Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

ΤΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Πάμπολλες οι αναφορές και οι μελέτες για το έργο του Παπαδιαμάντη στην εποχή μας. Ειδικές εργασίες και μάλιστα τολμηρές, όπως χαρακτηρίζονται από διάφορους κριτικούς, απόπειρες ερμηνείες του έργου του, βλέπουν το φώς της δημοσιότητας συνεχώς. Και είναι γνωστό ότι υπάρχει και μία επιστημονική διχογνωμία για το ποιος τελικά Παπαδιαμάντης είναι ο αληθινός. Ο ορθόδοξος και κοσμοκαλόγερος ή ο σκοτεινός και ερωτικός νοσταλγός; Ο ταπεινός και ασίγαστος ψάλτης της Ορθοδοξίας ή ο "εωσφορικός"1 δημιουργός; Φυσικά, στο τεράστιο αυτό δίλημμα δεν θα δώσουμε απάντηση εμείς εδώ. Θα προσπαθήσουμε, όμως, να καταδείξουμε πως ο κυρ Αλέξανδρος δεν ήταν απλώς ένα πιστό μέλος της Εκκλησίας ή ένας πολύ καλός πρακτικός ψάλτης, που γνώριζε τα εκκλησιαστικά και λειτουργικά θέματα. Ο Παπαδιαμάντης ήταν γνώστης της Ορθόδοξης Θεολογίας όσο λίγοι στον καιρό του. Βίωνε την παράδοση της ρωμιοσύνης με απόλυτη ένταση γι’ αυτό και έγραψε, ουσιαστικά κατήγγειλε, τα προβλήματα στον κλήρο, την προτεσταντίζουσα δράση των θρησκευτικών οργανώσεων της εποχής του, την περιθωριοποίηση των λαϊκών, τους οποίους έβλεπε ως συλλειτουργός των ιερέων2. Ακόμη, αναδείχθηκε υπέρμαχος της Βυζαντινής λειτουργικής τέχνης, μουσικής και αγιογραφίας, πιστός τηρητής του τυπικού, λάτρης του μοναχισμού. Μόνος και φυσικά πρωτοπόρος στην εποχή του, αντιτάχθηκε στην μουσειοποίηση της λειτουργικής τέχνης3, περιέγραψε με σαφήνεια τις ολέθριες δυτικές επιδράσεις στον καθόλου εκκλησιαστικό βίο, προέβαλε το γνήσιο λειτουργικό ήθος. Πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι κανένας τότε δεν συμμερίστηκε την οδύνη του κυρ Αλέξανδρου, που εκπήγαζε από την βαθιά εκκλησιαστική του συνείδηση. Για τον Παπαδιαμάντη πρωτοτυπία στις λειτουργικές τέχνες, σημαίνει να μένει κανείς πιστός στους πρώτους τύπους της τέχνης αυτής. Η Εκκλησία για τον Παπαδιαμάντη “έχει έναν παραδεδεγμένο τύπον, ον ουδείς δύναται αποινεί να παραβή και ρητώς απαγορεύεται πάσα καινοτομία είτε εις την αρχιτεκτονικήν και γραφικήν και την λοιπήν των ναών διακόσμησιν, είτε εις την μουσικήν και των άλλην λατρείαν”.4
Και για να εστιάσουμε την μουσική προσωπικότητά του: Υπήρξε ψάλτης, τυπικάρης, υμνογράφος5 και παραϋμνογράφος – έγραφε δηλ. σατιρικά6 όπως οι Βυζαντινοί – και για την εποχή του μουσικολόγος, υπό την έννοια ότι προέβη σε καίριες παρατηρήσεις σχετικά με την εκκλησιαστική μουσική. Παρατηρήσεις, οι οποίες παραμένουν επίκαιρες και μάλλον διαχρονικές.
Ο Παπαδιαμάντης ήταν φορέας μιας σπουδαίας και ζωντανής, τότε, παραδόσεως: της Κολλυβαδικής ή καλύτερα φιλοκαλικής. Το μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο, όπου πήγαινε ο Παπαδιαμάντης, ήταν η ορατή αλλά και ζωντανή παρουσία που διασφάλιζε την αγιορείτικη λειτουργική παράδοση των Κολλυβάδων πατέρων7. Αυτήν την παράδοση μεταφύτευσε ο Παπαδιαμάντης στην Αθήνα! Στο ναϋδριο του Προφήτου Ελισσαίου, όπου τελούνταν τις μεγάλες γιορτές αγρυπνίες μέχρι πρωίας, σύμφωνα με τις τυπικές διατάξεις του Αγίου Όρους. Σε αυτές τις παννυχίδες έψαλλαν οι δύο Αλέξανδροι: Ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης. Η μαρτυρία του μουσικολόγου και πρωτοψάλτου Κωνσταντίνου Ψάχου είναι ιδιαίτερα σημαντική: "αμφότεροι δεν ψάλλουσι προς επίδειξιν, αλλά ψάλλουσιν εκ συνειδήσεως δια να προσευχηθώσι και να επικοινωνήσωσι με το θείον, με πίστιν αληθή, η οποία κατέστη εγγενής του πνεύματός των. Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει από στήθους όλα τα κείμενα, όπως και την μουσικήν όλων των κανόνων (ενν. του όρθρου), εις τους οποίους προπάντων είναι αμίμητος. Είναι ειδήμων των τυπικών διατάξεων των αγρυπνιών και όλων εν γένει των ιερών ακολουθιών, ψάλλει δε με όλως ατομικόν του ιδίωμα τους πολυελέους των Αγρυπνιών πάσης εορτής…".8 Το γεγονός ότι – όπως μαρτυρεί ο Κωνσταντίνος Ψάχος – ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει πάρα πολύ καλά να ψάλει τους κανόνες και τους πολυελέους, αποδεικνύει την ευεργετική επίδραση της κολλυβαδικής παραδόσεως. Ας σημειωθεί ότι οι περισσότεροι από τους σημερινές ψάλτες αγνοούν το μέλος των κανόνων και των πολυελέων – κυρίως αυτών που ονομάζουμε "εκλογή" από το ψαλτήρι του Δαβίδ. "Εν τη εκτελέσει των μελών τούτων ο Παπαδιαμάντης ήτο αμίμητος", αναφέρει ο Τσόκλης.9
Εννοείται ότι οι επιδράσεις από το αγιορείτικο τυπικό - εκτός από την φανέρωσή τους στην πράξη – καταφαίνονται και σε διηγήματα που έχουν ως σκηνικό τους όχι μόνο μοναστηριακούς χώρους, αλλά εκκλησίες και ξωκλήσια της Σκιάθου.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Παπαδιαμάντη, στο τέλος του 19ου αιώνα κυριαρχεί η φθορά του πατροπαράδοτου ήθους στην εκκλησιαστική μουσική, όχι μόνο λόγω της εισαγωγής της τετραφωνίας σε κεντρικούς ναούς των Αθηνών,10 αλλά και εξ αιτίας της άγνοιας, της αμβλύνσεως του ευλαβούς εκκλησιαστικού φρονήματος και της αδιαφορίας των υπευθύνων. Οι απόψεις του Παπαδιαμάντη για την εκκλησιαστική μουσική δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας αισθητικής προτίμησης. Η εισαγωγή της ευρωπαϊκής μουσικής έχει σχέση με την εμφάνιση του πιετισμού και την εκκοσμίκευση της εκκλησιαστικής τέχνης. Οι επιχειρούμενοι νεωτερισμοί αλλοιώνουν το πνεύμα και την ουσία της παράδοσης διαστρέφουν το ορθόδοξο βίωμα. Για τον Παπαδιαμάντη η εκκλησιαστική μουσική και υμνογραφία, ο λόγος και το μέλος, ως αδιάσπαστη ενότητα διδάσκουν και θεολογούν μέσα από τη δική τους συμβολική αποτύπωση της εκκλησιαστικής αλήθειας.
Όλα τα παραπάνω μπορεί να εντοπίσει κανείς στα άρθρα του Παπαδιαμάντη για την Μεγάλη Εβδομάδα. Πρόκειται για έξι σειρές άρθρων, γραμμένες για αθηναϊκές εφημερίδες. Οι τέσσερις σειρές δημοσιεύονται στα ΑΠΑΝΤΑ του Παπαδιαμάντη, που έχει επιμεληθεί ο γνωστός Φιλόλογος Νίκος Τριανταφυλλόπουλος. Φέρουν τους τίτλους: Η Εβδομάς των Αγίων Παθών (1877),11 Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς (1881), 12 Η Μεγάλη Εβδομάς εν Αθήναις (1887), 13 και με τον ίδιο τίτλο το 1892.14
Οι άλλες δύο σειρές εκδόθηκαν από τον φιλόλογο Φώτη Δημητρακόπουλο,15 καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δημοσιεύτηκαν: η πρώτη στην εφημερίδα Ακρόπολις τον Μάρτιο του 1893,16 η δεύτερη στην εφημερίδα Εφημερίς τον Απρίλιο του 1894.17 Ο Φ. Δημητρακόπουλος στον σχολιασμό των άρθρων αυτών παρατηρεί: "Οπωσδήποτε, είναι εύλογο να αναμένει κανείς ότι δεν είναι μόνο τα έτη 1892 και 1893 που η Ακρόπολις δημοσίευσε άρθρα του Παπαδιαμάντη για τη Μεγάλη Εβδομάδα, το θέμα χρειάζεται έρευνα"18 και επισημαίνει πως τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1900 δημοσιεύονται στην Εσπερινή ανυπόγραφα θρησκευτικά άρθρα που με ασφάλεια μπορούν να αποδοθούν στον Παπαδιαμάντη.19
Σε όλες αυτές τις σειρές των Μεγαλοβδομαδιάτικων άρθρων του ο Παπαδιαμάντης με συνοπτικό τρόπο αναφέρει το γεγονός που εορτάζει η Εκκλησία κάθε μέρα, επισημαίνει το βαθύτερο νόημά του, παραθέτει – πολλές φορές αυτούσια τροπάρια ή αγιογραφικά αναγνώσματα της ημέρας, δεν παραλείπει κάποιες ιστορικές αναφορές που θεωρεί απαραίτητες, και βέβαια προβαίνει σε σημαντικές παρατηρήσεις για την τυπική διάταξη, την μετρική των ύμνων και το ήθος του μέλους. Τέλος, καταγράφει συνήθειες – κυρίως αθηναϊκές – που επικρατούσαν στους ναούς κατά την τέλεση των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδος.
