Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Όραμα και πράξη στην ποίηση του Γιώργου Κοζία

 

«Πολεμώντας υπό σκιάν», «Εξάγγελος», «Τι αιώνα κάνει έξω;

Εκδόσεις Περισπωμένη

                                                                               εξόριστε Ποιητή,

                                                                             στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

                                                                             Οδυσσέας Ελύτης.

 

του Δημήτρη Παπανικολάου*

Αν η Ποίηση αντανακλά από τους ουρανούς, τη μαγική εικόνα των αρχετύπων και της αιώνιας ομορφιάς, οι ποιητές ως δέκτες αποκρυπτογραφούν ό,τι εφανερώθη μυστικά από τη σιωπή των άστρων, εκφράζοντας με πυρετική γραφή το αισθητικό αποτύπωμα της ενατένισης και της αποκάλυψης των κρυμμένων αληθειών.

Ο Γιώργος Κοζίας, πιστός της Ποίησης, εμβαπτίζεται στα νάματά της, αναπαριστώντας με λέξεις ακριβών νοημάτων τις εκπορευόμενες έννοιες από «τα αχανή ανάκτορα της μνήμης»1 και την αχρονική ουσία της ψυχής. Στην αρμονική αυτή σύζευξη, όπου ενοραματικά και διαισθητικά γίνονται αισθητά τα ηχητικά κύματα του σύμπαντος, ο ποιητής διαμεσολαβεί και εμπνευόμενος διαλογικά αντιφωνεί και τα μεταλαμπαδεύει σε ύλη ονειρική. Τα δώρα της ποίησης που μας προσφέρει, είναι μια συνηγορία στην εκλέπτυνση του βίου, με την ακαταμάχητη έλξη του Έρωτος, που πάντα επενεργεί και θάλλει στου σώματος τη μνήμη, καθώς εναντιώνεται στη λήθη. Γι’ αυτό κανοναρχεί επαναληπτικά λόγια και εικόνες, απαντώντας με υπαρξιακή αγωνία και στοχασμό, στο αίνιγμα του κόσμου. Με τη συσσωρευμένη ποιητική ενέργεια, εξακτινώνει τις κυοφορούμενες ιδέες και επιδρά στην γλωσσική εκφορά των νοουμένων, εκφράζοντας με ρυθμολογία και μετρική αναλογία, «ήχους από την πρώτη ποίηση της ζωής μας».2 Έτσι, από τα μονοπάτια του νου και τα άδυτα της ψυχής, αντλεί αναμνήσεις και συναισθήματα και τα μετουσιώνει με σκέψη και φαντασία σε αρχιτεκτονικά άρτιες ποιητικές συνθέσεις.

Στην τελευταία του συλλογή με τίτλο «Τι αιώνα κάνει έξω;», διερευνά και απαντά με τη γραφή του, για ό,τι τεκταίνεται εξακολουθητικά, διερωτώμενος τι μένει στου χρόνου το πέρασμα. Με γρηγορούσα συνείδηση και με ψυχικά αποθέματα εκ της βιωμένης εμπειρίας κοπιάζει νυχθημερόν για να προλάβει τον καιρό. Αντιμάχεται με τη βίαια μεταβαλλόμενη συνθήκη, ορίζοντας ως αντίβαρο τις συντεταγμένες τής ευαισθησίας του και επιζητεί διακαώς την επικοινωνία με το έτερον.

«...Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία

Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιο χρόνο

σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;

Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης

Δούλος στρατώνος       

Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά

 

Άχ Φραγκοράφτη, άχ, Χνούδι μου

μας έφαγε ο ερημόκαμπος

 

Καταθέτει το απόσταγμα των μελετημένων θέσεών του, με τη μνήμη σταθερή αξία των προσανατολισμών του, αναζητώντας διέξοδο από τους εγκλεισμούς και τους επαπειλούμενους αποκλεισμούς των ορθοφωνούντων, ένεκα των καταδυναστευτικών επιρροών του «αρνητικού πνεύματος»3 που διαχέεται απειλητικά στο κοινωνικό σώμα.

