Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

Μαρία Χατζηαποστόλου: Ανοιχτή Επιστολή στον Μίκη Θεοδωράκη


Ανοιχτή Επιστολή στον Μίκη Θεοδωράκη 
«Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους 
αν σε πάρω, Χάρε, στο κρασί 
αν σε πάρω στον χορό και στο τραγούδι 
τότες χάρισέ μου μιας νυχτιάς ζωή». 
Μίκη Θεοδωράκη, 
Στα περβόλια από το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού (1962) 
Χαράματα Παρασκευής 21ης Απριλίου 1967. Τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν. Ο χρόνος σταμάτησε. Την οδύνη της Μεγάλης Παρασκευής και την εκκωφαντική σιγή του Μεγάλου Σαββάτου έρχονται να διαλύσουν οι αναστάσιμες μελωδίες από πιάνο που έκαναν και πάλι τα πουλιά να τραγουδούν, ενώνοντας τη φωνούλα τους, με τη φωνή ενός φυλακισμένου και οργισμένου από ιερά αγανάχτηση Αρχάγγελου Μιχαήλ. Του Μίκη Θεοδωράκη: 
Γλυκοφιλούσα Παναγιά, 
μάνα μου κι οδηγήτρα μου, 
κι εγώ στα στήθη έχω καρδιά 
που λιώνει απ’ την πίκρα μου.

Ολόκληρο το κείμενο στη συνέχεια. 

Μαρία Χατζηαποστόλου - Άξιο... by Panagiotis Andriopoulos

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΟΓΑΡΑ ΣΤΑ ΑΡΑΒΙΚΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στην μεγάλη αραβική εφημερίδα Al-Araby Al-Jadeed, στο σημερινό φύλλο της Πέμπτης, 9 Σεπτεμβρίου 2021, δημοσιεύτηκαν στα αραβικά ποιήματα του Πατρινού ποιητή και λογοτέχνη Κώστα Λογαρά. 
Τα ποιήματα μετέφρασε από τα ελληνικά στα αραβικά ο Λιβανέζος Ρόνι Μπου Σάμπα, πτυχιούχος Αραβικής Φιλολογίας και Θεολογίας, μεταφραστής και δάσκαλος της Αραβικής Γλώσσας στο Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών του Πανεπιστημίου Αθηνών, υποψήφιος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνεργάτης της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας.  
Ο Ρόνι Μπου Σάμπα επέλεξε τρία ποιήματα του Κώστα Λογαρά από την πρώιμη ποιητική του δημιουργία (1978), δημοσιευμένα στο ιστορικό, για την Πάτρα, περιοδικό Υδρία. Πρόκειται για τα ποιήματα: Κρήτη, Γρανίτσα, και Επωδός. Επίσης, δημοσιεύεται στα αραβικά και ένα απόσπασμα από το θεατρικό «Η τελευταία μάσκα» των Κ. Λογαρά και Θ. Τερζόπουλου, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2020 από τις εκδόσεις «Πικραμένος». Ο μεταφραστής επέλεξε μέρη από τις σελίδες 31, 32 του έργου. Θυμίζουμε πως το έργο αυτό ανέβηκε στην Πάτρα το 2006, για λογαριασμό της διοργάνωσης "Πάτρα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2006" και με πρωτοβουλία του Θάνου Μικρούτσικου. 
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Ρόνι Μπου Σάμπα μετάφρασε στα αραβικά την περίφημη θεατρική μέθοδο του διεθνούς φήμης σκηνοθέτη Θεόδωρου Τερζόπουλου (στα ελληνικά με τίτλο «Η επιστροφή του Διονύσου»), η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Theater der Zeit. 
Από την εποχή των σπουδών του στην Ελληνική Φιλολογία, στο Πανεπιστήμιο Πατρών, ο Ρόνι Μπου Σάμπα ασχολείται συστηματικά με τις μεταφράσεις ελλήνων ποιητών στα αραβικά και πολλές μεταφράσεις του δημοσιεύονται σε φιλολογικά περιοδικά και εφημερίδες.


Συνεργάζεται με την ευρείας κυκλοφορίας στον αραβικό κόσμο εφημερίδα Al-Araby Al-Jadeed. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας δημοσιεύτηκαν και τα ποιήματα του Κώστα Λογαρά, τόσο στην έντυπη όσο και στην ηλεκτρονική μορφή της αραβικής εφημερίδας, με ευμεγέθη φωτογραφία του ποιητή. 
Μέχρι τώρα ο Ρόνι Μπου Σάμπα έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις του στα αραβικά των ποιητών: Νίκου Γκάτσου, Γιάννη Ρίτσου, Κωνσταντίνου Καβάφη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργου Σεφέρη, Κικής Δημουλά, Τάσου Λειβαδίτη, Μανώλη Αναγνωστάκη, Μιχάλη Γκανά, Ιουλίτας Ηλιοπούλου, Κωστή Μοσκώφ, Τίτου Πατρίκιου, Μενέλαου Λουντέμη, Αργύρη Χιόνη, Ολυμπίας Καράγιωργα, Σ.Σ. Χαρκιανάκη, π. Παναγιώτη Καποδίστρια, Άθω Δημουλά, Ματθαίου Μουντέ, ένα άρθρο μελέτη για τον Λίβανο στο ημερολόγιο του Σεφέρη, το διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη «Ζητείται ελπίς», κ.α. 
Ακόμα, έχει δημοσιεύσει στα αραβικά ποιήματα των Πατρινών ποιητών: Μαρίας Λαϊνά, Έρσης Σωτηροπούλου, Διονύση Καρατζά, Βασίλη Λαδά, Αντώνη Σκιαθά, Γιώργου Κοζία, τώρα του Κώστα Λογαρά και έπεται συνέχεια. 
Σύντομα με τον Ρόνι Μπου Σάμπα θα παρουσιάσουμε διαδικτυακά την ανθολογία των Πατρινών ποιητών που έχει μεταφράσει στα αραβικά.


Ο ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΕ ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΣΤΑ 1947


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Μίκης Θεοδωράκης και Μάνος Χατζιδάκις. 
Γεννημένοι και οι δύο το 1925, με απόσταση μόλις τριών μηνών. Ο Χατζιδάκις απέδρασε νωρίς στ’ άστρα (1994), ο Θεοδωράκης πέθανε πριν μία εβδομάδα (2-9-2021), πλήρης ημερών. 
Η σχέση τους πολυτάραχη! Γνωρίζονταν από νέοι και μεγάλωσαν με κοινά οράματα, κάνοντας και από κοινού πράγματα, αλλά πολλές φορές ήσαν σε «αντίπαλα στρατόπεδα». Και δεν εννοώ τόσο πολιτικά, όσο αισθητικά και – ας πούμε – φιλοσοφικά. Όμως στα είκοσί τους ξαφνικά συναντήθηκαν για πρώτη φορά αναπάντεχα και ανατρεπτικά! 
Τον Μάιο του 1945 (και μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου), ο Μάνος Χατζιδάκις εμφανίζεται να συνεργάζεται στο περιοδικό Νέα Γενιά της ΕΠΟΝ, που κυκλοφορούσε και στην περίοδο της Κατοχής και, τώρα, συνέχιζε, νόμιμα, από τον Οκτώβριο του 1944 μέχρι τον Μάιο του 1947. «Η συνεργασία του Χατζιδάκι», σημειώνει η καθηγήτρια Νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Γεωργία Λαδογιάννη «προκύπτει από τα τεύχη του περιοδικού που διαθέτουμε και είναι όσα διέσωσε η έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής» (2007). Χαρακτηριστικό είναι και το ψευδώνυμο με το οποίο υπογράφει τις συνεργασίες του: Πέτρος Γρανίτης. Το ίδιο ψευδώνυμο, ωστόσο, παρουσιάζεται, την ίδια εποχή, και στο περιοδικό Λεύτερα Νιάτα (Ιούν, 1943 - Μάιος 1946) που εξέδιδε στη Θεσσαλονίκη η ΕΠΟΝ Μακεδονίας, αλλά δεν μπορέσαμε να εξασφαλίσουμε το έντυπο και να εξετάσουμε περαιτέρω το θέμα (O. Bαρών, Ελληνικός νεανικός τύπος (1941-19045), Α, 1987, 216, 249). 
Το ψευδώνυμο Πέτρος Γρανίτης, πραγματικά, απαιτεί μεγάλη επινοητική φαντασία• μια τέτοια ονοματοποιία, καταφέρνει να είναι αιχμηρή πολιτικά (αφού παραπέμπει στον Στάλιν), ρυθμική φωνητικά και ευφωνική φθογγικά. Με αυτό το ψευδώνυμο υπογράφει δώδεκα ποιήματα στη στήλη «Τ’ αετόπουλά μας», προγραμματισμένη για την διασκέδαση των μικρών αναγνωστών. Είναι το μέρος του περιοδικού όπου επιδιώκεται η σύνδεση με την καθημερινότητα του παιδιού». Συνήθως το θέμα στα ποιήματα του Χατζιδάκι είναι σχετικό με τα υπόλοιπα κείμενα της στήλης «Τ’ αετόπουλα», που δείχνουν την πολιτική και παιδαγωγική κατεύθυνση, και υπογράφονται κυρίως από την Νίκη Στέφη (Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη). 
Τα ποιήματα του Χατζιδάκι έχουν τους παρακάτω τίτλους: Το τραγούδι, Ειρήνη, Καψερούλα, Κυπαρισσάκι, Παιδί και χελιδόνι, Τ’ αδενικά παιδάκια, Χαρά στη θάλασσα, Το μπουκάλι, Η βαρκούλα, Το χιόνι, Το λουτρό. Να σημειωθεί ότι το «Κυπαρισσάκι», με το οποίο παίρνει το πρώτο βραβείο (1960) στο Β΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του ΕΙΡ, είναι διασκευή του ομότιτλου ποιήματος της Νέας Γενιάς. 
Να σημειώσουμε ότι την πτυχή αυτή της δραστηριότητας του Μάνου Χατζιδάκι την είχε αποκαλύψει σε δημοσίευμά της στον Ριζοσπάστη, το 2006, η αείμνηστη Αριστούλα Ελληνούδη, που είχε πληροφορηθεί το πραγματικό όνομα του Πέτρου Γρανίτη από τον αρχισυντάκτη της Νέας Γενιάς και παλαίμαχο δημοσιογράφο, Νίκο Καραντηνό. 
Όντας, λοιπόν, στον χώρο της ΕΠΟΝ, ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει τα πρώτα του ποιήματα, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα (Αύγουστος του 1944), εμφανίζεται επαγγελματικά στη σύνθεση, συνεργαζόμενος με το Θέατρο Τέχνης, στον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού. 


Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει γράψει ήδη τα πρώτα παιδικά τραγούδια του και τώρα, εκεί γύρω στα 1945, γράφει μουσική δωματίου και καταπιάνεται γενικά με πιο απαιτητικές συνθέσεις. Έχει βέβαια στραφεί εξ αρχής στην ποίηση, δηλαδή μελοποιεί έλληνες ποιητές, κυρίως του καιρού του. 
Γνωρίζει, προφανώς, το περιοδικό Νέα Γενιά της ΕΠΟΝ, στο οποίο έγραφε και η Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, της οποίας μελοποίησε το Ειρηνικό, το 1945. 
Έτσι, στα 1947 μελοποιεί το ποίημα «Καληνύχτα» του Πέτρου Γρανίτη, δηλαδή του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος το είχε δημοσιεύσει μαζί με άλλα στα 1945. 
Ο Θεοδωράκης συμπεριέλαβε το «Καληνύχτα» στον κύκλο «Τραγούδια για παιδάκια και παιδιά», που κυκλοφόρησε σε διπλό δίσκο σχεδόν μισό αιώνα μετά (1994), με την Παιδική χορωδία και Ορχήστρα του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας, υπό την διεύθυνση του Δημήτρη Καρβούνη (ο οποίος έκανε, επίσης, την ενορχήστρωση και την χορωδιακή επεξεργασία), να ερμηνεύει θαυμάσια αυτόν τον νεανικό Θεοδωράκη. 
Στο πρώτο cd και στο τραγούδι «Καληνύχτα» με νούμερο 5, όχι μόνο δεν αναγράφεται στιχουργός, αλλά στο εσώφυλλο που παρατίθενται οι στίχοι του τραγουδιού υπάρχει η ένδειξη: Ποίηση: Άγνωστος. Τότε δεν ήξεραν ποιος ήταν ο Πέτρος Γρανίτης. Και ο Μίκης, ο οποίος θα ήξερε, δεν φαίνεται να είχε σχέση με την παραγωγή. 
Πάντως το τραγούδι σε στίχους του Χατζιδάκι συμπεριλήφθηκε και στην ανθολογία των παιδικών τραγουδιών του Μίκη που κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2005, με τον τίτλο First Songs, και ερμηνευτές τον ίδιο τον συνθέτη, την Μαρία Φαραντούρη και την Παιδική Χορωδία του Δημήτρη Τυπάλδου. Εδώ αναφέρεται το όνομα του στιχουργού: Πέτρος Γρανίτης. 
Ιδού οι στίχοι του εικοσάχρονου Χατζιδάκι: 

Καληνύχτα, καληνύχτα, 
ξάπλωσε παιδάκι. 
Καληνύχτα, καληνύχτα 
κι όνειρα γλυκά. 

Το φεγγάρι σαν το καντηλάκι 
μας φωτίζει, πάλι μαγικά. 
Καληνύχτα, καληνύχτα,
κλείσε τα ματάκια 
τ’ αγεράκι παίζει στα κλαδιά. 

Το φεγγάρι σαν το καντηλάκι 
μας φωτίζει, πάλι μαγικά.

   

Στην χειρόγραφη παρτιτούρα του Μ. Θεοδωράκη, που σώζεται στο αρχείο του και παραθέτουμε εδώ, σημειώνεται το όνομα του στιχουργού (Π. Γρανίτης) και – σε παρένθεση - μία ενδιαφέρουσα ένδειξη για την χρονική αγωγή και ερμηνεία του τραγουδιού: Πολύ ήσυχα, όχι όμως πολύ αργά. 
Ένα νανούρισμα, λοιπόν, ήταν η πρώτη συνεργασία του Μίκη με τον Μάνο! Ένα τρυφερό τραγούδι του Εμφυλίου που έφτασε ως τις μέρες μας...

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης

‘Ένα νέο βιβλίο από την επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά «Παράφυλλα» των εκδόσεων Σάκκουλα

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

Με το εν γένει Δίκαιο που διέπει τη μετά θάνατον διάθεση του ανθρωπίνου λειψάνου, λαμβανομένων υπόψη των πολύπλοκων, αλλά και ευαίσθητων ζητημάτων που συνδέονται με τα θέματα της ταφής και αποτέφρωσης, κυκλοφορήθηκε προσφάτως από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα το υπό τον τίτλο «Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης» βιβλίο, με συγγραφείς τους κ.κ. Γεώργιο Ι. Ανδρουτσόπουλο, επίκουρο καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και Βασίλειο Κ. Μάρκο, δικηγόρο, Δρ. Νομικής.

Πρόκειται για μια μελέτη η οποία έχει συμπεριληφθεί στην επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα» (των εκδόσεων Σάκκουλα), η οποία σειρά ιδρύθηκε και διευθύνεται υπό του ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, του διευθύνοντος ήδη, από μακρού χρόνου, τη σειρά «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» (από το 1999) και την Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά» (από το 2002), του ιδίου εκδοτικού οίκου, η οποία αποτελεί και το επίσημο όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εμπνευστής και ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο ίδιος.

Σκοπός του παρόντος έργου είναι να παρουσιάσει συστηματικά το δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών, ενόψει των πολυάριθμων νομοθετικών ρυθμίσεων των τελευταίων ετών καθώς και  της (μετά από χρόνια δισταγμών και καθυστερήσεων) θέσεως σε λειτουργία (τον Σεπτέμβριο του 2019) του πρώτου ιδιωτικού αποτεφρωτηρίου στη Ριτσώνα Ν. Ευβοίας. Η έλλειψη στην ελληνική βιβλιογραφία μιας συστηματικής, συγκριτικής παρουσίασης του Δικαίου της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών έδωσε στους συγγραφείς το έναυσμα να ασχοληθούν με την οργανωμένη και συστηματική παρουσίαση των πολυάριθμων διατάξεων και νομοθετικών παρεμβάσεων, φιλοδοξώντας το έργο τους αυτό ν΄ αποτελέσει αφενός μεν, ένα χρήσιμο βοήθημα τόσο για τους νομικούς της πράξης, όσο και για τους θεολόγους, αλλά και για ερευνητές από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών οι οποίοι εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, αφετέρου δε και μια αφετηρία για περαιτέρω έρευνα και προβληματισμό.

Στην Ελλάδα το ζήτημα της αποτέφρωσης των νεκρών, εμφανίστηκε πρώτη φορά στο δημόσιο λόγο το 1960, μετά το θάνατο του διεθνούς φήμης και αναγνώρισης μουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος, παρά τις ορθόδοξες καταβολές του, υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του, όταν εκφράζοντας την ύστατη επιθυμία του είχε ζητήσει: «(…)  η σορός μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον (…)". Παρά τις ενστάσεις του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Β΄ (Παναγιωτοπούλου), πολλοί διακεκριμένοι θεολόγοι, ακαδημαϊκοί αλλά και ιεράρχες της εποχής διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη στάση της Εκκλησία εκφράζοντας  την άποψη πως ότι το θέμα της επιλογής της ταφής ή της αποτέφρωσης δεν είναι δογματικό θέμα αλλά θέμα παράδοσης και, ως εκ τούτου, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να απορρίπτει από το σώμα της τους πιστούς, που επιλέγουν την αποτέφρωση για λόγους συνείδησης. Τελικά, η  αποτέφρωση του Δ. Μητρόπουλου έγινε στο Λουγκάνο της Ελβετίας, η λήκυθος με την τέφρα του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών και αργότερα στο Α’  Νεκροταφείο Αθηνών, όπου με κατ΄ οικονομίαν απόφαση της Ι. Συνόδου δόθηκε άδεια σε ιερέα προκειμένου να τελεσθεί Τρισάγιο επί της ληκύθου που περιείχε την τέφρα του Δ. Μητρόπουλου.  

Αργότερα, το 1977, ο θάνατος της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο Μαρίας Κάλλας επανάφερε το θέμα στο δημόσιο προβληματισμό, αναδεικνύοντας την επιθυμία πολλών ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στο εξωτερικό να επιστραφεί η τέφρα τους στην πατρίδα. Η κηδεία της Μαρίας Κάλλας έγινε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Σαρωνικό κόλπο του Αιγαίου, δύο χρόνια αργότερα με επίσημη τελετή, όπως η ίδια επιθυμούσε. Το ζήτημα της αποτέφρωσης βρέθηκε μετ΄ επιτάσεως στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου στην Ελλάδα και το 1987, όταν ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων, ο αείμνηστος Μιλτιάδης Έβερτ, υπό το βάρος των δραματικών συνθηκών που είχε δημιουργήσει ο καύσωνας εκείνου του θέρους, απέστειλε σχετική επιστολή στην Ιερά Σύνοδο, η οποία απέρριψε κάθε σκέψη για αποτέφρωση νεκρών που είχαν ξεπεράσει τους 1.300 με την πλειοψηφία (1.100 νεκροί) αυτών στην Αθήνα. Πάγια παρέμεινε – και συνεχίζει να παραμένει - η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία – υιοθετώντας και τηρώντας σχετική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του 1937 – «απορρίπτει την καύσιν των νεκρών ως θεσμόν απάδοντα προς την παράδοσιν Αυτής», θέση που απορρέει από τον σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο και κατ΄ επέκταση στο σώμα του ανθρώπου, το οποίο αποτελεί «ναόν και κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6, 19). Μάλιστα, μετά και από τη νομοθετική καθιέρωση της αποτέφρωσης των νεκρών, το έτος 2006, η Εκκλησία της Ελλάδος (επί ημερών του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου) τοποθετήθηκε εκ νέου ευθέως κατά της επιλογής αυτής ως προς τα μέλη της, επαναλαμβάνοντας ότι: «Για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή σύμφωνα με την Αγία Διδασκαλία Της και την απ΄ αιώνων Παράδοσή Της», διευκρινίζοντας για ακόμη μια φορά ότι δεν έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, αποφάσεις που επανελήφθησαν και εν έτει 2010 (επί αρχιεπισκοπείας του νυν Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου Β΄).

Το υπό τον τίτλο «Ταφή και κοιμητήρια» Α΄ Μέρος του βιβλίου, αποτελείται από δύο κεφάλαια. Στο 1ο εξ αυτών εξετάζεται η εκκλησιαστική κήδευση, η οποία περιγράφεται σε αντιδιαστολή με την «πολιτική» κηδεία, όπου επισημαίνεται το αδόκιμο του όρου, καθώς, ακριβώς ειπείν, αποτελεί μια θρησκευτικά αποχρωματισμένη τελετή για τον αποχαιρετισμό του νεκρού. Επίσης,  προσεγγίζεται το ζήτημα του ενταφιασμού και της αποτέφρωσης, ως δύο όψεων της εξαφάνισης του λειψάνου. Στο 2ο κεφάλαιο γίνεται ειδική αναφορά στα κοιμητήρια «ως τόπους ενταφιασμού» και συγκεκριμένα περιγράφεται το νομοθετικό καθεστώς διοίκησης και λειτουργίας τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα των Δήμων και Κοινοτήτων, η ίδρυση και κατάργησή τους, η λειτουργία των «εκκλησιαστικών» κοιμητηρίων, η αφή των κανδηλίων και οι διακρίσεις ως προς την ταφή. Ιδιαίτερες ενότητες αφιερώνονται στους «Οικογενειακούς τάφους» και στην προστασία που επιφυλάσσει η ελληνική έννομη τάξη απέναντι στις προσβολές νεκρού και τάφου.

Το Β’ μέρος που τιτλοφορείται «Η αποτέφρωση των νεκρών» αναπτύσσεται, επίσης, σε δύο επί μέρους κεφάλαια. Το 1ο κεφάλαιο ασχολείται με τις προϋποθέσεις, τους χώρους και τη διαδικασία της αποτέφρωσης και το 2o με το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού ή/και αποτέφρωσης και του τύπου της κηδείας, ήτοι εκκλησιαστικής ή λεγομένης «πολιτικής», όπως αυτό ρυθμίζεται με τον τροποποιητικό Ν. 4555/2018 (αρθ. 48). Το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού - το οποίο διεξοδικώς αναλύουν οι συγγραφείς - απασχόλησε τις προηγούμενες ημέρες την επικαιρότητα μ΄ αφορμή τη διένεξη που υπήρξε μεταξύ συγγενών και συνεργατών του αποβιώσαντος μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη (Μιχαήλ) Θεοδωράκη, για τον τόπο ενταφιασμού του. Το δικαστήριο  (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ως ανεμένετο, έκρινε και απεφάσισε ότι, βάσει της κειμένης νομοθεσίας (αρθ. 48 του Ν. 4555/2018 σε συνδυασμό με το αρθ. 15 του Ν. 4368/2016) θα πρέπει να γίνει σεβαστή και να τηρηθεί η τελευταία επιθυμία του θανόντος - όπως την είχε εκφράσει με συμβολαιογραφική πράξη τον Ιανουάριο του 2020 - για την κηδεία και την ταφή του στον Γαλατά Χανιών (κι όχι στο Βραχάτι Κορινθίας, όπως επιθυμούσε μερίδα συγγενών του), δίνοντας έτσι ένα τέλος στη ενδοοικογενειακή (που κατέληξε σε δικαστική) διαμάχη των τελευταίων ημερών.

* Το έργο επιστεγάζει ένα χρηστικό Παράρτημα, στο οποίο παρατίθεται επικαιροποιημένη και αποκαθαρμένη η βασική νομοθεσία, που διέπει την ταφή και την αποτέφρωση, όπου έχουν ενσωματωθεί και αναδειχθεί με τον αναγκαίο υπομνηματισμό οι πολλές κατά καιρούς τροποποιήσεις της, ως μία οιονεί κωδικοποίηση.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Συντονιστής Εκπ/κού Έργου κλ. ΠΕ01-Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr ).

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2021

Ο ΔΩΔΩΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΑΓΕΥΣΤΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

Του Σεβ. Μητροπολίτου Δωδώνης κ. Χρυσοστόμου
Προσπάθησα να το ξεπεράσω αλλά τα ακόμη κυκλοφορούντα στην μικρή μας κοινωνία, με αναγκάζουν να απαντήσω στα σχετικά ερωτήματα. 
Τον προηγούμενο μήνα εκοιμήθη μία συντοπίτισσά μας, μητέρα κληρικού εκ Ζακύνθου στον οποίον απαγορεύεται κάθε συμμετοχή σε ιερατικές πράξεις στην Μητρόπολη του νησιού μας. 
Πέντε μητροπολίτες έφθασαν στο νησί για την εξόδιο ακολουθία της «ιερομήτορος», χωρίς να λάβουν υπόψη τους, ούτε την απαγόρευση ιεροπραξίας του κληρικού, ούτε ότι δεν πήγε στον οικείο Ποιμενάρχη να τον παρακαλέσει και με ταπείνωση να ζητήσει την ευχή του. Άραγε δεν κατάλαβαν την αναχώρηση, το πρωί της εξοδίου, από το νησί των τριών εντοπίων Αρχιερέων; Γιατί έφυγαν; 
Ο λαός λέει: «Με όποιον δάσκαλο καθήσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις». 
Οι εμπνευστές της ανάρμοστης σχέσης και παρουσίας είναι συμμαθητές της Μεγάλης Καισαρικής Σχολής. 
Λυπηρόν ότι κάποιοι απ’ αυτούς έγιναν κομπάρσοι της αποτυχημένης επίδειξης στήριξης στον συμμαθητή τους, για να επιβεβαιώσουν την λαϊκή ρήση: «όμοιος ομοίω αεί πελάζει».

ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΙΧΑΗΛ ΧΩΝΙΑΤΗ


Ο Διεθνής Οργανισμός "Αναλόγιο" σε συνεργασία με το Ενοριακό Συμβούλιο του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού μας προσκαλεί στην παρουσίαση του προγράμματος του "Διεθνές Φεστιβάλ Αναλόγιο 2021" και της έκδοσης «Βίος, Ακολουθία και Παρακλητικός Κανών του εν αγίοις Πατρός ημών Μιχαήλ του Χωνιάτου Μητροπολίτου Αθηνών», σήμερα Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου στις 19:30 στην Κεντρική σκηνή του Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο. 
Ομιλητές: 
- Σμαρώ Κώτσια, Εκτελεστική Διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Αναλόγιο, θεατρολόγος 
- Αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Σταθάκης, αρχαιολόγος – θεολόγος 
- Θανάσης Βασιλείου, επιμελητής Εκδόσεων – μεταφραστής 
Συντονίζει ο Κωνσταντίνος Μπούρας. 
Ερμηνεία του ποιήματος του Αγίου Μιχαήλ Χωνιάτη "Έρως Αθηνών". 
Θεοδώρα Μαγγίνα, πρωτότυπη σύνθεση 
Δάφνη Πανουργιά, σοπράνο 
Κωστής Θέος, βιολοντσέλο 
Παναγιώτης Ανδριόπουλος, φωνή.
Ο π. Μιχαήλ Σταθάκης μιλά με την Κατερίνα Χουζούρη στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος σχετικά με τη παρουσίαση της Ακολουθίας του Αγίου Μιχαήλ Χωνιάτη. 

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2021

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021

"ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ" ΚΑΙ "ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ" ΑΠΟ ΤΟ "ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ" (ΒΙΝΤΕΟ)


Μία εκδήλωση – αφιέρωμα στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο, στο Κτήμα Λίγας, στα Γιαννιτσά, στην Γιορτή Τρύγου του έτους 2009, Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου. 
Για τον ποιητή μίλησε η τότε Λέκτωρ Φιλολογίας στο Α.Π.Θ. Ιωάννα Ναούμ. 
Καλλιτεχνικό Σύνολο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ 
- Γ. Ρίτσου: Σονάτα του Σεληνόφωτος Τραγούδια από την «Σονάτα» σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου. Μέρη από την Σονάτα του Σεληνόφωτος του Μπετόβεν. 
- Μίκη Θεοδωράκη – Γιάννη Ρίτσου: Επιτάφιος 
Τραγούδι: Ιωάννα Κάππου, Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
Πιάνο: Τάσος Σπηλιωτόπουλος 
Απαγγελία: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Στην εκδήλωση προβλήθηκαν βίντεο και ηχητικά ντοκουμέντα του Γιάννη Ρίτσου, που επιμελήθηκε ο Θωμάς Λίγας.


Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου είναι γνωστό πως έχει ασχοληθεί και με την επιμέλεια εκδόσεων. Πρωτίστως του μεγάλου μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, του οποίου άλλωστε και το έργο διαχειρίζεται ως πνευματική κληρονόμος. Έχει, όμως, επιμεληθεί και άλλες, σημαντικές εκδόσεις. 
Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου αναμφισβήτητα διαθέτει πρώτα – πρώτα οξυμένο γλωσσικό αισθητήριο, κι αυτό είναι ο μεγάλος οδηγός στην επιμέλεια των κειμένων. Κι ακόμα, από την ευρύτατη απήχηση των εκδόσεων που έχει επιμεληθεί, κυρίως του Ελύτη, φαίνεται πως πετυχαίνει να κινητοποιήσει όλους τους συντελεστές μιας έκδοσης, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο, ώστε να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό. 
Πριν 21 χρόνια επιμελήθηκε μία ανθολογία των ποιημάτων του Μίκη Θεοδωράκη, η οποία εκδόθηκε από τις εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη (Αθήνα 2000). 
Τώρα, από τις εκδόσεις Ιανός έχουμε την επανέκδοση της Θεοδωρακικής αυτής ποιητικής ανθολογίας, που καλύπτει μια ολόκληρη πεντηκονταετία. Ο τίτλος του βιβλίου είναι στίχος από ποίημα του Θεοδωράκη: «Να μαγευτώ και να μεθύσω/ τις σιωπηλές ακούγοντας φωνές των ουρανών». Το έργο του εξώφυλλου είναι της Έφης Ξένου. Τα χειρόγραφα και τα σχέδια που περιλαμβάνονται στην έκδοση προέρχονται από το Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη, το οποίο βρίσκεται στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής». 
Στην εξαιρετική εισαγωγή της η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, με τίτλο «Με μελωδίες από σιωπή», προτάσσει ως μότο τη δήλωση του Θεοδωράκη: «Δεν είμαι ποιητής, όμως όταν οι στίχοι άρχισαν να σφυροκοπούν το μυαλό μου, ένιωσα πόσο οι λέξεις μπορεί να ντυθούν στο αίμα, πόσο μπορούν να με λυτρώσουν…». 
Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου αμέσως μας τοποθετεί τον μέγα Μίκη: «Δημόσιος ο ίδιος ως σύμβολο, ως κοινός τόπος αναφοράς, ως κομβικό σημείο που πάνω του τέμνονται οι πολλοί δρόμοι της σύγχρονης ιστορίας, της τέχνης, της ανθρώπινης περιπέτειας, καταφέρνει ωστόσο να παραμένει ο μοναχικός ιδιώτης ενός γλαυκού ουρανού που με την αυθορμησία παιδιού ονομάζει τα πράγματα κι αυτά τον ακολουθούν στο παιχνίδι τής κάθε λεπτού δημιουργίας». 
Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου στην εισαγωγή της σημειώνει μεταξύ άλλων: "Ο Θεοδωράκης ξέρει ν' ανασύρει απ' την κάθε στιγμή έναν χρόνο απόλυτο, όλο δικό του, κι ας τον κλέβουν οι εκάστοτε εξουσίες, κι ας τον τεμαχίζει η γύρω πραγματικότητα, αυτός μπορεί να τον αποκαθιστά αυτούσιο μέσα στον νού του, να τον ακεραιώνει μέσα στο δυνατό κόκκινο χρώμα που έχουν τα γεράνια στη γλάστρα του. …Στα ποιήματά του έρχεται ίσαμε την κόλλα του χαρτιού του, ανεπιτήδευτος, απλός, έχοντας προς στιγμήν λησμονήσει την οικείωσή του με την κορυφαία στιγμή αυτής της τέχνης. Έρχεται με την αμεσότητα σχεδόν λαϊκού ποιητή, που, κι ας πέρασαν αιώνες λόγου, θ' αρθρώσει την πρώτη λέξη τώρα. Τώρα θα μαγευτεί απ' το πολύ πράσινο που τον ξημέρωσε, τώρα θα μεθύσει απ' ένα «σ' αγαπώ». Προφέρει τις συλλαβές του με την εμπιστοσύνη ότι απευθύνεται πάντα κάπου, με τη σοβαρότητα του ακατάληπτου που κλείνουν και τα πιο φθαρμένα ακόμα νοήματα, με τον κίνδυνο της ανατροπής που φέρει η διάθεσή του, με την ασφάλεια της ειλικρίνειάς του". 


Ας θυμηθούμε ότι τη σχέση Θεοδωράκη – Ηλιοπούλου, «στοιχειώνει» το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη, το οποίο απήγγειλαν από κοινού συγκινητικά σε μια ηχογράφηση με φόντο το Adagio του Μίκη Θεοδωράκη. 
Κι ακόμα, σε ομιλία της στο Διεθνές Συνέδριο για τον Μίκη Θεοδωράκη, στα Χανιά το 2005 (με αφορμή τα 80χρονα του μεγάλου συνθέτη), η Ιουλίτα Ηλιοπούλου ξεκαθάρισε: «Αν η ποίηση δεν είναι περιοριστικά και μόνον η τέχνη του έναρθρου λόγου, αν η ποίηση είναι, όπως έγραφε ο Γιώργος Σαραντάρης, εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ, αν όπως υποστηρίζει ο Οδυσσέας Ελύτης αποτελεί το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας, αν το ποίημα είναι παντού όπως επίμονα επαναλαμβάνει ο Γιώργος Σεφέρης, τότε η περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη θα μπορούσε στο σύνολό της να χαρακτηρισθεί ως γνήσια κι εξόχως ποιητική.» 
Μας λέει, δηλαδή, η ποιήτρια ότι η όλη περίπτωση Θεοδωράκη είναι ποιητική! 
Στην ίδια ομιλία της λέει, επίσης: «Κύμα είναι και ξεσπά ο Μίκης Θεοδωράκης πάνω σε μία συχνά υπνώτουσα πραγματικότητα, με την λυρική του ιδιοσυγκρασία, με το δυναμικό στοχασμό του, με την πολύτροπη και ρωμαλέα μουσική του, με το σύνολο της αυθεντικά ποιητικής παρουσίας του.» 
Άρα, η ποιητική ανθολογία του Μίκη, που μας προτείνει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, δεν είναι απλώς ένα βιβλίο ή έστω μια ακόμη ποιητική ανθολογία ενός σπουδαίου ανθρώπου. Είναι μια στάση ζωής. Ποιητική και αντισυμβατική. Ικανή να μαγέψει και να μεθύσει… 
Μεθύστε, λοιπόν, απ’ τ’ αθάνατο κρασί του Θεοδωράκη, με μελωδίες από σιωπή…
Παραθέτουμε στη συνέχεια ολόκληρη την ομιλία της Ιουλίτας Ηλιοπούλου για την ποητική γραφή του Μίκη Θεοδωράκη, καθώς και το σχετικό βίντεο από το Συνέδριο του 2005.

 

 ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Με τη μουσική των λέξεων: η ποιητική γραφή του Μίκη Θεοδωράκη

Αν η ποίηση δεν είναι περιοριστικά και μόνον η τέχνη του έναρθρου λόγου, αν η ποίηση είναι, όπως έγραφε ο Γιώργος Σαραντάρης, εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ, αν όπως υποστηρίζει ο Οδυσσέας Ελύτης αποτελεί το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας, αν το ποίημα είναι παντού όπως επίμονα επαναλαμβάνει ο Γιώργος Σεφέρης, τότε η περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη θα μπορούσε στο σύνολό της να χαρακτηρισθεί ως γνήσια κι εξόχως ποιητική.

Γιατί είναι ίσως ο τελευταίος αναγεννησιακός Έλληνας πού συλλαμβάνει καθολικά την ποιητική λειτουργία μέσα από την διαρκή εγρήγορση της σκέψης και της ευαισθησίας του, μέσα από την ανυπότακτη επαναστατικότητά του, από την άσβεστη διαμαρτυρία και διεκδίκηση, μέσα από την εναντίωση προς την τρέχουσα αντίληψη και οπωσδήποτε μέσα από την διαρκή αναζήτηση δημιουργίας.

Δημιουργίας είτε με το αλφάβητο της μουσικής είτε της γλώσσας, ή και των πράξεων. Το υλικό της σκέψης και δράσης του είναι πάντα τα ίδια τα φαινόμενα της ζωής, το μέσον κάθε φορά και κατά περίπτωση ποικίλει σ’ αυτήν την αρχιτεκτονική του μέλλοντος στην οποία από νωρίς έχει τάξει τον εαυτό του.

Πως λοιπόν θα μπορούσε νά εξαιρεθεί απ’ την δημιουργική δραστηριότητά του η αυτονόητη καταφυγή στον κοινό κώδικα της γλώσσας και μάλιστα στην πιο μουσική της διάρθρωση, την ποιητική γραφή; Πως θα μπορούσε να εξαιρεθεί η ποίηση από έναν μουσικό πού ξέρει νά σταθμίζει το ειδικό βάρος των λέξεων, να τιμά τη μετασχηματιστική ισχύ τους, να αποδεσμεύει την κρυφή τους δύναμη και νά δίνει ,χάρις στην υψηλή ποιητική νοημοσύνη του, μελοποιώντας ένα πολύτιμο ανθολόγιο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Πραγματώνοντας την ρήση του Pierre Reverdy «η τέχνη από και για τη ζωή, η ζωή για και από την τέχνη» και υπακούοντας στη μόνη πειθαρχία πού ξέρει και πού είναι η έμφυτη παρόρμηση ο Μίκης Θεοδωράκης παίζει με τη μουσική ενέργεια των λέξεων και γράφει σε στίχους.

Ήδη από το 1942, μόλις δεκαεπτά χρονών και μέσα στη γερμανική κατοχή γράφει το «Σιάο», με όλη την ευαισθησία αλλά και τη ρητορικότητα που επιτρέπει η νεότητα, αφιερώνοντας τη συλλογή στις καρδιές εκείνων πού τολμούν ….Ακολουθούν τα πρώιμα ποιήματα του έρωτα και του πολέμου γραμμένα στην Τρίπολη και την Αθήνα την περίοδο ’42-’46. Τα ποιήματα της εξορίας γραμμένα στην Ικαρία το ’47 -εδώ βρίσκεται και το συγκινητικό σημειωματάριο «Το σπίτι με τούς σκορπιούς» με τα κατατοπιστικά και καλαίσθητα σχέδια του συνθέτη. Στη συνέχεια ακολουθούν ποιήματα της δεύτερης περιόδου εξορίας στην Ικαρία και την Μακρόνησο το ’48-’49 , το τραγούδι του Νεκρού αδελφού το ’61, τα δύο προφητικά τραγούδια του ’63, Ο Ήλιος και ο Χρόνος το ‘ 67 σε σκληρές συνθήκες κράτησης, τα τραγούδια του Ανδρέα το’ 68 για τον Ανδρέα Λεντάκη. Και συνεχίζει σε μία ακόμα εξορία στη Ζάτουνα το ’68-69 νά γράφει τις Αρκαδίες -εκεί και το θαυμάσιο στην καθαρότητα του «Είχα τρεις ζωές η μία για να πονάει / η άλλη για νά θέλει / κι η τρίτη για να νικά.

Ακολουθούν τα τραγούδια του Αγώνα, ο Ωρωπός, κι αργότερα το ’70-’73 ποιήματα γραμμένα στο Παρίσι και την Λατινική Αμερική όπου ξεχωρίζει η μεγαλύτερη μονάδα της «Νεκρής Εποχής» για να συνεχίσει μετά την πτώση της δικτατορίας, στην μεταπολίτευση πια νά γράφει ποιήματα όπως τον Διόνυσο, τη Βεατρίκη στην Οδό μηδέν ή και την μεγαλύτερη σύνθεση των Χαιρετισμών, ποίημα του 1981.

Η πλειονότητα των ποιημάτων είναι σε παραδοσιακό στίχο -(έμμετρο-ομοιοκατάληκτο) απηχώντας τόσο τη δημοτική παράδοση -κυρίως τα θρηνητικά ποιήματα- όσο και την λόγια κλασσική, ποιήματα που δείχνουν ταυτόχρονα την πρώτη τους αφόρμηση αλλά και τον τελικό τους προορισμό που δεν είναι άλλος από τη μουσική. Πολλά από τα ποιήματά του θα αποτελέσουν αργότερα επιτυχημένα τραγούδια. Ωστόσο από το 1946 κιόλας στους «Πέντε στρατιώτες» αλλά και μετά, στην Νεκρή εποχή, στους Χαιρετισμούς θα υιοθετήσει την σύγχρονη γραφή του ελεύθερου στίχου.

Δεν θα ‘ταν άσκοπο νά επισημανθεί εδώ αυτό πού από γνώση και διαίσθηση αναγνωρίζει απόλυτα ο Θεοδωράκης: το γεγονός ότι η ποίηση έχει γι’ αυτόν μία υπόσταση διττή, από τη μία μεριά υπάρχει η ποιητική έρευνα πού δίνει την τολμηρή λυρική έκφραση, που ανασυνθέτει την πραγματικότητα, ποίηση που ξέρει ο ίδιος να επιλέγει και να μελοποιεί και από την άλλη μεριά υπάρχει η ελεύθερη, παρορμητική, απροσποίητη κατάθεση της ψυχής του, που ακολουθεί συγκινητικά τα κύματα της πολυτάραχής του ζωής.

«Δεν είμαι ποιητής, γράφει ο ίδιος στο Χρέος, όταν όμως οι στίχοι αρχίζουν νά σφυροκοπούν στο μυαλό μου, ένιωσα πόσο οι λέξεις μπορούν νά ντυθούν στο αίμα· πόσο μπορεί να με λυτρώσουν.»

Και γράφει ο Θεοδωράκης κάτω από αυτή την ανάγκη λύτρωσης, από την ανάγκη σαφήνειας του γλωσσικού κώδικα και συνάμα από την ανάγκη να κατοικηθεί με ήχους έναρθρους η μοναξιά του.

Κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα θα πρέπει νά διαβαστεί η περιπέτεια της ποιητικής του γραφής. Η αυστηρότητα φιλολογικών κριτηρίων η συνεξέταση των ποιημάτων του με την σύγχρονή του ποιητική παραγωγή, ή με τα αισθητικά ρεύματα του 20ου αιώνα, τον υπερρεαλισμό κυρίως, η ενδελεχής μελέτη της φόρμας και της πρωτοτυπίας στην εκφραστική θα παραπλανούσε τον αναγνώστη, βιάζοντας τον να δεχτεί προς στιγμήν την παράπλευρη αυτή δραστηριότητα του Θεοδωράκη ως το κύριο καλλιτεχνικό του πεδίο.

Aς μην ξεχνάμε, ωστόσο, πόσο πολύτιμο υλικό για την κατανόηση της σκέψης και προσωπικότητας καλλιτεχνών παρέχουν πάντα οι παράπλευρες, του κύριου έργου τους δημιουργίες. Τα σχέδια και η μουσική του Λόρκα, τα τέσσερα κοριτσάκια του Πικάσο, τα λιμπρέτι του Μενότι, το εικαστικό έργο του Ελύτη, λειτουργούν όχι μόνο ως σημαντικά ντοκουμέντα αλλά και ως ένας πλάγιος φωτισμός που συμβάλλει στην σφαιρική κατανόηση της προσωπικής μυθολογίας του κάθε δημιουργού. Γίνονται οι εσωτερικοί καθρέφτες της ανύποπτης στιγμής του καλλιτέχνη, όταν δοκιμάζεται σ’ ένα διαφορετικό πεδίο από το δικό του, εκεί όπου μετριάζεται η ευθύνη και μεγιστοποιείται η χαρά της ελεύθερης έκφρασης.

Για τον Μίκη Θεοδωράκη λοιπόν, τα ποιήματα γίνονται οι καθρέφτες του βλέμματος του, οι σιωπηλές κραυγές, τα εσωτερικά πορτραίτα των περιπετειών του, ή απλά όψεις μιας παράξενης και όμως μοναξιάς. Στιγμές είναι που διαγράφουν όλο το φάσμα της συναισθηματικής κλίμακας, στιγμές που φωτογραφίζουν τους έρωτες, τις εξορίες, τις φυλακίσεις, τους θρήνους, αλλά και τη συνεχή διεκδίκηση ελεύθερης και δίκαιης βίωσης για τον ίδιο, για όλους.

Κάτω από τη μουσική ακούγεται η σιωπή γράφει κάπου ο Θεοδωράκης, κάτω όμως απ’ τη σιωπή σαν τα υποπετρίδια όνειρα των αρχαίων ξεμυτίζουν οι λέξεις, λέξεις πού στα χείλη του γίνονται το χνούδι του έρωτα, τα καρφιά του πολέμου, το μπουρλότο της επανάστασης. Αναζητά, αναζητά και βρίσκει «μία λέξη πού να μην περιέχει τη σιωπή» και την κάνει καθρέφτη αλλά και σύντροφό του. Της αποσπά το βάρος της σιγής και της δίνει τον ήχο της ψυχής του.

Με γρήγορη λοιπόν κίνηση, ανασύρει απ’ τα «ποτάμια της νύχτας» τις δικές του σχεδίες – ποιήματα, επιβιβάζεται και προχωρεί ακάθεκτος μέσα στα νερά της δική του Ελλάδας. Μονολογεί αλλά και διαλέγεται ταυτόχρονα με τον σαν φανταστικό μα πάντα παρόντα άλλο, μιλά με την απροσποίητη αμεσότητα αυτού που αρθρώνει το σ’ αγαπώ για πρώτη φορά:

Σαν έρθει το βράδυ
και διώξει τη μέρα
θα να ‘ρθω κοντά σου
με τ’ όνειρό μου ….

γράφει το ’42. Για να συνεχίσει τέσσερα χρόνια μετά λέγοντας:

Το στήθος μου επλάτυνε πολύ για να χωρέσει
το μικρό γιασεμί που έσπειρες
με τα λεπτά σου δάχτυλα τούτη τη νύχτα
στην καρδιά μου….

Ή αργότερα, το 1987, θα πει απερίφραστα:

Βροχή μία Κυριακή
που μ’ έδεσες για πάντα
Βεατρίκη πάψε να γελάς.

Η τρυφερότητα του ωστόσο μπορεί να γίνεται κατά τον άνεμο των γεγονότων και πούπουλο και μαχαίρι :

Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο
μετρώ τούς χτύπους το αίμα μετρώ
είμαι θρεφτάρι μ’ έχουν κλείσει στο σφαγείο
σήμερα εσύ, αύριο εγώ

γράφει στα τραγούδια του Ανδρέα, το ’68.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι αυθεντικός και παρά τη θέλησή του, με την τόλμη της ειλικρινούς πράξης, καταφέρνει χωρίς την έγνοια της καλλιέπειας να γίνεται αισθητικά γοητευτικός, μες τον λεπτό λυρικό του τόνο:

Μενεξεδένια πολιτεία
στείλε μου το χέρι σου να μου χαϊδέψει τα μαλλιά

γράφει στον Ήλιο και τον Χρόνο, και πάλι στους Χαιρετισμούς με επικριτική πλην όμως στοχαστική διάθεση θα δει τον νέο κόσμο:

Τώρα η Αθήνα γέμισε
με πόνο πολυτέλειας
αριστοκρατικό
μακρινό

Με λέξεις κολλημένες στο κακό νέφος
Γέμισαν οι δρόμοι
περιττές ώρες
περιττά χρόνια
παραδεισιακές κολάσεις
δροσερές πυρκαγιές

Έχοντας πάντα αξεχώριστες μέσα του τις έννοιες του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους ο Μίκης Θεοδωράκης γίνεται το αόρατο φίλτρο που δέχεται το παν και το παντού της ελληνικής, της ανθρώπινης περιπέτειας για να δώσει το δικό του απόσταγμα ευαισθησίας, με την αυθορμησία παιδιού, αλλά και με την κατάνυξη του μοναχικού ιδιώτη «πού σα να μονολογεί σωπαίνει» ή που σα να σωπαίνει μονολογεί.

Κύμα είναι και ξεσπά ο Μίκης Θεοδωράκης πάνω σε μία συχνά υπνώτουσα πραγματικότητα, με την λυρική του ιδιοσυγκρασία, με το δυναμικό στοχασμό του, με την πολύτροπη και ρωμαλαία μουσική του, με το σύνολο της αυθεντικά ποιητικής παρουσίας του.

Χάρις σε κείνον, – όπως χάρις και σε άλλους μεγάλους καλλιτέχνες – μπορούμε νά θυμόμαστε πάντα ότι κι όταν έξω από την πόρτα μας υλακούν το συμφέρον, η βία, ο φανατισμός κι όλα τα ιδιωτικά και δημόσια παράγωγα της λέξης τρόμος, υπάρχει μία ευθεία γραμμή πενταγράμμου που βγάζει σε ξέφωτο, υπάρχει μία λέξη στο λευκό χαρτί πού ξέρει νά πνίγει τούς κάθε λογής δαιμόνους στο «άσπιλο του νου» της.

«Κοιτάζω μία γραμμή στο πεντάγραμμο που έχω μπροστά μου, έγραφε ο Θεοδωράκης το ’69 και σκέφτομαι ότι αυτή και μόνο φτάνει για να σαρώσει σαν χάρτινο πύργο το καθεστώς της κτηνώδους βίας που εγκατέστησαν μπροστά στη πόρτα μου.»

Μία γραμμή στο πεντάγραμμο, μία λέξη στη σελίδα, μία βαθιά πίστη στη δύναμη της τέχνης κυρίες και κύριοι τα ισχυρά όπλα μιας ζωής, της ζωής του Μίκη Θεοδωράκη. Χρόνια του Πολλά.

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021

ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΧΩΝΙΑΤΗ


Το βιβλίο «Βίος, Ἀκολουθία καί Παρακλητικός Κανών τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Μιχαήλ τοῦ Χωνιάτου Μητροπολίτου Αθηνῶν», το οποίο εκδίδει η Ενορία μας, ο Αγ. Γεώργιος Νέου Ψυχικού, ανήκει σε μια ξεχασμένη από το ευρύ κοινό κατηγορία του είδους. Πρόκειται για ποιητικό έμμετρο κείμενο το οποίο προορίζεται για λειτουργική χρήση σε ορθοδόξους ναούς, σύμφωνα με το καθιερωμένο από αιώνων μοναστικό τυπικό. 
Του ποιητικού κειμένου, έργο του Υμνογράφου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας Δρος Χαραλάμπους Μπούσια, προηγείται η εκτενής βιογραφία του τιμωμένου προσώπου από τον Δρα Βυζαντινής Φιλολογίας αρχιμ. Νεκτάριο Καρσιώτη, ενώ την έκδοση χαιρετίζει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος Β’. 


Η έκδοση γίνεται με αφορμή την διπλή επέτειο στην οποία μας εισάγει το έτος 2022: 
- Οκτακόσια έτη συμπληρώνονται από την κοίμηση του Μικρασιάτη αγίου Μιχαήλ του Χωνιάτου, ο οποίος έζησε και έδρασε ποικιλοτρόπως στο κλεινόν Άστυ κομίζοντας το πρώιμο διαφωτιστικό πνεύμα της Βασιλεύουσας του 12ου αιώνος και αφήνοντας πλουσιότατο συγγραφικό έργο, τιμηθείς αμέσως από τον αττικό λαό ως άγιος, 
- Εκατόν έτη από την Μικρασιατική καταστροφή, η οποία οδήγησε στα ίδια μέρη των Αθηνών Μικρασιάτες πρόσφυγες από τα Βουρλά και το Μελί της Ερυθραίας, οι οποίοι επιδόθηκαν σε έναν αγώνα δημιουργικότητας αφ’ ότου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Νέου Ψυχικού, καθιστώντας το προάστιο πρότυπο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. 
Δύο χιλιάδες πεντακόσια χρόνια μετά την νίκη των Ελλήνων κατά τους Περσικούς Πολέμους, της οποίας αιώνιο μνημείο θα παραστέκει η Ακρόπολη των Αθηνών, στην Πινακοθήκη της οποίας έζησε ο αγ. Μιχαήλ Χωνιάτης για περίπου είκοσι πέντε χρόνια, η Ενορία του Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού αφιερώνει την έκδοση αυτή στους ανά τους αιώνες Φύλακες του Ιερού Βράχου. 
Σας αναμένουμε με πολλή χαρά στην παρουσίαση του βιβλίου!
Αρχιμ. Μιχαήλ Σταθάκης


Ο Διεθνής Οργανισμός "Αναλόγιο" σε συνεργασία με το Ενοριακό Συμβούλιο του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού σας προσκαλεί στην παρουσίαση του προγράμματος του "Διεθνές Φεστιβάλ Αναλόγιο 2021" και της έκδοσης «Βίος, Ακολουθία και Παρακλητικός Κανών του εν αγίοις Πατρός ημών Μιχαήλ του Χωνιάτου Μητροπολίτου Αθηνών», την Τρίτη 7/9 στις 19:30 στην Κεντρική σκηνή του Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο. 
Ομιλητές: 
- Σμαρώ Κώτσια, Εκτελεστική Διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Αναλόγιο, θεατρολόγος
- Αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Σταθάκης, αρχαιολόγος – θεολόγος 
- Θανάσης Βασιλείου, επιμελητής Εκδόσεων – μεταφραστής 
Συντονίζει ο Κωνσταντίνος Μπούρας. 
Ερμηνεία του ποιήματος του αγ. Μιχαήλ Χωνιάτη "Έρως Αθηνών" 
Θεοδώρα Μαγγίνα, πρωτότυπη σύνθεση 
Δάφνη Πανουργιά, σοπράνο
Κωστής Θέος, βιολοντσέλο 
Παναγιώτης Ανδριόπουλος, φωνή. 

Ο "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ" ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ


Τον Μάρτιο του 2009 στην εκδήλωση του Συνδέσμου Φιλολόγων Πάτρας για τον Γιάννη Ρίτσο, που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Φιλαρμονικής Εταιρείας – Ωδείου Πατρών, παρουσιάσαμε με το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" τον Επιτάφιο του Ρίτσου στην ανυπέρβλητη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. 
Οι φίλοι μου, Μαριμέλ Χρύση - τραγούδι και Τάσος Σπηλιωτόπουλος - πιάνο, ενστερνίστηκαν την χατζιδακική άποψή μου για μια λυρική εκδοχή του έργου κι έτσι το παίξαμε για φωνή και πιάνο.
Στη μνήμη του Μίκη Θεοδωράκη. 


Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΝΕΚΡΩΣΙΜΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ - ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ REQUIEM


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Ο μέγας Μίκης αναχώρησε σήμερα για την αιωνιότητα. 
Είναι, νομίζω, ο μοναδικός έλληνας συνθέτης που ασχολήθηκε με το Ρέκβιεμ της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ήτοι με την Νεκρώσιμη Ακολουθία, που περιλαμβάνει και τα περίφημα ιδιόμελα τροπάρια του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. 
Φρονώ πως με αυτό το δικό του έργο θα πρέπει να τον προπέμψουμε. 
Ας δούμε την ιστορία του. 
Περίπου 40 χρόνια χωρίζουν την πρώτη απόπειρα σύνθεσης θρησκευτικής μουσικής («Κασσιανή», 1942) του Μίκη Θεοδωράκη από το Requiem (1984), το οποίο είναι αφιερωμένο στους νεκρούς της σφαγής των Καλαβρύτων (13 Δεκεμβρίου 1943). 
Ο Θεοδωράκης είναι γνωστό πως ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία σαν διευθυντής στην εκκλησιαστική χορωδία του ναού της Αγίας Βαρβάρας στην Τρίπολη Αρκαδίας στα 1941-42, όταν δηλαδή ήταν 16 ετών. Θέλοντας να πλουτίσει το ρεπερτόριο, άρχισε να συνθέτει εκκλησιαστικά έργα. Από τις συνθέσεις εκείνης της εποχής έχει μείνει το «Τροπάριο της Κασσιανής» (1942), το οποίο γράφτηκε αρχικά για ανδρική χορωδία και μεταγράφηκε για μικτή χορωδία από τον συνθέτη σαράντα χρόνια αργότερα, στα 1982. Εκεί, στη διετία 1982-84, συνθέτει την Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και το Ρέκβιεμ. 
Το έργο, που φέρει παρενθετικά τον τίτλο Ακολουθία εις κεκοιμημένους για σολίστ, μικτή χορωδία, παιδική χορωδία και ορχήστρα, αποτελεί έναν μουσικό «φόρο τιμής στη μνήμη των εθνομαρτύρων της νεώτερης ιστορίας μας», όπως αναφέρει ο συνθέτης σε επεξηγηματικό σημείωμά του για την ανατύπωση της παρτιτούρας του Requiem από τις Εκδόσεις Ρωμανός, το 1987. Και συμπληρώνει: 
«Το δέος του “απαίδευτου” Έλληνα που με διακατείχε όταν για πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα, έφηβος ων, συγχορδίες μέσα στην εκκλησία, είχε σβήσει ύστερα από 40 και πλέον έτη μουσικού βίου. […] Το αποτέλεσμα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εκπλήρωση ενός εφηβικού πόθου, μιας νεανικής φιλοδοξίας, που είχε σαν μέγιστα πρότυπα τον Πολυκράτη και τον Σακελλαρίδη. Η βασική διαφορά του Requiem από τα προηγούμενα εκκλησιαστικά έργα μου έγκειται τόσο στην ίδια την υφή του “μέλους”, όσο και στην εναρμόνισή του. Από ’κεί και πέρα μεγάλη σημασία έχει η χρήση των φωνών της χορωδίας, καθώς και η σχέση ανάμεσα στα τρία βασικά μουσικά υλικά, δηλαδή τους σολίστ, τη μικτή και την παιδική χορωδία». 
Όσο για το κείμενο της Ακολουθίας εις κεκοιμημένους, το οποίο ανήκει εν πολλοίς στον συριακής καταγωγής βυζαντινό μελουργό και άγιο Ιωάννη μοναχό τον Δαμασκηνό, ο Μίκης Θεοδωράκης επισημαίνει ότι είναι «ένα από τα υψηλότερα ανθρώπινα, πνευματικά, φιλοσοφικά και ποιητικά επιτεύγματα του ελληνικού λυρικού λόγου. Μας βοηθά να ανακαλύψουμε τις ορθές και πραγματικές μας διαστάσεις μέσα στην παγκόσμια τάξη των πραγμάτων. Μας καλεί σε μια μεθυστική κατάδυση στο βάθος του εαυτού μας για να ανακαλύψουμε το “φως που καίει”, την ουσία και την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης μας. Να ενωθούμε με το μυστήριο του θανάτου, σαν τη μόνη εγγύηση και οδό, ότι έτσι ανακαλύπτουμε την ουσία της ζωής». 
Το έργο ακολουθεί πιστά τη δομή της εκκλησιαστικής ακολουθίας και περιλαμβάνει τα μέρη: 
Εν τω ναώ, Στάσις Α΄, Στάσις Β΄, Στάσις Γ΄, Δόξα-Τριαδικόν και Νεκρώσιμα Ιδιόμελα του Ιωάννου του Δαμασκηνού. 


Ο Γερμανός μουσικολόγος Andreas Brandes, λέει για το έργο: 
«Η Λειτουργία των Νεκρών ψάλλεται στην Ελλάδα με την παραδοσιακή βυζαντινή μουσική που συνέθεσε κάποιος ανώνυμος συνθέτης του 9ου μετά Χριστόν αιώνα επάνω σε κείμενο του εκκλησιαστικού ποιητή Δαμασκηνού. Πέρα απ΄αυτή τη μουσική και τις παραλλαγές της κανείς άλλος δεν επεχείρησε να συνθέσει νέα μουσική επάνω στο θαυμάσιο κείμενο του βυζαντινού ποιητή που θεωρείται σαν ένα από τα ωραιότερα της Ελληνικής γραμματολογίας. 
Στα 1983-84 ο Μίκης Θεοδωράκης συνθέτει τη δική του «Ακολουθία εις κεκοιμημένους», όπως είναι ο πραγματικός τίτλος και όχι Requiem, τίτλος που χρησιμοποιείται υποχρεωτικά για το παγκόσμιο κοινό. Στην ουσία πρόκειται για το ίδιο πράγμα, μιας και τόσο η έμπνευση όσο και ο προορισμός είναι ο ίδιος. Η «Ακολουθία» όπως και το Requiem, είναι η φιλοσοφική ενατένιση του ανθρώπου μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου. Ο δε προορισμός του έργου είναι ο τελευταίος μουσικός- ποιητικός χαιρετισμός του νεκρού τη στιγμή που ξεκινά για το αιώνιό του ταξίδι. 
Όπως είναι γνωστό, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν επιτρέπει τη χρήση μουσικών οργάνων. Επομένως, όσα έργα προορίζονται για την Εκκλησία είναι υποχρεωτικώς φωνητικά. Το Requiem του ο Θεοδωράκης το προορίζει για το τελετουργικό του αποχαιρετισμού των νεκρών, όπως γίνεται σήμερα στις ορθόδοξες εκκλησίες. 
Όμως όταν εκτελέστηκε σε εκκλησίες, αυτό έγινε με τη μορφή της συναυλίας, γιατί εκτός του ότι η Ελληνική Εκκλησία είναι πολύ δύσκολη σε κάθε εκσυγχρονισμό, στο έργο του Θεοδωράκη τα μέρη που πρέπει να ψάλλονται από τους ιερείς είναι πολύ δύσκολα, ώστε να χρειάζονται ειδικές γνώσεις και προετοιμασία. Ίσως κάποια μέρα να γίνει κι αυτό, όπως έχει γίνει με τη ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Νο 1 και την ΚΑΣΣΙΑΝΗ που ψάλλονται συχνά στις ελληνικές εκκλησίες. 


Στο Requiem του ο Θεοδωράκης χρησιμοποιεί δύο χορωδίες, μια παιδική και μια μικτή και τρεις σολίστ, σοπράνο, άλτο και μπάσο. Βασικό στοιχείο του έργου είναι το μέλος. Η σύνθεση της μελωδικής γραμμής ακολουθεί το ποιητικό κείμενο νόημα με νόημα, φράση με φράση, λέξη με λέξη. Επάνω σ΄αυτό το βασικό υλικό που μπορεί να θεωρηθεί – όπως τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια του Θεοδωράκη- σαν απ΄ευθείας συνέχεια της βυζαντινής μουσικής παράδοσης, ο συνθέτης χτίζει το αρμονικό και αντιστικτικό του μέρος, με βασικά στοιχεία επίσης βυζαντινά, όπως είναι ο ισοκράτης (pedal) και αρμονίες που βγαίνουν μέσα απ΄το ίδιο το μελωδικό υλικό. Έτσι το Requiem μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα σύγχρονο βυζαντινό έργο. Από την άποψη της μουσικής αποτύπωσης της πεμπτουσίας της βυζαντινής παράδοσης «περασμένης» μέσα από το δημιουργικό φίλτρο της έμπνευσης ενός σύγχρονου συνθέτη». 


Το έργο παρουσιάστηκε και ενορχηστρωμένο από τον Νίκο Πλατύραχο, στις 28 Νοεμβρίου 1993, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (για την επέτειο των 50 χρόνων από το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων), με την Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ, τη Χορωδία της ΕΡΤ, τη Χορωδία Μακεδονίας και την Παιδική Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας. 
Εδώ παραθέτουμε την ιστορική, πλέον, Α’ παγκόσμια παρουσίαση του έργου στις 29 Απριλίου 1985 στο Θέατρο του Κολλεγίου Αθηνών. 
Συμμετέχουν: 
- Το φωνητικό σύνολο «Οι Τραγουδιστές» 
- Η Παιδική χορωδία του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας (Διδασκαλία: Δημήτρης Καρβούνης) 
- Σολίστ: Misa Ikeuchi (Υψίφωνος) Κική Μορφωνιού (Μεσόφωνος), Φραγκίσκος Βουτσίνος (Βαθύφωνος) Στέλιος Γιαννακούλας, Αντιγόνη Κερετζή & Κίμων Βασιλόπουλος. 
- Διευθύνει ο Αντώνης Κοντογεωργίου.


Παραθέτουμε στη συνέχεια και κάποια αποσπάσματα από την Νεκρώσιμη Ακολουθία του Μ. Θεοδωράκη: 
Επίβλεψον επ' εμέ, Εμνήσθην του προφήτου, Χριστός σε αναπαύσοι, Ανάπαυσον Σωτήρ 
Ερμηνεία: 
Μικτή Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας. 
10ο Διεθνές Φεστιβάλ Ορθόδοξης Θρησκευτικής Μουσικής «Θεοτόκος -- Άξιον Εστί». 
Pomorie (Αγχίαλος) Βουλγαρία. 
Διεύθυνση: Δημήτρης Καρβούνης. 
Σολίστ: Θεόδωρος Νικολαίδης. 
7-11 Ιουνίου 2013.

 

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΔΗΜΑΡΧΟ ΠΑΤΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Προς τον κ. Δήμαρχο Πάτμου

Ελευθέριο Πέντε

Κοινοποίηση: στα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, στον Πρόεδρο του Πνευματικού Κέντρου κ. Νικόλαο Κουτούζο και τα μέλη του ΔΣ του Πνευματικού Κέντρου

Κύριε Δήμαρχε,

Με θλίψη, όσοι ασχολούμαστε με τον πολιτισμό, παρακολουθούμε την έκπτωση του Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής Πάτμου, το οποίο διέγραψε μια λαμπρή πορεία στο παρελθόν.

Φέτος, η διοργάνωση περιορίστηκε σε τρεις εκδηλώσεις, οπότε δεν μπορούμε να μιλάμε για φεστιβάλ.

Επίσης, στο Φεστιβάλ συμμετείχαν η σοπράνο Σόνια  Θεοδωρίδου, η Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης και  η επταμελής Ορχήστρα Μόμπιλε, σε διεύθυνση Θεόδωρου Ορφανίδη, του και καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ.

Άρα, μιλάμε για μια εξαιρετικά περιορισμένη διοργάνωση, αφού οι παραπάνω συντελεστές εκτείνονταν και στις τρεις εκδηλώσεις. Δεν υπήρχε, δηλαδή,  μια ευρύτερη συμμετοχή  συντελεστών, ώστε να δικαιολογείται ο όρος «φεστιβάλ».

Ενστάσεις υπάρχουν και για την συμμετοχή της κας Σόνιας Θεοδωρίδου  στο έργο «Ύμνοι Αγγέλων σε Ρυθμούς Ανθρώπων», αφού ο Σταύρος Κουγιουμτζής το έγραψε έχοντας υπ’ όψιν του τον Γιώργο Νταλάρα, δηλαδή μια λαϊκή φωνή.

Τώρα, ας πάμε στην αμετροέπεια των βιογραφικών.

Με ποια λογική το Φεστιβάλ υιοθετεί την πρόταση ότι η κα Σόνια Θεοδωρίδου «αποτελεί μαζί με την Μαρία Κάλλας και την Αγνή Μπάλτσα το τρίπτυχο των κορυφαίων ελληνίδων λυρικών καλλιτεχνών»; Αν αυτό πιστεύει η κα Σόνια Θεοδωρίδου, είναι δικαίωμά της, αλλά από τη στιγμή που γράφεται δημόσια θα πρέπει να δεχτεί και τον αντίλογο. Γιατί  ποιος κριτικός του διεθνούς στερεώματος ή και εγχώριος, έγραψε ποτέ κάτι τέτοιο; ΚΑΝΕΙΣ. Ούτε στον μουσικό κόσμο ή στο κοινό υπάρχει η συνείδηση ότι η κα Θεοδωρίδου μπορεί να συγκριθεί με την Κάλλας και την Μπάλτσα. Άλλωστε ασχολείται πλέον με τον Σάκη Ρουβά (sic) και ο λυρικός εαυτός της …υπνώττει βαθέως…

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Θόδωρος Ορφανίδης στο μισό βιογραφικό του υπεραίρεται  ότι …έβγαλε στη σκηνή τον Σάκη Ρουβά για να τραγουδήσει το «Άξιον εστί» του Μίκη Θεοδωράκη και από κάτω είχε 20.000 κόσμο! Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Είναι αυτό δικαίωση και καταξίωση ενός σοβαρού μαέστρου συμφωνικής μουσικής ή όπερας;

Κύριε Δήμαρχε,

Πρέπει να καταλάβετε ότι το Φεστιβάλ έχει εκτραπεί σε μη σοβαρές ατραπούς. Μιλάμε για το ιερό νησί της Πάτμου και η ευθύνη βαρύνει και εσάς για τις επιλογές σας.

Το Φεστιβάλ έχει ήδη περιπέσει σε ανυποληψία.

Ελπίζουμε και ευχόμαστε να το συνεφέρετε.

Με εκτίμηση

Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος

Θεολόγος – μουσικός

Related Posts with Thumbnails