Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΘΕΤΗ ΝΤΙΝΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΛΙΛΙΑΝ ΒΟΥΔΟΥΡΗ"


Κείμενο - φωτογραφίες: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
Απόψε στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος «Λίλιαν Βουδούρη», στην Αίθουσα Διδασκαλίας (στο Μέγαρο Μουσικής), απολαύσαμε πραγματικά μια σπάνια συναυλία με έργα του Ντίνου Κωνσταντινίδη για όμποε και πιάνο. 
Ο σπουδαίος συνθέτης Ντίνος Κωνσταντινίδης, που ζει και δημιουργεί εδώ και δεκαετίες στη Λουιζιάνα των ΗΠΑ, συνδέεται στενά με τη Βιβλιοθήκη καθώς είναι από τους πρώτους Έλληνες συνθέτες της διασποράς που συνέβαλαν έμπρακτα στον εμπλουτισμό του Αρχείου Ελληνικής Μουσικής, το οποίο τηρεί η Βιβλιοθήκη, δωρίζοντας σε αυτήν το σύνολο του προσωπικού του αρχείου. 
Στην είσοδο της Βιβλιοθήκης, σε ειδικές προθήκες, είχαν εκτεθεί απόψε παρτιτούρες, ψηφιακοί δίσκοι του Ντίνου Κωνσταντινίδη, αλλά και επιστημονικές εργασίες που εκπονήθηκαν για το έργο του. 


Το κοινό στην εκδήλωση καλωσόρισε η Διευθύντρια της Βιβλιοθήκης μουσικολόγος Στεφανία Μεράκου και τη συναυλία προλόγισε ο μουσικογράφος – ερευνητής Θωμάς Ταμβάκος, ο οποίος διατηρεί και εμπλουτίζει το δικό του Αρχείο Ελλήνων Μουσουργών. Ο Θωμάς Ταμβάκος στη σύντομη ομιλία του παρέθεσε βιογραφικά στοιχεία του Ντίνου Κωνσταντινίδη, αναφέρθηκε στο πλούσιο έργο του και τη διεθνή απήχηση που έχει και, τέλος, εστίασε στα έργα που ερμηνεύτηκαν στη συνέχεια από τον Σπύρο Kοντό (όμποε) και τη Λητώ Θώμου (πιάνο). 

Η Διευθύντρια της Βιβλιοθήκης μουσικολόγος Στεφανία Μεράκου, επί το έργον!...
Ο Θωμάς Ταμβάκος στο βήμα

Αναλυτικά τα έργα που παρουσιάστηκαν ήταν τα εξής: 
• At the village 
• Three selections from the Opera Antigone 
1. Song of Ismene 2. Ode 3. Song of Antigone
• Rhapsody II 
• Reverie 
• Transformations 
1. Castles in the air 2. Recollections 3. Tender Conversation (to Manos) 4. On the Playground 
Το τρίτο μέρος του έργου Transformations έχει αφιερώσει ο Ντίνος Κωνσταντινίδης στον Μάνο Χατζιδάκι. Ο Θωμάς Ταμβάκος μας εξήγησε τη σχέση των δύο ανδρών: Ο Κωνσταντινίδης έπαιζε βιολί και ηχογραφούσε με μια ορχήστρα που είχε συστήσει ο Χατζιδάκις τη δεκαετία του '50, τις μουσικές του Χατζιδάκι για τον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής. 
Για το έργο Transformations (το οποίο έχουν ηχογραφήσει η Λ. Θώμου και ο Σπ. Κοντός) μίλησε, πριν την εκτέλεσή του, ο ομποϊστας Σπύρος Κοντός, και μας είπε ενδιαφέροντα πράγματα για τη σχέση του με το έργο του συνθέτη για όμποε και την διάδοσή του, αλλά και την καθιέρωση ενός έργου ως έργο ρεπερτορίου. 


Οι συνθέσεις για όμποε και πιάνο του Ντ. Κωνσταντινίδη ήταν θαυμάσιες. Ενδεικτικές μιας συνθετικής γραφής έντεχνης, με μουσικότητα, με δομή και επιρροές από την ελληνική λαϊκή παράδοση, και δη από την ηπειρώτικη (στο At the village), αφού ο συνθέτης κατάγεται από τα Γιάννενα. 
Οι δύο ερμηνευτές, Σπύρος Κοντός και Λητώ Θώμου, προσέγγισαν με σοβαρότητα τα έργα, ανέδειξαν τη μελωδική γραμμή, φανέρωσαν δυναμικά την δεξιοτεχνία που απαιτείται σε αρκετά σημεία και δεν δίστασαν να υπογραμμίσουν και τις σιωπές, στιγμιαίες μα ηχηρές. 
Πάντως, τέτοια έργα πρέπει να τα ακούει και να τα βλέπει κανείς σε ρεσιτάλ και συναυλίες, γιατί από το cd πολλά χάνει... 
Η Βιβλιοθήκη μας παρείχε απόψε μια σπάνια ευκαιρία κι αυτό δεν είναι λίγο. 


Δείτε και τις σχετικές με έργα του Ντίνου Κωνσταντινίδη παλαιότερες αναρτήσεις της Ιδιωτικής Οδού: 

ΙΣΛΑΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΦΑΣΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΟΧΗ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ...


Ισλαμοποίηση και εκφασισμός της Ορθοδοξίας 
(άλλως: o πνευματικός κανιβαλισμός και η κατάρα του διαδικτύου στον χώρο της Εκκλησίας) 
Του θεολόγου - φιλολόγου Κώστα Νούση
Η παιγνιώδης φύση του ανθρώπου δεν του επιτρέπει πολλές φορές να εγκαταλείπει τις πάσης φύσεως αθλοπαιδιές κατά τις ορέξεις και την ιδιοσυγκρασία εκάστου σε όλο το φάσμα των ηλικιακών του μεταβάσεων. Υπάρχουν όμως και ζητήματα που ο χρυσορρήμων Ιωάννης τα διαχωρίζει και τα καταχωρεί στα «ἐν οὐ παικτοῖς». Στην τεράστια αυτή κατηγορία κατέχουν de facto την πρώτη θέση τα πνευματικά θέματα και ό,τι συναφές άπτεται της Εκκλησίας και της εν αυτή βιοτής. Δυστυχώς, όμως, ο πειρασμός του διαδικτύου έχει παρασύρει στα «ακατάλληλα» αυτά θεάματα και παίγνια πολλούς, οι οποίοι βρίσκουν με την ευκολία της πίεσης ενός κομβίου το βήμα να διακηρύσσουν προς κάθε κατεύθυνση τις αλλοπρόσαλλες θεωρίες και την εν γένει ψυχοπαθολογία τους, καθώς και να χρησιμοποιούν σαν άνομο άλλοθι την ορθόδοξη πίστη, προκειμένου να εκτονώνουν τις αρρωστημένες τους βουλιμίες αυτοπροβολής και εξωτερίκευσης των ουκ ολίγων κρυφών και προφανών παθών τους. 
Στο παιχνίδι αυτό συμμετέχουν με ανεκδιήγητο και άκομψο πολλάκις τρόπο και κληρικοί όλων των βαθμών, χωρίς να διαισθάνονται την απογεννώμενη δυσφήμηση της Εκκλησίας, τον σκανδαλισμό των πιστών και τον χλευασμό των αντίθεων μονάδων και συλλογικών σχηματισμών. Το πρόβλημα διογκώνεται και η κατάσταση εκτραχύνεται, όταν τα πράγματα αρχίζουν να περνάνε από το στάδιο της φαιδρότητας, της γραφικότητας και των ανώδυνων ατομικών εκθέσεων πίστεως εκάστου σε ενεργούμενα εμπράγματα γεγονότα και αληθινές πράξεις βίας. Αν και η βία του διαδικτύου υφίσταται ήδη μέσα από τον ανεξέλεγκτο χαρακτήρα του και την ασύδοτη χρήση του από την καθεμιά προβληματική προσωπικότητα, οι δυσχερείς αυτές καταστάσεις εκτροχιάζονται στο επίπεδο πραγματικών βιαιοπραγιών και απειλών, οι οποίες ενίοτε φτάνουν μέχρι και στο επίπεδο της μη αναστρέψιμης σωματικής και ψυχικής βλάβης. 
Δεν μου αρέσει να αερολογώ, αλλά να περνάω σε ρεαλιστικά και τετελεσμένα περιστατικά. Μου έρχεται για παράδειγμα στον νου η «γραφικότητα» με την οποία χάιδεψε τα αυτιά της Χ.Α. ο γνωστός Μητροπολίτης μιας Επισκοπής της Πελοποννήσου. Μπορεί πολλοί να παρέκαμψαν με μειδίαμα τις δηλώσεις του – οι οποίες έρχονται σε άμεση ρήξη με τη δομική ραχοκοκαλιά του χριστιανισμού – ωστόσο λίγοι πρόσεξαν πως η κόντρα του με τον Σιατίστης συνεισέφερε πολυτρόπως, έστω και λίαν εμμέσως, στη στοχοποίηση του Σεβασμιωτάτου Παύλου υπό της εν λόγω οργάνωσης με τις απειλές που δεχόταν και τους απότοκους διαγραφόμενους πιθανούς κινδύνους που διέτρεχε. Επίσης λίγοι παρατήρησαν πόσο άνευρη και άτολμη - μάλλον ανύπαρκτη - ήταν η απάντηση της Ιεραρχίας σε ένα θέμα τόσο δεδομένο για τη δογματική της συνείδηση και διδασκαλία. 
Ίσως η αποφυγή της χονδροειδούς βίας καθησυχάζει τη συνείδηση των μανιταροτρόπως αναφυέντων φονταμενταλιστών της εποχής μας, αλλά δεν φαίνεται να αυτοελέγχονται για τις ύβρεις, τις βωμολοχίες, τις συκοφαντίες, τις χυδαιότητες, τις (ιερο)κατακρίσεις – θύμα τους, άλλωστε, και ο υπογράφων εδώ – τις λυσσώδεις επιθέσεις και το εκβραζόμενο άλογο μίσος κατά των απλώς και μόνον διαφόρως σκεπτομένων. Η αρρωστημένη εκπεμπόμενη ψυχοπαθολογία των ανεκδιήγητων σχετικών τύπων, που φαντασιώνονται ακόμα πως παραμένουν χριστιανοί, εντοπίζεται και στους απλούς αναγνώστες και σχολιαστές αντίστοιχων ιστότοπων, οι οποίοι συμμετέχουν έστω και παθητικά στις αντίχριστες και θεομαχικές αυτές εκδηλώσεις, οι οποίες εκτρέφουν μουτζαχεντίν της χριστιανοσύνης ή γνησιορθόδοξους νεοσταυροφόρους, συντηρώντας και επαυξάνοντας τα εκκλησιαστικά σχίσματα και τις αποτειχιστικές στασιάσεις και ανταρσίες. 
Η εύλογη απορία του γράφοντος είναι κατά πόσο σε μια οιαδήποτε διατάραξη της πολιτικής ομαλότητος άνθρωποι τέτοιας γεωμετρικά αυξανόμενης διαστροφής θα μπορούσαν να προβούν σε κάτι περισσότερο από απλές φραστικές επιθέσεις σε βάρος των πάσης φύσεως «αλλοδόξων» - εξάλλου σε σχετικά sites προβάλλονται χωρίς καμιά ενοχή ή συστολή ρατσιστικά και εθνικιστικά μηνύματα συγχεόμενα με ορθόδοξα χριστιανικά αντίστοιχα - έχοντες την ψευδαίσθηση ότι πράττουν θεαρέστως και ομολογιακώς, όπως άλλωστε συμβαίνει νυν αισθανόμενοι τοιουτοτρόπως μέσω της υπ’ αυτών άσκησης διαδικτυακής βίας. 
Οι γενικεύσεις και οι απολυτοποιήσεις, πέρα από το ότι είναι ασύμβατες με την περιρρέουσα πολιτισμική ατμόσφαιρα, αντιβαίνουν εξάπαντος και στην ίδια την πεμπτουσία του χριστιανισμού, που είναι ο απεριόριστος σεβασμός του προσώπου, η αγάπη και η ελευθερία. Μου έρχεται στο μυαλό πρόσφατη αρθρογραφική παρέμβαση λαϊκού θεολόγου, ο οποίος κατά παράδοξο ομολογουμένως τρόπο κατάφερε να εξισώσει με αρκετή άνεση τον φόνο του Π. Φύσσα με τις εκτρώσεις και άλλα εγκλήματα, λες και στα πνευματικά πράγματα ή και στις ουμανιστικές ακόμα δυτικές χριστιανογενείς νεότερες κατακτήσεις χωράνε τέτοιου είδους μαθηματικά. Η φράση του θεολόγου «μέγας θόρυβος γιὰ ἕνα φόνο» εξάπαντος ηχεί ενοχλητικά ήδη από μόνη της, πέρα από το πρόδηλο γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε ο φόνος αυτός σαν το προσωπικό του άλλοθι για μια άνοστη επίθεση κατά πολιτικών και δημοσιογράφων. Σε κάθε περίπτωση, το νέο αυτό είδος του νεοελληνικού ισλαμοχριστιανισμού, που εν προκειμένω προσπαθούμε να περιγράψουμε, βλέπουμε να βρίσκει και σε επίσημους θεολόγους τους θεωρητικούς - υποδόριους και μη - υποστηρικτές του. 
Η ακαλαίσθητη υποκατάσταση της θείας κρίσης – την οποία είδε ο γράφων στη χαιρέκακη και αηδιαστική προβολή της είδησης από ακραίο χριστιανοφονταμενταλιστή ιστολόγο αναφορικά με τον πρόσφατο θάνατο του νόμιμου ηγουμένου της Ι. Μ. Εσφιγμένου και που αποτέλεσε την άμεση αφορμή για να γραφεί το παρόν - πέρα από βαρύ αμάρτημα συνιστά και σαφές προσδιοριστικό στοιχείο ισλαμικής, όσο και δυτικής δικανικής και ιεροεξεταστικής θεολογίας, όπου οι άπιστοι τιμωρούνται και εδώ με σωματικό θάνατο, αλλά και στην άλλη ζωή θωρούνται με απόλαυση καιόμενοι στα τρίσβαθα της κολάσεως εν είδει σαδιστικού θεάματος της ρωμαϊκής εποχής. Όρνια πνευματικού κανιβαλισμού πάνω στις αδελφικές σάρκες, αηδείς νεκρόφιλοι, κατά συρροή εγκληματικά αδελφοκτόνα στοιχεία του άγραφου αγιοπνευματικού νόμου… Γίνεται πλέον οφθαλμοφανής η απομάκρυνση από τον χώρο του γνήσιου χριστιανισμού και η μετάλλαξη σε κάποια άλλη μορφή θρησκευτικότητας, εξάπαντος αντορθόδοξης, σχεδόν ή καθάρια δαιμονικής. 
Ο γράφων χαρακτηρίστηκε από φίλο σχολιογράφο «μοναχικός θεολόγος» στον αγώνα κατά των σύγχρονων αυτών εκκλησιομάχων και αγιομάχων. Η παρατήρηση αυτή, ανεξάρτητα από το ποσοστό ανταπόκρισής της στην αλήθεια, φέρνει στην επιφάνεια την πραγματικότητα της σιωπηρής ανοχής των εξτρεμιστικών αυτών φωνών και μανιακών ψυχοπαθολογιών, των ενδεδυμένων υπερορθόδοξο μανδύα, εκ μέρους των φορέων της σύγχρονης θεολογίας και της Εκκλησίας (Επισκόπων και Συνοδικών οργάνων πιο συγκεκριμένα), οι οποίοι, είτε απαξιούντες υπεροπτικώς είτε αποστασιοποιούμενοι για ποικίλους φοβικούς λόγους, επιτρέπουν τον αδιάλειπτο διασυρμό και ευτελισμό της Εκκλησίας και των Ποιμένων της. Η επιβεβλημένη λήψη συγκεκριμένων εκκλησιαστικών – αλλά και κοσμικών δικονομικών και πειθαρχικών – επιτιμίων και ποινών δεν μπορεί και δεν πρέπει να καθυστερήσει για πολύ ακόμα. 
Η γηπεδοποίηση του πνευματικού αγώνα, η μισαλλοδοξία, η γραφικότητα, οι ολοκληρωτικές νοοτροπίες και πρακτικές, το βωμολοχικό λεξιλόγιο, η λανθάνουσα εγκληματικότητα, η υποδόρια και η εκδηλούμενη αλλοφροσύνη, οι σχιζοειδείς αντιδράσεις, η εκδικητική και λοιπή μανιώδης συμπεριφορά, ο εκχυδαϊσμός και η συκοφαντική προσβολή του ήθους των αντιφρονούντων, η βορβορώδης, αηθεστάτη και αηδεστάτη ιεροκατάκριση, η σταδιακή απενοχοποίηση και θεολογική κατοχύρωση της βίας, η ιδεολογικοποίηση του εκκλησιαστικού μηνύματος και η αποδόμηση της στοιχειώδους δογματικής ραχοκοκαλιάς της χριστιανικής πίστης, ο εκδογματισμός της παραδοσιολαγνίας, η αιρετικότροπη κειμενολατρία και η δογματοποιημένη παρελθοντολατρία, είτε άμεσα είτε εμμέσως, είτε εκουσίως είτε ακούσια, είτε υπόρρητα είτε αριδήλως, όλα τους - δείγματα μιας μεταλλαγμένης καρκινωματικής Ορθοδοξίας - συστήνουν μια εξτρεμιστική ισλαμόσχημη και φασιστόμορφη επανέκδοση του νεοελληνικού χριστιανικού φονταμενταλισμού, την οποία πολυτρόπως και πολυμερώς συνδράμει το διαδίκτυο. Η Εκκλησία δεν πρέπει να καθεύδει και να ανέχεται άλλο. Ο κάθε χριστιανός, επίσης, από το ατομικό του μετερίζι ας αγωνίζεται με τη Χάρη του Θεού στην καθαίρεση του δαιμονικού αυτού νεοκατεστημένου και στην κάθαρση των ασθενούντων αδελφών του. 
Κ.Ν. 
4/10/2013

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Ο ΚΑΒΑΦΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ


Με την ευκαιρία του Έτους Καβάφη, που είναι το 2013, ας ξαναθυμηθούμε μια προ δεκαετίας έκδοση, που βέβαια παραμένει πάντα σημαντική. 
Ένα πολύτιμο βιβλίο – cd με τίτλο: «Ο Γιάννης Τσαρούχης διαβάζει Καβάφη στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου». 
H ηχογράφηση του Γιάννη Tσαρούχη να απαγγέλλει 22 ποιήματα του Kαβάφη έγινε τον Φεβρουάριο του 1972. O ζωγράφος έρχεται στην Eλλάδα από το Παρίσι, συναντά τον φίλο του Aνδρέα Eμπειρίκο και του ζητά ο ίδιος να τον ηχογραφήσει να απαγγέλλει τον αγαπημένο τους ποιητή. O Tσαρούχης διάβαζε σε φίλους ποιήματα του K.Π. Kαβάφη από τη δεκαετία του '50. Ήταν πάντα αναγνώσεις εξαιρετικής συγκίνησης και ευαισθησίας χωρίς θεατρινισμούς, με μεγάλη λιτότητα και βαθιά αίσθηση του εσωτερικού μέτρου. 
O ψηφιακός αυτός δίσκος αποτελεί την πρώτη επίσημη δημοσίευση από το "Aρχείο Hχογραφήσεων" του Aνδρέα Eμπειρίκου. Tο βιβλίο του CD περιέχει πλήρη τα κείμενα που γράφουν ο Tσαρούχης για τον Kαβάφη και τον Eμπειρίκο, ο Eμπειρίκος για τον Tσαρούχη, ένα κείμενο της Eυφροσύνης Δοξιάδη για τις καβαφικές αναγνώσεις του Tσαρούχη, ένα κείμενο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη για τη σχέση Tσαρούχη - Eμπειρίκου - Kαβάφη, καθώς και τα 22 ποιήματα που διαβάζει ο Tσαρούχης και ηχογραφεί ο Eμπειρίκος. Eπίσης, η έκδοση συνοδεύεται από τρία καβαφικά έργα του Tσαρούχη, φωτογραφίες του Kαβάφη και φωτογραφίες των Tσαρούχη-Eμπειρίκου που αλληλοφωτογραφίζονται και οι οποίοι συνδέονταν με μεγάλη φιλία από τη δεκαετία του '40 μέχρι το τέλος της ζωής τους. 
Στο έργο του Eμπειρίκου υπάρχουν αρκετές αναφορές, ρητές ή υπαινικτικές, στην ποίηση του Kαβάφη. Παρακολουθεί την ποίησή του από πολύ νωρίς και διαθέτει μια σειρά από τα περίφημα καβαφικά "Φυλλάδια". Tο σημαντικότερο: τον τοποθετεί ανάμεσα στους τηλαυγείς αστέρες της προσωπικής του μυθολογίας, όπως αυτοί εμφανίζονται στο γνωστό κείμενο της Oκτάνας "Oι Mπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι":
Λέων Tολστόη, Sigmund Freud, Άγγελος Σικελιανός, ο Aρίσταρχος των ηδονών και ο K.Π. Kαβάφης, Mαρξ, Λένιν κλπ. Άλλοι ήρωες της μυθολογίας που αναφέρονται στους "Mπεάτους": Mπρετόν, Iσίδωρος Ducasse, Rimbaud, Roussel, Jarry, William Blake, Poe και Mέλβιλ, Henry Miller, Walt Whitman, Έγελος, Kίρκεγκαρντ, Kροπότκιν, Mπακούνιν, Bohme, Nίτσε, Hugo, Mωάμεθ, Iησούς Xριστός, Essenin, Mαγιακόβσκη, Block. 

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος απ' τον Εμπειρίκο στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972

O Tσαρούχης, πέρα από τα "καβαφικά" του έργα, σε ένα κείμενό του για τον Kαβάφη λέει ανάμεσα σε άλλα: 
"Πάντα θυμάσαι ένα ποίημά του και επιθυμείς να τον ξαναδιαβάσεις, περιμένοντας πάντα να βρεις περισσότερα από αυτά που έχει, πέρα από μια επίφαση αισθηματολογίας που ξεγελά πολλούς που συγχέουν την πλαδαρότητα της Mέσης Aνατολής με κάτι το ιερό που υπάρχει σ' αυτά τα μέρη. Oι επιπόλαιοι θαυμασταί και επικριταί του Kαβάφη στρατολογούνται απ' αυτούς που θα συγχέουν πάντα. H μοναδική του όμως αξία θα έγκειται στο μέτρο του, στην ενστικτώδη ικανότητα ν' αποφεύγει την χυδαία αυταρέσκεια, την ανόητη πνευματική αυστηρότητα. [...] O Kαβάφης δεν ήταν φιλόλογος, ήτανε ποιητής, άσχετα ποιού μεγέθους. Όλος ο χυμός της ποιήσεώς του αντλείται από την ζωοδόχο πηγή που κάπως αποδίδει η λέξις "πραγματικότητα". [...] Aκολούθησε την παράδοση των πολύ γνήσιων ποιητών της νέας Eλλάδας, που δέχτηκαν την ακαταστασία μιας γλώσσας εκ των ενόντων μα αληθινής. [...] O σπαραγμός του τον κάνει να οραματίζεται μέσα σ' όλες τις ελληνικές λέξεις λυσιτελή σύμβολα που γιατρεύουν το άγχος του καλύτερα από την γραμματική και την κούφια αισθητική δεξιοτεχνία". 
Mέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα εντάσσονται και οι ηχογραφήσεις των καβαφικών ποιημάτων στην ιδιότυπη και θελκτική απαγγελία του Tσαρούχη. 
Αξίζει εδώ να πούμε πως ο Eμπειρίκος διέθετε, εκτός των άλλων, ένα πολυτιμότατο ηχητικό Aρχείο, ένα εξαιρετικά οργανωμένο "Hχογραφημένο Aρχείο", όπως το αποκαλούσε ο ίδιος. Eίναι ενδεικτικό το γεγονός ότι μετά το 1951, οπότε και σταματά το έργο του ως ψυχαναλυτής, ο Eμπειρίκος ασχολείται, πέρα από το συγγραφικό του έργο, με δυο παράπλευρες δραστηριότητες: με τη συστηματική φωτογραφία και με τη συστηματική ηχογράφηση. Oι ηχογραφήσεις γίνονταν κυρίως στο σπίτι του. Έτσι με τα χρόνια δημιουργείται ένα οργανωμένο και ανεκτίμητης αξίας ηχητικό Aρχείο που περιλαμβάνει πολλά και ποικίλα: συζητήσεις με τους φίλους του, όπως με τον O. Eλύτη, τον N. Bαλαωρίτη, τον Γ. Λίκο, τον Άρη Kωνσταντινίδη, τον M. Σαχτούρη, τη Mαρία Bοναπάρτη κ.ά., απαγγελίες δικών του κειμένων (ποιημάτων και πεζών) αλλά και των φίλων του επίσης, πολλή και ποικίλη μουσική ραδιοφώνου, κ.ά. 

Εικονογράφηση για το ποίημα του Καβάφη "Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ" 1964
Gouache σε χαρτί, 26 x 38,7 εκ. Aρ. ευρ. 47


Για να επιστρέψουμε στον Τσαρούχη, να θυμίσουμε πως στην έκθεση που φιλοξενείται αυτόν τον καιρό – και μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου - στο Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη, με τίτλο «Ζωγραφισμένα», όπου 40 έλληνες εικαστικοί δημιουργούν εμπνεόμενοι από την ποίηση του Καβάφη, υπάρχουν και έργα του Τσαρούχη, όπως και διάφορα «καβαφογενή» σχέδιά του. Έλεγε ο μεγάλος ζωγράφος για τον μεγάλο Αλεξανδρινό: 
«Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθορίσει κανείς πού έγκειται η γοητεία ενός ποιητού. Oχι βέβαια στην μορφή, που ξεπερνιέται αμέσως με την πρώτη απομίμηση ή με το πέρασμα του χρόνου. Η ποίησις θα είναι πάντα κάτι άλλο. Η μορφή της ποιήσεως του Καβάφη ίσως τα έχει όλα εναντίον της. Κι όμως, πάντα θυμάσαι ένα ποίημά του και επιθυμείς να τον ξαναδιαβάσεις».

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

"ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ" ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (Δ.Ε.Φ.Ν.Κ.) συμπληρώνει φέτος 25 χρόνια αφοσίωσης στον Νίκο Καζαντζάκη και το έργο του (1988 - 2013). 
Με αφορμή την επέτειο αυτή συνδιοργανώνει με την Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στρογγυλή τράπεζα με θέμα: «Πνευματικότητα και Θρησκευτικότητα στον Νίκο Καζαντζάκη». 
Το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013 στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, στις 7 το απόγευμα. 
Προεδρία: Γιούλη Ιεραπετριτάκη, Ιστορικός - Αρχαιολόγος, Υπεύθυνη της Τοπικής Επιτροπής Θεσσαλονίκης - Χαλκιδικής της Δ.Ε.Φ.Ν.Κ. 
Συμμετέχουν: 
- π. Ανδρέας Νανάκης, Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάνου Κρήτης, Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ., Πρόεδρος της Διοικούσης Επιτροπής της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης. «Η Εκκλησία και ο Νίκος Καζαντζάκης: Ο μύθος του αφορισμού και της ταφής του». 
- Χρυσόστομος Σταμούλης, Καθηγητής και Πρόεδρος Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. «Salvatores Dei. Νίκος Καζαντζάκης και Ορθόδοξη παράδοση». 
- Παναγιώτης Υφαντής, Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. «Ο Φτωχούλης του Καζαντζάκη». 
- Αγάθη Μαρκάτη, Μrs Παιδαγωγικών. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας. «Νίκος Καζαντζάκης: προσεγγίσεις του θείου - από τον Bergson στην εξελικτική θεολογία». 
- Μαρία Χατζηαποστόλου, Θεολόγος. Εκπαιδευτικός Μέσης Εκπαίδευσης. Mrs Θεολογίας. Υποψήφια Διδάκτωρ Θεολογίας Α.Π.Θ. «Το πρόσωπο του Χριστού στον Νίκο Καζαντζάκη». 
- Ευαγγελία Δαμουλή - Φίλια, Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου. Συγγραφέας. «Η Αθωνική εμπειρία του Νίκου Καζαντζάκη».

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Χρυσή Αυγή ή Δημοκρατία: μέσος δρόμος με τον φασισμό δεν υπάρχει

Το φωτομοντάζ είναι του Γερμανού αντιναζιστή καλλιτέχνη John Heartfield (1891-1968) / Πηγή: εδώ

Του εκπαιδευτικού Γιάννη Γιγουρτσή 
Για όσους πίστεψαν πως ξεμπερδέψαμε έτσι εύκολα με την Χρυσή Αυγή, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών που σχετίζονται με την προανακριτική διαδικασία και την προσωρινή κράτηση ή μη των υποδίκων στελεχών της, αλλά και τα νέα στοιχεία που συνεχώς βγαίνουν στο φως, δείχνουν ότι ο δρόμος μέχρι την εξάλειψη του νεοναζισμού και των μεταστάσεών του είναι μακρύς και επίπονος. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με την επάρατο νόσο, η πάλη ενάντια σε τέτοια πολιτικά καρκινώματα είναι μακρά και δύσκολη. 
Ο αγώνας εναντίον του φασισμού, και δή της πλέον ακραίας και επικίνδυνης εκδοχής του που είναι ο ναζισμός, πρέπει να είναι συνεχής, αδυσώπητος και αμείλικτος. Κανενός είδους ανοχή και συγκατάβαση δεν πρέπει να είναι ανεκτή. Ο ναζισμός πρέπει να συντριβεί και στη συνέχεια είναι απαραίτητο να λαμβάνονται συνεχώς προληπτικά μέτρα ώστε η όποια προσπάθεια αναγέννησής του να εξαλείφεται εν τη γενέσει της. 
Η Δημοκρατία πρέπει να εξαντλήσει την αυστηρότητά της και όλα τα μέσα που διαθέτει, παίρνοντας, αν χρειαστεί έκτακτες αποφάσεις. Εντός του Συντάγματος βεβαίως αλλά αν είναι αναγκαίο ακόμα και στα όριά του. 
Η Ευρώπη ανέχτηκε τον φασισμό και τον ναζισμό στο Μεσοπόλεμο και το τίμημα που πλήρωσε ήταν εξαιρετικά ακριβό. Φαίνεται να έμαθε ωστόσο από το πάθημά της. Όταν επιτέλους αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει ενώθηκε και υπήρξε αμείλικτη μέχρι που τον συνέτριψε. Στη συνέχεια η ίδια η ίδρυση της ΕΟΚ την δεκαετία του 1950 είχε ως βάση της την επιθυμία των λαών της Ευρώπης, και των εμπνευσμένων δημιουργών του ευρωπαϊκού οράματος για ειρήνη, ευημερία και αποτροπή επανεμφάνισης φαινομένων όπως ο ναζισμός και ο φασισμός. Η Ευρώπη δούλεψε επί δεκαετίες προς αυτή την κατεύθυνση με αποτελεσματικότητα. Ακόμα και η εμφάνιση ακροδεξιών και φασιζόντων σχημάτων τύπου Λεπέν στη Γαλλία κινήθηκαν μέσα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού πολιτικού κεκτημένου και δεν απείλησαν ουσιαστικά την Δημοκρατία ποτέ. Μικρές ομάδες νεοναζιστών, στην Γερμανία και αλλού αντιμετωπίστηκαν αποφασιστικά παντού. Παντού, όχι ακριβώς. Υπάρχει μια μικρή χώρα που «αντιστέκεται», όπως θα έλεγε κανείς παρωδώντας πικρά την γνωστή φράση από τον Αστερίξ. 
Η γιγάντωση του νεοναζιστικού μορφώματος στην Ελλάδα ξεκινά από εγγενείς αδυναμίες και χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας και της ελληνικής πολιτικής σκηνής που δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε και χρειάζεται χρόνο για να το κατανοήσουμε σε βάθος. Αν ωστόσο δεν ερευνήσουμε εις βάθος τα αίτια που οδήγησαν μια κοινωνία που επαίρεται πως ο πρόγονοί της γέννησαν τη Δημοκρατία, στο να αναστήσει και εκθρέψει στους κόλπους της τον μεγαλύτερο εχθρό που είχε ποτέ η Δημοκρατία, τον ναζισμό, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αντιμετωπίσουμε ριζικά τα φαινόμενα εκφασισμού της κοινωνίας μας που με τη σειρά τους γεννούν σχήματα όπως η Χρυσή Αυγή. 
Ξυπνώντας ξαφνικά από έναν εφησυχασμό επικίνδυνο η ελληνική πολιτεία αποφάσισε να αντιδράσει. Δεν αποκλείεται καθόλου να την ξύπνησαν και έξωθεν πιέσεις. Καθόλου κακό αν έγινε, και ας δικαιώνεται κατά κάποιο τρόπο ο κ. Κασιδιάρης που μιλά για εξωεθνικά κέντρα που πολεμούν την ΧΑ. Όπως ακριβώς έγινε και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι και σήμερα ο πόλεμος ενάντια στον φασισμό δεν είναι υπόθεση μόνο ενός λαού, ακόμα και αν το φαινόμενο φαίνεται να αφορά μόνο έναν. Άλλωστε η Ελλάδα ανήκει στη Δύση (εδώ ταιριάζει αυτό) και Δύση, στα θεμέλια της οποίας βρίσκονται και αξίες που γέννησε και ο ελληνικός πολιτισμός, σημαίνει (ή έστω στοχεύει να είναι) δημοκρατία, ελευθερία, ανθρώπινα δικαιώματα, ισότητα, ευημερία. 
Οι ανακοινώσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ μετά την δολοφονία Φύσσα και εξής για το θέμα της ΧΑ είναι ενδεικτικές, και μάλλον η κορυφή του παγόβουνου σε σχέση με την αντίληψη για το θέμα του υπερατλαντικού συμμάχου της χώρας μας. Αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση έπαιξε το ρόλο της. Η Ευρώπη δεν θα μπορούσε ποτέ να ανεχτεί, 70 χρόνια μετά τη συντριβή του ναζισμού να εισέλθει ένας νεοναζιστής βουλευτής στο Ευρωκοινοβούλιο, γεγονός πολύ πιθανό αν πηγαίναμε στις Ευρωεκλογές με τις προς των συλλήψεων συνθήκες. ¨Όπως και να έχει και ανεξαρτήτως των εύλογων πιέσεων ή μη, το γεγονός είναι πως αντίδραση υπήρξε και ο απρόθυμος ως τώρα πρωθυπουργός της χώρας, εκών άκων κινητοποίησε τους μηχανισμούς της απονομής της δικαιοσύνης. Μένει τώρα το μαχαίρι να φτάσει στο κόκκαλο, το καρκίνωμα να αποκοπεί και να η θεραπεία να είναι πλήρης, όχι για να εφησυχάσουμε - ποτέ δεν εφησυχάζεις με τον καρκίνο και με τον φασισμό- αλλά για να μειωθεί δραστικά ο κίνδυνος που προέρχεται από αυτόν, να εξυγιανθεί η ελληνική κοινωνία, να γίνει πιο δημοκρατική η ελληνική πολιτεία. Τότε θα αλλάξει και η προβολή της εικόνας της ελληνικής κοινωνίας στη Βουλή και ίσως έτσι να αποκτήσουμε και άρχοντες εντιμότερους, αξιότερους και περισσότερο ικανούς να διαχειριστούν τις τύχες του τόπου μας. Στον ελληνικό λαό αξίζει ένα καλύτερο αύριο χωρίς φασισμό και με περισσότερη δημοκρατία και ελευθερία. Το αξίζει και το μπορεί, αρκεί να το θελήσει. 
Κοντολογίς, παραφράζοντας ένα σύνθημα που διάβασα πρόσφατα, «ο αγώνας για την ελευθερία και την απελευθέρωση είναι μακρύς, συνεχής και επίπονος». Αλλά είναι αγώνας καλός και αγώνας όλων μας, κληρονομία που χαρήκαμε οι ίδιοι, την χρωστάμε στους γονείς μας και οφείλουμε να κληροδοτήσουμε στα δικά μας παιδιά.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ


Ορθόδοξη αγιολογική προσέγγιση πάνω στο ζήτημα της «αμφιλεγόμενης» Συνοδικής πράξης αγιοκατάταξης των Νεομαρτύρων της Μικρασιατικής τραγωδίας 
(άλλως: απάντηση στην πρόσφατη ανοιχτή επιστολή του π. Ευθυμίου Τρικαμηνά για το θέμα του ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης) 
Του θεολόγου - φιλολόγου Κώστα Νούση
 Όταν ξεκινάς έναν διάλογο για τέτοια ζητήματα, ευθύς αμέσως προβληματίζεσαι για το ατελέσφορον αυτού, τη στιγμή που προγνωρίζεις την προΰπαρξη συγκεκριμένης και προκατειλημμένης στάσης από την αντίπερα όχθη. Τούτο αναφορικά με τη γενικότερη εκκλησιολογική στάση του π. Ευθυμίου, ο οποίος ακολουθεί εδώ και χρόνια μια αυτόνομη, ιδιόρρυθμη και ανένδοτη αντιεκκλησιαστική – να μην πω εκκλησιομαχική καθαρά – πολιτική, μια πτυχή της οποίας είναι και η σφοδρή του άρνηση και πολεμική ενάντια στην αγιότητα του Χρυσοστόμου Σμύρνης. 
Ωστόσο, επειδή ο γράφων δεν έχει κάτι και ουδεμία προκατάληψη κατά του π. Ευθυμίου, ως δε έχει κατ’ επανάληψιν και τουναντίον υπερτονίσει, τον ενδιαφέρει ο θεολογικός διάλογος, πολλώ δε μάλλον η ενότητα της Εκκλησίας και η καθαίρεση πάσης δαιμονιώδους προελεύσεως απόσχισης του Σώματος του Κυρίου, θα προβεί σε απάντηση της τελευταίας του επιστολής, την οποία εκείνος απευθύνει ειδικότερα στον υπογράφοντα το παρόν. Και δεν θα το πράξω σαν αφορμή εκτόνωσης προσωπικών παθών και προσπάθεια αυτοδικαίωσης, αλλά ως μια μικρή αγιολογική μελέτη, αποδεικτική της άκυρης, άλογης, σφοδρής, άκοσμης, αδικαιολόγητης, αθέμιτης και βλάσφημης επίθεσης που δέχεται τα τελευταία χρόνια ο Άγιος, καθώς και των σκοτεινών, δαιμονιωδών, δυσσεβών και άνομων (εξ αγνοίας ή όχι) προθέσεων των μετά θάνατον διωκτών και νεοφανών «δημίων» του. Οι λόγοι αυτοί οδήγησαν στη μεγέθυνση του εν λόγω άρθρου, παρά τις αντίθετες αρχικές προθέσεις του γράφοντος και τη δοθείσα υπόσχεση στον φιλόξενο ιστολόγο. Η προβληματική του θέματος, όμως, και η μικρή μας αγάπη στον Άγιο και στην Εκκλησία μάς οδήγησαν σε προσωρινή αθέτηση της προκείμενης υποσχέσεως, προκρίνοντες το οποιοδήποτε προσωπικό αρνητικό κόστος, όσον αφορά κυρίως την αναπόφευκτη δυσφορία των αναγνωστών σε βάρος μας. Αλλά η σύντμηση θα ήταν ενάντια στην αλήθεια των πραγμάτων και αυτό σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελα να συμβεί, προτιμώντας να φωτιστούν και οι παραμικρές σκιώδεις πτυχές του ζητήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουμε εν προκειμένω μια πλήρη αναίρεση των αγιομαχικών επιχειρημάτων των αντιφρονούντων, αλλά απλά και μόνον μια εξωτερική και αμυδρή πρώτη προσέγγιση. Ας ευχηθούμε, ακόμη, το παρόν να αποτελέσει έναυσμα και αφορμή μιας πλέον και υπό πλειόνων εμπεριστατωμένης προσέγγισης της αγιότητας του Χρυσοστόμου, καθώς μάλιστα γνωρίζουμε πόσο μελάνι χύθηκε ήδη από την αντίπερα όχθη για την ακύρωση και απαξίωσή της. 
Θα αναφερθώ προκαταρκτικά στη διπλή θεολογική μέθοδο των Ορθοδόξων Πατέρων, την οποία θέλω και προσπαθώ να ακολουθώ στα γραφόμενά μου γενικότερα, όπως και στο εν λόγω ζήτημα της απόδειξης της αγιότητας του Χρυσοστόμου. Και θεωρώ ότι εδώ έγκειται η ουσιώδης διαφορά από τον π. Ευθύμιο και γενικότερα της ορθόδοξης θεολογίας από τις υπόλοιπες. Στο γεγονός, δηλαδή, ότι προηγείται ακριβώς το γεγονός καθεαυτό και η εμπειρία και έπεται η θεωρητική τους κατοχύρωση. Στο σημείο, επομένως, αυτό αρχίζουν να χωρίζουν οι δρόμοι μας από τον γέροντα Ευθύμιο και τους ομόφρονές του, διότι πολλές φορές ο ορθόδοξος τρόπος υπερβαίνει, αντιβαίνων συνήθως κατά το φαίνεσθαι και αυτήν ταύτην τη λογική και την πραγματικότητα των ορωμένων, τις προσληπτικές και αντιληπτικές μας δυνατότητες.
Άρχομαι, λοιπόν, από του γεγονότος ότι δεν απήντησε στα ουκ ολίγα ερωτήματα που του έθεσα, τουναντίον δε τα παρακάμπτει έντεχνα και με διπλωματικό ρητορικό ελιγμό, λέγοντας το ακριβώς αντίθετο της πραγματικότητας, μάλλον επί το ακριβέστερον, επιρρίπτοντας σαν μομφή στον γράφοντα το παρόν εκείνη την τακτική, η οποία ακολουθείται υπό του ιδίου: «θά προσπαθήσω λοιπόν… νά μήν καταπιαστῶ μέ τήν φιλολογία καί τίς θεωρίες τοῦ κ. Κ. Νούση, διότι αὐτά ἔχουν ἀποδειχθῆ ὅτι παραποιοῦν τήν ἀλήθεια, ἀποπροσανατολίζουν καί ὁδηγοῦν εἰς ἕνα λαβύρινθο ἀτερμόνων συζητήσεων». Το πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει στην αντίστροφη ουσιώδη πραγματικότητά του από την περιγραφόμενη: ότι εκείνος είναι που φιλολογεί και λεπτολογεί πράγματα, προφανώς ρέπων σε εκκλησιολογική υποχονδρία και, σε εν ου παικτοίς θέματα, διχάζων και δυσφημών την Εκκλησία, καταλήγοντας αναπόδραστα, κατά τη δική του επίσης παρατήρηση, σε διαλεκτικές ζητήσεις «εἰς τίς ὁποῖες τελικῶς δέν ἐξάγεται συμπέρασμα ἤ ἕκαστος ἐξάγει τά συμπεράσματα πού τόν ἐξυπηρετοῦν», πράγματα που πολύ φοβούμαι ότι δεν απεφεύχθησαν στην περίπτωση εκείνου από τη γένεση ακόμα της συγκεκριμένης αντιχρυσοστομικής στάσης του.
Ένα ακόμα επί της ουσίας καίριο και χρήζον άμεσης απάντησης ερώτημα είναι πλέον το κατά πόσο ο π. Ευθύμιος γνωρίζει την ηθική ποιότητα των ιστολογίων που φιλοξενούν τα κείμενά του. Έχω επανειλημμένως τονίσει πως η Ορθοδοξία και η Αίρεση είναι πάνω και πριν από όλα βίωμα και όχι λόγια και ιδεολογήματα, στα οποία ευκολότατα εκπίπτει η πίστη μας, όταν από ολοσχερή απουσία ή μερική έλλειψη αγιοπνευματικής εμπειρίας οδηγείται εκεί αναπόφευκτα, πολλάκις δε και σε φοβερές διαστροφές και μεταλλάξεις της, τις οποίες κατά περίπτωση ονοματίζουμε πλάνες, σχίσματα και αιρέσεις. Σε τίποτε άλλο και να μη μας απαντήσει, τον προκαλώ και τον προσκαλώ να μας ξεκαθαρίσει δημόσια τη θέση του απέναντι στους απαράδεκτους ιστότοπους και τη σχέση του με τους αχαρακτήριστους ιδιοκτήτες τους. Αν δεν διευκρινιστούν αυτές οι βασικές προϋποθέσεις, ο διάλογος θα αποδειχτεί ότι είναι μάταιος και δεν υπάρχει ειλικρινής διάθεση γι’ αυτόν, παρά μονάχα για μονομερή και μονολογική προβολή της θέσης εκείνου. Αναμένω. Έχει, εξάλλου, γίνει ήδη ένα πρώτο θετικό βήμα προς το αισιόδοξο ξεκαθάρισμα του τοπίου με τον διαχωρισμό της θέσης ενός συγγενούς φονταμενταλιστικού ιστολογίου από έτερο πάντη χυδαίο και συκοφαντικό, στο οποίο έχει χαθεί όχι απλά κάθε έλεγχος και αιδώς, αλλά και η υποτιθέμενη χριστιανική του ταυτότητα.
Θα επαναλάβω, επομένως, με τη σειρά μου και κατά τη δική του εισαγωγική επισήμανση, όχι τις λεπτομέρειες των αποσταλέντων πρότινος ερωτημάτων μου, αλλά την περιεκτική τους ουσία με περιληπτικότατο τρόπο: α) ανεξάρτητα από τον Χρυσόστομο, αναγνωρίζει την αγιότητα των υπολοίπων; β) Αν ναι, γιατί δεν το αναφέρει, αλλά προσβάλλει συλλήβδην τη Συνοδική πράξη της εν λόγω αγιοκατάταξης; γ) Και η τελευταία: ακόμα και αν πλανήθηκαν οι Συνοδικοί και μάς παρέσυραν και μας, έχει κολασμό ο εν αγνοία λαός του Θεού υπείκων τη αποφάσει της επισήμου Εκκλησίας; Τα ολίγα αυτά, για να καταλάβει ότι ούτε φλυαρούμε ούτε φιλοσοφούμε μετ’ ευτελείας ούτε και φιλολογούμε ψιλώς και μετ’ ελαφριάς καρδίας, αλλά προσπαθούμε να θεολογούμε, όχι πάντοτε επιτυχώς βέβαια, αλλά εν ταπεινώσει, εντός και κάτω από την ευλογία της Εκκλησίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Να επισημάνω προκαταρκτικά ότι ο γέροντας προέβη στην επιστολή του σε μια περιληπτική αναπαραγωγή του βιβλίου του, κάτι που εξάπαντος δεν ήταν ανάγκη να το πράξει. Παρά ταύτα, ανοίγει τοιουτοτρόπως το λίαν σοβαρό και σκανδαλώδες ζήτημα της χριστιανικής αγιολογίας, η οποία διαχρονικά έχει αποδείξει ότι δεν συμβαδίζει με το γράμμα της πνευματικότητας και τις απαιτήσεις της λογικής και της καθιερωμένης ηθικιστικότητας, διχάζοντας πολλές φορές και αυτά τα καλοπροαίρετα μέλη της Εκκλησίας. Ισχυρίζεται ο π. Ευθύμιος ότι η «ἁγιοποίησις αὐτή εἶναι μοναδική, πρωτάκουστη, ἀσυμβίβαστη κατά πάντα μέ ὅλο τό Ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο». Αλλά προφανώς δεν έχει δίκιο, διότι αν του παραθέσω αδρομερώς και απλώς ενδεικτικά μερικές «σκανδαλώδεις» αντίστοιχες ή και «χείριστες» περιπτώσεις, είμαι σιγουρότατος ότι δεν θα έχει να απαντήσει. Ποιον να πρωτοθυμηθώ; Τον Μ. Κωνσταντίνο; Και δεν αναφέρομαι απλά στο θέμα των εγκλημάτων που τον βαρύνουν αναπόφευκτα ως Ρωμαίο αυτοκράτορα, αλλά και στο ζήτημα της βάπτισής του πιθανώς υπό αρειανιστή Επισκόπου, των υπ’ αυτού διώξεων του Μ. Αθανασίου και της μεταγενέστερης φιλοαρειανικής του στάσης, τα οποία άπτονται και θεμάτων πίστεως. Αν μου προβάλει δε την ένσταση ότι πέθανε εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το αυτό ακριβώς θα ανταπαντήσω και περί του Χρυσοστόμου, όστις, παρά τις αμφιλεγόμενες κατ’ εκείνον απειράριθμες γραπτές και προφορικές δηλώσεις του, εκοιμήθη ως Ορθόδοξος Επίσκοπος και δη μαρτυρικώς. Θα πρόσθετα εδώ ένα επιπλέον στοιχείο συγκριτικά υπέρ του Σμύρνης: δεν είχε επισήμως και συνοδικώς καταγγελθεί εισέτι η «φιλανθρωπική» οργάνωση της Μασονίας (ενώ στην περίπτωση του Αγίου Κων/νου είχε προηγηθεί η καταδίκη του αρειανισμού υπό της Α’ Οικουμενικής – να διευκρινίσω βέβαια ότι ο Κων/νος δεν ησπάσθη ποτέ τον αρειανισμό παρά τη σχετική φιλική προς τους αρειανόφρονας στάση του, εξάπαντος για πολιτικούς λόγους), αλλά και δεν υπήρξε ουδέποτε και οιαδήποτε καταδίκη των θέσεών του σαν οικουμενιστικών, όπως και ο ίδιος ποτέ δεν αμφισβήτησε άμεσα τη μοναδικότητα της Ορθοδοξίας, κάτι που θα ήταν εξάπαντος σοβαρή μομφή σε βάρος του.
Ο κατάλογος είναι μακρύς. Η περίπτωση του Θεοδοσίου του Μεγάλου είναι η πιο εξόφθαλμη. Πέρα από τη σειρά τόσων και τόσων βασιλέων (βυζαντινών και συγχρόνων, βλ. Ρομανώφ) υπάρχει και η χορεία των λίαν αμφιλεγόμενων περιπτώσεων της Π. Διαθήκης, εστιάζοντας ενδεικτικά σε αυτήν του σοφού Σολομώντος. Σε όλα τούτα οπωσδήποτε δύσκολα και ανεπαρκέστατα θα μας απαντούσε ο αμφισβητίας κληρικός του σύγχρονου Ιερομάρτυρος. Θα επαναλάβω, τέλος, τις περιπτώσεις αγίων με «προβλήματα ορθοδοξίας», όπως η καραμπινάτη περίπτωση του Αγίου Αυγουστίνου, στις οποίες δεν δίστασε η Εκκλησία να προβεί, αλλά και να διατηρήσει την επίσημη αγιοκατάταξη. Οι δεύτερες περιπτώσεις είναι ίσως πιο σοβαρές, διότι η επιχειρηματολογική ουσία του Ευθυμίου επικεντρώνεται στα «αιρετικά» χρυσοστομικά φρονήματα, τα οποία ακυρώνουν την αγιότητα εκ του μαρτυρίου του. Με τα ελάχιστα αυτά θεωρώ ότι εκκρεμεί μια οφειλόμενη απάντηση στον ισχυρισμό του πως «ἄν ἐν τέλει εὑρεθῆ στό ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο, ἕνας μόνον ἅγιος, ὁ ὁποῖος νά εἶχε ὄχι ὅλα αὐτά «τά πιστεύω» καί τά γνωρίσματα, ἀλλά ἔστω δύο ἤ τρία ἀπό αὐτά, ἐγώ θά ἀναιρέσω ὅλα τά γραφόμενά μου καί θά ὑποταχθῶ εἰς τήν ἀπόφασι τῆς ἁγιοκατατάξεώς του».
Ο Ευθύμιος προβάλλει «λογικά» και πομπώδη επιχειρήματα. Ημείς το κατά δύναμιν «υπερλογικά», θεολογικά, εμπράγματα και ιστορικώς έμπονα και αιματοβαφή, στα οποία, ως διαφαίνεται από τις μόλις προαναφερόμενες περιπτώσεις, η Εκκλησία ερείδεται διαχρονικά και προβαίνει σε πράξεις αγιοκατάταξης οι οποίες αποτελούν συχνά καύσιμη ύλη αντιχριστιανικών επιθέσεων και βορά στα δόντια κακοπροαίρετων, άθεων και αντίχριστων πολεμίων της Εκκλησίας. Και όλα τούτα επισυμβαίνουν, διότι δεν υφίστανται οι ορθόδοξες θεολογικές υπερβατικές και υπερλογικές προϋποθέσεις του αποφατισμού και της χαρισματικής εμπειρίας, καθώς και η εσχατολογική θεώρηση και οντολογία της αγιότητας, κάτι για το οποίο μίλησε πολύ ωραία και ικανά ο επί πολλών κατηγορούμενος Περγάμου: ο άγιος (αλλά και όλοι μας) δεν οράται υπό του Κυρίου μέσα από την αμαρτωλότητα και σχετικότητα του παρόντος εβδοματικού χρόνου, αλλά προπαντός και κατά βάσιν υπερχρονικά, μέσα από την τελική οντολογική του κατάταξη και κατάσταση στη Βασιλεία του Θεού.
Έχω επανειλημμένα διευκρινίσει ότι δεν γράφω για «τελειωμένες περιπτώσεις», αλλά για καλοπροαίρετα θύματα των πολύμορφων δαιμονικών εξαπατήσεων. Είδα ότι οι ακολουθούντες εκκλησιομαχική οδό εύκολα διολισθαίνουν και στην αντίστοιχη αγιομαχική, όπως διάβασα πρόσφατα σε διαδικτυακό σχόλιο παλιού φίλου.
Ο π. Ευθύμιος επανέλαβε στο ζήτημα του Χρυσοστόμου Καλαφάτη τα λάθη του Γιανναρά αναφορικά με την περίπτωση του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως. Πήρε, δηλαδή, από τη μια τον μεγεθυντικό ιεροεξεταστικό φακό και απ’ την άλλη το μικροσκόπιο και άρχισε να λεπτολογεί με ανακριτική μέθοδο και πνεύμα τα γραπτά του. Είναι φυσικό μέσα στα κείμενα και των πιο μεγάλων Αγίων να βρεις «προβλήματα», τα οποία αν τα κρίνεις προκαταληπτικά, μονομερώς, αναχρονιστικά και σχολαστικά, αφεύκτως θα οδηγηθείς στα εμπαθή συμπεράσματα που κατά βάθος επιθυμείς. Μπορεί η περίπτωση Χρυσοστόμου να προβάλλεται χειρότερη (συγκρητισμός, άρα αναίρεση της βασικής ορθόδοξης δογματικής), αλλά δεν μπορείς και να παραβλέψεις ή να εθελοτυφλήσεις στις δυτικές επιρροές που συναντάς στον Νικόδημο και να πεις ότι δεν είναι τίποτε - το άκρο στο οποίο κατά τη γνώμη μου οδηγήθηκε ο Γιανναράς με τρόπο βεβιασμένο και εσφαλμένο, αδικώντας τον αθωνίτη Άγιο, το αναφέρω παρενθετικά, γιατί μέσα από την αδικοκρισία τούτη κατά του αγίου ο σύγχρονος θεολόγος εκθέτει και εαυτόν και θα πρέπει εν προκειμένω να προβεί στις απαιτούμενες διορθωτικές διευκρινίσεις και για επιστημονικούς, αλλά προπαντός για θεολογικούς και εκκλησιαστικούς λόγους.
Στην ίδια λογική του Ευθυμίου θα έπρεπε η Εκκλησία να ακυρώσει και την αναγνώριση της αγιότητας του Επιφάνιου Κύπρου λόγω της προβληματικής σχέσης του με τον Χρυσόστομο, πράγματα που προσκρούουν στην ηθικιστική και ψυχαναγκαστική – τελειομανή αντίληψη του πρώτου και πολλών άλλων περί της αγιότητας. Και ο Άρειος με το γράμμα του Γραφής, ως και πολλοί έτεροι αιρετικοί, «φαινομενικά» σε πολλά σημεία είχε δίκαιο και οι Ορθόδοξοι άδικο. Αλλά η θεολογική μας μεθοδολογία δεν επέτρεψε στον Μ. Αθανάσιο και στην Εκκλησία να ενδώσει στις φιλοσοφικές και φιλολογικές λεπτολογήσεις του αιρεσιάρχη, πράγματα που βλέπουμε να επαναλαμβάνονται κατά κάποιον τρόπο και στην περίπτωση Ευθυμίου.
Αφού, λοιπόν, εκείνος ψιλοκοσκινίζει τον Ιερομάρτυρα, ας τον πληρώσουμε κατά τον μωσαϊκό νόμο με το ίδιο νόμισμα και ας δούμε και δικά του πάμπολλα ατοπήματα, αλλά με τη φειδώ που απαιτεί η οικονομία ενός άρθρου και όχι μιας εμπεριστατωμένης και εξονυχιστικής μελέτης. Και τούτο όχι για άλλον λόγο, αλλά προκειμένου να καταδειχθεί η μεροληπτική εξαρχής προσέγγιση της ζωής και των ρημάτων του Χρυσοστόμου, καθώς και η εμπάθεια του πολεμίου του, οι οποίες τον οδήγησαν σε ακρότητες και συμπεράσματα ξεχειλισμένα και αδικούντα τον Ιερομάρτυρα σε όλες σχεδόν τις πτυχές του βίου του, σε σημείο που να πιστέψει κάποιος, μετά και από μια επί τροχάδην ακόμη ανάγνωσή τους, ότι πρόκειται για έναν εκ των μεγαλύτερων αμαρτωλών και αιρετικών Επισκόπων της εκκλησιαστικής ιστορίας. Φαίνεται όμως ότι ο π. Ευθύμιος, έχων πνεύμα εκκλησιομαχικής πολιτείας, χρησιμοποίησε και το αγιομαχικό όχημα της πρωτοφανούς κατ’ αυτόν Συνοδικής πράξης των «Οικουμενιστών» επισκόπων του 1992, κυρίως για να στοιχειοθετήσει τις ευρύτερες εγκλήσεις του κατά της Εκκλησίας και να εξέλθει αυτής. Η προειλημμένη τούτη και προαποφασισμένη πορεία του επέδρασε στον τρόπο που ανέγνωσε και ερμήνευσε τη συνοδική εκείνη πράξη, την οποία απαξίωσε συλλήβδην με σημείο αιχμής τον Σμύρνης. Έτσι «ακύρωσε» το μαρτύριο και των υπόλοιπων τότε συν εκείνω σφαγιασθέντων και συνεχίζει να σκανδαλίζει το πλήρωμα της Εκκλησίας με το άφθονο μελάνι που χύνει σε βάρος όλων τους.
Aς αρχίσουμε λοιπόν με τη «μικροβιολογική» ανάλυση του τελευταίου του γραπτού: «ἐξ’ ἀρχῆς ἀναφέρω ὅτι δι’ αὐτά τά ὁποῖα θά καταθέσω ὡς στοιχεῖα, ἔχω καί τά ἀνάλογα κείμενα». Η πρόταξη της κειμενολατρίας του Ευθυμίου, πέρα από δομική θεολογική του μέθοδο, προφανώς αρμόζουσα μάλλον σε αιρετικούς παρά σε Oρθοδόξους, αναφέρεται εισαγωγικώς από τον ίδιο, γεννώντας φυσικώ τω τρόπω υποψίες σχετικά με την ανάλογη ουσία του προβληματικού πνεύματος προσέγγισης των εν λόγω Νεομαρτύρων. Και εφορμά με ασυγκράτητη επιθετικότητα στην προκαταρκτική του αφοριστική και γενικευτική απαξίωση του Ιερομάρτυρος: «εἰς τά θέματα τῆς πίστεως ἐναυάγησε πλήρως καί ὁλοσχερῶς σέ σημεῖο πού μελετώντας τά κείμενά του, στίς μεγάλες Βιβλιοθῆκες νά μήν μπορῶ νά εὕρω μία ὀρθόδοξο φράσι τήν ὁποία νά ἐξεστόμισε ὡς Ἐπίσκοπος ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν». Αναρωτιέμαι εύλογα αν υπάρχει κάποια τέτοια προϋπόθεση στους Ιερούς Κανόνες για έναν Επίσκοπο, που να φανερώνει και να αποδεικνύει de facto το πλήρες ναυάγιο ενός Αρχιερέως περί την πίστιν. Άραγε σε πόσους άλλους αγιασμένους κληρικούς δεν συναντάται κάτι τέτοιο; Να τους θεωρήσουμε επομένως ναυαγήσαντας και εκείνους; Ο γράφων επιφυλάσσεται εν καιρώ να αποδείξει και το ανυπόστατο του προκείμενου ισχυρισμού με συγκεκριμένες παραπομπές λόγω περιστασιακής αδυναμίας πρόσβασης στα κείμενα του Αγίου.
Και συνεχίζει στο ίδιο ακριβώς πνεύμα: «ὡς Ἀρχιδιάκονος συνέγραψε ὀρθόδοξα συγγράμματα, ἀλλά ὡς Ἐπίσκοπος ἄλλαξε πλήρως γραμμή καί συνταυτίσθηκε μέ ὅλες τίς αἱρέσεις. Τήν ἀλλαγή αὐτή τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης τήν ἀναφέρουν οἱ σύγχρονοι βιογράφοι του». Πέραν του γεγονότος ότι ένας βιογράφος δεν ερμηνεύει de jure σωστά τον υπ’ αυτού βιογραφούμενο, πρώτα θα ήθελα να μάς πει πώς ακριβώς καταγράφεται η αλλαγή αυτή από κείνους και κατά δεύτερον να μας διευκρινίσει ο π. Ευθύμιος τον λόγο του περί «όλων των αιρέσεων» του Αγίου. Δηλαδή ήταν παναιρετικός ο Χρυσόσοτομος; Και αρειανιστής και μονοφυσίτης και δοκητιστής και απολλιναριστής και ό,τι άλλο χωρεί στη φαντασία εκάστου; Αν ο ισοπεδωτικός τούτος χαρακτηρισμός δεν είναι ο ορισμός της προκατάληψης και της εμπαθείας, θεωρώ ότι πρέπει να κλείσουμε τα αυτιά μας στη φωνή της κοινής λογικής βάσης.
«Ἐξίσωνε τήν Ὀρθοδοξία μέ ὅλες τίς προτεσταντικές αἱρέσεις καί εἰδικά μέ τούς Ἀγγλικανούς καί Ἐπισκοπιανούς τῆς Ἀμερικῆς. Ἡ Ἐκκλησία σύμφωνα μέ τίς ἐκφράσεις του ἦτο ‘τό οἰκτρόν θέαμα οἰκίας διῃρημένης καθ' ἑαυτήν καί βασιλείας μεμερισμένης καί βαινούσης εἰς προφανῆ ἐρήμωσιν καί καταστροφήν’»: θα «συγχωρήσω» την ερμηνευτική ασυδοσία του Ευθυμίου για την εξίσωση που διαβλέπει, διότι τούτο μπορεί να εξαχθεί και μέσα από μια οιαδήποτε ευγενική και διπλωματική εκκλησιαστική προσφώνηση προς ετεροδόξους. Ως προς τη δεύτερη πρόταση, όμως, θεωρώ ότι ο λόγος του Ιερομάρτυρος είναι ακριβέστατος στην περιγραφική του δύναμη, χωρίς να σημαίνει την εκ των πραγμάτων και των προτέρων αποδοχή μιας προτεσταντίζουσας θεωρίας των κλάδων. Και εγώ προσωπικά το ίδιο θα έλεγα με τον Χρυσόστομο και ας με χαρακτηρίσουν κατά τη βούλησή τους οι υπόλοιποι.
«Ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης ἐπίστευε εἰς τήν θεωρία τῶν κλάδων και συγκατέλεγε μετά τῶν Ὀρθοδόξων ‘τάς Ὑπάτας ἐκκλησιαστικάς Κορυφάς τῶν διαφόρων μεγάλων τοῦ κορμοῦ τῆς Χριστιανοσύνης δένδρου κλάδων’»: ο Ευθύμιος ήταν αναμενόμενο να διατυπώσει σαφέστερα το ως άνω ρηθέν συμπέρασμά του και να ανακηρύξει αιρετικό τον Χρυσόστομο, κάτι που τον βολεύει στη σύμπτωση με τη «μασονική του ιδιότητα». Θα ήθελα, όμως, να τον ερωτήσω: δεν συγκαταλέγονται στη χριστιανοσύνη οι αλλόδοξοι; Εγώ και πάλι, που δεν διστάζω να τους χαρακτηρίσω αναλόγως, μήπως είμαι οικουμενιστής και μασόνος;
«Ἡ πίστις καί τά δόγματα, ἔλεγε ὅτι μᾶς διαχωρίζουν, ἐνῶ ἡ ἀγάπη μᾶς ἑνώνει»: έχω και αλλού παραθέσει το σχετικό «σκανδαλώδες» συγγενές κείμενο του αγίου Νεκταρίου, που μπορεί να ιδωθεί και παρερμηνευθεί αναλογικώς. Το έχει αναφέρει μάλιστα πριν από μένα και ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Αλλά εκεί δεν τολμά να μιλήσει κανείς, διότι θα κράξουν και τα λιθάρια και θα πέσουν πάνω του. Να υποθέσουμε ότι και ο σύγχρονος του Χρυσοστόμου Πενταπόλεως Νεκτάριος χώλαινε περί την πίστιν; Ας μας το πει ευθέως ο π. Ευθύμιος, διότι έτσι που μεταφράζει τα κείμενα, ουδείς εξέρχεται αναμάρτητος από τα ίδια του τα λεγόμενα.
«Εἶχε πλήρη ἀπαξίωσι διά τήν πίστι καί ποτέ δέν τήν προέβαλε ὡς μοναδική ὁδό σωτηρίας»: πρόκειται για πρόδηλο αφορισμό, μη χρήζοντα περαιτέρω σχολιασμού. «Σέ ἐπικήδειο λόγο του κατά τήν κηδεία Ἀγγλικανοῦ ‘Ἐπισκόπου’, (ἀφοῦ ἐν πρώτοις ἐξῆρε τήν προσωπικότητά του)»: δεν βρίσκω κυριολεκτικά πού έγκειται το πρόβλημα του εγκωμιασμού μιας προσωπικότητας και ιδιαιτέρως σε μια κηδεία, πράγμα που επιτάσσουν και οι στοιχειώδεις κανόνες ευγενείας και η σχετική διαχρονική συνήθεια και τελετουργικό πρωτόκολλο. Ευχήθηκε, μας αναφέρει, να δώσει και άλλους τέτοιους σαν τον αποθανόντα ο Θεός. Ε, και; Δεν σας κατανοώ εδώ, πάτερ, κυριολεκτικά. Δεν πρέπει ούτε να μιλάμε πια ούτε να αναπνέουμε στραβά, μήπως αμαρτήσουμε και μήπως μάς βαπτίσουν αιρετικούς; Έλεος… Αναφορικά τώρα με τις αιτιάσεις του γέροντα περί «ισότητος» των μυστηρίων των Αγγλικανών, ήδη έχω μιλήσει αλλού εκτενώς περί της έντασης της Oικουμενικής Κίνησης εκείνης της εποχής, μέσα από την οποία πρέπει να δούμε και να προσεγγίσουμε ιστορικά τις επισκοπικές ενέργειες εντός του πλαισίου των πεπραγμένων αμφοτέρων των πλευρών προς τον απώτατο - θεάρεστο - στόχο της ένωσης των Εκκλησιών.
«Σέ ἐπιστολές του διεκήρυττε ὅτι οἱ Προτεστάντες Ἐπισκοπιανοί καί Ἀγγλικανοί εἶναι ἀρχέγονες Ἐκκλησίες, ἡ πίστις των τελεία καί ἰδία μέ τήν πίστι τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ δέ παράδοσίς των συμπίπτει καί συνταυτίζεται μέ αὐτή τῶν Ὀρθοδόξων»: το ανέλυσα επίσης επαρκώς σε πρόσφατο άρθρο μου. Πρόκειται στο συγκεκριμένο απόσπασμα, ως και σε άλλα συναφή, για αποκομμένες φράσεις που ερμηνεύονται και παρατίθενται επιλεκτικά και αποσπασματικά. Στο ίδιο τούτο κείμενο, για παράδειγμα, αμέσως πιο κάτω φαίνεται ότι δεν θεωρεί ο Χρυσόστομος ένα και το αυτό ορθοδόξους και αλλοδόξους, αλλά μια σαφή πορεία προς ένωση μεταξύ τους. Συνεχίζει, ωστόσο, ο Ευθύμιος να παρερμηνεύει το θέμα της αγάπης («ἔθετε τήν ἀγάπη πάνω ἀπό τήν πίστι καί τά δόγματα καί ἐδίδασκε ὅτι αὐτή μόνον δέν θα καταλυθῆ, παρερμηνεύοντας τά λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου»), πράγμα που ήδη εξηγήσαμε πιο πάνω στην αντίστοιχη περίπτωση λόγων του αγίου Πενταπόλεως.
«Τούς προσφωνοῦσε καί τούς ἐγκωμίαζε ὡς Ὀρθοδόξους»: μέσα στα πολλά τσιτάτα που ρίπτει κατά του Αγίου, είναι και η μοδάτη επιχειρηματολογική καραμέλα των εκκλησιαστικών προσφωνήσεων. Γνωρίζουμε τις αντίστοιχες απαντήσεις του π. Επιφάνιου για την παρεμφερή περίπτωση του αγίου Κυρίλλου και του Νεστορίου. Είναι σύνηθες δε πλέον στο πλαίσιο της αβρότητας των διαλογικών διεκκλησιαστικών προσεγγίσεων να ακούγονται τέτοιες παρερμηνεύσιμες φράσεις, που δεν σημαίνουν τίποτε παραπάνω. Άλλωστε, από μόνη της η φράση του Ευθυμίου «ως Ορθοδόξους» είναι προβληματική και ανέρειστος, εφόσον πουθενά δεν χαρακτήρισε ο Χρυσόστομος τους αλλόδοξους με τρόπο ταυτοποιητικό με τους Ορθόδοξους, καθώς στην αντίθετη περίπτωση οπωσδήποτε τούτο θα κατεγράφετο υπό του Ευθυμίου.
Εν συνεχεία προβαίνει σε εγκλήσεις πάνω σε λειτουργικά θέματα, αναφορικά με το Τυπικό, τα οποία παρατίθενται προς απόδειξιν του υποτιθέμενου εκκοσμικευμένου φρονήματος του Ιεράρχη. Όσον αφορά σε κατώτερα ζητήματα τύπου (π.χ. συντόμευση ακολουθιών, ρύθμιση νηστειών, αμφίεση κληρικών κλπ.) δεν χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο από το αυτονόητο: πρόκειται για τον υπερβάλλοντα ζηλωτισμό και φονταμενταλισμό του π. Ευθυμίου, που αυθωρεί και παραχρήμα δαιμονοποιεί και αφορίζει την οιαδήποτε ετερότητα στις ενδοεκκλησιαστικές τάσεις και απόψεις που παρεκκλίνουν από τις δικές του. Για τα άλλα, τα πιο σοβαρά, π.χ. την απαξίωση του μοναχισμού, πέρα από την αυθαίρετη και τραβηγμένη δική του ερμηνεία, μάλλον επιβάλλεται να μας καταθέσει κάτι πιο συγκεκριμένο. Παρά ταύτα, βέβαια, δεν κατανοώ και πάλι πώς καταφέρνει να ενίσταται σε θέσεις του τύπου «στή θεολογική σχολή τῆς Χάλκης πρέπει νά διδάσκωνται πέραν τῶν θεολογικῶν μαθημάτων καί βιοτεχνικά μαθήματα καί ἰδίως πρακτική ἰατρική, ἐφηρμοσμένη χημεία, γεωπονία, φωτογραφία, κηπουρική, γυμναστική, ἀνατομική φυσιολογία, γεωλογία, ἰχνογραφία κλπ», εκτός κι αν θεωρεί ότι η Εκκλησία είναι ένα μουσειακό έκθεμα ή μια φωτοκόπια του παρελθόντος, η οποία πρέπει να αναπαράγεται πάση θυσία, και δη σε ασπρόμαυρη έκδοση της δικής του αρεσκείας, μακριά από κάθε «ταγκαλίστικη» σκέψη προσαρμογής στα εκάστοτε χωροχρονικά πολιτισμικά δεδομένα.
Τον ενόχλησε έντονα που στον ενθρονιστήριο λόγο του δεν προβαίνει σε μια επανάληψη της ορθόδοξης δογματικής (ας το πράξει επιτέλους ο ίδιος αν γίνει ποτέ Επίσκοπος!) και προχώρησε ο Ευθύμιος σε μια λεπτομερή παράθεση στοιχείων «κοσμικών» συμβουλών και «ερώτων» του Χρυσοστόμου, ανάξιων εξάπαντος για παραπάνω σχολιασμό από την πλευρά μας. Ωστόσο, θα αναφερθώ ενδεικτικά στο θέμα του αθλητισμού, για το οποίο φαίνεται και πάλι να συμφωνεί ο Χρυσόστομος με τον Άγιο Νεκτάριο!1
Η αγάπη του Χρυσοστόμου και τα λόγια του θαυμασμού του για την αρχαία Ελλάδα θεωρούνται a priori ειδωλολατρία και παγανισμός. Η δοξολογία επί τη διασώσει του Κλεμανσώ μεταφράζεται ως πτώση σε αίρεση. Αυτονόητες αλήθειες εκπεφρασμένες υπό του Ιερομάρτυρος («σέ ἐπιστολή του, δύο περίπου μῆνες πρό τοῦ θανάτου του, ἔλεγε ὅτι ἐθεωροῦσε εὐτυχία τό νά ἔχη κάποιος ὑγεία, τροφάς, σκεπάσματα καί τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό σχολεῖα») θεωρούνται αντορθόδοξες. Και όλα τούτα απλά για να στοιχειοθετηθεί το (προαποφασισμένο και στρεψοδίκως κατασκευασμένο) αναιρετικό της αγιότητας και του μαρτυρίου εκείνου κατηγορητήριο…
«Ἀναφέρετο πάντοτε στούς ἀρχαίους Ἕλληνες καί οὐδέποτε στούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας»: συνεχείς αφορισμοί, τσιτάτα, απαξιώσεις, κλισέ και τελεσίδικες κρίσεις. Πραγματικά δεν κατανοώ τι εννοεί με το θέμα της αναφοράς στους αγίους, αλλά έτερα παραδίδουν οι ιστορικές μαρτυρίες για την βαθιά προφητική πεποίθηση του Ιερομάρτυρος ότι βάδιζε στα ίχνη του προκατόχου του αγίου Πολυκάρπου.
Η υποτιθέμενη παρερμηνεία υπό του Χρυσοστόμου ενός σημείου της Αποκάλυψης θεωρείται δείγμα πλάνης (λες και τόσοι και τόσοι άγιοι πριν απ’ αυτόν δεν είπαν διάφορα πάνω σε αυτό ακριβώς το ομολογουμένως δυσχερές ερμηνευτικώς χωρίο!), το «αιρετικό» βιβλίο ενός Διακόνου του θεωρείται αποδεικτικό στοιχείο σε βάρος του, οι αναπόδεικτες (συνήθεις) μεταθανάτιες κατηγορίες περί της μασονικής του ταυτότητας2  εκλαμβάνονται ως ιστορικό δεδομένο… Αξίζει μονάχα να επαναλάβω απλά αυτό που πρότινος ανέλυσα εκτενώς: και να ισχύει ακόμη το τελευταίο, πρώτα ας δει ο π. Ευθύμιος την περιρρέουσα γεωπολιτική και τη σύνολη ατμόσφαιρα της εποχής του Καλαφάτη και έπειτα να μας καταχωρήσει πότε κατεδικάσθη επισήμως ο Τεκτονισμός υπό της Εκκλησίας.
Μετά τα προαναφερθέντα θα αναρωτηθεί κάποιος γιατί να κάνω τέτοιο εξονυχιστικό – κατ’ ουσίαν είναι αδρομερής – έλεγχο του ευθυμιανού κειμένου. Πρώτον επειδή είναι κειμενολάτρης ο ίδιος και έπειτα για να καταφανεί η εμπάθεια, η μονομέρεια, η μεροληψία και η εξ αυτών απογεννώμενη βάναυση και άδικη κρίση και πολεμική ενάντια στον σφαγιασθέντα Ιεράρχη εθνομάρτυρα. Ο π. Ευθύμιος, μάλιστα, φτάνει και σε σημεία αναμφίλεκτης απορίας και δυσάρεστης έκπληξης ημών, όταν π.χ. τον επικρίνει για φυσικότατες πράξεις του, οι οποίες μάλιστα γίνονταν στο πλαίσιο της πατριδολατρίας και της συνδρομής του στον εθνικό αγώνα: «λίγο πρίν δέ καταληφθῆ ἡ Μητρόπολις τῆς Σμύρνης, σύμφωνα πάντα μέ τούς βιογράφους, ἔκαψε ὅλα τά ἔγγραφα τά ὁποῖα εἶχαν σχέσι μέ τίς ἐπιχειρήσεις διά νά μήν πέσουν στά χέρια τῶν Τούρκων». Τραγική κρίση από τον π. Ευθύμιο. Η αυτονόητη για τον γράφοντα προκείμενη ενέργεια του Ιεράρχη δεν είναι, ως φαίνεται, το ίδιο και για τον π. Ευθύμιο, πάνω από τον οποίο πλέον επικρέμαται η εύλογη απορία αν εκείνος θα άφηνε σε αντίστοιχη περίσταση να πέσουν τα έγγραφα στα χέρια του εχθρού! Εξάλλου, έχει μάλλον ήδη αποδειχθεί περίτρανα ότι για τον Ευθύμιο όλα είναι μονοδιάστατα, και δη άγια και ορθόδοξα ορώμενα από τη δική του αποκλειστικά γωνία. Είμαι πλέον σχεδόν σίγουρος ότι ο αφορίσας τους επαναστάτες του 1821 και μετ’ ολίγον μαρτυρήσας Γρηγόριος Ε’ είναι και αυτός για τον π. Ευθύμιο μια κακόδοξη και πρωτοφανής αγιοποίηση ενός κοινού εθνομάρτυρος…
Μερικά τσιτάτα είναι πολύ χονδροειδή και αποκαλυπτικά της -κακοτρόπως υποκειμενικής και εμφορούμενης αρνητικού προσήμου - ματιάς του αμφισβητία του Σμύρνης: «δέν ἀναφέρεται ἀπό τούς βιογράφους του νά καλλιέργησε κάποια χριστιανική ἀρετή… τίς δέ φυσικές ἀρετές πού διέθετε (θάρρος, ὀξύνοια, ἀποφασιστικότητα κλπ) τίς καλλιεργοῦσε ἀποκλειστικῶς καί μόνο πρός ἐπίλυσι τῶν πατριωτικῶν προβλημάτων». Ο π. Ευθύμιος και οι βιογράφοι του Χρυσοστόμου, κάτοχοι εξάπαντος του διορατικού χαρίσματος, γνωρίζουν τα μύχια της καρδίας του Ιερομάρτυρα...
«Ὡς ἐκ τούτου μέ τόν ξέφρενο καί τυφλό πατριωτισμό του, εἶναι ἐμμέσως ὑπεύθυνος γιά τόν σφαγιασμό ὅλων τῶν Ἑλλήνων»: εδώ φαίνεται ξεκάθαρα το μένος κατά του Αγίου. Το πρόβλημα δεν είναι για τον Ευθύμιο μονάχα η εκκλησιαστική υπόσταση εκείνου, αλλά η σύνολη προσωπικότητά του. Πρόκειται επίσης εδώ και για μια σοβαρή καταγγελία ιστορικής φύσεως, η οποία πρέπει να απαντηθεί δεόντως και από άλλους ειδικότερους επί του θέματος.
«Τό μαρτυρικό του τέλος ἔγινε ἀποκλειστικά καί μόνο γιά τήν πατρίδα»: αγνοώντας ο Ευθύμιος πέρα για πέρα τις σχετικές ιστορικές μαρτυρίες, υποκλέπτει με αρκετή δόση αναίδειας την αλάθητη κρίση του ίδιου του παντογνώστη Θεού. Συνεχίζει ευθύς αμέσως: «χαρακτηρίστηκε ἀπό τόν στρατιωτικό διοικητή τῶν Τούρκων Νουρεντίν ὡς ‘ἐχθρός καί προδότης τοῦ ἔθνους των’». Άρα συνάγεται αποδεικτικώς, κατά την ευθυμιανή πάντοτε λογική, από τη φράση αυτή του Νουρεντίν ότι ο Χρυσόστομος δεν ήταν και μάρτυς Χριστού; Έλεος πια! Το κακό δεν έχει τελειωμό, όπως φαίνεται και στο επόμενο: «δέν τοῦ ἐζητήθη νά ἀλλαξοπιστήση, οὔτε ἔκανε ὁμολογία πίστεως πρό τοῦ θανάτου του, ὅπως ἐγίνετο σέ ὅλους τούς μάρτυρες καί νεομάρτυρες». Αυτό πια τωόντι παραπάει και πρόκειται για χοντρή «μπαρούφα». Πέρα από το θεολογικώς μη επαρκές εν προκειμένω του συλλογισμού αυτού, θα έλεγα ευθέως στον πατέρα: άλλη εποχή πια και ιστορική φάση, ευλογημένε, στην τουρκοκρατία είσαι ακόμα εσύ;
«Ἀπό τούς βιογράφους τοῦ μαρτυρικοῦ του τέλους φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ Χρ. Σμύρνης προσπάθησε νά συμβιβασθῆ, νά συνδιαλλαγῆ καί κατά τό δή λεγόμενο νά τά ‘βρῆ’ μέ τούς Τούρκους κι ἐπειδή τά κατάφερε κατ’ ἀρχάς μέ τόν Τοῦρκο φρούραρχο Σαλῆ Ζεκῆ, ἐνόμισε ὅτι ἔτσι θά ἐγίνετο καί μέ τόν στρατιωτικό διοικητή Νουρεντίν. Δι’ αὐτό ἐπῆγε ὅταν αὐτός τόν ἐπροσκάλεσε, παίρνοντας μαζί του καί τούς δύο δημογέροντες, τούς ὁποίους φυσικά κι αὐτούς ἐφόνευσαν οἱ Τοῦρκοι»: με υποθέσεις, πάτερ μου, δεν γράφεται ορθή ιστορία, πολλώ δε μάλλον αγιολογική καταγγελία. Κατ’ εμέ, πάντως, αν ήθελε απλώς να τα «βρη», θα έβρισκε εξάπαντος νωρίτερα πολλούς τρόπους ως ευφυέστατος και ικανότατος που ήταν και, οπωσδήποτε, δεν θα διακινδύνευε τη ζωή του, απορρίπτοντας τις τόσες προτάσεις και ευκαιρίες διαφυγής που του δόθηκαν μέχρι τη στιγμή εκείνη, διότι, αν ήταν αμιγώς και αρρωστημένα πατριδολάτρης, θα προτιμούσε να συνεχίσει να βοηθά τη λατρεμένη πατρίδα του ζων και από άλλο μετερίζι.
Σε ένα κρεσέντο αντιχρυσοστομικού παράλογου και μεταφυσικού ομολογουμένως συλλογισμού και μένους, ο π. Ευθύμιος συνεχίζει να εγκαλεί τον Ιεράρχη σαν υπεύθυνο τάχα της βιαιότερης σφαγής του ελληνικού πληθυσμού: «ἡ παραμονή του δέ στή Σμύρνη ἦταν φυσικό νά ἐρεθίση περισσότερο τούς Τούρκους, πού τόν εὕρισκαν πάντοτε ἐμπρός των καί φυσικά νά συμπεριφερθοῦν μέ μεγαλυτέρα ἀγριότητα στόν ἑλληνικό πληθυσμό». Αν πραγματικά ενδιαφερόταν ο π. Ευθύμιος για την Εκκλησία και τη «λαθεμένη» τούτη αγιοκατάταξη, τότε σίγουρα θα ήταν πιο ευγενικός και προσεχτικός, τουλάχιστον στις ιστορικές αυτές επικρίσεις του, σεβόμενος την εθνομαρτυρική διάσταση, το πατριωτικό μεγαλείο και το ιστορικό μέγεθος του Ιεράρχη. Αλλά δυστυχώς τον προδίδουν, όχι ως νομίζει τον εγκαλούμενον μονάχα, αλλά εαυτόν πλέον τωόντι, τα ίδια του τα λόγια.
Με θλίβει ιδιαίτερα, και μ’ αυτό κλείνω, που βλέπει φαντάσματα και προδοσία πίστεως από την πλευρά του Επισκόπου ακόμα και στη φρικτή ώρα και στο γεγονός του μαρτυρίου: «τέλος τό ὅτι δέν ἔφυγε ὅπως τόν παρακαλοῦσαν οἱ Παπικοί, ἦταν κι αὐτό ἀποτέλεσμα τῶν πατριωτικῶν του βλέψεων καί στόχων, γεγονός βεβαίως πού ἀποδεικνύει ὅτι εἶχε ἄριστες σχέσεις μαζί των». Η αδυσώπητη κρίση του, καθότι πάντη άδικος ή και διό μεταλλαχθείσα ούτως, ως απεδείχθη κατά την ταπεινή μας γνώμη ικανώς, τουλάχιστον με όσα κατετέθησαν άχρι τούδε, δεν φείδεται ούτε αυτής ταύτης της ιεράς τελευτής, η οποία αδιαλείπτως ερμηνεύεται σαν απότοκος ψιλής πατριδολατρίας και εφάμαρτου σοβινισμού, ούτε καν άπτεται της στοιχειώδους ανθρώπινης ανοχής στις απλές διαπροσωπικές σχέσεις με τους αλλοδόξους, οι οποίες ορώνται αποκλειστικά σαν οικουμενιστικές εκπτώσεις και νοοτροπίες.
Η προδήλως βεβιασμένη και αθέσμως μονομανής (κατα)κρίση του π. Ευθυμίου είναι, τουλάχιστον κατά τη δική μου πτωχή αντίληψη, περισσότερο από εμφανής στη σύνολη διάσταση της άδικης προσέγγισης και της αναληθούς (ως ατεκμηρίωτης) υπόστασης των αιτιάσεων σε βάρος του Ιερομάρτυρος. Δεν περιμένω τόσο από τον π. Ευθύμιο να αναιρέσει τις πολλαπλώς ήδη εκπεφρασμένες αντιρρήσεις του για τον Χρυσόστομο και για την όλη Συνοδική πράξη του 1992, αλλά μάλλον να αποδείξει την καλή του διάθεση και τις ομόλογες προθέσεις του για το καλό της Εκκλησίας. Τότε μόνο θα είναι εφικτή η συνέχεια τού μετ’ αυτού διαλόγου. Ειδάλλως θα αποδειχθεί πως πρόκειται απλά για μια ακόμα συνώνυμη πτυχή της γενικότερης εκκλησιομαχικής πολιτείας του.
Μέχρι τότε, στην πρόκληση – πρόσκλησή του «νά καταθέσουν καί αὐτοί ἀνάλογα στοιχεῖα σχετικά μέ τήν προσωπικότητα τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, τά ὁποῖα νά συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἁγιότητός του ἤ νά διαψεύδουν τά ἰδικά μας» θα του προσαγάγω αποδεικτικώς (κατά τη διπλή εξάπαντος μεθοδολογία των Ορθοδόξων Πατέρων) το φρικτό μαρτύριο και τη Συνοδική Πράξη της Εκκλησίας (1992), τα οποία προσώρας, τουλάχιστον σε μένα και σε πολλά άλλα μέλη της Εκκλησίας, αρκούν. Εσείς μπορείτε να προσάγετε κείμενα και χωρία (θυμηθείτε απλά ότι αυτό είναι συνήθης τακτική και των αιρετικών), εμείς το εκχυθέν αίμα και την παραμονή στους κόλπους της Εκκλησίας. Η δική μου αντιπρόταση στον π. Ευθύμιο και στον κάθε καλοπροαίρετο αδελφό παραμένει ανοιχτή: έγκαιρη επιστροφή στην Εκκλησία και εν Πνεύματι μάχη μέσα από αυτήν και εντός αυτής. Άλλωστε, η έκταση και μόνον του κειμένου μου δείχνει ότι δεν σέβομαι πλημμελώς τον π. Ευθύμιο, καθώς σε άλλη περίπτωση δεν θα ασχολούμουν τόσο με τα γραπτά του. Το αντίθετο, φυσικά, συμβαίνει με πολλούς γύρω του, οι οποίοι τον χρησιμοποιούν σαν άλλοθι των άθλιων συμπεριφορών και ανώμαλων ψυχισμών τους.
Η επιμονή μου στο θέμα της απόδειξης της καλής προαίρεσης του γέροντα εξηγείται από τον λίαν πιθανό φόβο μου ότι ο π. Ευθύμιος δεν νοιάζεται τόσο για το εικαζόμενο λάθος της Εκκλησίας, όσο για την αμφισβήτηση της υπόστασής της συλλήβδην εξαιτίας τής κατ’ αυτόν πτώσης της στην αίρεση του Οικουμενισμού. Τούτο διαφαίνεται αρκετά ευδιάκριτα στην επέκταση της αμφισβήτησης στο σύνολο της Συνοδικής πράξης του 1992, στην οποία βλέπει να αγιοκατατάσσονται βιαστές και άθεοι στρατιώτες, πράγμα το οποίο, ως προαπέδειξα σε άλλο κείμενό μου, δεν οράται παρά μονάχα υπό των οφθαλμών μιας κακόπιστης και ευφάνταστης κριτικής διάθεσης. Καλώ, επομένως, όχι μόνον τον π. Ευθύμιο, αλλά και τον καθένα που βάλλει άμεσα ή έμμεσα κατά της εν λόγω αγιοκατάταξης, όπως και κατά της σημερινής Εκκλησίας των «Οικουμενιστών» ποιμένων, να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους στο Σώμα του Κυρίου, προκειμένου να αποφευχθεί ο όποιος κίνδυνος απώλειας της αιώνιας ψυχής τους.
Θα επανέλθω με το εν είδει επωδού επιχείρημά μου για τους σύγχρονους αγίους χαρισματικούς Πατέρες της Εκκλησίας, ένιοι εκ των οποίων τίποτε δεν έχουν να ζηλέψουν από τους παλαιότερους: για ποιον λόγο δεν αντέδρασαν στην «παράνομη» αυτή αγιοκατάταξη ένας π. Παΐσιος, ένας Εφραίμ Κατουνακιώτης ή ένας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, που ζούσαν όταν εκείνη έλαβε χώρα; Σήμερα εμφανίστηκαν ανώτεροι εκείνων των Πατέρων και την ακυρώνουν; Δεν θα το αρνούμουν, βέβαια, αυτό προκαταβολικά, αλλά θα υποθέσω ευλόγως τις δυο πιθανότερες εκδοχές: ή ότι όντως οι σημερινοί αμφισβητίες είναι αγιότεροι των πρόσφατων χαρισματούχων ή ότι είναι πλανηθέντες υπό του αρχεκάκου και πρώτου εκκλησιομάχου εχθρού. Ας αναλάβει, επομένως, ο καθένας τις ευθύνες που του αναλογούν. Ο γράφων σε κάθε περίπτωση προτείνει το προφανές: την ασφάλεια εντός της Εκκλησίας ακόμη και στην περίπτωση λάθους, κατά τη γνωστή τοις πάσι σχετική ρήση του μεγάλου των ημερών μας γέροντος Πορφυρίου.
Παράλληλοι βίοι με τη σύγχρονη πολέμια του αγίου Νεκταρίου και σχισματική μοναχή Μαγδαληνή; Δεν πρόκειται κατά τη γνώμη μου για τόσο χονδροειδή περίπτωση εν προκειμένω, αλλά για μια πιο εκλεπτυσμένη, διό και πιο επικίνδυνη, περίπτωση πλάνης. Ωστόσο, η ουσιαστική τους σύμπτωση στο θέμα της αγιομαχίας και της δράσης εκτός – οπότε και κατά - της Εκκλησίας (Λουκ. 11:23) παραμένει, αποδεικνύοντας τη βαθύτερη δυσειδή αλήθεια των πραγμάτων. Η μεγάλη μου απορία για τους «εχθρούς» του Ιερομάρτυρα έγκειται στην απρόκλητα προκλητική άνεση και στην έκνομη βεβαιότητα με την οποία αρνούνται και απαξιώνουν τη μεταφυσική πραγματικότητα και επικύρωση υπό του Θεού ενός μαρτυρίου.
Η αγιότητα είναι ένα μυστήριο πρώτα από όλα, το οποίο μάς υπερβαίνει κατά πολύ, κατά πάρα πολύ. Η διαχείριση και αυτού, ως και πάντων των Μυστηρίων, εναπετέθη στην Εκκλησία. Ας την εμπιστευθούμε. Ας τρέμουμε τις ανταρσίες και τα σχίσματα. Ένα ακόμα πειστήριο για τον γράφοντα περί της άδικης αντίδρασης κατά της εν λόγω αγιοκατάταξης είναι και το γεγονός ότι οι περισσότερες φωνές προέρχονται από ανθρώπους πολυτρόπως όντας εκτός Εκκλησίας, ζηλωτές, αποτειχισμένους, καθηρημένους και πάσης φύσεως φονταμενταλίζοντες. Ο Θεός μπορεί να αποτρέψει την επίσημη επικύρωση της αγιότητας κάποιου για πολλούς και διάφορους λόγους, χωρίς να σημαίνει ότι η τελευταία δεν υφίσταται (ο γράφων γνωρίζει σχετική περίπτωση συγχρόνου μάλιστα χαρισματικού πατρός, για την αγιοκατάταξη του οποίου απεφάνθη αρνητικά για κάποιους λόγους ο γέρων Πορφύριος). Μπορεί από την άλλη να επιτρέψει την επίσημη αγιοκατάταξη αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων, χωρίς και πάλι αυτό να σημαίνει ότι για τον Κύριο δεν είναι άγιοι, ανεξάρτητα από τις δικές μας αμφιβολίες και αντιρρήσεις.
Προκειμένου, επομένως, να αποφευχθεί κάθε ακαταστασία και σκανδαλισμός, επιβάλλεται οι αδελφοί του Κυρίου να υπακούουν με χαρά στην Εκκλησία του, και πιο συγκεκριμένα στους εκπροσώπους του, στους Επισκόπους. Ο Χρυσόστομος Καλαφάτης έχυσε το αίμα του για τον Χριστό, εφόσον πέθανε ως Ορθόδοξος Επίσκοπος με ποίμνιο όχι μονάχα ελληνικό (ήταν και αλλοεθνείς εν αυτώ), αλλά και για την πατρίδα, εφόσον πέθανε ως Έλλην, Ρωμηός και πατριώτης υπό της τουρκικής και αντίχριστης ισλαμικής θηριωδίας. Αυτό τουλάχιστον κατέγραψε η ιστορία. Αυτό φάνηκε να ενεγράφη και στις αιωνίους δέλτους του ουρανού, εφόσον ο Κύριος φαίνεται να εξέλαβε ως καθαρτικό και αγιαστικό τον μαρτυρικό θάνατο εκείνου, επιτρέποντας μάλιστα την επίσημη εκκλησιαστική του αγιοκατάταξη και αγνοώντας, παραγράφοντας ή και ορώντας με έτερο (παγγνωστικό και αλάθητο) Κριτικό βλέμμα τα φραστικά και άλλα πιθανά ατοπήματα του Ιερομάρτυρος κατά τον πρότερο της σφαγής του ένσαρκο βίο.
Θα κλείσω με μια θέση που βρήκα στο διαδίκτυο και που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, συνάμα δε αποτελεί μια υπεύθυνη λύση και πρόταση ακόμα και για τους καλοπροαίρετους ευσεβείς, οι οποίοι ωστόσο με τον διαδραματιζόμενο σάλο πιθανότατα και αναπόφευκτα σκανδαλίστηκαν: «είναι ασεβής και αντιεκκλησιαστική η αξίωση των διαφωνούντων να παύσομε να εορτάζομε τον Σμύρνης Χρυσόστομον ως άγιον, όταν η Εκκλησία η ίδια συνεχίζει να τον θεωρεί άγιο. Εάν ποτέ η Εκκλησία ελέγχουσα τις διδόμενες πληροφορίες ως αληθείς αποφασίσει να διαγράψει τον Χρυσόστομον Σμύρνης από τις δέλτους των αγίων της, τότε υποχρεούμεθα να σταματήσομε κι εμείς να τον τιμώμεν ως άγιον. Πριν συμβή αυτό, κανείς δέν έχει τέτοιο δικαίωμα, να συμπεριφέρεται δηλ. αυστηρότερα από όσο συμπεριφέρεται η Εκκλησία»3.
Κ.Ν.
4/10/2013
__________________________________________
1. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=460608
2. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/kargakos_chrysostom/Introduction.htm
3. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/kargakos_chrysostom/Introduction.htm

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

ΜΙΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ (VIDEO)


Δημοσιεύουμε σήμερα, αγαπητοί συνοδίτες, μια συνέντευξη που μας παραχώρησε ο καθηγητής Φιλοσοφίας Χρήστος Γιανναράς, τον καιρό της θητείας μας στον Τηλεοπτικό Σταθμό της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών Λύχνος. 
Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο στούντιο του σταθμού, την 1η Απριλίου 2001, δηλ. πριν 13 σχεδόν χρόνια.

 

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Ο ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΦΟΝΤΑΜΕΝΤΑΛΙΣΜΟΣ


Του Σταύρου Γιαγκάζογλου 
από άρθρο του στο protagon 

Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά [τη χούντα], η παράδοξη διαπλοκή παραθρησκευτικών ομάδων με την ακροδεξιά επανέρχεται στο προσκήνιο, θυμίζοντας άλλες εποχές και καταστάσεις. Σε ορισμένους κύκλους θρησκευόμενων καλλιεργήθηκε συστηματικά η φαντασιακή κατασκευή εχθρών που απειλούν διαρκώς την Ορθοδοξία και το έθνος. Οι εχθροί δεν είναι μόνο εξωτερικοί αλλά και εσωτερικοί. Η ομολογιακή αυτή περιχαράκωση της σύγχρονης Ορθοδοξίας οδηγεί συχνά σε άρνηση του διαλόγου με τους ετεροδόξους και τους ετεροθρήσκους, αφού η αντίληψη περί κατοχής της απόλυτης αλήθειας θεωρείται ότι ανήκει de facto στους Ορθοδόξους για λόγους κληρονομικότητας ή εντοπιότητας, φυσικής ή εθνικής ιθαγενείας. Στον χώρο της Εκκλησίας εχθροί και προδότες της Ορθοδοξίας είναι οι οικουμενιστές, εκείνοι που διαλέγονται θεσμικά ως εκπρόσωποι τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών με την ετερόδοξη Δύση αλλά ακόμη και εκείνοι που νοιάζονται για τη διορθόδοξη ενότητα και οικουμενική έκφραση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και εργάζονται για τη μέλλουσα να συνέλθει Πανορθόδοξη Σύνοδο. Αν κάποτε οι τάσεις αυτές περιορίζονταν στους παλαιοημερολογιτικούς κύκλους, τώρα πλέον βρίσκονται εντός των πυλών και ασκούν πιέσεις στην επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος. Με πρόσχημα τη διάσωση της Ορθοδοξίας από την αίρεση, από την ετερόδοξη Δύση και τον Οικουμενισμό, διάφοροι συντηρητικοί κύκλοι λαϊκών, μοναχών, αλλά εσχάτως και κληρικών, αναλαμβάνουν ρόλο αστυνόμου και εισαγγελέα της Εκκλησίας. Συχνά διεκδικούν αλάθητη αυθεντία και τίθενται υπεράνω της κανονικής εκκλησιαστικής δομής της Εκκλησίας. Η τάση αυτή αντιλαμβάνεται την Εκκλησία μάλλον ως ιδεολογική και ομολογιακή παράταξη παρά ως έκφραση κοινωνίας, καθολικότητας και οικουμενικότητας. Με τον ίδιο τρόπο και σχεδόν καθεστωτικά αντιλαμβάνονται και τη θέση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην εκπαίδευση. Οποιοδήποτε άνοιγμα διαλόγου με τη θρησκευτική ετερότητα εκλαμβάνεται ως προδοσία της Ορθοδοξίας, ως «πανθρησκεία και προϊόν της νέας τάξης και της παγκοσμιοποίησης».
Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες μιας παράξενης ώσμωσης μεταξύ φονταμενταλιστών και εθνικιστών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, ο άνθρωπος που ανάλωσε τη ζωή του, προσφέροντας τον μόχθο της διακονίας του στη θεολογία και στην Εκκλησία, κατηγορείται από αυτές τις ομάδες ως «διεθνιστής» και ως «οικουμενιστής» εν ταυτώ. Σε ορισμένους θεολογικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους και κυρίως στην απύθμενη αφασία και ατέρμονη συνομωσιολογία των ιστολόγων του διαδικτύου δεν αποκρύπτεται ένα είδος ιδιότυπου θρησκευτικού εθνικισμού. «Χωρίς εθνική ταυτότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει η Εκκλησία» ή «καλή και ορθοδοξότατη η στήριξη των μεταναστών, αλλά αφήνουμε τους Έλληνες… οι μητροπολίτες που παρέχουν βοήθεια στους μετανάστες συμπλέουν με τα κόμματα της αθεΐας». Συχνά στους φονταμενταλιστικούς κύκλους, η πίστη αποβαίνει θρησκοληπτική ιδεολογία και καλλιεργεί έναν βαθύ συντηρητισμό, δεν θέλει και δεν επιζητεί κανέναν διάλογο, θέλει μόνο την απόλυτη κατίσχυσή της. Αν κάποιοι πολιτικοί προστάτες μπορούν και θέλουν να προσφέρουν μια τέτοια δυνατότητα στους πιστούς, γιατί οι τελευταίοι να το αρνηθούν; Άλλωστε, Ορθοδοξία και έθνος έχουν προορισμό να μεγαλουργήσουν! Τα ακραία αυτά φαινόμενα εμφανίζονται και αναπτύσσονται ιδιαίτερα σε εποχές κρίσης και ανασφάλειας, κοινωνικής, οικονομικής, ηθικής και πολιτικής εξαθλίωσης, όπως άλλοτε στον μεσοπόλεμο το σύνδρομο της Βαϊμάρης. Στη συγκυρία της παρούσας κρίσης και της οικονομικής εξαθλίωσης οι μισαλλόδοξες ιδέες απλώνονται σε ένα μεγάλο φάσμα της κοινωνίας. Σε αυτό συμβάλλουν ασφαλώς και τα κομματικά και ιδεολογικά στεγανά που διαμορφώνονται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ: "Το πρόβλημά μας είναι πολιτικό, όχι οικονομικό"/Το video της εκδήλωσης στο intv.gr


φωτογραφίες: Ιδιωτική Οδός
Καλησπέρα σας, αγαπητοί συνοδίτες, από το βιβλιοπωλείο Ιανός στο κέντρο της Αθήνας. 
Εδώ, αυτή την ώρα, ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς μιλάει στο πολυπληθές ακροατήριό του για την κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα, με αφορμή την έκδοση από τον Ιανό του νέου βιβλίου του "Το πρόβλημά μας είναι πολιτικό, όχι οικονομικό", όπου έχουν συγκεντρωθεί οι επιφυλλίδες του 2012 (που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Καθημερινή). 
Το ενδιαφέρον του κόσμου είναι ζωηρό για όσα λέει ο Χρήστος Γιανναράς και θα ακολουθήσει ενδιαφέρουσα, πιστεύουμε, συζήτηση.
Ανάμεσα στο κοινό και η Πριγκίπισσα Ειρήνη, αδελφή του Βασιλέως Κωνσταντίνου, φανατική αναγνώστρια του Χ. Γιανναρά και αυτή.
Την εκδήλωση κάλυψε το διαδικτυακό κανάλι intv. Δείτε το σχετικό βίντεο εδώ. 


ΚΩΣΤΑΣ ΝΟΥΣΗΣ ΠΡΟΣ ...ΠΡΟΣΚΛΑΙΟΝΤΑ...


Προς δειλόν, ψευδωνυμογράφον και για – τα - κλάματα Προσκλαίοντα 
Του θεολόγου - φιλολόγου Κώστα Νούση
Ο φίλoς – μάλλον για – τα – κλάματα - Προσκλαίων, αν και θα έπρεπε να βρίσκεται όντως στην τάξη την οποία εμπαίζει με τον ειρωνικό του ψευδεπίγραφο αυτοπροσδιορισμό, παίρνει το άηθες και αηδές διδακτικό – μάλλον δηκτικό ύφος – και απομειοί, ανεπιτυχώς οπωσδήποτε, τον γράφοντα αυτές τις αράδες. Ας με συγχωρήσει ο Παναγιώτης που προβαίνω στο σύντομο αυτό, αλλά κουράστηκα να βλέπω τον καθένα να κάνει τον θεολόγο και τον δάσκαλο Ορθοδοξίας, χωρίς ούτε ένα χαρτί, έστω και «οικουμενιστικής» πανεπιστημιακής πιστοποίησης. 
Τον ευχαριστώ καταρχήν (τον προσκλαίοντα) που, και μέσα ακόμα από την ακούσια εξομολογητική παραδοχή του μαζοχισμού του, αποκαλύπτει τον υποδόριο ηδονισμό από την ανάγνωση των «ανούσιων» κειμένων μου – και φυσικά τοιουτοτρόπως την όλη διαστροφική ψυχολογία και συλλογιστική του. Με έκπληξη, επίσης, βλέπουμε να αναγνωρίζει στον Γιανναρά «ἕνα ὑπόβαθρο, μιὰ ὑπαρξιακὴ ἀναζήτηση», πράγματα που δεν συναντά στα δικά μου κείμενα. Σπάνιο πράγμα να βρεις νεορθόδοξο αντιοικουμενιστή σήμερα! 
Φτωχός άνθρωπος, για τα κλάματα και για κλάματα (μετάνοιας και συντριβής), θέλει να με σμικρύνει στα μάτια των τρίτων, αποκαλώντας με κατά ριπάς «Κωστάκη» και υποβιβάζοντας, ως νομίζει, τον αντίπαλο σαν τα παιδάκια, που δεν καταλαβαίνουν ότι έτσι προβάλλουν απλά την αδυναμία τους, την επιχειρηματολογική πενία τους και το όλο τους άδικο. 
«Κάνω τὴ χάρη τοῦ Κωστάκη λοιπόν, νὰ ἀσχοληθῶ μαζί του, γιὰ νὰ ἀποδείξω μὲ σιγουριά, σιγουριὰ ποὺ ἐλάχιστες φορές ἔχω, ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν Νούσιο παραλογισμό»: πέρα από το φραστικό μεγαλείο της απόλυτης βεβαιότητας (μέσα στην προκείμενη μαλακή βαττολογία του πάντοτε) του ανδρός, τον ευχαριστώ για τη χάρη που μου κάμνει. Και μας γράφει: «παραθέτει ὁ Κωστάκης, στὸ στέκι τοῦ ἰδιόρυθμου φίλου του, στὸ ὁποῖο κατόπιν πολλῆς προσευχῆς καὶ φωτισμένη διάκριση ἐπέλεξε»: αυτός το γνωστό βοθρολόγιο της συκοφαντίας και της ρυπαρολογίας (σε όλα τα επίπεδα), με την ίδια διαδικασία το επέλεξε άραγε; 
Στη συνέχεια επαναλαμβάνει τη δική του αμιγώς οικουμενιστική ερμηνεία ενός κειμένου του Σμύρνης. Αλλά πράγματι δεν φαίνεται να διαβάζει καλοπροαίρετα, διότι δεν μας παρέθεσε και κάτι από τα παρακάτω: «ἡμεῖς οἱ ἐξ Ἀνατολῶν θέλομεν προσπαθήση ἐντείνοντες ὅλας μας τάς δυνάμεις νά Σᾶς ἀκολουθήσωμεν εἰς τήν καλήν ταύτην ὁδόν μέχρις οὗ καταντήσωμεν εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». Επιμένω ότι, θεολογικοφιλολογικώς κρίνων και πάλι τα λόγια του Ιερομάρτυρος, κάτι που τον ενοχλεί έντονα, δεν βλέπω εν προκειμένω να θεωρεί ο Σμύρνης ταυτότητα των Εκκλησιών, αλλά διαδικασία και πορεία προς ένωσιν. Άλλωστε, εφόσον κατά γράμμα ερμηνεύει εκείνος το «συμπίπτουσι καί συνταυτίζονται», έτσι θα έπρεπε, αν είναι δίκαιος, να μάς πει πώς ερμηνεύει και το παρόν. 
«Ἂν οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔκριναν ‘θεολογικοφιλολογικῶς’ τὰ κείμενα τῶν αἱρετικῶν, σήμερα δὲν θὰ ὑπῆρχε Ὀρθοδοξία». Εφόσον, λοιπόν, ενοχλείται τόσο με το «θεολογικοφιλολογικῶς», τον ξαναρωτάω απλά πώς αλλιώς τα έκριναν, γιατί εγώ δεν ξέρω άλλον τρόπο μέσα από τα ίδια τα πατερικά κείμενα και την εκκλησιαστική ιστορία. Πώς αντιμετωπίστηκαν οι Ευνομιανοί; Πώς προσεγγίστηκαν οι Ομοιουσιανοί; Ας μας το πει εκείνος, διότι εγώ έτσι ξέρω ότι τους αντιμετώπισαν οι Άγιοι. Αν, τώρα, αυτός γνωρίζει κάτι καινούριο, τωόντι θα ήθελα να το μάθω. 
«Ἂν καλοῦσαν τοὺς αἱρετικοὺς μὲ μιὰ τέτοια ‘γλυκιά έμμεση κλήση’», μάς αναφέρει ενοχλημένος από την ευγένεια των Αγίων. Μια απλή ανάγνωση, όμως, των ίδιων των πατερικών έργων μαρτυρεί περί του αντιθέτου. Τα έχει ήδη πει ο π. Επιφάνιος, τα έχει γράψει και η αφεντιά μου, π.χ. για τον Πάπα, τους Νεστοριανούς κλπ. Αλλά αν δεν διαθέτεις ώτα καλής προαίρεσης, ακούς επιλεκτικά, τουτέστιν πλανεμένα, ό,τι και όπως το θέλεις. Το αυτό ποιούσιν εξάπαντος και οι αιρετικοί με την επιλεκτική και κατά γράμμα χρήση και ερμηνεία της ίδιας, μάλιστα, της Αγίας Γραφής. 
Ο φίλoς – μάλλον για – τα – κλάματα – Προσκλαίων, έχει οπωσδήποτε μια μερική και μη επαρκή μελέτη των Πατέρων και, πολύ φοβούμαι, όχι των ίδιων των κειμένων τους, αλλά μέσω έτερων αναγνωσμάτων περί αυτών. Ας κάμει έναν κόπο να διαβάσει τους ιδίους. Πώς μιλάνε, πόσο γλυκά προσφωνούν τους αιρετικούς και κακοδόξους εν Χριστώ αδελφούς τους, για να καταλάβει πότε και με πόσο πόνο και διάκριση αναγκάζονται κάποτε να προβούν και σε σκληρές εκφράσεις, τις οποίες μονάχα φαίνεται να διάβασε – από άλλων κείμενα – ο προσκλαίων μας. 
Μια τελευταία επισήμανση στον πολύδακρυν άγνωστο εραστή της άκρως Ιδιωτικής Αποτειχιστικής Οδού: η αίρεση και η Ορθοδοξία είναι πρώτα βίωμα και μετά παρόλες και γράμματα. Εσύ και οι συν σοί προδίδεις φωναχτά ότι ζεις σαν αιρετικός, διότι δεν γνωρίζεις τι θα πει και η στοιχειώδης αγάπη, πόσο μάλλον αυτή προς τους εχθρούς, αλλά τι λέω; Και στους εν Χριστώ κακοδόξους αδελφούς… Διάβασε το κείμενο του «οικουμενιστή» Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας για τους Ρωμαιοκαθολικούς. Θα δεις έτσι ότι υπάρχουν και άλλοι Χρυσόστομοι Σμύρνης στην εκκλησιαστική μας ιστορία… 
Ένα σχόλιο, ακόμη, πάνω στην τελευταία ανάρτηση του Π. Σημάτη: δεν θα επαναλάβω εδώ τίποτε επιπλέον, διότι μια πρώτη απάντηση έδωσα σε αναρτημένο σχόλιό μου στην Ιδιωτική Οδό. Δυστυχώς οι άνθρωποι αυτοί συκοφαντούν ακουσίως, πριν καν ακόμη ξεκινήσει ο διάλογος. Λένε για παράδειγμα ότι δεν παραθέτουμε επιχειρήματα• τον ερωτώ ξανά: ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, που ο π. Τρικαμηνάς και ο ίδιος επικαλείται, απετειχίσθη ολικώς εκ της παγκοσμίου Εκκλησίας και προσέφυγε σε καθηρημένο Επίσκοπο, ως εκείνοι; Ξέρω ότι θα απαντήσουν ότι ο Ρώμης ήτο ορθόδοξος τότε, ενώ σήμερα όλοι είναι μολυσμένοι, εκτός από τον Αρτέμιο, τον Ευθύμιο και τους συν αυτοίς. Καραμπινάτη πλάνη δηλαδή... Ερωτώ, λοιπόν, και πάλι: ο Μ. Κων/νος πώς είναι Άγιος, αφού βαπτίστηκε από αρειανιστή Επίσκοπο; Πόσοι άλλοι Άγιοι χειροτονήθηκαν από αιρετίζοντες Επισκόπους; Πώς τόσους μολυσμένους τούς αγιοκατέταξε η Εκκλησία; Πώς επίσης κρατάει έναν Άγιο Αυγουστίνο με τόση κακόδοξη προβληματική; Μολυσμένους Αγίους δεχόμαστε τελικά; Ή μονάχα ο Σμύρνης τους ενοχλεί τόσο; Αυτά τα ολίγα για αρχή, επειδή λένε ότι δεν παραθέτουμε Πατέρες. 
Και το πιο εκπληκτικώς και επιεικώς αχαρακτήριστο: πέρα από το ότι δεν κατενόησαν ποσώς το πνεύμα της Ιδιωτικής Οδού στην αναφορά της περί Χ.Α. –είναι συνηθισμένοι, εξάλλου, στις παρερμηνείες γενικότερα – εγκαλούν τον Ανδριόπουλο, επειδή τους φιλοξενεί και δη τις ενστάσεις τους! Παραφροσύνης το ανάγνωσμα με λίγα λόγια! Γράφουν επί λέξει: «δημοσιεύουμε τὸ σχόλιο ποὺ ἔστειλε μέλος μας στὴν ‘Ἰδιωτικὴ Ὁδό’, τὸ ὁποῖο καὶ ἀνάρτησε, παρὰ τὶς διαφορετικὲς δηλώσεις της». Με συγχωρείς, φίλε Παναγιώτη, αλλά εδώ φταις εσύ… 
Κ.Ν. 
29/9/2013
Related Posts with Thumbnails