Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος: Τα «στιχηρά ιδιόμελα» του Διονύση Σαββόπουλου


Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
Τα «στιχηρά ιδιόμελα» του Διονύση Σαββόπουλου 
Ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν Θεσσαλονικιός, αλλά και Φαναριώτης και Φιλιππουπολίτης! Ο πατέρας του Γεώργιος Σαββόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και η μητέρα του Αικατερίνη Ποιμενίδου στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας. 
Ο ίδιος μας λέει ότι η γιαγιά του τον καιρό της Βουλγαρικής Εξαρχίας δήλωνε «Φαναριώτισσα», δηλαδή πιστή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, κι έτσι αναγκάστηκε να φύγει οικογενειακώς για την Ελλάδα. Εκεί στη Θεσσαλονίκη, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Φαναριώτη πατέρα του, ο οποίος είχε έλθει πρόσφυγας από την Πόλη το 1922 με τον αδελφό του και έμεναν στο απέναντι σπίτι. 
Ο Σαββόπουλος στο αυτοβιογραφικό του Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα θεωρεί κάπως… μοιραίο αυτόν τον γάμο. Η μητέρα του, γράφει, μεγάλωσε ακούγοντας για το Φανάρι και για τον Πατριάρχη. Ξεριζωθήκανε για το Φανάρι, πληρώσανε για το Φανάρι. Κάτι δεν τους χρωστούσε λοιπόν και αυτός ο νεαρός Φαναριώτης; Παντρευτήκανε. Έτσι έγινε η οικογένειά μας. 
Ως παιδί της εποχής του ο Σαββόπουλος πέρασε από τα Κατηχητικά της «Ζωής». Άκουγε και «εκστατικός» κοίταζε την εκκλησία που γινόταν το μάθημα, σαν να γνώριζε το ποίημα του Καβάφη «Στην εκκλησία», όπου διαζωγραφείται μοναδικά ο «μαγικός» κόσμος της λογικής λατρείας. 
Είχε την εμπειρία και της κατασκήνωσης της Χριστιανικής Στέγης Αναλήψεως. 
Σωστό «χριστιανόπουλο» της Θεσσαλονίκης του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Αλλά εκείνος ανακάλυπτε μ’ έναν τρόπο μυστικό τον βυζαντινό Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη! 
Μας διηγείται ο ίδιος: 
Τις Κυριακές το πρωί ο πατέρας έμενε σπίτι. Εγώ πήγαινα και χωνόμουνα στο κρεβάτι του κι αυτός μου διηγόταν τα παιδικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Διηγόταν πολύ ωραία, κυριολεκτικώς ζωγράφιζε στον αέρα κήπους, κορίτσια, λεωφόρους, την Μεγάλη του Γένους Σχολή, που ήταν το σχολείο του, τις Βλαχέρνες, τα Θεραπειά ή την Πρίγκηπο τα καλοκαίρια. M’ έκανε κυριολεκτικώς να νιώθω σαν να καταγόμεθα από έναν τόπο φωτός και μ’ έκανε επίσης να νιώθω ότι σ’ αυτόν πάλι οδηγούμεθα […] στο φως μιας διήγησης η οποία όσο ζει μέσα μας θα μας οδηγεί στην πηγή της. (περ. Ερουρέμ) 
Το πρώτο του ταξίδι, το καλοκαίρι του 1959, το έκανε στην Πόλη. Είχαν πάει οικογενειακώς να επισκεφθούν την αδελφή του πατέρα του, τη θεία Χαρίκλεια, η οποία έμενε στο πατρικό τους στο Φανάρι ολομόναχη. Διηγείται ο Σαββόπουλος: 
Επισκεφθήκαμε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, από όπου είχε αποφοιτήσει ο πατέρας μου, την Αγιά Σοφιά, τα Πριγκηπόνησα, τον τάφο του παππού κι ό,τι είχε μείνει από το σόι του πατέρα μου, συγγενείς και ξαδέρφια που ζούσαν ακόμη εκεί. 
Έτσι εξηγείται πώς ο Σαββόπουλος πήρε το αεροπλάνο, χωρίς να το πολυκαταλάβει, και πήγε στο Φανάρι –όπως αφηγήθηκε ο ίδιος στο «Long Play» του Παύλου Τσίμα– τον Οκτώβριο του 1991, για να παραστεί στην κηδεία του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου. Και μετά στην ταφή, στο Κοιμητήριο του Μπαλουκλή. 
Τρία χρόνια αργότερα, το 1994, ο Σαββόπουλος μας δίνει τον δίσκο του Μη πετάξεις τίποτα. Εκεί ακούμε ένα… περίεργο τραγούδι, ένα σαββοπουλικό «ιδιόμελο», τις «Ακτίνες του βορρά», σε στίχους, μουσική και ερμηνεία δική του. 
Οι στίχοι περιλαμβάνουν ελληνικά τοπόσημα: Πέλλα, Βεργίνα, Ιάσιο, Κερύνεια, όρη του Ταύρου, Τεργέστη, Εύξεινος Πόντος, Αττική, Αθήνα, Λευκωσία, Βαλκάνια και Βυζάντιο. 
Μας θυμίζει αυτό που λέει ο Ελύτης: 
Ο πριν από τους δύο παγκόσμιους πολέμους υπήκοος του μικροσκοπικού τούτου κράτους ανάσαινε τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητές του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότιο Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και, φυσικά, την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ως κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία. (Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο) 
Στις «Ακτίνες του βορρά» αναφέρονται, επίσης, Βυζαντινοί μαΐστορες, όπως ο μέγιστος μελοποιός Ιωάννης Κουκουζέλης (γύρω στο 1300) και ο περίφημος αγιογράφος Μανουήλ Πανσέληνος (13ος-14ος αιώνας), μορφές που σφραγίζουν τον βυζαντινό πολιτισμό. Ο Κουκουζέλης σαν τον ψάλτη του Νίκου Καρούζου στο ποίημα «Ορθοδοξία»: «Κι ο ψάλτης ολόσωμος ανεβαίνει στο πλατάνι της φωνής…». Και τα τεχνουργήματα του Πανσέληνου σαν τις φιγούρες των αγίων που κάποτε «βγάζουν δάκρυ αληθινό» (Οδυσσέας Ελύτης, Μονόγραμμα). 
Το τραγούδι του Σαββόπουλου «Ακτίνες του βορρά» είναι επηρεασμένο από το Μακεδονικό ζήτημα, το οποίο βρισκόταν τότε στην επικαιρότητα. Έχει, όμως, κι άλλες πολιτικές προεκτάσεις αφού ο Σαββόπουλος τάσσεται εναντίον της ομοσπονδιακής λύσης του Κυπριακού και συντάσσεται με τις αντιομοσπονδιακές απόψεις τού τότε Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσόστομου Α΄ (1927-2007), σαν να αποδέχεται τον εθναρχικό ρόλο της Εκκλησίας της Κύπρου: 
Ο Βορράς σου είναι εκεί στη Λευκωσία, στον Χρυσόστομο πλάι στην πράσινη γραμμή, και δεν δέχεται άλλη ομοσπονδία μόνο των Βαλκανίων την Βυζαντινή. 
Οι «Ακτίνες του βορρά» του Σαββόπουλου είναι «ακτίνες οικουμενικές», γι’ αυτό και δεν παραλείπει να ευχηθεί, με τον δικό του τρόπο, στον νέο –τότε– Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. 
Και ο Πατριάρχης θα του ανταποδώσει με δαψιλή αναφορά στο τραγούδι. Αρκετά χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 2010, ο Σαββόπουλος πραγματοποίησε μια μεγάλη συναυλία στο Ζωγράφειο Λύκειο της Πόλης, όπου κυριάρχησαν ενθουσιασμός, παλμός και συγκίνηση. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος παρέστη στη συναυλία, μίλησε στο τέλος για το πολύπλευρο έργο του πολύμουσου Διονύση Σαββόπουλου. Η πατριαρχική ομιλία είχε ως εξής: 
Χριστός Ανέστη! 
Μέσα εις την χαρμόσυνον και πλήρη φωτός και ελπίδος ατμόσφαιραν της Αναστάσεως εορτάζονται τα 117 έτη από της ιδρύσεως του ιστορικού Εκπαιδευτηρίου της Πόλεως ημών, του Ζωγραφείου, του οποίου και ημείς ηυτυχήσαμεν να υπάρξωμεν μαθητής και σεμνυνόμεθα διά το γεγονός. 
Ο εορτασμός λαμπρύνεται με την αποψινήν συναυλίαν του εκλεκτού Θεσσαλονικέως μουσουργού και λίαν εις πάντας ημάς αγαπητού κ. Διονυσίου Σαββοπούλου. Τον καλωσορίζομεν εγκαρδιώτατα, καθώς και την ορχήστραν και χορωδίαν των Εκπαιδευτηρίων «Ε. Μαντουλίδη», που υπεβλήθησαν εις τον κόπον και την θυσίαν να έλθουν εις την Κωνσταντινούπολιν και από κοινού με την χορωδίαν του Ζωγραφείου να παρουσιάσουν το ωραιότατον πρόγραμμα που είχαμε το προνόμιον να απολαύσωμεν. Όταν προ έτους εδίδετο μία λαμπρά συναυλία του κ. Σαββοπούλου εις την βυζαντινούπολιν Θεσσαλονίκην, διά να εορτασθή η τριακονταετηρίς των Εκπαιδευτηρίων «Ε. Μαντουλίδη», δεν εφανταζόμεθα ότι θα είχομεν την ευτυχίαν να τον απολαύσωμεν και ενταύθα. Όμως η αγάπη τόσον του κ. Σαββοπούλου, όσον και των υπευθύνων των Εκπαιδευτηρίων «Ε. Μαντουλίδη», μας επεφύλαξαν την ευτυχίαν αυτήν και τους είμεθα βαθύτατα ευγνώμονες. 
Ο πολύμουσος κ. Σαββόπουλος και κορυφαίος Έλλην «μελωδός», ήγουν «ερμηνευτής των δικών του στιχηρών ιδιομέλων», παλαιόθεν μας συγκινεί με το «Φορτηγό» του, το «Περιβόλι του τρελλού», το «Κούρεμα», τον «Μπάλλο», το «Βρώμικο ψωμί», τα «Τραγούδια που έγραψε για φίλους», τον «Καραγκιόζη» του, το «Σαββόραμα», τις «Πρεσθλάβες» του και τα άλλα υπέροχα έργα του, τα οποία είναι διαποτισμένα με πολλή ανθρωπιά, με πολλή ευθύνη έναντι της ιστορίας του Γένους και της σημερινής πραγματικότητός του, με πολλή ευαισθησία διά την αγωνίαν και τους προβληματισμούς των νέων, με πολλή «Ρωμηοσύνη»! Ενθυμούμεθα με ιδιαιτέραν συγκίνησιν τας ευχάς που μας έδιδεν εις τις «Ακτίνες του βορρά», ολίγον μετά την εκλογήν ημών εις τον μαρτυρικόν Πατριαρχικόν Θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως, ψάλλων: «Της καρδιάς σου η βασίλισσα υπάρχει και αιχμάλωτη στέκει στα μάτια σου εμπρός, σαν τον Θρόνον του νέου Πατριάρχη· ο Θεός να του δίνη δύναμη και φως». Ευχαριστούμεν από καρδίας, αγαπητέ κ. Σαββόπουλε, διά τας ωραίας εκείνας ευχάς. Πάντοτε χρειαζόμεθα «δύναμιν και φως» παρά Θεού, διά να βαστάζωμεν τον σταυρόν της ιστορίας, διά να πηδαλιουχώμεν ασφαλώς το ιερόν σκάφος της Εκκλησίας, διά να στηρίζωμεν την δοκιμαζομένην Ομογένειαν, διά να δίδωμεν ελπίδα εις τους νέους και διά να κρατούμεν άσβεστον το «Φανάρι» της Ορθοδοξίας, να τηλαυγίζη το φως του Χριστού και την ευγένειαν του Γένους εις τα πέρατα της οικουμένης! Καλώς μας ήλθατε «στο θείο Βυζάντιο», όπου και σήμερον, παρά τας περιπετείας και τας τραγωδίας που εζήσαμε διά των αιώνων, «το αυγό του αετού δυο κεφαλές πετάει»! Καλώς μας ήλθατε εις ώρας που «τρέχουν οι ειδήσεις σαν παραισθήσεις» και εις επίπεδον παγκόσμιον, λόγω της σοβούσης ποικίλης κρίσεως, αλλά και εις επίπεδον Ρωμηοσύνης. Τα ευαίσθητα αισθητήρια της ψυχής σας ασφαλώς συλλαμβάνουν και υπό τας παρούσας συνθήκας «ακριβές μουσικές του Κουκουζέλη, και χρυσές του Πανσέληνου ζωγραφικές» μέσα στην «έγχρωμη νεφέλη» της Πόλεως, Πολιτιστικής άλλωστε Πρωτευούσης της Ευρώπης διά το 2010, διότι Κωνσταντινούπολις – Άγιον Όρος – Θεσσαλονίκη, κι όλος ο χώρος «Απ’ το Ιάσιο μέχρι την Κερύνεια … κι απ’ τα όρη του Ταύρου ως τα δελφίνια της Τεργέστης κι ως του Ευξείνου τους ασκούς» είναι ένα αδιαίρετο σύνολο. Ένα είναι το πνεύμα, μία είναι η ψυχή, μία η καρδιά, μία η παράδοσις, ένα το άρωμα και το όνειρο! 
Τον Νοέμβριο 2014, σε μία ακόμα εορταστική εκδήλωση του Ζωγραφείου, ο Διονύσης Σαββόπουλος ανακηρύχθηκε από τον Διευθυντή του Ζωγραφείου κ. Γιάννη Δεμιρτζόγλου «Επίτιμος Ζωγραφειώτης» για την πεντηκονταετή προσφορά του στο ελληνικό τραγούδι. 
Την τιμητική πλακέτα απένειμε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, λέγοντας μεταξύ άλλων τα εξής: 
Φίλτατε κύριε Σαββόπουλε, 
Η παρουσία σας και η συμμετοχή σας εις τας εκδηλώσεις των μαθητών του Ζωγραφείου μάς δίνει κάθε φορά μεγάλην χαράν. Τα τραγούδια σας μας γεμίζoυν με ενθουσιασμόν, μας ταξιδεύουν εις την ιστορίαν και την παράδοσιν της Ρωμηοσύνης […] μας μεταφέρουν «κι ακόμη πιο βαθιά στο θείο Βυζάντιο, στη λάμψη με του Κύριλλου τα αλφάβητο» («Πρεσθλάβες», 1994), μας θυμίζουν τις λαχτάρες και τους καημούς της, αλλά και μας μεταγγίζουν αισιοδοξία με την ευχήν «να μας έχει ο Θεός γερούς, πάντα ν’ ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε» («Ας κρατήσουν οι χοροί», 1983). 
Οι μαθητές του Ζωγραφείου και των Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη από τη Θεσσαλονίκη υποδέχτηκαν με έναν πρωτότυπο και ευφάνταστο τρόπο τον Θεσσαλονικιό τραγουδοποιό, Κωνσταντινουπολίτη στην καταγωγή, Διονύση Σαββόπουλο και απέδωσαν τραγούδια βγαλμένα από την κοινή παράδοση των δύο πόλεων, αλλά και «ιδιόμελα» του αγαπημένου τραγουδοποιού. Ο Διονύσης Σαββόπουλος τραγούδησε μαζί τους και μοιράστηκε μνήμες αγαπημένες και ιστορίες του Κωνσταντινουπολίτη πατέρα του Γεώργιου Σαββόπουλου. Η ιστορία του «Ψωμαθιανού» λαϊκού τραγουδιστή που μαγεύτηκε από τις νεράιδες και έχασε τη φωνή του κυριολεκτικά έκλεψε την παράσταση. 
Επομένως, αν κάτι είναι ο Σαββόπουλος, θα λέγαμε ότι είναι «Φαναριώτης» κι όχι «νεοορθόδοξος», όπως τον θέλησαν ή τον είδαν πολλοί. Όπως πολύ σωστά έχει επισημάνει ο Δημήτρης Καράμπελας: 
Η γλώσσα που χρησιμοποίησε ο Σαββόπουλος την περίοδο 1982-1989 είχε ασφαλώς κοινά με το έργο και τον δημόσιο λόγο του Χρήστου Γιανναρά, του Κωστή Μοσκώφ και του Στέλιου Ράμφου της ίδιας περιόδου αλλά και με λαϊκές ουτοπίες όπως την αναβίωση του κοινοτικού ιδεώδους ή τον θνησιγενή διάλογο μαρξιστών και χριστιανών στοχαστών – κι ωστόσο, η «μεταστροφή» του Σαββόπουλου αποτελεί οργανική συνέχεια των αναζητήσεών του ήδη απ’ το Περιβόλι του Τρελού. Η πνευματική συγκυρία βοήθησε, ενδεχομένως, τον τραγουδοποιό να δώσει όνομα σε μια σειρά απαντήσεων που βρίσκουμε ήδη διατυπωμένες στο έργο του· το έδαφος για το χριστιανισμό του, όμως, είχε προετοιμαστεί πολύ νωρίτερα, απ’ την εφηβική συνάντησή του με τα κείμενα του Ν. Γ. Πεντζίκη, τις παραδόσεις του Νικόλαου Πανταζόπουλου στη Νομική Θεσσαλονίκης για το θεσμό των κοινοτήτων στην Τουρκοκρατία και τις μελέτες του Ζήσιμου Λορεντζάτου – στον κήπο του οποίου στην Κηφισιά είχε φωτογραφηθεί με τους μουσικούς του για το οπισθόφυλλο του Περιβολιού του Τρελού. (Δ. Καράμπελας, Διονύσης Σαββόπουλος, 2η έκδοση, 2024) 
Ο Σαββόπουλος δεν εντασσόταν κάπου, ήταν πάντα μοναχικός καβαλάρης, ακόμα και στα θρησκευτικά ή εθνικά του πιστεύω. Γι’ αυτό τη «Συννεφούλα», για παράδειγμα, τη λογόκρινε και η χούντα και η Εκκλησία! 
Η «Συννεφούλα» είχε μπει στο βιβλίο Θρησκευτικών της Α΄ Λυκείου (2017) και μετά από εισήγηση της Ιεράς Συνόδου αφαιρέθηκε. Σε ερώτηση δημοσιογράφου γιατί η Ιερά Σύνοδος έκοψε το τραγούδι, ο Σαββόπουλος απάντησε: 
Το είχε κόψει και η χούντα. Πρέπει να υπάρχει στο αρχείο της ΕΡΤ η απαγόρευση της μετάδοσής του. Θα το είδαν ως «Σόδομα και Γόμορρα», σαν την αξέχαστη Σαπφώ Νοταρά στην ταινία. Ακούστε, σέβομαι την Εκκλησία αλλά δεν συμφωνώ πάντα με τους ιεράρχες της. 
- Εσείς τι θα λέγατε, είναι κατάλληλη η «Συννεφούλα» για το μάθημα των Θρησκευτικών της Α΄ Λυκείου; 
Κάθε τραγούδι που τραγουδιέται ανελλιπώς επί πενήντα χρόνια είναι κατάλληλο για να συζητηθεί μέσα σε μια τάξη δεκαπεντάχρονων και δεκαεξάχρονων. Κι εγώ άλλωστε δεκαέξι χρόνων ήμουν όταν το έγραψα. Μαθητής της τετάρτης εξατάξιου, δηλαδή της Α΄ Λυκείου τώρα. (συνέντευξη στον Γιώργο Σκίντσα, εφημ. Το Βήμα, 8.7.2017) 
Μ’ αυτή τη μαθητική «Συννεφούλα» κατευοδώσαμε τον Σαββόπουλο. Κατά την έξοδο της σορού του από τον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, μετά την εξόδιο ακολουθία, ο κόσμος χειροκροτούσε για τελευταία φορά τον Διονύση Σαββόπουλο, ενώ η μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού έπαιζε τη «Συννεφούλα». 
Ο Σαββόπουλος κατηγορήθηκε για «εθνικισμό και μεγαλοϊδεατισμό», για «ιδεολογική συντηρητική μεταστροφή» που συνέπεσε με τη διάσπαση των απόψεων ενός κομματιού της Αριστεράς της Μεταπολίτευσης απέναντι σε ζητήματα θρησκείας και (πολιτισμικού και μη) εθνικισμού. 
Όμως, οι «σαββοπουλικοί» δεν είναι πιστοί του Διονύση λόγω «εθνικισμού», ούτε προσλαμβάνουν κάτι τέτοιο από τα τραγούδια του. Είναι λόγω ενός άλλου, σαλού λόγου, που σε παρασέρνει και σε πηγαίνει «στα πέρα μέρη», χωρίς να πολυκαταλαβαίνεις το πώς και το γιατί. Κανείς δεν έγινε «εθνικιστής» λόγω Σαββόπουλου. Ούτε ο ίδιος διαλαλούσε κάποια πατριωτική πραμάτεια. Ήταν πάντα ο ίδιος «το περιβόλι του τρελλού»! Απλώς δεν απεκδυόταν τη Ρωμιοσύνη του, που είπε και ο Πατριάρχης, όπως έκαναν άλλοι με μεγάλη ευκολία, για διάφορες σκοπιμότητες ή ιδεολογικές φόρμες. 
Όταν πέθανε ο Σαββόπουλος, κυκλοφόρησε ευρύτατα ένα βιντεάκι με τον ίδιο να ψάλλει τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη στο Κολωνάκι. 
Όμως τα Εγκώμια τα έψαλλε από χρόνια. Διηγείται ο ίδιος στο βιβλίο του Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα κάτι… απίθανο: 
Πριν από μερικά χρόνια, Μεγάλη Παρασκευή στις Σπέτσες, ανέβηκα στο ψαλτήρι, στον Άγιο Νικόλαο, και έψελνα μαζί με τους άλλους ψάλτες τα εγκώμια. Ακούω κάπου αριστερά μου μια ωραία σιγανή γυναικεία φωνή να ψέλνει όλη τη λειτουργία. Από εκεί που ήμουν δεν διέκρινα ποια ήταν. Στο τέλος της λειτουργίας κατεβαίνω, ήταν η Άννα-Μαρία! Φαίνεται πως, όταν βαφτίστηκε ορθόδοξη, έκατσε και έμαθε όλα τα εκκλησιαστικά. Της έδωσα συγχαρητήρια, δίπλα της στεκόταν ο Κωνσταντίνος γερμένος πάνω στο μπαστούνι του. 
Η εκκλησία άδειαζε, ο κόσμος έβγαινε έξω με τον στολισμένο επιτάφιο, τραγουδώντας τον ύμνο για τον Θεό που πεθαίνει. Μες στον άδειο πια ναό, η Άννα-Μαρία πήρε αγκαζέ τον Κωνσταντίνο και βγήκαν σιγά σιγά κουτσαίνοντας. Άκουσα την καμπάνα. Ένα γλυκό αεράκι με τύλιξε αίφνης και είχα στην άκρη της γλώσσας την ηδονική γεύση της φθοράς και του θανάτου. Και ένιωσα τόσο ασφαλής μ’ εκείνο το τίποτε όσο κανένα άγημα στρατού, κανένα λάβαρο και καμία άμαξα δεν μ’ έκανε ποτέ να νιώσω… 
Για να θυμηθούμε τον αγαπημένο του Σαββόπουλου Μάνο Χατζιδάκι, στην Οδό Ονείρων: 
Εδώ σ’ αυτόν τον δρόμο γεννιόνται και πεθαίνουν τα όνειρα τόσων παιδιών ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους θα ενωθεί με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου και θα χαθεί. Όμως την νύχτα δεν τους πιάνει ο ύπνος. Κι όταν δεν ονειρεύονται, τραγουδούν…

Περιοδικό "Άνθρωπος", 18ο τεύχος (Φεβρουάριος – Μάϊος 2026) 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails