ο παλιός φίλος, ο Κώστας Κυριακούλης. 
Ο τρίτος πρόλογος είναι του συγγραφέα, ο οποίος εξηγεί πώς και γιατί τα κείμενα του βιβλίου, με τον τρόπο που αναδεικνύουν την γενική διάσταση μέσα από το ειδικό, μπορεί να τα προσλάβει ο γενικής μόρφωσης αναγνώστης περισσότερο κι από τον ειδικό μουσικολόγο, και πώς ο δικός του Σκαλκώτας είναι ο πρώτος που σχηματίστηκε σε μια συγκροτημένη μορφή μετά τον Σκαλκώτα του Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου. 
* * * 
Αφιερωμένο στον Δημήτρη Δεμερτζή και, μετά τις 4 Ιουνίου, στην ιερή σκιά του, το βιβλίο αυτό θα παρουσιαζόταν σε μια εκδήλωση στην Χαλκίδα, με τον ίδιο τον Δημήτρη Δεμερτζή να μιλάει, με τον τόσο οικείο στην πόλη τρόπο, με τον Δήμο, τους συλλόγους της πόλης, τους συνδρομητές μας και την πόλη, όλους εν γένει παρόντες. Δεν αξιωθήκαμε αυτή τη χάρη – ο θάνατος, ο «διαλυτής των συναναστροφών» ήρθε να επιστεγάσει μια διελκυστίνδα καθυστερήσεων και περιορισμών, με τους οποίους μάταια παλεύαμε μέχρι την τελευταία στιγμή. 
Ξεπεράστηκαν, όμως, τα εμπόδια, η έκδοση θα γίνει – με χρονολογία 2020 – και η εκδήλωση – όταν δεν θα σκιάζει η φοβέρα (και δεν θα πλακώνει η σκλαβιά) τις δημόσιες συγκεντρώσεις, θα είναι ανάλογη και τιμητική, στη μνήμη τον Δημήτρη Δεμερτζή, όπως θα ανακοινωθεί, στην ώρα της. 
Το βιβλίο θα είναι προσιτό στους αναγνώστες της «Προοδευτικής Εύβοιας», με την άφιξη των πρώτων του αντιτύπων στην Χαλκίδα.



ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ


π. Μιχαήλ Σταθάκης, Νικήτας Πάσσαρης 
«ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ» 
(Περίληψη ανακοίνωσης που εκφωνήθηκε το Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020, κατά τις εργασίες του ΣΤ΄ Συμποσίου Νεοελληνικής Εκκλησιαστικής Τέχνης που διοργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ, με την συνεργασία του Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, υπό την αιγίδα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος)
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών έφτασαν στην Ελλάδα περισσότεροι του ενός εκατομμυρίου Μικρασιάτες πρόσφυγες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν αρχικά σε πρόχειρους συνοικισμούς, που στη συνέχεια εξελίχθηκαν σε πόλεις. 
Μια τέτοια περίπτωση είναι το Νέο Ψυχικό Αθηνών, το οποίο ιδρύθηκε από πρόσφυγες προερχόμενους από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας, κυρίως όμως από τα Βουρλά και το Μελί της Ερυθραίας. Στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού φυλάσσεται ως εφέστιος η εικόνα του αγίου Γεωργίου, η οποία είναι άγνωστη στην επιστημονική κοινότητα, αν και έχει επιστημονικό ενδιαφέρον, όπως θα καταδειχτεί παρακάτω. 
Η εικόνα είναι ζωγραφισμένη σε δύο τεμάχια με διαστάσεις 0,49μ. ύψος επί 0,39μ. πλάτος και 0,02μ. πάχος με δύο τρέσσα. Εικονίζεται ο άγιος Γεώργιος έφιππος, με πλήρη εξάρτηση της γνωστής μας στρατιωτικής στολής του ρωμαϊκού στρατού στολισμένη με λεπτομέρειες εμπνευσμένες τόσο από το οθωμανικό ροκοκό όσο και από την βενετσιάνικη υφαντουργία. Το υποζύγιο υψώνεται στηριζόμενο στα πίσω πόδια του, ενώ ο άγιος διακατέχεται από εξωκοσμική απάθεια και ηρεμία, ώστε απαξιεί ακόμα να στρέψει το βλέμμα του προ τον στόχο του. Στα νώτα του ίππου, πίσω από τον άγιο, εικονίζεται σε μικρότερη κλίμακα αγόρι που κρατάει κανάτι, γνωστό ως λεμπρενόμπρικο. Πρόκειται για τον απελευθερωθέντα από τον άγιο σκλάβο από τη Μυτιλήνη. Είναι χαρακτηριστική η συνύπαρξη στα ενδύματά του ανατολίτικων και ευρωπαϊκών στοιχείων όπως η στενή περισκελίδα-βράκα (με δυτικοευρωπϊκό χαρακτήρα), οι εφαρμοστές μάλλον βαμβακερές κάλτσες (που δείχνουν επίσης ευγενικό-αριστοκρατικό πρόσωπο) και τα υποδήματα με το μικρό τακούνι και τον φιόγκο (επίσης ευρωπαϊκού χαρακτήρα). Ο εξωτερικός επενδύτης παραπέμπει στο πλατύχωρο, ανατολίτικο/βυζαντινό χειριδωτό πλατυμάνικο καβάδι. Στα δεξιά εικονίζεται ψηλό τείχος πόλεως, στις επάλξεις του οποίου στέκεται το βασιλικό ζεύγος με στρατιωτική συνοδεία, ως θεατές της θαυμαστής διάσωσης της βασιλόπαιδος από τον άγιο, ενώ η τελευταία φαίνεται να τρέχει προς την πόλη τρομαγμένη. Ο βασιλιάς Σέλβιος παραδίδει στον άγιο τα κλειδιά της πόλεως. Στην άνω αριστερή γωνία της εικόνας παριστάνεται ο Χριστός καθήμενος κρατώντας κλειστό ευαγγέλιο με το αριστερό χέρι και ευλογώντας με το δεξιό. Στην άνω δεξιά γωνία εικονίζεται άγγελος πάνω σε νέφος, ο οποίος κρατάει άνθινο στεφάνι και ετοιμάζεται να στέψει τον άγιο. 
Στο κάτω ήμισυ της εικόνας αποδίδεται το βραχώδες τοπίο και στο βάθος, πίσω από την ουρά του ίππου διακρίνεται κυανή ταινία, που υποδηλώνει τη θάλασσα. Κάτω δεξιά εικονίζεται ο δράκος σε καστανό χρώμα, με σώμα λιονταριού, πόδια πτηνού με γαμψά νύχια και δύο φτερά. Από το στόμα του και το πίσω μέρος του σώματός του ρέει εκ των πληγών αίμα. Στο κάτω μέρος της εικόνας διακρίνεται επιγραφή στην οποία αναφέρονται τα ονόματα των δωρητών με την χρονολογία (ΔΕΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΣΥΜΒΙΑΣ, ΓΟΝΕΩΝ, ΤΕΚΝΩΝ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΩΝ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΗΣΟΝ ΑΥΤΟΥΣ ‚ΑΩΝ’). Από την επιγραφή αυτή το μόνο στοιχείο που μας παρέχεται είναι το μικρό όνομα του αφιερωτή, κάποιου Χριστοφόρου, ο οποίος δέεται μαζί με τη σύζυγό του, τους γονείς, τα παιδιά και τα αδέρφια του. Δεν αναφέρεται το επώνυμο της οικογένειας ή ο τόπος καταγωγής της, ωστόσο θεωρούμε ότι πρόκειται για Έλληνες ή τουλάχιστον Ελληνόφωνους. 
Το σημαντικό στοιχείο που μας παρέχεται επίσης εδώ είναι η ημερομηνία εκτέλεσης του έργου ‚ΑΩΝ’, δηλ. 1850. Όπως θα δούμε στην συνέχεια η άγνωστη αυτή εικόνα του Νέου Ψυχικού μοιάζει να είναι και το τελευταίο έργο του καλλιτέχνη! Μάλιστα όλοι οι ερευνητές πίστευαν ότι ο Μιχαήλ Πολυχρονίου το ζην εξεμέτρησε κατά το έτος 1849 στην Κρήτη, εφ’ όσον η τελευταία χρονολογικά γνωστή έως σήμερα εικόνα του έφερε αυτήν την χρονολογία. 
Δεύτερη επιγραφή διακρίνεται κάτω από την οπλή του μπροστινού αριστερού ποδιού του ίππου (ΧΕΙΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ). Η επιγραφή μας πληροφορεί για το όνομα του ζωγράφου, για τον οποίο μας είναι γνωστά αρκετά για τον βίο του.