Ο λόγος του την Μεγάλη Δευτέρα, προτρεπτικός: "…. κατανυσσόμενοι και ενούντες την φωνήν της ψυχής μας εις τους λυρικούς της Εκκλησίας ύμνους τους κατακηλούντας ημάς διά της γλυκυτάτης βυζαντινής μούσης των, ας ενωτισθώμεν την μελαγχολική κ' εμπνέουσα ακολουθίαν του Νυμφίου".20 Ο Παπαδιαμάντης στέκεται ιδιαίτερα στο Τριώδιο της Μεγάλης Δευτέρας, "Τω την άβατον κυμαινομένην θάλασσαν", δηλαδή στον κανόνα που έχει τρείς ωδές και είναι ποίημα του "υψιπέτου" – όπως τον χαρακτηρίζει – Κοσμά του Μελωδού. Τα τροπάρια του κανόνος τα θεωρεί "κατανυκτικότατα και τρυφερά, άτινα εν ήχω αρμόζοντι ψάλλονται".21 Ο αρμόζων ήχος εδώ είναι ο δεύτερος. "Εν γένει, γράφει ο Παπαδιαμάντης, όλα τα τροπάρια είναι αμίμητου καλλονής και μελωδίας, και συνιστώμεν να προσέξωσιν οι φιλόχριστοι αναγνώστες όχι διά των εξωτερικών οφθαλμών αυτών, αλλά διά των ομμάτων της ψυχής εν καθαρώ συνειδότι".22 Δηλαδή, αυτό όπου έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι ο πιστός να προσεγγίζει τους ύμνους της Εκκλησίας διανοητικά, αλλά κυρίως βιωματικά. Δεν έχει σημασία αν ο ψάλτης έχει ορισμένες τυπικές ή τεχνικές γνώσεις, αλλά το αίσθημα που εκφράζει. Και το ήθος του μέλους εκπηγάζει από την ψυχή.
Την Μεγάλη Τρίτη στον Όρθρο ψάλλεται “το Διώδιον του θεσπεσίου ποιητού Κοσμά",23 το οποίο περιλαμβάνει βραχύτατα τροπάρια, αλλά περιεκτικά σε νοήματα υψηλά και διδακτικά. Εδώ ο Παπαδιαμάντης προβαίνει σε απίθανες παρατηρήσεις περί της αρχαίας Ελληνικής μετρικής και της σχέσεώς της με την εκκλησιαστική: "Καθώς η ρυθμοποιία του Πινδάρου και των άλλων χορικών της Δωρίου μούσης βαίνει κατά κώλον, ήτοι ημιστίχιον, και ουχί κατά στίχον, δεσπόζοντος μεν του μέλους, υπουργούντος δε του ρυθμού, ούτω και των ιερών ποιητών μας, αληθών εγκαλλωπισμάτων του μεσαιωνικού Ελληνισμού, η ρυθμοποιία βαίνει κατά κώλον, και ουχί κατά στίχον, διαφέρουσα μόνον της πινδαρικής κατά τούτο, ότι βάσις του ρυθμού είναι ο λογικός ήτοι γραμματικός τόνος, και όχι η απολεσθείσα ποσότης των μακρών και βραχέων. Και η λυρική δε ποίησις της Εκκλησίας είναι χορική, καθώς η της Δωρίου σχολής των αρχαίων, και οι ειρμοί και τα τροπάρια είναι αι στροφαί και αντιστροφαί, και η καταβασία ουδέν άλλο είναι ειμή η επωδός της πινδαρικής ποιήσεως. Γράφονται δε τα τροπάρια κατά συνήθειαν εν συνεχεία και ισότητι γραμμών..., της στίξεως γενομένης ουχί κατ’ έννοιαν, αλλά κατά ρυθμόν και μέλος".24 Οι παρατηρήσεις αυτές φανερώνουν πόσο ο Παπαδιαμάντης γνώριζε καλά την αρχαία ελληνική ποίηση και θεωρούσε ότι συνέχειά της είναι η ποίηση της Εκκλησίας. Σ’ ένα άλλο κείμενό του που διερευνά την σχέση αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής μουσικής, αποφαίνεται με κατηγορηματικότητα. Και, θα πρέπει να πούμε ότι και σύγχρονη μουσικολογική έρευνα τον δικαιώνει: "Η Βυζαντινή μουσική είναι τόσον Ελληνική όσον πρέπει να είναι. Ούτε ημείς την θέλομεν, ούτε την φανταζόμεθα, ως αυτήν την μουσικήν των αρχαίων Ελλήνων. Άλλ' είναι η μόνη γνησία και η μόνη υπάρχουσα. Και δι’ ημάς, εάν δεν είναι η μουσική των Ελλήνων, είναι η μουσική των Αγγέλων".25
Την Μεγάλη Τετάρτη στον όρθρο “ψάλλεται αργώς και μετά μέλους το πλήρες βαθείας ποιήσεως εκκλησιαστικής τροπάριον της Κασσιανής, το ευωδέστερον ίσως άνθος της Βυζαντίδος μούσης",26 σημειώνει ο Παπαδιαμάντης. Και εξηγεί ότι "μέλος ημείς εννοούμεν το Βυζαντινόν, διότι η ποίησις και ο ρυθμός αυτός του τροπαρίου... έχει τονισθεί υπό αρχαιοτάτου μουσικοσυνθέτου, συνδυάσαντος τον ρυθμόν των στίχων με του μέλους την αφελή χάριν. Δεν χωρεί λοιπόν εις ταύτα ουδείς νεωτερισμός, ουδεμία καινοτομία τετραφωνική ή πολυφωνία, ως την σήμερον αποπειρώνται τούτο καινοτόμοι τινές. Δεν είναι δυνατόν να τονίση τις σήμερον αυτό καλλίτερον ή ο ποιητής του τροπαρίου ο και μελοποιός τυγχάνων. Ώστε κατά τας ημέρας τουλάχιστον ταύτας άφετε την μονοφωνίαν της Βυζαντινής και μη μιγνύετε εν αυτή ξενισμούς, οίτινες δεν είναι άλλο παρά αυτόχρημα βεβήλωσις του αγνού θρησκευτικού βυζαντινού μέλους".27 Ο Παπαδιαμάντης εδώ αναδεικνύεται υπέρμαχος της μονόφωνης εκκλησιαστικής μουσικής, καταδικάζοντας οποιαδήποτε απόπειρα καινοτομίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι επειδή γνωρίζει την έλλειψη του αρχετύπου μέλους, δηλαδή του μέλους της Κασσιανής, σημειώνει: “προτιμάται και σχετικώς τελειοτέρα λογίζεται του αρχαιοτέρου τονίσαντος μουσικού η περισωζομένη σύνθεσις".28 Κάτι που συμβαίνει εν πολλοίς και κατ' αναλογίαν στις μέρες μας, καθώς επικράτησε να ψάλλεται η μουσική σύνθεσις του τροπαρίου από τον Πέτρο τον Πελοποννήσιο, Λαμπαδάριο της Μ.τ.Χ.Ε. περί τα μέσα 18ου αιώνα. Γι’ αυτό προβαίνει και σε δύο καίριες επισημάνσεις που αφορούν στους ψάλτες της εποχής του, και όχι μόνο... Σημειώνει ότι το "περιλάλητον ιδιόμελον Κασσιανής μοναχής... οι πολλοί των εν Αθήναις ψαλτών καλώς εν γένει φιλοτιμούνται να μέλπωσιν, ως και παν ό,τι από διφθέρας ψάλλουσιν. Τα ποιητικώτατα όμως και μελωδικότατα τριώδια του ιερού Κοσμά, δεν ηξίωσαν ποτέ να μελετήσωσιν, αταλαιπώρως έχοντες και ολιγώρως προς τα τοιαύτα".29 Δηλαδή, μπορεί οι ψάλτες να αποδίδουν το περίτεχνο και μακροσκελές τροπάριο της Κασσιανής, αλλά αδυνατούν να ερμηνεύουν όμως πρέπει τους κανόνες της Μεγάλης Εβδομάδος, που είναι μέλη συλλαβικά. Ο απαράμιλλος γνώστης των κανόνων, ο κυρ Αλέξανδρος, ονειδίζει έτσι την ολιγωρία των ψαλτών σε σχέση με το λαμπρό αυτό ποιητικό είδος. Κι ακόμα διαπιστώνει με θλίψη ότι το τροπάριο της Κασσιανής "δυστυχώς δεν ψάλλεται παντού, ως δεί, κατανυκτικώς, αλλά φωναίς ατάκτοις!!"30 Προφανώς εδώ ο Παπαδιαμάντης μεταφέρει σε μία μόνο φράση τον 75ο κανόνα της Πενθέκτης εν Τρούλλω Οικουμενικής Συνόδου: "μήτε βοαίς ατάκτοις κεχρήσθαι και την φύσιν προς κραυγήν εκβιάζεσθαι … αλλά μετά πολλής προσοχής και κατανύξεως τα ψαλμωδίας προσάγειν τω των κρυπτών εφόρω Θεώ".31
Στον όρθρο της Μεγάλης Πέμπτης ψάλλεται πλήρης κανόνας, ποίημα και αυτός του Αγίου Κοσμά του Μελωδού, επισκόπου Μαϊουμά. Ο Παπαδιαμάντης, ο οποίος ελκύεται ιδιαίτερα από το ποιητικό αυτό είδος, παραθέτει μία σύντομη ανάλυση του κανόνος. Όταν φτάνει στην έβδομη ωδή, παρατηρεί ότι "το πρώτον μετά τον ειρμόν τροπάριον ταύτης, "Νευστάζων κάραν Ιούδας, κακά προβλέπων", ηρανίσθη ο μελωδός εκ του Ομηρικού στίχου της Οδυσσείας:
Νευστάζων κεφαλήν, δη γαρ κακόν όσσετο θυμώ."32 Προφανώς, ο Παπαδιαμάντης έχει υπόψιν του την σχετική ερμηνεία του τροπαρίου από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο οποίος στο Εορτοδρόμιόν του γράφει: "την αρχήν του τροπαρίου κλέπτει από το Σ, της Οδυσσείας˙ εκεί γάρ εισάγει ο Ποιητής τον Οδυσσέα, ότι επέστρεψεν εις τον οίκον του, ως ένας ξένος και πτωχός, και ότι ύβρισεν ένα από τους μνηστήρας της Γυναικός του Πηνελόπης Αμφίνομον ονομαζόμενον˙ ο δε Αμφίνομος εκείνος, θυμωθείς δια τας ύβρεις, ανεχώρησε νεύων την κεφαλήν του, και κακά μελετών κατά του Οδυσσέως".33 Αυτά λοιπόν τα ομηρικά λόγια "Νευστάζων κεφαλήν˙ δη γάρ κακόν όσσετο θυμώ", μεταφέρει ο μελωδός στον νέο Αμφίνομο, τον Ιούδα, ο οποίος "νευστάζων κάραν, κακά προβλέπων εκίνησεν, ευκαιρίαν ζητών παραδούναι τον Κριτών εις κατάκρισιν".34 Το γεγονός ότι ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη δεν είναι δυσεξήγητο, αφού ο Άγιος Νικόδημος υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της κολλυβαδικής, δηλ. φιλοκαλικής αναγεννήσεως, της οποίας μέτοχος υπήρξε από τα νεανικά του χρόνια ο Παπαδιαμάντης.
Στο τέλος του όρθρου της Μεγάλης Πέμπτης ψάλλεται το ιδιόμελον "Μυσταγωγών σου, Κύριε, τους μαθητάς…", το οποίο, σημειώνει ο Παπαδιαμάντης, περιέχει "κάλλος τρυφερόν και ύψος αληθείας. Ο ήχος εις ον ψάλλεται το τροπάριον τούτον, όστις είναι ο πλάγιος του πρώτου, το καθιστά έτι τρυφερώτερον και μελωδικώτερον".35 Σε άλλο άρθρο του για την Μ. Τετάρτη το χαρακτηρίζει "περιπαθές και κατανυκτικόν".36



Την Μεγάλη Πέμπτη τελείται η θεία λειτουργία του Μ. Βασιλείου, η οποία διακρίνεται από την συνήθη του ιερού Χρυσοστόμου, λόγω του μήκους των ευχών, και γι’ αυτό ψάλλονται αργά ο επινίκιος ύμνος "Άγιος, Άγιος, Άγιος", το "Αμήν", το "Σε υμνούμεν" και το "Επί σοι χαίρει". Ο Παπαδιαμάντης παρατηρεί ότι "τα αργά ταύτα μέλη, αρχαιότατα και σεμνότατα όντα, εμπνέουσι τοις ακροατοίς μέγαν σεβασμόν”.37 Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι εκτός από αυτά τα μέλη της Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου, πολλά μέλη της Μεγάλης Εβδομάδος φέρουν στα μουσικά χειρόγραφα την ένδειξη "μέλος αρχαίον". Και αυτό το μέλος μας πηγαίνει πολύ πίσω και μας συνδέει με ήχους κι εποχές βυζαντινές, ίσως και πρωτοχριστιανικές, καθώς πολλά στοιχεία της Αρχαίας Εκκλησίας διασώζονται μέχρι σήμερα στην Μεγάλη Εβδομάδα, όπως π.χ. τα αντίφωνα της Μεγάλης Παρασκευής.
Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει με ένθεο ζήλο την μοναδικότητα της Ακολουθίας των Παθών: “Αλλά μετά προσοχής παρακολουθήσατε τους απαραμίλλους των μελωδών ύμνους ψαλλομένους εξόχως κατανυκτικά, οίτινες και ως ποίησις και ως μέλος θα παραμείνωσιν εσαεί αθάνατα μνημεία της Βυζαντίδος μούσης. Η της Μεγάλης Παρασκευής ακολουθία είνε η μόνη ήτις περιλαμβάνει τόσην ποικιλίαν τροπαρίων αρμονικώς και μετά σπανίας χάριτος εναλλασσομένων των οκτώ ήχων, οίτινες όλοι απόψε ψάλλουσιν εκθάμβως και επηρμένως υπέρ της Βυζαντινής μουσικής τον πειστικώτερον των ρητορικών λόγων. Τα λεγόμενα Αντίφωνα σεμνοπρεπή και κατανύττοντα, αναφερόμενα δε εις τα Πάθη του Σωτήρος καθιστώσι μελωδικωτάτην και λίαν επαγωγόν την ακολουθίαν ταύτην, δεξιώτατα ποικίλλοντα εις ρυθμούς και ήχους και μεταπίπτοντα εν μαγευτική αντιθέσει από του χρωματικού εις το διατονικόν."38 Εξαισία και παθητικωτάτη η ακολουθία των Αγίων Παθών. Αυτή η ακολουθία είναι γνωστή στο λαό ως η ακολουθία που διαβάζονται "τα δώδεκα Ευαγγέλια". Πως όμως διαβάζονται και αυτές και οι υπόλοιπες ευαγγελικές περικοπές της Μεγάλης Εβδομάδος;
Ο Παπαδιαμάντης είναι πεπεισμένος ότι ένας τρόπος υπάρχει. Αυτός της εμμελούς απαγγελίας. "Ο λογαοιδικός ούτος τρόπος της απαγγελίας, είναι αρχαιότατος εν τη Εκκλησία, και είναι γνησίως Ελληνικός, όπως φαίνεται και εις τα παλαιά δράματα... Ο τρόπος ούτος της απαγγελίας, δια της παρατάσεως όλων μεν των συλλαβών, αλλά μάλιστα της καταλήξεως εκάστης περιόδου ή εκάστου κώλου, σημαίνει και μιμείται το κήρυγμα, ήτοι την φωνήν του κήρυκος, και ανταποκρίνεται εις την εντολήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, "κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει". Εθίζεται δε ν’ απαγγέλληται ο Απόστολος μετά τινος ποικιλίας τόνων και φθόγγων, το δε Ευαγγέλιον απλούστερον και όλως απερίττως".39 Ήδη από την εποχή του Παπαδιαμάντη εμφανίσθηκαν κάποιοι "καινοτόμοι" ιερείς, οι οποίοι "κατήργησαν αυθαιρέτως τον λογαοιδικόν τρόπον και απαγγέλλουσιν τας περικοπάς των θείων ρημάτων δι’ απλής αναγνώσεως".40 Ο Παπαδιαμάντης εμφανίζεται απόλυτος: "Εις τους τοιούτους ιερείς πρέπει ν’ απαγορευθή αρμοδίως η καινοτομία αύτη".41 Δυστυχώς στις μέρες μας τείνει να χαθεί η αρχαιοπρεπής εμμελής απαγγελία των αναγνωσμάτων και επικρατούν οι δύο ακραίες τάσεις: είτε η ξηρή ανάγνωση είτε η εξεζητημένη ψαλμώδησις των αναγνωσμάτων. Μορφές που παραμορφώνουν το κλίμα της Μ. Εβδομάδος και παραποιούν το ήθος των ακολουθιών.
Επιτάφιος Θρήνος – όρθρος του Μ. Σαββάτου – είναι ελεγειακή ούτως ειπείν εκκλησιαστική ποίησις – σημειώνει ο Παπαδιαμάντης – άπασα η ακολουθία περιπαθής λίαν και το εν τροπάριον συγκινητικώτερον του άλλου. Οποίον πάθος εις τα θρηνώδη εγκώμια, οποία λυρική δύναμις εν αυτοίς συγκινούσα μέχρι ενδομύχων τον άνθρωπον!".42 Η ποίησις και η μελωδία τους είναι αμίμητη! Ο Παπαδιαμάντης ξεχωρίζει και πάλι τον κανόνα που είναι γνωστός από τις πιο πρώτες λέξεις του ειρμού: "Κύματι θαλάσσης". Τον θεωρεί "κελάδημα ποιητικώτατον”43“εν των περικαλλεστάτων της Εκκλησίας μουσουργημάτων".44 Και επειδή ο κανόνας αυτός είναι ποίημα τριών υμνογράφων: της Κασσιανής, του Κοσμά Μαϊουμά και του Μάρκου επισκόπου Υδρούντος, ο Παπαδιαμάντης αφιερώνει μεγάλο μέρος ενός άρθρου του45 για να διερευνήσει την πατρότητα των ωδών. "Ο πένθιμος ήχος, ο πλ. β', εις ον είναι τονισμένα τα τροπάρια ταύτα, καθιστώσιν αυτά θρηνώδη λίαν και περιπαθέστατα, ψαλλόμενα μάλιστα από καλόν ψάλτην",46 επισημαίνει ο Παπαδιαμάντης, υπαινισσόμενος έτσι, και πάλι, την αδεξιότητα των ψαλτών σχετικά με την ερμηνεία των κανόνων.
Ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει τους ύμνους του Επιταφίου ως "παθητικά άσματα". Ακριβώς διότι βιώνει τον λόγο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: "ο εμός έρως εσταύρωται". Και μαζί με τον άνθρωπο πάσχει και η κτίσις "εν Σταυρώ καθορώσα τον Κύριον".47 Στο διήγημά του "Παιδική Πασχαλιά" ο κύρ Αλέξανδρος περιγράφει την συμμετοχή της φύσης με τους θεσπέσιους ήχους της κατά την περιφορά του Επιταφίου: "Και η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τους σβήνη, και η άνοιξις έπεμπε τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να συνέψαλλε και αυτή "ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!" και η θάλασσα φλοισβίζουσα και μορμύρουσα παρά τον αιγιαλόν επαναλάμβανε "οίμοι! γλυκύτατε Ιησού!"48
Οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδος όπως τους θέλει η Εκκλησία και τους περιγράφει ο Παπαδιαμάντης, είναι γλυκείς, χωρίς να διέπονται από οποιονδήποτε συναισθηματισμό. Είναι αβίαστοι ρυθμού και μέλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απαιτούν την δέουσα προσοχή από τους ψάλτες για την καλύτερη δυνατή ερμηνεία. Είναι περιπαθείς, χωρίς βέβαια να εξάπτουν τα γήϊνα πάθη, αλλ’ αντιθέτως διεγείρουν προς πόθον του Πάθους του Χριστού. Είναι ποιητικότατοι, αλλά πάνω απ’ όλα είναι θεόπνευστοι.
Η αναφορά μας στο μέλος της Μ. Εβδομάδος κατά τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη προσπαθεί να αποκαλύψει το "κεκρυμμένον μέλος". Όχι το αγοραίον, αυτό δηλαδή που περιφέρεται συνήθως στα τηλεοπτικά κανάλια και αποτελεί είδος προς κατανάλωσιν. Δυστυχώς, κατακλυζόμαστε τις ημέρες αυτές από τραγουδιστές και ψάλτες, οι οποίοι περιφέρουν στα ΜΜΕ μία άσαρκη, άηχη, μη έχουσα είδος ουδέ κάλλος μελωδία, η οποία ουδεμία σχέση έχει με το ήθος της Μ. Εβδομάδος. Έγινε πλέον της μόδας οι πιο γνωστές μεγαλοβδομαδικές μελωδίες να αποδίδονται με όργανα, παραδοσιακά και άλλα επιδιώκοντας να δώσουν μίαν άλλη διάσταση – όπως λένε – στην Βυζαντινή μουσική. Όμως η αυτή η μουσική από τη φύση της είναι λειτουργική και όχι μουσική ακροάματος. Διακονεί το μυστήριο του ένσαρκου Λόγου, επενδύοντας τον Θεολογικό λόγο, για να μπορεί το σώμα της Εκκλησίας να "πλέκει" στον Θεό Λόγο "εκ λόγων μελωδίαν". Γι’ αυτό και δεν βρήκαν στην Ορθόδοξη λατρεία ποτέ θέση τα μουσικά όργανα. Στην Εκκλησία, "όργανο" γλυκύφθογγο του Αγίου Πνεύματος γίνεται το πιστός, με την καθαρή καρδιά του. "Αυτός ο άνθρωπος ψαλτήριον γενόμενος", λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Ο Παπαδιαμάντης σημειώνει σ’ ένα άρθρο του για το Μεγάλο Σάββατο: "Εις τινας ναούς των ημετέρων κοινοτήτων ανά την Ευρώπην, ακούω ότι και βιολία υπό γυναικών κρουόμενα ευρίσκουσι χώρον εις τας λειτουργίας … Αλλά η παραδεδεγμένη ερμηνεία πολλών χωρίων της Π. και της Κ.Δ. είναι αλληγορική, το δε "εν χορδαίς και οργάνω" ιδέ πως το ερμηνεύει η Εκκλησία: "Εν κυμβάλοις χείλεσιν αγνοίς, μουσική τε καρδίας φόρμιγγι, εν ευήχω σάλπιγγι υψηλής διάνοιας …".49 Άρα πρέπει να μη χαθεί η λεπτή ισορροπία: Η γλυκύτητα της μουσικής να μην καταλήγει στον ερεθισμό των παθημάτων και τον μετεωρισμό, αλλά στην απαλλαγή από την ηδονή του συναισθήματος και στην αναζήτηση του θείου εκείνου άσματος, το οποίο "της γής απαλλάττει, και των του σώματος απολύει δεσμών και φιλοσοφείν ποιεί".


Έχοντας εμπιστοσύνη στις πληροφορίες των αισθητηρίων οργάνων μας πολύ εύκολα οδηγούμαστε στην πλάνη και την οίηση, εφ' όσον έχουμε τη σιγουριά ότι κατέχουμε την αλήθεια. Έτσι γινόμαστε "οιηματίες μουσικοί”, κατά την έκφραση του Παπαδιαμάντη.
Η μουσική είναι ελευθερία και καταφύγιο: όχι αυθαιρεσία και οίηση. Ο άνθρωπος που υψώνει το δικό του (τον δικό του πόνο, τη δική του χαρά, τη δική του αξία) καταστρέφοντας την ισορροπία με τους άλλους και με τον κόσμο, δεν εννοεί την βαθύτερη φωνή της μουσικής”.50 Και ο οιηματίας μουσικός για να προβάλλει το δικό του, επικαλείται και την παράδοση, με την οποία φυσικά ουδεμία σχέση έχει. "Σαν λείψει η αλήθεια, λέει ο Κόντογλου, η ψυχή πεθαίνει από την φωτιά, μ’ όλο που κάνει τον ζωντανό με ξιπασμένα καμώματα".
Το μέλος των ύμνων της Μεγάλης Εβδομάδος δεν έχει σχέση με την περιρρέουσα μουσική ατμόσφαιρα. Τα αληθινά κριτήρια έχουν χαθεί, και ο κίνδυνος της πλάνης είναι κάθε φορά επί θύραις. Τα ακούσματα της Μεγάλης Εβδομάδος, όπως ξεπροβάλλουν γύρω μας, είναι θορυβώδη, σαν τις μηχανές και τα μεγάφωνα των ναών. Δεν έχουν τίποτα από τη χαρμολύπη που πρέπει να χαρακτηρίζει την Μεγάλη Εβδομάδα. Γι’ αυτό περνάνε και φεύγουν. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν εσωτερικά. Όμως οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδος σαρκώνουν τη χαρμολύπη. Είναι πένθιμοι οι φαιδροί μαζί, γιατί το πένθος ταιριάζει στην ωραιότητα. Έτσι, στο Μυρολόγι της φώκιας, την ώρα που ο Παπαδιαμάντης περιγράφει ένα βασίλεμα του ήλιου σχεδόν δοξαστικό πάνω στα πάλλευκα μνήματα που λάμπουν, η γριά-Λούκαινα "με ψίθυρον φωνήν έμελπεν έν πένθιμον βαθύ μυρολόγι …".51 Με δεδομένη, εδώ, την αρχική σημασία του ρήματος "μέλπω" που είναι τραγουδώ, υμνών με τραγούδι και χορό. Αυτό είναι το μέλος των ύμνων της Μεγάλης Εβδομάδας: μία απρόσμενη συμφωνία του θρήνου και του πένθους με την ελπίδα της Ανάστασης. “Τότε η μουσική καταλήγει σε μίαν εσωτερική αρμονία που δεν σκορπίζει τον άνθρωπο. Του δίνει τη δύναμη ν’ ανέβει πάλι στον επάνω κόσμο˙ υπομένει, αντέχει, σηκώνει το φορτίο του και περιμένει πορευόμενος. Η μουσική του είναι προανάκρουσμα της επερχόμενης αυγής, δε χάνεται στη νύχτα, αν και πρέπει να περάσει μέσα απ’ αυτή. Είναι η μουσική του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, η λεπτή αύρα που από τα χείλη του ανεβαίνει την κλίμακα του "άνω βυθού".52 Και αυτή η ανάβαση οδηγεί από την μουσική τελειότητα της αρμονίας του ηδύτατου μέλους, στην άφθογγο τελειότητα της αρμονίας των προσώπων, την οποία επιτυγχάνει η άρρητος μουσική της αγάπης.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
  1. βλ. Guy (Michel) Saunier, Εωσφόρος και Άβυσσος, Ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη, Αθήνα 2001. Και επίσης τις ιδιαίτερες προσεγγίσεις στο έργο του Παπαδιαμάντη:
- Λάκης Προγκίδης, Η κατάκτηση του μυθιστορήματος, Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο, Αθήνα 1998.
- Κωστή Παπαγιώργη, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, Αθήνα 1997.
  1. Για τα θέματα αυτά βλ. τα αντίστοιχα κεφάλαια στο: Ανέστη Γ. Κεσελόπουλου, Η λειτουργική παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Θεσσαλονίκη 1994.
  2. βλ. την σχετική προβληματική στο: Δημ. Δ. Τριανταφυλόπουλλος, “Πελιδνός ο παράφρων τύραννος”, Αρχαιολογικά στον Παπαδιαμάντη, Αθήνα 1996.
  3. Ο Επιτάφιος και η Ανάστασις εις τα χωρία, Άπαντα, κριτική έκδοση Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, τ. Ε', Αθήνα 1998 (2), σ. 119-120.
  4. Άπαντα, τ. Ε', σ. 43 – 62. Βλ. Και τα σχετικά κεφάλαια στο: Π.Β. Πάσχου, Παπαδιαμάντης, Μνήμη δικαίου μετ' εγκωμίων, Αθήνα 1991. Τα υμνογραφικά του Παπαδιαμάντη έχει ηχογραφήσει στο σύνολό τους η Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία υπό την διεύθυνση του Λυκούργου Αγγελόπουλου (δύο κασσέτες, έκδοση ΕΛΒΥΧ, 1993). Για την μουσική στον Παπαδιαμάντη βλ. Άγγελου Καλογερόπουλου, Ο θρους του δέρατος, Αθήνα 1993.
  5. Άπαντα, τ. Ε', όπ. π., σ. 63 – 64.
  6. Κεσελόπουλος, όπ. π., σ. 180 κ.εξ.
  7. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Είκοσι κείμενα για τη ζωή και το έργο του, Αθήνα 1979, σ. 54.
  8. Αλ. Παπαδιαμάντης, Είκοσι κείμενα..., όπ. π.. σ. 61.
  9. Βλ. σχετικά, Γιάννης Φιλόπουλος, Εισαγωγή στην ελληνική πολυφωνική εκκλησιαστική μουσική, Αθήνα 1990.
  10. Άπαντα, τ. Ε', όπ. π. σ. 67 – 78. Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος σε σημείωμά του για τους τόμους 14 και 15 της σειράς Άπαντα Παπαδιαμάντη από το "Βήμα Βιβλιοθήκη" (2011), παρατηρεί: "Για τη σειρά "Η Εβδομάς των Αγίων Παθών" (1877), που είναι ανυπόγραφη, δεν έχουμε πια καμιά πειστική ένδειξη ότι προέρχεται από το χέρι του Παπαδιαμάντη, Δεν αποκλείεται να έχει συνταχθεί από τον Αλ. Μωραϊτίδη."
  11. όπ. π., σ. 82 – 93.
  12. όπ. π. 96 – 114.
  13. όπ. π. 170 – 183.
  14. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης {Το λάβαρον}, ανέκδοτες παπαδιαμαντικές σελίδες από το Αρχείο Απόστολου Γ. Παπαδιαμάντη, έκδοση κειμένων, σχόλια και περιγραφή του Αρχείου Φώτης Δημητρακόπουλος, Αθήνα 1989.
  15. όπ. π., σ. 52 – 61.
  16. όπ. π., 102 – 105.
  17. όπ. π., σ. 90.
  18. όπ. π., σ. 91.
  19. όπ. π., σ. 52.
  20. Άπαντα, τ. Ε', όπ. π., σ. 67.
  21. όπ. π., σ. 68.
  22. όπ. π., σ. 173.
  23. όπ. π., σ. 173.
  24. όπ. π., σ. 240.
  25. Αλ. Παπαδιαμάντης {Το λάβαρον}, όπ. π., σ. 55.
  26. όπ. π., σ. 56.
  27. Άπαντα, τ. Ε', όπ.π. σ. 175.
  28. όπ. π., σ. 99.
  29. όπ. π. σ. 84.
  30. Τυπικόν της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας (υπό Γεωργίου Βιολάκη), βλ. Ερμηνεία του κανόνος σ. ζ' – ια'.
  31. Άπαντα, τ. Ε', όπ. π., σ. 103.
  32. Νικοδήμου εν μοναχοίς ελαχίστου του Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, Εν Βενετία 1836, σ. 343.
  33. Τροπάριον ζ' ωδής κανόνος Μ. Πέμπτης.
  34. Άπαντα, τ. Ε', όπ. π., σ. 72.
  35. όπ. π., σ. 104.
  36. όπ. π., σ. 104.
  37. Αλ. Παπαδιαμάντη {Το λάβαρον}, όπ. π., σ. 59
  38. Άπαντα, τ. Ε', σ. 238.
  39. όπ.π.
  40. όπ.π.
  41. όπ. π., σ. 75
  42. όπ. π.
  43. όπ. π. σ. 112.
  44. όπ.π., σ. 112 -114.
  45. όπ. π., σ. 75.
  46. Ιδιόμελον Ήδη βάπτεται κάλαμος, Και νυν... Αποστίχων της ακολουθίας των Παθών.
  47. Αλ. Παπαδιαμάντη, Παιδική Πασχαλιά, Αθήνα 1999, σ. 13-14.
  48. Άπαντα, τ. Ε', .οπ.π., σ. 183.
  49. Άγγελου Καλογερόπουλου, Ο θρους του δέρατος, Αθήνα 1993, σ. 83.
  50. Άπαντα, τ. Δ', σ. 297.
  51. Άγγελου Καλογερόπουλου, όπ.π., σ. 85.

The Melody of the Holy Week According to Alexandros Papadiamantis
By Panagiotis Ant. Andriopoulos
Summary in English
Alexandros Papadiamantis (1851-191) is one of the most important Greek literary figures, distinguished as a writer of short stories.
He shone a light on the humble and despised of Skiathos, his native island as well as those of the capital city, Athens, where the writer lived and worked as newspaper columnist for many years; and in this way he introduced a different ethos into Greek literature. He was a dedicated son of the Orthodox Church and extremely knowledgeable about its worship – the Typikon of its services, church music and hymnography.
Along with another writer from Skiathos, Alexandros Moraitidis, Papadiamantis served as a chanter for a number of years at the chapel of Prophet Elisha in Plaka (in the old city of Athens). He thus had personal experience in chanting. In a series of newspaper articles at the time he set out his views on church music, insisting on the traditional byzantine chant and deploring the introduction of innovations deriving from the West.
In his articles on Holy Week, the most important period of the year from a liturgical point of view, he stresses the value of hymnography and highlights the incomparable poets responsible for writing the hymns; he underlines the influence of ancient Greek poetry and metre on the hymnographers, and suggests the proper ethos for the melodies, which should be prayerful and imposing. According to Papadiamantis, the melodies of Holy Week form the quintessence of Byzantine music, and essentially define the ethos of this lofty art in the service of worship. This music results in a harmony which does not scatter the human psyche, but like a light breeze penetrates our very being leading us ultimately to the ineffable music of love.
Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Βημόθυρο (τεύχ. 2-3, Άνοιξη - Καλοκαίρι 2010, σ. 259-265). Εδώ δημοσιεύεται με μερικές προσθήκες. 

Και μια απαραίτητη προσθήκη
Στο δοκίμιό του Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, ο Οδυσσέας Ελύτης ερμηνεύει μ' ένα μοναδικό τρόπο την εμμονή του κυρ Αλέξανδρου στην αυθεντική ψαλτική παράδοση – και δη στον καιρό του:
Όταν ασκεί πολεμική εναντίον των ιεροψαλτών που απομακρύνονται από το Βυζαντινό τυπικό, το κάνει ενοχλημένος από τον νεωτερισμό; Ή μήπως από την ασχημία που, για την αντίληψή του – και πολύ σωστά – αντιπροσωπεύει ένας απαράδεχτος συνταιριασμός, ένα σχήμα οξύμωρο; Αυτός, ο λιγότερο “εστέτ” άνθρωπος που υπήρξε ποτέ, φαινομενικά θίγεται στην αισθητική του και τότε τού είναι αδιάφορο αν τάσσεται με τα περασμένα ή τα μελλούμενα. Με τη διαφορά ότι στο βάθος, η αισθητική του είναι – δεν πρέπει να κουράζεται κανείς να το λέει – μια ηθική, ο τόνος προς το θείο και η ελληνική εκφραστική έχουν γεννήσει ένα τέκνο που για κανένα λόγο δεν θα δεχθεί να το παραδώσει στη διάρκεια της ζωής, μεταμφιεσμένο. Στο θέμα αυτό είναι ένας σωστός πατέρας. Και το ίδιο αισθάνεται απέναντι σ' ολάκερη τη φύση” (Οδυσσέα Ελύτη, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, εκδ. Ερμείας, σ. 42-43).

