Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΠΡΟΣ ΟΧΛΟΥΜΕΝΟΥΣ ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ


ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΝΕΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ 
ΣΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ 
Αθήνα 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012 
ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΙΣ ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ 
Τα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που εκπόνησε το νέο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου (2011), παρακολουθούμε ασφαλώς με το οφειλόμενο ενδιαφέρον τον διάλογο που διεξάγεται για τη μορφή, τους σκοπούς και το περιεχόμενο του νέου ΠΣ. Ο διάλογος αυτός είναι αναγκαίος και χρήσιμος, ειδικά στην τρέχουσα περίοδο της πιλοτικής εφαρμογής των νέων ΠΣ, η οποία έχει ως σκοπό την ενημέρωση-επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, την πειραματική διδακτική εφαρμογή και την εξαγωγή συμπερασμάτων για την ανάγκη τροποποιήσεων και βελτιώσεων. 
Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, εκτός από τις αξιολογικές προσεγγίσεις των εκπαιδευτικών στα πιλοτικά σχολεία, οι οποίες είναι από ενθαρρυντικές έως ενθουσιώδεις, η Επιτροπή επισήμως δεν έχει παραλάβει οποιαδήποτε άλλη, επώνυμη και υπεύθυνη, πρόταση ή κριτική. Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα, έχουν δει το φως της δημοσιότητας άφθονες κρίσεις για το νέο ΠΣ, αναρτημένες κυρίως σε διάφορες ιστοσελίδες ποικίλης προελεύσεως και ποιότητας. Σε αυτές τις κριτικές, εκτός από τα θετικά σχόλια, υπάρχουν πολλές αξιόλογες επισημάνσεις, τις οποίες ασφαλώς η Επιτροπή θα λάβει σοβαρά υπόψη της στην πορεία για την ολοκλήρωση του έργου. 
Είναι γεγονός, όμως, ότι σε αρκετές από αυτές τις κριτικές διαπιστώνονται προβληματικές προσεγγίσεις και αναλύσεις· ιδίως σε εκείνες που προέρχονται από μη εκπαιδευτικούς ή μη θεολόγους ή από εκπαιδευτικούς που δεν έχουν ενημερωθεί και δεν διαθέτουν εξειδικευμένη ή επαρκή γνώση για το θέμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι προφανείς οι συντονισμένες προσπάθειες διάφορων επώνυμων αλλά και ανώνυμων που χωρίς την αίσθηση της δέουσας ευθύνης αγωνίζονται με κάθε μέσο -και κυρίως με επικοινωνιακούς όρους και όχι με θεολογικά και παιδαγωγικά κριτήρια- να δημιουργήσουν κλίμα καχυποψίας ή ακόμη και χαοτικού διχασμού. Δεν είναι λίγες οι φορές που η Επιτροπή δέχθηκε ανάρμοστες λεκτικές επιθέσεις και απρεπείς χαρακτηρισμούς, που αποκαλύπτουν προκατάληψη, φανατισμό και παντελή έλλειψη πνεύματος διαλόγου. Η προφανής αδυναμία παρουσίασης πειστικών αντεπιχειρημάτων και η απροθυμία για έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από το θεολογικό περιεχόμενο του νέου ΠΣ και τις παιδαγωγικές αρχές που το διέπουν, οδήγησε αρκετούς επικριτές να επιδοθούν σε μια συστηματική, άκομψη και ανοίκεια προς το χριστιανικό ήθος επίθεση εναντίον των μελών της συντακτικής Επιτροπής. Η επίθεση αυτή επεδίωκε τη συκοφάντηση των κινήτρων τους, τη σπίλωση της ακαδημαϊκής και επιστημονικής τους υπόληψης και την αμφισβήτηση της ίδιας της εκκλησιαστικής ταυτότητας και του Ορθόδοξου φρονήματός τους. Στο πλαίσιο αυτής της απαράδεκτης και ακατανόητης στάσης εντάσσονται, αφενός, οι -ευτυχώς μεμονωμένες- ενέργειες μερικών επικριτών που απέβλεπαν στην τρομοκράτηση εν ενεργεία Σχολικών Συμβούλων, επιμορφωτών και θεολόγων εκπαιδευτικών και, αφετέρου, η προσπάθειά τους να στρατεύσουν σεβάσμιους ταγούς και εγνωσμένου κύρους εκκλησιαστικά πρόσωπα εναντίον του νέου ΠΣ. 
Ως μέλη της Επιτροπής, αποδοκιμάζοντας κάθε ακραία ενέργεια και στάση που δεν συνάδει με την Ορθόδοξη πνευματικότητα αλλά και με την επιστημονική δεοντολογία, θεωρούμε επαρκείς τις επιστημονικές απαντήσεις και διευκρινίσεις που έχουν δοθεί κατά καιρούς σε σχέση με τα διατυπωθέντα μέχρι σήμερα βασικά ερωτήματα. Δεν έχει νόημα η ενασχόληση με σκόπιμες παρανοήσεις και επαναλαμβανόμενες ανακρίβειες, ανεξάρτητα από την πηγή προελεύσεώς τους· ούτε, βέβαια, η οποιαδήποτε απάντηση σε υποτιμητικά, υβριστικά και κακόβουλα σχόλια. Η συνεννόηση είναι επίτευγμα του καλοπροαίρετου διαλόγου και ουδέποτε της αδιαλλαξίας· πολύ δε περισσότερο, της μισαλλοδοξίας και της απροκάλυπτης εμπάθειας. 
Με σεβασμό σε κάθε άποψη που κατατίθεται, επισημαίνουμε ότι ο διάλογος πάνω σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα είναι αδιέξοδος χωρίς την ουσιαστική προϋπόθεση της αμοιβαίας αναγωγής σε κοινούς τόπους αναγνωρισμένων επιστημονικών κριτηρίων. Δεν είναι έργο της Επιτροπής να εξηγήσει θεμελιώδεις παιδαγωγικές παραδοχές και τρέχοντες επιστημονικούς όρους, όταν αυτοί τόσο κραυγαλέα παρερμηνεύονται, δεν έχουν γίνει κατανοητοί ή αποσιωπούνται είτε από πρόθεση είτε από άγνοια. Η εργασία αυτή αρμόζει περισσότερο στα επιμορφωτικά σεμινάρια των μάχιμων εκπαιδευτικών. Είναι προφανώς ανώφελη η όποια δημόσια συζήτηση, όταν αγνοείται ή χαλκεύεται -ακόμη και από γραφίδα πανεπιστημιακού δασκάλου- το επιστημονικό και θεολογικό αλφαβητάρι της παιδαγωγικής επιστήμης, και κατ’ εξοχήν της θρησκευτικής αγωγής ως προς τους όρους: «πρόγραμμα σπουδών διαδικασίας», «γραμματισμός», «διερευνητική μάθηση», «βιωματικές και συνεργατικές διδακτικές δραστηριότητες», «διαπολιτισμική εκπαίδευση», «σεβασμός στην ετερότητα», «ανθρωποκεντρική διάσταση στην εκπαίδευση» κ.ά. 
Αντί να στρέψουν την προσοχή τους στα ουσιώδη του ΠΣ, ορισμένοι επιμένουν να διαστρεβλώνουν στοιχειώδεις έννοιες, συγχέοντας τα αυτονόητα και τα ζητούμενα, παρά τις διεξοδικές και επανειλημμένες εισαγωγικές διευκρινίσεις από την Επιτροπή. Για μια φορά ακόμη, επισημαίνουμε ότι: το ΠΣ δεν είναι διδακτέα ύλη, δεν είναι κατάλογος μαθημάτων, δεν είναι διδακτικό εγχειρίδιο, δεν είναι βιβλίο του μαθητή. Το ΠΣ μπορεί να οδηγήσει στον σχεδιασμό πολλαπλά διαφοροποιημένης διδασκαλίας, ανάλογα με την τάξη και τον μαθητικό πληθυσμό που απευθύνεται ο εκπαιδευτικός. Στον Οδηγό του Εκπαιδευτικού έχουν καταχωριστεί ολοκληρωμένα διδακτικά σενάρια και άφθονες διδακτικές προτάσεις που τεκμηριώνουν αυτή τη θέση αλλά και δείχνουν καθαρά ότι η κατηγορία για την απεμπόληση της πίστης είναι παντελώς έωλη. 
Χαρακτηριστικό δείγμα της σύγχυσης είναι ότι το ΠΣ έχει χαρακτηριστεί -από τους ίδιους πάντα επικριτές- άλλοτε ως κοινωνιολογία της θρησκείας, άλλοτε ως κοινωνική ηθική, άλλοτε ως συγκριτική θρησκειολογία και άλλοτε ως πολιτιστικό μάθημα... Κατανοούν, άραγε, τα σημαινόμενα των εκάστοτε διατυπώσεων και, τελικά, γνωρίζουν τι ακριβώς είναι το ΠΣ διαδικασίας; Μοιάζει παράδοξο, όμως, είναι τα ίδια πρόσωπα που διατύπωσαν στο παρελθόν παρόμοιες κατηγορίες για τα βιβλία Θρησκευτικών, τα οποία είχαν βασιστεί στο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ 2003), κατηγορώντας τα για σοβαρά θεολογικά λάθη και θρησκειολογική εκτροπή. Τα ίδια αυτά πρόσωπα τάσσονται τώρα αναφανδόν υπέρ της διατήρησης του Ορθόδοξου και μάλιστα «ομολογιακού» μαθήματος, όπως είναι μέχρι σήμερα, ξιφουλκώντας κατά του νέου ΠΣ! 
Δεν είναι οξύμωρο ότι στην Επιτροπή του ΠΣ μετέχουν και θεολόγοι που συμμετείχαν στις συγγραφικές ομάδες αρκετών διδακτικών εγχειριδίων Θρησκευτικών στα τελευταία είκοσι χρόνια; Πώς γίνεται εκείνοι που έγραψαν στο παρελθόν Ορθόδοξα Θρησκευτικά να απεμπολούν τάχα την Ορθόδοξη πίστη τώρα; Πώς ανατρέπει το ΠΣ τη μέχρι σήμερα Ορθόδοξη γραμμή του μαθήματος, όταν το εκπαιδευτικό υλικό στο οποίο παραπέμπει, αποτελείται αποκλειστικά από τα διδακτικά εγχειρίδια και τα μέσα που έχουν παραχθεί στα τελευταία χρόνια και ισχύουν μέχρι σήμερα; Το υλικό αυτό περιλαμβάνεται στην Δ΄ στήλη του νέου ΠΣ και είναι το μοναδικό τμήμα του με το οποίο έμμεσα έρχεται σε επαφή ο μαθητής. 
Σε όλες σχεδόν τις ακραίες αρνητικές κριτικές είναι εμφανής η λογική μιας αντιθετικής πόλωσης, που προβάλλεται με απόλυτο δογματισμό. Σύμφωνα με αυτή, οι μοναδικές προτάσεις για την ύπαρξη και λειτουργία των Θρησκευτικών κινούνται διαζευκτικά μεταξύ του ομολογιακού-κατηχητικού και του θρησκειολογικού μαθήματος. Ή το ένα ή το άλλο. Μάλιστα, επειδή ακριβώς το νέο ΠΣ δεν ακολουθεί αυτή την υπεραπλουστευτική λογική, κατηγορείται αυθαίρετα και αδικαιολόγητα ως «θρησκειολογικό». Με την ίδια ευκολία και παρόμοιο τρόπο χαρακτηρίζεται το θρησκευτικό μάθημα και στις ευρωπαϊκές χώρες. Προκαλεί δέος η τόσο μεγάλη άγνοια. Πώς μπορούν να παραβλέπουν την τόσο πλούσια βιβλιογραφία για το θέμα; Πώς διαγράφουν τη διαδρομή και τα επιτεύγματα του μαθήματος στη χώρα μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες; Με ποια επιστημονικά επιχειρήματα κατηγοριοποιούν το μάθημα και το νέο ΠΣ, όταν η πραγματικότητα απέχει παρασάγγας από την αναφερθείσα μονολιθική προσέγγιση; Τέλος πάντων, γνωρίζουν ή δεν γνωρίζουν άλλη πρόταση για τον σκοπό, τον χαρακτήρα, τη δομή και τις αρχές διδασκαλίας του σύγχρονου θρησκευτικού μαθήματος εκτός από το ιδεοληπτικό και στερεοτυπικό δίπολο «ομολογιακό ή θρησκειολογικό μάθημα»; Υπάρχει, άραγε, κάποια ουσιαστική μελέτη επί της ουσίας των Συστάσεων (Recommendations) του Συμβουλίου της Ευρώπης για το θρησκευτικό φαινόμενο στην Ευρώπη; 

Το νέο ΠΣ, που συγκροτήθηκε με συλλογικό κόπο, υπερβαίνει την προ πολλού παρωχημένη κλειστή ομολογιακή προσέγγιση χωρίς, όμως, να μετατρέπει το μάθημα σε θρησκειολογικό. Χαρακτηρίζεται από ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο που αφορά στην οικεία θρησκευτική παράδοση και το οποίο δημιουργεί τις προϋποθέσεις και το κατάλληλο εκπαιδευτικό περιβάλλον για ένα άνοιγμα στην ετερότητα σε θεμιτό βαθμό και, κυρίως, με βάση τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, τις ουσιαστικές μορφωτικές ανάγκες και τα συνεχώς ανανεούμενα ερωτήματα των σημερινών παιδιών και εφήβων σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο. Αξίζει να τονισθεί, ότι οι συγκεκριμένες αυτές επιλογές του νέου ΠΣ δεν είναι θύραθεν επιδράσεις αλλά βασίζονται συνειδητά σε θεμελιώδεις και τεκμηριωμένες επιλογές που απορρέουν από την Ορθόδοξη θεολογία και ζωή. 
Επιπρόσθετα πρέπει να θυμίσουμε, ότι το μάθημα των Θρησκευτικών έχει διανύσει μια γνωστή σε όλους διαδρομή, μία διαδρομή η οποία ακολουθεί τις αλλαγές στην ελληνική κοινωνία, καθώς επίσης ότι υπάρχει και λειτουργεί εδώ και τώρα. Έχει συγκεκριμένη σκοποθεσία, παιδαγωγικά χαρακτηριστικά και αρχές, διδακτικά μέσα και εργαλεία, νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο πορεύεται και, βεβαίως, τις ελλείψεις του. Δεν συζητούμε για μια εκ του μηδενός επανίδρυσή του ούτε φυσικά νέα ανακάλυψη του χαρακτήρα και του προσανατολισμού του. 
Το ΠΣ και ο Οδηγός του Εκπαιδευτικού αναφέρονται διεξοδικά στο παιδαγωγικό και επιστημονικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζουν την ανάπτυξή τους. Τόσο στο ΠΣ όσο και στον Οδηγό, σε κάθε κεφάλαιο ξεχωριστά, παρατίθεται βασική βιβλιογραφική τεκμηρίωση για όλα τα θέματα. Επιτέλους, οι επικριτές οφείλουν να πράξουν το ίδιο, επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιστημονική συνέπεια, ορίζοντας δηλαδή τις δικές τους παιδαγωγικές θέσεις, εάν υπάρχουν, βάσει των οποίων διατυπώνουν τόσο σοβαρές κατηγορίες και ενστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, εγκαταλείποντας τον αντιδραστικό -και κατά κανόνα ατεκμηρίωτο- αρνητισμό τους, οφείλουν να διατυπώσουν σαφείς απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα: 
α) Ποια άλλη θεωρία μάθησης προτείνουν αντί της αυτονόητης για τα σύγχρονα παιδαγωγικά δεδομένα, θεμελιώδους και συνάμα κριτικής προσέγγισης των συντακτών του ΠΣ, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, είναι η δέσμη θεωρήσεων του κονστρουκτιβισμού; 
β) Ποια άλλη επιστημονική θεωρία αποδέχονται για τη σύνταξη ενός ΠΣ και ποιο τύπο/μοντέλο θεωρούν κατάλληλο για τα Θρησκευτικά και για ποιους λόγους, αντί του ΠΣ διαδικασίας; 
γ) Με βάση ποιους ερευνητές και, ειδικότερα, ποιους παράγοντες, αρχές και παραδοχές προσδιορίζουν το γνωστικό επίπεδο των μαθητών και τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά τους σε κάθε βαθμίδα; Επιπλέον, πού παραπέμπουν ως προς τις σύγχρονες θρησκειοπαιδαγωγικές ανάγκες των μαθητών; Το ΠΣ αφιερώνει μεγάλο αριθμό σελίδων στα ζητήματα αυτά και οι θέσεις του είναι δημοσιευμένες. 
δ) Ποια στοιχεία προσκομίζουν για την ανθρωπογεωγραφία και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου ελληνικού μαθητικού πληθυσμού; 
ε) Σε ποιες αναγνωρισμένες μελέτες παραπέμπουν ως προς τα ζητήματα που χρειάζονται βελτίωση στην ήδη παρεχόμενη θρησκευτική εκπαίδευση; 
στ) Ποια διδακτική μεθοδολογία προκρίνουν αντί της διερευνητικής, συνεργατικής και κριτικής διδασκαλίας-μάθησης, η οποία συνιστά μια από τις μεγαλύτερες καινοτομίες που εισάγει το νέο ΠΣ; ζ) Ποιος είναι –κατ’ αυτούς– ο ρόλος του εκπαιδευτικού μέσα στη τάξη, αφού επιδεικτικά αγνοούν τη συμβολή του, μιλώντας μόνο για το ΠΣ και τους μαθητές; 
Χωρίς απαντήσεις στα παραπάνω αφετηριακά ερωτήματα, κάθε άλλη συζήτηση είναι μάταιη γιατί εκτρέπεται και αποπροσανατολίζει από το κυρίως ζητούμενο. 
Κραυγαλέα δείγματα αυτής της παραπληροφορούσας και ψευδόμενης επιχείρησης διαστρέβλωσης του νέου ΠΣ, είναι οι ανυπόστατες και χονδροειδείς –πλην όμως τόσο αποτελεσματικές για την παραπληροφόρηση– κατηγορίες ότι: «στο νέο ΠΣ ο Ιησούς Χριστός εξισώνεται με τους ιδρυτές άλλων θρησκειών» (και οι λίθοι κεκράξονται!), ότι «τα παιδιά καλούνται να επιλέξουν» (άκουσον, άκουσον!) «από έξι θρησκείες που παρουσιάζονται ισότιμα» (sic), ότι «το μάθημα γίνεται θρησκειολογικό» ή ακόμη και «πανθρησκειακό». Τα μέλη της Επιτροπής έχουν απαντήσει σε αυτές τις ευφάνταστες αιτιάσεις, παραθέτοντας αναλυτικά στοιχεία και συγκεκριμένες παραπομπές στο ΠΣ, με το Υπόμνημα της 30ης Μαρτίου 2012 που υποβλήθηκε στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ύστερα από αίτημα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, και το οποίο έτυχε θετικής εισήγησης. 
Ας σημειωθεί ότι μετά τη δημοσίευση του πολυσέλιδου Υπομνήματος, ορισμένοι από τους λιβελλογράφους επανήλθαν λέγοντας ότι: ναι μεν το περιεχόμενο του ΠΣ βασίζεται σε συντριπτικό ποσοστό στην Ορθόδοξη πίστη, λατρεία και ζωή και εν γένει παράδοση, ναι μεν υπάρχουν άφθονα βιβλικά, πατερικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά οι κατηγορίες εξακολουθούν να ισχύουν γιατί γίνεται «σιωπηρή» κατάργηση της μοναδικότητας του προσώπου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού! Μέχρι και έντυπη ανθολόγηση των αρνητικών κριτικών έγινε πρόσφατα, αποκλειστικά και μόνον αυτών, χάριν όσων δεν έχουν πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες, όπου περιελήφθησαν ακόμη και ανεύθυνα και αντιεπιστημονικά σχόλια γνωστών για το ήθος τους ιστολογίων. Είναι αυτή υπεύθυνη επιστημονική και θεολογική στάση; Είναι έγκυρος και αντικειμενικός διάλογος, όταν συστηματικά προβάλλεται κάθε διαστρεβλωτική προσέγγιση, αποκλειομένης a priori κάθε άλλης άποψης και ιδιαιτέρως των θιγόμενων; 
Το φαινόμενο είναι λυπηρό και ανησυχητικό ακόμη κι αν οφείλεται σε ελάχιστους πρωταγωνιστές. Η ανησυχία, όμως, οξύνεται, όταν η παραπληροφόρηση εκπορεύεται από ορισμένους σεβαστούς, πλην όμως επί πολλά χρόνια απέχοντες από τα διδακτικά δρώμενα, και προφανώς άμοιρους πρόσφατης διδακτικής εμπειρίας στα Θρησκευτικά συναδέλφους. Οι συνάδελφοι αυτοί, καθώς φαίνεται, δεν μπορούν να αντιληφθούν τι ήταν στο παρελθόν τα Θρησκευτικά, τι είναι σήμερα και τι επιπλέον χρειάζονται, ώστε να γίνουν ένα σύγχρονο, επίκαιρο και δημιουργικό μάθημα. Ένα μάθημα που να ανταποκρίνεται σε ουσιώδεις ανάγκες της μαθητιώσας νεολαίας και όχι στις φαντασιώσεις ή τις μεσσιανικές νευρώσεις όλων εκείνων που το θέλουν καθηλωμένο σε ένα πλέγμα παρωχημένων παιδαγωγικών αρχών, στοχοθεσίας και μεθόδου. Με αυτές τις προϋποθέσεις, ακόμη και η πρόταση ενός «ομολογιακού-κατηχητικού» μαθήματος, ίσως αποτελεσματικού σε άλλες συνθήκες, δεν μπορεί να ευοδωθεί. Το σχόλιο κατατίθεται ως ανοικτή καταγγελία και διατυπώνεται με ανάμικτα συναισθήματα λύπης, ανησυχίας και δικαιολογημένης αγανάκτησης. 
Διατρέχοντας κανείς τις απαξιωτικές κρίσεις, τις λοιδορίες και τις ύβρεις των επικριτών, σχηματίζει την εντύπωση για τα μέλη αυτής της Επιτροπής ότι πρόκειται για «εξωνημένους και αδίστακτους παραχαράκτες της χριστιανικής πίστης, οι οποίοι έδρασαν σε διατεταγμένη υπηρεσία αποδόμησης της Ορθοδοξίας και εγκαθίδρυσης της πανθρησκείας»! Ωσάν να μην πρόκειται για ανθρώπους, οι οποίοι -πέραν της όποιας επιστημονικής επάρκειας και εκπαιδευτικής διαδρομής- γαλουχήθηκαν, πορεύθηκαν και διακόνησαν επί μακρόν -πράγμα που συνεχίζουν να πράττουν μέχρι σήμερα- την Εκκλησία και τη Θεολογία. Αναμφισβήτητα, το ζήτημα έχει και νομικές και πολιτικές και, κυρίως, πνευματικές παραμέτρους, με την εκκλησιαστική σημασία του όρου. Όμως, πάνω απ’ όλα, πιο πέρα κι από τα πρόσωπα που υβρίζονται, το διακύβευμα αφορά στο παρόν και στο μέλλον της θρησκευτικής παιδείας στο Ελληνικό σχολείο. Ασφαλώς, τα μηνύματα από τη συντριπτική πλειοψηφία του θεολογικού κόσμου είναι ελπιδοφόρα και αισιόδοξα, όμως, πνίγονται μέσα στον θόρυβο ενός αήθους υβρεολογίου, το οποίο αντικαθιστά ή υποδύεται την κριτική. 
Θεωρούμε, μάλιστα, ότι μέρος της μέχρι τούδε ασκηθείσας δημόσιας τοποθέτησης για το νέο ΠΣ, όπως περιγράφηκε πιο πάνω, πέρα από την επιστημονική ανεπάρκεια σε ζητήματα παιδαγωγικά -αν και επικαλείται ή δήθεν υπερασπίζεται την Ορθοδοξία- επιχειρεί να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς της («Οὐ πᾶς ὁ λέγων Κύριε, Κύριε…»). Το ζήτημα είναι φανερό πως αγγίζει την καρδιά της ίδιας της Εκκλησίας και της Θεολογίας της. 
Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Θεολογία της θα αδιαφορήσει για τον σημερινό μαθητή, τον συχνά μετέωρο και μπερδεμένο από την έκθεση σε ένα πλήθος αλλόκοτων πληροφοριών και όχι σπάνια αλλοπρόσαλλων θρησκευτικών ερεθισμάτων -παρότι τυπικά πολιτογραφείται ως «Ορθόδοξος»; 
Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Θεολογία της πώς θα απαντήσει σε αυτό το οξύ πρόβλημα, κραυγάζοντας και απειλώντας; Ή μήπως υπάρχει κανείς που να θεωρεί ότι, αποκλείοντας οποιαδήποτε αναφορά στο πρόβλημα, αυτό λύεται ως διά μαγείας; Και αν αυτή η δυνατότητα της παιδαγωγικά έγκυρης πραγμάτευσης δεν δοθεί στον θεολόγο-καθηγητή και σε ένα μάθημα Θρησκευτικών που θα δομείται πάνω σε ένα ΠΣ διαδικασίας, ευέλικτο και ανοικτό στη συνδιαμόρφωση με τους μαθητές, όπως αυτό που προτείνεται από την Επιτροπή μας, τότε σε ποιον, με ποια εχέγγυα και σε ποιο πλαίσιο; Μπορεί το μάθημα να συμβάλει στην κοινωνική συνοχή της ελληνικής και ευρωπαϊκής κοινωνίας μας; 
Είναι άραγε Ορθόδοξη και εκκλησιαστική ποιμαντική προς μαθητές η στενόκαρδη περιχαράκωση, η καταγγελτική ρητορεία και ο προπηλακισμός (λεκτικός ή μη) σε κάθε άνοιγμα διαλόγου ή συνύπαρξης με το διαφορετικό; Ταπεινά φρονούμε πως όχι. 
Σε αυτή την κρίσιμη καμπή για τον τόπο και την πατρίδα ο καθένας έχει χρέος να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν. Έναντι, πρωτίστως, της Αλήθειας. 
ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΝΕΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ 
ΣΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ 
Γιαγκάζογλου Σταύρος, Σύμβουλος Α΄ Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, υπεύθυνος επιστημονικού πεδίου 
Βαλλιανάτος Άγγελος, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων 
Γριζοπούλου Όλγα, Δρ. Θεολογίας 
Διαμαντής Φώτιος, Δάσκαλος, MEd & Θεολόγος, MTh 
Ζορμπάς Κωνσταντίνος, Δρ. Θεολογίας, Κοινωνιολόγος, καθηγητής Θεολόγος 
Καλαϊτζίδης Παντελεήμων, Δρ. Θεολογίας, τ. Πάρεδρος ε.θ. του Π.Ι., καθηγητής Θεολόγος 
Μόσχος Δημήτρης, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ 
Νευροκοπλής Αθανάσιος, MTh, καθηγητής Θεολόγος 
Παναγάκης Αντώνης, Δάσκαλος και Θεολόγος 
Παπαδόπουλος Γιώργος, καθηγητής Θεολόγος 
Περσελής Εμμανουήλ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ 
Πλιάκου Ζωή, Θεολόγος 
Στάθης Γιώργος, τ. Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου 
Στριλιγκάς Γιώργος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων 
Ταμβάκης Παναγιώτης, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης 
Υφαντής Παναγιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Έχουμε πήξει λιγάκι στα Δρ και στα Mth! Καλοί οι τίτλοι βρε παιδιά αλλά η Θεολογία δυστυχώς ή ευτυχώς είναι τρόπος ζωής και όταν περισσότερο καλείσαι να διδάξεις Θεολογία στα παιδιά εκει χρειάζεται να είσαι δάσκαλος όπως όλοι εννοούμε το δάσκαλο!

Ανώνυμος είπε...

Πότε θα σταματήσουν οι τόσο πρόχειρες έως και επικίνδυνες προσεγγίσεις του θέματος αυτού; Προσφάτως διαβάσαμε μύδρους εναντίον του νέου Προγράμματος Σπουδών από δύο αξιοσέβαστους αγιορείτες γέροντες. Ο πρώτος αναφέρει ότι ενημερώθηκε από "τό «Ὑπόµνηµα» τοῦ κ.Ἡρακλῆ Ρεράκη"ενώ ο δεύτερος, όπως αναφέρει, έγραψε επειδή "έπεσε στα χέρια του το Περιοδικό «Κοινωνία» της ΠΕΘ". Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αναφέρουν εάν μελέτησαν το Πρόγραμμα Σπουδών ή έστω εάν ενημερώθηκαν για τυχόν διαφορετικές προσεγγίσεις!

Related Posts with Thumbnails