Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΞΑΝΘΗΣ ΑΛΜΠΑΝΑΚΗ ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ


ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ Η/Υ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ 
 Θρησκευτικά και Νέες Τεχνολογίες: Μια δημιουργική συμπόρευση! 
* Ένα διδακτικό εγχειρίδιο – «οδηγός» της θεολόγου εκπαιδευτικού Ξανθής Αλμπανάκη 
Του Χάρη Ανδρεόπουλου* 
Μερικές φορές χαίρεσαι ιδιαίτερα που είσαι θεολόγος… Όταν συναντάς τη δουλειά συναδέλφων σου στην οποία το μεράκι είναι έκδηλο και η αγάπη (η έμπρακτη! – από λόγια χορτάσαμε…) για το μάθημα φανερή, τότε νιώθεις διπλή τη χαρά που συνυπάρχεις σ΄ αυτόν τον ταλαιπωρημένο κλάδο (ΠΕ01) με τέτοιους ανθρώπους… Ανθρώπους δημιουργικούς, προοδευτικούς, στοχαστικούς για το σήμερα και, κυρίως, για το αύριο του θρησκευτικού μαθήματος, σαν τη εκλεκτή συνάδελφο Ξανθή Αλμπανάκη, η οποία με τη δουλειά της τα τελευταία χρόνια στο «πάντρεμα» των Θρησκευτικών με τις Νέες Τεχνολογίες ανοίγει διαρκώς νέους ορίζοντες. Για ένα μάθημα που ναι μεν είναι από τη φύση του όμορφο, αλλά έχει περιθώρια με την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας να γίνει περισσότερο ελκυστικό – άρα παραγωγικότερο και αποδοτικότερο ως προς τους στόχους που υπηρετεί για τον θρησκευτικό εγγραμματισμό των μαθητών μας, τον απαραίτητο και αναγκαίο για τη κατανόηση τόσο της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, όσο – και κυρίως – του κόσμου που έρχεται. 
Η Ξανθή Αλμπανάκη, θεολόγος καθηγήτρια στο Πειραματικό Γυμνάσιο – Λύκειο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (ΠΑ.ΜΑΚ.), η οποία διατηρεί στο διαδίκτυο ένα ξεχωριστό για τη ποιότητά του εκπαιδευτικό ιστολόγιο («blog») το “e - Θρησκευτικά”, συνεχίζοντας τη δημιουργική της δράση στο τομέα της σύμπραξης του μαθήματος των Θρησκευτικών με τις Τεχνολογίες της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών (ΤΠΕ) έρχεται τώρα να μας προσφέρει και το θεωρητικό υλικό για την εφαρμογή του νέου διδακτικού μοντέλου μάθησης, μέσω της χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) και του διαδικτύου, ένα μοντέλο το οποίο κατανοείται σαν μια ενεργητική διαδικασία οικοδόμησης της γνώσης στην οποία συμμετέχουν ενεργά και αλληλεπιδραστικά οι μαθητές. 
* Δυό λόγια, κατ΄ αρχήν, για το ιστολόγιο (“e - Θρησκευτικά”): Δημιουργήθηκε σε μια προσπάθεια να γίνει το μάθημα πιο σύγχρονο και ελκυστικό στην τάξη. Πρωτοποριακή δουλειά καθώς ανοίγει για το μάθημά μας ένα «παράθυρο» για το μέλλον, στο πλαίσιο του Νέου Σχολείου, για τη νέα μορφή διδασκαλίας των Θρησκευτικών με τη χρήση των ΤΠΕ και του διαδικτύου. Προωθεί τη νέα μέθοδο της διδασκαλίας η οποία υποστηριζόμενη από την τεχνολογία επιτρέπει στο διδάσκοντα να σχεδιάζει το εκπαιδευτικό περιβάλλον ως ένα ολοκληρωμένο σύνολο που παρέχει στους μαθητές τα κατάλληλα τεχνολογικά εργαλεία, με σκοπό να τους ενθαρρύνει και να προάγει δημιουργικούς τρόπους εργασίας για τη γνώση. Απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς Β/θμιας (αλλά και Α/θμιας) Εκπαίδευσης, μαθητές και γονείς. Περιέχει θέματα και υλικό που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια του μαθήματος καθώς και επίκαιρα θέματα. 

Aνάλογης ποιότητας είναι και το έτερον ιστολόγιο “Virtual School” της Ξανθής Αλμπανάκη, με ενδιαφέρον ψηφιακό υλικό για τα διδασκόμενα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο μαθήματα των Θρησκευτικών, πολλές διαδραστικές εφαρμογές και ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις και άρθρα για το θρησκευτικό μάθημα και τη διαπολιτισμική εκπαίδευση. 
* Η νέα εργασία της Ξανθής Αλμπανάκη αποτυπώνεται στο βιβλίο της «Σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις του μαθήματος των Θρησκευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με τη δημιουργική αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών» που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκη. Όπως μαρτυρείται από το τίτλο του βιβλίου πρόκειται για έναν «οδηγό» που προσφέρει το παιδαγωγικό πλαίσιο, υποδεικνύει τα κατάλληλα εργαλεία και συστήνει πρακτικές εφαρμογές σε διδακτικά σενάρια και καινοτόμες δράσεις μέσα από έναν συγκερασμό των Θρησκευτικών και των Νέων Τεχνολογιών. Κι όλα αυτά χωρίς - σε καμμιά περίπτωση - να γίνονται εκπτώσεις στο θεολογικό υπόβαθρο του μαθήματος. Κάθε άλλο μάλιστα. Η πρόταση της Ξανθής Αλμπανάκη, όπως διατυπώνεται στο πόνημά της, υποστασιάζεται στον θεολογικό πυρήνα του μαθήματος έχοντας σαν βασικό στόχο της αναβάθμιση της διδασκαλίας του. Η διαφορά έγκειται στο τρόπο, τη μέθοδο διδασκαλίας προτείνοντας εν προκειμένω τη χρήση των Η/Υ κι ευρύτερα των ΤΠΕ με τα δεδομένα πλεονεκτήματα που τα μέσα αυτά προσφέρουν ως σύγχρονα - και αγαπημένα στους μαθητές - εργαλεία μάθησης, πλεονεκτήματα που αφορούν στην ενθάρρυνση των μαθητών για ενεργό συμμετοχή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία με τη συνεργατική μάθηση και τη πολύπλευρη διέγερση των αισθήσεών τους (της όρασης, της ακοής και της αφής), στη βελτίωση της απόδοσης και την ενεργητική οικοδόμηση της γνώσης με την εμπλοκή τους σε εποικοδομητικές και μοντέρνες (ψηφιακού τύπου) ελκυστικές δραστηριότητες, δεδομένης μάλιστα της εξοικείωσης των σημερινών μαθητών με τους Η/Υ. 
Η συγγραφέας προσφέρει το απαραίτητο παιδαγωγικό πλαίσιο για την ενσωμάτωση των νέων μέσων της τεχνολογίας (ΤΠΕ) στην εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ, παράλληλα παρουσιάζει εύχρηστες διαδικτυακές εφαρμογές που μπορούν να εφαρμοσθούν στη τάξη με τη χρήση των βασικών εργαλείων των Νέων Τεχνολογιών. Ο αναγνώστης του βιβλίου έρχεται σε επαφή με λογισμικά παρουσιάσεων, εννοιολογικής (σημασιολογικής) χαρτογράφησης και άλλα εκπαιδευτικού χαρακτήρα, εξοικειώνεται με τη δημιουργία ιστολογίων (blogs), ηλεκτρονικών ασκήσεων (hot potatoes), συνεργατικών ιστοσελίδων (wiki) και συννεφόλεξων (word clouds), μαθαίνει για τις κατασκευές εικονικού μουσείου (artsteps) και αφίσσας (glogster), ενώ προσεγγίζει τον πλούτο των νέων δυνατοτήτων που παρέχουν οι ΤΠΕ: διδασκαλία με comic, ιστοεξερεύνηση, υπηρεσίες διαμοιρασμού ψηφιακών αρχείων, διαδικτυακούς πίνακες ανακοινώσεων (wallwisher) και εφαρμογές voki. 
Πέραν της πλούσιας ποικιλίας των λογισμικών που παρέχει, η συγγραφέας παραθέτει και δειγματικές προτάσεις διδασκαλίας και ανάπτυξης – δια ψηφιακών εφαρμογών - διεπιστημονικών και διαθεματικών ερευνητικών εργασιών (project), αναπτύσσοντας σενάρια συνεργασίας με τα μαθήματα της Φυσικής, της Βιολογίας και άλλα που αφορούν τη Βίβλο, τη Τέχνη, την Οικολογία, την Διαπολιτισμική εκπαίδευση, κ.α., προσφέροντας έτσι στον εκπαιδευτικό έναν εξαιρετικό, πρακτικό «οδηγό» για την εφαρμογή των Νέων Τεχνολογιών. Επί πλέον, με τις καίριες επισημάνσεις και χρήσιμες συμβουλές της για την αξιοποίηση της ιστοσελίδας του Ψηφιακού Σχολείου», της υπηρεσίας ηλεκτρονικής τάξης, της ψηφιακής βιβλιοθήκης της Εκκλησίας της Ελλάδος και ομοειδών, όπως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Βατικανού, κ.α., βοηθά, συνολικότερα, τον θεολόγο καθηγητή να ανακαλύψει έναν νέο κόσμο δημιουργικής συμβίωσης και συμπόρευσης του μαθήματος των Θρησκευτικών με τις Νέες Τεχνολογίες. Παράλληλα – και κυρίως – του δίνει τα εφόδια και του ενισχύει το θάρρος να υπερβεί τη πρακτική του «μαυροπίνακα» και της από «καθέδρας» διδασκαλίας και να (προσ-) καλέσει ο ίδιος με τη σειρά του τους μαθητές του να (συμ-) πορευθούν σ΄ ένα πιο όμορφο ταξίδι με εικόνες, χρώματα και ήχους που θα «ζωντανεύουν» το θρησκευτικό μάθημα και σε σύμπραξη με τις δυνατότητες της Νέας Τεχνολογίας θα το καθιστούν ελκυστικότερο - συνεπώς, και αποδοτικότερο ως προς τους γνωστικούς - μορφωτικούς στόχους που αυτό καλείται να υπηρετήσει στο πλαίσιο της θρησκευτικής και, ευρύτερα, ανθρωπιστικής αγωγής.
Φρονούμε ότι η δουλειά της συναδέλφου Ξανθής Αλμπανάκη, ως καρπός της ευαισθησίας της για το θρησκευτικό μάθημα, υπηρετεί άριστα αυτό το στόχο και πιστεύουμε ότι η πρόταση – πρόσκληση που (μας) απευθύνει θα βρεί πρόσφορο έδαφος στους «γρηγορούντες», τους «μάχιμους» θεολόγους της εκπαίδευσης. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι θεολόγος καθηγητής, συνεργάτης της πύλης Εκκλησιαστικών ειδήσεων «Αmen» και διαχειριστής του ιστολογίου «Θεολογικός Σύνδεσμος Λάρισας» 

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ: "Ο Μάνος Απόλλωνας και ο Μίκης Διόνυσος"


Η μεγάλη ιέρεια του ελληνικού τραγουδιού Μαρία Φαραντούρη συμπλήρωσε μισόν αιώνα δημιουργικής πορείας και γιόρτασε αυτό το ιωβηλαίο με μια μεγάλη συναυλία στο Ηρώδειο την περασμένη Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου. 
Με αφορμή την επέτειο της παραχώρησε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο ΒHMagazino της Κυριακής 15 Σεπτεμβρίου και στον Γιώργο Νάστο, λέγοντας - μεταξύ άλλων - και για τη σχέση της με τους δύο μεγάλους συνθέτες που τραγούδησε, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι. Το όνομά της ταυτίστηκε κυρίως με το έργο του πρώτου, όμως και με τον δεύτερο συνεργάστηκε στενά, σε κύκλους τραγουδιών πολύ σημαντικούς και για τον ίδιο τον Χατζιδάκι, όπως "Η εποχή της Μελισσάνθης", "Τα παράλογα", "Σκοτεινή Μητέρα". 
Λέει λοιπόν η Φαραντούρη: «Ο δρόμος του Μάνου Χατζιδάκι ήταν ο μοναχικός δρόμος. Τον Μίκη τον τροφοδοτούσε η σχέση του με τον λαό. Ηταν πολύ αγαπημένοι οι δυο τους. Ο ένας στήριζε τον άλλον, αντίθετα με την αντίληψη που επικρατεί. Καμιά φορά, αυτοί που βρίσκονται στο στενό περιβάλλον ενός δημιουργού είναι βασιλικότεροι του βασιλέως και δημιουργούν τις κόντρες. Εγώ τους έβλεπα πάντα ως εξής: σαν να βρίσκονται και οι δύο στο ίδιο δωμάτιο, μπροστά σε ένα παράθυρο, μόνο που ο ένας προσπαθεί να το ανοίξει με τη γροθιά του και ο άλλος να σηκώσει τη γρίλια. Η φωτεινή εσωστρέφεια, η αρμονία του Μάνου, σε αντίστιξη με τη δοξασία του Μίκη, που εμπεριέχει την ιστορία και την ποίηση. Ο ένας Απόλλωνας και ο άλλος Διόνυσος». 


Τι θυμάται πιο έντονα από τις προσωπικές στιγμές μαζί τους; «Τον Μάνο τον απολάμβανες μετά τις συναυλίες, όταν είχε πια αποβάλει το άγχος της εμφάνισης. Εκλεινε συνήθως κάπου ένα τραπέζι για να φάμε όλοι μαζί, καθόταν στην κορυφή και συνομιλούσε με τους φίλους και τους συνεργάτες, σπουδαία λόγια έλεγε, ήταν δάσκαλος. Τον διέκρινε ένα σαρκαστικό χιούμορ, η χυδαιότητα τον τρόμαζε φοβερά. Ο Μίκης ήταν πιο αυστηρός, για να είμαι ειλικρινής μερικές φορές κουραζόμουν από τη συνεχή ενασχόλησή του με τα πολιτικά θέματα, γι' αυτό ενίοτε προτιμούσα τη συντροφιά του Μάνου, που μοιραζόταν πιο ανοιχτές φιλοσοφικές σκέψεις και ζητούσε από το κάθε πρόσωπο το ερωτικό του μάξιμουμ, χωρίς να θίγει ποτέ την αξιοπρέπεια κανενός. Είχαν και όλοι οι φίλοι του διάθεση περιπαικτική. Ο Μίκης είχε κι εκείνος χιούμορ, άλλου είδους, και υπήρξε και ερωτικό πρόσωπο, όπως αντίστοιχα ο Μάνος είχε αιχμηρό πολιτικό λόγο». 
Η Μαρία Φαραντούρη με εκφράζει απόλυτα όπως τα λέει. 
Είμαι Χατζιδακικός ως το μεδούλι, αλλά και τον μεγάλο ποταμό που λέγεται Μίκης τον φέρω μέσα μου. 


Για τους παράλληλους - διεθνούς απήχησης - κινηματογραφικούς τους βίους έγραψα ένα κείμενο που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. 
Για την Σκοτεινή Μητέρα με την Μαρία Φαραντούρη δείτε μια παλαιότερη ανάρτησή μας εδώ. 
Θα επανέλθω εκτενώς στη σχέση Χατζιδάκι - Φαραντούρη. 
Επί του παρόντος θα ήθελα να πω ότι αυτό που με γοήτευσε εξ αρχής στον Χατζιδάκι ήταν η αντίθεσή του στον λαϊκισμό, στην κολακεία των μαζών - που τόσα δεινά σώρευσε στη χώρα - στην συντήρηση των ταπεινών ενστίκτων. 
Η μαζικότητα του Μίκη έχει αναμφισβήτητα και αυτή τη γοητεία της, αλλά προτιμώ τον αυστηρό Χατζιδάκι, που δεν χαρίστηκε ποτέ ούτε στο κοινό που πήγαινε στις συναυλίες του, που απαγόρευε να ερμηνεύουν τα τραγούδια του όσοι δεν ήταν του πνεύματός του, που δεν ενδιαφερόταν για την λαϊκή αποδοχή, αλλά για την αληθινή και ουσιαστική αποδοχή των ανθρώπων που τον ενδιέφεραν. Μέγα μάθημα. 
Αλλά στον Χατζιδάκι θα επανερχόμαστε πια πολύ συχνά, αφού το 2014 συμπληρώνονται 20 χρόνια από την αναχώρησή του στ' άστρα και είναι ευκαιρία για συστηματικό αναβαπτισμό στη σκέψη και το έργο του. 
Π.Α.Α.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΩΣΤΑ ΝΟΥΣΗ: "Εκκλησιομαχίας το θλιβερόν ανάγνωσμα"


H αγιότητα του ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ και οι σημερινοί της πολέμιοι (άλλως: σύγχρονης αγιομαχίας το θλιβερόν ανάγνωσμα) 
Του θεολόγου - φιλολόγου Κώστα Νούση
Πολλές φορές παίρνω την απόφαση να συγκρατούμαι, αλλά δεν τα καταφέρνω. Οι επανειλημμένες προτροπές του φιλόξενου ιστολόγου για ουσιώδη λακωνικότητα δεν εισακούονται, παρά την προς τούτο θέλησή μου. Τον παρακαλώ εν προκειμένω και πάλι, για πολλοστή τωόντι φορά – με τη δέσμευση της μη υποτροπής – να κάμει μια ακόμα οικονομική συγκατάβαση ως προς τη φιλοξενία ενός ακόμη εκτενούς κειμένου μου, διότι υπάρχουν και προκύπτουν ζητήματα που τίθενται εκτός προγραμματισμού και ελέγχου. Εννοώ πιο συγκεκριμένα ότι το ποτήρι της αγανάκτησης ξεχείλισε βλέποντας τους σύγχρονους Νεομάρτυρες της Μ. Ασίας και του Πόντου να αμφισβητούνται και να χλευάζονται ως αιρετικοί και κοινοί αμαρτωλοί από μια μικρή μερίδα σύγχρονων αγιομάχων, τουτέστιν θεομάχων, οι οποίοι, θλιβεροί στην αφροσύνη τους, έχουν υπεξαιρέσει το «συνοδικό αλάθητο» και το απέδωσαν αναποδείκτως, αυθαιρέτως και αθέσμως εις εαυτούς. 
Γινόμαστε, λοιπόν, θεατές χρόνια τώρα, ιδία δε στις μέρες της μνήμης των Μαρτύρων της Μικρασιατικής Καταστροφής, μιας τραγικής μερίδας σύγχρονων εκκλησιομάχων και αγιομάχων, οι οποίοι δυστυχέστατα δεν προέρχονται από τον χώρο της αθεΐας, αλλά από τα σπλάγχνα της ίδιας της Εκκλησίας. Θα λέγαμε πως ήταν αναμενόμενο, φυσικό και πνευματικά επόμενο οι άνθρωποι αυτοί, που επέτρεψε ο Θεός να υποπέσουν στο αμάρτημα (αίρεση και σχίσμα) της σύγχρονης εκκλησιομαχίας, να διολισθήσουν και στο συνώνυμο της αντίστοιχης αγιομαχίας. O πρώτος λόγος γραφής του παρόντος είναι η ιερή αγανάκτηση από την αμετροέπεια και ασυδοσία σε άνομες κρίσεις ατόμων που εν γνώσει ή αγνοία βλασφημούν τον Θεό και την Εκκλησία του (δια των Αγίων του εν προκειμένω). Το κακό παράγινε και κάποια στιγμή θα πρέπει να απαντηθούν κάπως οι ακατονόμαστες τούτες θέσεις, έστω και επιτροχάδην. Και ο δεύτερος λόγος που με ώθησε να γράψω το παρόν είναι, πέρα από την εξοργιστική, ασταμάτητη και απρόκλητη αγιομαχία τους, και η μεγάλη απογοήτευσή μου από ένα τελευταίο κείμενο (σύνοψη των θέσεων του σχετικού δικού του βιβλίου) του π. Ευθυμίου και το ποιόν της επιχειρηματολογίας του. 
Όπως αναφέραμε στο πρόσφατο άρθρο μας περί αιρέσεως, αφού η αίρεση ως βίωμα προηγείται, στη συνέχεια καταχωρείται και σε θεωρητικό επίπεδο και προσπαθεί να κατοχυρωθεί με συγκεκριμένο ιδεολογικό μανδύα και να οχυρωθεί πίσω από ιδεοληπτικά, εξάπαντος, τεκμήρια. Τα θύματα εκάστης αίρεσης οριοθετούν τη σχισματική τους πνευματικότητα και συντηρούν την αιρετική τους αγωνιστικότητα με ψευτοευρέσεις και εφευρέσεις πλανών και προδοσιών πίστεως ή ερμηνευτικά τραβήγματα, τις οποίες βαπτίζουν αιρετικά φρονήματα (κατά την αντιστροφή των πραγμάτων, έργο εξάπαντος των δαιμόνων, κάτι που συντελείται πρώτιστα μέσα στους ιδίους) και τους φορείς τους ομωνύμως. Στην προκειμένη περίπτωση θύμα έπεσε ο άγιος ιερομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης και οι συν αυτώ, οι οποίοι κατ’ αυτούς είναι μασόνοι, σκέτα πατριδολάτρες, κοινοί φονιάδες και βιαστές και άλλων κατηγοριών ένοχοι, σε αντίθεση πάντοτε με αυτούς τους ίδιους, τους σημερινούς υπερορθόδοξους, τους «καθαρούς», τους διωχθέντες δια την πίστιν… 


Είναι χαρακτηριστικό πως ο εν λόγω ιερομόναχος, σε διαπάλη με την οχλούσα αυτόν συνείδησή του, προσπαθεί να θεραπεύσει τις εκκλησιολογικές του αταξίες με λάθος τρόπο, ως έδειξε η εκζήτηση της ευλογίας των ιεροπραξιών του υπό της αρχιερατικής εξουσίας ενός επίσης επισήμως καθηρημένου Σέρβου Επισκόπου, του πρ. Ράσκας π. Αρτεμίου (βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ). Ακούγοντας κάποιος στο εν λόγω «συλλείτουργο» τον π. Ευθύμιο ομιλούντα και παρακολουθώντας διαχρονικά τα γραπτά του, τού γεννάται φυσικώς και αβιάστως η εντύπωση πως εδώ υπάρχει μια σαφής και ξεκάθαρη υπονόμευση και εν συνεχεία υποκατάσταση της (εν Ελλάδι και παγκοσμίου) Ορθόδοξης Ιεραρχίας από ένα άτομο, η υπέρβαση μιας «αιρετικής και πλανεμένης» Συνόδου, η οποία τάχα πλέον δεν έχει τη Χάρη του Θεού και μαζί με αυτήν και όλοι εμείς που είμεθα στη δικαιοδοσία της, ενώ ταυτόχρονα η Εκκλησία εντοπίζεται και συνεχίζεται στους πιστούς της «Εκκλησίας των Κατακομβών» (Ράσκας, Τρικαμηνάς και οι συν αυτοίς κληρικοί τε και λαϊκοί). Η αίρεση της αποτείχισης (όπως θα την ονόμαζα, καθώς και αποτειχίζοντες τους οπαδούς της) τωόντι σε όλο της το πραγματικό και απροκάλυπτο μεγαλείο… Το αλάθητο, όμως, εσωτερικό δικαστήριο κρίνει αμείλικτα και δηλοί πολύ περισσότερα από όσα θέλουμε να κρύψουμε από τον εαυτό μας και τους άλλους. 
Δεν μπορώ όμως να μη σχολιάσω και την περίεργη έκπληξη και αλγεινή εντύπωση που μού προκάλεσε το γραφείο αιρέσεων της Μητρόπολης Πειραιώς με την πρόσκληση συμμετοχής σε συνέδριο στον π. Ευθύμιο. Είναι μια προφανής υπέρβαση της εκκλησιαστικής κανονικότητας, εκτός και πρόκειται για συνέδριο που δεν πραγματοποιείται υπό την επίσημη αιγίδα της Μητρόπολης. Διότι με τον τρόπο αυτό, έστω και υπόρρητα και πλαγίως υποστασιάζεται εκκλησιαστικά και αναγνωρίζεται αμυδρά η (επισήμως και συνοδικώς καταδικασμένη) εν λόγω παρασυναγωγή. Να το πω πιο απλά: τι θα μπορούσε να συνεισφέρει σε ένα εκκλησιολογικό ειδικότερα συνέδριο ένας καθηρημένος κληρικός, που σαρκώνει στον εαυτό του το ίδιο ακριβώς πρόβλημα με το υπό εξέτασιν θέμα της ημερίδας; Δεν ξέρω πόσο ακριβώς ρεύμα αποτείχισης από το νέο εορτολόγιο αντιπροσωπεύεται τελικά στην κίνηση αυτή, αλλά επειδή έχω δει να επηρεάζονται και άνθρωποι που μέχρι πρότινος κατέτασσα στους εχέφρονες και έχοντες υγιή πνευματικότητα, δεν μπορώ να σιωπήσω, μάλλον δεν πρέπει να κωφεύσει άλλο η Εκκλησία και η θεολογία της. 
Ας δούμε όμως το κείμενό του κάπως πιο λεπτομερώς. Ο π. Ευθύμιος ξεκινά την «αγιολογική του μελέτη»» με έναν μονομερή υπερτονισμό της χάρης των θαυμάτων, ειδικά των μεταθανατίων, ως κριτηρίου αγιοκατάταξης υπό της Εκκλησίας. Γεννιέται εδώ το πρώτο ερώτημα: γιατί τότε δεν ακολουθεί την εκκλησιολογική στάση και διδασκαλία των σύγχρονων ηγιασμένων πολυάριθμων Πατέρων, στους οποίους έχουμε απειράριθμες σχετικές επικυρώσεις της αγιότητός τους υπό του Κυρίου και προθανατίως και μετά την εκδημία τους; Να αλλάξω κάπως την ερώτηση: για ποιον λόγο αυτή η δια της παρατεταμένης εσκεμμένης κώφευσης και αφθεγξίας περί των αγίων αυτών πρόκριση της δικής του εκκλησιολογικής στάσης; Νομίζω πέφτει στο ίδιο «φάουλ» που ο ίδιος αποδίδει στη Σύνοδο με τη φράση του «ὥστε νά ἀποφεύγουν παρορμήσεις ἤ συναισθηματισμούς προσωπικούς, δημιουργώντας ἔτσι κατά τό δοκοῦν ἁγίους». Προφανώς είμαστε ενώπιον μιας κατά το δοκούν ορθόδοξης εκκλησιολογίας από την πλευρά του. 


Γράφει: «Ἔτσι λοιπόν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου περί τῆς ἁγιότητος κάποιου ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα καί ἐπισφράγισμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ». Αν και αυτό δεν είναι ορθό εκατό τα εκατό, πράγμα που και ο ίδιος σε άλλο σημείο διορθώνει κάπως προσθέτοντας τη συνείδηση του λαού, πάλι προκύπτει η απορία τι γίνεται με τις περιπτώσεις στις οποίες έχουμε ελάχιστα ή και παντελή απουσία θαυμαστών σημείων. Και δεν αναφέρομαι μονάχα στο νέφος των μαρτύρων, αλλά και σε άλλες αγιολογικές περιπτώσεις, όπως π.χ. των αγίων Νικολάου Πλανά και Νικοδήμου Αγιορείτου. Και έρχεται έπειτα στον «αγαπημένο» του Χρυσόστομο: «Δέν ὑπῆρξε δηλαδή οὔτε εἴδαμε κάπου τήν ἀνάπαυσι καί εὐαρέσκεια τοῦ Θεοῦ, ὅσον ἀφορᾶ στόν Χρυσόστομο. Ὁ οὐρανός ἦταν σιωπηλός καί μολυβένιος, οὔτε ἕνα θαῦμα, οὔτε κάτι τό ὑπερφυσικό, οὔτε τήν ἔκδηλη παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του. Ἀκόμη καί μετά θάνατο συναντᾶται ἡ ἴδια ἀπουσία τῆς χάριτος ἐπί ὀγδόντα χρόνια». Πρόκειται για έναν αυθαίρετο ισχυρισμό, μια ψευδή αφοριστική κρίση και προκαταληπτικώς αρνητική της ημετέρας αποδοχής της αγιότητας του ανδρός. Προσωπικά και απλώς ενδεικτικά αναφέρω μια ιστορία που άκουσα από αγιορείτη μοναχό για ενύπνια εμφάνιση του αγίου Χρυσοστόμου και ακολουθούσα θαυμαστή θεραπευτική του παρέμβαση. Αλλά το ξανατονίζω: τα θαύματα έχουν πάντα τη δυνατότητα της αμφισβήτησής τους πάνω στο επίπεδο της σχετικότητας και υποκειμενικότητας των εν λόγω περιπτώσεων και δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο απόρριψης μιας οσιότητος. Στο σημείο αυτό επίσης επιφυλάσσομαι και για την απόδειξη περί της σαφούς πίστης στην αγιότητα του Σμύρνης από έναν σύγχρονο του π. Ευθυμίου αγιασμένο κληρικό της Λάρισας, τον αρχιμ. Σεραφείμ Δημόπουλο (+2008). Αν θυμάμαι καλά, σε βιβλίο του τον καταχωρεί επί λέξει ιερομάρτυρα ή Άγιο. Αλλά αυτήν τη στιγμή δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω με απόλυτη σιγουριά. 
Συνεχίζει: «Ἡ συνείδησις πάλι τοῦ λαοῦ ἦταν παγιωμένη, ὅτι ἦτο ἐθνομάρτυρας, ὅτι οἱ Τοῦρκοι τόν ἐφόνευσαν διά τούς πατριωτικούς του ἀγῶνες, ὅτι στό σοβαρό θέμα τῆς ἁγιότητος δέν πρέπει νά συγχέωνται οἱ ἀγῶνες ἕνεκα τῆς φιλοπατρίας μέ αὐτούς διά τήν πίστι, οὔτε τό ἕνα μαρτύριο μέ τό ἄλλο». Ποιος διαχωρίζει εύκολα τον εθνομάρτυρα και τον ιερομάρτυρα στην περίπτωση ενός κληρικού; Και ειδικά ποιος ερμηνεύει ή γνωρίζει επακριβώς τη συνείδηση του λαού; Είναι τόσο βέβαιος ο Ευθύμιος ότι δεν υπήρχαν στον λαό άτομα που τον θεωρούσαν και ιερομάρτυρα; Πέρα απ’ αυτό, όμως, τίθεται εδώ γενικότερα το σοβαρό ζήτημα της αγιοποιήσεως των εθνομαρτύρων. Θα αναφέρω ενδεικτικά κάτι που έλεγε ο χαρισματούχος γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης (+2006) για την περίπτωση του Αθανάσιου Διάκου, ότι δηλαδή ήταν μεγάλος Άγιος, αλλά δεν πρόκειται επίσημα να αγιοποιηθεί (σ.σ. το ρήμα χρησιμοποιείται συμβατικά σε όλο το κείμενό μου). Όσοι μάρτυρες, επίσης, πέθαναν πρόσφατα στη Ρωσία για αντικαθεστωτική δράση με την πρόφαση της ορθόδοξης πίστης, δεν πρέπει να θεωρηθούν μάρτυρες; Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει με ακρίβεια τέτοιες καταστάσεις; Στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία το πρόβλημα των μαρτύρων ήταν περισσότερο η πίστη του Χριστού ή η απόρριψη της (πολιτικού χαρακτήρα) λατρείας του αυτοκράτορα; Πρέπει να αμφισβητήσουμε, λοιπόν, και εκείνων την αγιότητα; Ο στρατιώτης Ευγένιος Ροντιόνωφ (+1996) εκτελέστηκε με απόλυτη βεβαιότητα επειδή δεν αρνήθηκε τον Χριστό; Αν διαβάσει κάποιος τα γεγονότα, θα έχει τις ενστάσεις του. Ωστόσο το παλικάρι αυτό θαυματουργεί και εμφανίζεται στους πιστούς. Να κλείσω τη σύντομη αυτή αναφορά μου στην περίπτωση του αγίου Κηρύκου (συναξάρι 15ης Ιουλίου) και των σφαγιασθέντων νηπίων επί Ηρώδη. Ήξεραν αυτά για ποιον μαρτυρούσαν; Είχαν ανεπτυγμένο νου; Και όμως. Ο Κύριος έτσι τους εξέλαβε και τους προσέλαβε: ως Μάρτυρες Χριστού. Και αυτό τούτο ποιεί και επισφραγίζει εορταστικώς και η Εκκλησία του. Θέλω με λίγα λόγια να πω ότι το μυστήριο της θείας κρίσης είναι πολύ παραπάνω από τις προσληπτικές μας δυνατότητες και η όποια κριτική της, πολλώ δε μάλλον η υποκατάστασή της υφ’ ημών, εύκολα αστοχεί, όπως στην περίπτωση εν προκειμένω των Μικρασιατών Νεομαρτύρων. 


«Παντοῦ καί πάντοτε μέχρι τώρα ὁ λαός τόν ὠνόμαζε ἐθνομάρτυρα καί ἐξῆρε τήν μαρτυρική του θυσία γιά τήν πατρίδα, δέν τοῦ ἔφτιαξε εἰκόνες, δέν τοῦ ἔβαλε φωτοστέφανο, δέν τοῦ ἔκτισε ἐκκλησίες, δέν τόν ὕμνησε ὡς ἅγιο. Εἶναι ἀστεῖο νά πάρουμε ὡς καθολική συνείδησι τοῦ λαοῦ κάποιο τροπάριο τό ὁποῖο συνέγραψε κάποιος, ὁ ὁποῖος ἔζησε κοντά του, ὅπως αὐτό τοῦ Λεωνίδα Φιλιππίδη». Ρωτώ με τη σειρά μου: μήπως έφτιαχνε εικόνες ο λαός εκ των προτέρων στον παπα Πλανά ή σε πληθώρα άλλων αγίων που κάποια στιγμή αργότερα αναγνωρίστηκαν; Τα χάρτινα, ωστόσο, αυτά επιχειρήματα, ειδικά για τους ειδήμονες, συνεχίζονται: «Γιά νά τονίσωμε γιά μιά ἀκόμη φορά τήν λατρευτική ἀφοσίωσί του στήν πατρίδα ἄς μεταφέρωμε ἀπό τό βιβλίο τοῦ Χρ. Σολομωνίδη ἕνα ἀκόμη κομμάτι, μεταφέροντας τά λόγια τοῦ ἰατροῦ καί σπουδαίου λογοτέχνη, Ἀγγέλου Τανάγρα: «..Γιατί ὁ Χρυσόστομος ἔβλεπε παντοῦ καί μόνο σκοπό τῆς ζωῆς του εἶχε τήν πατρίδα. Μόνον τῆν Ἑλλάδα!». Αυτά δηλαδή τα λόγια σημαίνουν αποδεικτικά ότι δεν αγαπούσε λατρευτικά και την Εκκλησία ή μήπως όσα είπε ο Τανάγρας για τον Χρυσόστομο είναι απολύτως σωστά; Έλεος! Τούτα δεν πρέπει να θεωρούνται καν επιχειρήματα. Είναι καθαρά πυροτεχνήματα. 
«Πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά τονίσωμε ὅτι ἡ συνείδησις τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ διαμορφώνει τήν γνώμη καί τή θέσι καί τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, καί ὄχι ἡ Σύνοδος τή συνείδησι τῶν πιστῶν»: αυτό δεν ισχύει πάντοτε. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που ο λαός ή έχει άγνοια στην περίπτωση ενός αγίου ή είναι ολίγοι οι έχοντες ορθοί γνώμη για το ζήτημα μιας αγιοκατάταξης ή πιο απλά ο λαός μπορεί να είναι διχασμένος. Μου έρχεται στον νου η περίπτωση της αναγραφής στο Μηναίο του Μ. Θεοδοσίου. Δεν νομίζω οι Πατέρες που τον ενέταξαν να είχαν ρωτήσει τον λαό προηγουμένως… Κλείνοντας την αναφορά μας στη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία του π. Ευθυμίου, δεν μπορούμε παρά με έκπληξη να παρακολουθήσουμε την αυθαίρετη συλλογιστική του, η οποία στηρίζεται σε υποθέσεις περί της γενικής απουσίας της πίστης του λαού για την αγιότητά του, λες και ήταν στη σκέψη τους ο π. Ευθύμιος. Οπωσδήποτε δεν στοιχειοθετούν σοβαρό επιχειρηματικό άξονα τέτοιες αναπόδεικτες νοητικές ακροβασίες. Ευτυχώς δεν τον ακολούθησε η Σύνοδος της αγιοκατάταξης του ιερομάρτυρα, η οποία δεν στηρίχτηκε σε ενδείξεις και φήμες, προκειμένου να αναστείλει την αναγνώριση. 

Στο σημείο αυτό μπορούμε να παρενθέσουμε και μια δική μας συλλογιστική, αν και στα «θεωτικά» πράγματα, ως η αγιότητα, αφενός δεν ισχύει και δεν αρκεί η ανθρώπινη λογική και αφετέρου η Εκκλησία εν Συνόδω αποφαίνεται χαρισματικά και δύσκολα ο Παράκλητος επιτρέπει σχετικές αστοχίες (παρά τις προσπάθειες κατά καιρούς κατευθυνόμενων αγιοποιήσεων, όπως π.χ. η πρόσφατη περίπτωση Λέκκα). Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος θα έλεγα ότι, αν και το αίμα του μαρτυρίου δεν συγχωρεί και δεν θεώνει κάποιον, τότε ματαία η σταυρική θυσία του Κυρίου (δίχως να παραβλέπουμε τις ελάχιστες περιπτώσεις μαρτυριών περί του αντιθέτου στις γραπτές πηγές). Το αφήνω όμως για την ώρα και ερωτώ τον π. Ευθύμιο πρώτον γιατί θεώρησε τόσο σημαντικές τις γνώμες και τις μαρτυρίες που «τον βολεύουν» και απέρριψε άλλες αντίθετες, όπως π.χ. περί των συγκινητικών προθανάτιων ποιμαντικών λόγων του Σμύρνης και της εν γένει γνήσιας αρχιερατικής θυσιαστικής στάσης του υπέρ του ποιμνίου και της αντίστοιχης προφητικής του αποστροφής στον προκάτοχό του άγιο Πολύκαρπο, του οποίου το μαρτύριο προείδε να μιμείται μετ’ ολίγον. Φυσικά, όλα αυτά στηρίζονται και σε γραπτές μαρτυρίες. Δεν είδα, ωστόσο, τον αμφισβητία του Αγίου να τις προσέχει ιδιαιτέρως. Και η δεύτερη ερώτηση είναι μια πιο δαιδαλώδης, βάσιμη όμως συλλογιστική διαδικασία: πώς θα μπορούσε η Σύνοδος με υποτιθέμενες και αβάσιμες ενδείξεις και εγκλήσεις περί μασονίας και οικουμενισμού να απορρίψει έναν Ιεράρχη, που ούτε εν ζωή δεν καθηρέθη για όλα τούτα; Θα έπρεπε, λοιπόν, αντί να τον αγιοποιήσει, να τον καταδικάσει έστω και μετά θάνατον. Αλλά το επαναλαμβάνω: με ενδείξεις και υποθέσεις να πορευόταν ή με τις ορατές και χειροπιαστές μαρτυρίες ενός φρικτότατου μαρτυρικού τέλους; Οπότε υπήρχαν δυο ενδεχόμενα: ή δεν θα αγιοποιούσαν εξαιτίας του Χρυσοστόμου (από παραδοχή έμμεση και σιωπηρή της προβληματικής του πνευματικότητας εξ απουσίας άλλων τεκμηρίων) και τους υπόλοιπους, αδικώντας έτσι το νέφος των τότε μαρτύρων (εκτός αν για τον Ευθύμιο όλοι ήταν βιαστές ή βλάσφημοι!) ή θα συμπεριελάμβαναν, παρακάμπτοντας την περίεργη φημολογία, και τον μαρτυρικό Επίσκοπο της Σμύρνης στο αγιολόγιο μετά των υπολοίπων. Και ευτυχώς αυτό και έπραξαν τελικά. Άλλωστε, τα «αν» δεν μπορεί να είναι κριτήριο αληθείας, αλλά μάλλον σύγχυσης και ψεύδους. 
«Τό τραγικώτερο ὅμως ἀπό ὅλα αὐτά εἶναι ὅτι οὔτε καί οἱ Ἐπίσκοποι μέχρι τῆς ἀποφάσεως διά τήν ἁγιοποίησί του, ἐγνώριζαν ἤ ἐπίστευαν στήν ἁγιότητα τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης. Αὐτό τό γνωρίζουμε ἀσφαλῶς καί μετά βεβαιότητος ἀπό τά ἀναρίθμητα μνημόσυνα, τά ὁποῖα τοῦ ἐτελοῦσαν μέχρι τήν ἀνακήρυξι τῆς ἁγιότητός του καί μεμονωμένα καί ὁμαδικά οἱ Ἐπίσκοποι. Εἶναι δέ γνωστό τοῖς πᾶσι ὅτι οἱ εὐχές καί τά τροπάρια τοῦ μνημοσύνου ζητοῦν ἀπό τόν Θεό τήν συγχώρησι τῶν ἁμαρτιῶν δι' ὅποιον τελοῦνται καί τήν παράκλησι τῆς Ἐκκλησίας νά κατατάξη ὁ Θεός μετά τῶν δικαίων τήν ἐν λόγῳ ψυχή. Ἄν λοιπόν ἔχωμε τή συνείδησι ὅτι κάποιος εἶναι ἅγιος, τό πρῶτο τό ὁποῖο κάνουμε εἶναι ὅτι σταματοῦμε νά παρακαλοῦμε τό Θεό διά τήν συγχώρησί του καί ζητοῦμε τίς πρεσβεῖες του διά τήν δική μας συγχώρησι»: πρόκειται για άκυρο, ψευδές, σαθρότατο και «πονηρό» επιχείρημα, διότι αντιβαίνει ευθέως στην εκκλησιαστική διαχρονική σχετική πρακτική. Έτσι συμβαίνει σε κάθε περίπτωση. Αν διαβάσει κάποιος τις πολυήμερες τελετές αγιοκατάταξης του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ, θα δει μέχρι την τελευταία στιγμή προ της επίσημης αγιοποίησης να τελούνται μνημόσυνα για την ψυχή του αγίου! Δηλαδή θα έπρεπε η Εκκλησία όσα χρόνια «καθυστερεί» την αναγνώριση της αγιότητας κάποιου να μην του κάνει στο μεταξύ μνημόσυνα; Και πού να σκεφτεί κανείς τι θα γινόταν με κείνους που δεν θα αναγνωριστούν τελικά ποτέ. Απλά θα πήγαιναν αδιάβαστοι! 


Πάμε τώρα και στο πιο καίριο αντεπιχείρημα του π. Ευθυμίου: «ἅπαντες ἐγνώριζαν τίς κατηγορίες περί τῆς μασονικῆς του ἰδιότητος». Άπαντες; Και με αποδείξεις άραγε ή χωρίς; Θα έλεγα από την ταπεινή μου θέση ότι, αν και εισέτι αναπόδεικτο το γεγονός, θα πρέπει να διακρίνουμε, ακόμα και στην περίπτωση που ισχύει, πώς ακριβώς ήταν η Μασονία εκείνη την εποχή και τι συμμετοχή σε αυτήν είχε ο Χρυσόστομος. Να μη γενικεύουμε και να μη δαιμονοποιούμε τα πάντα. Αν θεωρήσουμε ότι και οι Φιλικοί ανήκαν στη μασονία της εποχής τους και πολλοί άλλοι αγωνιστές δι’ αυτών εμυήθησαν στις μυστικές εκείνες οργανώσεις, τότε πώς εξηγείται η μάχη τους πρώτα υπέρ πίστεως και είτα υπέρ πατρίδος; Μήπως κολάστηκαν κιόλας σαν μασόνοι, έστω και εξ αγνοίας; Εν προκειμένω θα επανελάμβανα με τη σειρά μου τη βαθιά πίστη μου στο αγιαστικό αίμα του μαρτυρίου στην περίπτωση του Χρυσοστόμου. Δεν ξέρω αν και κατά πόσο βαθιά μπήκε στη Μασονία, αλλά ένας αρνησίχριστος μασόνος (με τη σημερινή κυρίως έννοια) δύσκολα θα καθόταν με τη θέλησή του να θυσιαστεί. Όχι μόνο θα προγνώριζε από μέρες τι θα συνέβαινε, αλλά και θα προέκρινε ζων να συνεχίσει τους αγώνες του για τη «λατρεμένη» του πατρίδα. Με προβληματίζει πολύ αν σε έναν «αντίχριστο» θα δινόταν υπό Κυρίου η φώτιση της μεγάλης αυτής απόφασης και η χάρη του μαρτυρίου. Αλλά και αν δόθηκε, μήπως τελικά ο Κύριος έσβησε τοιουτοτρόπως τη μασονική ιδιότητα και αμαρτία του ανδρός και τον τίμησε δια της άκρας του ευσπλαχνίας και άρρητης κρίσης προσθέτοντάς του όχι απλά τη συγχώρηση, αλλά και τη χάρη της αγιότητος; Υπενθυμίζω ότι παραμένει αναπόδεικτη η μασονική του ιδιότητα, πράγμα που «άφηνε ελεύθερα» τα χέρια της Ιεραρχίας στο να προχωρήσει στην προκείμενη αγιοκατάταξη και που εξηγεί, σε συνδυασμό με το αμέσως προηγούμενο σκεπτικό, και την «τόλμη» της συγκεκριμένης ενέργειας παρά τις περιρρέουσες ενστάσεις. 
«Καί ἄν αὐτό συνέβη διά τόν Χρυσόστομο Σμύρνης διατί νά μή συμβῆ καί διά τούς ἄλλους ἀνά τούς αἰώνας μαρτυρήσαντες καί θανατωθέντες στό βωμό τῆς πατρίδος, ἐφ' ὅσον καί αὐτοί ἐπολέμουν ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος;»: αυτό είναι άλλο ζήτημα – δεν είναι της παρούσης – στο οποίο μπαίνουν πολλές δυσχερείς παράμετροι. Ήδη αναφέρθηκα στην περίπτωση του Αθανάσιου Διάκου. Αρκεί, θεωρώ. O π. Ευθύμιος, ωστόσο, συνεχίζει με παντοίους τρόπους να υποκαθιστά και να υφαρπάζει τη θεία (και την εκκλησιαστική) κρίση και σκέψη, όπως στην περίπτωση που εύχεται υποδορίως (καταράται μάλλον) την παραδειγματική τιμωρία των αγιοποιησάντων τον Χρυσόστομο και ευθύς αμέσως εκδηλώνει την άμεση απογοήτευσή του, διότι μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί, εφόσον εδώ και καιρό δεν βλέπουμε τον Θεό να εκδικείται τους αιρετικούς! Αστειότητες… Εξακολουθεί και πιο κάτω να βλέπει τη «θεοεγκατάλειψη» των Συνοδικών, που προέβησαν στη «λαθεμένη» αγιοποίηση, σε σωρεία άλλων αιρετικών και εκκοσμικευτικών ενεργειών, από τις οποίες – για να ελαφρύνουμε λίγο το βαρύ κλίμα της αντιπαράθεσης – έχω δυο ενστάσεις: γιατί τον ενοχλεί που σε μέρες κρίσης τους βλέπει «νά συναγωνίζωνται στά ἔργα κοινωνικῆς ὡφελείας» και πώς βλέπει στις βυζαντινές μας μεγαλοπρέπειες «τό μόνο τους γνώρισμα μέ τόν Χριστό καί τήν ὀρθόδοξη παράδοσι νά εἶναι τό ἐξωτερικό ἱερατικό σχῆμα»! 


Πηγαίνω τώρα στην ίδια την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος περί το ζήτημα (1992). Θα κάνω ένα προκαταρκτικό παρενθετικό σχόλιο. Ο γέρων Παΐσιος που ζούσε την εποχή εκείνη, δεν αμφισβήτησε τη συνοδική κρίση της Εκκλησίας. Το Άγιο Πνεύμα δεν τον πληροφόρησε ούτε τον προέτρεψε σε κάτι τέτοιο. Και κάποιοι με περισσή παρρησία, ευκολία και τόλμη (και αυθάδεια ίσως και θρασύτητα) δεν διστάζουν να μιλούν με τόσο «κύρος» και σιγουριά για ζητήματα ανήκοντα στα «ἐν οὐ παικτοῖς». Θλιβερό, αν μη τι άλλο. Παραθέτω την αρχή του Συνοδικού κειμένου: «Τούς ἐν τῷ μετά σώματος βίῳ κατορθώμασιν ἀρετῆς καί μαρτυρικῷ θανάτῳ τελειωθέντας εὐλαβεῖσθαι καί τιμᾶν, ἐτησίοις τε τελεταῖς καί ἐγκωμίοις γεραίρειν ὅσιον καί τῷ τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας πληρώματι λυσιτελέστατον πέφυκεν, ἐπειδή ἡ τούτων μνήμη πρόξενος τυγχάνει ὠφελείας ψυχικῆς καί πνευματικῆς τοῦ Χριστωνύμου πληρώματος. Ἐπειδή τοίνυν τοιοῦτοι τόν βίον καί τήν πολιτείαν ἀνεδείχθησαν καί οἱ ἐν ἔτει 1922 ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ διά τήν ἀμώμητον ἡμῶν ὀρθόδοξον πίστιν μαρτυρήσαντες Ἐπίσκοποι Χρυσόστομος Σμύρνης, Γρηγόριος Κυδωνιῶν, Ἀμβρόσιος Μοσχονησίων, Προκόπιος Ἰκονίου, Εὐθύμιος Ζήλων καί οἱ σύν αὐτοῖς κληρικοί τε καί λαϊκοί ζήσαντες εἰς χρόνους δυσχερεῖς, πιστῶς δέ καί θεαρέστως τόν ἐπίγειον διανύσαντες δόλιχον, ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος…». Βλέπουμε η Σύνοδος να αιτιολογεί ξεκάθαρα αυτό που συνοψίζει λίγο πιο κάτω στη φάση «πρός τήν θεάρεστον πολιτείαν καί τό μαρτύριον τούτων ἀπιδοῦσα». Δεν αναγνώρισε την αγιότητα σε άθεους, άπιστους ή αλλόδοξους ή αμετανόητους βλάσφημους και βιαστές στρατιώτες, εντάσσοντάς τους εν τοις μετά των Επισκόπων συμμάρτυσι, όπως πιο κάτω αφήνεται να υπονοηθεί, αλλά και απερίφραστα διατυπώνεται από τον π. Ευθύμιο. 
Η Σύνοδος, όταν προέβη στην αγιοκατάταξη των 5 Ιερομαρτύρων Επισκόπων, δεν θα μπορούσε, αλλά και δεν θα ήτο εξάπαντος λογικό και σωστό, να αφήσει εκτός «καί τῶν σύν αὐτοῖς κληρικῶν τε καί λαϊκῶν». Εδώ προκύπτει ένα πρόβλημα «ασάφειας» στη διατύπωση και στο περιεχόμενό της, σύμφωνα πάντα με τις του Ευθυμίου και των λοιπών ομοφρόνων ενστάσεις: περιλαμβάνονται άραγε εν αυτή άπαντες οι στρατιώτες και ο σφαγιασθείς εγχώριος πληθυσμός των Ορθοδόξων; Θεωρώ ότι η Σύνοδος άφησε διακριτικά να υπονοηθεί στην αρχή του κειμένου της πως δεν μπορεί να μιλήσει περί άλλων τινων, παρεκτός των θεαρέστως βιωσάντων και μαρτυρικώς τελειωθέντων («ζήσαντες εἰς χρόνους δυσχερεῖς, πιστῶς δέ καί θεαρέστως τόν ἐπίγειον διανύσαντες δόλιχον»). Τώρα πόσοι εξ αυτών συμπεριλαμβάνονται στο «σύν αὐτοῖς» και στην κατηγορία των θεαρέστως διανυσάντων, το γνωρίζει μόνον ο Κύριος, όπως άλλωστε και στην κάθε περίπτωση. Η τεχνήεσσα πρόσθεση κατά την υπονόμευση του χορού των Νεομαρτύρων δόλιων και πλαγίων στην πρόθεσή τους επιχειρημάτων («μέσα δέ σέ αὐτούς, σύμφωνα μέ τήν ἀκολουθία, τήν ὁποία τούς ἔφτιαξαν, ἁγιοποιοῦνται καί οἱ στρατιῶτες καί οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν στίς μάχες μέ τούς Τούρκους. Αὐτό εἶναι πρωτάκουστο καί πρωτοφανές στήν ὀρθόδοξη Παράδοσι») σίγουρα δεν προκύπτει άμεσα από τη Συνοδική απόφαση. 


Θα μπορούσαμε, όμως, και να κλείσουμε ερμητικά τα μάτια, έστω και εκ καλής προαιρέσεως, στην εκούσια «ασάφεια» του επίσημου τούτου συνοδικού κειμένου; Όχι, και πιστεύω ότι από το ίδιο το κείμενο του π. Ευθυμίου μπορούμε να αρυσθούμε απαντητικά και ερμηνευτικά στοιχεία που θα μας διαφωτίσουν σχετικά: «διότι ναί μέν ἔχουμε ἁγίους ἀνώνυμους, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα δέν γνωρίζουμε λόγῳ τοῦ πλήθους, μᾶς εἶναι γνωστός ὅμως ὁ λόγος διά τόν ὁποῖον ἐμαρτύρησαν καί αὐτός ἀκριβῶς εἶναι ἡ πίστις καί ἡ ὁμολογία στόν 'Ιησοῦν Χριστόν». Αυτό ισχύει και εδώ. Στο πλήθος των «σύν αὐτοῖς» δεν μπορούμε εμείς ούτε να δούμε και να πούμε ποιοι ακριβώς είναι ούτε έχει και νόημα λόγω ακριβώς του πλήθους. Εμείς ξέρουμε ότι αυτοί μαρτύρησαν βιαιότατα υπό των ημιάγριων Τσετών όχι μόνο για εθνικούς ή άλλους λόγους, αλλά και για το ότι ήταν Χριστιανοί. Και αυτό αρκεί και για μας και για τον Θεό, ώστε να τους εκλάβουμε ως Μάρτυρες. Εξάλλου, κανείς δεν γνωρίζει τις απόκρυφες σε όλους μας βουλές του παντογνώστη Θεού, ο οποίος ξέρει καλύτερα αν ένας προ ολίγου άθεος ή αιρετικός ή βιαστής ή εν γένει πολύ αμαρτωλός μέσα σε εκείνο το χάος συνήλθε, μετενόησε και στο τέλος ο θάνατός του εξελήφθη ως θυσία όχι απλά καθαρτική, αλλά και εξαγιαστική. Κανείς στο κάτω κάτω δεν γνωρίζει ποιους εν τέλει και πώς ο Θεός κατατάσσει ανάμεσα στους μάρτυρές του ούτε με ποιον τρόπο λειτουργεί η Χάρη Του σε εκάστη περίπτωση, ακόμη και των πιο στυγνών εγκληματιών. 
Ας θυμηθούμε και πάλι τον ορθόδοξο συναξαριστή. Εκεί μέσα βρίσκουμε ημέρες μνήμης ενίοτε πολλών χιλιάδων μαρτύρων (βλ. ενδεικτικά στις 2 Ιούνη τις είκοσι χιλιάδες γυναίκες μάρτυρες• σίγουρα κάποιες απ’ αυτές θα φοβήθηκαν στο τέλος, θα μετάνιωσαν που χάνουν τη ζωή τους, αλλά δεν κάθισε η Εκκλησία ούτε να λεπτολογήσει το ζήτημα με υποχονδρία ούτε θα βρεθεί κανείς να ζητήσει τον λόγο από τον Θεό γιατί θεώρησε μάρτυρα και αυτόν που δείλιασε, που προσπάθησε ίσως να ξεφύγει τον θάνατο, αλλά εν τέλει έχασε τη ζωή του χάριν του Χριστού, ει και ακουσίως πως• το ίδιο μάλλον θα ισχύει και για τους δυόμιση χιλιάδες μάρτυρες στρατιώτες της 19ης του Αυγούστου και για αρκετές ακόμα περιπτώσεις). Άρα δεν μπορεί να επικαλείται ο π. Ευθύμιος ότι λάθεψε η Σύνοδος που συμπεριέλαβε και άλλους μαζί με τους πέντε Επισκόπους. Στο «σύν αὐτοῖς», επομένως, συμπεριλαμβάνονται όσοι έτεροι, κληρικοί και λαϊκοί, κατετάγησαν υπό του μόνου αλάνθαστου Κριτού στη χορεία των απ’ αιώνος μαρτυρησάντων. 
Τα δε «πονηρά» και επαχθή υπονοούμενα του τύπου «στήν ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων, ἐπί παραδείγματι, ὑμνοῦμε ὅλους τούς διά τόν Χριστόν μαρτυρήσαντες ἤ τούς λάθρα βιώσαντες καί εὐαρεστήσαντες τόν Θεό καί ὄχι τούς οἱουσδήποτε πού ἐφονεύθησαν ἤ ἔπραξαν ὁτιδήποτε στήν ζωή των» είναι τουλάχιστον απαράδεκτα και άδικα, ακόμα και κατά το ανθρώπινον, για τους σφαγιασθέντες της Μ. Ασίας. Ανήκουν στους «οἱουσδήποτε πού ἐφονεύθησαν» ο Σμύρνης Χρυσόστομος και ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος, που κατακρεουργήθηκαν και κατατεμαχίστηκαν από το πλήθος; Κατατάσσεται τόσο ανεύθυνα σε όσους «ἔπραξαν ὁτιδήποτε στήν ζωή των» ο ταφείς ζωντανός Κυδωνιών Γρηγόριος; Είναι σίγουρος ότι θα υπέμενε ή δεν θα απέφευγε τέτοια φρικτά μαρτύρια ο π. Ευθύμιος, που γράφει με τόση άνεση, έστω και από το «ασκηταριό» των Αμπελακίων; Έχει δυστυχώς πολλά παραδείγματα καταλείψει η εκκλησιαστική μας ιστορία, που αποδεικνύουν την εν τοις πράγμασι αντιστροφή των μεγάλων λόγων και την ανακολουθία των πράξεων όσων μεγαλορρημονούν ή φωνασκούν ανέξοδα και εκ του ασφαλούς. 


