Κείμενο του Γιάννη Λιγνάδη από την παρουσίαση του βιβλίου «Αλέξης Μινωτής «Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει»», 2025, επιμ. Θ. Νιάρχου, Εκδόσεις Μετρονόμος.
Θα μιλήσω για το νέο βιβλίο για τον Αλέξη Μινωτή, ξεκινώντας από την ανατομία του και μετά περνώντας σε μια γενικότερη θεώρηση.
Το σώμα του βιβλίου, με γραπτά του Α. Μινωτή, πλαισιώνεται από τρία κείμενα, δύο εισαγωγικά και επιλογικό.
Το πρώτο, σε θέση προλόγου, με τίτλο «Ο μανικός «σκαραβαίος» (δημοσιευμένο στον τόμο «Ο ηθοποιός Αλέξης Μινωτής» 1985, επιμ. Θ. Νιάρχος) είναι του Κ. Γεωργουσόπουλου. Σε αυτό ο φιλόλογος, θεατρολόγος και κριτικός διαγράφει αδρά, πλην περιεκτικά, το θεατρικό και ανθρώπινο πρόσωπο του Μινωτή, ερείδοντας την προσωπογραφία του σε προσωπικές κριτικές απόψεις διανθισμένες με ανεκδοτολογικές μαρτυρίες, αντλημένες από προσωπικές μνήμες και βιώματα από την κοινή συναναστροφή. Πρόκειται για μια γενική αποτίμηση, ένα στοιχειοθετημένο εγκώμιο, του πνευματικού αναστήματος και του ιστορικού αποτυπώματος που κατέλιπε στη θεατρική σκηνή ο μέγας του ελληνικού θεάτρου κατά το μείζον μέρος του 20ου αιώνα.
Το δεύτερο προλογικό κείμενο, εγκωμιαστικό κι αυτό, είναι του Γιώργου Κιμούλη (πρωτοδημοσιευμένο στο περ. Η Λέξη, 2006). Ο Κιμούλης ερμηνεύει το υποκριτικό φαινόμενο «Μινωτής», μέσα από το πρίσμα του κινήματος του εξπρεσσιονισμού, όρο που μεταχειρίζεται με την καθιερωμένη στη λογοτεχνική κριτική σημασιολογία. Η εν τοις πλείστοις θεατρολογική προσέγγιση του Κιμούλη παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον ως προς το εξής: ότι το τετελεσμένο στον ιστορικό χρόνο έργο ενός κορυφαίου θεατρικού δημιουργού, επί δεκαετίες πρωταγωνιστή της ελληνικής θεατρικής Σκηνής, αποτιμάται από έναν εν ενεργεία ομότεχνό του, καταξιωμένο πρωταγωνιστή ηθοποιό, με σημαντική σκηνική πείρα και στιβαρή θεωρητική συγκρότηση. Η διαλεκτική σχέση παλαιού και νεοτέρου στην εν χρόνω εξέλιξη του θεατρικού γίγνεσθαι, οι παρακαταθήκες του πρώτου και οι οφειλές του δεύτερου, στην γενικότερη προοπτική της καλλιτεχνικής τελείωσης, έχει μοναδική αξία. Όπως λέει ο Τ.Σ. Έλιοτ, που προσφυώς παραθέτει ο Κιμούλης, «Κανείς καλλιτέχνης καμιάς τέχνης δεν έχει την ολοκληρωμένη σημασία του μόνος του. Η σημαντικότητά του, η εκτίμησή του είναι η εκτίμηση της σχέσης του με τους νεκρούς καλλιτέχνες. Δεν μπορείς να τον εκτιμήσεις μόνο του. Πρέπει να τον θέσεις, για σύγκριση και σε αντίθεση, ανάμεσα στους νεκρούς» (σ.23). Απ᾽ το κείμενο του Κιμούλη στέκομαι ιδιαίτερα στην περιγραφή των υποκριτικών τεχνικών του Μινωτή στην εκφορά του δραματικού λόγου (ελπίζω το απόσπασμα αυτό να είναι στα αναγνωστέα…).
Οι δυο αυτοί πρόλογοι συνιστούν την ενότητα των «έξωθεν» μαρτυριών. Τα υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου (πλην κάποιων επιστολών και του επιλογικού κεφαλαίου) συγκροτούν το σώμα των «έσωθεν» μαρτυριών, που απαρτίζεται από κείμενα, γραπτά ή ομιλίες, του ίδιου του Μινωτή. Περνάω σ᾽ αυτό:
Το πρώτο κείμενο με τίτλο «Αναφορά στην Κρήτη» (Χανιώτικα Νέα, 1973), είναι μια εξομολόγηση του Μινωτή για τις οφειλές του στη γενέθλια γη, τη Μάνα Γη της Κρήτης που του χάρισε την πρώτη πνευματική τροφή. Ο λόγος είναι για την «εσώτερη Κρήτη», το ψυχικό τοπίο και τα ανθρώπινα στοιχειά του, δηλ. τα πνευματικά αδέλφια του, μεταξύ των οποίων καταλέγονται ο Καζαντζάκης και ο Πρεβελάκης.
Στο κεφάλαιο «Η τραγωδία της Ελλάδας» (μεταφρασμένο άρθρο δημοσιευθέν στα αγγλικά σε αμερικάνικο περιοδικό το 1942), ως εθελοπρόξενος του ελληνισμού στις ΗΠΑ, ο Μινωτής περιγράφει τα πάθη και τις θυσίες του τραγικού ελληνικού έθνους κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Η γραφή του διαπνέεται από έντονο πατριωτικό φρόνημα και ζέον ανθρωπιστικό αίσθημα.
Ακολουθεί το "Τέχνη και Τουρισμός" (εφημ. Ελευθερία, 1964), όπου ο Μινωτής αναφέρεται στην αναγκαιότητα κατάστρωσης εθνικής πολιτικής για τη διατήρηση και προβολή της θεατρικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Εδώ θέτει ζητήματα θεσμικής δεοντολογίας που αφορούν στη λειτουργία και την αποστολή του Φεστιβάλ Επιδαύρου\Αθηνών, εκθέτοντας τους κινδύνους που συνεπάγεται η εμπορευματοποίηση και οι επιρροές του συρμού στη θεατρική τέχνη. Ως βέλτιστη «καλλιτεχνική πρόταση» προκρίνει εκείνη που χάραξε η εθνικοθεατρική παράδοση στην αναβίωση του αρχαίου δράματος και προπαντός της αρχαίας τραγωδίας.
Στο κεφάλαιο με τίτλο «Για τον ηθοποιό η γλώσσα είναι το όργανο της έκφρασής του» (άρθρο, εφημ Ακρόπολις, 1971), κάνει λόγο για την ελληνική γλώσσα και την κρίσιμη σημασία της στη νεοελληνική θεατρική συγγραφή. Ο Μινωτής καταθέτει τον θαυμασμό του στη γραφή των «εκρηκτικών» —όπως τις λέει— προσωπικοτήτων του πνεύματος (διαπιστώνοντας ότι στην εποχή του σπανίζουν), κρίνοντας άκρως γονιμοποιό για την πνευματική τόνωση της ελληνικής θεατρικής παραγωγής τη διατήρηση των δεσμών με τις πηγές της θεατρικής εκφράσεως που εκπροσωπούν οι μεγάλοι κλασικοί συγγραφείς.
