Ο μονίμως θυμωμένος Πειραιώς και η αδιάτρεπτη σιωπή των Aμνών
(άλλοις λόγοις: η υπ’ αυτού προβληματίζουσα προβληματική προβολή του
α{υτο}κέφαλου ελλαδικού συνοδικού προβλήματος)
Του θεολόγου - φιλολόγου Α.Π.Θ. Κώστα Νούση
Ο πόλεμος ανακοινώσεων του λαλίστατου υποκλοπέα της δημοσιότητας, μη χρείαν έχοντος πλέον ονομαστικής αναφοράς, Μητροπολίτη, με την καταιγιστική τους συχνότητα και τη σοφιστική εκφορά και διαχείριση της επιχειρηματολογίας του, δε συνιστά παρά μια ακόμα ad extra προβολή της υπερχειλίζουσας συνοδικής δυσλειτουργίας της Ελλαδικής Εκκλησίας, γεγονός το οποίο ήδη και εν πολλοίς επισημάναμε ως επιθετικό εκκλησιολογικό καρκίνωμα των ημερών. Οι διαστάσεις του δεν είναι τόσο απλές όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως και μάλιστα για έναν που ασχολείται και νοιάζεται για τα εκκλησιαστικά δρώμενα και την Ορθοδοξία σε επίπεδο που ξεπερνά τα όρια του κουτσομπολιού και της ερασιτεχνικής αργόλογης αδολεσχίας.
Η συνοδικότητα, δομικό εκκλησιολογικό σχήμα και σημαντική της ταυτότητας και του ορθόδοξου χαρακτήρα της (ημετέρας) Εκκλησίας, καταστρατηγείται τόσο βάναυσα κατά το διανυόμενο χρονικό διάστημα, σε σημείο θα λέγαμε όχι πια αμφισβήτησης της δυνατότητας επανεύρεσης και ανάνηψής της, αλλά αμφιβολίας για την κατ’ ουσίαν ύπαρξή της και την πιθανότητα επιβίωσής της στα χρόνια του μεταμοντερνισμού, όπου όλα επαναπροσδιορίζονται και δοκιμάζεται η αντοχή τους στις αυτοσυντηρητικές υποδομές.
Το πρόβλημα που εκπορεύεται από τις ενέργειες του Πειραιώς συνήθως εστιάζεται στον χαρακτήρα του ανδρός και στην έξαρση της προσωπικής ευθύνης των εξατομικευμένων του ενεργημάτων, που τον αφ – ορίζουν από το Σώμα της Ιεραρχίας. Στην πραγματικότητα, όμως, η θέση αυτή τον αδικεί, διότι ούτε μόνος είναι – όπως ο ίδιος δυστυχώς το εξέφρασε επί λέξει - ούτε ευθύνεται αποκλειστικά αυτός για την πρόσκτηση της σχετικής νοοτροπίας. Η σιωπηρή ανοχή και αμνήστευση των πράξεών του από τον Πρώτο (εδώ Ιερώνυμο) και το Συνοδικό Σώμα της Ελλαδικής Εκκλησίας αποτελούν την ορατή αφορμή, τον ηθικό αυτουργό (- συνεργούς) και το πρώτο άλλοθι των περισσότερων υπερβολών και ατοπημάτων του. Για να είμαστε, επίσης, ακριβοδίκαιοι, πρέπει να σημειώσουμε πως ο εν λόγω επίσκοπος έρχεται να υποκαταστήσει τις αδυναμίες, τις ατολμίες, τις ανυπαρξίες και τις απουσίες μιας Συνόδου, καθώς και να αναπληρώσει τα υφιστάμενα κενά της ελλειμματικής παρουσίας της τελευταίας. Η όλη κατάσταση, βέβαια, φαίνεται πως άρχισε να παγιώνεται ως προς τον μητροπολίτη στο γεγονός ενός εμμονικού παρεμβατισμού επί παντός επιστητού και σε μια ψυχαναγκαστική ομολογιακή νοοτροπία και στρατηγική, η οποία δείχνει πλέον να τον οδηγεί σε συχνές υπερβάσεις των ορίων, με αποτέλεσμα σε κάποιες (τελευταία όχι λίγες) περιπτώσεις να οδηγούμαστε σε καταστάσεις φαιδρές τόσο για τα απτόμενα υπ’ εκείνου ζητήματα, όσο και για το ίδιο το πρόσωπό του. Αυτό το τελευταίο, μάλιστα, είναι που πρέπει να μας θίγει όλους περισσά, διότι όχι μόνο προσβάλλεται ένας εν Χριστώ αδελφός, αλλά προς τούτοις δυσφημείται η Εκκλησία εν συνόλω και δίνεται βορά στα αρπακτικά των αιρέσεων και της δημοσιογραφίας, με αποτέλεσμα να ασχημονούν επί του χριστιανικού μηνύματος.
Επαναστάτης, απλά, χωρίς αιτία ή με εναγώνια αναζήτηση και κατασκευή τοιούτων; Γραφικές παρενέργειες ενός ανθρώπου ζηλωτή της πίστεως και κατά τα άλλα αξιοζήλευτου διαχειριστή μιας προσωπικής πλεονάζουσας ζωτικότητας, ο οποίος περιστασιακά καθίσταται κακός χρήστης τού κατά τα άλλα ευγενούς και επαινετού μεν σε προθέσεις και στόχους, πληθωρικού δε θυμοειδούς του; Η περί των απάντων αδολεσχία του δεσπότη συνιστά ίσως τη γλαφυρή πλευρά μιας χρονίζουσας κατάστασης, ενδεικτικής σε κάθε περίπτωση της συγκεχυμένης ασάφειας και των εκκλησιολογικών μεταλλάξεων στον χώρο της ελλαδικής Ιεραρχίας. Το πρόβλημα έχει σαφείς και βαρύνουσες θεολογικές και πνευματικές διαστάσεις και προεκτάσεις πέρα από τις πρακτικές και αισθητές επιπτώσεις στο επίπεδο, ας πούμε, του σκανδαλισμού του ποιμνίου, της σχιζοφρενικής διάσπασης του χριστιανικού μηνύματος σε αλληλοαναιρούμενες εκδόσεις του και της διεστραμμένης εικόνας ενός σώματος που επαγγέλλεται, ουσιωδώς δυνάμει, αλλά ψευδώς ενεργεία, την αγάπη και την ενότητα. Σίγουρα μέσα σε όλα αυτά χωράει και η μνημόνευση της ιδιότυπης συγγραφικής δεινότητας του επισκόπου, η οποία υπερβαίνει τους - εν είδει αναφυομένων μανιταριών νεοφανέντες ανησυχητικώς και ακολουθούντες το εκείνου παράδειγμα - επισκόπους, έτερους κληρικούς και όχι μόνο.
Ας έρθουμε, όμως, στα ενδότερα. Η συνοδικότητα είναι ταυτοτικό και συστατικό οντολογικό χαρακτηριστικό της ορθόδοξης Εκκλησιολογίας και της εν γένει Θεολογίας μας, με άμεσες συνέπειες στην πνευματική ζωή και στην έξωθεν χριστιανική μαρτυρία. Η υπακοή είναι η υγιής στάση μιας αγαπώσας εν Πνεύματι καρδίας, που αφουγκράζεται το θέλημα του αδελφού χωρίς καν αυτό να εκφραστεί ρητώς και ίσως χωρίς ποτέ να διατυπωθεί δια προφορικής ή νοηματικής εκπομπής. Πάνω στην υπακοή και στο μυστήριο της αγάπης του Χριστού, μέσα στο οποίο εντάσσεται η πρώτη και το οποίο εκφαίνεται πόρρω απέχον κάθε φυσικής σχέσης και δεσμού, στηρίζεται η εν Πνεύματι ανακύκληση της πατρικής και αδελφικής αγάπης των μελών του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, τόσο μεταξύ τους όσο και με την κεφαλή. Αυτό, εξάλλου, κατά την κυριακή ρήση (Iω. 13:35) είναι δηλωτικό και διακριτικό των χριστιανών σε αντιδιαστολή με τον ‘κόσμο’. Πάνω στην υπακοή και στην άνωθεν δεδομένη συμφωνία εν Θεώ ερείδεται όλο το θεσμικό και χαρισματικό οικοδόμημα της Εκκλησίας και της ζωής της τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Εδώ πάνω ακριβώς ευλογείται, εξηγείται και ερμηνεύεται η σχέση πνευματικού πατρός και παιδιού, ηγουμένου και μοναστικής αδελφότητας, κληρικών και λαϊκών, επισκόπου και ιερέων, Συνόδου και του αυτής Πρώτου, Τοπικών Εκκλησιών και της μίας ανά την οικουμένη Εκκλησίας.
Στην περίπτωση υποβάθμισης ή έκπτωσης των ως άνω προϋποθέσεων αρχίζουν προβλήματα, τα οποία μπορεί να φτάσουν πολύ μακριά και να γίνουν πολύ οδυνηρά. Για παράδειγμα, ποιος μπορεί να αρνηθεί σήμερα ότι η Ελλαδική Εκκλησία θυμίζει μάλλον ένα παρακμάζον σωματείο ή επισκοπικό σύλλογο παρά Εκκλησιαστική Σύνοδο; Ο ‘πειραιώτικος’ τύπος αντίδρασης μπορεί να είναι ο πιο λαοφιλής, ισχυρός, ακραίος, δυναμικός και ενοχλητικός, όμως άρχισε να συμπαρασύρει και άλλες επισκοπικές μονάδες, οι οποίες πιθανώς λόγω έλλειψης φυσικών προσόντων και σχετικής πείρας φαντάζουν ισχνότερες και πνευματικότερες εξαιτίας της υποδεέστερης ‘χαρισματικότητας’ από την αντίστοιχη σεραφειμική. Και αυτές, ωστόσο, υποκρύπτουν σοβαρότατα θέματα, όπως ενδεικτικά βλέπουμε στην πιο φρέσκη, αυτήν του Γόρτυνος . Παραβλέποντες το αταίριαστο και άκαιρο άδραγμα της ευκαιρίας από τον Ιερεμία να βάλει κατά των «θεολογούντων της νεοπατερικής θεολογίας» - τους οποίους αφενός μεν δεν ορίζει, αφετέρου δε μας (υπο)δηλώνει κομψά και γλυκά την ‘καθαρότητα’ του ιδίου – δεν μπορούμε να μην σταθούμε στις χονδροειδείς αντιφάσεις στις οποίες διολισθαίνει , από τη μια λέγοντας ότι αποστρέφεται την «άθεη και βίαιη» Χ.Α. και από την άλλη επευφημώντας την ως το μοναδικό κόμμα που διαμαρτυρήθηκε κατά του έργου!
Μέσα από το τελευταίο θα ήθελα να επισημάνω την έμμεσα και άμεσα προοδευτική τάση επευλόγησης του ανερχόμενου τούτου πολιτικού σχήματος. Εδώ δεν υπάρχει η πρόθεση να μιλήσουμε γενικότερα για το ζήτημα αυτό, όσο για τη θεολογική αμνήστευση που χορηγείται αδιόρατα σε μια πολιτική και κοινωνική κίνηση πάνω στην οποία βαρύνουν θεολογικές ασάφειες και αμαρτήματα τα οποία πρέπει επειγόντως να διευκρινισθούν και να θεραπευθούν. Πλανώνται, εξάπαντος, βαρύτατες ενστάσεις πάνω στις πρακτικές και στις ιδεολογικές της τοποθετήσεις, τα οποία δεν επιτρέπουν με τόση ελαφρότητα, και δη σε επισκόπους, να συσχηματίζονται παντοιοτρόπως με αυτές. Παραθέτω ένα απόσπασμα από σχόλιο ανωνύμου λίαν διαφωτιστικό: «προς τους αδελφούς εκείνους που ακολουθούν ακρίτως αυτό το κόμμα, έχω να απευθύνω με αγάπη μία παράκληση. Όταν συναντήσετε κάποιο στέλεχος αυτού του κόμματος ρωτήστε τον παρακαλώ δύο πράγματα: α) δέχεται τη Παλαιά Διαθήκη ως ΙΣΟΤΙΜΟ και ΙΣΟΚΥΡΟ βιβλίο με την Καινή Διαθήκη; Την αποδέχεται ως ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟ βιβλίο που δόθηκε κατ' επιλογήν του Τριαδικού Θεού, στον "εκλεκτό λαό" (της Π.Δ.) Ισραήλ; και β) Ποιά είναι ανώτερη πατρίδα κατ' εκείνον, η επίγεια (η Ελλάδα μας) ή η Ουράνια (του Χριστού μας δηλαδή);». Εδώ θυμόμαστε έναν άλλο σύγχρονο πολιτικό σχηματισμό που, ενώ είναι συνώνυμος της Ορθοδοξίας, έμμεσα την καπηλευόταν, διότι στέγαζε και νεοπαγανιστές ειδωλολάτρες και φιλοξενούσε στον Τύπο του άρθρα καθυβριστικά για την Π.Δ.. Συνεχίζει, λοιπόν, σχετικά ο ίδιος σχολιαστής: «Είναι εντελώς αδιανόητο σήμερα να υπερασπίζονται την Ορθοδοξία, νεοπαγανιστές και κρυπτοσατανιστές (αποδεδειγμένα μέσα από μελέτες Ορθοδόξων κληρικών, μοναχών και καθηγητών θεολογίας)» . Εμένα εδώ δεν με ενδιαφέρει παρά μονάχα και κυρίως η θεολογική προσέγγιση και αξιολόγηση του κινήματος. Άραγε, έχει αναλογιστεί ένας επίσκοπος τι ευθύνη φέρει, όταν στοιχίζεται με αυτά τα παιδιά που για διάφορους λόγους έχουν μπερδέψει μέσα τους εθνικισμό, βία και Ορθοδοξία και, αντί να τους προσεγγίσει πνευματικώς θεραπευτικά, εκείνος τους χαϊδεύει τα αυτιά και τους δίνει έμμεσα και υποσυνείδητα την ευλογία του; Δε θέλω καν να φανταστώ ότι μπορεί να τους χρησιμοποιεί ή να τους επικροτεί από φόβο.
Ο Σεραφείμ φαίνεται πιο συνειδητοποιημένος στην παρεμβατική του ποιμαντική πολιτική και εκ της ανάλογης εμπειρίας και δαψιλούς προϋπηρεσίας (και της φυσικής ευφυΐας) πιότερο δεξιοτέχνης. Όμως εδώ αυξάνει και η προβληματικότητα και επικινδυνότητα της περίπτωσής του. Μια δεξιότητα που κάλλιστα μπορεί να αποκαθάρει ο στεντόρειος μητροπολίτης στρέφοντάς την σε ορθότερες κατευθύνσεις, προς τις οποίες δυστυχώς δεν τον συνδράμει η δειλόψυχη συνοδική περιρρέουσα κακοδαιμονία, η οποία φέρει μέγιστο μερίδιο ευθύνης για τις ικανές εκτροπές του εκ των θεμιτών και επιθυμητών οδών. Εν προκειμένω και αναφορικά με το προκλητικό θεατρικό έργο, θα ξεκινήσω με κάτι που έγραψα τελευταία και το οποίο αντιπαρήλθε ο επίσκοπος σοφιστικότατα μεν, αλλά όχι ικανοποιητικά για τη στοιχειώδη λογική. Είπα, το λοιπόν, ότι για τους χ – ψ αυτονόητους λόγους και προκειμένου να αποφύγει περιττά σχόλια και υποσκάπτοντα τη δυναμικότητα, τις προθέσεις και το περιεχόμενο της καταγγελτικής δια μηνύσεως πράξης του, θα μπορούσε κάλλιστα να αφήσει τους - τυχαίως; - συνοδοιπορούντας βουλευτές της Χ.Α. προ του δημοσιογραφικού φακού. Όχι μόνο δεν το έκανε – ερωτώ πάλι: (θα) το ήθελε άραγε; - αλλά έρχεται και να μας πείσει περί της αθωότητάς του λέγοντας ότι «κατά τή διαδικασία τῆς καταθέσεως ὁμάδα βουλευτῶν προσῆλθε αὐθορμήτως καί μοῦ ἐδήλωσε συμπαράσταση. Τούς συνεχάρην καί τούς εὐχαρίστησα ὅπως θά εὐχαριστοῦσα οἱονδήποτε ἐπώνυμο ἤ ἀνώνυμο ἔσπευδε νά ἐκφράση τήν συμπαράστασή του. Μέ ποῖα λογική θά ἔπρεπε νά ἀποπέμψω τούς συγκεκριμμένους βουλευτές» . Σεβασμιώτατε, το πιστεύετε πράγματι ότι ήρθαν αυθόρμητα, μαντεύοντας την ώρα και τον τόπο της μήνυσης; Αλλ’ έστω και έτσι, γιατί δεν τους εξηγήσατε πόσο θα σας υπονόμευε η παρουσία τους; Προσωπικά, εκτιμώ το ως άνω ως ατυχές σοφιστικό επινόημα. Και μια ακόμα ρητορική ερώτηση στον επίσκοπο: πόσο ορθόδοξο είναι ο σκοπός να αγιάζει τα μέσα; Αν έχετε, ως το δηλώσατε, θεολογικές εκκρεμότητες με τους εν λόγω συμπολίτες μας, πόσο αυτό μπορεί να λησμονηθεί χάριν της οιασδήποτε ‘σύμπτωσης’ στην καταγγελία του βλάσφημου έργου;
Και στο πιο δυσάρεστο έρχομαι ευθύς αμέσως. Καταθέτει αυτολεξεί στην ίδια ανακοίνωση: «Μέ ἀφορμή τίς ἀντιδημοκρατικές καί φασίζουσες ἀναρτήσεις τόσο στόν ἱστοχῶρο τοῦ διαδικτύου, ὅσον καί στόν ἔντυπο τύπο, μέ τίς ὁποῖες ἐπικρίνεται μία ἀπόλυτα προβλεπομένη ἀπό τό δικαιϊκό μας σύστημα ἐνέργειά μου, νά ζητήσω δηλαδή τήν ἐφαρμογή τοῦ νόμου γιά βάναυση καί αἴσχιστη προσβολή τοῦ προσώπου μου […] Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἐνεργώντας ὄχι ὡς Μητροπολίτης ἀλλά ὡς πολίτης ὅπως εἶχα κάθε ἔννομο δικαίωμα στήν δημοκρατική χώρα πού θέλω νά πιστεύω ὅτι ζοῦμε μετέβην στό ἁρμόδιο Ἀστυνομικό Τμῆμα Ὁμονοίας, στήν περιοχή εὐθύνης τοῦ ὁποίου διαπράττεται τά ἀνωτέρω ἀδίκημα…». Στις από μένα υπογραμμισμένες φράσεις εντοπίζεται η άνευ του Πρώτου (Αρχιεπισκόπου) και της Συνοδικής επικρότησης αυτόβουλη, αυτόκλητη και αυτοσχέδια αυτό – από – σχιστική, αυτονομιστική, αυθαίρετη και εξατομικευτική ψιλή πολιτική και νομική κίνηση του ανδρός. Θίχτηκε ο Σεραφείμ ως πρόσωπο σκέτο; Πού είναι η επισκοπική ιδιότητα και δη η συνοδική του ταυτότητα; Μπορεί να ενεργεί σαν γυμνός από το αρχιερατικό ωμοφόριο προσβεβλημένος πολίτης, που χρησιμοποιεί σαν ισχυρότερο όπλο την ανθρώπινη δικαιοσύνη από την εμπιστοσύνη στη θεϊκή τοιαύτη; Τέλος, η εισπήδηση σε μια αλλότρια επισκοπή, όπου υπήρχε το πρόβλημα, πέρασε μέσα από την κανονική άδεια του οικείου μητροπολίτη; Δε νομίζω. Υπάρχει ήδη το προ πολλού και πλειστάκις de facto αντισυνοδικό δεδικασμένο του ανθρώπου αυτού. Άλλωστε, ποιος τολμάει να συγκρουστεί με τον ισχυρό αυτόν λέοντα της ομολογίας και της μάχιμης ορθοδοξίας; Ας μου συγχωρήσει το ύφος ο επίσκοπος, αλλά με παρέσυρε οι νωπές μνήμες του Σωτηρόπουλου σε τούτο. Κλείνω τον κύκλο των παραθεμάτων με κάτι αξιοσημείωτο από μια άλλη ανακοίνωση ειλημμένη από την πλούσια ποιμαντική του φαρέτρα: «κατέθεσα μήνυση ὡς εἶχα ὡς πλησσόμενος καί καθυβριζόμενος πολίτης ἔννομο δικαίωμα διότι ἀναποδράστως συμπαρασύρομαι ἐκ τῆς πρός τόν Θεό μου βλασφημίας, τήν Πέμπτη 11/10/2012 μόνος» . Δεν θα το σχολιάσω (ει μη δια της υπογράμμισης), ήδη το έκανα, μόνο θα τονίσω την τελευταία λέξη, από την οποία αν πιαστούμε, θα αρχίσουμε να αποδομούμε όλο το εκκλησιαστικό οικοδόμημα και τα εκκλησιολογικά του θεμέλια.
Η καταστρατήγηση του 34ου Αποστολικού Κανόνα είναι εδώ περισσότερο από εμφανής: «τους Επισκόπους εκάστου έθνους ειδέναι χρη τον εν αυτοίς Πρώτον, και ηγείσθαι αυτόν ως κεφαλήν, και μηδέν τι πράττειν περιττόν άνευ της εκείνου γνώμης, εκείνα δε μόνα πράττειν έκαστον, όσα τη αυτού παροικία επιβάλλει και ταις υπ' αυτώ χώραις. Αλλά μηδέ εκείνος (ο πρώτος) άνευ της πάντων (των επισκόπων) γνώμης ποιείτω τι. Ούτως γαρ ομόνοια έσται και δοξασθήσεται ο Θεός δια Κυρίου εν Αγίω Πνεύματι». Εδώ τα βλέπουμε σχεδόν όλα και αρχίζει κάπως να υποφώσκει η αιτία του προβλήματος και η δια της καθαίρεσής της λύση του. Υπάρχει Πρώτος εν προκειμένω; Αν όχι, για ποιο λόγο να μην υφίσταται κατ’ ουσίαν και να εκπίπτει σε διακοσμητικό στοιχείο; Απλά, λοιπόν, μια διαδικαστική συνεδρίαση ή τυπική συνάθροιση περί αυτόν οι λοιποί Επίσκοποι; Δεν υπάρχουν εκκλησιολογικά ιαματικά και παιδαγωγικά Επιτίμια επαναφοράς των ατακτούντων στην τάξη και στην ακρίβεια; Γιατί η συνοδική αφασία, απουσία και ατολμία να καλλιεργεί άκομψες εξτρεμιστικές παρενέργειες και δυσάρεστες επισκοπικές αυτονομήσεις; Γιατί η Σύνοδος στο συγκεκριμένο θέμα να εκχωρήσει άτυπα και σιωπηρά το δικαίωμα υποκατάστασής της στην οιαδήποτε υπότροπη αυτοεξαιρούμενη και αυτοεξαιρόμενη μονάδα (που σιγά σιγά γίνεται ομάδα) με τις σιβυλλικές της αποφάνσεις επί του θεατρικού δρωμένου και την ενόχως υπνώττουσα αντίδρασή της προς την Πολιτεία (την καθ’ ύλην αρμόδια να επιληφθεί του θέματος); Έπραξε κάτι «περιττόν» εδώ ο Πειραιώς ή όχι; Είναι δυνατό να έχουμε τη δοξαστική του Θεού ομόνοια με άλλον τρόπο, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση;
Κ.Ν.
24.10.2012
24.10.2012




















