Του θεολόγου-φιλολόγου Κώστα Νούση
Ομολογώ ότι η πρώτη μου απάντηση στην αιφνίδια και μη αναμενόμενη (ομολογουμένως εκ μέρους μου) σχολιαστική παρέμβαση σε άρθρο μου εκ μέρους του σεβασμιοτάτου Πειραιώς, συντασσομένη εν θερμώ, εξάπαντος θα άφηνε απ’ έξω αρκετά στοιχεία και σημαντικές λεπτομέρειες και, σε κάθε περίπτωση, μια πιο νηφάλια εκ της χρονικής και συναισθηματικής απόστασης θέαση των πραγμάτων καλύπτει επαρκέστερα τα όποια εναπομείναντα κενά.
Θα ξεκινήσω με το θέμα της εισπήδησης, που είναι λίαν επίκαιρο και μεταλλασσόμενο σε μετανεωτερικά εξαμβλωματικά καινοφανή μορφώματα που καθαιρούν, αν δεν διαταράσσουν απλά, την εκκλησιαστική νηνεμία και ενότητα. Ο σεβασμιότατος, ως γνωστόν, είναι σφοδρός πολέμιος του παπισμού και του «οικουμενισμού». Παρά ταύτα, όμως, μάς μπερδεύει με τις σχολαστικές του εμμονές στη χρήση και ερμηνεία της Παράδοσης και με ένα εκπεμπόμενο υπ’ αυτού παγερό, άχρωμο, δύσγευστο, άκαμπτο και ανάλγητο δικανικό και νομικίστικο πνεύμα, τουτέστιν πράγματα που συναντούμε στη ρωμαιοκαθολική, τη μεταγενέστερη του σχίσματος κυριότατα, θεολογική νοοτροπία, πρακτική και παράδοση.
Στο πρόσωπό του συγκεντρώνει μια ‘υπερεξουσία’ που χορηγεί αυτοκλήτως μάλλον εις εαυτόν de facto ο ίδιος και δια της οποίας λαμβάνει το δικαίωμα μιας οικουμενικού χαρακτήρος υπερόριας δικαιοδοτικής παρεμβατικότητας, αγνοών εν τοις πράγμασι τουλάχιστον την υπέρ αυτόν Σύνοδο της Ελλαδικής Εκκλησίας. Τούτο δεν θα συνιστούσε κατ’ ανάγκην πρόβλημα, αν δεν υπεισήρχετο σε ζητήματα που άπτονται των διεκκλησιαστικών οργάνων και αρμοδιοτήτων, υποκαθιστών αυτά και πιο εστιασμένα τον παγκόσμιο συντονιστή της Ορθοδοξίας, τον Προκαθήμενο του Φαναρίου. Τουλάχιστον τούτο είναι το γράμμα του νόμου, κάτι που ενδιαφέρει τα μάλα τον σεβασμιότατο, ως έδειξε περίτρανα η δηκτική του σε μένα ‘διόρθωση’ της περί κανονικής εισπηδήσεως ερμηνείας.
Αναφορικά τώρα με το θέμα αυτό της εισπήδησης, πραγματικά με έκπληξη διαβάζω πάλιν και πολλάκις το δικολαβίστικο πνεύμα με το οποίο την προσμετρά ο εν λόγω επίσκοπος. Επαναγιγνώσκων προσεχτικά τα ημέτερα σχετικά γραφόμενα θα διαπιστώσει πως οι ενέργειες των κληρικών του εκθέτουν τον ίδιο ουσιαστικά και μάλιστα πολύ περισσότερο μετά την κάλυψη που τους παρέσχε. Είναι εμφανέστατο ότι δι’ αυτών ως εκπροσώπων ή, κατ’ ακριβεστέραν διατύπωση αντιπροσώπων, το συγκεκριμένο εκκλησιολογικό αμάρτημα μεταβαίνει στον ίδιο και τον βαρύνει πλέον, δι’ όσων γραπτώς υποστήριξε, ως εν γνώσει διαπραχθέν. Και, φυσικά, δεν είναι το μόνο ανάλογο παράπτωμα, αλλά απλά το τελευταίο σε μια αλυσίδα ομωνύμων και ομολόγων σφαλμάτων. Σημειωτέον, κάτι που δεν πρόσεξε ή αγνόησε εσκεμμένα ο επίσκοπος, μίλησα για έμμεση εισπήδηση, πράγμα δηλαδή που αναφέρει την έγκληση στον άμεσο προϊστάμενο των εν λόγω κληρικών. Να παρενθέσω δε στο σημείο τούτο πως η αίσθηση που μου δημιούργησε ο τρόπος που το αντιμετώπισε (αναφορικά με μένα) ήταν σαν να με περίμενε στη γωνία να πω ή να γράψω κανα λαθάκι (μη των ορθογραφικών εξαιρουμένων) και σαν τον Βέγγο στην ταινία «πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης» που ως διαιτητής πυγμαχίας έσωσε το συμπατριωτάκι του τον Τρύφωνα μετρώντας με τον γνωστό στο πανελλήνιο τρόπο!