Στο κεφάλαιο «Θέατρο: ο ενιαίος ατομικός και κοινωνικός χρόνος» (αναδημοσίευση από το βιβλίο του Θ.Ν. Πραγματογνωμοσύνη της εποχής, 1976), ανασκοπεί τις απαρχές και τους κρίσιμους σταθμούς της θεατρικής του σταδιοδρομίας, μνημονεύοντας πρόσωπα και γεγονότα που άσκησαν επιρροή και διαμόρφωσαν το καλλιτεχνικό του πρόσωπο και τη δυναμική του. Στο εν λόγω κεφάλαιο εντοπίζονται σποράδην γνώμες, αποστάγματα σοφίας, από την πλούσια εμπειρία στη θεατρική διακονία, τα οποία συνθέτουν την καλλιτεχνική «διάνοια», τη θεατρική ιδεολογία του Μινωτή.
Το κεφάλαιο «Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει» (Η Λέξη, 1988), εξ ου ο τίτλος του βιβλίου, ο Μινωτής, σε συνομιλία με τους Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, διατυπώνει καίριες απόψεις για την αρχαία τραγωδία και την έννοια της τραγικότητας, όπως αυτή αναδύεται στα έργα των μεγάλων τραγικών. Εμφατική είναι η αναφορά του στην πρόσληψη των τραγικών έργων στο επίπεδο της επιτέλεσης, ενώ επικρίνει παραναγνώσεις και ανούσιους νεωτερισμούς που απαντούν σε σύγχρονες θεατρικές παραγωγές, ελληνικές και ξένες.
Το κείμενο με τίτλο «Οι συκοφάντες και η κομματική πολεμική οργίαζαν» (ανέκδοτη γραπτή μαρτυρία που παραχώρησε ο Μινωτής στον Θανάση Νιάρχο και Αντώνη Φωστιέρη το 1988), αποκαλύπτει την κομματική πολεμική που δέχτηκε κατά τη θητεία του ως Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου στα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Ακολουθούν δύο εκτενείς και αμιγώς θεατρολογικές πραγματείες.
Στην πρώτη με τίτλο «Το αμερικανικό θέατρο» (Νέα Εστία, 1959), ο Μινωτής επισκοπεί τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία του αμερικανικού θεάτρου, καταγράφοντας τους αξιόλογους σταθμούς του και αποτιμώντας κριτικά την αξία της αμερικανικής συγγραφικής και θεατρικής παραγωγής.
Στη δεύτερη, με τίτλο «Το θέατρο στη Σοβιετική Ένωση και στις Ηνωμένες Πολιτείας Αμερικής» (συνομιλία με Θανάση Νιάρχο) αντικείμενο συζήτησης είναι η καλλιτεχνική κληρονομιά και η αποτίμηση της σύγχρονης θεατρικής παραγωγής στη Σοβιετική Ένωση και τις Η.Π.Α. Οι δύο μεγαλύτερες και επιδραστικότερες παγκοσμίως εθνικές θεατρικές παραδόσεις θεωρούνται σε μια οιονεί συγκριτική βάση.
Ακολουθεί το κείμενο με τίτλο «Η ζωή μου με την Κατίνα Παξινού» (Η Λέξη, 1988). Εδώ ο Μινωτής καταθέτει συνοπτικά τις απαρχές της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας της Κατίνας Παξινού, τη θητεία της στη Μουσική, αναφέροντας τον καθοριστικό ρόλο του ίδιου στη στροφή της από τη μουσική στο θέατρο. Το σύντομο απομνημόνευμα λειτουργεί ως προοίμιο στις δύο επιστολές που ἐπονται, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η σχέση του με την Κατίνα Παξινού.
Στην πρώτη επιστολή «Απορώ με την Κατίνα. Πόσο άλλαξε;» (Η Λέξη 1988), ο Μινωτής, ευρισκόμενος το 1937 στη Γερμανία με εκπαιδευτική άδεια που του χορήγησε το Ε.Θ., απευθύνεται στον Διευθυντή Δημ. Ροντήρη, ενημερώνοντάς τον για τα εκεί καλλιτεχνικά τεκταινόμενα και για άλλα προσωπικά θέματα, εξομολογούμενος την κρίση που περνάει η σχέση του με την Κατίνα Παξινού.