Βιογραφικά στοιχεία για τον ζωγράφο 
Ο Μιχαήλ Πολυχρονίου γεννήθηκε στην Κρήτη. Ο πατέρας του Μιχαήλ ήταν ο ζωγράφος Πολυχρόνιος (1775-1810/15), ο οποίος έζησε στο Ηράκλειο και εργάστηκε εκεί, στα Ιεροσόλυμα (ναός Παναγίου Τάφου) και στη μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά, ενώ έργα του εντοπίζονται στη μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους και στη μονή του Αγίου Γεωργίου στη Συρία.  
Ο Μιχαήλ έζησε για 12 χρόνια (1809-1821) στη Συρία και τον Λίβανο και κυριάρχησε σε αυτές τις περιοχές ιστορώντας ναούς και ζωγραφίζοντας φορητές εικόνες. Το έργο του Πολυχρονίου αποτελεί συνέχεια εκείνου των Κρητικών ζωγράφων Γεωργίου Καστροφύλακα και Ιωάννη Κορνάρου (1745- ). Στη Συρία και στον Λίβανο ο Μιχαήλ αποκατέστησε, επιδιόρθωσε και επιζωγράφησε πολλές εικόνες. Επίσης, διεύθυνε εργαστήριο στο οποίο εργάστηκαν πολλοί καλλιτέχνες και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση μελχιτών ζωγράφων. Στην περιοχή της Μέσης Ανατολής εργάστηκε κυρίως με παραγγελιοδότες Μελχίτες, ζωγραφίζοντας ολόκληρους ναούς, τέμπλα και εικόνες που προορίζονταν για ιδιωτική λατρεία. 
Για τον Πολυχρονίου δεν έχει μέχρι σήμερα δημοσιευτεί μελέτη που να αφορά το σύνολο του έργου του. Ωστόσο, είναι δημοσιευμένες μελέτες κυρίως από Άραβες ιστορικούς της τέχνης για το έργο του σε Συρία-Λίβανο. 
Την τελευταία δεκαετία εκπονήθηκε διδακτορική διατριβή για το έργο του Μ. Πολυχρονίου στη Συρία και τον Λίβανο από τον π. Σπυρίδωνα Samir M. Fayad με τίτλο: Οι ζωγράφοι Μιχαήλ Πολυχρόνιος και Μιχαήλ Ελευθέριος από την Κρήτη. Τα έργα τους στη Συρία και στο Λίβανο κατά το χρονικό διάστημα 1809-1821, Θεσσαλονίκη 2013. 
Το θέμα του αγίου Γεωργίου με τον δράκο είναι γνωστό ήδη από τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Ο Myslivec έχει διακρίνει δύο τύπους στην εικονογραφική απόδοση του θέματος: ο «απλός τύπος» , στον οποίο απεικονίζονται ο έφιππος άγιος και ο δράκοντας με τη μορφή φιδιού και ο «σύνθετος τύπος» στον οποίο προστίθεται η πριγκίπισσα, οι γονείς της και οι κάτοικοι της πόλης. Στον σύνθετο τύπο προστέθηκε αργότερα η μορφή του απελευθερωμένου αιχμαλώτου. Στον τύπο αυτόν ανήκει και η εικόνα του Νέου Ψυχικού. 
Ο Πολυχρονίου είναι κληρονόμος της τέχνης των Κρητικών ζωγράφων Γεωργίου Καστροφύλακα και Ιωάννη Κορνάρου. Από αυτούς κληρονόμησε την προτίμηση στη φύση, τις μεγάλες αναλογίες, τα ιταλικά αρχιτεκτονήματα, τα ωραία άλογα, τα επιμήκη ή ωοειδή πρόσωπα, τους μπαρόκ θρόνους και τις περίπλοκες γιρλάντες. Όμως, η τέχνη του έχει και ανατολίτικα χαρακτηριστικά όπως η πολυτελής διακόσμηση των ενδυμάτων, τα πολύχρωμα λουλούδια κ.λπ.. 
Στοιχεία για τη χρήση της εικόνας 
Η εικόνα μας φέρει στο άνω μέρος της οπίσθιας όψης τρείς μεταλλικές υποδοχές για την στερέωση κηρίων. Πρόκειται για μια μικρή λεπτομέρεια τελετουργικού χαρακτήρα, όχι όμως ασήμαντη. Κατά την Ακολουθία του Μεγάλου Εσπερινού στους εορτάζοντες ιερούς ναούς ή σε μεγάλες εορτές, προβλέπεται εκ του τυπικού της Ορθοδόξου Εκκλησίας να τελείται εμβόλιμα η Ακολουθία της Λιτής. Οι ιερείς λιτανεύουν την εικόνα του τιμωμένου αγίου εκ του Ιερού Βήματος-Σκευοφυλακίου προς την Λιτή, ή απουσία αυτής (συνήθως στους ενοριακούς ναούς) στον Νάρθηκα. Έθος επιβάλλει στις λιτανευτικές, μικρού πάντα μεγέθους εικόνες, αφού τοποθετούνται σε προσκυνητάρια, την τοποθέτηση τριών κεριών στο άνω μέρος τους. Ο εορταζόμενος άγιος, προβάλει αμέσως μετά την επιλύχνιο προσευχή «Φως ιλαρόν…», κατά την οποία δοξολογείται η αγία Τριάς, ενώ οι πιστοί γίνονται μάρτυρες της φυτοχυσίας του εσπερινού φωτός, καταυγάζοντος εκ Δυσμών τον ναό. Εξ Ανατολών προβάλλει φωτισθείς ο τιμώμενος άγιος ως μέτοχος της θείας χάριτος και του θείου φωτισμού εκ του ανεσπέρου φωτός της τρισηλίου Θεότητος, που εν ταπεινώσει μας υπενθυμίζσει η ύπαρξη των τριών κεριών. 
Η ύπαρξη των μεταλλικών υποδοχών μαρτυρά την χρήση της εικόνας, η οποία προοριζόταν για την κοινή λατρεία σε κάποιον ναό αφιερωμένο στον τροπαιοφόρο άγιο και δεν προοριζόταν για ιδιωτική χρήση. 
Προέλευση της εικόνας 
Θεωρούμε ως πιθανότερο τόπο προέλευσης της εικόνος να είναι τα Βουρλά καθώς εκεί ήδη από το έτος 1566 έχουμε τήν πρώτη γραπτή μαρτυρία περί της συνοικίας «Άγιος Γεώργιος» με τον ομώνυμο ενοριακό ιερό ναό. Βρισκόταν σε ύψωμα στα νότια των Βουρλών και ήταν μικρότερος από τον παλαιότερο ναό της Παναγίας που λειτουργούσε και ως Μητροπολιτικός. Τα Βουρλά υπήρξαν σημαντικό εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο στα προάστια της Σμύρνης με Σχολές, Παρθεναγωγεία, αρχοντικά, σπουδαίους ναούς κ.λπ. ενώ συγκέντρωναν και Έλληνες από διάφορες περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας. Είναι πολύ πιθανόν η εικόνα μας να ιστορήθηκε από τον Μιχαήλ στην Κρήτη, ως παραγγελία ή ανάθημα για τον ομώνυμο ναό του αγίου στα Βουρλά. Το Μελί από το οποίο προήλθε το ήμισυ των κατοίκων του Νέου Ψυχικού είχε τον κεντρικό του ναό αφιερωμένο του Θεολόγο Ιωάννη και δεν είχε κανένα παρεκκλήσιο προς τιμήν του αγίου Γεωργίου.
Συμπερασματικά η εικόνα μας αποτελεί μια απτή απόδειξη της διάδοσης της ορθόδοξης τέχνης τον 19ο αιώνα. Έργο Κρητικού ζωγράφου με δράση στη Συρία, Λίβανο, Κύπρο και στην πατρίδα του την Κρήτη, φαίνεται ότι προέρχεται από ένα ελληνικό εμπορικό κέντρο του Αιγαίου τα Βουρλά. Ο ζωγράφος μας, συνδυάζει στα έργα του στοιχεία από την δυτική τέχνη, την ισλαμική χωρίς να ξεφεύγει από την βυζαντινή και την κρητική ζωγραφική, της οποίας αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο εκπρόσωπο. Η εικόνα του Νέου πλέον Ψυχικού είναι και το τελευταίο μέχρι στιγμής έργο του Μιχαήλ που φανερώνει και την καλλιτεχνική του ωριμότητα και επάρκεια.


Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΜΕΛΙΝΑΣ ΜΕΡΚΟΥΡΗ ΚΑΙ ΠΑΣΟΚ: "Δεκαοκτώ του Οκτώβρη γεννήθηκα..."


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Με αφορμή τα σημερινά γενέθλια της Μελίνας και τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή της, θυμόμαστε... 
Είναι φθινόπωρο του 1982 και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου γιορτάζει τα γενέθλια του πρώτου έτους διακυβέρνησης του. 
Στο πλαίσιο αυτό η Γαλλική Ραδιοτηλεόραση Antenne 2 και ο σκηνοθέτης Pierre Jourdan - αδελφός του διάσηµου ηθοποιού Λουί Ζουρντάν - ζητούν από την Μελίνα Μερκούρη να γυρίσουν μια τηλεταινία η οποία θα έχει ως θέμα τα (κοινά) γενέθλια της Μελίνας Μερκούρη (18 Οκτωβρίου 1920) και τα πρώτα “γενέθλια” του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία (18 Οκτωβρίου 1981). Τίτλος της ταινίας: «Anniversaire»/Τα Γενέθλια. 
Η Μελίνα είναι πασίγνωστη στην Γαλλία και είχε παραστεί λίγο καιρό πριν, στην τελετή ορκωμοσίας του Φρανσουά Μιτεράν, ως προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας. Αυτή και ο Μίκης Θεοδωράκης από την Ελλάδα. 
Η τηλεταινία γυρίζεται και συνοδεύεται μάλιστα και από soundtrack σε δίσκο 33 στροφών (PATHE-EMI).
O δίσκος περιλαμβάνει γνωστά τραγούδια του Μαρκόπουλου, που έχει ερμηνεύσει η Μελίνα, όπως «Το καφενείον η Ελλάς», αλλά και επιτυχίες του συνθέτη με τον Νίκο Ξυλούρη και την Βασιλική Λαβίνα.


Στον δίσκο υπάρχει κι ένα καινούργιο τραγούδι με τίτλο “Γεννήθηκα στις 18 Οκτώβρη”, σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Έχει μια ...ελαφρά δόση προπαγάνδας, λόγω της σύνδεσης Μελίνας με την σοσιαλιστική «Αλλαγή» και αποσκοπεί στο να περάσει ένα μήνυμα πως «ο λαός πια το δίκιο του θα πάρει απ’το σοσιαλισμό». 
«Γιορτάζω στις 18 Οκτώβρη, μαζί με του λαού τον λυτρωμό» λένε δύο από τους στίχους του τραγουδιού και στο τέλος ακούγεται έντονο χειροκρότημα, δείγμα ότι η ηχογράφηση ήταν live ή ότι έπρεπε μια ηχηρή επιδοκιμασία στο πολιτικό μήνυμα του τραγουδιού. 
Πάντως η μελωδία του Μαρκόπουλου ταιριάζει στην Μελίνα, η οποία ερμηνεύει το τραγούδι με το γνωστό εξπρεσιονιστικό, ήτοι άκρως εκφραστικό, τρόπο της. 
Παραθέτουμε, στη συνέχεια, τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και ένα βίντεο που περιλαμβάνει την ερμηνεία της Μελίνας. 


Δεκαοκτώ του Οκτώβρη γεννήθηκα 
σ΄αυτή την πολιτεία των θρύλων 
μες στα σοφά σοκάκια πλανήθηκα 
ποτέ με τον Σωκράτη δεν απαντήθηκα 
μα με τα ματωμένα χείλη τόσων φίλων 

Γιορτάζω στις 18 του Οκτώβρη 
μαζί με του λαού τον λυτρωμό 
λαός που πια το δίκιο του θα πάρει 
απ’το σοσιαλισμό. 

Δεκαοκτώ του Οκτώβρη γεννήθηκα 
τσιμέντα είχαν γίνει οι κολώνες 
σε δύσκολους καιρούς αναστήθηκα 
απ΄τον Αλκιβιάδη δεν αγαπήθηκα 
μα απ’ τα πουλιά που πάντα ψάχνουν τις σφεντόνες.

  

Και μια γαλλική μετάφραση στίχων του τραγουδιού: 
"Je suis née le 18 d'octobre, 
avec la délivrance du peuple, 
peuple qui, enfin, prendra sa revanche 
avec le socialisme".

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΛΙΝΑΣ ΜΕΡΚΟΥΡΗ ΣΤΗΝ ΟΠΕΡΑ "ΠΥΛΑΔΗΣ" ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΥΡΟΥΠΟΥ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Σήμερα, 18 Οκτωβρίου, συμπληρώνονται 100 χρόνια από την γέννηση τής όντως μοναδικής και ανεπανάληπτης Μελίνας Μερκούρη (1920 - 1994) και θυμόμαστε πως η τελευταία εμφάνιση της απόλυτης σταρ ήταν σε ένα βίντεο που χρησιμοποιήθηκε στην όπερα «Πυλάδης». 
Η όπερα δωματίου «Πυλάδης», σε μουσική Γιώργου Κουρουπού, πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στα τέλη Μαΐου του 1992, σε λιμπρέτο Γιώργου Χειμωνά και σκηνοθεσία Διονύση Φωτόπουλου. Ουσιαστικά, πρόκειται για αυτούσια αποσπάσματα της μετάφρασης της Ηλέκτρας του Σοφοκλή του Γιώργου Χειμωνά, αλλά και αποσπάσματα από την Ηλέκτρα του Ευριπίδη και την Ορέστεια του Αισχύλου, εστιάζοντας στην ιδέα του Πυλάδη (βουβό πρόσωπο στο έργο) ως ενσάρκωση του Απόλλωνα που οδηγεί τον μητροκτόνο Ορέστη στην πραγμάτωση του χρησμού, ολοκληρώνοντας έτσι το δράμα των Ατρειδών. 
Στην όπερα, την Ηλέκτρα ενσάρκωνε η πρωτοεμφανιζόμενη, τότε, μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη.
Η Μελίνα Μερκούρη ερμήνευε τον ρόλο της Κλυταιμνήστρας σε ένα βίντεο που επιμελήθηκε ο Διονύσης Φωτόπουλος. Δύο χρόνια μετά (1994) η Μελίνα αναχώρησε... 
Ο Θάνος Μικρούτσικος ο οποίος προκάλεσε τον «Πυλάδη» στο Μέγαρο Μουσικής το 1992, καθώς ήταν τότε υπεύθυνος του Μουσικού Αναλογίου, είχε ευχηθεί στο πρόγραμμα της πρώτης εκείνης παράστασης ο "Πυλάδης" να κάνει ευρωπαϊκή καριέρα! 


Η Μελίνα Μερκούρη στην παράσταση ήταν, φυσικά, εύκολα αναγνωρίσιμη από το κοινό. Τα videos προσαρμόστηκαν πάνω στη μουσική, όσον αφορά στις διάρκειες. Η προβολή κάλυπτε όλη την επιφάνεια και υπήρχαν κάποιες οθόνες (επτά τηλεοράσεις), οι οποίες έδειχναν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Εκτός από το λειτουργικό-χρηστικό ρόλο τους, που ήταν να διευκολύνουν την οπτική επαφή όλων των συντελεστών με τα γεγονότα και τη χρονική ακολουθία των σκηνών, λειτούργησαν και εικαστικά ως σκηνικό, δίνοντας μάλιστα την εντύπωση μιας προχωρημένης για την εποχή παράστασης με τη χρήση πολυμέσων που δεν ήταν συνηθισμένη έως τότε. Κάποιες στιγμές ο θεατής είχε την αίσθηση ότι η Μελίνα είναι σε απόσταση αναπνοής… 
Ο Διονύσης Φωτόπουλος στο σημείωμά του στο θαυμάσιο πρόγραμμα της παράστασης, γράφει για την Μελίνα: «…ο Τραγικός Χρόνος συντηρείται, η εκδίκηση παραφυλάει πίσω από την τάξη, και να μας ταράζει μόνο η ματιά της αγαπημένης Μελίνας, που ξέρει να κοιτάει πέρα από τα κοινά, να πολλαπλασιάζεται σε εικόνες, βίντεο, και να μας χαρίζει μια ακόμα κλασική, απέραντη Κλυταιμνήστρα – βασίλισσα, εμποτίζοντας τα πάντα με την παρουσία της, κάνοντας τις Ερινύες να φτερουγίζουν γύρω μας…». 


Ο συνθέτης Γιώργος Κουρουπός στο δικό του σημείωμα γράφει για την συμμετοχή της Μελίνας: 
 «… Τι να πω για τη Μελίνα Μερκούρη, που με τόση γενναιοδωρία έθεσε το κύρος της και το ταλέντο της στην υπηρεσία του Διονύση Φωτόπουλου για την πραγματοποίηση των video του έργου…». 
Έμελλε, τελικά, η Κλυταιμνήστρα να είναι ο τελευταίος ρόλος της Μελίνας στο Αρχαίο Δράμα, αφού τελείωσε την καριέρα της με την Ορέστεια του Αισχύλου στην Επίδαυρο, το 1980, σε μια μεγαλειώδη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης. 
Λίγο πριν πεθάνει έπαιξε και πάλι την Κλυταιμνήστρα στην όπερα «Πυλάδης». Βασίλισσα μέχρι τέλους!... 
Οι φωτογραφίες είναι από το πρόγραμμα της παράστασης (εκδόσεις Καστανιώτη).


Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2020

ΚΩΣΤΗΣ ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ: Θλίψη No 1 και Θλίψη Νο 2 (Οι πειρατές του χρόνου)

Ενώνω, παρακάτω, δύο θλίψεις σε μία. Η πρώτη (εκ των υστέρων αριθμημένη ως «Νο 1») δημοσιεύτηκε στην Προοδευτική Εύβοια, 24-7-2020, σελ. 8. Η δεύτερη, αριθμημένη εξαρχής ως «Θλίψη Νο 2: οι πειρατές του χρόνου», δημοσιεύτηκε στην Προοδευτική Εύβοια, 9-10-2020, σελ. 1-2. Στην κοινή δημοσίευσή τους, ο αναγνώστης θα αποκομίσει, ίσως, μια αίσθηση επανάληψης. Όντως, η δομή του κειμένου αυτού είναι να διαβάσεις το πρώτο (μικρό) κομμάτι, και να επιστρέψεις, μετά από δυόμιση-τρεις μήνες να διαβάσεις το υπόλοιπο. Αν ο αναγνώστης δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτή τη μέθοδο, ας το διαβάσει ολόκληρο μονομιάς. Έτσι κι αλλιώς, επαναλαμβανόμενη είναι και η αίσθηση που αποκομίζει ο εκδότης μιας εφημερίδας, όταν απευθύνεται σε φίλους. Κοντολογίς, αισθάνομαι να με εκφράζουν τα δύο κείμενα ιδιαίτερα, αυτή την περίοδο. Το πλάνο με τον Έρολ Φλυν πειρατή δημοσιεύτηκε με το δεύτερο από τα κομμάτια που ακολουθούν.                                                            

Θλίψη … (Νο 1)

Συνάδελφος (δικηγόρος, συνταξιούχος, ήδη τότε). Μέλος χορωδίας (κάπου στην Αθήνα. Τενόρος;). Τετράγωνη όψη, τον φέρνω στο νου μου με μαύρο παλτό (αυτός), και το πρόσωπό του επίσης τετράγωνο, και τα μαλλιά του μαύρα (παρά την ηλικία του), χτενισμένα προς τα πίσω, αφήνοντας μπροστά ένα μάλλον στενό και με οριζόντιες ρυτίδες μέτωπο. Όψη θλιμμένη, βλέμμα βαθύ, ένα υπόλειμμα επαγγελματικής επιθετικότητας του δικηγορικού επαγγέλματος μεστωμένης με μιαν απόχρωση πικρίας, στο στόμα. Πού βρεθήκαμε; Σε δικαστήριο; (τον είχα μάρτυρα σε μιαν υπόθεση). Αλλού; Στου Μπέη, μήπως; (το Κέντρο Δικανικών Μελετών, όταν λειτουργούσε). Σε μια στιγμή, πλησίασε εμένα, και κάποιον άλλον (δεν φέρνω στο νου μου ποιον, μάλλον συνάδελφο και εκείνον, δικηγόρο), και μας πρότεινε:

«Να βρεθούμε, σε μια στιγμή! Να σας κάνω το τραπέζι. Θέλω να σας δώσω τα βιβλία μου. Έχω εκεί τη λύση του προβλήματος της Ελλάδος! Είναι επτά! Τα έχω εκδώσει μόνος μου. Ξέρετε … δεν τα πουλάω. Να σας τα χαρίσω θέλω. Να κανονίσουμε, να συναντηθούμε…».

Κανείς μας δεν ενδιαφέρθηκε, ούτε εγώ, ούτε ο άλλος. Ούτε ο συνάδελφος (και τενόρος) επανήλθε. Εμένα, δι’ άλλης οδού, ίσως του πελάτη μου που τον είχε μάρτυρα, θα πρέπει (σε προγενέστερο χρόνο, αλλά, φαίνεται, το είχε ξεχάσει) να μου είχε στείλει ένα από τα επτά. Θα πρέπει να είχα διαβάσει μιάμιση περίπου σελίδα (από την αρχή). Ναι, φαίνεται ότι έδινε λύσεις για τα προβλήματα της Ελλάδος. Κάπου θα βρίσκεται (το βιβλίο).

Θλίψη … 

Θλίψη (Νο 2)

Οι πειρατές του χρόνου

Είχα πει για πόλη με σπασμένους δρόμους
Γιάννης Σκαρίμπας

Είχα πει, σε προηγούμενο φύλλο αυτής της εφημερίδας, για τον συνάδελφο δικηγόρο εκείνο, τενόρος, μου φαίνεται, καλή του ώρα, αν ζει, σαν να τον βλέπω εμπρός μου, με το τετράγωνο πρόσωπό του, με το κατάμαυρο μαλλί – παρά την ηλικία του – χτενισμένο πίσω, με το μαύρο παλτό, και την πικρή απόχρωση στο στρίψιμο των λεπτών χειλιών του. Είχε βγάλει – πόσα; - επτά βιβλία, είχε λύσει το πρόβλημα της Ελλάδας, και τα χάριζε. Να βρισκόμασταν, να μας κερνούσε έναν καφέ, να μας χάριζε τα βιβλία του. Έλυνε, εκεί, το πρόβλημα της Ελλάδας. Κανείς μας δεν ενδιαφέρθηκε – όντως το έλυνε, εκτιμώ. Απ’ ό,τι διάβασα, κάτι σελίδες, τις πρώτες, από ένα που μου είχε χαρίσει (και το είχε ξεχάσει ότι μου το είχε χαρίσει), όντως το έλυνε. Θα πρέπει να ήταν, η συνάντηση, σε κάποιο από τα σεμινάρια στου Μπέη. Τον ίδιο τον συνάδελφο – συνταξιούχο, πλέον – τον είχα και μάρτυρα σε μιαν υπόθεση. Την είχαμε – ανεξαρτήτως τούτου – κερδίσει.

*  *  *

Ίσως δεν γίνεται απόλυτα συνειδητό, καθώς κάποιοι από εμάς διαβάζουμε – κι εγώ, προσωπικά, έχω διαρκώς δύο με τρία βιβλία υπό επεξεργασία – και, πού και πού, οι σημειώσεις μου απ’ αυτά, βρίσκουν τον δρόμο τους για τις στήλες αυτής εδώ της εφημερίδας. Ωστόσο, κάποτε διαλογιζόμουν πάνω από μιαν ολόκληρη βιβλιοθήκη – δύο μπαούλα – βιβλία φιλοσοφικά, και ορισμένα οικονομολογικά, πολλά του περασμένου αιώνα – είχε πεθάνει ένας φίλος του πατέρα μου, και ο πατέρας μου είχε σώσει την βιβλιοθήκη του – και την είχε ενσωματώσει στην δική του. Έπιανα και μετακινούσα τα βιβλία – δύο μπαούλα – σκεφτόμουν, τώρα, αν ήθελα – που ήθελα – να τα διαβάσω, πόσος χρόνος θα χρειαζόταν; Και πού θα βρισκόταν; Είναι κάτι που θα έκανα ευχαρίστως. Θα έπρεπε να σταματήσει ο χρόνος, για όλους εκτός από εμένα, πάνω από εκείνη την βιβλιοθήκη. Κι όταν θα την τέλειωνα, να ξαναξεκινούσε.

Καθώς ξαναενώνομαι μ’ αυτή την βιβλιοθήκη, και την ξαναγνωρίζω, βρίσκω αυτό το, δεμένο με πολύχρωμο χαρτόνι, βιβλίο «Ο Μπετόβεν». Διαβάζω, βιβλιοθήκη «Μητροκώστας». Κι αυτό από την βιβλιοθήκη κάποιου φίλου, πεθαμένου – τότε – ή ζωντανού. Αυτό, το είχα διαβάσει. Όπως και ένα άλλο βιβλίο, όμοια δεμένου με χαρτόνι, επενδεδυμένου με ύφασμα, πράσινο, αν θυμάμαι καλά: «Ο Βάγκνερ». Κι αυτά τα διαβάσματα, με καθόρισαν σε όλη μου τη ζωή.

*  *  *

Ωστόσο, το (ελεύθερο) διάβασμα βιβλίων δεν είναι παρά μία από τις εξελίξεις ενός συστήματος εξελίξεων, που περιλαμβάνει γράψιμο (στην περίπτωσή μου), πράξη διαφόρων ειδών, ενημέρωση (λ.χ. ειδήσεις), επαγγελματική δραστηριότητα, ανθρώπινες σχέσεις (από την πιο «εσωτερική» στην πιο «εξωτερική όψη» του πράγματος, περιλαμβανομένης και της αλληλογραφίας) και μια σειρά άλλες εξελίξεις, που βρίσκονται σε μια ιδιότυπη – και εν μέρει αυθόρμητη – ισορροπία μεταξύ τους. Αν θέλει να τα δει κανείς αυτά, σε μια «πολιτική οικονομία» του πράγματος, το διάβασμα – και όλα τα άλλα – υπάγονται σε μια ιδιότυπη λογική ισορροπίας, ενός «οριακού οφέλους»: είναι το σημείο όπου η ανάγνωση ενός (συγκεκριμένου) βιβλίου αποδίδει «κάτι» (να το πούμε «όφελος»; - αλλά δεν είναι ωφελιμιστικός ο λογισμός – πώς θα το πούμε; Ας μείνει για άλλη φορά!), το οποίο προωθεί την εξέλιξη του συστήματος εκεί που αυτό τραβάει. «Προσφέρει», συνεπώς. Σε σημασία, σημαντικότητα. Ας το πούμε «σημασιολογική συνεισφορά», συνεπώς. Αυτό δεν ισχύει μόνο το διάβασμα, αλλά για όλες τις παράλληλες εξελίξεις, οι οποίες καταλαμβάνουν τον χρόνο – που είναι, τελικά, ο χρόνος της ζωής σου.

Είναι βιβλιοθήκες, ακόμα και ιδιωτικές, που θέλεις δυο-τρεις ζωές να τις διαβάσεις μόνο. Το διάβασμα, η συνεισφορά του, δεν είναι κάτι «μετρήσιμο», κατά τις υποθέσεις της Πολιτικής Οικονομίας, πάλι. Το αν το βιβλίο θα σου προσφέρει την «συνεισφορά σε σημασία» που θα δικαιολογούσε την ανάγνωσή του δεν το ξέρεις παρά αφού το διαβάσεις. Έτσι, στην ίδια την πράξη του να πιάσεις ένα βιβλίο και να το ανοίξεις, συναντιώνται πολλά πράγματα: Ανοίγοντας και μόνο το βιβλίο, ενημερώνεσαι για το ότι το βιβλίο αυτό υπάρχει, μπορείς να δεις τους τίτλους, τα στοιχεία, να το περάσεις «διαγώνια», να σταματήσεις σε αποσπάσματα, ή να το περάσεις με επιμέλεια, να το σχολιάσεις, να το απομνημονεύσεις, ή να το αναλύσεις, ή να το κριτικάρεις, κι αυτός ο κατάλογος είναι μόνον ενδεικτικός.

*  *  *

Έτσι, και σ’ αυτή την λογική, καταλαβαίνω εκείνον που πας να του «σπρώξεις» το βιβλίο σου (ή οποιοδήποτε κείμενο) και σε κάνει να αισθάνεσαι σαν πειρατής του χρόνου του. Σαν να κάνεις ρεσάλτο. Εσύ γράφεις. Αλλά ο χρόνος είναι δικός του. Ισχύει και για εφημερίδα. Ισχύει ακόμα και για ένα άρθρο.

Ακόμα και ο πιο καλοπροαίρετος αποδέκτης, φίλος ή όχι, λειτουργεί σύμφωνα με το δικό του σύστημα, τις δικές του ισορροπίες, τις οποίες μπορεί και ο ίδιος να μην οργανώνει με σκόπιμο τρόπο. Πολλές φορές αφήνεις την τυχαιότητα να σου μάθει τι γίνεται σ’ αυτόν τον – τυχαίο – κόσμο μας, και τα βιβλία που έρχονται τυχαία μπαίνουν, κι αυτά, μέσα σε μια τέτοια λογική, τύχης / ατυχίας, κατά κάποιον τρόπο. Αλλά το σύστημά του, ισορροπεί με τον δικό του τρόπο, μάλλον αυθόρμητα παρά οργανωμένα, κι όταν «σπρώχνεις» στο σύστημα αυτό ένα βιβλίο, διαταράσσεις μιαν ισορροπία. Ο άλλος, ανάλογα με το πώς αισθάνεται την πίεση, μπορεί να αισθάνεται να τρελαίνεται. Η ισορροπία του διαταράσσεται. 

Θυμάμαι, σχεδόν διασκεδάζοντας, κάποιον – φίλο – προφανώς κορεσμένο από διαβάσματα και γραψίματα, που του είχα πάει ένα βιβλίο μου, και το δέχτηκε με συγκρατημένη … υστερία! Προφανώς, το ότι τον είχα επισκεφθεί στο σπίτι του να του αφήσω το βιβλίο μου είχε υπερβεί, εκείνη την στιγμή, κάποια όριά του. Μετά βίας συγκρατιόταν – όσο συγκρατήθηκε.

Εγώ, στα πρώτα μου βήματα της ξυγγραφής, τότε, τον κοίταζα με εμφανή αμηχανία.

*  *  *

Από την θλίψη, έτσι, περάσαμε στο χαμόγελο; Δεν ήταν ο σκοπός μου. Επτά βιβλία … (ή ήταν δεκατρία;) Υπάρχει περίπτωση να τα έχει διαβάσει έστω κι ένας απ’ όσους προσπαθούσε να τα σπρώξει ο φίλος, συνάδελφος και μάρτυρας (καλή του ώρα, τώρα, αν ζει – αν έχει φύγει, καλό κατευόδιο) – κι ας έλυναν, μέσα, το πρόβλημα της Ελλάδας;

Κωστής Δεμερτζής 

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΡΑΦΑΗΛ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ 500 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ


Αναγέννηση: Οι πίνακες του Ραφαήλ Η Σχολή των Αθηνών και Παρνασσός 
Με αφορμή την επέτεο των 500 χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου ζωγράφου (1520-2020)
Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Πάμε πολύ πίσω… 
Μεταφερθείτε νοερά στη Ρώμη και στο Βατικανό του τέλους του 15ου αιώνα και των αρχών του 16ου. Ο Πάπας Ιούλιος Β’ (1503-1513) επιλέγει για κατοικία του μερικές αίθουσες του επάνω ορόφου, στην βόρεια πτέρυγα του παλατιού του Βατικανού. Τα νέα διαμερίσματα του Ιουλίου Β’ αποτελούνται από τέσσερις κύριες διαδοχικές αίθουσες, που φέρουν τα ονόματα: Αίθουσα της Υπογραφής, του Ηλιοδώρου, του Κωνσταντίνου και της Πυρκαγιάς του Μπόργκο. Κάθε μία αίθουσα είχε συγκεκριμένο εικονογραφικό θέμα, που πρότεινε ο ίδιος ο Πάπας μαζί με τους ουμανιστές και τους θεολόγους που τον περιέβαλαν. 
Οι Αίθουσες είχαν ήδη τοιχογραφηθεί κατά ένα μέρος από σπουδαίους καλλιτέχνες, αλλά μόλις ο Πάπας είδε την δουλειά του μεγάλου ζωγράφου της Αναγέννησης Ραφαήλ (1483-1520), του ανέθεσε εξ ολοκλήρου το έργο. 
Στην πραγματοποίηση αυτού του θεμελιώδους έργου για τη δυτική τέχνη, ο Ραφαήλ αποδεικνύεται κάτι παραπάνω από απλός εκτελεστής προκαθορισμένων θεμάτων. Γίνεται ευφυής και ευαίσθητος ερμηνευτής εκείνου του πολύπλοκου και διαποτισμένου από ουμανιστική κουλτούρα κλίματος που αποτελεί το ρωμαϊκό περιβάλλον του Πάπα Ιουλίου Β’. 
Η πρώτη από τις Αίθουσες του Βατικανού, η Αίθουσα της Υπογραφής, αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα της αναγεννησιακής κουλτούρας και τέχνης. 
Το όνομά της προέρχεται από τη χρήση της ως έδρας του δικαστηρίου της «Υπογραφής Χάριτος», παρόλο που σήμερα υπερισχύει η υπόθεση ότι η αίθουσα φιλοξενούσε τη βιβλιοθήκη του Πάπα Ιουλίου Β’. Αυτός ο σπουδαίος πάπας εμπιστεύεται στην τέχνη το καθήκον να προβάλει την πνευματική και κοσμική δύναμη της Εκκλησίας, πλαισιωμένος από μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Ραφαήλ. Σκεφθείτε ότι οι δύο αυτοί τιτάνες της ζωγραφικής δούλευαν την ίδια ακριβώς εποχή στο Βατικανό. Ο Μιχαήλ Άγγελος φιλοτεχνούσε την οροφή Καπέλα Σιξτίνα, του Παπικού Παρεκκλησίου, και ο Ραφαήλ τα διαμερίσματα του Πάπα Ιουλίου Β’. 

Ο Πάπας Ιούλιος δια χειρός Ραφαήλ 

Οι δύο πίνακες που εξετάζουμε εδώ, βρίσκονται δίπλα – δίπλα στην Αίθουσα της Υπογραφής (Stanza della Segnatura) της πτέρυγας "Stanze di Rafaello" δηλαδή "Τα δωμάτια Ραφαήλ" στο Αποστολικό Παλάτι του Βατικανού. 
Πρόκειται για έναν σχεδόν τετράγωνο χώρο, περίπου δέκα επί οκτώ μέτρων, πλήρως τοιχογραφημένο, με φρέσκα ενιαίας εικονογραφικής βάσης. 
Ο Ραφαήλ αφοσιώθηκε στην διακόσμηση της Αίθουσας από την άφιξή του στην Ρώμη το 1508 μέχρι το 1511, αρχίζοντας από την οροφή, όπου μέσα σε τέσσερις ροζέτες εμφανίζονται η Θεολογία, η Δικαιοσύνη, η Φιλοσοφία και η Ποίηση. Σε αντιστοιχία με την οροφή, στους τοίχους απεικονίζονται: η Φιλονικία, η Σχολή των Αθηνών, ο Παρνασσός και η απεικόνιση των Αρετών. 
Το κεντρικό θέμα είναι η εξύμνηση του Αληθούς, με τη διπλή του όψη: της εξ αποκαλύψεως αλήθειας που εκφράζεται στην Φιλονικία για τα Άχραντα Μυστήρια ή Θρίαμβος της Ευχαριστίας [ο εικονισμός ενός θαύματος που έκαμε ένα δύσπιστο Βοημό ιερέα να πεισθεί για την μετουσίωση του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού] και της αλήθειας της λογικής που δοξάζεται στη Σχολή των Αθηνών. Η εξύψωση του Καλού, έκφραση του οποίου είναι ο τοίχος της Δικαιοσύνης, με τα έργα «Ο Γρηγόριος Θ’ εγκρίνει τα Δεκρετάλια» και «Ο Ιουστινιανός δέχεται τους Πανδέκτες». Τέλος, το Ωραίο εξυμνείται στον «Παρνασσό». 


Αληθινό, Καλό και Ωραίο, ως συμπληρωματικές διαδρομές που έχουν στόχο την προσέγγιση της Έσχατης Αλήθειας και του Υπέρτατου Καλού, μέσω της αρμονικής συμφιλίωσης του αρχαίου κόσμου και της χριστιανικής τέχνης. Η πολυπλοκότητα των εννοιών μεταφράζεται σε εικόνες σαφείς, που εκφράζουν την πλήρη συνένωση μορφής και περιεχομένου. 
Όπως έγραψε ο τεχνοκριτικός Ζαν – Λουί Βωντουαγιέ, «στην Αίθουσα αυτή επικοινωνούν δια μέσου των αιώνων και θα επικοινωνούν για αιώνες (αν η βαρβαρότητα δεν νικήσει αύριο τον πολιτισμό) η αρχαία Ομορφιά και η μοντέρνα Ομορφιά. Με τις υπέροχες αυτές τοιχογραφίες το ιδεώδες της Αναγέννησης γίνεται πραγματικότητα. Η αποστολή του νέου χρυσού αιώνα εκπληρώθηκε». 


ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 
Η Σχολή των Αθηνών, ή Scuola di Αtene στην ιταλική γλώσσα, είναι μια από τις διασημότερες νωπογραφίες του Ραφαήλ. Θεωρείται από πολλούς το απόλυτο αριστούργημά του και η τέλεια ενσάρκωση του κλασικού πνεύματος της ύστερης αναγέννησης. 
"Η Σχολή των Αθηνών" δημιουργήθηκε μεταξύ του 1510 και 1511 και είναι χρονικά η δεύτερη τοιχογραφία που ολοκλήρωσε, με πρώτη την τοιχογραφία με τίτλο "Η έρις της Θείας Ευχαριστίας", (La Disputa), στον ακριβώς απέναντι τοίχο του δωματίου. 
Το δωμάτιο "Stanza della Segnatura" ήταν ο χώρος μελέτης της βιβλιοθήκης του Πάπα Ιουλίου Β΄. Οι τοιχογραφίες του Ραφαήλ συνδυάζουν με αρμονία το πνεύμα της ελληνικής αρχαιότητας με τον Χριστιανισμό, και σαν καθρέφτης αντικατοπτρίζουν το πλούσιο περιεχόμενο της βιβλιοθήκης του Πάπα. Οι τοιχογραφίες του καταπιάνονται με τα θέματα της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της σοφίας, το δίκαιο και της ποιητικής τέχνης. Το θέμα που απέδωσε ο Ραφαήλ στο δωμάτιο μαρτυρεί την αντίληψη των Ανθρωπιστών της Αναγέννησης περί συμβατότητας και πνευματικής αρμονίας μεταξύ της χριστιανικής διδασκαλίας και της ελληνικής φιλοσοφίας. Κατά την περίοδο της Αναγέννησης πίστευαν πως αυτά τα δύο είναι συμβατά και πως το θέμα της σοφίας είναι κατάλληλο για το δωμάτιο αυτό, αφού σε αυτό υπογράφηκε και σφραγίστηκε η πλειοψηφία των σημαντικότερων Παπικών εγγράφων. 
Ο ίδιος ο Ραφαήλ δεν ονόμασε το έργο του «Η Σχολή των Αθηνών», όπως είναι σήμερα γνωστό. Έγραψε δύο λέξεις: “Causarum Cognitio”, "Αιτίες Γνώριζε", δηλαδή προσπάθησε να συνειδητοποιείς και να γνωρίζεις τις αιτίες, φιλοσοφικό συμπέρασμα μελέτης των έργων του Αριστοτέλη, "Μεταφυσικά" και "Φυσικά". 
Πράγματι, ο Αριστοτέλης φαίνεται να είναι το κεντρικό πρόσωπο στη τοιχογραφία. Ωστόσο, όλοι οι φιλόσοφοι που απεικονίζονται συμμερίζονται το “Causarum Cognitio”, δηλαδή, δημιούργησαν το έργο τους δίνοντας λύσεις, αφού πρώτα προσπάθησαν να καταλάβουν τις αρχέγονες αιτίες του κάθε προβλήματος που αντιμετώπιζαν κατά το "γνώσης των πρώτων αιτιών". Πολλοί έζησαν πριν από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, και μόλις το ένα τρίτο ήταν Αθηναίοι. 


Το έργο περιλαμβάνει ρωμαϊκά στοιχεία, αλλά συνάμα έχει ένα γενικό ημικυκλικό καθορισμό, έχοντας τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη στο κέντρο, με όλα τα άλλα να περιφέρονται γύρω από αυτούς. Ένα σύστημα που θα μπορούσε κάποιος να υπαινιχθεί πως παραπέμπει στην Πυθαγόρεια Μονάδα, και πως ο Ραφαήλ ζωγράφισε την τοιχογραφία με ένα αρχαιοελληνικό σύστημα. Άλλωστε κάμποσα έχουν γραφτεί για την «κρυφή γεωμετρία» του πίνακα. Αλλά η σημαντικότητα αυτού του πίνακα είναι μεγάλη και για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται ο χειρισμός των τεχνικών στοιχείων που αποδίδουν τέλεια την αίσθηση του βάθους και του χώρου. 
Κι ας σημειώσουμε εδώ πως ο χώρος της «Σχολής των Αθηνών» δεν είναι άλλος από τον υπό κατασκευή – εκείνη την εποχή – Άγιο Πέτρο της Ρώμης. Έτσι, η απεικόνιση των φιλοσόφων της αρχαιότητας ξετυλίγεται στο εσωτερικό ενός μεγαλοπρεπούς οικοδομήματος που καταλήγει σε στέρεες ημικυκλικές αψίδες εμπνευσμένες από την ύστερη ρομανική αρχιτεκτονική. 
Η άποψη που επικρατεί γενικώς – και με μία δόση «υπερηφάνειας» από εμάς τους Έλληνες – είναι ότι στον πίνακα παρουσιάζονται όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι και επιστήμονες της αρχαιότητας. 
Εικάζεται πως κάθε μεγάλος φιλόσοφος είναι στον πίνακα, αλλά η αναγνώριση όλων τους είναι αδύνατη, για δύο λόγους: αφενός γιατί ο Ραφαήλ δεν άφησε καμία περιγραφή των προσώπων που σχεδίασε, και αφετέρου διότι και ο Ραφαήλ σχεδίασε ορισμένους από τους φιλοσόφους όπως τους φανταζόταν. Ο Ραφαήλ συνδύασε την φαντασία του με τις γνώσεις του και δημιούργησε ένα δικό του σύστημα εικονογραφίας για να ζωγραφίσει τους εικονιζόμενους, για τους οποίους είχε μεν διαβάσει, αλλά που δεν τους είχε απαραίτητα δει να απεικονίζονται. Για παράδειγμα, ο Σωκράτης είναι άμεσα αναγνωρίσιμος στο κέντρο της τοιχογραφίας, γιατί γνωρίζουμε σήμερα, όπως και ο Ραφαήλ τότε, ένα πρότυπο της φυσιογνωμίας του, δηλαδή πώς περίπου έμοιαζε ο Σωκράτης, από προτομές του φιλοσόφου ή ανδριάντες. 


Αντίθετα, το πρόσωπο που εικάζεται να αντιστοιχεί στον Επίκουρο απέχει πολύ από τα πρότυπα της φυσιογνωμίας του που συναντούμε σε προτομές. 
Γνωρίζουμε τελεσίδικα πώς στο κέντρο της τοιχογραφίας παριστάνεται ο Πλάτωνας, με τη μορφή του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, στα αριστερά να δείχνει με το χέρι του προς τον ουρανό και ο Αριστοτέλης διαφωνώντας – θα λέγαμε - με το δεξί του χέρι να δείχνει προς την γη. Ο Πλάτων κρατάει το έργο του "Τίμαιος" ενώ ο Αριστοτέλης κρατάει το δικό του έργο "Ηθικά". Οι χειρονομίες εκφράζουν την ουσία της σκέψης τους: η μία οραματικά υπερβατική και η άλλη εγκόσμια. Η Ιδέα και η Εμπειρία, ισόπαλες πνεύμα του Ραφαήλ, προβάλλουν ισότιμες και στη μεγάλη αυτή τοιχογραφία. 
Από κει και πέρα, διάφοροι μελετητές εκφράζουν διαφορετικές απόψεις ως προς το ποιοι είναι οι εικονιζόμενοι, οι οποίοι ανέρχονται στους 58. 
Μπροστά από τους δύο μεγάλους φιλοσόφους, απλωμένος στα σκαλιά είναι ο Διογένης, που ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος της κυνικής φιλοσοφίας και διεκήρυττε την αυτάρκεια - λέγεται ότι ζούσε σε πιθάρι. 
Σε πρώτο πλάνο, στο κέντρο, στηριζόμενος σε μαρμάρινο κύβο, φαίνεται να είναι ο Ηράκλειτος, ο οποίος έχει παρασταθεί με όμοιο τρόπο σε ένα πίνακα του Michelangelo Buonarotti, γι' αυτό του μοιάζει στο πρόσωπο, όπως τον απέδωσε ο Ραφαήλ. Μυστηριώδης παραμένει κυρίως η δεξιά πλευρά της νωπογραφίας, όπου λίγες μορφές έχουν αναγνωριστεί με βεβαιότητα. Μια νεότερη πρόταση παρουσιάζει ο Γερμανός μελετητής Φρανκ Κάιμ, συνεργάτης του Πανεπιστημίου της Ουλμ. Ο Κάιμ ερμηνεύει την αινιγματική γωνία της τοιχογραφίας ως καλλιτεχνική απεικόνιση «μιας αστρονομικής διένεξης», που χαρακτήριζε την εποχή της Αναγέννησης -«τη διάσταση μεταξύ γεωκεντρικής και ηλιοκεντρικής κοσμοθεωρίας». 


Ο Σωκράτης εκ των αριστερών του Πλάτωνα, ο Πυθαγόρας που γράφει κάτι σ’ ένα βιβλίο και ο Ευκλείδης ή ο Αρχιμήδης που σκύβει πάνω από ένα μαυροπίνακα χρησιμοποιώντας ένα διαβήτη για να σχεδιάσει κάποιο γεωμετρικό σχήμα ή για να αποδείξει κάποιο θεώρημα. Στον Αρχιμήδη ο Ραφαήλ έδωσε τη μορφή του μεγάλου καλλιτέχνη και υποστηρικτή του Μπραμάντε.  
Πίσω του ο Ζωροάστρης με την ουράνια σφαίρα και ο Πτολεμαίος με τη γήινη σφαίρα. Στην άκρη του φρέσκου, στην προτελευταία μορφή, αναγνωρίζεται η πασίγνωστη αυτοπροσωπογραφία του Ραφαήλ.
Ο Μιχαήλ Άγγελος με τα ρούχα του Ηράκλειτου, καθιστός σε στάση περισυλλογής. Μια αναφορά στο στυλ του καλλιτέχνη που την ίδια εποχή ήταν αφοσιωμένος στην τοιχογράφηση της οροφής της Καπέλα Σιξτίνα, όπως προείπαμε. 
Μία λίστα με υποθετικά ονόματα που απεικονίζονται είναι η εξής 
1: Ζήνων ο Κιτιεύς 
2: Επίκουρος 
3: (Φεδερίκος II, Δούκας της Μάντοβα;) 
4: Αναξίμανδρος ή Εμπεδοκλής; 
5: Αβερρόης 
6: Πυθαγόρας 
7: Αλκιβιάδης ή ο Αλέξανδρος ο Μέγας; 
8: Αντισθένης ή ο Ξενοφών; 
9: Αισχίνης ή ο Ξενοφών; 
10: Παρμενίδης; 
11: Πλωτίνος 
12: Ευκλείδης ή Αρχιμήδης (Μπραμάντε) 


Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο σημερινός Προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ο Πάπας Φραγκίσκος, διάδοχος του Ιουλίου του Β’, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον πίνακα «Η Σχολή των Αθηνών», κατά την ομιλία του Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο, τον Νοέμβριο του 2014.
«Ένας από τους καλύτερους πίνακες του Ραφαήλ, ο οποίος βρίσκεται στο Βατικανό, είναι η Σχολή της Αθήνας» σημείωσε ο Πάπας και πρόσθεσε: «Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης είναι στο επίκεντρο. Ο Πλάτων δείχνει προς τον ουρανό, στον κόσμο των ιδεών. Ο Αριστοτέλης δείχνει προς τα έξω, προς αυτόν που παρακολουθεί τη σκηνή, προς τον κόσμο, την πραγματικότητα. Για μένα αυτή είναι η εικόνα και η ιστορία της Ευρώπης, η οποία συνδέει τον ουρανό και τη γη. Οι λαοί της Ευρώπης ανέκαθεν ξεχώριζαν. Ο ουρανός είναι το άνοιγμα στον Θεό και η γη αναπαριστά την πρακτική και συγκεκριμένη ικανότητα της Ευρώπης να αντιμετωπίζει καταστάσεις και προβλήματα». 

Προσχέδιο του Ραφαήλ για τη Σχολή των Αθηνών

ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ 
Δίπλα από την «Σχολή των Αθηνών», όπως είπαμε, έχουμε τον περίφημο «Παρνασσό». Με την απεικόνιση του Παρνασσού, του όρους των Μουσών, ο Ραφαήλ εξυμνεί την ποίηση ως μια ανώτερη δραστηριότητα του πνεύματος, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μπορεί να έχει πρόσβαση στην κατανόηση του θείου μυστηρίου. 
Ο Απόλλωνας στο κέντρο του Παρνασσού θεωρείται συνήθως ο αυτονόητος πρωταγωνιστής της παράστασης. Είναι ο θεματοφύλακας του κόσμου της ποίησης. 
Η αναγνώριση στην εικόνα των αρχαίων και σύγχρονων ποιητών, που εμφανίζονται διάσπαρτοι στα διάφορα τμήματα της νωπογραφίας, είναι αμφίβολη και εντελώς υποθετική, σύμφωνα με πολλούς μελετητές. 
Οι ποιητές που απεικονίζονται είναι δεκαοκτώ, εκ των οποίων εννέα σύγχρονοι και εννέα αρχαίοι. Εννέα, όπως ο αριθμός των Μουσών, σύμφωνα με ένα παιχνίδι αριθμητικών αντιστοιχιών, συνηθισμένο στην κουλτούρα της εποχής. 
Οι μορφές διαδέχονται η μία την άλλη, σύμφωνα με ένα ρυθμό μουσικό. 


Κατά μία ερμηνεία: 
Στην αριστερή πλευρά του Απόλλωνα απεικονίζονται οι τέσσερις Μούσες: Μελπομένη, Τερψιχόρη, Πολύμνια, Καλλιόπη, οι επικοί ποιητές: Δάντης, Όμηρος, Βιργίλιος, Angelo Poliziano, Αινείας (καθιστός) και πέντε λυρικοί ποιητές: Αλκαίος, Κόριννα, Σαπφώ, Ανακρέων, Πετράρχης. 
Στην δεξιά πλευρά, οι πέντε μούσες: Ευτέρπη, Θάλεια, Κλειώ, Ουρανία, Ερατώ, οι ποιητές Βοκκάκιος, Αριόστο, Οβίδιος, Οράτιος (καθιστός), αλλά και ανώνυμοι ποιητές του μέλλοντος. 
[ΟΙ ΕΝΝΕΑ ΜΟΥΣΕΣ 
1) Καλλιόπη: Μούσα της επικής ποίησης, της ρητορικής και των καλών τεχνών (Καλλιέπουσα) 
2) Ευτέρπη: Η μούσα της μουσικής (ευ + τέρπω) 
3) Κλειώ: Η μούσα της ιστορίας. Συνήθως απεικονίζεται με δάφνινο στεφάνι. Το όνομά της προέρχεται από το ρήμα κλείω= αφηγούμαι 
4) Ερατώ: Η μούσα της λυρικής ποίησης και των ύμνων. Προστάτρια της ποίησης και του έρωτα. Σύμβολό της η λύρα. Το όνομά της προέρχεται από τη λέξη έρως. 
5) Μελπομένη: Η μούσα της τραγωδίας. Συνήθως απεικονίζεται με τραγική μάσκα και κοθόρνους (μέλπω= ψάλλω, υμνώ) 
6) Πολύμνια: Η μούσα της ιερής ποίησης. Προστάτρια των ύμνων που απευθύνονται στους θεούς (πολύ + ύμνος) αλλά και της μάθησης (πολύ + μνεία) 
7) Τερψιχόρη: Η μούσα του χορού και των δραματικών χορικών (τέρπω+ χορός) 
8) Θάλεια: Προστάτιδα της κωμωδίας και της ευπρεπούς ευθυμίας (θαλλώ = ευδοκιμώ, θάλλος = βλαστάρι) 
9) Ουρανία: Η μούσα της αστρονομίας (ουρανία = η αναφερόμενη στον ουρανό)]. 
Ο Απόλλωνας καθισμένος στην κορυφή του Παρνασσού κοντά στην Κασταλία πηγή, με το κεφάλι δαφνοστεφανωμένο, ο Θεός είναι αφοσιωμένος στις μελωδίες που συνθέτει με μια λύρα της εποχής του Ραφαήλ, σα να ήθελε ο καλλιτέχνης να υπογραμμίσει τη διαχρονικότητα του απολλώνιου άσματος. Οι χορδές του οργάνου είναι επτά, εδώ όμως είναι εννέα, όπως και οι Μούσες. 


Ωστόσο η Franca Camiz το 1984 με την ευκαιρία της έκθεσης Ραφαήλ στο Βατικανό ανακατασκεύασε το μουσικό όργανο που παίζει ο Απόλλωνας, δηλ. τη βιόλα (λύρα) ντα μπράτσο, ένα έγχορδο συνοδείας, χρησιμοποιώντας όσες πηγές της εποχής έδιναν στοιχεία για το όργανο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα όργανο του οποίου ο ήχος, ναι μεν, ταίριαζε για συνοδεία, αλλά το οποίο ο μουσικός δύσκολα θα μπορούσε να παίζει τραγουδώντας συγχρόνως. Μήπως, λοιπόν, ο τραγουδιστής εδώ δεν είναι ο Απόλλων; Τότε ποιος; Αν δεχτούμε ως κεντρικό ερμηνευτή τον Όμηρο που δεσπόζει αριστερά, τυφλό, με το κεφάλι προς τα πίσω, τότε ο Απόλλων μπορεί να συνοδεύει με τη λύρα ντα μπράτσο την απαγγελία του μεγάλου ποιητή. 
Η λύρα ντα μπράτσο παίζεται στον ώμο με δοξάρι και εμφανίζεται στην εικονογραφία με μεγάλη συχνότητα, σε διάφορες παραλλαγές, στα τέλη του 15ου και στον 16ο αιώνα, να συνοδεύει μουσική αυτοσχεδιασμών και αφηγηματική ποίηση. 
Σύμφωνα με ερευνητές των μουσικών οργάνων, στο πνεύμα της Αναγέννησης και της λατρείας προς την Ελληνική αρχαιότητα, το όνομα της λύρας (δηλ. του οργάνου που εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε στο Βυζάντιο και επιζεί ακόμη και σήμερα σε πολλές περιοχές του Αιγαίου Πελάγους), δόθηκε και στην lyra da braccio, ένα τοξωτό όργανο με επτά χορδές, απόγονο της ευρωπαϊκής βιέλας και πρόγονο της βιόλας ντα γκάμπα. 
Σε σχέδιο του Ραφαήλ, σήμερα στη Lille, στο Musee des Beau Arts, βλέπουμε την αλλαγή γνώμης και την επικαιροποίηση του μουσικού οργάνου, με τον σχεδιασμό της λύρας ντα μπράτσο. 


Η εμφάνιση της λύρας (βιόλας) ντα μπράτσο, των παραλλαγών της, η αντικατάσταση της αρχαίας λύρας με αυτό το έγχορδο που παίζεται με δοξάρι και δανείζεται την ονομασία της λύρας, είναι ένα μεγάλο θέμα που ξεπερνά τα όρια της παρούσας ανακοίνωσης. 
Η μορφή που αναγνωρίζεται καλύτερα είναι του τυφλού Ομήρου, την ώρα που τραγουδά παρουσία του Εννίου. 
Πίσω από τον Όμηρο αναγνωρίζονται αριστερά ο Δάντης, δεξιά ο Βιργίλιος, δηλαδή τα έπη όλων των μεγάλων εποχών, ελληνικής, ρωμαϊκής, ιταλικής λογοτεχνίας, αναγέννησης. Η αποθέωση των αρχαίων ποιητών από τον Ραφαήλ είναι συνεπής με τους ουμανιστικούς προσανατολισμούς που δανείζονται από τον κλασικό κόσμο όχι μόνο γενικές αρμονίες, αλλά και τη σύνταξη ενός συγκεκριμένου ιδιώματος, που αποτελεί σύνθεση του αρχαίου και του μοντέρνου. 
Ξεχωριστή είναι η θέση της Σαπφούς. Η Σαπφώ είναι καθισμένη αριστερά, δίπλα στο παράθυρο που εισχωρεί στην τοιχογραφία, κρατώντας στο υψωμένο δεξί χέρι της περγαμηνή, ενώ το αριστερό ακουμπάει σε αρχαιοπρεπή λύρα. Η Σαπφώ που είχε ριχτεί (αυτοκτονήσει) στη θάλασσα κοντά στο Άκτιο, αποτελεί εδώ ίσως έμμεση αναφορά στην περίφημη ναυμαχία, όπου ο Οκταβιανός νίκησε τον Μάρκο Αυρήλιο, εγκαινιάζοντας την ένδοξη βασιλεία του (Αύγουστος). 


Αν δει κανείς τα διάφορα στάδια μετεξέλιξης της τοιχογραφίας του Παρνασσού, όπως μας τη δείχνουν χαρακτικά και σχέδια της εποχής, γίνεται φανερό ότι το αρχικό του θέμα, εμπλουτίστηκε βαθμηδόν με την έννοια της έμπνευσης, με τη σύλληψη της ταυτόχρονης παρουσίας παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Σε ένα πρώτο, αρκετά πλήρες σχέδιο, όπως το απαθανατίζει το χαρακτικό του Marcantonio Raimondi, ο Απόλλωνας παίζει αρχαία λύρα με τις μούσες γύρω του, στους ποιητές της αρχαιότητας.
Οι επιρροές του Ραφαήλ στους μεταγενέστερους είναι ένα τεράστιο θέμα στην ιστορία της τέχνης. Εδώ επισημαίνω μόνο κάτι ελληνικό: 
Στη Ζωφόρο των Προπυλαίων Πανεπιστημίου Αθηνών ανιχνεύουμε στα μορφολογικά πρότυπα του έργου τη μακρυσμένη στο χρόνο μητέρα όλων των παραστάσεων ανάλογου περιεχομένου, τη «Σχολή των Αθηνών» και τον «Παρνασσό» του Ραφαήλ. Στο κεντρικό τμήμα της ζωφόρου απεικονίζεται ένθρονος ο βασιλιάς Όθων να πλαισιώνεται από τις αλληγορικές μορφές των Ελευθερίων Τεχνών, ενώ το δυτικό και ανατολικό τμήμα κοσμούνται με μυθικές και ιστορικές μορφές του αρχαίου κόσμου. 
[Η ζωγραφική ζωφόρος στη στοά των προπυλαίων του Πανεπιστημίου. Τα σχέδια έγιναν από τον αυστριακό ζωγράφο Karl Rahl (1812-1865) στα τέλη του 1859, στη Βιέννη. Η μεταφορά τους στην τοιχογραφία εκτελέστηκε από τον πολωνό ζωγράφο Eduard Lebiedzky (1862-1915) το 1889. Οι αρχιτέκτονες Χριστιανός και Θεόφιλος Χάνσεν και ο ευεργέτης Σίμων Σίνας συνέβαλαν στην επιλογή της θεματολογίας και του ζωγράφου. Ο Σίνας ανέλαβε τη δαπάνη ανάθεσης των σχεδίων (24.000 δραχμές), ενώ οι μακεδόνες ευεργέτες Στέργιος και Νικόλαος Δούμπας τη δαπάνη εκτέλεσης του έργου (70.000-100.000 δραχμές)].


Εν κατακλείδι: 
Ο Ραφαήλ αναδείχθηκε ο υπέρτατος ερμηνευτής της πνευματικής σαφήνειας και της κλασικής ομορφιάς, θεμελίων μιας άποψης του κόσμου που αποτελεί τον θρίαμβο της έννοιας της απόλυτης και αρμονικής ισορροπίας μεταξύ φύσης, ατόμου και ιστορίας, σε συντονισμό με μια κοινωνία αριστοκρατική, εκλεπτυσμένη και καλλιεργημένη.


Related Posts with Thumbnails