Ορθόδοξη αγιολογική προσέγγιση πάνω στο ζήτημα της «αμφιλεγόμενης» Συνοδικής πράξης αγιοκατάταξης των Νεομαρτύρων της Μικρασιατικής τραγωδίας
(άλλως: απάντηση στην πρόσφατη ανοιχτή επιστολή του π. Ευθυμίου Τρικαμηνά για το θέμα του ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης)
Του θεολόγου - φιλολόγου Κώστα Νούση
Όταν ξεκινάς έναν διάλογο για τέτοια ζητήματα, ευθύς αμέσως προβληματίζεσαι για το ατελέσφορον αυτού, τη στιγμή που προγνωρίζεις την προΰπαρξη συγκεκριμένης και προκατειλημμένης στάσης από την αντίπερα όχθη. Τούτο αναφορικά με τη γενικότερη εκκλησιολογική στάση του π. Ευθυμίου, ο οποίος ακολουθεί εδώ και χρόνια μια αυτόνομη, ιδιόρρυθμη και ανένδοτη αντιεκκλησιαστική – να μην πω εκκλησιομαχική καθαρά – πολιτική, μια πτυχή της οποίας είναι και η σφοδρή του άρνηση και πολεμική ενάντια στην αγιότητα του Χρυσοστόμου Σμύρνης.
Ωστόσο, επειδή ο γράφων δεν έχει κάτι και ουδεμία προκατάληψη κατά του π. Ευθυμίου, ως δε έχει κατ’ επανάληψιν και τουναντίον υπερτονίσει, τον ενδιαφέρει ο θεολογικός διάλογος, πολλώ δε μάλλον η ενότητα της Εκκλησίας και η καθαίρεση πάσης δαιμονιώδους προελεύσεως απόσχισης του Σώματος του Κυρίου, θα προβεί σε απάντηση της τελευταίας του επιστολής, την οποία εκείνος απευθύνει ειδικότερα στον υπογράφοντα το παρόν. Και δεν θα το πράξω σαν αφορμή εκτόνωσης προσωπικών παθών και προσπάθεια αυτοδικαίωσης, αλλά ως μια μικρή αγιολογική μελέτη, αποδεικτική της άκυρης, άλογης, σφοδρής, άκοσμης, αδικαιολόγητης, αθέμιτης και βλάσφημης επίθεσης που δέχεται τα τελευταία χρόνια ο Άγιος, καθώς και των σκοτεινών, δαιμονιωδών, δυσσεβών και άνομων (εξ αγνοίας ή όχι) προθέσεων των μετά θάνατον διωκτών και νεοφανών «δημίων» του. Οι λόγοι αυτοί οδήγησαν στη μεγέθυνση του εν λόγω άρθρου, παρά τις αντίθετες αρχικές προθέσεις του γράφοντος και τη δοθείσα υπόσχεση στον φιλόξενο ιστολόγο. Η προβληματική του θέματος, όμως, και η μικρή μας αγάπη στον Άγιο και στην Εκκλησία μάς οδήγησαν σε προσωρινή αθέτηση της προκείμενης υποσχέσεως, προκρίνοντες το οποιοδήποτε προσωπικό αρνητικό κόστος, όσον αφορά κυρίως την αναπόφευκτη δυσφορία των αναγνωστών σε βάρος μας. Αλλά η σύντμηση θα ήταν ενάντια στην αλήθεια των πραγμάτων και αυτό σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελα να συμβεί, προτιμώντας να φωτιστούν και οι παραμικρές σκιώδεις πτυχές του ζητήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουμε εν προκειμένω μια πλήρη αναίρεση των αγιομαχικών επιχειρημάτων των αντιφρονούντων, αλλά απλά και μόνον μια εξωτερική και αμυδρή πρώτη προσέγγιση. Ας ευχηθούμε, ακόμη, το παρόν να αποτελέσει έναυσμα και αφορμή μιας πλέον και υπό πλειόνων εμπεριστατωμένης προσέγγισης της αγιότητας του Χρυσοστόμου, καθώς μάλιστα γνωρίζουμε πόσο μελάνι χύθηκε ήδη από την αντίπερα όχθη για την ακύρωση και απαξίωσή της.
Θα αναφερθώ προκαταρκτικά στη διπλή θεολογική μέθοδο των Ορθοδόξων Πατέρων, την οποία θέλω και προσπαθώ να ακολουθώ στα γραφόμενά μου γενικότερα, όπως και στο εν λόγω ζήτημα της απόδειξης της αγιότητας του Χρυσοστόμου. Και θεωρώ ότι εδώ έγκειται η ουσιώδης διαφορά από τον π. Ευθύμιο και γενικότερα της ορθόδοξης θεολογίας από τις υπόλοιπες. Στο γεγονός, δηλαδή, ότι προηγείται ακριβώς το γεγονός καθεαυτό και η εμπειρία και έπεται η θεωρητική τους κατοχύρωση. Στο σημείο, επομένως, αυτό αρχίζουν να χωρίζουν οι δρόμοι μας από τον γέροντα Ευθύμιο και τους ομόφρονές του, διότι πολλές φορές ο ορθόδοξος τρόπος υπερβαίνει, αντιβαίνων συνήθως κατά το φαίνεσθαι και αυτήν ταύτην τη λογική και την πραγματικότητα των ορωμένων, τις προσληπτικές και αντιληπτικές μας δυνατότητες.
Άρχομαι, λοιπόν, από του γεγονότος ότι δεν απήντησε στα ουκ ολίγα ερωτήματα που του έθεσα, τουναντίον δε τα παρακάμπτει έντεχνα και με διπλωματικό ρητορικό ελιγμό, λέγοντας το ακριβώς αντίθετο της πραγματικότητας, μάλλον επί το ακριβέστερον, επιρρίπτοντας σαν μομφή στον γράφοντα το παρόν εκείνη την τακτική, η οποία ακολουθείται υπό του ιδίου: «θά προσπαθήσω λοιπόν… νά μήν καταπιαστῶ μέ τήν φιλολογία καί τίς θεωρίες τοῦ κ. Κ. Νούση, διότι αὐτά ἔχουν ἀποδειχθῆ ὅτι παραποιοῦν τήν ἀλήθεια, ἀποπροσανατολίζουν καί ὁδηγοῦν εἰς ἕνα λαβύρινθο ἀτερμόνων συζητήσεων». Το πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει στην αντίστροφη ουσιώδη πραγματικότητά του από την περιγραφόμενη: ότι εκείνος είναι που φιλολογεί και λεπτολογεί πράγματα, προφανώς ρέπων σε εκκλησιολογική υποχονδρία και, σε εν ου παικτοίς θέματα, διχάζων και δυσφημών την Εκκλησία, καταλήγοντας αναπόδραστα, κατά τη δική του επίσης παρατήρηση, σε διαλεκτικές ζητήσεις «εἰς τίς ὁποῖες τελικῶς δέν ἐξάγεται συμπέρασμα ἤ ἕκαστος ἐξάγει τά συμπεράσματα πού τόν ἐξυπηρετοῦν», πράγματα που πολύ φοβούμαι ότι δεν απεφεύχθησαν στην περίπτωση εκείνου από τη γένεση ακόμα της συγκεκριμένης αντιχρυσοστομικής στάσης του.
Ένα ακόμα επί της ουσίας καίριο και χρήζον άμεσης απάντησης ερώτημα είναι πλέον το κατά πόσο ο π. Ευθύμιος γνωρίζει την ηθική ποιότητα των ιστολογίων που φιλοξενούν τα κείμενά του. Έχω επανειλημμένως τονίσει πως η Ορθοδοξία και η Αίρεση είναι πάνω και πριν από όλα βίωμα και όχι λόγια και ιδεολογήματα, στα οποία ευκολότατα εκπίπτει η πίστη μας, όταν από ολοσχερή απουσία ή μερική έλλειψη αγιοπνευματικής εμπειρίας οδηγείται εκεί αναπόφευκτα, πολλάκις δε και σε φοβερές διαστροφές και μεταλλάξεις της, τις οποίες κατά περίπτωση ονοματίζουμε πλάνες, σχίσματα και αιρέσεις. Σε τίποτε άλλο και να μη μας απαντήσει, τον προκαλώ και τον προσκαλώ να μας ξεκαθαρίσει δημόσια τη θέση του απέναντι στους απαράδεκτους ιστότοπους και τη σχέση του με τους αχαρακτήριστους ιδιοκτήτες τους. Αν δεν διευκρινιστούν αυτές οι βασικές προϋποθέσεις, ο διάλογος θα αποδειχτεί ότι είναι μάταιος και δεν υπάρχει ειλικρινής διάθεση γι’ αυτόν, παρά μονάχα για μονομερή και μονολογική προβολή της θέσης εκείνου. Αναμένω. Έχει, εξάλλου, γίνει ήδη ένα πρώτο θετικό βήμα προς το αισιόδοξο ξεκαθάρισμα του τοπίου με τον διαχωρισμό της θέσης ενός συγγενούς φονταμενταλιστικού ιστολογίου από έτερο πάντη χυδαίο και συκοφαντικό, στο οποίο έχει χαθεί όχι απλά κάθε έλεγχος και αιδώς, αλλά και η υποτιθέμενη χριστιανική του ταυτότητα.
Θα επαναλάβω, επομένως, με τη σειρά μου και κατά τη δική του εισαγωγική επισήμανση, όχι τις λεπτομέρειες των αποσταλέντων πρότινος ερωτημάτων μου, αλλά την περιεκτική τους ουσία με περιληπτικότατο τρόπο: α) ανεξάρτητα από τον Χρυσόστομο, αναγνωρίζει την αγιότητα των υπολοίπων; β) Αν ναι, γιατί δεν το αναφέρει, αλλά προσβάλλει συλλήβδην τη Συνοδική πράξη της εν λόγω αγιοκατάταξης; γ) Και η τελευταία: ακόμα και αν πλανήθηκαν οι Συνοδικοί και μάς παρέσυραν και μας, έχει κολασμό ο εν αγνοία λαός του Θεού υπείκων τη αποφάσει της επισήμου Εκκλησίας; Τα ολίγα αυτά, για να καταλάβει ότι ούτε φλυαρούμε ούτε φιλοσοφούμε μετ’ ευτελείας ούτε και φιλολογούμε ψιλώς και μετ’ ελαφριάς καρδίας, αλλά προσπαθούμε να θεολογούμε, όχι πάντοτε επιτυχώς βέβαια, αλλά εν ταπεινώσει, εντός και κάτω από την ευλογία της Εκκλησίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Να επισημάνω προκαταρκτικά ότι ο γέροντας προέβη στην επιστολή του σε μια περιληπτική αναπαραγωγή του βιβλίου του, κάτι που εξάπαντος δεν ήταν ανάγκη να το πράξει. Παρά ταύτα, ανοίγει τοιουτοτρόπως το λίαν σοβαρό και σκανδαλώδες ζήτημα της χριστιανικής αγιολογίας, η οποία διαχρονικά έχει αποδείξει ότι δεν συμβαδίζει με το γράμμα της πνευματικότητας και τις απαιτήσεις της λογικής και της καθιερωμένης ηθικιστικότητας, διχάζοντας πολλές φορές και αυτά τα καλοπροαίρετα μέλη της Εκκλησίας. Ισχυρίζεται ο π. Ευθύμιος ότι η «ἁγιοποίησις αὐτή εἶναι μοναδική, πρωτάκουστη, ἀσυμβίβαστη κατά πάντα μέ ὅλο τό Ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο». Αλλά προφανώς δεν έχει δίκιο, διότι αν του παραθέσω αδρομερώς και απλώς ενδεικτικά μερικές «σκανδαλώδεις» αντίστοιχες ή και «χείριστες» περιπτώσεις, είμαι σιγουρότατος ότι δεν θα έχει να απαντήσει. Ποιον να πρωτοθυμηθώ; Τον Μ. Κωνσταντίνο; Και δεν αναφέρομαι απλά στο θέμα των εγκλημάτων που τον βαρύνουν αναπόφευκτα ως Ρωμαίο αυτοκράτορα, αλλά και στο ζήτημα της βάπτισής του πιθανώς υπό αρειανιστή Επισκόπου, των υπ’ αυτού διώξεων του Μ. Αθανασίου και της μεταγενέστερης φιλοαρειανικής του στάσης, τα οποία άπτονται και θεμάτων πίστεως. Αν μου προβάλει δε την ένσταση ότι πέθανε εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το αυτό ακριβώς θα ανταπαντήσω και περί του Χρυσοστόμου, όστις, παρά τις αμφιλεγόμενες κατ’ εκείνον απειράριθμες γραπτές και προφορικές δηλώσεις του, εκοιμήθη ως Ορθόδοξος Επίσκοπος και δη μαρτυρικώς. Θα πρόσθετα εδώ ένα επιπλέον στοιχείο συγκριτικά υπέρ του Σμύρνης: δεν είχε επισήμως και συνοδικώς καταγγελθεί εισέτι η «φιλανθρωπική» οργάνωση της Μασονίας (ενώ στην περίπτωση του Αγίου Κων/νου είχε προηγηθεί η καταδίκη του αρειανισμού υπό της Α’ Οικουμενικής – να διευκρινίσω βέβαια ότι ο Κων/νος δεν ησπάσθη ποτέ τον αρειανισμό παρά τη σχετική φιλική προς τους αρειανόφρονας στάση του, εξάπαντος για πολιτικούς λόγους), αλλά και δεν υπήρξε ουδέποτε και οιαδήποτε καταδίκη των θέσεών του σαν οικουμενιστικών, όπως και ο ίδιος ποτέ δεν αμφισβήτησε άμεσα τη μοναδικότητα της Ορθοδοξίας, κάτι που θα ήταν εξάπαντος σοβαρή μομφή σε βάρος του.
Ο κατάλογος είναι μακρύς. Η περίπτωση του Θεοδοσίου του Μεγάλου είναι η πιο εξόφθαλμη. Πέρα από τη σειρά τόσων και τόσων βασιλέων (βυζαντινών και συγχρόνων, βλ. Ρομανώφ) υπάρχει και η χορεία των λίαν αμφιλεγόμενων περιπτώσεων της Π. Διαθήκης, εστιάζοντας ενδεικτικά σε αυτήν του σοφού Σολομώντος. Σε όλα τούτα οπωσδήποτε δύσκολα και ανεπαρκέστατα θα μας απαντούσε ο αμφισβητίας κληρικός του σύγχρονου Ιερομάρτυρος. Θα επαναλάβω, τέλος, τις περιπτώσεις αγίων με «προβλήματα ορθοδοξίας», όπως η καραμπινάτη περίπτωση του Αγίου Αυγουστίνου, στις οποίες δεν δίστασε η Εκκλησία να προβεί, αλλά και να διατηρήσει την επίσημη αγιοκατάταξη. Οι δεύτερες περιπτώσεις είναι ίσως πιο σοβαρές, διότι η επιχειρηματολογική ουσία του Ευθυμίου επικεντρώνεται στα «αιρετικά» χρυσοστομικά φρονήματα, τα οποία ακυρώνουν την αγιότητα εκ του μαρτυρίου του. Με τα ελάχιστα αυτά θεωρώ ότι εκκρεμεί μια οφειλόμενη απάντηση στον ισχυρισμό του πως «ἄν ἐν τέλει εὑρεθῆ στό ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο, ἕνας μόνον ἅγιος, ὁ ὁποῖος νά εἶχε ὄχι ὅλα αὐτά «τά πιστεύω» καί τά γνωρίσματα, ἀλλά ἔστω δύο ἤ τρία ἀπό αὐτά, ἐγώ θά ἀναιρέσω ὅλα τά γραφόμενά μου καί θά ὑποταχθῶ εἰς τήν ἀπόφασι τῆς ἁγιοκατατάξεώς του».
Ο Ευθύμιος προβάλλει «λογικά» και πομπώδη επιχειρήματα. Ημείς το κατά δύναμιν «υπερλογικά», θεολογικά, εμπράγματα και ιστορικώς έμπονα και αιματοβαφή, στα οποία, ως διαφαίνεται από τις μόλις προαναφερόμενες περιπτώσεις, η Εκκλησία ερείδεται διαχρονικά και προβαίνει σε πράξεις αγιοκατάταξης οι οποίες αποτελούν συχνά καύσιμη ύλη αντιχριστιανικών επιθέσεων και βορά στα δόντια κακοπροαίρετων, άθεων και αντίχριστων πολεμίων της Εκκλησίας. Και όλα τούτα επισυμβαίνουν, διότι δεν υφίστανται οι ορθόδοξες θεολογικές υπερβατικές και υπερλογικές προϋποθέσεις του αποφατισμού και της χαρισματικής εμπειρίας, καθώς και η εσχατολογική θεώρηση και οντολογία της αγιότητας, κάτι για το οποίο μίλησε πολύ ωραία και ικανά ο επί πολλών κατηγορούμενος Περγάμου: ο άγιος (αλλά και όλοι μας) δεν οράται υπό του Κυρίου μέσα από την αμαρτωλότητα και σχετικότητα του παρόντος εβδοματικού χρόνου, αλλά προπαντός και κατά βάσιν υπερχρονικά, μέσα από την τελική οντολογική του κατάταξη και κατάσταση στη Βασιλεία του Θεού.
Έχω επανειλημμένα διευκρινίσει ότι δεν γράφω για «τελειωμένες περιπτώσεις», αλλά για καλοπροαίρετα θύματα των πολύμορφων δαιμονικών εξαπατήσεων. Είδα ότι οι ακολουθούντες εκκλησιομαχική οδό εύκολα διολισθαίνουν και στην αντίστοιχη αγιομαχική, όπως διάβασα πρόσφατα σε διαδικτυακό σχόλιο παλιού φίλου.
Ο π. Ευθύμιος επανέλαβε στο ζήτημα του Χρυσοστόμου Καλαφάτη τα λάθη του Γιανναρά αναφορικά με την περίπτωση του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως. Πήρε, δηλαδή, από τη μια τον μεγεθυντικό ιεροεξεταστικό φακό και απ’ την άλλη το μικροσκόπιο και άρχισε να λεπτολογεί με ανακριτική μέθοδο και πνεύμα τα γραπτά του. Είναι φυσικό μέσα στα κείμενα και των πιο μεγάλων Αγίων να βρεις «προβλήματα», τα οποία αν τα κρίνεις προκαταληπτικά, μονομερώς, αναχρονιστικά και σχολαστικά, αφεύκτως θα οδηγηθείς στα εμπαθή συμπεράσματα που κατά βάθος επιθυμείς. Μπορεί η περίπτωση Χρυσοστόμου να προβάλλεται χειρότερη (συγκρητισμός, άρα αναίρεση της βασικής ορθόδοξης δογματικής), αλλά δεν μπορείς και να παραβλέψεις ή να εθελοτυφλήσεις στις δυτικές επιρροές που συναντάς στον Νικόδημο και να πεις ότι δεν είναι τίποτε - το άκρο στο οποίο κατά τη γνώμη μου οδηγήθηκε ο Γιανναράς με τρόπο βεβιασμένο και εσφαλμένο, αδικώντας τον αθωνίτη Άγιο, το αναφέρω παρενθετικά, γιατί μέσα από την αδικοκρισία τούτη κατά του αγίου ο σύγχρονος θεολόγος εκθέτει και εαυτόν και θα πρέπει εν προκειμένω να προβεί στις απαιτούμενες διορθωτικές διευκρινίσεις και για επιστημονικούς, αλλά προπαντός για θεολογικούς και εκκλησιαστικούς λόγους.
Στην ίδια λογική του Ευθυμίου θα έπρεπε η Εκκλησία να ακυρώσει και την αναγνώριση της αγιότητας του Επιφάνιου Κύπρου λόγω της προβληματικής σχέσης του με τον Χρυσόστομο, πράγματα που προσκρούουν στην ηθικιστική και ψυχαναγκαστική – τελειομανή αντίληψη του πρώτου και πολλών άλλων περί της αγιότητας. Και ο Άρειος με το γράμμα του Γραφής, ως και πολλοί έτεροι αιρετικοί, «φαινομενικά» σε πολλά σημεία είχε δίκαιο και οι Ορθόδοξοι άδικο. Αλλά η θεολογική μας μεθοδολογία δεν επέτρεψε στον Μ. Αθανάσιο και στην Εκκλησία να ενδώσει στις φιλοσοφικές και φιλολογικές λεπτολογήσεις του αιρεσιάρχη, πράγματα που βλέπουμε να επαναλαμβάνονται κατά κάποιον τρόπο και στην περίπτωση Ευθυμίου.
Αφού, λοιπόν, εκείνος ψιλοκοσκινίζει τον Ιερομάρτυρα, ας τον πληρώσουμε κατά τον μωσαϊκό νόμο με το ίδιο νόμισμα και ας δούμε και δικά του πάμπολλα ατοπήματα, αλλά με τη φειδώ που απαιτεί η οικονομία ενός άρθρου και όχι μιας εμπεριστατωμένης και εξονυχιστικής μελέτης. Και τούτο όχι για άλλον λόγο, αλλά προκειμένου να καταδειχθεί η μεροληπτική εξαρχής προσέγγιση της ζωής και των ρημάτων του Χρυσοστόμου, καθώς και η εμπάθεια του πολεμίου του, οι οποίες τον οδήγησαν σε ακρότητες και συμπεράσματα ξεχειλισμένα και αδικούντα τον Ιερομάρτυρα σε όλες σχεδόν τις πτυχές του βίου του, σε σημείο που να πιστέψει κάποιος, μετά και από μια επί τροχάδην ακόμη ανάγνωσή τους, ότι πρόκειται για έναν εκ των μεγαλύτερων αμαρτωλών και αιρετικών Επισκόπων της εκκλησιαστικής ιστορίας. Φαίνεται όμως ότι ο π. Ευθύμιος, έχων πνεύμα εκκλησιομαχικής πολιτείας, χρησιμοποίησε και το αγιομαχικό όχημα της πρωτοφανούς κατ’ αυτόν Συνοδικής πράξης των «Οικουμενιστών» επισκόπων του 1992, κυρίως για να στοιχειοθετήσει τις ευρύτερες εγκλήσεις του κατά της Εκκλησίας και να εξέλθει αυτής. Η προειλημμένη τούτη και προαποφασισμένη πορεία του επέδρασε στον τρόπο που ανέγνωσε και ερμήνευσε τη συνοδική εκείνη πράξη, την οποία απαξίωσε συλλήβδην με σημείο αιχμής τον Σμύρνης. Έτσι «ακύρωσε» το μαρτύριο και των υπόλοιπων τότε συν εκείνω σφαγιασθέντων και συνεχίζει να σκανδαλίζει το πλήρωμα της Εκκλησίας με το άφθονο μελάνι που χύνει σε βάρος όλων τους.
Aς αρχίσουμε λοιπόν με τη «μικροβιολογική» ανάλυση του τελευταίου του γραπτού: «ἐξ’ ἀρχῆς ἀναφέρω ὅτι δι’ αὐτά τά ὁποῖα θά καταθέσω ὡς στοιχεῖα, ἔχω καί τά ἀνάλογα κείμενα». Η πρόταξη της κειμενολατρίας του Ευθυμίου, πέρα από δομική θεολογική του μέθοδο, προφανώς αρμόζουσα μάλλον σε αιρετικούς παρά σε Oρθοδόξους, αναφέρεται εισαγωγικώς από τον ίδιο, γεννώντας φυσικώ τω τρόπω υποψίες σχετικά με την ανάλογη ουσία του προβληματικού πνεύματος προσέγγισης των εν λόγω Νεομαρτύρων. Και εφορμά με ασυγκράτητη επιθετικότητα στην προκαταρκτική του αφοριστική και γενικευτική απαξίωση του Ιερομάρτυρος: «εἰς τά θέματα τῆς πίστεως ἐναυάγησε πλήρως καί ὁλοσχερῶς σέ σημεῖο πού μελετώντας τά κείμενά του, στίς μεγάλες Βιβλιοθῆκες νά μήν μπορῶ νά εὕρω μία ὀρθόδοξο φράσι τήν ὁποία νά ἐξεστόμισε ὡς Ἐπίσκοπος ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν». Αναρωτιέμαι εύλογα αν υπάρχει κάποια τέτοια προϋπόθεση στους Ιερούς Κανόνες για έναν Επίσκοπο, που να φανερώνει και να αποδεικνύει de facto το πλήρες ναυάγιο ενός Αρχιερέως περί την πίστιν. Άραγε σε πόσους άλλους αγιασμένους κληρικούς δεν συναντάται κάτι τέτοιο; Να τους θεωρήσουμε επομένως ναυαγήσαντας και εκείνους; Ο γράφων επιφυλάσσεται εν καιρώ να αποδείξει και το ανυπόστατο του προκείμενου ισχυρισμού με συγκεκριμένες παραπομπές λόγω περιστασιακής αδυναμίας πρόσβασης στα κείμενα του Αγίου.
Και συνεχίζει στο ίδιο ακριβώς πνεύμα: «ὡς Ἀρχιδιάκονος συνέγραψε ὀρθόδοξα συγγράμματα, ἀλλά ὡς Ἐπίσκοπος ἄλλαξε πλήρως γραμμή καί συνταυτίσθηκε μέ ὅλες τίς αἱρέσεις. Τήν ἀλλαγή αὐτή τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης τήν ἀναφέρουν οἱ σύγχρονοι βιογράφοι του». Πέραν του γεγονότος ότι ένας βιογράφος δεν ερμηνεύει de jure σωστά τον υπ’ αυτού βιογραφούμενο, πρώτα θα ήθελα να μάς πει πώς ακριβώς καταγράφεται η αλλαγή αυτή από κείνους και κατά δεύτερον να μας διευκρινίσει ο π. Ευθύμιος τον λόγο του περί «όλων των αιρέσεων» του Αγίου. Δηλαδή ήταν παναιρετικός ο Χρυσόσοτομος; Και αρειανιστής και μονοφυσίτης και δοκητιστής και απολλιναριστής και ό,τι άλλο χωρεί στη φαντασία εκάστου; Αν ο ισοπεδωτικός τούτος χαρακτηρισμός δεν είναι ο ορισμός της προκατάληψης και της εμπαθείας, θεωρώ ότι πρέπει να κλείσουμε τα αυτιά μας στη φωνή της κοινής λογικής βάσης.
«Ἐξίσωνε τήν Ὀρθοδοξία μέ ὅλες τίς προτεσταντικές αἱρέσεις καί εἰδικά μέ τούς Ἀγγλικανούς καί Ἐπισκοπιανούς τῆς Ἀμερικῆς. Ἡ Ἐκκλησία σύμφωνα μέ τίς ἐκφράσεις του ἦτο ‘τό οἰκτρόν θέαμα οἰκίας διῃρημένης καθ' ἑαυτήν καί βασιλείας μεμερισμένης καί βαινούσης εἰς προφανῆ ἐρήμωσιν καί καταστροφήν’»: θα «συγχωρήσω» την ερμηνευτική ασυδοσία του Ευθυμίου για την εξίσωση που διαβλέπει, διότι τούτο μπορεί να εξαχθεί και μέσα από μια οιαδήποτε ευγενική και διπλωματική εκκλησιαστική προσφώνηση προς ετεροδόξους. Ως προς τη δεύτερη πρόταση, όμως, θεωρώ ότι ο λόγος του Ιερομάρτυρος είναι ακριβέστατος στην περιγραφική του δύναμη, χωρίς να σημαίνει την εκ των πραγμάτων και των προτέρων αποδοχή μιας προτεσταντίζουσας θεωρίας των κλάδων. Και εγώ προσωπικά το ίδιο θα έλεγα με τον Χρυσόστομο και ας με χαρακτηρίσουν κατά τη βούλησή τους οι υπόλοιποι.
«Ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης ἐπίστευε εἰς τήν θεωρία τῶν κλάδων και συγκατέλεγε μετά τῶν Ὀρθοδόξων ‘τάς Ὑπάτας ἐκκλησιαστικάς Κορυφάς τῶν διαφόρων μεγάλων τοῦ κορμοῦ τῆς Χριστιανοσύνης δένδρου κλάδων’»: ο Ευθύμιος ήταν αναμενόμενο να διατυπώσει σαφέστερα το ως άνω ρηθέν συμπέρασμά του και να ανακηρύξει αιρετικό τον Χρυσόστομο, κάτι που τον βολεύει στη σύμπτωση με τη «μασονική του ιδιότητα». Θα ήθελα, όμως, να τον ερωτήσω: δεν συγκαταλέγονται στη χριστιανοσύνη οι αλλόδοξοι; Εγώ και πάλι, που δεν διστάζω να τους χαρακτηρίσω αναλόγως, μήπως είμαι οικουμενιστής και μασόνος;
«Ἡ πίστις καί τά δόγματα, ἔλεγε ὅτι μᾶς διαχωρίζουν, ἐνῶ ἡ ἀγάπη μᾶς ἑνώνει»: έχω και αλλού παραθέσει το σχετικό «σκανδαλώδες» συγγενές κείμενο του αγίου Νεκταρίου, που μπορεί να ιδωθεί και παρερμηνευθεί αναλογικώς. Το έχει αναφέρει μάλιστα πριν από μένα και ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Αλλά εκεί δεν τολμά να μιλήσει κανείς, διότι θα κράξουν και τα λιθάρια και θα πέσουν πάνω του. Να υποθέσουμε ότι και ο σύγχρονος του Χρυσοστόμου Πενταπόλεως Νεκτάριος χώλαινε περί την πίστιν; Ας μας το πει ευθέως ο π. Ευθύμιος, διότι έτσι που μεταφράζει τα κείμενα, ουδείς εξέρχεται αναμάρτητος από τα ίδια του τα λεγόμενα.
«Εἶχε πλήρη ἀπαξίωσι διά τήν πίστι καί ποτέ δέν τήν προέβαλε ὡς μοναδική ὁδό σωτηρίας»: πρόκειται για πρόδηλο αφορισμό, μη χρήζοντα περαιτέρω σχολιασμού. «Σέ ἐπικήδειο λόγο του κατά τήν κηδεία Ἀγγλικανοῦ ‘Ἐπισκόπου’, (ἀφοῦ ἐν πρώτοις ἐξῆρε τήν προσωπικότητά του)»: δεν βρίσκω κυριολεκτικά πού έγκειται το πρόβλημα του εγκωμιασμού μιας προσωπικότητας και ιδιαιτέρως σε μια κηδεία, πράγμα που επιτάσσουν και οι στοιχειώδεις κανόνες ευγενείας και η σχετική διαχρονική συνήθεια και τελετουργικό πρωτόκολλο. Ευχήθηκε, μας αναφέρει, να δώσει και άλλους τέτοιους σαν τον αποθανόντα ο Θεός. Ε, και; Δεν σας κατανοώ εδώ, πάτερ, κυριολεκτικά. Δεν πρέπει ούτε να μιλάμε πια ούτε να αναπνέουμε στραβά, μήπως αμαρτήσουμε και μήπως μάς βαπτίσουν αιρετικούς; Έλεος… Αναφορικά τώρα με τις αιτιάσεις του γέροντα περί «ισότητος» των μυστηρίων των Αγγλικανών, ήδη έχω μιλήσει αλλού εκτενώς περί της έντασης της Oικουμενικής Κίνησης εκείνης της εποχής, μέσα από την οποία πρέπει να δούμε και να προσεγγίσουμε ιστορικά τις επισκοπικές ενέργειες εντός του πλαισίου των πεπραγμένων αμφοτέρων των πλευρών προς τον απώτατο - θεάρεστο - στόχο της ένωσης των Εκκλησιών.
«Σέ ἐπιστολές του διεκήρυττε ὅτι οἱ Προτεστάντες Ἐπισκοπιανοί καί Ἀγγλικανοί εἶναι ἀρχέγονες Ἐκκλησίες, ἡ πίστις των τελεία καί ἰδία μέ τήν πίστι τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ δέ παράδοσίς των συμπίπτει καί συνταυτίζεται μέ αὐτή τῶν Ὀρθοδόξων»: το ανέλυσα επίσης επαρκώς σε πρόσφατο άρθρο μου. Πρόκειται στο συγκεκριμένο απόσπασμα, ως και σε άλλα συναφή, για αποκομμένες φράσεις που ερμηνεύονται και παρατίθενται επιλεκτικά και αποσπασματικά. Στο ίδιο τούτο κείμενο, για παράδειγμα, αμέσως πιο κάτω φαίνεται ότι δεν θεωρεί ο Χρυσόστομος ένα και το αυτό ορθοδόξους και αλλοδόξους, αλλά μια σαφή πορεία προς ένωση μεταξύ τους. Συνεχίζει, ωστόσο, ο Ευθύμιος να παρερμηνεύει το θέμα της αγάπης («ἔθετε τήν ἀγάπη πάνω ἀπό τήν πίστι καί τά δόγματα καί ἐδίδασκε ὅτι αὐτή μόνον δέν θα καταλυθῆ, παρερμηνεύοντας τά λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου»), πράγμα που ήδη εξηγήσαμε πιο πάνω στην αντίστοιχη περίπτωση λόγων του αγίου Πενταπόλεως.
«Τούς προσφωνοῦσε καί τούς ἐγκωμίαζε ὡς Ὀρθοδόξους»: μέσα στα πολλά τσιτάτα που ρίπτει κατά του Αγίου, είναι και η μοδάτη επιχειρηματολογική καραμέλα των εκκλησιαστικών προσφωνήσεων. Γνωρίζουμε τις αντίστοιχες απαντήσεις του π. Επιφάνιου για την παρεμφερή περίπτωση του αγίου Κυρίλλου και του Νεστορίου. Είναι σύνηθες δε πλέον στο πλαίσιο της αβρότητας των διαλογικών διεκκλησιαστικών προσεγγίσεων να ακούγονται τέτοιες παρερμηνεύσιμες φράσεις, που δεν σημαίνουν τίποτε παραπάνω. Άλλωστε, από μόνη της η φράση του Ευθυμίου «ως Ορθοδόξους» είναι προβληματική και ανέρειστος, εφόσον πουθενά δεν χαρακτήρισε ο Χρυσόστομος τους αλλόδοξους με τρόπο ταυτοποιητικό με τους Ορθόδοξους, καθώς στην αντίθετη περίπτωση οπωσδήποτε τούτο θα κατεγράφετο υπό του Ευθυμίου.
Εν συνεχεία προβαίνει σε εγκλήσεις πάνω σε λειτουργικά θέματα, αναφορικά με το Τυπικό, τα οποία παρατίθενται προς απόδειξιν του υποτιθέμενου εκκοσμικευμένου φρονήματος του Ιεράρχη. Όσον αφορά σε κατώτερα ζητήματα τύπου (π.χ. συντόμευση ακολουθιών, ρύθμιση νηστειών, αμφίεση κληρικών κλπ.) δεν χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο από το αυτονόητο: πρόκειται για τον υπερβάλλοντα ζηλωτισμό και φονταμενταλισμό του π. Ευθυμίου, που αυθωρεί και παραχρήμα δαιμονοποιεί και αφορίζει την οιαδήποτε ετερότητα στις ενδοεκκλησιαστικές τάσεις και απόψεις που παρεκκλίνουν από τις δικές του. Για τα άλλα, τα πιο σοβαρά, π.χ. την απαξίωση του μοναχισμού, πέρα από την αυθαίρετη και τραβηγμένη δική του ερμηνεία, μάλλον επιβάλλεται να μας καταθέσει κάτι πιο συγκεκριμένο. Παρά ταύτα, βέβαια, δεν κατανοώ και πάλι πώς καταφέρνει να ενίσταται σε θέσεις του τύπου «στή θεολογική σχολή τῆς Χάλκης πρέπει νά διδάσκωνται πέραν τῶν θεολογικῶν μαθημάτων καί βιοτεχνικά μαθήματα καί ἰδίως πρακτική ἰατρική, ἐφηρμοσμένη χημεία, γεωπονία, φωτογραφία, κηπουρική, γυμναστική, ἀνατομική φυσιολογία, γεωλογία, ἰχνογραφία κλπ», εκτός κι αν θεωρεί ότι η Εκκλησία είναι ένα μουσειακό έκθεμα ή μια φωτοκόπια του παρελθόντος, η οποία πρέπει να αναπαράγεται πάση θυσία, και δη σε ασπρόμαυρη έκδοση της δικής του αρεσκείας, μακριά από κάθε «ταγκαλίστικη» σκέψη προσαρμογής στα εκάστοτε χωροχρονικά πολιτισμικά δεδομένα.
Τον ενόχλησε έντονα που στον ενθρονιστήριο λόγο του δεν προβαίνει σε μια επανάληψη της ορθόδοξης δογματικής (ας το πράξει επιτέλους ο ίδιος αν γίνει ποτέ Επίσκοπος!) και προχώρησε ο Ευθύμιος σε μια λεπτομερή παράθεση στοιχείων «κοσμικών» συμβουλών και «ερώτων» του Χρυσοστόμου, ανάξιων εξάπαντος για παραπάνω σχολιασμό από την πλευρά μας. Ωστόσο, θα αναφερθώ ενδεικτικά στο θέμα του αθλητισμού, για το οποίο φαίνεται και πάλι να συμφωνεί ο Χρυσόστομος με τον Άγιο Νεκτάριο!1
Η αγάπη του Χρυσοστόμου και τα λόγια του θαυμασμού του για την αρχαία Ελλάδα θεωρούνται a priori ειδωλολατρία και παγανισμός. Η δοξολογία επί τη διασώσει του Κλεμανσώ μεταφράζεται ως πτώση σε αίρεση. Αυτονόητες αλήθειες εκπεφρασμένες υπό του Ιερομάρτυρος («σέ ἐπιστολή του, δύο περίπου μῆνες πρό τοῦ θανάτου του, ἔλεγε ὅτι ἐθεωροῦσε εὐτυχία τό νά ἔχη κάποιος ὑγεία, τροφάς, σκεπάσματα καί τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό σχολεῖα») θεωρούνται αντορθόδοξες. Και όλα τούτα απλά για να στοιχειοθετηθεί το (προαποφασισμένο και στρεψοδίκως κατασκευασμένο) αναιρετικό της αγιότητας και του μαρτυρίου εκείνου κατηγορητήριο…
«Ἀναφέρετο πάντοτε στούς ἀρχαίους Ἕλληνες καί οὐδέποτε στούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας»: συνεχείς αφορισμοί, τσιτάτα, απαξιώσεις, κλισέ και τελεσίδικες κρίσεις. Πραγματικά δεν κατανοώ τι εννοεί με το θέμα της αναφοράς στους αγίους, αλλά έτερα παραδίδουν οι ιστορικές μαρτυρίες για την βαθιά προφητική πεποίθηση του Ιερομάρτυρος ότι βάδιζε στα ίχνη του προκατόχου του αγίου Πολυκάρπου.
Η υποτιθέμενη παρερμηνεία υπό του Χρυσοστόμου ενός σημείου της Αποκάλυψης θεωρείται δείγμα πλάνης (λες και τόσοι και τόσοι άγιοι πριν απ’ αυτόν δεν είπαν διάφορα πάνω σε αυτό ακριβώς το ομολογουμένως δυσχερές ερμηνευτικώς χωρίο!), το «αιρετικό» βιβλίο ενός Διακόνου του θεωρείται αποδεικτικό στοιχείο σε βάρος του, οι αναπόδεικτες (συνήθεις) μεταθανάτιες κατηγορίες περί της μασονικής του ταυτότητας2 εκλαμβάνονται ως ιστορικό δεδομένο… Αξίζει μονάχα να επαναλάβω απλά αυτό που πρότινος ανέλυσα εκτενώς: και να ισχύει ακόμη το τελευταίο, πρώτα ας δει ο π. Ευθύμιος την περιρρέουσα γεωπολιτική και τη σύνολη ατμόσφαιρα της εποχής του Καλαφάτη και έπειτα να μας καταχωρήσει πότε κατεδικάσθη επισήμως ο Τεκτονισμός υπό της Εκκλησίας.
Μετά τα προαναφερθέντα θα αναρωτηθεί κάποιος γιατί να κάνω τέτοιο εξονυχιστικό – κατ’ ουσίαν είναι αδρομερής – έλεγχο του ευθυμιανού κειμένου. Πρώτον επειδή είναι κειμενολάτρης ο ίδιος και έπειτα για να καταφανεί η εμπάθεια, η μονομέρεια, η μεροληψία και η εξ αυτών απογεννώμενη βάναυση και άδικη κρίση και πολεμική ενάντια στον σφαγιασθέντα Ιεράρχη εθνομάρτυρα. Ο π. Ευθύμιος, μάλιστα, φτάνει και σε σημεία αναμφίλεκτης απορίας και δυσάρεστης έκπληξης ημών, όταν π.χ. τον επικρίνει για φυσικότατες πράξεις του, οι οποίες μάλιστα γίνονταν στο πλαίσιο της πατριδολατρίας και της συνδρομής του στον εθνικό αγώνα: «λίγο πρίν δέ καταληφθῆ ἡ Μητρόπολις τῆς Σμύρνης, σύμφωνα πάντα μέ τούς βιογράφους, ἔκαψε ὅλα τά ἔγγραφα τά ὁποῖα εἶχαν σχέσι μέ τίς ἐπιχειρήσεις διά νά μήν πέσουν στά χέρια τῶν Τούρκων». Τραγική κρίση από τον π. Ευθύμιο. Η αυτονόητη για τον γράφοντα προκείμενη ενέργεια του Ιεράρχη δεν είναι, ως φαίνεται, το ίδιο και για τον π. Ευθύμιο, πάνω από τον οποίο πλέον επικρέμαται η εύλογη απορία αν εκείνος θα άφηνε σε αντίστοιχη περίσταση να πέσουν τα έγγραφα στα χέρια του εχθρού! Εξάλλου, έχει μάλλον ήδη αποδειχθεί περίτρανα ότι για τον Ευθύμιο όλα είναι μονοδιάστατα, και δη άγια και ορθόδοξα ορώμενα από τη δική του αποκλειστικά γωνία. Είμαι πλέον σχεδόν σίγουρος ότι ο αφορίσας τους επαναστάτες του 1821 και μετ’ ολίγον μαρτυρήσας Γρηγόριος Ε’ είναι και αυτός για τον π. Ευθύμιο μια κακόδοξη και πρωτοφανής αγιοποίηση ενός κοινού εθνομάρτυρος…
Μερικά τσιτάτα είναι πολύ χονδροειδή και αποκαλυπτικά της -κακοτρόπως υποκειμενικής και εμφορούμενης αρνητικού προσήμου - ματιάς του αμφισβητία του Σμύρνης: «δέν ἀναφέρεται ἀπό τούς βιογράφους του νά καλλιέργησε κάποια χριστιανική ἀρετή… τίς δέ φυσικές ἀρετές πού διέθετε (θάρρος, ὀξύνοια, ἀποφασιστικότητα κλπ) τίς καλλιεργοῦσε ἀποκλειστικῶς καί μόνο πρός ἐπίλυσι τῶν πατριωτικῶν προβλημάτων». Ο π. Ευθύμιος και οι βιογράφοι του Χρυσοστόμου, κάτοχοι εξάπαντος του διορατικού χαρίσματος, γνωρίζουν τα μύχια της καρδίας του Ιερομάρτυρα...
«Ὡς ἐκ τούτου μέ τόν ξέφρενο καί τυφλό πατριωτισμό του, εἶναι ἐμμέσως ὑπεύθυνος γιά τόν σφαγιασμό ὅλων τῶν Ἑλλήνων»: εδώ φαίνεται ξεκάθαρα το μένος κατά του Αγίου. Το πρόβλημα δεν είναι για τον Ευθύμιο μονάχα η εκκλησιαστική υπόσταση εκείνου, αλλά η σύνολη προσωπικότητά του. Πρόκειται επίσης εδώ και για μια σοβαρή καταγγελία ιστορικής φύσεως, η οποία πρέπει να απαντηθεί δεόντως και από άλλους ειδικότερους επί του θέματος.
«Τό μαρτυρικό του τέλος ἔγινε ἀποκλειστικά καί μόνο γιά τήν πατρίδα»: αγνοώντας ο Ευθύμιος πέρα για πέρα τις σχετικές ιστορικές μαρτυρίες, υποκλέπτει με αρκετή δόση αναίδειας την αλάθητη κρίση του ίδιου του παντογνώστη Θεού. Συνεχίζει ευθύς αμέσως: «χαρακτηρίστηκε ἀπό τόν στρατιωτικό διοικητή τῶν Τούρκων Νουρεντίν ὡς ‘ἐχθρός καί προδότης τοῦ ἔθνους των’». Άρα συνάγεται αποδεικτικώς, κατά την ευθυμιανή πάντοτε λογική, από τη φράση αυτή του Νουρεντίν ότι ο Χρυσόστομος δεν ήταν και μάρτυς Χριστού; Έλεος πια! Το κακό δεν έχει τελειωμό, όπως φαίνεται και στο επόμενο: «δέν τοῦ ἐζητήθη νά ἀλλαξοπιστήση, οὔτε ἔκανε ὁμολογία πίστεως πρό τοῦ θανάτου του, ὅπως ἐγίνετο σέ ὅλους τούς μάρτυρες καί νεομάρτυρες». Αυτό πια τωόντι παραπάει και πρόκειται για χοντρή «μπαρούφα». Πέρα από το θεολογικώς μη επαρκές εν προκειμένω του συλλογισμού αυτού, θα έλεγα ευθέως στον πατέρα: άλλη εποχή πια και ιστορική φάση, ευλογημένε, στην τουρκοκρατία είσαι ακόμα εσύ;
«Ἀπό τούς βιογράφους τοῦ μαρτυρικοῦ του τέλους φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ Χρ. Σμύρνης προσπάθησε νά συμβιβασθῆ, νά συνδιαλλαγῆ καί κατά τό δή λεγόμενο νά τά ‘βρῆ’ μέ τούς Τούρκους κι ἐπειδή τά κατάφερε κατ’ ἀρχάς μέ τόν Τοῦρκο φρούραρχο Σαλῆ Ζεκῆ, ἐνόμισε ὅτι ἔτσι θά ἐγίνετο καί μέ τόν στρατιωτικό διοικητή Νουρεντίν. Δι’ αὐτό ἐπῆγε ὅταν αὐτός τόν ἐπροσκάλεσε, παίρνοντας μαζί του καί τούς δύο δημογέροντες, τούς ὁποίους φυσικά κι αὐτούς ἐφόνευσαν οἱ Τοῦρκοι»: με υποθέσεις, πάτερ μου, δεν γράφεται ορθή ιστορία, πολλώ δε μάλλον αγιολογική καταγγελία. Κατ’ εμέ, πάντως, αν ήθελε απλώς να τα «βρη», θα έβρισκε εξάπαντος νωρίτερα πολλούς τρόπους ως ευφυέστατος και ικανότατος που ήταν και, οπωσδήποτε, δεν θα διακινδύνευε τη ζωή του, απορρίπτοντας τις τόσες προτάσεις και ευκαιρίες διαφυγής που του δόθηκαν μέχρι τη στιγμή εκείνη, διότι, αν ήταν αμιγώς και αρρωστημένα πατριδολάτρης, θα προτιμούσε να συνεχίσει να βοηθά τη λατρεμένη πατρίδα του ζων και από άλλο μετερίζι.
Σε ένα κρεσέντο αντιχρυσοστομικού παράλογου και μεταφυσικού ομολογουμένως συλλογισμού και μένους, ο π. Ευθύμιος συνεχίζει να εγκαλεί τον Ιεράρχη σαν υπεύθυνο τάχα της βιαιότερης σφαγής του ελληνικού πληθυσμού: «ἡ παραμονή του δέ στή Σμύρνη ἦταν φυσικό νά ἐρεθίση περισσότερο τούς Τούρκους, πού τόν εὕρισκαν πάντοτε ἐμπρός των καί φυσικά νά συμπεριφερθοῦν μέ μεγαλυτέρα ἀγριότητα στόν ἑλληνικό πληθυσμό». Αν πραγματικά ενδιαφερόταν ο π. Ευθύμιος για την Εκκλησία και τη «λαθεμένη» τούτη αγιοκατάταξη, τότε σίγουρα θα ήταν πιο ευγενικός και προσεχτικός, τουλάχιστον στις ιστορικές αυτές επικρίσεις του, σεβόμενος την εθνομαρτυρική διάσταση, το πατριωτικό μεγαλείο και το ιστορικό μέγεθος του Ιεράρχη. Αλλά δυστυχώς τον προδίδουν, όχι ως νομίζει τον εγκαλούμενον μονάχα, αλλά εαυτόν πλέον τωόντι, τα ίδια του τα λόγια.
Με θλίβει ιδιαίτερα, και μ’ αυτό κλείνω, που βλέπει φαντάσματα και προδοσία πίστεως από την πλευρά του Επισκόπου ακόμα και στη φρικτή ώρα και στο γεγονός του μαρτυρίου: «τέλος τό ὅτι δέν ἔφυγε ὅπως τόν παρακαλοῦσαν οἱ Παπικοί, ἦταν κι αὐτό ἀποτέλεσμα τῶν πατριωτικῶν του βλέψεων καί στόχων, γεγονός βεβαίως πού ἀποδεικνύει ὅτι εἶχε ἄριστες σχέσεις μαζί των». Η αδυσώπητη κρίση του, καθότι πάντη άδικος ή και διό μεταλλαχθείσα ούτως, ως απεδείχθη κατά την ταπεινή μας γνώμη ικανώς, τουλάχιστον με όσα κατετέθησαν άχρι τούδε, δεν φείδεται ούτε αυτής ταύτης της ιεράς τελευτής, η οποία αδιαλείπτως ερμηνεύεται σαν απότοκος ψιλής πατριδολατρίας και εφάμαρτου σοβινισμού, ούτε καν άπτεται της στοιχειώδους ανθρώπινης ανοχής στις απλές διαπροσωπικές σχέσεις με τους αλλοδόξους, οι οποίες ορώνται αποκλειστικά σαν οικουμενιστικές εκπτώσεις και νοοτροπίες.
Η προδήλως βεβιασμένη και αθέσμως μονομανής (κατα)κρίση του π. Ευθυμίου είναι, τουλάχιστον κατά τη δική μου πτωχή αντίληψη, περισσότερο από εμφανής στη σύνολη διάσταση της άδικης προσέγγισης και της αναληθούς (ως ατεκμηρίωτης) υπόστασης των αιτιάσεων σε βάρος του Ιερομάρτυρος. Δεν περιμένω τόσο από τον π. Ευθύμιο να αναιρέσει τις πολλαπλώς ήδη εκπεφρασμένες αντιρρήσεις του για τον Χρυσόστομο και για την όλη Συνοδική πράξη του 1992, αλλά μάλλον να αποδείξει την καλή του διάθεση και τις ομόλογες προθέσεις του για το καλό της Εκκλησίας. Τότε μόνο θα είναι εφικτή η συνέχεια τού μετ’ αυτού διαλόγου. Ειδάλλως θα αποδειχθεί πως πρόκειται απλά για μια ακόμα συνώνυμη πτυχή της γενικότερης εκκλησιομαχικής πολιτείας του.
Μέχρι τότε, στην πρόκληση – πρόσκλησή του «νά καταθέσουν καί αὐτοί ἀνάλογα στοιχεῖα σχετικά μέ τήν προσωπικότητα τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, τά ὁποῖα νά συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἁγιότητός του ἤ νά διαψεύδουν τά ἰδικά μας» θα του προσαγάγω αποδεικτικώς (κατά τη διπλή εξάπαντος μεθοδολογία των Ορθοδόξων Πατέρων) το φρικτό μαρτύριο και τη Συνοδική Πράξη της Εκκλησίας (1992), τα οποία προσώρας, τουλάχιστον σε μένα και σε πολλά άλλα μέλη της Εκκλησίας, αρκούν. Εσείς μπορείτε να προσάγετε κείμενα και χωρία (θυμηθείτε απλά ότι αυτό είναι συνήθης τακτική και των αιρετικών), εμείς το εκχυθέν αίμα και την παραμονή στους κόλπους της Εκκλησίας. Η δική μου αντιπρόταση στον π. Ευθύμιο και στον κάθε καλοπροαίρετο αδελφό παραμένει ανοιχτή: έγκαιρη επιστροφή στην Εκκλησία και εν Πνεύματι μάχη μέσα από αυτήν και εντός αυτής. Άλλωστε, η έκταση και μόνον του κειμένου μου δείχνει ότι δεν σέβομαι πλημμελώς τον π. Ευθύμιο, καθώς σε άλλη περίπτωση δεν θα ασχολούμουν τόσο με τα γραπτά του. Το αντίθετο, φυσικά, συμβαίνει με πολλούς γύρω του, οι οποίοι τον χρησιμοποιούν σαν άλλοθι των άθλιων συμπεριφορών και ανώμαλων ψυχισμών τους.
Η επιμονή μου στο θέμα της απόδειξης της καλής προαίρεσης του γέροντα εξηγείται από τον λίαν πιθανό φόβο μου ότι ο π. Ευθύμιος δεν νοιάζεται τόσο για το εικαζόμενο λάθος της Εκκλησίας, όσο για την αμφισβήτηση της υπόστασής της συλλήβδην εξαιτίας τής κατ’ αυτόν πτώσης της στην αίρεση του Οικουμενισμού. Τούτο διαφαίνεται αρκετά ευδιάκριτα στην επέκταση της αμφισβήτησης στο σύνολο της Συνοδικής πράξης του 1992, στην οποία βλέπει να αγιοκατατάσσονται βιαστές και άθεοι στρατιώτες, πράγμα το οποίο, ως προαπέδειξα σε άλλο κείμενό μου, δεν οράται παρά μονάχα υπό των οφθαλμών μιας κακόπιστης και ευφάνταστης κριτικής διάθεσης. Καλώ, επομένως, όχι μόνον τον π. Ευθύμιο, αλλά και τον καθένα που βάλλει άμεσα ή έμμεσα κατά της εν λόγω αγιοκατάταξης, όπως και κατά της σημερινής Εκκλησίας των «Οικουμενιστών» ποιμένων, να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους στο Σώμα του Κυρίου, προκειμένου να αποφευχθεί ο όποιος κίνδυνος απώλειας της αιώνιας ψυχής τους.
Θα επανέλθω με το εν είδει επωδού επιχείρημά μου για τους σύγχρονους αγίους χαρισματικούς Πατέρες της Εκκλησίας, ένιοι εκ των οποίων τίποτε δεν έχουν να ζηλέψουν από τους παλαιότερους: για ποιον λόγο δεν αντέδρασαν στην «παράνομη» αυτή αγιοκατάταξη ένας π. Παΐσιος, ένας Εφραίμ Κατουνακιώτης ή ένας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, που ζούσαν όταν εκείνη έλαβε χώρα; Σήμερα εμφανίστηκαν ανώτεροι εκείνων των Πατέρων και την ακυρώνουν; Δεν θα το αρνούμουν, βέβαια, αυτό προκαταβολικά, αλλά θα υποθέσω ευλόγως τις δυο πιθανότερες εκδοχές: ή ότι όντως οι σημερινοί αμφισβητίες είναι αγιότεροι των πρόσφατων χαρισματούχων ή ότι είναι πλανηθέντες υπό του αρχεκάκου και πρώτου εκκλησιομάχου εχθρού. Ας αναλάβει, επομένως, ο καθένας τις ευθύνες που του αναλογούν. Ο γράφων σε κάθε περίπτωση προτείνει το προφανές: την ασφάλεια εντός της Εκκλησίας ακόμη και στην περίπτωση λάθους, κατά τη γνωστή τοις πάσι σχετική ρήση του μεγάλου των ημερών μας γέροντος Πορφυρίου.
Παράλληλοι βίοι με τη σύγχρονη πολέμια του αγίου Νεκταρίου και σχισματική μοναχή Μαγδαληνή; Δεν πρόκειται κατά τη γνώμη μου για τόσο χονδροειδή περίπτωση εν προκειμένω, αλλά για μια πιο εκλεπτυσμένη, διό και πιο επικίνδυνη, περίπτωση πλάνης. Ωστόσο, η ουσιαστική τους σύμπτωση στο θέμα της αγιομαχίας και της δράσης εκτός – οπότε και κατά - της Εκκλησίας (Λουκ. 11:23) παραμένει, αποδεικνύοντας τη βαθύτερη δυσειδή αλήθεια των πραγμάτων. Η μεγάλη μου απορία για τους «εχθρούς» του Ιερομάρτυρα έγκειται στην απρόκλητα προκλητική άνεση και στην έκνομη βεβαιότητα με την οποία αρνούνται και απαξιώνουν τη μεταφυσική πραγματικότητα και επικύρωση υπό του Θεού ενός μαρτυρίου.
Η αγιότητα είναι ένα μυστήριο πρώτα από όλα, το οποίο μάς υπερβαίνει κατά πολύ, κατά πάρα πολύ. Η διαχείριση και αυτού, ως και πάντων των Μυστηρίων, εναπετέθη στην Εκκλησία. Ας την εμπιστευθούμε. Ας τρέμουμε τις ανταρσίες και τα σχίσματα. Ένα ακόμα πειστήριο για τον γράφοντα περί της άδικης αντίδρασης κατά της εν λόγω αγιοκατάταξης είναι και το γεγονός ότι οι περισσότερες φωνές προέρχονται από ανθρώπους πολυτρόπως όντας εκτός Εκκλησίας, ζηλωτές, αποτειχισμένους, καθηρημένους και πάσης φύσεως φονταμενταλίζοντες. Ο Θεός μπορεί να αποτρέψει την επίσημη επικύρωση της αγιότητας κάποιου για πολλούς και διάφορους λόγους, χωρίς να σημαίνει ότι η τελευταία δεν υφίσταται (ο γράφων γνωρίζει σχετική περίπτωση συγχρόνου μάλιστα χαρισματικού πατρός, για την αγιοκατάταξη του οποίου απεφάνθη αρνητικά για κάποιους λόγους ο γέρων Πορφύριος). Μπορεί από την άλλη να επιτρέψει την επίσημη αγιοκατάταξη αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων, χωρίς και πάλι αυτό να σημαίνει ότι για τον Κύριο δεν είναι άγιοι, ανεξάρτητα από τις δικές μας αμφιβολίες και αντιρρήσεις.
Προκειμένου, επομένως, να αποφευχθεί κάθε ακαταστασία και σκανδαλισμός, επιβάλλεται οι αδελφοί του Κυρίου να υπακούουν με χαρά στην Εκκλησία του, και πιο συγκεκριμένα στους εκπροσώπους του, στους Επισκόπους. Ο Χρυσόστομος Καλαφάτης έχυσε το αίμα του για τον Χριστό, εφόσον πέθανε ως Ορθόδοξος Επίσκοπος με ποίμνιο όχι μονάχα ελληνικό (ήταν και αλλοεθνείς εν αυτώ), αλλά και για την πατρίδα, εφόσον πέθανε ως Έλλην, Ρωμηός και πατριώτης υπό της τουρκικής και αντίχριστης ισλαμικής θηριωδίας. Αυτό τουλάχιστον κατέγραψε η ιστορία. Αυτό φάνηκε να ενεγράφη και στις αιωνίους δέλτους του ουρανού, εφόσον ο Κύριος φαίνεται να εξέλαβε ως καθαρτικό και αγιαστικό τον μαρτυρικό θάνατο εκείνου, επιτρέποντας μάλιστα την επίσημη εκκλησιαστική του αγιοκατάταξη και αγνοώντας, παραγράφοντας ή και ορώντας με έτερο (παγγνωστικό και αλάθητο) Κριτικό βλέμμα τα φραστικά και άλλα πιθανά ατοπήματα του Ιερομάρτυρος κατά τον πρότερο της σφαγής του ένσαρκο βίο.
Θα κλείσω με μια θέση που βρήκα στο διαδίκτυο και που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, συνάμα δε αποτελεί μια υπεύθυνη λύση και πρόταση ακόμα και για τους καλοπροαίρετους ευσεβείς, οι οποίοι ωστόσο με τον διαδραματιζόμενο σάλο πιθανότατα και αναπόφευκτα σκανδαλίστηκαν: «είναι ασεβής και αντιεκκλησιαστική η αξίωση των διαφωνούντων να παύσομε να εορτάζομε τον Σμύρνης Χρυσόστομον ως άγιον, όταν η Εκκλησία η ίδια συνεχίζει να τον θεωρεί άγιο. Εάν ποτέ η Εκκλησία ελέγχουσα τις διδόμενες πληροφορίες ως αληθείς αποφασίσει να διαγράψει τον Χρυσόστομον Σμύρνης από τις δέλτους των αγίων της, τότε υποχρεούμεθα να σταματήσομε κι εμείς να τον τιμώμεν ως άγιον. Πριν συμβή αυτό, κανείς δέν έχει τέτοιο δικαίωμα, να συμπεριφέρεται δηλ. αυστηρότερα από όσο συμπεριφέρεται η Εκκλησία»3.
Κ.Ν.
4/10/2013
__________________________________________
1. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=460608
2. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/kargakos_chrysostom/Introduction.htm
3. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/kargakos_chrysostom/Introduction.htm