Η δεύτερη επιστολή «Μια νύχτα με τον Βέρνερ Κράους», απευθύνεται στη σύντροφό του Κατίνα (Η Λέξη, 1996, με εισαγωγή Κ. Γεωργουσόπουλου), στην οποία ενθουσιωδώς περιγράφει τη γνωριμία του με τον σπουδαίο γερμανό ηθοποιό Βέρνερ Κράους. Οι δύο επιστολές, με αυτοβιογραφικό περιεχόμενο και προσωπικό τόνο, φωτίζουν πτυχές της προσωπικής ζωής του Μινωτή, φορτισμένης συναισθηματικά, τον καιρό εκείνο, από το ρομάντζο με την Κατίνα Παξινού. Ενδιαφέρον εδώ παρουσιάζει το πως ο εξωτερικός βίος - που όπως λέει αλλού αφοριστικά ο Μ. «δεν αξίζει μια πεντάρα» - είναι στην περίπτωσή του άρρηκτα συνυφασμένος με τις βαθιές πνευματικές του ανησυχίες και τα φιλόδοξα καλλιτεχνικά του όνειρα.
Ακολουθούν οι «Πέντε ανέκδοτες επιστολές προς τον Αλέξη Μινωτή» του Νίκου Καζαντζάκη: (Η Λέξη 1985). Μέσα από τη πηγαία γραφή του μεγάλου έλληνα συγγραφέα φωτίζεται η αμοιβαία πνευματική δοσοληψία, οι αμφίδρομες ωσμώσεις στο πεδίο της δραματουργίας ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναδημιουργό Μινωτή, σχέσεις που σμιλεύτηκαν μέσα από τη στενή φιλία των δύο σπουδαίων ανδρών.
Το «Σάμιουελ Μπέκετ, ένας τραγικός χωρίς κάθαρση» (Η Λέξη, 1984) είναι μια διεισδυτική κριτική αποτίμηση του Μινωτή για το θέατρο του Μπέκετ και την ιδιότυπη τραγικότητα του, που την χαρακτηρίζει το γκροτέσκ στοιχείο και η απόλυτη απουσία του θείου.
Στο «Αναμνήσεις από τον Κώστα Καρυωτάκη» (Η Λέξη, 1988), ο Μινωτής ιστορεί τη γνωριμία του με τον ποιητή Κ. Καρυωτάκη μια εξιστόρηση μεστή θαυμασμού για την πνευματική αρχοντιά, την ποιητική ευφυία και την «πεισιθάνατη» (όπως την αποκαλεί) ιδιοσυγκρασία του ποιητή.
Το κείμενο «Φώτης Κόντογλου, ο πιστός της ουσίας» (δημοσιευμένο στον τόμο Μνήμη Κόντογλου, Αστήρ, 1975) αποτελεί μια κατάθεση θαυμασμού στο συγγραφικό και εικαστικό έργο του Φώτη Κόντογλου. Το κείμενο περιέχει μια γλαφυρή διήγηση ενός θεατρικού ζωντανέματος της γραφής του Κόντογλου από τον Μινωτή στο πλαίσιο μιας ταξιδιωτικής εμπειρίας στη Μονεμβασιά.
Στο «Καλύτερα μια καλή κλωτσιά παρά μια κακή παράσταση» (συνέντευξη στον Στέλιο Λουκά, Η Λέξη, 2002), ο Μινωτής αναφέρεται στη μακρά θητεία του στο αρχαίο δράμα και την τραγωδία, στις αρχές και τους κανόνες της υποκριτικής, στο ρόλο του σκηνοθέτη, στο ανέβασμα της αρχαίας τραγωδίας από ξένους σκηνοθέτες, και την υψηλή αποστολή του θεάτρου που δεν είναι άλλη από το να υπηρετεί το «αληθινό» θέατρο.
Το κείμενο που κλείνει το βιβλίο «Αν ζούσε σήμερα ο Α.Μινωτής» (Τα Νέα, 2025) είναι του Θανάση Νιάρχου. Πρόκειται για ένα στοχαστικό δοκίμιο που επισημαίνει την άρρηκτη σχέση μεταξύ του «εξωτερικού βίου» και της «έσω κοίτης» (του εσωτερικού, πνευματικού κόσμου) στο αποτύπωμα που καταλείπει ο μεγάλος καλλιτέχνης, εξαίροντας το ρόλο της ανεκδοτολογικών και αυτοβιογραφικών μαρτυριών στην ανασύνθεση ενός καθολικού πορτραίτου. Το κείμενο δικαιώνει την πρωτοβουλία του επιμελητή της έκδοσης Θ.Ν. για τη επιλογή και έκδοση του συγκεκριμένου υλικού.
Η επισκόπηση των κεφαλαίων κατέδειξε, νομίζω, έκτυπα ότι το βιβλίο είναι ένας «κέντρων», μία ανθολογία, συνισταμένη από ετερογενή, ετερόχρονα και, στην πλειονότητά τους, δημοσιευμένα γραπτά. Τα ανομοιογενή υλικά αυτής της συγγραφικής «ανακύκλωσης» (αν μου επιτρέπεται ο όρος) συγκροτούνται εντούτοις σε ένα ενιαίο σώμα.
Νομίζω ότι ο άξονας που συνέχει όλα τα παραπάνω είναι η «μινώτεια πνοή» στη γραπτή αποτύπωσή της. Το ενδιάθετο πνεύμα του Μινωτή που στοιχειώνεται στον γραπτό λόγο του ίδιου και εκείνων που τον γνώρισαν και ένιωσαν τον κραδασμό του. Και συνιστά πράγματι πολύτιμη δωρεά η κοινωνία αυτού του πνεύματος, διότι είναι το ίδιο πνεύμα, δυνάμει του οποίου ο μέγας «αναδημιουργός» εκπνευμάτωσε τους μεγάλους ρόλους που μοναδικά ενσάρκωσε - «ενσάρκωσε», όπως έλεγε ο ίδιος, όχι «ερμήνευσε» ούτε «υποδύθηκε». Οι σπινθήρες αυτού του πνεύματος όπως εκπέμπονται μέσα από τα απολιθωμένα λόγια των σελίδων φωτίζουν στην αντίληψη του αναγνώστη την εικόνα του διανοητικού και ψυχικού τοπίου, της «έσω μηχανής» ή του «οπλοστασίου» του Μινωτή. Είναι αλήθεια ότι τα περίφημα υποκριτικά του «μέσα» δεν ήταν αφομοιωμένες τεχνικές αλλά ιδιοσυστασιακά πνευματικά χαρίσματα, εν πολλοίς εγγενή εν μέρει κερδισμένα, εκγυμνασμένα πάντως μέσα από την ασκητική κατατριβή ενός πρωταθλητή και επαληθευμένα από τη μυστική κοινωνία του με τους ενοίκους «της Πόλης των Ιδεών», όπως την αποκαλεί ο γνώριμός του Καβάφης από την οδοιπορία στα «μαγικά δάση» των «χαμένων ποιητών» με τον δεσπόζοντα αρχαίο, ελληνοπρεπή θεατρικό ναό της, τον οποίο ο Μ. ελάτρεψε (υπηρέτησε) ισόβια από διάκονος έως πρωθιερέας.
Ακριβώς σ᾽ αυτό έγκειται η αξία αυτού του βιβλίου στο ότι σε μία εποχή που γενικά χαρακτηρίζεται από πνευματική δυσανεξία, ένδεια και ερήμωση, επαναφέρει - και μάλιστα δια στόματος Μινωτή - την αξία της πνευματικότητας ως αυτονόητη προϋπόθεση της γνήσιας, ελεύθερης και αληθώς ρηξικέλευθης καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Ο Μινωτής, εν ζωή, δεν υπήρξε ποτέ του δάσκαλος, με τη στενή, επαγγελματική έννοια του όρου. Υπήρξε βέβαια δάσκαλος για τους νέους ηθοποιούς και καλλιτέχνες δια του παραδείγματός του, των υποκριτικών και θεατρικών άθλων του. Τα λόγια όμως και τα γραπτά που άφησε, όπως αυτά που περιέχονται στο βιβλίο (σημειωτέον ο Μινωτής είχε εκδώσει πέντε δικά του βιβλία!) είναι εξόχως διδακτικά, παιδευτικά και επίκαιρα. Ειδικώς επίκαιρα στο Σήμερα και ειδικώς παιδευτικά για τον κόσμο των καλλιτεχνών του σημερινής ελληνικής σκηνής τους «διονυσοτεχνίτες» (με ή άνευ εισαγωγικών) και τη σύγχρονη θεατρική παραγωγή τους, που δείχνει παγιδευμένη πότε σε μια άγονη ομφαλοσκόπηση πότε σε ένα εμμονικό κυνήγι αισθητισμού πότε σε μια αμήχανη περιδίνηση σε χαμηλά ύψη. Η διδαχές του Μινωτή είναι προπάντων λυσιτελείς για τους νέους καλλιτέχνες (και εδώ με ή χωρίς εισαγωγικά) αλλά και τους επίδοξους, που, κατά μείζονα λόγο, εμφορούνται από anorexia nervosa για τα μεγάλα έργα και τους μεγάλους κλασικούς συγγραφείς.
Η ροή της συλλογιστικής μοιραία εκβάλλει στον βαρύσημο τίτλο του βιβλίου, που με υφέρπουσα οδύνη διαπιστώνει την τραγική δυστοπία της εποχής μας: «Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει». Κατά τη διατύπωσή αυτού του αφορισμού, για την άγνοια της τραγικής μοίρας, ο Μινωτής είχε σίγουρα στο νου του τον σοφόκλειο Οιδίποδα το προσωπείο του τραγικού ήρωα που κάπως αυτάρεσκα συνταύτιζε με το δικό του πρόσωπο κατά την μυθώδη περιπέτεια του καλλιτεχνικού του βίου. Αν και ο αφορισμός του Μινωτή για τη δική του εποχή ενέχει αρκετή ασάφεια (δημιουργική) και υπεργενίκευση, εντούτοις τον επικυρώνω. Ναι. Η εποχή μας είναι τραγική γιατί είναι απνευμάτιστη και πνευματοκτόνος. Γιατί έπαψε να «κοινωνεί» και να «εκκλησιάζεται» εν πνεύματι (μεταφορικά και τα δύο). Γιατί οι ναρκισσευόμενοι «δημιουργοί» της απομακρύνθηκαν από τη θεϊκή όσο και την ανθρώπινη κοίτη. Και η Τέχνη, χωρίς την αλήθεια της πνευματικής κοινωνίας, σχεδόν καταντά Τέχνασμα καταγέλαστο.
Γιάννης Λιγνάδης
«ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΑΛΕΞΗ ΜΙΝΩΤΗ, ΑΠΟ ΕΝΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΓΡΑΦΟ»*
- Επίδαυρος 1975. Καθισμένοι με τον πατέρα μας στις κερκίδες του θεάτρου. Είναι πρώτη παράσταση αρχαίας τραγωδίας που βλέπουμε, ο αδελφός μου 10 κι εγώ 11 χρόνων. ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ του Σοφοκλή. Ένας γέρος τυφλός κάθεται σε ένα βράχο. Μοιάζει κι εκείνος με βράχο. Λέει κάποια λόγια περίεργα σαν ποιητικά. «Αυτός είναι ο Μινωτής που σας έλεγα», ψιθύρισε ο πατέρας μας. Στο τέλος ο Μινωτής, λουσμένος στο φως απέρχεται της σκηνής και μετακομίζει μέσα μου για πάντα.
- 1979 Εθνικό Θέατρο, κεντρική σκηνή: ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΛΗΡ. Ο Γιάννης κι εγώ στην πρώτη σειρά - μας είχε βάλει ο πατέρας μας τότε, ως πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής του Ε.Θ. Το θέατρο μυρίζει γηραιά αρώματα, σκόνη από πολυκαιρισμένες βαριές κουρτίνες και ανεπαίσθητο κάτουρο γάτας. Εγώ κοιτάζω τον Μινωτή με τον φανατικό θαυμασμό τού οπαδού. Ο αδελφός μου, από την άλλη, έχει αποκοιμηθεί στον ώμο μιάς κυρίας. Η κυρία ήταν η Ελένη Χαλκούση!
- 1988. Εθνικό θέατρο. ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ του Ευριπίδη. Περάσανε χρόνια, έχω αποφοιτήσει από τη σχολή του Εθνικού. Ο Μινωτής, μετά την αποπομπή του, με τα νέα πολιτικά πράγματα, επανακάμπτει στο Εθνικό για να σκηνοθετήσει και να παίξει «το Οιδιποδάκι», όπως έλεγε. Μου δίνει τον ρόλο του νεαρού Μενοικέα. Με ένα all-star-cast. Η σκληρότητά του απέναντι σε όλους...παροιμιώδης! Ειδικά απέναντί μου. «Λιγνάδη, με το που θα τελειώσει η πρόβα, θα πας στη Σχολή θα βρείς αυτούς που είχες καθηγητές και εκ μέρους μου θα τους χέσεις!». Δεν τους έχεσα. Αλλά και δεν κλονίστηκα. Στις γενικές δοκιμές, με αγκαλιάζει με τα πιο ενθαρρυντικά λόγια. Αυτός ήταν. Ή, μάλλον, εγώ τον έβλεπα έτσι…
- 1989. Υπηρετώ στο Ναυτικό. Έχω άδεια μία βδομάδα. Η παρέα μου θα πάει σε νησί. Ο Μινωτής ξαναπαίζει τον ΟΙΔΙΠΟΔΑ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ. Προγραμματίζω να πάω ένα διήμερο Επίδαυρο να δω καμμιά πρόβα και μετά να πάω να βρω την παρέα μου στο νησί. Τελικά ...παρασύρομαι και κάθομαι όλη τη βδομάδα των προβών και στην παράσταση. Αρκεί να μπορώ να τον βλέπω να σκηνοθετεί και να παίζει. Ο ΟΙΔΙΠΟΥΣ του Μινωτή ήταν η πρώτη και η τελευταία παράσταση που είδα μαζί με τον πατέρα μου. Πέθανε το ίδιο καλοκαίρι.
- 1990 Ένας φροντιστής του Εθνικού Θεάτρου, στην πρόβα, μας αναγγέλλει τον θάνατο του Μινωτή. «Τον έχουν στον Ερυθρό Σταυρό», λέει. Χωρίς να το σκεφτώ φεύγω από την πρόβα και πηγαίνω εκεί. Ρωτάω «πού είναι;», με στέλνουν σε ένα υπόγειο, σε ένα δωματιάκι. Το γυμνό σώμα του πάνω σε έναν μεταλλικό πάγκο. ´Εχει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο περιπαικτικό. Του κρατώ το παγωμένο χέρι. Απορώ πώς με άφησαν να μπω εκεί. Πιο πολύ απορώ που δεν έχει εμφανιστεί κανείς άλλος. Κανένας οικείος, κανένας φίλος. Κανείς. Μου πήρε πολύν καιρό και άλλη τόση οδύνη για να καταλάβω ότι δεν θα έπρεπε να απορώ...
Δημήτρης Λιγνάδης
*Στο σύντομο σημείωμα ο Δ. Λιγνάδης σταχυολογεί αναμνήσεις από τον Α. Μινωτή. Το κείμενο αναγνώστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου