Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021
Μαρία Χατζηαποστόλου: Ανοιχτή Επιστολή στον Μίκη Θεοδωράκη
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΟΓΑΡΑ ΣΤΑ ΑΡΑΒΙΚΑ
Ο ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΕ ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΣΤΑ 1947
Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021
Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης
‘Ένα νέο βιβλίο από την επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά «Παράφυλλα» των εκδόσεων Σάκκουλα
Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
Με το εν γένει Δίκαιο που διέπει τη μετά θάνατον διάθεση του
ανθρωπίνου λειψάνου, λαμβανομένων υπόψη των πολύπλοκων, αλλά και ευαίσθητων
ζητημάτων που συνδέονται με τα θέματα της ταφής και αποτέφρωσης, κυκλοφορήθηκε
προσφάτως από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα το υπό τον τίτλο «Το Δίκαιο
της ταφής και της αποτέφρωσης» βιβλίο, με συγγραφείς τους κ.κ. Γεώργιο Ι.
Ανδρουτσόπουλο, επίκουρο καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής
Αθηνών και Βασίλειο Κ. Μάρκο, δικηγόρο, Δρ. Νομικής.
Πρόκειται για μια μελέτη η οποία έχει συμπεριληφθεί στην
επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα» (των εκδόσεων Σάκκουλα), η οποία σειρά
ιδρύθηκε και διευθύνεται υπό του ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της
Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, του διευθύνοντος ήδη, από μακρού
χρόνου, τη σειρά «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» (από το
1999) και την Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά»
(από το 2002), του ιδίου εκδοτικού οίκου, η οποία αποτελεί και το επίσημο όργανο
της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εμπνευστής και ιδρυτής της
οποίας υπήρξε ο ίδιος.
Σκοπός του παρόντος έργου είναι να παρουσιάσει συστηματικά το
δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών, ενόψει των πολυάριθμων
νομοθετικών ρυθμίσεων των τελευταίων ετών καθώς και της (μετά από χρόνια δισταγμών και
καθυστερήσεων) θέσεως σε λειτουργία (τον Σεπτέμβριο του 2019) του πρώτου
ιδιωτικού αποτεφρωτηρίου στη Ριτσώνα Ν. Ευβοίας. Η έλλειψη στην ελληνική
βιβλιογραφία μιας συστηματικής, συγκριτικής παρουσίασης του Δικαίου της ταφής
και της αποτέφρωσης των νεκρών έδωσε στους συγγραφείς το έναυσμα να ασχοληθούν
με την οργανωμένη και συστηματική παρουσίαση των πολυάριθμων διατάξεων και
νομοθετικών παρεμβάσεων, φιλοδοξώντας το έργο τους αυτό ν΄ αποτελέσει αφενός
μεν, ένα χρήσιμο βοήθημα τόσο για τους νομικούς της πράξης, όσο και για τους θεολόγους,
αλλά και για ερευνητές από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών
επιστημών οι οποίοι εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας /
θρησκευτικών κοινοτήτων, αφετέρου δε και μια αφετηρία για περαιτέρω έρευνα και
προβληματισμό.
Στην Ελλάδα το ζήτημα της αποτέφρωσης των νεκρών, εμφανίστηκε
πρώτη φορά στο δημόσιο λόγο το 1960, μετά το θάνατο του διεθνούς φήμης και αναγνώρισης
μουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος, παρά τις ορθόδοξες καταβολές του,
υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του, όταν εκφράζοντας την ύστατη
επιθυμία του είχε ζητήσει: «(…) η σορός
μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον
πλέον σύμφορον τρόπον (…)". Παρά τις ενστάσεις του τότε Αρχιεπισκόπου
Αθηνών Θεοκλήτου Β΄ (Παναγιωτοπούλου), πολλοί διακεκριμένοι θεολόγοι,
ακαδημαϊκοί αλλά και ιεράρχες της εποχής διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη στάση
της Εκκλησία εκφράζοντας την άποψη πως ότι
το θέμα της επιλογής της ταφής ή της αποτέφρωσης δεν είναι δογματικό θέμα αλλά
θέμα παράδοσης και, ως εκ τούτου, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να απορρίπτει από το
σώμα της τους πιστούς, που επιλέγουν την αποτέφρωση για λόγους συνείδησης.
Τελικά, η αποτέφρωση του Δ. Μητρόπουλου έγινε
στο Λουγκάνο της Ελβετίας, η λήκυθος με την τέφρα του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα
και παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών και αργότερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου με κατ΄ οικονομίαν
απόφαση της Ι. Συνόδου δόθηκε άδεια σε ιερέα προκειμένου να τελεσθεί Τρισάγιο
επί της ληκύθου που περιείχε την τέφρα του Δ. Μητρόπουλου.
Αργότερα, το 1977, ο θάνατος της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο
Μαρίας Κάλλας επανάφερε το θέμα στο δημόσιο προβληματισμό, αναδεικνύοντας την
επιθυμία πολλών ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στο εξωτερικό να επιστραφεί η τέφρα
τους στην πατρίδα. Η κηδεία της Μαρίας Κάλλας έγινε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του
Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Σαρωνικό κόλπο του
Αιγαίου, δύο χρόνια αργότερα με επίσημη τελετή, όπως η ίδια επιθυμούσε. Το
ζήτημα της αποτέφρωσης βρέθηκε μετ΄ επιτάσεως στο επίκεντρο του δημοσίου
διαλόγου στην Ελλάδα και το 1987, όταν ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων, ο αείμνηστος
Μιλτιάδης Έβερτ, υπό το βάρος των δραματικών συνθηκών που είχε δημιουργήσει ο
καύσωνας εκείνου του θέρους, απέστειλε σχετική επιστολή στην Ιερά Σύνοδο, η
οποία απέρριψε κάθε σκέψη για αποτέφρωση νεκρών που είχαν ξεπεράσει τους 1.300
με την πλειοψηφία (1.100 νεκροί) αυτών στην Αθήνα. Πάγια παρέμεινε – και
συνεχίζει να παραμένει - η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία –
υιοθετώντας και τηρώντας σχετική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του
1937 – «απορρίπτει την καύσιν των νεκρών ως θεσμόν απάδοντα προς την
παράδοσιν Αυτής», θέση που απορρέει από τον σεβασμό προς το ανθρώπινο
πρόσωπο και κατ΄ επέκταση στο σώμα του ανθρώπου, το οποίο αποτελεί «ναόν και κατοικητήριον
του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6, 19). Μάλιστα, μετά και από τη νομοθετική
καθιέρωση της αποτέφρωσης των νεκρών, το έτος 2006, η Εκκλησία της Ελλάδος (επί
ημερών του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου) τοποθετήθηκε εκ
νέου ευθέως κατά της επιλογής αυτής ως προς τα μέλη της, επαναλαμβάνοντας ότι: «Για
τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο
αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή σύμφωνα με την Αγία Διδασκαλία Της και
την απ΄ αιώνων Παράδοσή Της», διευκρινίζοντας για ακόμη μια φορά ότι δεν
έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για ετεροδόξους και ετεροθρήσκους,
αποφάσεις που επανελήφθησαν και εν έτει 2010 (επί αρχιεπισκοπείας του νυν
Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου Β΄).
Το υπό τον τίτλο «Ταφή και κοιμητήρια» Α΄ Μέρος του βιβλίου, αποτελείται
από δύο κεφάλαια. Στο 1ο εξ αυτών εξετάζεται η εκκλησιαστική κήδευση, η οποία
περιγράφεται σε αντιδιαστολή με την «πολιτική» κηδεία, όπου επισημαίνεται το
αδόκιμο του όρου, καθώς, ακριβώς ειπείν, αποτελεί μια θρησκευτικά
αποχρωματισμένη τελετή για τον αποχαιρετισμό του νεκρού. Επίσης, προσεγγίζεται το ζήτημα του ενταφιασμού και
της αποτέφρωσης, ως δύο όψεων της εξαφάνισης του λειψάνου. Στο 2ο κεφάλαιο
γίνεται ειδική αναφορά στα κοιμητήρια «ως τόπους ενταφιασμού» και συγκεκριμένα
περιγράφεται το νομοθετικό καθεστώς διοίκησης και λειτουργίας τους, στο οποίο
περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα των Δήμων και Κοινοτήτων, η ίδρυση και
κατάργησή τους, η λειτουργία των «εκκλησιαστικών» κοιμητηρίων, η αφή των
κανδηλίων και οι διακρίσεις ως προς την ταφή. Ιδιαίτερες ενότητες αφιερώνονται
στους «Οικογενειακούς τάφους» και στην προστασία που επιφυλάσσει η ελληνική
έννομη τάξη απέναντι στις προσβολές νεκρού και τάφου.
Το Β’ μέρος που τιτλοφορείται «Η αποτέφρωση των νεκρών»
αναπτύσσεται, επίσης, σε δύο επί μέρους κεφάλαια. Το 1ο κεφάλαιο ασχολείται με
τις προϋποθέσεις, τους χώρους και τη διαδικασία της αποτέφρωσης και το 2o με το ειδικό ζήτημα της επιλογής του
τόπου ενταφιασμού ή/και αποτέφρωσης και του τύπου της κηδείας, ήτοι
εκκλησιαστικής ή λεγομένης «πολιτικής», όπως αυτό ρυθμίζεται με τον
τροποποιητικό Ν. 4555/2018 (αρθ. 48). Το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου
ενταφιασμού - το οποίο διεξοδικώς αναλύουν οι συγγραφείς - απασχόλησε τις προηγούμενες
ημέρες την επικαιρότητα μ΄ αφορμή τη διένεξη που υπήρξε μεταξύ συγγενών και
συνεργατών του αποβιώσαντος μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη (Μιχαήλ)
Θεοδωράκη, για τον τόπο ενταφιασμού του. Το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ως ανεμένετο,
έκρινε και απεφάσισε ότι, βάσει της κειμένης νομοθεσίας (αρθ. 48 του Ν.
4555/2018 σε συνδυασμό με το αρθ. 15 του Ν. 4368/2016) θα πρέπει να γίνει σεβαστή
και να τηρηθεί η τελευταία επιθυμία του θανόντος - όπως την είχε εκφράσει με
συμβολαιογραφική πράξη τον Ιανουάριο του 2020 - για την κηδεία και την ταφή του
στον Γαλατά Χανιών (κι όχι στο Βραχάτι Κορινθίας, όπως επιθυμούσε μερίδα
συγγενών του), δίνοντας έτσι ένα τέλος στη ενδοοικογενειακή (που κατέληξε σε δικαστική)
διαμάχη των τελευταίων ημερών.
* Το έργο επιστεγάζει
ένα χρηστικό Παράρτημα, στο οποίο παρατίθεται επικαιροποιημένη και αποκαθαρμένη
η βασική νομοθεσία, που διέπει την ταφή και την αποτέφρωση, όπου έχουν ενσωματωθεί
και αναδειχθεί με τον αναγκαίο υπομνηματισμό οι πολλές κατά καιρούς
τροποποιήσεις της, ως μία οιονεί κωδικοποίηση.
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Συντονιστής Εκπ/κού Έργου κλ. ΠΕ01-Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr ).
Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2021
Ο ΔΩΔΩΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΑΓΕΥΣΤΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ
ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΙΧΑΗΛ ΧΩΝΙΑΤΗ
Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2021
Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021
"ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ" ΚΑΙ "ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ" ΑΠΟ ΤΟ "ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ" (ΒΙΝΤΕΟ)
Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021
Η ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
ΙΟΥΛΙΤΑ
ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
Με
τη μουσική των λέξεων: η ποιητική γραφή του Μίκη Θεοδωράκη
Αν η ποίηση
δεν είναι περιοριστικά και μόνον η τέχνη του έναρθρου λόγου, αν η ποίηση είναι,
όπως έγραφε ο Γιώργος Σαραντάρης, εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ,
αν όπως υποστηρίζει ο Οδυσσέας Ελύτης αποτελεί το άλλο πρόσωπο της
υπερηφάνειας, αν το ποίημα είναι παντού όπως επίμονα επαναλαμβάνει ο Γιώργος
Σεφέρης, τότε η περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη θα μπορούσε στο σύνολό της να
χαρακτηρισθεί ως γνήσια κι εξόχως ποιητική.
Γιατί είναι
ίσως ο τελευταίος αναγεννησιακός Έλληνας πού συλλαμβάνει καθολικά την ποιητική
λειτουργία μέσα από την διαρκή εγρήγορση της σκέψης και της ευαισθησίας του,
μέσα από την ανυπότακτη επαναστατικότητά του, από την άσβεστη διαμαρτυρία και
διεκδίκηση, μέσα από την εναντίωση προς την τρέχουσα αντίληψη και οπωσδήποτε
μέσα από την διαρκή αναζήτηση δημιουργίας.
Δημιουργίας
είτε με το αλφάβητο της μουσικής είτε της γλώσσας, ή και των πράξεων. Το υλικό
της σκέψης και δράσης του είναι πάντα τα ίδια τα φαινόμενα της ζωής, το μέσον
κάθε φορά και κατά περίπτωση ποικίλει σ’ αυτήν την αρχιτεκτονική του μέλλοντος
στην οποία από νωρίς έχει τάξει τον εαυτό του.
Πως λοιπόν
θα μπορούσε νά εξαιρεθεί απ’ την δημιουργική δραστηριότητά του η αυτονόητη
καταφυγή στον κοινό κώδικα της γλώσσας και μάλιστα στην πιο μουσική της
διάρθρωση, την ποιητική γραφή; Πως θα μπορούσε να εξαιρεθεί η ποίηση από έναν
μουσικό πού ξέρει νά σταθμίζει το ειδικό βάρος των λέξεων, να τιμά τη
μετασχηματιστική ισχύ τους, να αποδεσμεύει την κρυφή τους δύναμη και νά δίνει
,χάρις στην υψηλή ποιητική νοημοσύνη του, μελοποιώντας ένα πολύτιμο ανθολόγιο
της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.
Πραγματώνοντας
την ρήση του Pierre Reverdy «η τέχνη από και για τη ζωή, η ζωή για και από την
τέχνη» και υπακούοντας στη μόνη πειθαρχία πού ξέρει και πού είναι η έμφυτη
παρόρμηση ο Μίκης Θεοδωράκης παίζει με τη μουσική ενέργεια των λέξεων και
γράφει σε στίχους.
Ήδη από το
1942, μόλις δεκαεπτά χρονών και μέσα στη γερμανική κατοχή γράφει το «Σιάο», με
όλη την ευαισθησία αλλά και τη ρητορικότητα που επιτρέπει η νεότητα,
αφιερώνοντας τη συλλογή στις καρδιές εκείνων πού τολμούν ….Ακολουθούν τα πρώιμα
ποιήματα του έρωτα και του πολέμου γραμμένα στην Τρίπολη και την Αθήνα την
περίοδο ’42-’46. Τα ποιήματα της εξορίας γραμμένα στην Ικαρία το ’47 -εδώ
βρίσκεται και το συγκινητικό σημειωματάριο «Το σπίτι με τούς σκορπιούς» με τα
κατατοπιστικά και καλαίσθητα σχέδια του συνθέτη. Στη συνέχεια ακολουθούν
ποιήματα της δεύτερης περιόδου εξορίας στην Ικαρία και την Μακρόνησο το ’48-’49
, το τραγούδι του Νεκρού αδελφού το ’61, τα δύο προφητικά τραγούδια του ’63, Ο
Ήλιος και ο Χρόνος το ‘ 67 σε σκληρές συνθήκες κράτησης, τα τραγούδια του
Ανδρέα το’ 68 για τον Ανδρέα Λεντάκη. Και συνεχίζει σε μία ακόμα εξορία στη
Ζάτουνα το ’68-69 νά γράφει τις Αρκαδίες -εκεί και το θαυμάσιο στην καθαρότητα
του «Είχα τρεις ζωές η μία για να πονάει / η άλλη για νά θέλει / κι η τρίτη για
να νικά.
Ακολουθούν
τα τραγούδια του Αγώνα, ο Ωρωπός, κι αργότερα το ’70-’73 ποιήματα γραμμένα στο
Παρίσι και την Λατινική Αμερική όπου ξεχωρίζει η μεγαλύτερη μονάδα της «Νεκρής
Εποχής» για να συνεχίσει μετά την πτώση της δικτατορίας, στην μεταπολίτευση πια
νά γράφει ποιήματα όπως τον Διόνυσο, τη Βεατρίκη στην Οδό μηδέν ή και την
μεγαλύτερη σύνθεση των Χαιρετισμών, ποίημα του 1981.
Η πλειονότητα
των ποιημάτων είναι σε παραδοσιακό στίχο -(έμμετρο-ομοιοκατάληκτο) απηχώντας
τόσο τη δημοτική παράδοση -κυρίως τα θρηνητικά ποιήματα- όσο και την λόγια
κλασσική, ποιήματα που δείχνουν ταυτόχρονα την πρώτη τους αφόρμηση αλλά και τον
τελικό τους προορισμό που δεν είναι άλλος από τη μουσική. Πολλά από τα ποιήματά
του θα αποτελέσουν αργότερα επιτυχημένα τραγούδια. Ωστόσο από το 1946 κιόλας
στους «Πέντε στρατιώτες» αλλά και μετά, στην Νεκρή εποχή, στους Χαιρετισμούς θα
υιοθετήσει την σύγχρονη γραφή του ελεύθερου στίχου.
Δεν θα ‘ταν
άσκοπο νά επισημανθεί εδώ αυτό πού από γνώση και διαίσθηση αναγνωρίζει απόλυτα
ο Θεοδωράκης: το γεγονός ότι η ποίηση έχει γι’ αυτόν μία υπόσταση διττή, από τη
μία μεριά υπάρχει η ποιητική έρευνα πού δίνει την τολμηρή λυρική έκφραση, που
ανασυνθέτει την πραγματικότητα, ποίηση που ξέρει ο ίδιος να επιλέγει και να
μελοποιεί και από την άλλη μεριά υπάρχει η ελεύθερη, παρορμητική, απροσποίητη
κατάθεση της ψυχής του, που ακολουθεί συγκινητικά τα κύματα της πολυτάραχής του
ζωής.
«Δεν είμαι
ποιητής, γράφει ο ίδιος στο Χρέος, όταν όμως οι στίχοι αρχίζουν νά σφυροκοπούν
στο μυαλό μου, ένιωσα πόσο οι λέξεις μπορούν νά ντυθούν στο αίμα· πόσο μπορεί
να με λυτρώσουν.»
Και γράφει ο
Θεοδωράκης κάτω από αυτή την ανάγκη λύτρωσης, από την ανάγκη σαφήνειας του
γλωσσικού κώδικα και συνάμα από την ανάγκη να κατοικηθεί με ήχους έναρθρους η
μοναξιά του.
Κάτω από ένα
τέτοιο πρίσμα θα πρέπει νά διαβαστεί η περιπέτεια της ποιητικής του γραφής. Η
αυστηρότητα φιλολογικών κριτηρίων η συνεξέταση των ποιημάτων του με την
σύγχρονή του ποιητική παραγωγή, ή με τα αισθητικά ρεύματα του 20ου αιώνα, τον
υπερρεαλισμό κυρίως, η ενδελεχής μελέτη της φόρμας και της πρωτοτυπίας στην
εκφραστική θα παραπλανούσε τον αναγνώστη, βιάζοντας τον να δεχτεί προς στιγμήν
την παράπλευρη αυτή δραστηριότητα του Θεοδωράκη ως το κύριο καλλιτεχνικό του
πεδίο.
Aς μην
ξεχνάμε, ωστόσο, πόσο πολύτιμο υλικό για την κατανόηση της σκέψης και
προσωπικότητας καλλιτεχνών παρέχουν πάντα οι παράπλευρες, του κύριου έργου τους
δημιουργίες. Τα σχέδια και η μουσική του Λόρκα, τα τέσσερα κοριτσάκια του
Πικάσο, τα λιμπρέτι του Μενότι, το εικαστικό έργο του Ελύτη, λειτουργούν όχι
μόνο ως σημαντικά ντοκουμέντα αλλά και ως ένας πλάγιος φωτισμός που συμβάλλει
στην σφαιρική κατανόηση της προσωπικής μυθολογίας του κάθε δημιουργού. Γίνονται
οι εσωτερικοί καθρέφτες της ανύποπτης στιγμής του καλλιτέχνη, όταν δοκιμάζεται
σ’ ένα διαφορετικό πεδίο από το δικό του, εκεί όπου μετριάζεται η ευθύνη και
μεγιστοποιείται η χαρά της ελεύθερης έκφρασης.
Για τον Μίκη
Θεοδωράκη λοιπόν, τα ποιήματα γίνονται οι καθρέφτες του βλέμματος του, οι
σιωπηλές κραυγές, τα εσωτερικά πορτραίτα των περιπετειών του, ή απλά όψεις μιας
παράξενης και όμως μοναξιάς. Στιγμές είναι που διαγράφουν όλο το φάσμα της
συναισθηματικής κλίμακας, στιγμές που φωτογραφίζουν τους έρωτες, τις εξορίες,
τις φυλακίσεις, τους θρήνους, αλλά και τη συνεχή διεκδίκηση ελεύθερης και
δίκαιης βίωσης για τον ίδιο, για όλους.
Κάτω από τη
μουσική ακούγεται η σιωπή γράφει κάπου ο Θεοδωράκης, κάτω όμως απ’ τη σιωπή σαν
τα υποπετρίδια όνειρα των αρχαίων ξεμυτίζουν οι λέξεις, λέξεις πού στα χείλη
του γίνονται το χνούδι του έρωτα, τα καρφιά του πολέμου, το μπουρλότο της
επανάστασης. Αναζητά, αναζητά και βρίσκει «μία λέξη πού να μην περιέχει τη
σιωπή» και την κάνει καθρέφτη αλλά και σύντροφό του. Της αποσπά το βάρος της
σιγής και της δίνει τον ήχο της ψυχής του.
Με γρήγορη
λοιπόν κίνηση, ανασύρει απ’ τα «ποτάμια της νύχτας» τις δικές του σχεδίες –
ποιήματα, επιβιβάζεται και προχωρεί ακάθεκτος μέσα στα νερά της δική του
Ελλάδας. Μονολογεί αλλά και διαλέγεται ταυτόχρονα με τον σαν φανταστικό μα
πάντα παρόντα άλλο, μιλά με την απροσποίητη αμεσότητα αυτού που αρθρώνει το σ’
αγαπώ για πρώτη φορά:
Σαν έρθει το
βράδυ
και διώξει τη μέρα
θα να ‘ρθω κοντά σου
με τ’ όνειρό μου ….
γράφει το
’42. Για να συνεχίσει τέσσερα χρόνια μετά λέγοντας:
Το στήθος μου επλάτυνε πολύ για να χωρέσει
το μικρό γιασεμί που έσπειρες
με τα λεπτά σου δάχτυλα τούτη τη νύχτα
στην καρδιά μου….
Ή αργότερα,
το 1987, θα πει απερίφραστα:
Βροχή μία Κυριακή
που μ’ έδεσες για πάντα
Βεατρίκη πάψε να γελάς.
Η
τρυφερότητα του ωστόσο μπορεί να γίνεται κατά τον άνεμο των γεγονότων και
πούπουλο και μαχαίρι :
Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο
μετρώ τούς χτύπους το αίμα μετρώ
είμαι θρεφτάρι μ’ έχουν κλείσει στο σφαγείο
σήμερα εσύ, αύριο εγώ
γράφει στα
τραγούδια του Ανδρέα, το ’68.
Ο Μίκης
Θεοδωράκης είναι αυθεντικός και παρά τη θέλησή του, με την τόλμη της
ειλικρινούς πράξης, καταφέρνει χωρίς την έγνοια της καλλιέπειας να γίνεται
αισθητικά γοητευτικός, μες τον λεπτό λυρικό του τόνο:
Μενεξεδένια πολιτεία
στείλε μου το χέρι σου να μου χαϊδέψει τα μαλλιά
γράφει στον
Ήλιο και τον Χρόνο, και πάλι στους Χαιρετισμούς με επικριτική πλην όμως
στοχαστική διάθεση θα δει τον νέο κόσμο:
Τώρα η Αθήνα γέμισε
με πόνο πολυτέλειας
αριστοκρατικό
μακρινό
Με λέξεις κολλημένες στο κακό νέφος
Γέμισαν οι δρόμοι
περιττές ώρες
περιττά χρόνια
παραδεισιακές κολάσεις
δροσερές πυρκαγιές
Έχοντας
πάντα αξεχώριστες μέσα του τις έννοιες του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους ο
Μίκης Θεοδωράκης γίνεται το αόρατο φίλτρο που δέχεται το παν και το παντού της
ελληνικής, της ανθρώπινης περιπέτειας για να δώσει το δικό του απόσταγμα
ευαισθησίας, με την αυθορμησία παιδιού, αλλά και με την κατάνυξη του μοναχικού
ιδιώτη «πού σα να μονολογεί σωπαίνει» ή που σα να σωπαίνει μονολογεί.
Κύμα είναι
και ξεσπά ο Μίκης Θεοδωράκης πάνω σε μία συχνά υπνώτουσα πραγματικότητα, με την
λυρική του ιδιοσυγκρασία, με το δυναμικό στοχασμό του, με την πολύτροπη και
ρωμαλαία μουσική του, με το σύνολο της αυθεντικά ποιητικής παρουσίας του.
Χάρις σε
κείνον, – όπως χάρις και σε άλλους μεγάλους καλλιτέχνες – μπορούμε νά θυμόμαστε
πάντα ότι κι όταν έξω από την πόρτα μας υλακούν το συμφέρον, η βία, ο
φανατισμός κι όλα τα ιδιωτικά και δημόσια παράγωγα της λέξης τρόμος, υπάρχει
μία ευθεία γραμμή πενταγράμμου που βγάζει σε ξέφωτο, υπάρχει μία λέξη στο λευκό
χαρτί πού ξέρει νά πνίγει τούς κάθε λογής δαιμόνους στο «άσπιλο του νου» της.
«Κοιτάζω μία
γραμμή στο πεντάγραμμο που έχω μπροστά μου, έγραφε ο Θεοδωράκης το ’69 και
σκέφτομαι ότι αυτή και μόνο φτάνει για να σαρώσει σαν χάρτινο πύργο το καθεστώς
της κτηνώδους βίας που εγκατέστησαν μπροστά στη πόρτα μου.»
Μία γραμμή στο πεντάγραμμο, μία λέξη στη σελίδα, μία βαθιά πίστη στη δύναμη της τέχνης κυρίες και κύριοι τα ισχυρά όπλα μιας ζωής, της ζωής του Μίκη Θεοδωράκη. Χρόνια του Πολλά.
Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021
ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΧΩΝΙΑΤΗ
Ο "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ" ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ
Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021
Η ΝΕΚΡΩΣΙΜΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ - ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ REQUIEM
Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2021
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΔΗΜΑΡΧΟ ΠΑΤΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Προς τον κ. Δήμαρχο
Πάτμου
Ελευθέριο Πέντε
Κοινοποίηση: στα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, στον Πρόεδρο του Πνευματικού Κέντρου κ. Νικόλαο Κουτούζο και τα μέλη του ΔΣ του Πνευματικού Κέντρου
Κύριε Δήμαρχε,
Με θλίψη, όσοι
ασχολούμαστε με τον πολιτισμό, παρακολουθούμε την έκπτωση του Φεστιβάλ
Θρησκευτικής Μουσικής Πάτμου, το οποίο διέγραψε μια λαμπρή πορεία στο παρελθόν.
Φέτος, η διοργάνωση
περιορίστηκε σε τρεις εκδηλώσεις, οπότε δεν μπορούμε να μιλάμε για φεστιβάλ.
Επίσης, στο Φεστιβάλ συμμετείχαν
η σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου, η Μικτή
Χορωδία Θεσσαλονίκης και η επταμελής Ορχήστρα
Μόμπιλε, σε διεύθυνση Θεόδωρου Ορφανίδη, του και καλλιτεχνικού διευθυντή του
φεστιβάλ.
Άρα, μιλάμε για μια
εξαιρετικά περιορισμένη διοργάνωση, αφού οι παραπάνω συντελεστές εκτείνονταν
και στις τρεις εκδηλώσεις. Δεν υπήρχε, δηλαδή, μια ευρύτερη συμμετοχή συντελεστών, ώστε να δικαιολογείται ο όρος
«φεστιβάλ».
Ενστάσεις υπάρχουν και
για την συμμετοχή της κας Σόνιας Θεοδωρίδου στο έργο «Ύμνοι Αγγέλων σε Ρυθμούς Ανθρώπων»,
αφού ο Σταύρος Κουγιουμτζής το έγραψε έχοντας υπ’ όψιν του τον Γιώργο Νταλάρα,
δηλαδή μια λαϊκή φωνή.
Τώρα, ας πάμε στην
αμετροέπεια των βιογραφικών.
Με ποια λογική το
Φεστιβάλ υιοθετεί την πρόταση ότι η κα Σόνια Θεοδωρίδου «αποτελεί μαζί με την
Μαρία Κάλλας και την Αγνή Μπάλτσα το τρίπτυχο των κορυφαίων ελληνίδων λυρικών
καλλιτεχνών»; Αν αυτό πιστεύει η κα Σόνια Θεοδωρίδου, είναι δικαίωμά της, αλλά
από τη στιγμή που γράφεται δημόσια θα πρέπει να δεχτεί και τον αντίλογο. Γιατί ποιος κριτικός του διεθνούς στερεώματος ή και
εγχώριος, έγραψε ποτέ κάτι τέτοιο; ΚΑΝΕΙΣ. Ούτε στον μουσικό κόσμο ή στο κοινό υπάρχει η
συνείδηση ότι η κα Θεοδωρίδου μπορεί να συγκριθεί με την Κάλλας και την
Μπάλτσα. Άλλωστε ασχολείται πλέον με τον Σάκη Ρουβά (sic) και ο λυρικός εαυτός
της …υπνώττει βαθέως…
Ο καλλιτεχνικός
διευθυντής του Φεστιβάλ Θόδωρος Ορφανίδης στο μισό βιογραφικό του υπεραίρεται ότι …έβγαλε στη σκηνή τον Σάκη Ρουβά για να
τραγουδήσει το «Άξιον εστί» του Μίκη Θεοδωράκη και από κάτω είχε 20.000 κόσμο!
Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Είναι αυτό δικαίωση και καταξίωση ενός σοβαρού
μαέστρου συμφωνικής μουσικής ή όπερας;
Κύριε Δήμαρχε,
Πρέπει να καταλάβετε ότι
το Φεστιβάλ έχει εκτραπεί σε μη σοβαρές ατραπούς. Μιλάμε για το ιερό νησί της
Πάτμου και η ευθύνη βαρύνει και εσάς για τις επιλογές σας.
Το Φεστιβάλ έχει ήδη
περιπέσει σε ανυποληψία.
Ελπίζουμε και ευχόμαστε να το συνεφέρετε.
Με εκτίμηση
Παναγιώτης Αντ.
Ανδριόπουλος
Θεολόγος – μουσικός