Τα γραφόμενα του σεβασμιοτάτου το τελευταίο διάστημα βρίθουν μιας τυπολατρικής προσκόλλησης στο Κανονικό Δίκαιο, που το χειρίζεται εν είδει ποινικού κώδικα, προφανώς επηρεασμένος από τη νομική του παιδεία. Η διατήρηση της δικαιικής τάξης, όμως, και το απειλητικό κράδασμα του Πηδαλίου μαζί με την κανονιοβολιστική χρήση των Ιερών Κανόνων (βλ. ενδεικτικά στο τελευταίο του: «ὅπως σαφῶς καί ρητῶς τιμωρεῖται στούς ΛΕ΄ Ἀποστολικό Κανόνα, ΙΓ΄ καί ΚΒ΄ τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, Β΄ τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί Η΄ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἡ ἀντικειμενική του ὑπόσταση ἀφορᾶ στήν τέλεση ἱεροπραξιῶν […] ἡ ἐπίκρισις τέτοιων θεμάτων δέν ἐμπίπτουν στίς προβλέψεις τοῦ ΝΕ΄ κανόνος τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων, ὥστε νά ἐνοχοποιοῦμαι γιά τήν μή ἐφαρμογή τῶν κανονικῶς προβλεπομένων») δεν είναι παρά η θεολογία και η διεστραμμένη αντίληψη των πραγμάτων που μάς μεταφυτεύτηκε εκ δυσμών. Με τέτοια αυστηρά βλέμματα και γυαλιά ιεροεξεταστικά το μόνο σίγουρο είναι η απογεννώμενη απέχθεια, η απώθηση και η απώλεια της επαφής με την πραγματικότητα και τον αληθινό άνθρωπο. Τούτο καταφαίνεται περίτρανα από τις φράσεις «τιμωρεῖται», «ἀντικειμενική ὑπόσταση» και «ἐνοχοποιοῦμαι», που συνηγορούν στην αποπνέουσα αύρα εκ των λόγων του σεβασμιοτάτου ενός ενοχικού και εξαντικειμενοποιημένου χριστιανισμού ολίγων καθαρευόντων. Και για να το κλείσω αυτό, ερωτώ ευθέως τον σεβασμιώτατο: το πρόβλημά σας κυρίως είναι αν θα σας ενοχοποιήσουμε ως μη προβλεπόμενο; Αυτά τα πράγματα και οι λέξεις μου φέρνουν στον νου, συγχωρέστε με, αρκετή πολιτική και διαφθορά, λίγο στρατό, πολύ δικαστήρια, τηβέννους και εισαγγελείς, τουτέστιν άφθονο κόσμο, μα ελάχιστα έως καθόλου Θεό.
Πριν συνεχίσω, θα ήθελα να παραπέμψω τον σεβασμιότατο και όσους ετέρους ενδιαφερομένους στη νέα και πλούσια βιβλιογραφία αναφορικά με το θέμα της μεταλλαγμένης εισπήδησης της εποχής μας και των καινοφανών της διαστάσεων και εκτάσεων, καθώς και να τον προτρέψω να εισηγηθεί περί της εξέτασης του ζητήματος στη Σύνοδο της Εκκλησίας μας, κάτι που γι’ αυτόν δε νομίζω ότι θα ανήκει στα πρωτόλεια των συνοδικών του ενεργειών και πρωτοβουλιών. Μάλιστα, θα διακινδυνεύσω την παρατήρηση πως συνιστά πιο επικαιρικό και καυτό ζήτημα από την αναγνώριση της ογδόης και ενάτης οικουμενικής συνόδου.
Στην τελευταία του έμμεση προς εμένα επιστολή προέβη σε μια σειρά ρητορικών – μάλλον – ερωτήσεων. Ευχαρίστως να ανταποκριθώ, θα ανοίξω διάλογο με τον σεβασμιότατο και είναι τιμή μου, ωστόσο θα θέσω ως προαπαιτούμενο κάποιες απαντήσεις από την πλευρά του σε πραγματικά αυτή τη φορά δικά μου ερωτήματα, που παραθέτω ευθύς αμέσως:
• Για ποιον λόγο, Σεβασμιώτατε, δεν καλείτε σε απολογία τους δυο ιερείς της δικαιοδοσίας σας για τη διαδικτυακή τους κατά των Οικουμενικών Πατριαρχών παρέμβαση και ζητείτε προς τούτο επίσημη κατάθεση καταγγελίας; Χρήζουν προσκόμισης περαιτέρω αποδείξεων; Η στείρα τούτη προσκόλληση στο γράμμα του νόμου, ο σχεδόν αστείος αυτός στρουθοκαμηλισμός δεν σας εκθέτει και ενοχοποιεί προδήλως;
• Αλλά και αν θεωρηθείτε πάντη αθώος για τα κείμενά τους, τώρα συμφωνείτε με αυτά και, αν όχι, σε τι ενέργειες θα προβείτε;
• Ποια η στάση σας έναντι του επισήμως καθηρημένου πρ. Ράσκας Αρτεμίου; Ισχύουν όσα λέγονται και γράφονται περί στήριξής του εκ μέρους σας; Τα διαψεύδετε απερίφραστα; Αν οι πρόσφατες ενέργειες των κληρικών σας αποτελούν μια απλά ένοχη και μόνον παρ’ ενορίαν πράξη, τότε αυτό δε συνιστά πεντακάθαρο πρόβλημα επισκοπικής εισπήδησης στη Σερβική Εκκλησία ή, θα επεσημείωνα, και πλέον τούτου;
• Ο επισήμως, επισημότατα αφορισθείς, Ν. Σωτηρόπουλος τυγχάνει της ευρύτερης αποδοχής σας; Για να καταστώ ελαφρώς πιο συγκεκριμένος, έχει ομιλήσει σε ναό της επαρχίας σας και πόσες φορές; Τον έχετε μήπως εγκωμιάσει δημοσία; Έτσι άκουσα και θα ήθελα μια επίσημη από σας τοποθέτηση. Μια πιο σκληρή ακόμα ανακριτικού χαρακτήρα καταγγελτική ερώτηση, περισσότερο για να το ερευνήσετε: μήπως έχει κοινωνήσει στη μητρόπολή σας;
• Οι εκφωνήσεις των πρόσθετων υφ’ υμών Αναθεμάτων – ζήτημα λειτουργικό της καθόλου Ορθοδοξίας – έγιναν με την Ελλαδική Συνοδική ευλογία ή τουλάχιστον σε συνεννόηση με ανώτερα συλλογικά όργανα της Εκκλησίας ή, έστω, με τον Οικουμενικό Πατριάρχη;
• Αναιρείτε την υπογραφή σας στην περιβόητη «Ομολογία Πίστεως», ειδικότερα μετά την έντονη και άκρως σημειολογική παρέμβαση του Οικουμενικού;
• Γνωρίζατε ότι θα σας συνοδεύσουν μέλη πολιτικού κόμματος στην πρόσφατη κατάθεση μήνυσης κατά του επαίσχυντου θεατρικού δρωμένου; Μια ειλικρινή και αντρίκεια απάντηση. Αν όχι, τότε γιατί τους το επιτρέψατε, προγνωρίζοντας τον δυσφημιστικό κατά της Εκκλησίας προκληθησόμενο σάλο;
• Οι γενικότερες και πληθωρικές σας παρεμβάσεις επί παντοίων θεμάτων εκκλησιαστικού (και όχι μόνο) ενδιαφέροντος τον τελευταίο καιρό τυγχάνουν άμεσης ή έμμεσης συνοδικής προστασίας και συμφωνίας;
Μετά τα παραπάνω κανονικά ερωτήματα, θα προβώ και σε ένια ρητορικά τοιαύτα, στα οποία όμως κάλλιστα, όπερ και πάνυ ευκταίον δια τον γράφοντα, θα μπορούσατε, αν θέλετε, να τοποθετηθείτε:
• Η συχνότητα και η ποιότητα της παρεμβατικής επί ικανοτάτου μέρους του επιστητού ποιμαντικής σας ‘πολιτικής’ μήπως την εξασθενίζουν τινί τρόπω και σε τελική ανάλυση την απομειούν; Ενδεικτικά αναφέρω τις λεπτομερείς, εξονυχιστικές και λίαν εξειδικευμένες παρατηρήσεις σας επί σεξουαλικών θεμάτων, στον αντίποδα ακριβώς της πατερικής εν προκειμένω διαχρονικής διδασκαλίας, ποιμαντικής πρακτικής και πνευματικής προοπτικής.
• Ο λόγος σας, και δη ο γραπτός, κινούμενος μεταξύ δημοτικής και μιας, ιδιόλεκτης θα έλεγα, ιδιόρρυθμης και ιδιαζόντως προσωπικής χρήσης και παρασκευής καθαρεύουσας, ου πόρρω απέχων ξύλινων πεπερασμένων αναλογικών εκδόσεών του, πιστεύετε ότι έχει απήχηση στους πονηρότατους μεταμοντέρνους καιρούς μας και μεταδίδει πιο εύστοχα το ευαγγελικό μήνυμα;
• Η αίσθηση που παρέχετε εδώ και καιρό μιας (διλημματικής σχεδόν) στάσης μεταξύ φονταμενταλισμού – νεοζηλωτισμού και νηφαλιότητας - διακράτησης της εκκλησιαστικής ενότητας (:αποφυγής της αποτείχισης που ενυπάρχει και προωθείται στα μυαλά και από τις ιστοσελίδες κάποιων) δε νομίζετε πως δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ‘σχιζοειδούς εκκλησιολογίας’ παρά τις πιθανότατα διαμετρικά αντίθετες ευγενείς προθέσεις και προαιρέσεις σας αναφορικά με μια διακριτική εν Πνεύματι σύγχρονη ποιμαντική γραμμή;
• Μήπως είναι καιρός να χρησιμοποιήσετε τα ηγετικά και πλείστα άλλα προσόντα σας με τρόπο πλέον χρηστικό, διαλλακτικό και ενοποιητικό προς όφελος και της καθ’ ημάς Ορθοδοξίας και της προσέλκυσης στην Εκκλησία αλλοθρήσκων και ετεροδόξων;
Θέλω να πιστεύω ότι υπηρέτησα και με τη δευτερολογία μου τούτη την αποκατάσταση, το ελάχιστον, της ανθρώπινης δικαιοσύνης και της ηθικής τάξης. Δεν ξέρω αν το κατάφερα, αλλά πρόθεσή μου ήταν να παρέμβω και να διαλεχθώ ουσιαστικά και όχι με λεκτικά και νοηματικά συνθήματα ή με ρητορικά πυροτεχνήματα (π.χ. αυτό περί της πολυπαθούς υπ’ αμφοτέρων εισπήδησης), ύφαλους τους οποίους προσπάθησα να καταδείξω ότι δεν κατόρθωσε να αποφύγει με τον καλύτερο τρόπο ο σεβασμιότατος Πειραιώς. Και οι επιλογικώς προϋποθετικές της συνέχειας του διαλόγου τεθείσες ερωτήσεις μου είναι μια άμεση επαφή με τα ζώντα, τα αληθινά πράγματα και όχι με φαντασιοκοπήματα και λογικές ή θεολογικές ακροβασίες μέσα σε λέξεις, νεκρούς τύπους και θεωρητικές, όσον και αυθαίρετες, πτητικές παλινδρομήσεις σε ιστορίες του παρελθόντος. Αυτό, άλλωστε, είναι και η αληθής, η εμπειρική, η βιωματική και γνήσια θεολογία, ποσώς οι ατελέσφορες ‘ζητήσεις’ (Β΄ Tιμ. 2:23) που απλά γεννούν αψιμαχίες και εγωτικές αυτοπροβλητικές αντιπαραθέσεις, αλλά η μέριμνα για την αλήθεια και μόνον των πραγμάτων, και μάλιστα των αιωνίων.
Κ.Ν.
2/12/2012
Μνήμη της οσιακής κοίμησης του αγίου γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου (+1991)
Υ.Γ. Επειδή γίνεται λόγος τις μέρες τούτες για την εισαγωγή νέας εορτής στη Μητρόπολή σας, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να προωθήσετε τη λειτουργική μνήμη του οσίου πατρός ημών Πορφυρίου, που συμπίπτει με τη μέρα που διανύουμε, τόσο στην επαρχία σας, όσο και με σχετική εισήγηση στην Ιεραρχία της αυτοκέφαλης εν Ελλάδι Εκκλησίας. Να σημειώσω εμφατικά πως δεν πρόκειται για καινοτόμηση και υπερβολή, διότι ήδη ο γέροντας τιμάται επισήμως ως άγιος στο Πατριαρχείο Αντιοχείας (ιδιαίτατα στη Μητρόπολη Βηρυτού). Είμαι σίγουρος εκ των προτέρων για τις ενέργειές σας και θα είμαι από τους πρώτους που θα σας επικροτήσω και εκθειάσω, πολλώ δε μάλλον η εκκλησιαστική ιστορία.