«Ο ποιητής θα απαρνηθεί το άσμα του

ο στρατηγός θα τρέμει τις διαταγές του

ο ιερέας θα φοβάται τον άμβωνά του

 

Δεν είναι η Λειψία, δεν είναι το Ντεπώ

Ο Μαύρος Ήλιος του Αούστερλιτς

Της Αιγύπτου η πανούκλα

Δεν είναι η μάχη των Εθνών

Κι ο τάφος που ισιώνει τον καμπούρη

 

Καλογιάννο, Καλογιάννο

σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!»

 

Με την εν λόγω συλλογή, κλείνει τον κύκλο μιας επίπονης δημιουργικής πορείας και με συνειδητή απεύθυνση προς τον καθένα, αποστέλλει ό,τι πολύτιμο είχε εξορύσσει από την διακεκαυμένη ζώνη του νου, -εκεί όπου «η Ομορφιά, δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού»,-4 ως μηνύματα-σήματα ενός ελλοχεύοντος κινδύνου. Η συλλογή αποτελεί το απαύγασμα της τεχνικής ενός κατακτημένου ύφους γραφής, εμβαθύνοντας παράλληλα το περιεχόμενο, με τις έννοιες να ορίζουν την ποιητική και τη φιλοσοφία του, εκφράζοντας εν είδει προφητείας τη συλλογική μοίρα της ύπαρξης.

«Είδα χλωμή την πόλη των Φοινικόδεντρων

Σιωπηλό τον χρυσό κορυδαλλό

Τότε ακούστηκε η σφυρίχτρα του προφήτη

Που πας, Αμνέ του Θεού;

 

Λαοί φεύγουν, μετάνθρωποι έρχονται

στέκονται ανάποδα στην άβυσσό τους

σε αρχαίους τάφους, σε στέρνες

σε πηγάδια, μάσκες νεκρικές

κούφια κορμιά

ψυχές σκεβρωμένες στο Εγώ τους

 

Κάτω από το άστρο του Σκορπιού

Που πας, Αμνέ του Θεού;

 

Δούλε της Amazon, εργάτη του Ντιτρόιτ

Σκλάβε της Μαύρης Θάλασσας

Άνεργε του Πάτερσον

Νέοι Ιησού του Ναυή μας οδηγούν

 

Ξυπνάει ο χαλκός

Κι ο θάνατος βογκά, Πόλη διαλεχτή!

Οι κραυγές στην καρδιά της σάλπιγγας ηχούν

 

Γκρεμίζοντας

                     γκρεμίζοντας

                                         γκρεμίζοντας

στα χαρακώματα, στους πύργους

στις επάλξεις, στο Υπερπέραν

 

Δούλε, εξέσπασάς με

Δούλε, εξέσπασας ως πάνθηρ στην Νέα Ιεριχώ

 

Και με τα νύχια γράψε

στο χώμα επάνω το σωτήριον

 

ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΥΜΑ

Διερωτάται επί των θεμελιωδών ζητημάτων για το μηδέν, το άπειρον, το Είναι και μη Είναι, την αρχή και το τέλος των πραγμάτων, προτείνοντας την αισθητική θεώρηση του κόσμου έναντι της δυσαρμονίας και του χάους. Εμφορούμενος από τα ιδεώδη των νοητών ανταποκρίσεων και αντανακλάσεων, προεκτείνει την τέχνη του έως τα απώτατα εκφραστικά σημεία ενός ιδιότυπου εξπρεσιονισμού. Μεταγράφει τα συλλογικά πάθη και τη δική του αγωνία σε στοχευμένη διαμαρτυρία, καθώς οι μηχανισμοί των εξουσιών διαμορφώνουν ανεπαισθήτως μια απανθρωποποιημένη πραγματικότητα που τείνει να καταστεί συνήθεια.

