Τρίτη, 4 Μαρτίου 2008

Η ΑΣΩΜΑΤΗ ΚΕΦΑΛΗ Ή Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ


Παρουσίαση του βιβλίου του ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΔΑ "Ασώματη Κεφαλή"
από τον φιλόλογο Roni Bou Saba

Γνώρισα μια μέρα τον Βασίλη Λαδά με αφορμή μια δικαστική υπόθεση· έμαθα τότε ότι είναι ποιητής και συγγραφέας. Έτσι ξύπνησε μέσα μου η περιέργεια να διαβάσω τα έργα του. Την επόμενη φορά που συναντηθήκαμε μου έδωσε το βιβλίο του «Ρίον-Αντίρριον». Δεν πρόλαβα να το τελειώσω και μαθαίνω ότι έχει βιβλιοπαρουσίαση του καινούργιου μυθιστορήματός του «Η Ασώματη κεφαλή». Με γόητευσε σ’αυτό το έργο, η πλούσια θεματογραφία, που καταπιάνεται με πολλά ζητήματα μέσω των οποίων διαφαίνεται μια βαθιά αγωνία του συγγραφέα. Το θέμα της Πάτρας ως μια πόλη - κοινωνία σε εξέλιξη, το θέμα του συμβολισμού και του μύθου είναι ένα μικρό δείγμα αυτής της θεματογραφίας. Επέλεξα όμως να προσπαθήσω να αναλύσω, με συντομία, ένα ζήτημα το οποίο μας δείχνει ο Λαδάς διακριτικά ήδη από τον τίτλο και μιλώ για την «κρίση των διανοουμένων». Οι διάφορες πλευρές του ζήτηματος έχουν απασχολήσει πλήθος συγγραφέων και μελετητών από τους οποίους θα αναφερθώ επιγραμματικά σε δυο : τον René Girard και τον Donnald Winnicott.

Στην «Ασώματη κεφαλή» τους διανοουμένους τους βλέπουμε, όπως μας τους παρουσιάζει ο αφηγητής, με δυο κυρίως τρόπους κατόπιν αλλαγής της αφηγηματικής οπτικής γωνίας του. Και αυτό, γιατί ο αφηγητής είναι κάποτε εξωστρεφής και ξέρει τα γεγονότα, και άλλοτε εσωστρεφής και περιμένει να δει με τους αναγνώστες του τις εξελίξεις των γεγονότων. Έτσι επηρεάζεται και η εικόνα των διανοουμένων. Το σημείο αναφοράς λοιπόν, παραμένει ο αφηγητής κυρίως όταν είναι παντογνώστης, διότι εκεί μας φανερώνει την επιρροή της άποψής του από ‘κείνη της Ασώματης Κεφαλής. Η επιρροή πηγάζει κυρίως από τα λόγια της τελευταίας ότι: «η εποχή μας χρειάζεται ακέφαλο σώμα γιατί χωρίς κεφάλι δεν έχεις σκοτούρες».

Ξεχωρίζουμε στο μυθιστόρημα δυο μεγάλες κατηγορίες διανοουμένων: πρώτον, αυτή «των εν τω φανερώ διανοουμένων» με κάποιες υποκατηγορίες, και δεύτερον, αυτή «των εν τω κρυπτώ διανοουμένων». Οι τελευταίοι, δεν χωρίζονται σε υποκατηγορίες, γιατί τους ενώνει η ανώνυμη θυσία και ως εκ τούτου πορεύονται στον ίδιο δρόμο της θυσίας για να φτάσουν στον ενιαίο σκοπό τους. Οι δημοσίως ή εν τω φανερώ διανοούμενοι χωρίζονται σε υποκατηγορίες σύμφωνα με την συμπεριφορά τους. Βλέπουμε λοιπόν την υποκατηγορία των κρατικοδίαιτων διανοουμένων, όπως η Μαντώ, που εμφανίζεται ανεξάρτητη ενώ έχει παράλληλα σχέσεις με όλες τις εξουσίες. Και έχουμε την υποκατηγορία των αποσπασμένων από τον κόσμο διανοουμένων, όπως είναι ο φιλόλογος φίλος του αφηγητή που είχε κάνει τους συμβιβασμούς του, και «είχε παραδοθεί στις παντούφλες του». Υπάρχει και μια άλλη υποκατηγορία, αυτή των κοσμοκαλλιτεχνών διανοουμένων όπως ο ηθοποιός και ο γραφίστας οι «θαμώνες των απανταχού δεξιώσεων». Μπορούμε να εντάξουμε εδώ και τον διανοούμενο πρωτοσύγκελλο, που είναι «παράθυρο στα κανάλια». Εδώ ίσως θα έλεγε κανείς ότι η ίδια η Ασώματη Κεφαλή με τον αφηγητή, είναι διανοούμενοι. Αλλά δεν τους βάζω στις κατηγορίες των διανοουμένων γιατί διαμέσου των ματιών τους κοιτάμε για να δούμε τους υπόλοιπους διανοουμένους. Νομίζω τούς είναι πιο κατάλληλο να χαρακτηριστούν και να θεωρηθούν κριτές των διανοουμένων όπως το απαιτεί το μυθιστόρημα ως σύνολο.

Οι διανοούμενοι, ανάλογα με τις κατηγορίες τους, έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που θα προσπαθήσουμε εντοπίζοντάς τα, να αιτιολογήσουμε έστω και πλαγίως τα προλεγόμενα και να κατανοήσουμε βαθύτερα το θέμα μας. Οι διανοούμενοι, οι εν τω κρυπτώ, δεν είναι απαραίτητα άνθρωποι των γραμμάτων· αυτό δίνει ένα εύρος στην σημασία της διανόησης, που συνδέεται συνήθως με μεγαλοθεωρίες και συγγραφή βιβλίων. Ο πατέρας της Ασώματης Κεφαλής, λ.χ., ήταν οικοδόμος όμως «ανήσυχος σαν όλα τα δυνατά και ευαίσθητα μυαλά». Ανήκουν στο γενικό κίνημα της Αριστεράς, και ειδικώς στο ΚΚΕ, που εθεωρείτο τότε επικίνδυνο για την «ελευθερία των Ελλήνων». Αυτό το διαφορετικό είδος διανοουμένων που έπραττε όσα πίστευε, σημαδεύτηκε από την θυσία στις διάφορες μορφές της: αποκεφαλισμούς, εξορίες, φυλακίσεις, πείνα, βασανιστήρια και άλλα. Ένα όραμα και μια ευαισθησία κοινωνική ήταν ο σκοπός του είδους αυτού: «να φέρει την κοινωνική απελευθέρωση». Γι’ αυτό πάλευε μακριά από τους φακούς των καμερών και τους άμβωνες των διαλέξεων. Όσοι ανήκαν σ’αυτό το είδος διανοουμένων, ή στην πλειοψηφία τους, πέθαναν άγνωστοι και ασήμαντοι για να υψώσουν την σημαία της ιδεολογίας τους, του οράματός τους αντί των προσωπικών τους ονομάτων. Παρέμειναν γνήσιοι ανατροπείς, όπως μας δείχνει το παράδειγμα του ανθοπώλη, ανεξάρτητα από την δύσκολη θέση της Αριστεράς στην Ελλάδα και διεθνώς. Δεν στηρίζονται στην εξουσία και την δύναμη της Αριστεράς για να κάνουν τις επιλογές τους. Πολύ συχνά τους περιγράφει ο αφηγητής ως ανήσυχους και αυτή η ανησυχία τούς προωθεί να αγωνιστούν υπέρ μιας κοινωνικής εσχατολογίας και έτσι δρούν σαν «απόστολοι μελλοντικών οραμάτων, συνεπώς σαν μάρτυρες». Ας γυρίσω στον ανθοπώλη για να εξηγηθώ· αυτός φανερώνει την διανόηση ως τελετουργική πράξη. Γι’αυτό ο ρόλος του ως ανθοπώλη στο μυθιστόρημα μας ανοίγει τα μάτια στις μικρές αλλά σημαντικές τελετουργίες της καθημερινότητας. Αυτός συμμετέχει σε όλα τα μυστήρια της ζωής: από την γέννηση, στην βάπτιση, στον έρωτα, στην αρρώστια, στον γάμο και στον θάνατο. Είναι σταθερό στοιχείο, πανταχού παρών ως τελετουργός. Εξ ου και εγκαίνιασε ο ίδιος την πολιτική κηδεία και ανέτρεψε την θρησκευτική τελετή ταφής που γινόταν πλέον μηχανικά. Ο γέροντας επιπλέον ζούσε στο περιθώριο και από κεί μελετούσε την ζωή και έτσι η πράξη του αυτή, όπως και κάθε πράξη των εν τω κρυπτώ διανοουμένων, «ήταν ηθελημένη, μελετημένη και αποφασιστική». Ανέλαβε την ευθύνη της πράξης του χωρίς να τον νοιάζει το κόστος. Πήρε μια θέση, πράγμα που δεν το εκτίμησαν οι εφημερίδες των Πατρών.

Στο μυθιστόρημα είναι παρούσα και η νεολαία ως διανόηση. ΄Εχουμε την χαμηλών τόνων νεολαία, που αποτελείται από τον φιλόλογο, στα φοιτητικά του χρόνια, και τους φίλους του οι οποίοι διάβαζαν ποίηση. Έχουμε από την άλλη την θαρραλέα νεολαία, τα δυο ανήψια του γέροντα. Πρόκειται για συνεπείς αριστερούς, σαν τον γέροντα, που τόλμησαν να συμμετάσχουν στην τελετουργία του και τον κήδεψαν πολιτικά. Αυτό τους έφερε σε απολογητική θέση μπροστά στους άλλους. Η παρουσία αυτής της θαρραλέας νεολαίας είναι δείγμα ελπίδας, αναγέννησης, ή και αναβάπτισης όπως λέει ο αφηγητής. Είναι εξ ίσου σημαντική για το θέμα μας η παρουσία του Ανδρίκου. Ένας νέος που έπεσε θύμα «σκοτεινών κέντρων» της εξουσίας, που θέλει να «ευνουχίσει» την πολιτικοποιημένη και ριζοσπαστική νεολαία. Ο Ανδρίκος επίσης έπεσε θύμα της ηθικής των σαλονιών που πρότεινε ο συνταξιούχος γείτονάς του στην θετή μάνα του.

Στην άλλη όχθη, βλέπουμε τους έτερους διανοουμένους «των απανταχού δεξιώσεων». Τους ειρωνεύεται ο αφηγητής όταν μας τους περιγράφει ή όταν διηγείται κάποια δική τους πράξη. Η Μαντώ που την επέλεξα ως παράδειγμα πιο πάνω για τους κρατικοδίαιτους διανοουμένους, προβάλλει μια διανόηση ελαφριά, χλιαρή, δεν κουράζει τους ακροατές και τους θεατές. Μια διανόηση των καναλιών και των αμβώνων όπου ο διανοούμενος παριστάνει αυτό το ρόλο που του ορίζουν- κατά παραγγελία- κανάλια, πανεπιστημιακά συνέδρια και κόμματα. Αυτοί δεν παίρνουν ποτέ θέση, διανοούνται όπου πληρώνονται. Η διανόησή τους κάνει συνεχείς συμβιβασμούς χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν της κάποια κρίσιμα θέματα ως όρια, στα οποία σταματάει κάθε «παιχνίδι». Σύμφωνα με τον Βρεττανό ψυχαναλυτή Donald Winnicott, αυτό αποτελεί στοιχείο του ψευδούς εαυτού (βλ. π. Βασίλειος Θερμός, Αναζητώντας το Πρόσωπο: Αληθής και Ψευδής Εαυτός κατά τον Donald Winnicott και κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, Αθήνα, εκδ. Αρμός 2η, 1998, σ.23 ). Άρα μάλλον βρισκόμαστε μπροστά από ένα σύμπτωμα ψυχολογικής ταραχής. Η Μαντώ «ζει καλά με χρήμα και δόξα», λέει το μυθιστόρημα σε αντίθεση με τους εξόριστους και τους βασανισμένους που προανέφερα. Δεν μπαίνει στο βάθος των πραγμάτων, και αντιμετωπίζει με ελαφρότητα τα γεγονότα όπου τα «μετέτρεπε σε φάρσα».

Παρομοίως συμπεριφέρεται ο φιλόλογος φίλος του αφηγητή, που βλέπει τις τελετές της ζωής σαν θεατρικά μοτίβα για δράματα. Όταν πέθανε ο μαθητής του, ο Ανδρίκος κάλεσε τον αφηγητή για να του δείξει το «ψωμί στο θάνατο αυτό: δράμα». Αυτή η ελαφριά αντιμετώπιση οφείλεται στο γεγονός ότι ο διανοούμενος φιλόλογος απέσυρε την διανόησή του από την καθημερινότητα στα σαλόνια, όπου μετατρέπεται η διανόηση σε συζήτηση των ολίγων. Ο φιλόλογος ήταν μαρξιστής και στην συνέχεια πήγε προς την μεριά της Εκκλησίας. Έκανε ένα συμβιβασμό-προσαρμογή και άραξε. Αυτή την επιλογή την έκανε ως άμυνα έναντι στην αποτυχία του ως συγγραφέας, που σημαίνει ότι κάθισε στο σπίτι του να διαλογιστεί για να νιώσει ασφάλεια και προστασία από τον κόσμο που τον προκαλεί. Πάλι εδώ είμαστε μπροστά από μια νοσηρή διανόηση και έναν ψευδή εαυτό. Τον ειρωνεύεται ο αφηγητής λέγοντας: «σαν διανοούμενο τον έβλεπα να πήζει πια από το πάχος», και μ’αυτήν την φράση σατυρίζει τους διανοουμένους γενικώς που όλο κάθονται αντί να επαναστατούν. Επισημαίνω παρεμπιπτόντως την χρήση του ρήματος «πήζω» που δηλώνει την στερεότητα, και στην περίπτωσή μας έχει κολλήσει τους διανοουμένους. Το γελοίο του πράγματος δεν σταματάει εδώ αλλά συνεχίζεται όταν ο φιλόλογος αυτός κατηγορεί τον «πληθωρισμό στο είδος» των διανοουμένων εκεί όπου μιλάει το κείμενο για τους διανοουμένους, τον γραφίστα και τον ηθοποιό. Η σημασία αυτής της αναφοράς έγκειται στην θέση της μέσα σ’εκείνο το συμφραζόμενο γιατί οι δημοσίως διανοούμενοι αλληλοκατηγορούνται και ο ένας αμφισβητεί τον άλλον.

Με τη σειρά τους, ο ηθοποιός και ο γραφίστας, που εκπροσωπούν τους κοσμοκαλλιτέχνες διανοουμένους δηλώνουν ένα διανοητικό πρότυπο αξιοσημείωτο. Οι δυο τους φοράνε «σχεδόν πανομοιότυπα» ρούχα τα λεγόμενα σπορ-σικ, όπως οι περισσότεροι αριστερούληδες της εποχής. Μπορεί να ντύνονται όμως από τα πιο ακριβά καταστήματα, αρκεί να λείπει η γράβατα. Σταματώ λίγο για να αναφερθώ επιγραμματικά στην μιμητική του Girard που την συναντάμε σε διάφορα σημεία του έργου. Οι κοσμοκαλλιτέχνες διανοούμενοι ξεχωρίζουν με το ντύσιμό τους, έχουν δικά τους στέκια, πάντα πάνε στις πρεμιέρες των παραστάσεων που σημαίνει ότι ο ένας μιμείται τον άλλον- εμφανισιακά- για να νιώσει μέσω της μίμησης ότι έγινε διανοούμενος. Αυτό το φαινόμενο της ψευτορομαντικής διανόησης, φρικάρει με την ελαφρότητά του. Τέτοιοι διανοούμενοι κατηγορούνται ειρωνικώς στο μυθιστόρημα πιο πολύ από τους άλλους. Είναι «σαν τα κουνέλια ή σαν τις κατσαρίδες», «φανταχτερή κοινωνική ομάδα απόλυτα υποδουλωμένη στην εύκολη ζωή», «δευτεροκλασάτοι δημοσιογράφοι» και άλλα σκληρά χαρακτηριστικά. Κύριο προσόν τους ότι είναι «ωραίοι και ωραίες». Οι ιδιότητές τους είναι επίσης εκφραστικές, ή μάλλον συμβολικές. Ο ηθοποιός ασχολείται με την «υποκριτική» που στο μυθιστόρημα ταυτίζεται με την υποκρισία, και την προσποίηση. Και ο γραφίστας ασχολείται με τις επεξεργασίες των εικόνων, αλλάζει την πραγματικότητα μες στις εικόνες, επισημαίνει τα ασήμαντα προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. Αυτοί οι δυο λοιπόν ασχολούνται με το πλαστό, με το ψεύτικο, γι’αυτό και η παρουσία τους ως διοργανωτές του πολιτικού μνημόσυνου είναι εξ ίσου ειρωνική και σατυρική.

Αυτοί οι κοσμοκαλλιτέχνες διανοούμενοι έχουν ομοϊδεάτη έναν πρωτοσύγκελλο που αρθρογραφεί και «πετάγεται» στα κανάλια. Ο ιερέας αυτός δεν αρκέστηκε στο να κριτικάρει την πράξη του γέροντα αλλά πήγε και τάχα την «διόρθωσε». Ταυτόχρονα ο ιερέας εκπροσωπεί ένα μοντέρνο ρεύμα που μπαίνει σιγά σιγά στους κόλπους της Εκκλησίας, εννοώ το ρεύμα της μόρφωσης. Όλοι οι ιερείς θέλουν να δείξουν ότι είναι μορφωμένοι, και ας έχουν αποφοιτήσει από εκκλησιαστικό λύκειο! Η μόρφωση απαιτείται πλέον, πρέπει όμως να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο διακονίας, και όχι επιδεικτικό, γι’ αυτό οφείλει να είναι σοβαρή και σωστή.

Εν κατακλείδι, παρατηρούμε στο μυθιστόρημα δυο κατηγορίες διανοουμένων σε αντιπαράθεση. Ο Λαδάς επιτυγχάνει έτσι δυο πράγματα, να επισημάνει πρώτον την κρίση των δημοσίως διανοουμένων και δεύτερον να προτείνει λύση. Η λύση αυτή όμως δεν την εκφράζει ο ίδιος μέσω του αφηγητή του, αλλά μέσα στην παρουσία των απλών επαναστατών που τους θεώρησα εν τω κρυπτώ διανοουμένους. Γιατί αυτοί οι άγνωστοι άνθρωποι μας διδάσκουν ότι η διανόηση κοστίζει ζωές και απαιτεί ευθύνες. Και ότι δεν γίνεται σοβαρή διανόηση στα κανάλια, στα σαλόνια και στις πρεμιέρες του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. αλλά στο πεδίο μάχης της καθημερινής ζωής. Αυτοί οι άνθρωποι έγιναν ασώματες κεφαλές, θυσιάζοντας τα σώματά τους στα βασανιστήρια για να σώσουν τις πνευματικές αξίες. Οι άλλοι όμως έγιναν ακέφαλα σώματα, θυσιάζοντας τις πνευματικές αξίες για να κερδίσουν το ευ ζην. Αυτή είναι η κρίση που τονίζει ο Βασίλης Λαδάς.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

""''.....Στην άλλη όχθη, βλέπουμε τους έτερους διανοουμένους «των απανταχού δεξιώσεων». Τους ειρωνεύεται ο αφηγητής..."

Σαν πολλοί δεν μαζεύτηκαν απ' αυτούς Παναγιώτη;

Related Posts with Thumbnails