Η αγιομαχία δεν είναι σίγουρα ένα τυχαίο φαινόμενο. Θυμόμαστε όλοι τη λάσπη που έφαγε και μετά την εκδημία του ο άγιος Νεκτάριος από μερίδα ζηλωτών παλαιοημερολογιτών. Να θεωρήσουμε παράλληλους βίους τη σχετική στάση κατά του Χρυσοστόμου Σμύρνης από τους σχισματικούς σύγχρονους αποτειχισθέντες τους εκ νεοημερολογιτών προερχομένους; Αυτό αφήνεται στην κρίση όλων. Θα ήθελα μόνο να προσθέσω ότι δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο διαχρονικά να αμφισβητείται ή να απαξιούται ικανός αριθμός αγίων ακόμα και από ευσεβή μέλη της Εκκλησίας. Ενδεικτικά αναφέρω τον Μ. Κωνσταντίνο από την αρχαιότητα και τον τελευταίο τσάρο της Ρωσίας από το σήμερα. Εγώ ο ίδιος πρόσφατα άκουσα αγιορείτη ηγούμενο να επικρίνει δηκτικά την αγιοκατάταξη του Σέρβου π. Ιουστίνου Πόποβιτς. Δεν έχουν τελειωμό αυτά. Η γνώμη, πάντως, του γράφοντος είναι ότι δεν μπορεί σε τόσο σοβαρά θέματα να αφήσει εύκολα ο Θεός να πλανηθεί η Εκκλησία του. 
Ο ηθικολόγος, που ζει εν ημίν και τον οποίο συναντούμε ευδιακρίτως στο κείμενο του π. Ευθυμίου, δεν μπορεί ούτε τα κρίματα του ελεήμονος Θεού να χωνέψει ούτε τις κακοήθειες της ιστορίας να κατανοήσει ορθώς. Με τα μυωπικά του γυαλιά δεν καταφέρνει να ξεπεράσει το βαθύ του πνευματικό πρόβλημα, τον φαρισαϊσμό και την έλλειψη αγάπης: «στήν περίπτωσι ὅμως τοῦ πλήθους τῶν φονευθέντων στήν Μικρασιατική καταστροφή, ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται ἄν ἔστω καί μερικοί ἀπό ὅλες αὐτές τίς χιλιάδες τῶν φονευθέντων ἐφονεύθησαν διά τόν Χριστό καί ὁ βίος των ἤτο ἀνάλογος μέ τό μαρτύριό τους;». Να ενθυμήσω στον συγγραφέα των αράδων αυτών ότι ούτε ο βίος του ληστή στον Σταυρό ήταν ανάλογος της ένδοξης πρωτιάς που αξιώθηκε στην τιμή τού εν Χριστώ μαρτυρίου. Και αυτό δεν ισχύει φυσικά μόνο για τον ληστή, αλλά γέμει ο συναξαριστής αντίστοιχων περιπτώσεων.

Αν μεταξύ αυτών που ανεγνώρισε ως Αγίους, κρίμασιν οἷς οἶδε μόνος Κύριος η εν λόγω Σύνοδος «αστόχησε», π.χ. κολάστηκε ένας εκ των πέντε Επισκόπων, τότε σίγουρα δεν θα μας ζητήσει ο Θεός την ευθύνη, θα έλεγα ούτε και από τους τότε Συνοδικούς, πολλώ δε μάλλον από τον λαό του, τον υπακούοντα τη επισήμω Εκκλησία. Αυτό ισχύει και για την περίπτωση του «μασόνου» Σμύρνης, αλλά και σε κάθε περίπτωση «λάθους» της επίσημης Εκκλησίας, όπως και των πνευματικών πατέρων σε εξατομικευμένο επίπεδο (εξαιρείται η περίπτωση των προφανών και καταδικασθεισών ήδη επισήμως αιρέσεων και πλανών). Δεν ισχύει όμως το αντίθετο. Δηλαδή είναι δύσκολο στην πολύτροπη «απόρριψη» και πολεμική κατά της Εκκλησίας να αποφευχθεί το λάθος, πολύ δε περισσότερο η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Για του λόγου το αληθές ας δούμε τι αναφέρει σχετικά ο άγιος Σιλουανός, λόγια που κατά τη γνώμη μου δεν είναι καθόλου άσχετα με την περίπτωση: «πριν από την κρίση του οδηγού όμως (σ.σ. εδώ της Συνόδου περί της τελεσίδικης αγιοκατάταξης των εν λόγω ιερομαρτύρων), όταν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πνευματικό φαινόμενο, πρέπει να τηρή αυστηρά την ασκητική αρχή: ‘μη δέχεσαι και μην απορρίπτης’ […] Όταν δεν απορρίπτη ο άνθρωπος, αποφεύγει άλλον κίνδυνο: να αποδώσει τη θεία ενέργεια στους δαίμονες κι έτσι να υποπέση στο αμάρτημα της ‘βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος’, όπως οι Φαρισαίοι […] Ο δεύτερος κίνδυνος είναι φοβερότερος από τον πρώτο, γιατί η ψυχή μπορεί να συνηθίση να αρνήται τη χάρη και να την μισή (σ.σ. εδώ βάλε ειδικότερα Εκκλησία). Και μπορεί μάλιστα να συνηθίση τόσο στην κατάσταση της θεομαχίας, ώστε να είναι προσδιοριστική για την αιωνιότητα αυτή η κατάσταση» (αρχιμ. Σωφρονίου, ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ 1988, σσ. 87-88). Πολύ φοβούμαι ότι η θεομαχία είναι εμφανέστατη και χρόνια σε πολλούς εκ των υποπιπτόντων στην αίρεση της σύγχρονης «αποτείχισης». 
Η ιστορική (και εκκλησιαστική) απαίτηση της μετά θάνατον δικαίωσης των Μαρτύρων της μικρασιατικής τραγωδίας σαρκώθηκε και τελειώθηκε στη Συνοδική τούτη απόφανση. Είναι σίγουρο ότι οι Άγιοι βάλλονται υπό των λυσσαλέων στη ζηλοφθονία τους για τον θρίαμβο της Εκκλησίας δαιμόνων δια λογισμών βλάσφημων, αμφιβολίας και με ποικίλες συκοφαντίες και επιθέσεις. Το είδαμε στην περίπτωση του αγίου Νεκταρίου, το βλέπουμε και τώρα. Είναι κρίμα, ωστόσο, να πέφτουμε στις πλάνες και στις απάτες τους και εμείς, οι γαλουχημένοι από μικροί στην Εκκλησία και, πολύ περισσότερο, οι λειτουργοί της. Θα κλείσω με μια συμβουλή στον π. Ευθύμιο και στους «συν αυτώ», όχι δική μου, του αγίου Σιλουανού και πάλι: «ας παραμείνουμε, αδελφοί, υπάκουοι στους ποιμένες μας, και τότε θα έλθη γενική ειρήνη κι ο Κύριος με το Άγιο Πνεύμα θα μείνη μαζί μ’ όλους μας […] Θα ρωτήση όμως κανείς: ‘αφού το Άγιο Πνεύμα τοποθέτησε τους επισκόπους και τους καθοδηγή, γιατί, λοιπόν, δεν έχομε ειρήνη και δεν προοδεύομε;’ Γιατί δεν σκεφτόμαστε σωστά για την εξουσία που εγκατέστησε ο Θεός, και γι’ αυτό γινόμαστε ανυπάκουοι» (Άγιος Σιλουανός, ό.π., σσ. 437-438). Και μια τελευταία: «να πολεμάς τους εχθρούς (σ.σ. τους δαίμονες) με την ταπείνωση» (ό.π., σ. 483). 
Ας κατανοήσουν όλοι οι εν λόγω αγιομάχοι πως ακόμα και να έσφαλε η Σύνοδος εκείνη, δεν θα μας ζητήσει τον λόγο ο Θεός, ενώ αντιθέτως θα μας βαρύνει το αμάρτημα της βλασφημίας, αν απορρίπτουμε και καθυβρίζουμε και συκοφαντούμε τόσο βάναυσα αδικώντας Μάρτυρες και Ιερομάρτυρες. Πραγματικά, πού θα κρυφτούν και στην εδώ, και κυρίως στην άλλη ζωή, οι πολέμιοι των Αγίων αυτών και οι εν γένει εκκλησιομάχοι; Ισχύει εν προκειμένω η ρήση του π. Πορφυρίου ότι προτιμούσε να κάνει λάθος εντός της Εκκλησίας, παρά να εξέλθει αυτής χάριν λόγων προσωπικών, ακόμη και δικαιοσύνης ή αγιότητος. Ας ακολουθήσουμε τη δική του φωνή και όχι των φλύαρων αγιομάχων και εκκλησιομάχων, ευχόμενοι παράλληλα τη μετάνοιά τους. Αν και κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος και όσα προανεφέρθησαν, μάλλον εδώ δεν πλανάται η επίσημη Εκκλησία, αλλά οι εκτός αυτής… 
Κ.Ν. 
18/9/2013

ΑΦΑΙΡΕΣΗ "ΣΥΡΡΙΖΑ" ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΣΤΗΡΙΓΜΑΤΩΝ;

Αλέξανδρος Κ. Παπαδερός

Παρακολούθησα στην τηλεόραση μέρος της συνέντευξης Τύπου του Αλέξη Τσίπρα στα πλαίσια της Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Τον άκουσα να επικαλείται το Θεό («μα προς Θεού», «για όνομα του Θεού» και παρόμοια). Δεν ενδιαφέρει αν το έκανε συνειδητά ή όχι. Επανέφερε όμως στη μνήμη μου παλιά μου σκέψη και επιθυμία, πού άλλες μέριμνες δεν επέτρεψαν να την ικανοποιήσω. Καθώς όμως το μάθημα των «θρησκευτικών» επανέρχεται και πάλι με ένταση στην πολιτική συζήτηση, προτείνω να το πράξει κάποιος ή κάποιοι, που και αρμοδιότητα έχουν και ευθύνη: 
Να μελετήσουν δηλαδή αγορεύσεις πολιτικών αρχηγών και βουλευτών τόσο στο Κοινοβούλιο, όσο και σε δημόσιους χώρους και να σημειώσουν φράσεις τους με χωρία ή σύμβολα από την Αγία Γραφή ή τον λειτουργικό βίο της Εκκλησίας μας, να συνθέσουν ένα τεύχος (το υλικό που θα συλλέξουν θα είναι σίγουρα πλούσιο), να προσθέσουν φωτογραφίες των ρητόρων ή να επικαλεσθούν τη συνδρομή κάποιου σκιτσογράφου. Το τεύχος να σταλεί στους πολιτικούς μας με το απλό ερώτημα: Αν η Ελλάδα είχε ακολουθήσει τη μόδα και αξίωση της οργανωμένης πια αθεΐας, να τεθεί στο περιθώριο της ζωής μας ο Θεός (βλπ. Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλα πολλά) και τα περί Θεού να γίνουν στο σχολείο σκιώδη, ποιός θα καταλάβαινε τις αγιογραφικές και άλλες σχετικές αναφορές των πολιτικών; Και τελικά: Τί σκοπεύουν να «σπείρουν» στις ψυχές των παιδιών, αν αφαιρέσουν «σύρριζα» όσα πνευματικά στήριξαν τη ζωή του λαού μας στη διαδρομή πολλών αιώνων; 
Η δεξιόστροφη πολιτική στη χώρα μας, θεωρώντας πως έχει την Εκκλησία «στην τσέπη» της, την εκμεταλλεύτηκε παντοιοτρόπως και συνεχίζει να το επιδιώκει. Οι ευρισκόμενοι κάπου στο κέντρο, φαίνεται ν’ αμφιταλαντεύονται και σ’ αυτό το καίριο ζήτημα. Η δε αριστερόστροφη πολιτική δεν φαίνεται να έχει κατανοήσει ακόμη, ότι το μεγαλύτερο «τροχαίο ατύχημα» στην Ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξε το εγχείρημα της θεοκτονίας! Στήριξε την ιδεολογία της σε κατ’ ουσίαν χριστιανικές αξίες κοινωνικού βίου, τις οποίες προσπάθησε ὀμως να εφαρμόσει χωρίς Χριστόν, ακριβέστερα ξανασταυρώνοντας το Χριστό και μυριάδες χριστιανούς (πρώτα στο χώρο της Ορθοδοξίας μάλιστα) και ζητώντας από τους πιστούς να αρνηθούν την πίστη τους, προκειμένου να κερδίσουν «τον κόσμον όλον», το νέο οικοδόμημα δηλαδή, που παρέμεινε ουτοπία, ακριβώς επειδή έσπρωξε στο περιθώριο εκείνες τις δημιουργικές δυνάμεις, που θα μπορούσαν να συμπράξουν δημιουργικά στην οικοδόμησή του. Το «ατύχημα» δυστυχώς συνεχίζεται και μάλιστα σε χθαμαλά πεζοδρόμια. Κρίμα!
Αλέξανδρος Κ. Παπαδερός
τ. Διευθυντής της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ "ΘΕΟΛΟΓΙΑ": "ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ"


Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού Θεολογία (τόμος 84, τεύχος 2, Απρίλιος-Ιούνιος 2013) με αφιέρωμα «Ορθόδοξη Θεολογία και διαθρησκειακός διάλογος-Μέρος Α΄». 
Στο Προλογικό σημείωμα «Το χρέος της μαρτυρίας και η ευθύνη του διαλόγου» ο Σταύρος Γιαγκάζογλου αναδεικνύει την ανάγκη και τις δυνατότητες του διαλόγου της ορθόδοξης θεολογίας με την πολιτιστική και θρησκευτική ποικιλομορφία του σύγχρονου κόσμου. 
Στο πρώτο κείμενο του αφιερώματος «Αλήθεια, Ανεκτικότητα και Μονοθεϊσμός. Είναι δυνατός ένας διαθρησκειακός διάλογος» ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας) αντιπροτείνει μια διαφορετική από την τρέχουσα κατανόηση του Μονοθεϊσμού με βάση τη θεώρηση της Ορθοδοξίας για την αλήθεια στην προοπτική του διαθρησκειακού διαλόγου. 
Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββάτος) στο άρθρο του «Οι Θρησκείες και οι Εκκλησίες παράγοντες ειρήνης, καταλλαγής και αλληλεγγύης» εξετάζει τη θετική συμβολή (και όχι μόνο) της δυναμικής παρουσίας των θρησκειών και των Εκκλησιών στο διάλογο και στην εδραίωση της ειρήνης μεταξύ των ανθρώπων και των λαών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες αλλά και τις προϋποθέσεις και τα προβλήματα αυτού του διαλόγου.  


Στο κείμενο που ακολουθεί με τίτλο «Paul Knitter: Με τη Θεολογία της απελευθέρωσης στο θρησκευτικό πλουραλισμό» ο Επίσκοπος Αβύδου Κύριλλος (Κατερέλος) αναπτύσσει πτυχές της θεολογικής σκέψης του Αμερικανού θεολόγου για τη σωτηριολογική αξία των άλλων θρησκειών, μέσα από την προοπτική της θεολογίας της απελευθέρωσης. 
Ο Πέτρος Βασιλειάδης με το κείμενό του «Διαθρησκειακός Διάλογος και Θεολογία των Θρησκειών» αποτυπώνει με συντομία την προβληματική του επιστημονικού συμποσίου που έλαβε χώρα στην Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 2013 και του οποίου τα κείμενα δημοσιεύονται στο παρόν αφιέρωμα του περιοδικού. 
Ο Γεώργιος Μαρτζέλος στο άρθρο του «Η θεολογία του σπερματικού λόγου και η σημασία της για τους θεολογικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους» αποπειράται με αφετηρία τη θεολογία για το «σπερματικό λόγο» του φιλοσόφου και μάρτυρος Ιουστίνου να αναδείξει τη θετική στάση της Ορθοδοξίας στο διαθρησκευτικό διάλογο. 
Στη μελέτη που ακολουθεί με τίτλο «Ο διαθρησκειακός διάλογος και η παγκόσμια Σωτηρία» ο π. Εμμανουήλ Κλάψης, αφού αναδείξει τη χρησιμότητα του διαλόγου για τις σύγχρονες κοινωνίες και τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας σ’ αυτόν, επιχειρεί μια θεολογική προσέγγιση των θρησκειών σε μια σωτηριολογική προοπτική, επισημαίνοντας τον ρόλο του Αγίου Πνεύματος στη μετάδοση της χάριτος στους μη χριστιανούς. 


Ο Μόσχος Γκουτζιούδης στο άρθρο του «Η περί αφέσεως και ιωβηλαίου διδασκαλία της Κ.Δ. ως βιβλικό θεμέλιο για μια θεολογία των θρησκειών», αφού εξετάσει επιμέρους βιβλικές θεωρήσεις για την άφεση των αμαρτιών, επικεντρώνεται στη θεώρηση της άφεσης, η οποία συντελείται αυτόματα χωρίς να συνδέεται με τον θάνατο του Ιησού. Αυτή η προσέγγιση σε συνδυασμό με τον θεσμό του Ιωβηλαίου (για την απονομή κοινωνικής δικαιοσύνης) προτείνεται ως το βιβλικό θεμέλιο για τη διαμόρφωση μιας θεολογία των θρησκειών. 
Ο Παύλος Βασιλειάδης στο άρθρο του με τίτλο «Καινοδιαθηκικές μαρτυρίες για μια θεολογία των θρησκειών» παρουσιάζει αναφορές από την Καινή Διαθήκη (π.χ. η προσκύνηση των μάγων, ο διάλογος με την Σαμαρείτισσα) προς την κατεύθυνση της συγκρότησης μιας θεολογίας των θρησκειών. 
Ο Στυλιανός Χαραλαμπίδης στο μελέτημά του «Προς έναν διάλογο των θρησκειών. Η μαρτυρία της πατερικής παράδοσης (Εισαγωγικό σχεδίασμα)» επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν τη συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ. 
Ο π. Ιουστίνος Κεφαλούρος στο άρθρο του «Διαθρησκειακές προσεγγίσεις: από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄ ως τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄», αφού αναδείξει τη σπουδαιότητα του διαλόγου, αποτυπώνει ορισμένες σημαντικές πτυχές της συμβολής των Πατριαρχών Αθηναγόρα και Βαρθολομαίου στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κίνησης και στην προοπτική του διαθρησκειακού διαλόγου. 


Στο άρθρο με τίτλο «Κοινωνικές και οικονομικές παράμετροι του διαθρησκειακού διαλόγου» ο Στυλιανός Τσομπανίδης εξετάζει ορισμένες, συχνά αθέατες, πτυχές οι οποίες έχουν επιπτώσεις στο διάλογο μεταξύ των θρησκειών με ιδιαίτερη αναφορά στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κίνησης και της παρουσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. 
Η Αγγελική Ζιάκα στο άρθρο που ακολουθεί με τίτλο «Για μια θεολογία των Θρησκειών. Γεννάδιος Σχολάριος και ο συμφιλιωτικός του λόγος με το Ισλάμ» επιχειρεί μια πρότυπη ανάγνωση των λόγων του Γενναδίου, ο οποίος παρουσιάζεται ως κατ’ εξοχήν ποιμαντικό παράδειγμα σταθερότητας στην ορθόδοξη πίστη αλλά και σεβασμού προς τον μουσουλμάνο συνομιλητή του. 
Ο π. Λάμπρος Καμπερίδης στο άρθρο του «Ησυχασμός και Σουφισμός» αποπειράται μια ιστορική μελέτη της πιθανής συνάντησης των δυο παραδόσεων στην εποχή της σύγκρουσης του Χριστιανισμού και του Ισλαμισμού στη Μ. Ασία κατά τον 14ο αιώνα. 
Στη στήλη Ιδιόμελα φιλοξενείται το κείμενο του Μάριου Μπέγζου «Αναστάσιος Γιαννουλάτος: Ο φωτιστής των λαών», με το οποίο σκιαγραφεί τη πολυσχιδή προσωπικότητα και συμβολή του σημαντικού αυτού Ιεράρχη στην Εκκλησία, στην επιστήμη (ιεραποστολική και θρησκειολογία), στην ειλικρινή γνωριμία και στο διάλογο με τις άλλες θρησκείες. 


Τὸ τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ συμπληρώνεται μὲ τὶς πλούσιες μόνιμες στῆλες. Τὰ Θεολογικὰ Χρονικά, ὅπου περιλαμβάνονται ἀναφορὲς σὲ ἐπιστημονικὰ συνέδρια, θεολογικὰ γεγονότα, ἀνακοινωθέντα καὶ πορίσματα συνοδικῶν συνδιασκέψεων, τὰ Περιοδικὰ Ἀνάλεκτα, ὅπου γίνεται σύντομη ἐπισκόπηση τῶν ἑλληνικῶν καὶ ξένων θεολογικῶν περιοδικῶν, τὸ Βιβλιοστάσιον, ὅπου δημοσιεύονται βιβλιοκριτικὰ δοκίμια καὶ παρουσιάσεις θεολογικῶν μονογραφιῶν, βιβλίων καὶ λοιπῶν ἐκδόσεων καί, τέλος, τὸ Ἀναλόγιον, ὅπου δημοσιεύεται ἐνημερωτικὸ δελτίο πρόσφατων θεολογικῶν ἐκδόσεων. Τὸ ἑπόμενο 3ο τεῦχος τῆς Θεολογίας γιὰ τὸ ἔτος 2013 θὰ εἶναι ποικίλης θεολογικῆς ὕλης καὶ θὰ κυκλοφορήσει τὸν προσεχῆ Δεκέμβριο.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ


Μέσα στο προβληματισμό που δημιουργήθηκε με το αν πρέπει η όχι να υπάρχει το μάθημα των θρησκευτικών, αλλά και ποια μορφή χρειάζεται να έχει, ξαναβγήκε στο προσκήνιο, εντελώς απροκάλυπτα αυτή τη φορά, η έντονη ιδεολογική διαμάχη ενός συντηρητικού σκληροπυρηνικού θρησκευτικού πυρήνα και μιας προοδευτικής ομάδας πολιτών. Με δηλώσεις, τοποθετήσεις, αντεγκλήσεις για ένα θέμα που δεν άφορα κανέναν άλλο παρά μόνο την εκπαιδευτική κοινότητα. Και τραβά κορδόνι… σε εποχή κρίσεων. 
Πώς φτάσαμε όμως μέχρι εδώ; Τα πράγματα είναι απλά! 
Από το 1900 και μετά στην Ελλάδα εμφανίστηκαν μικρές ομάδες πιστών χριστιανών με επικεφαλής κληρικούς και λαϊκούς θεολόγους οι οποίοι είχαν σπουδάσει ή είχαν έρθει σε επαφή με θεολόγους που είχαν σπουδάσει σε Προτεσταντικές Θεολογικές Σχολές του εξωτερικού. Με όραμα τον επανευαγγελισμό της Ελλάδας στο πέρασμα των χρόνων δημιουργήθηκαν θρησκευτικά σωματεία και οργανώσεις. Με την πάροδο του χρόνου απέκτησαν δύναμη και εξουσία. Φυσικά η διαστρεβλωμένη προτεσταντική διδασκαλία τους, απομόνωνε εντέχνως κομμάτια από την Καινή Διαθήκη ερμηνεύοντας αυτά κατά το δοκούν, ενώ πολλές φορές η διδασκαλία τους και οι αρχές τους διέφεραν εντελώς από τη διδασκαλία του Ευαγγελίου. Εξυπηρετώντας ταυτόχρονα διαφόρους άλλους σκοπούς, εξαπλωνόταν σαν τερηδόνα μέσα στην ελληνική κοινωνία. Έτσι κάποιοι άνθρωποι καλή τη πίστη πείστηκαν για την αγαθότητα των σκοπών τους και τους ακολούθησαν. Εάν όμως βρισκόταν κάποια αντίθετη άποψη που προκαλούσε αφύπνιση ή εμπόδιο στα σχέδια του οργανωσιακού πυρήνα, υπήρχε άριστος μηχανισμός φίμωσης των αντιφρονούντων με συνοπτικές διαδικασίες. Έτσι ταλαιπωρούνταν άδικα άνθρωποι, ενώ κάποιοι πιστεύοντας ότι είναι χριστιανοί ελαφρά τη καρδία καμάρωναν στην Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία απολαμβάνοντας του σεβασμού κλήρου και λαού. Μέσα σε αυτό το κλίμα το μάθημα των θρησκευτικών – πως ήταν άλλωστε δυνατόν να ξεφύγει;- διδασκόταν τότε με τρόπο κατηχητικό. Προτείνονταν μάλιστα από τους διδάσκοντες της εποχής πολύ σκληρές γραμμές και πρακτικές προκειμένου κάποιος να κερδίσει τον πολυπόθητο παράδεισο και να γλιτώσει από τα υψηλής θερμοκρασίας καζάνια της κολάσεως. 
Οι αντιδρώντες σήμερα στο μάθημα των θρησκευτικών είναι συνήθως οι άνθρωποι που αντιδρούν σε ότι έχει σχέση με την εκκλησία, φτάνοντας πολλές φορές εγνωσμένα σε ουτοπικές και ανεφάρμοστες προτάσεις. 
Για να πούμε όμως και του στραβού δίκαιο οι άνθρωποι που αντιδρούν δεν έχουν πάντα τόσο άδικο, ούτε είναι κακοί και αρνητές, άνθρωποι πληγωμένοι είναι. Οι τότε δάσκαλοι, τους οδήγησαν σε μια λανθασμένη εικόνα και σε τραγικές παρανοήσεις για το τι είναι Χριστιανισμός και τι Εκκλησία. Στάθηκαν άτυχοι και σε κακή ιστορική συγκυρία -όπως και τόσοι άλλοι άνθρωποι μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας- όταν από τις δεκαετίες του 1930 ως το 1980 και λιγότερο μετά, γιατί «έφαγαν με το κουτάλι» όλη την «κατήχηση» από τις θρησκευτικές οργανώσεις. Φυσική συνέπεια ήταν ψυχικά συμπλέγματα, ιδεολογικές αγκυλώσεις και τραυματικά βιώματα της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, που δημιουργήθηκαν στους ανθρώπους αυτών των γενεών, να τους οδηγούν στις απόψεις που εκφράζουν σήμερα. 
Είναι λοιπόν κατά ένα μέρος λογικό, να είναι επιφυλακτικοί με το μάθημα των θρησκευτικών. Κανείς σώφρων άνθρωπος δε θα ήθελε να ταλαιπωρηθεί το παιδί του βάζοντας το σε κίνδυνο να πιστέψει λανθασμένες θεωρίες, που κάποτε διδάχτηκε και ο ίδιος. 
Η λογική της απόρριψης των πάντων είναι και αυτή μια άμυνα, η οποία πολλές φορές επιλέγεται ακούσια ως η καλύτερη λύση, προκειμένου να ιαθούν τα τραύματα και να επουλωθούν πληγές. Θα ήταν όμως ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από την πλευρά των αντιδρώντων στο μάθημα των θρησκευτικών, να γίνει μια έρευνα για την διδακτέα ύλη αλλά και το πώς διδάσκεται σήμερα το μάθημα από τους νεότερους θεολόγους. Ίσως και με μια εξ΄ αρχής ανάγνωση του Ευαγγελίου, ανακαλύψουν ότι οι πεποιθήσεις τους δεν διαφέρουν και πολύ απ' όσα είπε ο Χριστός. 
Ελεύθ. Ε Πολίτης

ΔΙΕΘΝΕΣ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΟ ΜΑΡΙΑ ΧΑΤΖΗΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


Μία θεολόγος βραβεύτηκε για εργασία της πάνω στον παγκόσμιο συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη. Η Μαρία Χατζηαποστόλου απέσπασε το Διεθνές Βραβείο Επιστημονικής Εργασίας της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, για τη μελέτη της «Το πρόσωπο του Χριστού στον Καζαντζάκη». 
Σύμφωνα με σχετικό δελτίο τύπου: 
Η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (ΔΕΦΝΚ), τιμώντας τη μνήμη του μεγάλου Κρητικού, θέσπισε το 2012 «Διεθνές Βραβείο Νίκου Καζαντζάκη», με σκοπό τη βράβευση ενός ατόμου (ή μιας ομάδας) για πρωτότυπο γραπτό έργο (διδακτορική διατριβή ή μελέτη ή έρευνα ή λογοτεχνικό κείμενο) ή πρωτότυπη καλλιτεχνική δημιουργία, εμπνευσμένα από το έργο ή τη ζωή του συγγραφέα. Η πρώτη προκήρυξη του βραβείου ορίστηκε για το έτος 2013 και για γραπτό έργο. Αυτή η προκήρυξη προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον: 42 υποψήφιοι έστειλαν έργα τους στα αγγλικά, γαλλικά, ελληνικά και ισπανικά. Η Συντονιστική Επιτροπή της ΔΕΦΝΚ, επέλεξε δέκα έργα, τα οποία υπέβαλε στην Επιτροπή Κρίσης. 
Στις 31 Αυγούστου 2013, η Επιτροπή Κρίσης αποφάσισε ομόφωνα να απονείμει: 

Η θεολόγος Μαρία Χατζηαποστόλου
α) Το Διεθνές Βραβείο Επιστημονικής Εργασίας στη Μαρία Χατζηαποστόλου (Ελλάδα) για τη μελέτη της «Το πρόσωπο του Χριστού στον Καζαντζάκη». Η βραβευθείσα είναι θεολόγος και διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση. Το έργο της αναφέρεται στη σχέση του Νίκου Καζαντζάκη με το Θεό και ειδικότερα με το πρόσωπο του Χριστού, αλλά και στην αέναη αναζήτηση της ανυπότακτης ψυχής του.
β) Το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνικού κειμένου στη Marta Silvia Dios Sanz (Αργεντινή) για τη νουβέλα της «La Mirada oblicua» [«Το πλάγιο βλέμμα»]. Η βραβευθείσα είναι υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Η νουβέλα της, εμπνευσμένη απί τη σκέψη του Καζαντζάκη, περιγράφει τη σταδιακή αφύπνιση τεσσάρων νεαρών Ελλήνων που αναζητούν ένα δημιουργικό τρόπο ζωής, βιώνοντας οι ίδιοι εμπειρίες από το έργο του. 
Η Μαρία Χατζηαποστόλου στο άκουσμα αυτής της είδησης δήλωσε: 
Ευχαριστώ από καρδιάς τη «Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη» για την ύψιστη τιμή προς το πρόσωπό μου με τη βράβευση της μεταπτυχιακής διατριβής μου «Το πρόσωπο του Χριστού στο Νίκο Καζαντζάκη» με το «Α' Διεθνές Βραβείο Νίκος Καζαντζάκης». Και μόνο που τούτο το κορυφαίο βραβείο φέρει τ' όνομα του μεγάλου Κρητικού στοχαστή με συγκινεί βαθύτατα και με γεμίζει μ' ευθύνη... Αφιερώνω αυτό το βραβείο στους δασκάλους μου της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. και ιδιαίτερα στο δάσκαλό μου κ. Χρυσόστομο Σταμούλη με την υπόσχεση να «φτάνω πάντα όπου δεν μπορώ». 
Η Ιδιωτική Οδός συγχαίρει θερμά την συνάδελφο θεολόγο γι' αυτόν τον διεθνή άθλο της, ο οποίος αποκτά πλέον μιαν άλλη διάσταση: Ο Νίκος Καζαντζάκης χάρη και στη Μαρία βγαίνει από την θεολογική απομόνωση στην οποία είχε περιέλθει λόγω των γνωστών αγκυλώσεων "εκκλησιαστικών κύκλων" και εξετάζεται πια σοβαρά, επιστημονικά, διαθεματικά η σχέση του με τη θρησκεία και δη με το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού.

Η Μαρία Χατζηαποστόλου με τον δάσκαλο της Χρυσόστομο Σταμούλη, καθηγητή Α.Π.Θ.

Παραπέμπουμε σ' ένα δείγμα δουλειάς της Μαρίας Χατζηαποστόλου για το θέμα αυτό. Πρόκειται για απόσπασμα από τη βραβευμένη πλέον μεταπτυχιακή της διατριβή, που αποτέλεσε εισήγηση σε σύναξη της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη του τμήματος Ηρακλείου, στις 2 Απριλίου 2012, στο Ηράκλειο. 
Με την ευκαιρία της βράβευσης της η Μαρία Χατζηαποστόλου, η οποία είναι μαχόμενη θεολόγος στη μέση εκπαίδευση (διδάσκει στο γυμνάσιο και λύκειο του χωριού Μοχού της Κρήτης), παραχώρησε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη σε ηλεκτρονικό περιοδικό, την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Αφιερώνουμε στη Μαρία με αγάπη ένα τραγούδι: Πού είναι ο Θεός; με την μαγική Φλέρυ Νταντωνάκη σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Οι στίχοι είναι του Νίκου Καζαντζάκη από τον θρυλικό «Καπετάν Μιχάλη». 
Π.Α.Α. 
Δείτε εδώ την σχετική με το τραγούδι παλαιότερη ανάρτηση μας.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΩΣΤΑ ΝΟΥΣΗ: ΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Μιχαήλ Άγγελος, Δευτέρα Παρουσία (λεπτομέρεια)

Αίρεση και Ορθοδοξία: τρόποι βίου ή διανοητικές σχηματοποιήσεις; 
(εξ αφορμής της νεογέννητης αίρεσης της σύγχρονης αποτείχισης) 
Έπιασα στα χέρια μου το «αλφαβητάρι της πίστης» του Χ. Γιανναρά – να μη σπεύσουν οι καλοθελητές να με χαρακτηρίσουν γιανναρικό, διότι ήδη το έπραξε ο τάλας τελεβάντος και επειδή οι φίλοι και γνωστοί μου γνωρίζουν πως κάθε άλλο παρά θα μου ήταν συμβατός ο εν λόγω επιθετικός προσδιορισμός – και ομολογώ ότι θαύμασα για πολλοστή φορά την εύστοχη και εύστροφη ανάλυση του μεγάλου αυτού σύγχρονου διανοητή και θεολόγου για τον ορισμό της αίρεσης και της ορθοδοξίας. Ήταν φυσικό και επόμενο να μου φέρει στον νου μνήμες πρόσφατων γεγονότων και σύγχρονων εκκλησιαστικών προσώπων, που ερωτοτροπούν ανεπίγνωστα με την αίρεση, το σχίσμα και με κάθε πλάνη, πνευματικές ασθένειες και καρκινώματα, τα οποία σε αποκόπτουν από το ζωοποιό Σώμα του Κυρίου, με αναπόδραστη και φυσικότατη εξέλιξη τον αργό ή γρήγορο πνευματικό θάνατο των πασχόντων αυτών μελών του Κυρίου. 
Λέει ο φωτιστής αυτός των σύγχρονων θεολογικών, φιλοσοφικών και γλωσσικών μας πραγμάτων (ανεξάρτητα από τα ποικίλα σχετικά του, αναπόφευκτα κατά το ανθρώπινον αστοχήματα): «στη γλώσσα των σημερινών ανθρώπων η λέξη ορθοδοξία έχει το νόημα της προσκόλλησης σε κάποιο δόγμα, στο γράμμα μιας ιδεολογίας» (εκδ. Δόμος, 2006, σ. 223). Ο δογματισμός αυτός φαίνεται ξεκάθαρα σε όλους τους εραστές των αποτειχίσεων και κάθε σχισματικής εκτροπής. Συντηρητικότητα, δογματισμός, διανοητική και συναισθηματική σκλήρυνση και ακαμψία είναι λίγοι πενιχροί χαρακτηρισμοί που σημαίνουν τη βαθύτερη πνευματική αλλοίωση των ανθρώπων αυτών. Συνεχίζει λίγο πιο κάτω με τη φωτογραφική του πένα: «όσοι δεν τολμούν ή δεν μπορούν να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο μέσα στη ζωή, προσκολλώνται φανατικά σε κάποια ορθοδοξία. Αντλούν κύρος, αυθεντία και τελικά εξουσία ως εκπρόσωποι και διαχειριστές της γνησιότητας – υπερασπιστές των τύπων, ερμηνευτές του γράμματος. Τελικά μεταβάλλουν την όποια ορθοδοξία σε ‘προκρούστεια κλίνη’, όπου ακρωτηριάζουν τη ζωή για να την προσαρμόσουν στις απαιτήσεις του δόγματος». Πράγματι, η μετάλλαξη της ζωής, της πίστης και της εμπειρίας σε σχηματοποιημένες αράδες λεκτικών διατυπώσεων και η λατρεία των εν λόγω γραμμάτων, τα οποία οι ίδιοι ερμηνεύουν αθέμιτα, άκομψα, άστοχα και άκυρα, τους μετακινούν εξάπαντος εκτός της Εκκλησίας και της αλήθειας της και τους οδηγούν σε ακρότητες που, ει δυνατόν, να μην περιορίζονταν απλά στον ακρωτηριασμό της ζωής (σ.σ. και της Εκκλησίας), όπως υπογραμμίζει ο Γιανναράς, αλλά να επεκτείνονταν και στους φορείς της (συνήθως Επισκόπους, ενάντια στους οποίους προπαντός ξεβράζεται μια πάντη άλογος κακότητα). 
Όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο θεολόγος φιλόσοφος σε κάθε ευκαιρία, εκφράζοντας εν προκειμένω την εκκλησιαστική παράδοση, η αίρεση και η ορθοδοξία είναι κατά βάσιν τρόποι του βίου, θέματα ζωής, γεγονότων, εμπειριών και πραγμάτων και κατά δεύτερον, δευτερεύοντα εξάπαντος, προβλήματα θεωρητικών σχημάτων και διατυπώσεων. Όταν, όμως, παύει η εκκλησιαστική εμπειρία να βιούται ως δει, τότε αρχίζουν οι ατελέσφορες αντιδικίες και οι μωρές συζητήσεις και εκζητήσεις της ακρίβειας των λεκτικών μορφωμάτων, σε κάθε περίπτωση έξω και σε βάρος της ίδιας της ζωής, της πραγματικότητας, της αγάπης. Στον αντίποδα των προαναφερθέντων, ο μέγας Πορφύριος, ως και άπαντες οι σύγχρονοι φωστήρες του ορθόδοξου αγιότατου γεροντισμού, μάς δίδαξαν λόγοις τε και έργοις τη μεγάλη αλήθεια της καθολικότητας του εκκλησιασμού ως του κατεξοχήν κριτηρίου της Ορθοδοξίας και της ορθοπραξίας. Οι ίδιοι δεν απετειχίσθησαν ποτέ, ένιοι δε εξ αυτών αγανακτούσαν και μόνο στο άκουσμα ενός τέτοιου απευκταίου ενδεχομένου. Έρχεται με τη σειρά του και ο χαρισματικός σύγχρονος λαϊκός θεολόγος να επικυρώσει με τη γραφίδα του τη μεγάλη τούτη αλήθεια: «είναι σαφέστατες οι μαρτυρίες από τα κείμενα των πρώτων αιώνων που βεβαιώνουν ότι η καθολική Εκκλησία είναι το κριτήριο της ορθοδοξίας, και όχι η ορθοδοξία κριτήριο της καθολικής Εκκλησίας. Προϋπόθεση ορθοδοξίας είναι η μετοχή στην καθολική Εκκλησία, όχι η εμμονή στην ορθότητα θεωρητικών διατυπώσεων» (σσ. 225-226). 
Τι βλέπουμε να κάνουν οι σύγχρονοι αποτειχισμένοι του παλιού ή και του νέου εορτολογίου; Εξέρχονται των ορίων της Εκκλησίας, αυτό – αφ – ορίζονται (σε κάποιες περιπτώσεις επικυρούται τούτο και επισήμως, ως με τον Ράσκας, τον π. Ευθύμιο και τον Σωτηρόπουλο) και στη συνέχεια τανύουν ερμηνευτικά τα κείμενα και τα ιστορικά γεγονότα, προσαρμόζοντάς τα στις αμαρτωλές τους εκκλησιοαποσχιστικές ορέξεις. Ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ και όλη μας η Παράδοση έβλεπε το σχίσμα και την αίρεση στην εκκλησιολογική τους σχιζοειδή συνωνυμία, να μην πω σχεδόν ταυτότητα, πάνω στην ορατή δυσειδή τους απόληξη του αφίστασθαι από την κοινωνία της αγάπης και την ενότητα του Σώματος του Κυρίου, της Εκκλησίας: «οπωσδήποτε, η αίρεση εκδηλώνεται όχι μόνο ως γεγονός (με την πράξη του σχίσματος), αλλά και ως θεωρητική διδαχή. Οι αιρετικοί (σ.σ. και οι σχισματικοί) διδάσκουν μιαν ‘αλήθεια’ που δεν ανταποκρίνεται στην εμπειρία και πίστη της καθολικής Εκκλησίας» (σ. 226). 
Άραγε ανταποκρίνεται η επισήμανση του σημερινού διαπρεπούς διανοητή στην αλήθεια των πραγμάτων; Μια απλή, θεωρώ, ματιά στον σχισματικό μας περίγυρο είναι υπέρ το δέον πειστική. Για παράδειγμα, οι παλαιοημερολογίτες ανήγαγαν την ημερολογιακή μεταβολή σε δογματικό ζήτημα, όταν πια εξαντλήθηκαν τα σενάρια της υποταγής στον Πάπα Ρώμης. Οι εκ του νέου εορτολογίου (μέλλοντες ή ήδη) αποτειχισμένοι και αφορισμένοι και καθηρημένοι ακολουθούν, όπως ήταν αναμενόμενο, παράλληλο βίο και ομόλογη διαστροφική και καταστροφολογική εκκλησιολογία. Ψάχνουν εμμόνως δηλώσεις γραπτές και προφορικές, κατά το έθος Ιεραρχών, συμπροσευχητικά και συλλειτουργικά δρώμενα και πάσα άλλη εμπράγματη ή φαντασιοκοπική παράβαση, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν την «υπερορθόδοξη» στάση τους και την «ευλογημένη» αγωνιστικότητά τους, η οποία αφορμάται από την εωσφορική (ασύνειδη ή και προχωρημένη όζουσα) αίσθηση της φαρισαϊκής τους (ή και βλακογενούς απλά) «καθαρότητας». Και όλα τούτα τα βαπτίζουν προσυνοδικώς – μάλλον ασυνοδικώς ή υπερσυνοδικώς –προδοσία της πίστεως και αιρετικές παρεκκλίσεις επίσημες και δημόσιες. 
Υπεράνω αυθιστάμενοι (διό και αφιστάμενοι) της Εκκλησίας και πάντων των σύγχρονων θεοφόρων Πατέρων (Πορφυρίου, Παϊσίου, Ιακώβου κλπ.), κατοχυρώνονται αθέσμως, αθεμίτως και εκνόμως πίσω από Κανόνες και προηγούμενα της εκκλησιαστικής ιστορίας, τα οποία με αγαστώς άνομη και ασυνείδητη προχειρότητα, τόλμη, αυθάδεια και αυθαιρεσία ονειρεύονται ότι τα επαναλαμβάνουν, αξιεπαίνως μιμούμενοι και εν πολλοίς υπερβαίνοντες. Αυτοδικαιώνονται εκμανέντες και εκστασιασμένοι (ένιοι καθαρώς αφηνιασμένοι) σε ιστορικές ονειρώξεις περί αναβίωσης των ημερών και των αγώνων των ιωαννιτών και των μαρτυρησάντων επί Βέκκου αγιορειτών πατέρων. Απορείς ευλόγως γιατί η ερμηνεία περί του υποχρεωτικού του ΙΕ΄ Κανόνος του Τρικαμηνά να γίνει δεκτή ως ορθότερη εκείνης περί του προαιρετικού του χαρακτήρα, στην οποία προβαίνει ένα μέγεθος σαν εκείνο του π. Επιφάνιου Θεοδωρόπουλου. Δεν κατανοείς επίσης πώς γίνεται κάποιος να επικαλείται ως πνευματικό πατέρα ή δάσκαλό του τον Καντιώτη και να μην ακολουθεί το παράδειγμά του της μη αποτείχισης. Αν όλα τούτα δεν συνιστούν διαστροφικές ψυχικές διεργασίες, τότε τι άλλο θα μπορούσαν να είναι; 
Οι παρασυναγωγές, που στήνονται από αρχομανείς κληρικούς και φονταμενταλιστές ή και βεβαρημένους με ποικίλα συμπλέγματα και ψυχοπαθολογικά προβλήματα λαϊκούς, έχουν σαφή και ευδιάκριτα τα χαρακτηριστικά της αίρεσης: έλλειψη αγάπης, κρυφή έπαρση πνευματικής υπεροχής, ακατάσχετη βλασφημία, βογομιλική ιδέα περί καθαρότητας, απέχθεια στην εκκοσμικευμένη κατ’ αυτούς θεσμική Εκκλησία, ελιτιστική νοοτροπία έναντι της «ακάθαρτης» επίσημης Εκκλησίας, εκκλησιολογική υποχονδρία, το δε χείριστον, ακύρωση του δομικού στοιχείου της εκκλησιαστικής χαρισματικής ταυτότητας: της εν Χριστώ ενότητας. Σε μια εξωγήινη ιδιωτική τους πνευματική σφαίρα, αυτοϊκανοποιούνται αναλισκόμενοι σε κωμικοτραγικά αλληλολιβανίσματα και ατέρμονες αργολογικές ιεροκατακρίσεις, ύβρεις, βωμολοχίες και απαξιώσεις (κατά το πλείστον ρασοφόρων). Θλιβεροί μέσα στην εξωτερίκευση της απωθημένης δυστυχίας και των συνδρόμων τους, μερικοί εξ αυτών εκτίθενται σε βαθμό οίκτου, προβάλλοντας ad extra την πνευματική τους γυμνότητα, τη βλαμμένη τους ευλάβεια, τη νοητική τους ανωριμότητα (ένιοι και ανεπάρκεια), την ανεκδιήγητη φαιδρότητα και φρενοβλάβειά τους, τη διαταραχή της προσωπικότητάς τους, τη μικρότητα και αναξιοπρέπειά τους, την κακεντρέχεια και τη ζηλοφθονία τους, τον πολύτροπο δαιμονισμό τους. Με ανυπόστατους αγιoδοκητικούς και πνευματόσχημους προσδιορισμούς (π.χ. πρύτανης των θεολόγων, ακαθαίρετος πύργος, λέων της ορθοδοξίας) αλληλοδιογκώνουν το εγώ τους και παγιώνονται στις ακαλαίσθητες πλάνες τους. Ακόμα περιμένουμε να δούμε αν και με ποιον τρόπο οι θέσεις του Αυστραλίας κλόνισαν το δόγμα της αναμαρτησίας του Κυρίου και πόσο αυτό έθιξε την ορθόδοξη δογματική και την εκκλησιαστική ευταξία. Δεν μπορούμε, επίσης, να κατανοήσουμε γιατί και πώς ο Σωτηρόπουλος τη μια μέρα ευλογούσε τη Χ.Α. και μετά αναδιπλώθηκε με έμμεση καθαίρεση των εθνολατρικών της θέσεων, πράγματα ανερμήνευτα που στοίχισαν, ωστόσο, μια κατάφωρα άδικη και υβριστική επίθεση από την πλευρά του ενάντια στον σεπτό Επίσκοπο της Σιάτιστας. 
Το χθαμαλότατο πνευματικό τους επίπεδο, η χυδαιότητα του ήθους και του λεξιλογίου τους, η ακόρεστη επιθετικότητα, κακότητα και (ιερο)κατάκριση, η αναίδεια, η μνησικακία, η γραφικότητα, οι σχιζοειδείς αντιδράσεις, oι εκστομίσεις καταρών, οι ψυχωτικές εκρήξεις, η χαιρεκακία και ο φθόνος, ο άλογος θυμός και η ακάθαρτη οίηση, η έλλειψη σοβαρότητας και ευγένειας, το δε χείρον, η απουσία ταπείνωσης και αγάπης, είναι απλά δείκτες της αιρετικής και δαιμονικής τους πνευματικότητας. Θα ταραχτούν σίγουρα τόσο με τον χαρακτηρισμό του ως δασκάλου, όσο και με τα γραφόμενά του που θα παραθέσω ευθύς: «οι ίδιοι στερούνται τραγικά το ήθος της ορθόδοξης αλήθειας»• διότι σ’ αυτήν τη φράση αντικατοπτρίζεται η πνευματική τους γύμνια, την οποία με περισσή ξετσιπωσιά ουκ ολίγοι εξ αυτών επιδεικνύουν επιτιθέμενοι αναιδέστατα και επί προσωπικών επιπέδων και ιδιωτικών σφαιρών της ζωής των αντιφρονούντων και αντιστρατευομένων τον δικό τους παραλογισμό. 
Αναρωτιέσαι εύλογα: στις σέκτες προσχωρείς επειδή είσαι ήδη άρρωστος ή νοσείς εκεί μέσα; Προφανώς ισχύουν αμφότερα… Υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες του μικρού αυτού άρθρου να μπει στη διαδικασία της ανεύρεσης των παθογόνων καταστάσεων που απαντώνται στους χώρους αυτούς. Ωστόσο, είναι ανησυχητικός δείκτης όχι μονάχα το να ερωτοτροπείς, να συγχρωτίζεσαι ποικιλοτρόπως ή να είσαι ήδη ενταγμένος σε αυτές τις περίκλειστες ομάδες, αλλά απλά και μόνο να τις πλησιάζεις και να έρχεσαι σε επαφή μαζί τους με κάποια δόση ανοχής ή και, πολύ περισσότερο, ευχαρίστησης. Τα εξερχόμενα αυτοδικαίως και αβιάστως συμπεράσματα είναι σαφέστατα αρνητικά για οιονδήποτε πάσχει εντός, εκτός, εγγύς ή πέριξ των σχισματικών αυτών παραφυάδων, διότι πρόκειται για καινοφανείς αιρέσεις «καθαρότητας», μάλλον για μεταλλαγμένες επαναφορές των αρχαίων ομόλογων γνωστικών και μανιχαϊστικών αρρωστημάτων. 
Πράγματι, το πλέον επώδυνο και αξιοπρόσεχτο στις κινήσεις αυτές (των αποτειχίσεων) εστιάζεται στο γεγονός ότι εδώ πλέον σαρκώνεται αίρεση και εκκολάπτεται πλάνη, η οποία ωριμάζει σταδιακά, ανδρώνεται προοδευτικά, εξελίσσεται καρκινικά και προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί με πλήρη θεωρητικό μανδύα και με εκκλησιαστικά συγκεκριμένα και, ως είθισται στις περιπτώσεις αυτές, προσωποπαγή σχήματα. Όπως προείπαμε για την αιρετική πια διαστροφική ανάδειξη του εκκλησιαστικού εορτολογίου σε μείζον δογματικό ζήτημα υπό των παλαιοημερολογιτών, έτσι και στις νέες αυτές αιρετικότροπες κινήσεις βλέπουμε να σχηματοποιούνται και να συγκεκριμενοποιούνται ευδιάκριτες και καθορισμένες δογματικές αρχές, όπως ενδεικτικά: ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της αποτείχισης, η αναμάρτητη και χωρίς πρόβλημα διακοπή του επισκοπικού μνημοσύνου και η διακοσμητική εκφωνητική χρήση του, το εφάμαρτο σχεδόν κάθε είδους προσέγγισης και συνενέργειας με αλλοδόξους και αλλοθρήσκους, η μόλυνση της παγκόσμιας Εκκλησίας από τον Οικουμενισμό εν είδει μεταδοτικής εξ αντικειμένου νόσου κλπ. Γι’ αυτούς προπαντός τους λόγους κοπτόμεθα καιρό τώρα στις εκτενείς μας αναλύσεις για τα καινοφανή αυτά εκκλησιόμορφα σχήματα, παρά εξ αφορμής προσωπικών παθών και αντεκδικήσεων, τα οποία βλέπουμε συνήθως στην αντίπερα όχθη, στην οποία δεν υπάρχουν επιχειρήματα, ει μη βρισιές, καραγκιοζιλίκια και συνθήματα. 
Η φράση όμως του Γιανναρά συνεχίζεται δίνοντάς μας το φως και τη σωτήρια διέξοδο από τις ανέξοδες ανταρσίες των αιρετικών και σχισματικών ασθενών αδελφών μας: «και μέσα από όλες αυτές τις ‘έξωθεν’ και ‘ένδοθεν’ υπονομεύσεις, η ορθοδοξία τελικά διασώζεται – ή τουλάχιστον διασώθηκε επί αιώνες ως ζωντανή λαϊκή συνείδηση πιστότητας στην εμπειρία και μαρτυρία των Αποστόλων και των αγίων» (σ. 228). Θα μείνω στην τελευταία λέξη, για να αιτιολογήσω την αδιάλειπτη αναφορά μου στους σύγχρονους ηγιασμένους Πατέρες, τους οποίους μάς έστειλε τα τελευταία χρόνια ο Κύριος και ως οδοδείκτες εκκλησιολογίας. Οι άνθρωποι αυτοί αγαπούσαν την Εκκλησία χωρίς να εξέρχονται αυτής και να πηγνύουν δικά τους θυσιαστήρια. Τα άλλα όλα είναι πλάνες, δαιμονικές εξαπατήσεις και θανάσιμες αμαρτίες. Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω. 
Κ.Ν. 
15/9/2013
Related Posts with Thumbnails