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΔΩΝΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ



Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στις 5 Μαρτίου 2019, ανακηρύχθηκε σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ένας μεγάλος άραβας ποιητής και πολίτης του κόσμου, ο Αλί Αχμάντ Σαΐντ Εσμπέρ, ο γνωστός ως Άδωνης. 
Ο 90χρονος σήμερα, διάσημος Σύρος ποιητής, από τους μεγαλύτερους του αραβικού κόσμου, δηλώνει φιλέλληνας και θεωρεί την πατρίδα του Συρία και την Ελλάδα αδελφές στον αρχαίο πολιτισμό. 
Ο αειθαλής Άδωνης, στο πλαίσιο της επίσκεψής του στην Αθήνα για την αναγόρευσή του σε Επίτιμο Διδάκτορα του ΕΚΠΑ, πραγματοποίησε και άλλες δράσεις. 
Επισκέφθηκε, για παράδειγμα, το Τμήμα του Διδασκαλείου Αραβικής Γλώσσας του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνομίλησε με τους σπουδαστές, οι οποίοι είναι μαθητές του Λιβανέζου φιλολόγου και μεταφραστή Ρόνι Μπου Σάμπα. 


Ο Ρόνι Μπου Σάμπα είναι αυτός που μετέφρασε την συνέντευξη του Άδωνη στο Κανάλι της Βουλής. 
Στην εκπομπή "Συνάντηση" και στην Άντζελα Τσιφτσή, ο Άδωνης, μίλησε, μεταξύ άλλων, και για: Την διεκδίκηση και κατάκτηση της γνώσης, που για εκείνον δεν ήταν δεδομένες, για την απελευθερωτική φυγή από τη Συρία στο Λίβανο και την εγκατάσταση στο Παρίσι, για τη μελέτη του κόσμου της Δύσης και τη μετάφραση κομβικών έργων, όπως οι Μεταμορφώσεις του Οβιδίου στα αραβικά, για το νόημα και τις αξίες της πραγματικής επανάστασης, για την ποίηση, που όπως λέει ο ίδιος είναι μια αέναη ερώτηση κ.α. 
Σε ερώτηση για την σχέση του με έλληνες ποιητές, ο Άδωνης απάντησε (μετάφραση: Ρόνι μπου Σάμπα): 
«Γενικά, ο ποιητής είναι κατ’ ανάγκην φίλος του ποιητή. Κατ’ εμέ οι ποιητές ζουν όλοι σε έναν κήπο πέρα από τον χρόνο, πέρα και τις εποχές. Ο καθένας τους διακρίνεται για ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό. Γνωρίζω γενικά τη σύγχρονη ελληνική ποίηση μέσω της μετάφρασης βέβαια. Διάβασα τον Ρίτσο, τον Ελύτη, τον Τίτο Πατρίκιο και τον φίλο μας Δημήτρη (Χουλιαράκη) επίσης. Τους θεωρώ φίλους μου, μου αρέσει η ποίησή τους και τους αγαπάω σαν άτομα. Ελπίζω να ολοκληρωθεί στο μυαλό μου μια ολοκληρωμένη εικόνα για την ποίηση όλων τους μέσω κάποιας μετάφρασης, γιατί αυτά που έχω διαβάσει δεν αντιπροσωπεύουν όλο το έργο τους, ωστόσο αρκεί για να τους τοποθετήσω ανάμεσα στους μεγάλους ποιητές της Ελλάδας και του κόσμου.»


Εξαιρετικά ενδιαφέροντα είναι και όσα είπε ο Άδωνης για την μετάφραση της ποίησης: 
«Η μετάφραση ήταν ανέκαθεν αναγκαία, και θα συνεχίσει να είναι- θέλοντας και μη ανεξάρτητα από τα λάθη και οι αρετές της. Γιατί η μετάφραση. είναι απαραίτητη. Επιπλέον, πιστεύω ότι η μετάφραση θα αποτελέσει 41:08 ένα θεμέλιο για τον πολιτισμό του μέλλοντος. Το πρώτο θεμέλιο. Η μετάφραση της ποίησης, ωστόσο, είναι κάτι άλλο. Καταρχήν γιατί δεν μεταφράζεται η ποίηση. Είναι αδύνατον να ταυτιστεί μια ελληνική λέξη ή μία γαλλική με μία αραβική, και το αντίθετο γιατί κάθε λέξη έχει τον δικό της ήχο κάθε λέξη έχει τη δική της μουσική. Κάθε λέξη έχει τη δική της ιστορική και γλωσσική ακολουθία. Είναι αδύνατον να μεταφραστούν αυτά. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι όμως. Η μετάφραση είναι αναπόφευκτη. Μιλώ για τη μετάφραση της ποίησης, όχι της φιλοσοφίας και των επιστημών. Η μετάφραση της ποίησης είναι μια δεύτερη δημιουργία, η οποία είναι αδύνατον να ταυτιστεί κυριολεκτικά με το πρωτότυπο κείμενο, αλλά το διαπερνάει και προσπαθεί να αναδημιουργήσει ή να βάλει τον κόσμο, τα οράματα και την ευαισθησία του σε άλλη γλώσσα. Αυτό είναι από τα δυσκολότερα πράγματα. Σπάνια, σ’ όλη την ιστορία της λογοτεχνίας, διαβάζεις μια υψηλή ποιητική μετάφραση. Πολύ σπάνια. Είναι κάτι που παρατηρώ πρωτίστως σε μένα, παρά το μεγάλο θαυμασμό που νοιώθω για τον τεράστιο κόπο, που καταβάλει ο μεταφραστής κατά την μεταφορά του ποιητικού κειμένου». 
Δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη του Άδωνη στο Κανάλι της Βουλής στη συνέχεια. 
Παραθέτουμε, επίσης, φωτογραφικό υλικό από την επίσκεψη του Άδωνη στο Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Τρίτη 16 Απριλίου 2019

ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ"



Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Ο σεβαστός μου και πολύτιμος Σταύρος Ζουμπουλάκης στην πρόσφατη ομιλία του κατά την παρουσίαση του βιβλίου «ΛΥΤΡΩΣΗ – Περί του Αγίου Φωτός» του Δημήτρη Αλικάκου, είπε πολύ σημαντικά και αληθινά πράγματα. 
Όμως, είπε και κάτι στο οποίο αισθάνομαι την ανάγκη να αντιλέξω. Είπε πως «στην Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν υπάρχει κουλτούρα διαλόγου, δεν υπάρχει κουλτούρα συζήτησης». 
 Ήθελα, λοιπόν, με αφορμή αυτόν τον «αφορισμό» του Σταύρου Ζουμπουλάκη, να δηλώσω για άλλη μια φορά πως αν για κάποιο λόγο υπερασπίζομαι το Οικουμενικό Πατριαρχείο σήμερα, είναι ακριβώς αυτή η «κουλτούρα διαλόγου» που καλλιεργεί συστηματικά από τις αρχές του 20ού αιώνα. Και γι’ αυτήν ακριβώς την κουλτούρα και πρακτική του διαλόγου επικρίνεται με σφοδρότητα από τους διάφορους κύκλους, πρωτίστως της Εκκλησίας της Ελλάδος και στη συνέχεια και άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών. 
Έχω γράψει ήδη εδώ και 10 χρόνια για τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο τον «Διάλογο», πως πορεύεται προς την οικουμένη διαλεγόμενος αενάως! Με τους πάντες! Αφού άπαντες του Θεού και Πατρός «γένος εσμέν». Διαλέγεται με τα νήπια, τους έφηβους, τους νέους, τους μεσήλικες, τους ηλικιωμένους, τους ξένους, τους οικείους, τους εγγύς και τους μακράν, τους ετεροδόξους και αλλοθρήσκους, τους αδελφούς εν τη πίστει Ορθοδόξους όπου γης. Ίσως γι’ αυτό νομίζω πως δεν είναι λίγες οι φορές που ο Πατριάρχης είναι μόνος!… Σηκώνει ένα τεράστιο βάρος, αυτό του διαλόγου και της συνάντησης, που απαιτεί υψηλή εγρήγορση και συνειδητότητα, ανά πάσα στιγμή.
Είναι όντως Οικουμενικός Πατριάρχης διότι διαλέγεται αδιαλείπτως με την Οικουμένη! Αφουγκράζεται, συλλαμβάνει και ενστερνίζεται τα μηνύματα των καιρών, μετουσιώνοντάς τα σε σκέψη, δράση και θεολογία. Γιατί είναι, φυσικά, έγνοια του η επικαιροποίηση της θεολογίας. 
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έκανε τις περισσότερες μέχρι τώρα διορθόδοξες συνάξεις της ιστορίας. Προώθησε τον διαχριστιανικό διάλογο στο έπακρον και καλλιέργησε συστηματικά τον διαθρησκειακό διάλογο. Δεν αφίσταται του διαλόγου ακόμα και όταν υπάρχουν προβλήματα. Στα Περιβαλλοντικά συνέδρια που διοργανώνει το Πατριαρχείο, προσκαλεί και διαλέγεται και με άθεους επιστήμονες. Ο Πατριάρχης είναι πάντοτε στις επάλξεις του διαλόγου.
Αλλά και πολλοί ιεράρχες του Θρόνου ανά την οικουμένη έχουν ενστερνιστεί αυτή την κουλτούρα διαλόγου και την εφαρμόζουν – στο μέτρο των δυνάμεών του ο καθείς – δίνοντας μια τέτοια διαλογική μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο. 
Πρωτίστως τιμούμε σήμερα τον Οικουμενικό Θρόνο και τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο γι’ αυτήν ακριβώς την διαλογική μαρτυρία της Ορθοδοξίας, που δεν ευνοεί την εσωστρέφεια, αλλά προσπαθεί να βγάλει την Ορθοδοξία από τον απομονωτισμό. 
Αυτός ο λόγος του Πατριάρχη μας εκφράζει απολύτως: «Σήμερα, στον 21ο αι. είναι αδιανόητον και αδύνατον να ζει κανείς με εσωστρέφεια, με αυτάρκεια και με αυταρέσκεια. Πρέπει να ευρίσκεται εν διαρκή κοινωνία με τον Θεό και επικοινωνία με τους συνανθρώπους του, με διάλογο, και αγάπη και αλληλοπεριχώρηση».

Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ ΓΕΜΙΖΕΙ ΜΕ ΔΕΟΣ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ


Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

Η ΜΑΡΛΕΝ ΝΤΙΤΡΙΧ ΚΑΙ Ο ΖΑΝ ΚΟΚΤΩ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΛΙΔΩΡΙΚΗ ΣΤΟ FAUST BAR - THEATRE


Στα 60 χρόνια της δημοσιογραφικής του καριέρας ο δημοσιογράφος Αλέκος Λιδωρίκης (1907 - 1988) συνομίλησε με τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα: Μουσολίνι, Ρούζβελτ, Μακάριος, Αϊζενχάουερ. Αλλά και Παλαμάς, Κρισναμούρτι, Μητρόπουλος, Πρίσλεϊ. 
Με τη χαρακτηριστική του ευγένεια και οξυδέρκεια, ο Λιδωρίκης κατάφερε όχι απλώς να εντοπίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε προσωπικότητας, αλλά και να τα διασυνδέσει με το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασε καθένας από αυτούς τους σπουδαίους πολιτικούς, καλλιτέχνες και πνευματικούς δημιουργούς.
To Faust Bar-Theatre (Καλαμιώτου 11 και Αθηναϊδος 12 Αθήνα), σε συνεργασία με τη σύζυγο του, Ζωζώ Λιδωρίκη, την Κίρκη Καραλή και τον μουσικό Πλάτωνα Ανδριτσάκη παρουσιάζουν σε τέσσερις βραδιές με ζωντανή μουσική και βίντεο-προβολές, τις δραματοποιημένες συνεντεύξεις του Λιδωρίκη από σημαντικές προσωπικότητες τους 20ού αιώνα.
Απόψε, Δευτέρα 15 Απριλίου, στις 9 το βράδυ: Μάρλεν Ντίτριχ και Ζαν Κοκτώ. 
Τους ρόλους θα ερμηνεύσουν οι: Μάνια Παπαδημητρίου και Κωνσταντίνος Τζούμας. 
Αλέκος Λιδωρίκης, ο Ακύλας Καραζήσης.
Τραγούδια που ερμήνευσε η Μάρλεν Ντίτριχ και τραγούδια της Έντιθ Πιάφ αποδίδουν η Δάφνη Πανουργιά, τραγούδι και ο Γιώργος Καλκάνης, πιάνο.


Κυριακή 14 Απριλίου 2019

ΛΕΙΨΑΝΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΠΕΡΙΟΔΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ...


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Έχουμε εκφράσει πάλιν και πολλάκις την θεολογική αντίθεσή μας στην πρακτική Μητροπόλεων, Μονών και Ενοριών, να περιάγουν ανά την επικράτεια ιερά λείψανα και εικόνες ευκαίρως – ακαίρως, με «πανηγυρικό» - διάβαζε κιτς και αντιεκκλησιαστικό – τρόπο. 
Δυστυχώς αυτή η πρακτική δεν αφήνει αλώβητη ούτε την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής. 
Είναι γνωστό πως αυτή η λειτουργική περίοδος της Εκκλησίας μας έχει ολωσδιόλου ιδιαίτερο χαρακτήρα και τυπικό, που συνάδουν με το όλο πνεύμα της Σαρακοστής. Με την περιαγωγή και περιφορά λειψάνων και εικόνων - φευ και αντιγράφων! - από πόλη σε πόλη ή από χώρα σε χώρα, καταλύεται πανηγυρικά ο πένθιμος χαρακτήρας της Σαρακοστής, γιατί βιάζεται κυριολεκτικά το τυπικό της περιόδου. 
Η υποδοχή των λειψάνων έχει πανηγυρικό χαρακτήρα (συν οι κιτς παράτες – φιέστες που οργανώνονται), που δεν αρμόζει στην περίοδο αυτή. 
Για να …συντηρηθεί η προσκύνηση των λειψάνων, οι υπεύθυνοι μητροπολίτες ή ιερείς, τελούν καθημερινά την Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία, ενώ κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από το Τυπικό. Κι ακόμη τελούν και πανηγυρικές αγρυπνίες (συνήθως Παρασκευή προς Σάββατο), κάτι που είναι αδιανόητο για την λειτουργική πρακτική της Σαρακοστής. Και ακόμα, λαμβάνουν επίσης χώρα και άλλες «εκδηλώσεις», που απάδουν προς το πνεύμα της Σαρακοστής. 
Όλα αυτά, έχει σημασία, ότι γίνονται - συνήθως - από τους τάχα και παραδοσιακούς μητροπολίτες ή ιερείς, οι οποίοι θα περίμενε κανείς να είναι πιστοί τηρητές του Τυπικού της Εκκλησίας. Αλλά φαίνεται πως αυτοί είναι τελικά οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία ιδιοκτησία τους και κάνουν ό,τι θέλουν. 
Τα παραπάνω τα έγραψα για ιστορικούς και μόνο λόγους. Η διαφθορά του Τυπικού στις μέρες μας είναι τέτοια που την θεωρώ μη αναστρέψιμη, καθώς όλα τα πανηγυριτζίδικα περί των ιερών λειψάνων και εικόνων έχουν πλέον καθιερωθεί ως αυτονόητα. 
Απλώς να μην κραυγάζουν περί της «παραδόσεως» οι εν λόγω, γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι μόνον ο εαυτός τους τούς νοιάζει. Τίποτα, μα τίποτα, άλλο.
Κι ακόμα: Πολλοί γεροντάδες, ηγούμενοι και λοιποί "πνευματικοί", κατακλύζουν τον κόσμο τις ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής, για να κηρύξουν, να διδάξουν κ.ο.κ., όταν παλαιά οι μοναχοί έφευγαν από το μοναστήρι τους και αποσύρονταν στην έρημο για μεγαλύτερη άσκηση την περίοδο αυτή. Μαζεύονταν πάλι στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαϊων για να εορτάσουν μαζί το Πάσχα, γι' αυτό και ψάλλουμε μέχρι σήμερα τον ύμνο "Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος ημάς συνήγαγε...".
Τώρα σκορπισμός και διάχυση καθ' όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής.
Με βάση την παραπάνω σκληρή πραγματικότητα, αναρωτιέμαι για ποια Σαρακοστή μιλάμε στις μέρες μας...

Σάββατο 13 Απριλίου 2019

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΥΡΟΥΠΟΥ ΣΤΗΝ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ (ΦΩΤΟ)

Φωτογραφίες: Σταύρος Κουταλίδης
Απόψε, Σάββατο 13 Απριλίου 2019, στο Μπελλώνειο Πολιτιστικό Ίδρυμα  στην Σαντορίνη, πραγματοποιήθηκε ένα ξεχωριστό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη με τίτλο «Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!». 
Ένα πρόγραμμα λόγου και μουσικής, ένα πορτραίτο του Οδυσσέα Ελύτη μέσα από την ποίηση και τα πεζά του, που συνομίλησαν με την μουσική του Γιώργου Κουρουπού παίρνοντας άλλοτε φόρμα τραγουδιού και άλλοτε απαγγελίας ή αφήγησης με μουσική συνοδεία. 
Εικαστικά έργα του ποιητή φωτογραφίες και βίντεο συμπλήρωσαν αυτό το αφιέρωμα στον κόσμο του Οδυσσέα Ελύτη, το εμπνευσμένο από την πεντάγλωσση ανθολογία με τον τίτλο «Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!» του Οδυσσέα Ελύτη με τη μουσική του Γιώργου Κουρουπού, συνοδευόμενη από δύο cd, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε επιμέλεια Ιουλίτας Ηλιοπούλου. 


Ο Δημοτικός Αθλητικός Πολιτιστικός Περιβαλλοντικός Οργανισμός Σαντορίνης, ο Δήμος Θήρας και η Εστία Πύργου Καλλίστης στο πλαίσια των πολιτιστικών τους εκδηλώσεων, διοργάνωσαν αυτή την ξεχωριστή βραδιά, στην οποία συμμετείχαν οι καλλιτέχνες: 
Τραγούδι: Τάσος Χριστογιαννόπουλος, Δάφνη Πανουργιά 
Απαγγελία: Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Αχιλλέας Κυριακίδης 
Πιάνο: Θανάσης Αποστολόπουλος 
Βιολί: Στέλλα Τσάνη 
Βιόλα: Ηλίας Σδούκος 
Βιολοντσέλο: Λευκή Κολοβού
Παρών ήταν και ο συνθέτης Γιώργος Κουρουπός. 
Θυμίζουμε ότι ο Ελύτης έχει γράψει την περίφημη «Ωδή στη Σαντορίνη», η οποία περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί», ενότητα « Η Θητεία του Καλοκαιριού».
Κι ακόμη, στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, συναντούμε το τετράστιχο:
Σου 'χτισα μια Σαντορίνη
με καμάρες και πορτιά
Να γυρνάς σαν το λυθρίνι
μες στη δροσερή φωτιά. 


Ο "ΝΕΟΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ" ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΦΩΤΕΙΝΟΥ

Λιθογραφία από τον "Νέο Ερωτόκριτο" του Διονυσίου Φωτεινού

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Με αφορμή την πρόσφατη ανάρτηση, εδώ στην Ιδιωτική Οδό, του θαυμάσιου κειμένου της καθηγήτριας Τ. Μ. Μαρκομιχελάκη, με θέμα: "Υλική και άυλη κληρονομιά του Ερωτόκριτου", αναδημοσιεύουμε κάτι τι για τον "Νέο Ερωτόκριτο" του Διονυσίου Φωτεινού (18ος αι.), από μεγαλύτερο άρθρο μας για τον σημαντικό αυτό λόγιο από την Πάτρα που έδρασε στη Ρουμανία. 
Το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του Διονυσίου Φωτεινού είναι ο «Νέος Ερωτόκριτος». 
«Εν καιρώ της αργίας του» έκαμε μία παράφραση του «Ερωτόκριτου», του γνωστού κρητικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου, που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στη Ρουμανία. Πρόκειται για μία έμμετρη διασκευή σε καθαρεύουσα φαναριώτικη γλώσσα. «Η εργασία αυτή», σημειώνει ο Κ. Θ. Δημαράς, «εκφράζει πολύ καθαρά και τον αδιάκοπο σύνδεσμο του Κορνάρου με τον νέο ελληνισμό και, αφετέρου, το νεοκλασικιστικό πνεύμα, που πρυτανεύει τότε στα γράμματά μας».
Το έργο εκδόθηκε στη Βιέννη το 1818 σε δύο τόμους και με ωραιότατες λιθογραφίες. Ενδεικτικό της αλλοτινής δημοτικότητας της διασκευής αυτής είναι ότι γνώρισε τουλάχιστον τέσσερις επανεκδόσεις: μία στην Κωνσταντινούπολη (1845), δύο στη Σμύρνη (1864 και 1879), και οπωσδήποτε μία «λαϊκή» στην Αθήνα (το αντίτυπο του Γ. Π. Σαββίδη χωρίς χρονολογία). 
Ο ίδιος ο Φωτεινός στον πρόλογο του έργου εξηγεί στους φιλογενείς αναγνώστες το εγχείρημά του:
«Η παρούσα εποποιία με το να ευρίσκετο εις φράσιν παλαιάν της Γραικικής Κρητικής διαλέκτου, με ιδιωτισμούς πολλά αηδείς και λέξεις βαρβαρικάς σχεδόν δυσνοήτους, έκρινα εύλογον να παραφράσω ταύτην εν καιρώ της αργίας μου προς περιδιάβασίν μου, κατά την νυν καθομιλουμένην ανθηράν και γλυκυτάτην φράσιν των του ημετέρου γένους πεπαιδευμένων Γραικών. Προς περισσοτέραν χάριν δε του συγγράμματος και περιδιάβασιν τερπνοτέραν των αναγινωσκόντων δεν εφύλαξα το αυτό είδος των στίχων απ’ αρχής μέχρι τέλους, ως έθος της εποποιίας, αλλά παραβλέψας τούτο, τη παρακινήσει των εν Βουκουρεστίω της Βλαχίας ελλογίμων και ευγενών φίλων μου, έκαμα ποικίλον το σύγγραμμα, συνθέσας αυτό από διάφορα μέτρα προς τέρψιν των αναγινωσκόντων˙ εφύλαξα μεν το νόημα της του παλαιού Ερωτοκρίτου μυθιστορίας, επηύξησα δε και παρέκτεινα τούτο επί μάλλον και μάλλον με διάφορα έντονα και ανθηρά στιχουργήματα και με τραγώδια κατά τα διάφορα συμβεβηκότα των περιστάσεων». 
Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι η παρεμβολή διαφόρων αποσπασμάτων από δημοφιλή έργα της εποχής, όπως το «Σχολείον των ντελικάτων εραστών» του Ρήγα Βελεστινλή, το «Έρωτος αποτελέσματα» που αποδίδεται στον Αθαν. Ψαλλίδα, τα «Διάφορα ηθικά και αστεία στιχουργήματα» του Ζήση Δαούτη κ.ά. Το έργο εξάλλου διανθίζεται και με ποικίλα στιχάκια, που κυκλοφορούσαν ανώνυμα και είχαν μεγάλη διάδοση στο αστικό περιβάλλον από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τις παραδουνάβιες επαρχίες. Αυτά τα παρέμβλητα στιχουργήματα φέρουν την ένδειξη «ξένον» και, όπως υπογραμμίζει η Άντεια Φραντζή, «ολοκληρώνουν την ένταξη στο φαναριώτικο κλίμα της μεταγραφής του Φωτεινού, καθώς προσθέτουν στη συνολική γλωσσική και στιχουργική ταυτότητα της μεταγραφής αυτήν του νέου πολιτισμικού κλίματος». «Ελαφρά τραγουδάκια σαλονιού» τα ονομάζει ο Mario Vitti και παρατηρεί: είναι φανερό πως τέτοια στιχάκια, «που ο Δ. Φωτεινός παραθέτει, μεταφρασμένα ίσως από τα ιταλικά, στον “Νέο Ερωτόκριτο”, απηχούν έναν πολιτισμένο τρόπο ερωτοτροπίας στα πλούσια σαλόνια μιας κοινωνίας που διασκεδάζει διακριτικά, κρατώντας μακριά τις βαριές ευθύνες που οι άντρες αντιμετώπιζαν σε άλλους, πλέον κατάλληλους χώρους». 
Ο «Νέος Ερωτόκριτος» είχε μεγάλη απήχηση στη Ρουμανία, μεταφράστηκε εμμέτρως από τον μαθητή του Φωτεινού Anton Pann[xliii] και κυκλοφόρησε «μεταξύ της αστικής τάξεως», αλλά και σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Από τον «Ερωτόκριτο» του Φωτεινού εμπνεύσθηκαν Ρουμάνοι ποιητές, ενώ και σύγχρονοι Ρουμάνοι ακαδημαϊκοί επαινούν το έργο –σε αντίθεση με τους περισσότερους Έλληνες φιλολόγους που κατακρίνουν σφοδρά τον Φωτεινό γι’ αυτή την μεταγραφή. 
Ο κριτικός Στυλιανός Αλεξίου χαρακτηρίζει την μετάφραση του Φωτεινού «ανοσιούργημα».
Ο Άλκης Αγγέλου παρατηρεί: «Από την πλευρά του δικαιολογημένα˙ όχι όμως και από ιστορική πλευρά. Υπήρχε ένα κοινό που όχι μόνο την αποδέχτηκε […], αλλά και ενδεχομένως την είχε προκαλέσει». Ο ίδιος ο Φωτεινός, όπως είδαμε, λέει ότι προέβη στην διασκευή «τη παρακινήσει ελλογίμων φίλων του». 
Ο Mario Vitti, αναφερόμενος στον «Νέο Ερωτόκριτο», αλλά και γενικότερα στην ποίηση της εποχής, κάνει λόγο για «αδράνεια του ποιητικού αισθητηρίου», χαρακτηρίζει ωστόσο «καλοπροαίρετη» την ενέργεια του Διονυσίου Φωτεινού να παραφράσει τον «Ερωτόκριτο», με σκοπό να τον καταστήσει προσιτό στο «γένος» των «πεπαιδευμένων Γραικών». Δεν λείπουν παρ’ όλα αυτά από την ελληνική φιλολογική κριτική και θετικότερες κρίσεις για τον «αβασανίστως χλευαζόμενο» «Νέο Ερωτόκριτο», όπως αυτή του Μιχαήλ Περάνθη, που χαρακτηρίζει «ανθηρή» την παράφραση του Φωτεινού και θεωρεί μεγαλεπήβολο το όλο εγχείρημά του. Παρομοίως και ο Μίλτος Πεχλιβάνος, διαπιστώνοντας τη φαναριώτικη προσοχή προς τη λογοτεχνία της Κρήτης, ξεχωρίζει ως «ωριμότερο δείγμα το δίτομο μεταγλωτισμένο “Νέο Ερωτόκριτο” (1818) του Διονυσίου Φωτεινού».
Δείτε τις σχετικές παραπομπές στην πρώτη δημοσίευση εδώ

Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Η Α' ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ π. ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΦΙΡΦΙΡΗ


Μία ανέκδοτη ηχογράφηση του αείμνηστου π. Διονυσίου Φιρφιρή (1912-1990), του ονομαστού πρωτοψάλτη του Πρωτάτου του Αγίου Όρους, με θεομητορικούς ύμνους. 
Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στο κελί του γέροντα, στις Καρυές του Αγίου Όρους. 
Αναλυτικά ο π. Διονύσιος ψάλλει: 
- Τρία Μεγαλυνάρια από τον Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο, σε ήχο πλ. δ’ τρίφωνο (Γα) 
Την υψηλοτέραν των ουρανών 
Από των πολλών μου αμαρτιών 
Άλαλα τα χείλη των ασεβών 
- Εξαποστειλάρια από τον Παρακλητικό Κανόνα, σε ήχο γ’ 
Απόστολοι εκ περάτων 
Ο γλυκασμός των Αγγέλων 
- Χαίρε νύμφη ανύμφευτε, από τον Ακάθιστο Ύμνο, σε ήχο πλ. δ’ 
- «Άγγελος πρωτοστάτης…», ο Α’ Οίκος του Ακαθίστου Ύμνου, εμμελής απαγγελία

ΑΡΧΕΙΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΝΤ. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ


Related Posts with Thumbnails