Μετέχει στο γίγνεσθαι, θέτοντας εαυτόν σε κάθε κοινωνική ενέργεια και διερωτώμενος για τη βία, αποφαίνεται «με λογισμό και μ’ όνειρο»5 για ό,τι αποσιωπάται και αποκρύπτεται, εγκλωβίζοντας τα δρώντα υποκείμενα. Προτάσσει λόγο και πράξη, δίνοντας σώμα και ψυχή, ως αποδεικτικά στοιχεία μετοχής. Προσδίδει, έτσι, στη φωνή του αναγνωρίσιμο τόνο, ταυτότητα και ιδιοπροσωπία. Δεν υποστέλλει τις σημαίες της αισθητικής, που ύψωσε εν μέσω καταιγίδας και, παρά τους ενάντιους ανέμους, αποτολμά τον πλου «πρόσω ηρέμα».6

«Θύελλες, θύελλες μας παρασέρνουν

Κι άλλοι νεκροί περνούν

δίπλα στους κέδρους

κάτω από τον Πολικό Αστέρα

 

Κι εμείς τι μνημονεύουμε;

Τριήμερα με λίγο στάρι

Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων

Τεσσαρακοστά, Ετήσια

Λαζάρου και Θωμά

και καθημερινής σε ξένο χώμα

 

να ρίχνεις τα δίχτυα στον μέγα Γενισέι

και ψυχούλα να μη βρίσκεις!

 

Ώ! Ποτάμι της απέραντης Ενότητας

Περνούν οι απόντες σαν τους γερανούς

Κι εμείς τι μνημονεύουμε;

Γυρνώντας και ξαναγυρνώντας μες στη δίνη

κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς

Μάρτυρας ας είναι τούτος ο αγέρας – το ανώνυμο

κερί, ο τάφος Ουσάκοφ, το λιβάνι

 

Κι αυτός που μαχόταν και δεν μάχεται πια

Ώ! ποτάμι της απέραντης Ενότητας

Από άλλη όχθη σε αποχαιρετά

 

Ματιόρα, σε αγαπώ!

 

Έρχεται το τέλος, έρχεται πεινασμένο για λάφυρα

Σαν παγοθραυστικό και μας τσακίζει

Υψώνοντας λευκά οστά

Τρώγοντας και πίνοντας τρέλα και λησμονιά».

Δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τους Δασκάλους, συνομιλώντας με τα μεγάλα πνεύματα της Ποίησης. Εμφανείς οι επιρροές από τους ποιητές Διονύσιο Σολωμό, Μίλτο Σαχτούρη, Μανόλη Αναγνωστάκη, Κώστα Καρυωτάκη, Πάουλ Τσέλαν, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Μπόρις Πάστερνακ και Μπέρτολ Μπρέχτ. Οι εκλεκτικές συγγένειες και η δημιουργική αφομοίωση των έργων τους αντιφεγγίζει και φανερώνει μια νέα εκφραστική δυναμική στη γραφή του.

«...Όταν προβάλει η αυγή κροκάτη

κι οι παλιοί Κορδελιέροι ξαναμοιράσουν τα χαρτιά

Ελευθερία – Ισότητα – Άδελφοσύνη

 

...βαθιά να μπαίνει το μαχαίρι και να δείχνει

ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ

Στον «Εξάγγελο», σε άνιση πάλη και αγώνα, γράφει στον χρόνο των συντελεσθέντων πραγμάτων, θίγει με αιχμηρό τρόπο την ασχήμια της εποχής και δείχνει την ευθύνη ενός εκάστου.

«...Κάθε ομορφιά θα μαραθεί και θα σβήσει

όπου βασιλεύει σκουλήκι

και μούχλα και σήψη

Το σάβανό σου υφαίνουμε Γη

κι υφαίνουμε μέσα κατάρα διπλή

Υφαίνουμε το ανύφαντο

που μας καταδιώκει

υφαίνουμε καβάλα σ’ έναν τάφο

ακαταπαύστως...»

Λογίζει ως καθήκον του την υπέρβαση των καθημερινών πραγμάτων, αφού εξαντλήσει τη μετοχή του σε αυτά, προτάσσοντας πνευματική ετοιμότητα για να αντιμετωπιστεί κάθε αδικία. Υπερβαίνει τη διά του πόνου μονοδιάστατη έκφραση, επαληθεύοντας το παράλογο και την παλιά κατάρα, με αναφορά στα τραγικά πρόσωπα του αρχαίου μύθου.

«Ο Πελίας θρηνεί για τον τυφλό Θάμυρι

με τη λύρα του σπασμένη στα πόδια

Ο Μαρσύας διδάσκει αυλό τον εραστή του

Ακατάπαυστα ο Όκνος γνέθει ένα σχοινί κορδόνι...»

Στη συλλογή «Πολεμώντας υπό σκιάν», διακρίνεται ποιητική αδεία, εν είδει αποφθεγμάτων, υποδόρια ειρωνεία, με μια αυστηρή κριτική ματιά πάνω στα πράγματα και τους ανθρώπους.

Ως αγωνιστής της ζωής αποστρέφεται τις αλλοζονικές και εγωιστικές συμπεριφορές. Σάτιρες που δεν χαρίζονται σε κανέναν, ελεγείες για ό,τι μας συνέχει και μας θλίβει για τον φόβο, την ερημία, την αδυναμία να ζήσουμε.

«Οι προσπάθειές μας υπήρξαν ατελέσφορες

εκπλιπαρώντας μισό γραμμάριο ελευθερίας,

στα ωραία πάρτι γενεθλίων να κλαίμε,

τα γαλήνια μνημόσυνα να γελάμε…


Ποιοί λεηλάτησαν τα σπίτια

των επιθυμιών και των πόνων,

τα εφηβικά κορμιά, τα ερωτικά ενδύματα;

Τι χάσαμε, τι μας πήραν οι ύπατοι

οι ντελικάτοι θάνατοι, οι τελετάρχες φίλοι;

 

Οξυγόνο με δόσεις πάλι μας τάζουν

και με θλιμμένο ύφος

σε αμήχανες κηδείες με άνθη μας χλευάζουν»

Με συνείδηση και αυτογνωσία αναφέρεται στην προσδοκία για ό,τι παραμένει δυνάμει να φανεί. Αναστοχάζεται της ζωής του το ταξίδι και με αναγωγική αναφορά των βιωθέντων σε μαρτυρία, προβαίνει στον απολογισμό όλων των απονενοημένων διαβημάτων, πριν την πτώση των γενναίων στα ματωμένα πεδία. Αναγιγνώσκοντας τα αγγελτήρια, για ό,τι χάθηκε στη σκόνη του χρόνου, αποχαιρετά με νοσταλγία τους απογοητευμένους εραστές.

Ποιος ποιεί την νήσσαν;

Ποιος τα όνειρα θάπτει και θρηνεί απαρηγόρητος;

Πότε η ψυχή και το πνεύμα του ουρανού θα λάμψει στο σκοτάδι;

Ποια μουσική δονεί το Είναι με τον άμετρο ρυθμό του επέκεινα;

Ο Γιώργος Κοζίας απαντά με πύρινους στίχους και δραματικούς τόνους, αρνούμενος αφηγήματα, παραινέσεις και συναλλαγές στα εμπορεία και τα χρηματιστήρια του ψεύδους.

«...Η τοκογλυφία στέγνωσε τις καρδιές,

μάρανε τα νυφικά κρεβάτια,

τ’ αηδόνι έπαψε να κελαηδεί «Δικαιοσύνη»,

κι ο Ερμής, πάτρωνας των κλεφτών,

στην πολιτεία διαλαλεί:

 

«Κανάγιες, το ψωμί της Goldman Sachs σας τρέφει

 Εξαργυρώνει την αλήθεια του με αίμα, παρηγορώντας τους «πεινώντες και διψώντες»7 για αθανασία και γράφει τα νικητήρια των απανταχού πολιορκημένων, με της τέχνης τη μεθυστική παρηγορία.

«...Τι μένει εδώ, τι πάει σε άλλον ουρανό

δρέποντας, δρέποντας άνθη;

Βέβηλα τα ιδανικά

Συντροφιά με το εφ’ ώ ετάχθη.

 

Κάθε μέρα μια έκτακτη πολιορκία...

 

ενός λεπτού «ανακωχή» λέξις τετριμμένη.

Η ύλη ολολύζει ή καγχάζει;

 

Ορμάει το Αδιέξοδο κι υπέροχα μας σφάζει».

Η «μελοποίηση έργων του»8 από τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, αποτελεί την αισθητική κορύφωση μιας πρωτόφαντης σύζευξης λόγου και ήχου, έμπνευσης και επινοητικότητας, όπου η μελωδία, σαν άλλη ψαλμωδία, υμνεί την ομορφιά, κομίζοντας της μουσικής ποιητικής τα δώρα.

«...Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα,

οι ουρανοί θα παίζουν μπλουζ στην ερημιά μου...»

Ο Γιώργος Κοζίας πασχίζει για το ποιητικά δέον και, αν χρειαστεί σχίζει τα χαρτιά του, καίγοντας τις όποιες βεβαιότητες, για να μας προσφέρει στο τέλος την πεμπτουσία της τέχνης του ως «αγγελικό και μαύρο, φως».9

Σημειώσεις: 
1.Ιερός Αυγουστίνος. «Εξομολογήσεις». Χ 8,13. Μετάφραση: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Εκδόσεις Πατάκη. Αθήνα 1997 και στο έργο του Paul Ricoeur, «Η μνήμη, η ιστορία, η λήθη». σ.163. Μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός,. Εκδόσεις Ίνδικτος. Αθήνα 2013 
2. Κ.Π.Καβάφη. «Φωνές». Ποιήματα (1896-1918). σ.95. Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία. Αθήνα 1982 
3. Gilles Deleuze. «Ο Νίτσε και η Φιλοσοφία». σ. 86. Μετάφραση: Γιώργος Σπανός,. Εκδόσεις Πλέθρον. Αθήνα 2002 και στο έργο, Friedrich Nietzsche. «Η γενεαλογία της ηθικής». II.11. σ.80-83. Μετάφραση-επιμέλεια: Ζήσης Σαρίκας. Εκδόσεις Νησίδες. Θεσσαλονίκη 2001 
4. Rainer Maria Rilke. «Ελεγείες του Ντουΐνο». σ.359. Μετάφραση: Άρης Δικταίος. Εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος. Αθήνα 1983 
5. Διονύσιος Σολωμός. «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»-«Σχεδίασμα Γ΄». σ.208. Ποιήματα και πεζά. Εκδόσεις Εξάντας. Αθήνα 1990. 
6. Οδυσσέας Ελύτης. «Ιδιωτική οδός». σ.79. Εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία. Αθήνα 1990 
7. Καινή Διαθήκη. «Τέταρτος Μακαρισμός, του κατά Ματθαίον». (Μτθ, 5:6). Αποστολική Διακονία Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήνα 1981. 
8. Θάνος Μικρούτσικος. «Πέντε κείμενα. σ.9-28. Μετά μουσικής». σ. 31-41. «Η γη τσακισμένο καράβι». Ποίηση Γιώργος Κοζίας, William Blake, σ.42-49. «Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες». σ.51-53. Ποίηση Γιώργος Κοζίας. Απαγγελία από τον ηθοποιό Δημήτρη Παπανικολάου. Βιβλίο-CD. Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Αθήνα 2013. 
9. Γιώργος Σεφέρης. «Το φως». σ.228. «Ποιήματα». Ίκαρος Εκδοτική. Αθήνα 1982 

*Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails