Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ


Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009, 20.30

Μουσείο Μπενάκη
Αμφιθέατρο - Κτίριο Οδού Πειραιώς
Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου

Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο

Γεώργιος Δεμερτζής βιολί
Δημήτρης Χανδράκης βιολί
Αγγέλα Γιαννάκη βιόλα
Άγγελος Λιακάκης βιολοντσέλο

Φίλιππου Τσαλαχούρη
ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ

Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.2, op. 26,

El Greco, Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.3, op. 53,

Οι επτά λόγοι του Χριστού επάνω στο Σταυρό op. 65 αρ.3

Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.4, op. 67

______________________________________________________________________

Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.2, op. 26
( 1998 )

Το 2ο Κουαρτέτο ολοκληρώθηκε το Καλοκαίρι του 1998, τέσσερα χρόνια μετά το πρώτο. Η απόφαση για τη δημιουργία ενός ακόμη κουαρτέτου, χωρίς να έχει εκτελεστεί το προηγούμενο, βασίστηκε στην πεποίθηση πως το 1ο είχε πολλές αδυναμίες.
Το «Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο» παρουσίασε το 1ο Κουαρτέτο, opus 12, τις Ημέρες Μουσικής στη Ρόδο, στις 23 Σεπτεμβρίου 2001, επιβεβαιώνοντας τις επιφυλάξεις του συνθέτη για την παρτιτούρα. Ίσως να «αντέχει» μόνο το τελευταίο μέρος.
Η ενασχόληση με τη φόρμα του κουαρτέτου είναι πάντοτε προκλητική, πεδίο άσκησης της μουσικής σκέψης, αφορμή ανακεφαλαίωσης της γνώσης. Το 2ο Κουαρτέτο ακολουθεί κλασική δομή αλλά με έντονα «θεατρικά» στοιχεία.
Είχε προηγηθεί η σύνθεση της μουσικής για το θεατρικό έργο της Λουίζ Παίητζ «Σαλόνικα» στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (1998). Μοτίβα και ατμόσφαιρες από τη σκηνική μουσική, χρησιμοποιήθηκαν ως θεματικό υλικό. Πολλές από τις μεταπτώσεις, τις παύσεις και τις εντάσεις, μπορούν να δικαιολογηθούν μόνον εξωμουσικά, με μόνο επιχείρημα ένα αόρατο θεατρικό κείμενο.
Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Μουσικά Εργαστήρια του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών στις 14 Οκτωβρίου 1999 από το Κουαρτέτο Πατρών. Ανάμεσα στις εκτελέσεις που ακολούθησαν, ξεχωρίζουν εκείνες του Edinbourg Quartet που μετά από την πρώτη παρουσίασή του, στο Εδιμβούργο, στις 6 Μαρτίου 2007, το επανέλαβε αρκετές φορές. Ο Μουσικοκριτικός Conrad Wilson στις 13 Ιουνίου 2007 γράφει στην Herald μεταξύ άλλων: «…ένα πραγματικό κουαρτέτο εγχόρδων που δεν χρειάζεται “φαντεζί” τίτλο για να πει αυτό που θέλει να πει. Το Κουαρτέτο αρ.2 του Φίλιππου Τσαλαχούρη είναι λιτό και ακριβές, με ατμοσφαιρικό αργό μέρος και με μια δραματική ακολουθία ατελών πτώσεων για φινάλε…».

El Greco, Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.3, op. 53,
«Ἐν στιγμῇ χρόνου»
( 2005 )

Το 3ο Κουαρτέτο γράφτηκε έπειτα από πρόσκληση-πρόκληση του Γιώργου Δεμερτζή και του Νέου Ελληνικού Κουαρτέτου. Αφορμή στάθηκε το Κουαρτέτο αρ.3 του Ισλανδού συνθέτη Jan Leifs που φέρει στον τίτλο του το προσωνύμιο του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου El Greco. Σκέψη του Γιώργου Δεμερτζή ήταν η δημιουργία ενός νέου κουαρτέτου, εμπνευσμένου επίσης από το έργο του μεγάλου ζωγράφου, με σκοπό την εκτέλεσή του μαζί με εκείνο του Jan Leifs. Ο Φίλιππος Τσαλαχούρης αποδέχθηκε την πρόταση και αφοσιώθηκε στη σύνθεση του νέου κουαρτέτου για ένα διάστημα δύο μηνών.
Ο Leifs είχε επιλέξει κάποια έργα που του έκαναν εντύπωση έπειτα από μία επίσκεψη στην Ισπανία. Έργα όπως το «Toledo» ή «ο Ιησούς στο Ναό», αποτέλεσαν την αφετηρία της έμπνευσής του. Ο Τσαλαχούρης επέλεξε έργα που συνθέτουν το Θείο Πάθος: η «Αγωνία στην Γεθσημανή», η «Σύλληψη», η «Σταύρωση» και η «Ανάσταση» είναι τα μέρη του Κουαρτέτου που αντιστοιχούν στους ομώνυμους πίνακες του Θεοτοκόπουλου, ενώ μια συγκλονιστική εικόνα του Χριστού δάνεισε τα χρώματα και τις αδρές γραμμές της στο Πρελούδιο. Ξεπερνώντας τις τυπικές ιμπρεσιονιστικές επιλογές, η παρτιτούρα ακολουθεί δραματικές λύσεις για την ηχητική περιγραφή της εντύπωσης. Γνωρίζοντας ο Τσαλαχούρης πως πρόθεση του Νέου Ελληνικού Κουαρτέτου ήταν πως η παρουσίαση των δύο El Greco κουαρτέτων θα γινόταν με παράλληλη προβολή των πινάκων-με έμφαση σε λεπτομέρειες και σαφή δραματουργική επεξεργασία- επέλεξε γλώσσα και πάλι θεατρική η οποία, όμως, δεν εμπόδισε την καθαρή μουσική γραφή να αναπτυχθεί.
Το έργο έχει ως υπότιτλο μία φράση από Κατά Λουκά Ευαγγέλιο «Ἐν στιγμῇ χρόνου» κεφ. Δ΄ στιχ. 5. Ἐν στιγμῇ χρόνου ο διάβολος έδειξε στον Χριστό, αφού τον ανέβασε στο βουνό, όλα τα βασίλεια της Γης.
Η πρώτη εκτέλεση του 3ου Κουαρτέτου δόθηκε, όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο, στις 22 Νοεμβρίου 2007, στο Ίδρυμα Θεοχαράκη μαζί με τον El Greco του Jan Leifs. Η εικαστικός Ρένα Τσαγκαίου είχε επιμεληθεί την επεξεργασία και προβολή των έργων παράλληλα με τη μουσική.

Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.4, op. 67
( 2008 )

Η εμπειρία της συνεργασίας με το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο, η χαρά της συναναστροφής, η τέρψη της προσπάθειας της κατάκτησης του υψηλού, η ευγνωμοσύνη και η προσμονή γέννησαν το 4ο Κουαρτέτο. Γράφτηκε το Φθινόπωρο του 2008. Μετά από την ελευθερία του 3ου Κουαρτέτου ο συνθέτης επέστρεψε και πάλι στην ακαδημαϊκή φόρμα.
Το ρυθμικό–agressivo-πρώτο μέρος, ακολουθεί την καθιερωμένη φόρμα σονάτα. Η μορφή lied δίνει σχήμα στο αργό δεύτερο μέρος ενώ ένα βαλσάκι δανείζει το άρωμά του στο χορευτικό τρίτο μέρος. Το καταληκτικό τέταρτο μέρος είναι μία εκτενής αργή δραματική φούγκα αφιερωμένη στη μνήμη του Μένιου Μουρτζόπουλου. Η γνωριμία του συνθέτη με τον Μουρτζόπουλο, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, στάθηκε καθοριστική.
Στο σύνολό του το 4ο Κουαρτέτο, πέρα από τα παραπάνω δομικά χαρακτηριστικά, αποτελεί έναν υπαρξιακό στοχασμό. Κάθε σελίδα του κρύβει και έναν συλλογισμό… σκέψεις, προβληματισμούς, ανησυχίες… διαδρομή στη σκιά της αμφιβολίας, οριοθέτηση του αδιεξόδου, συνειδητοποίηση της διάρκειας του ιλίγγου μπροστά στο ρήγμα, αντιμετώπιση των αντιρρήσεων της ίασης, προσέλευση αναμονών… μοναχικότητα… συγχώνευση αποσιωπητικών… χειραψία με την απόσταση… μια προσευχή στο ίδιο το μουσικό χρόνο.

Οι επτά λόγοι του Χριστού επάνω στο Σταυρό
op. 65 αρ.3 για κουαρτέτο εγχόρδων
( 2008 )

Τα θρησκευτικά θέματα έχουν στο έργο του Τσαλαχούρη σημαντική θέση. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, όλο και περισσότερο γράφει θρησκευτική μουσική.
Το πρώτο του έργο ήταν η «Λειτουργία αρ.1» που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Μόσχα. Ακολούθησαν δύο ακόμη λειτουργίες, η καντάτα «Ο Ύμνος της Αγάπης», οι «Θρησκευτικές Εικόνες» κ.α.
Η πρόσκληση του Οργανισμού του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για τη σύνθεση ενός έργου που θα παρουσιαζόταν κοντά στις ημέρες του Πάσχα, του έδωσε την ευκαιρία να υλοποιήσει μια παλιά επιθυμία. Η πλούσια βιβλιογραφία βοήθησε στην κατανόηση διάφορων θεμάτων. Ο ίδιος δηλώνει πως ξαφνιάστηκε από το θεολογικό και φιλοσοφικό οικοδόμημα που διάφοροι μελετητές και συγγραφείς έχουν θεμελιώσει σ’ αυτές τις επτά φράσεις.
Ξεκίνησε τη σύνθεση του έργου, τον Αύγουστο του 2008. Αρχικά συνέθεσε μουσική, μελοποιώντας το κείμενο για μικτή χορωδία. Είχε υποσχεθεί στον εξαίρετο Ούγγρο μαέστρο χορωδιών και καθηγητή Erdei Peter, πως θα εκπονήσει και μια εκδοχή για χορωδία. Αντί να ξεκινήσει, γράφοντας την ορχηστρική-σύμφωνα με την παραγγελία-εκδοχή και στη συνέχεια να προσαρμόσει τη χορωδία, έκανε το αντίθετο. Το θεματικό υλικό που προέκυψε από τα χορωδιακά, ενοργανώθηκε με την προσθήκη εισαγωγικών και συνδετικών μερών.
Το σχέδιο και των Επτά Λόγων ολοκληρώθηκε σε τρεις ημέρες. Αρχές Σεπτεμβρίου η χορωδιακή εκδοχή ήταν έτοιμη. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2008 είχε ολοκληρωθεί και η ορχηστρική. Ακολούθησαν δύο ακόμη εκδοχές. Η μεταγραφή των Επτά Λόγων για Κουαρτέτο εγχόρδων και η προσθήκη στην a cappela εκδοχή εκκλησιαστικού οργάνου και κρουστών.
Οι Επτά Λόγοι του Χριστού επάνω στο Σταυρό για ορχήστρα έχουν ως αρίθμηση την ένδειξη opus 65 αρ.1. Ακολουθεί η χορωδιακή, opus 65 αρ.2 και εκείνη για κουαρτέτο opus 65 αρ.3.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Aπόψε στο ξενοδοχείο ΑΣΤΗΡ στην Πάτρα. Στο πλαίσιο του Forum Ανάπτυξης - 12ο Money Show Πάτρας, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση με θέμα: "Εναλλακτική Πολιτιστική δραστηριότητα". Το Ερασιτεχνικό Σχήμα Πάτρας ΡΕΦΕΝΕ, η διαδικτυακή τηλεόραση intv.gr και το ΠΛΗΡΩΜΑ 94 παρουσίασαν τις δραστηριότητές τους.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΒΑΛΛΗΝΔΡΑΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΥ



ΜΝΗΜΕΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Γενική Επιμέλεια :

ΜΑΝΟΛΗΣ Κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗΣ

Έκδοση : Κέντρον Ερευνών & Εκδόσεων (Αθήνα 1999)
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΟΓΔΟΗ
ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΠΕΤΡΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΥ

(Σύνθεση περ. 1764 - 1770)

Ψάλλει ο Σεβ. Μητροπολίτης Πατρών ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΒΑΛΛΗΝΔΡΑΣ
Το Ειρμολόγιο των Καταβασιών του Πέτρου Πελοποννησίου έχει εκτελεσθεί ολόκληρο (1990-1991) κατά την α΄ έντυπη εκδοχή του (Κων/πολη 1825) από τον Σεβασμιότατο μητροπολίτη Νικόδημο Βαλληνδρά. Αποτελείται από εννέα (9) ψηφιακούς δίσκους (CD) και έχει ταξινομηθεί ως Σώμα Τέταρτο στη Σειρά "Μνημεία Εκκλησιαστικής Μουσικής". Στους Δίσκους αυτούς περιέχονται αναλυτικά, και κατ' ήχον (έχουν παραλειφθεί ελάχιστα, τα οποία υπάρχουν ωστόσο στο Αρχείο): 13 Κανόνες του Πέτρου Πελοποννησίου, 4 του Πέτρου Βυζαντίου και 1 του Γρηγορίου πρωτοψάλτου σε εορτές του Ενιαυτού, του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου (συνολικά 144 Καταβασίες, CD 1ο - 4ο ) και τα επόμενα μέλη του Πέτρου Πελοποννησίου: οι Κανόνες της Μ. Εβδομάδας (Ειρμοί και Τροπάρια, CD 5ο-6ο), τα Ευλογητάρια και τα κατ' ήχον Προσόμοια (CD 7o), τα κατ' ήχον Καθίσματα και τα Αντίφωνα των Κυριακών του λεγέτου και του πλ. α΄ ήχου (CD 8ο ), τέλος τα Εξαποστειλάρια (του Πέτρου Πελοποννησίου) και οι γνωστές Καταβασίες του Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος οι ψαλλόμενες "αντί του Άξιον εστίν" (CD 9ο). Η εκτέλεση του Ειρμολογίου του Πέτρου Πελοποννησίου αποτελεί έργο επίπονο και σπουδαίο.

Καταρχήν, η ερμηνεία σ' αυτό του Σεβασμιοτάτου Νικοδήμου συνδέεται με ορισμένα ιδιοπρόσωπα δεδομένα. 1) Το πρώτο είναι η μακρόχρονη λειτουργική βίωση και πράξη, καθώς μάλιστα ο ίδιος ψάλλει σταθερά Καταβασίες στους Όρθρους. Η εμπειρία αυτή παρουσιάζεται έντονα αποτυπωμένη στην παρούσα εκτέλεση, πολύ περισσότερο που ρυθμοί και μέλη, στις εκτελούμενες σήμερα Καταβασίες, παραπέμπουν κατευθείαν στον Πέτρο τον Πελοποννήσιο (να σημειωθεί ότι οι ίδιες οι Καταβασίες του δεν ψάλλονται σήμερα). 2) Το δεύτερο είναι οι βαθύτερες μουσικές καταβολές και η οικείωση στο ύφος και στην παράδοση του Οικουμενικού πατριαρχείου και της Κωνσταντινούπολης γενικότερα (διαμέσου του δασκάλου, και θείου του, Γρηγορίου Βαλληνδρά, μαθητή του φημισμένου πρωτοψάλτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Ιακώβου Ναυπλιώτη). Η παρατήρηση αυτή καλύπτει βέβαια το γενικότερο ερμηνευτικό ιδίωμα του Σεβασμιοτάτου Νικοδήμου, ωστόσο στις Καταβασίες εδώ αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς διευκολύνει την ορθή απόδοση ενός αυστηρού και δύσκολου μουσικού είδους που πήρε μεγάλη ανάπτυξη ειδικά στην Κωνσταντινούπολη (και σήμερα ακόμη οι Καταβασίες ψάλλονται κανονικά εκεί, κατά την αρχαία τάξη, στον πατριαρχικό Ναό). 3) Το τρίτο είναι απόλυτα προσωπικό: η ισχυρή έλλογη αντίληψη των μουσικών κειμένων. Το στοιχείο αυτό αποτελεί επίσης γενικότερο χαρακτηριστικό της ερμηνευτικής προσέγγισης του Σεβασμιοτάτου Νικόδημου, ωστόσο εδώ ενεργεί περισσότερο αποτελεσματικά, προκειμένου μάλιστα για δύσκολα ρυθμικά μέλη και με μακροσκελή, συχνά δυσνόητα ποιητικά κείμενα. Η ιδιότητα της έλλογης προσέγγισης αποτελεί κλειδί για την εξήγηση πολλών δεδομένων στην ερμηνεία του Ειρμολογίου των Καταβασιών του Πέτρου Πελοποννησίου από τον Σεβασμιότατο Νικόδημο Βαλληνδρά. Καταρχήν, ένα από τα πιο σπουδαία χαρακτηριστικά της ερμηνείας είναι η αείροη ρυθμική έκβαση. Μέλη, όπως οι Ειρμοί, που στηρίζονται ουσιαστικά στον ρυθμό και στο μέτρο, απαιτούν κατά την εκτέλεση ειδική εμπειρία, αντίληψη και γνώση του ρυθμού, ακόμη δεξιοτεχνία και αίσθηση του συγκεκριμένου αυτού μουσικού είδους για να αποδοθούν σωστά. Έτσι, στην εκτέλεση εδώ πρέπει να εξαρθεί ιδιαίτερα η ευστοχία του ρυθμού, ο οποίος αποτελεί, και στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικό όχημα της μελωδίας. Στη ρυθμική απόδοση συμβάλλουν επίσης, με τη σειρά τους, ο ιδιότυπος (και παραδοσιακός) τονισμός (με περισσότερη ανάλωση χρόνου στη θέση απ' ότι στην άρση) και η εξαιρετική ακρίβεια της χρονικής αγωγής. Ένα δεύτερο στοιχείο, εξίσου σημαντικό είναι το παλαιότροπο ύφος, συγκεκριμένα η κατά τρόπον ισοσθενή και πεποικιλμένον εκφορά και απαγγελία των μελών. Πρέπει μάλιστα να τονισθούν ιδιαίτερα οι λελογισμένες αναλύσεις των ποιοτικών χαρακτήρων, υποταγμένες και εδώ φυσιολογικά μέσα στη ροή του όλου ερμηνευτικού σχήματος. Ακόμη, πρέπει να σχολιασθούν και ορισμένα περισσότερο προσωπικά υφολογικά στοιχεία, όπως το κομψό και το εύχαρι, κυρίως όμως το θριαμβικό (σε πολλά) και πυρρίχειο, τα οποία ανταποκρίνονται άριστα στη μελική και ποιητική υφή των Κανόνων, τέλος η έμφαση, η σιγουριά, το στεντόρειο. Γενικότερα, η ερμηνεία στο Ειρμολόγιο των Καταβασιών του Πέτρου Πελοποννησίου αποτελεί, στην πραγματικότητα, λειτουργική ψαλτική παρακαταθήκη του Σεβασμιοτάτου Νικοδήμου Βαλληνδρά. Και στην περίπτωση αυτή, ένα ολόκληρο μουσικό βιβλίο (296 σελίδες), από τα σημαντικότερα και εκφραστικότερα στην ιστορία της Εκκλησιαστικής μουσικής, και με καταβολές σε μια αρχαιότατη παράδοση, έχει ηχογραφηθεί και ερμηνευθεί κατά τρόπον αυθεντικό και γνήσιο από έναν Αρχιερέα και σπουδαίο ψάλτη μιας μεγάλης ερμηνευτικής γενιάς (η οποία δυστυχώς εκλείπει σιγά-σιγά).

ΜΑΝΟΛΗΣ Κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗΣ
ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΙΔΙΟΜΕΛΑ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΤΙΚΑ
ΔΥΝΑΜΙΣ - ΜΕΓΑΛΑ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΑ

Ψάλλει ο Σεβ. Μητροπολίτης Πατρών ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΒΑΛΛΗΝΔΡΑΣ


Ο Δίσκος αυτός, τέταρτος (4ος) της Σειράς "Σύμμεικτα Εκκλησιαστικής Μουσικής", περιέχει πολλά και ποικίλα μέλη. Συγκεκριμένα: έξι (6) Ιδιόμελα εορτών του Ενιαυτού, έξι (6) Ιδιόμελα της Μ. Εβδομάδας του Νικολάου πρωτοψάλτου Σμύρνης, τέσσερα (4) Δοξαστικά, τρία (3) Δύναμις Τρισαγίων και τα αρχαία Μεγάλα Προκείμενα. Εκτός από τα μέλη του Νικολάου και τα αρχαία Προκείμενα, τα υπόλοιπα είναι σχεδόν όλα συνθέσεις, ακριβέστερα καλλωπισμοί και προσαρμογές, του μητροπολίτη Νικοδήμου Βαλληνδρά. Οι προσωπικές αυτές συνθέσεις, όπως και τα άλλα μέλη, ψάλλονται από τον ίδιο σταθερά και αδιάλειπτα έως σήμερα, επί πολλές δεκαετίες, στις αρμόδιες Ακολουθίες. Έτσι, ιδιοπρόσωπη μουσική έκφραση, πολυχρόνιο λειτουργικό βίωμα και οικεία ερμηνεία συνυπάρχουν εδώ κατά τρόπο μοναδικό και ασυνήθιστο.
Η πρώτη ομάδα μελών είναι τα Ιδιόμελα εορτών του Ενιαυτού, δηλαδή του Αγ. Ανδρέα, πολιούχου της πόλης των Πατρών (τιμητική απαρχή από τον οικείο Μητροπολίτη), του Αγ. Νικολάου, του Αγ. Σπυρίδωνα (το προεόρτιο των Χριστουγέννων), του Ευαγγελισμού και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Αν και ανήκουν σε διαφορετικές εορτές, έχουν μεταξύ τους συνθετική και ερμηνευτική ομοιογένεια σαν να πρόκειται για ενιαίο σύστημα (τα περισσότερα άλλωστε είναι σε ήχο β΄). Το ύφος σ' αυτά είναι παντού εκφραστικό, χαρίεν και ευφρόσυνο, ενώ η εκτέλεση συλλαβική, έγχρονη, ρυθμική, με ιδιαίτερη έμφαση στον τονισμό των θέσεων, σχεδόν ορχηστρική και πυρρίχεια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι ο ερμηνευτικός και εκτελεστικός τρόπος έχει επηρεάσει καθοριστικά και τη συνθετική επεξεργασία. Έτσι, όλοι οι επιμέρους καλλωπισμοί των μελών υποτάσσονται στην έγχρονη και ρυθμική ερμηνευτική αντίληψη. Η ομάδα αυτή των μελών, όπως έχουν καλλωπισθεί και όπως ψάλλονται, δείχνει πόσο ζωντανή είναι ακόμη η εκκλησιαστική ψαλτική τέχνη και παράδοση.
Η δεύτερη ομάδα είναι τα μέλη του Νικολάου πρωτοψάλτου Σμύρνης, όλα Ιδιόμελα της Μ. Εβδομάδας (Μ. Τρίτης, Μ. Τετάρτης και Μ. Πέμπτης). Η μεγάλη παράδοση του Νικολάου Σμύρνης βρίσκει εδώ, στην ερμηνεία του Σεβασμιοτάτου Νικοδήμου, την ιδανική της έκφραση. Καταρχήν, ο Σεβασμιότατος Νικόδημος Βαλληνδράς, ψάλλει σταθερά όλη τη Μ. Εβδομάδα πολλά μέλη του Νικολάου (από το "Δοξαστάριο του Τριωδίου" του Ίδιου, Κων/πολη 1857). Τα μέλη αυτά άκουσε κατ' επανάληψη ψαλλόμενα από τον πρωτοψάλτη (και δάσκαλό του) Γρηγόριο Βαλληνδρά (θείος από πατέρα), αλλά και από τους εκ Σμύρνης πρωτοψάλτες Πέτρο Μανέα και Κωνσταντίνο Μεταξά. Έτσι, στην παρούσα ηχογράφηση καταγράφεται όχι μόνο η προσωπική ερμηνευτική άποψη και το μακροχρόνιο προσωπικό ψαλτικό βίωμα, αλλά και η έσχατη αναλαμπή μιας μεγάλης και σπουδαίας παράδοσης που δεν επιβιώνει πια. Η παράδοση αυτή του Νικολάου Σμύρνης, διαφορετική αρκετά από εκείνην των πατριαρχικών ψαλτών (των οποίων μάλιστα συνάντησε τις ζωηρές επιφυλάξεις), διακρίνεται από ύφος περίτεχνο και ηδυπαθές. Τα ψαλλόμενα εδώ μέλη είναι εξαιρετικά ευάρεστα, καθώς τα αναδεικνύει λαμπρά ο εκφραστικός και στιβαρός τρόπος ερμηνείας και η εν γένει βιωματική απόδοση.
Η τρίτη ομάδα είναι τέσσερα δοξαστικά, ένα του Ευαγγελισμού (του Εσπερινού) μέλος Κωνσταντίνου Πανά (Απεστάλη εξ ουρανού ηχ. πλ. β΄), δύο της Μ. Πέμπτης (Δόξα και Νυν των Αποστίχων) καλλωπισμοί μητροπολίτη Νικοδήμου Βαλληνδρά σε μέλη Γεωργίου Ραιδεστηνού και Κωνσταντίνου Πρίγγου (Κύριε αναβαίνοντός σου εν τω σταυρώ ηχ πλ δ΄ και Ήδη βάπτεται κάλαμος ηχ πλ δ΄), και ένα της Κυριακής του Θωμά (των Αποστίχων) επίσης καλλωπισμός μητροπολίτη Νικοδήμου Βαλληνδρά (Φιλάνθρωπε, μέγα και ανήκουστον ηχ πλ α΄). Και στα μέλη αυτά (παρά την ελαφρά κόπωση στα δοξαστικά της Μ. Πέμπτης) είναι αποτυπωμένη βαθιά η βιωματική εμπειρία και ο αείζωος ψαλτικός οίστρος. Ιδιαίτερα εξαίρεται η απόδοση του δοξαστικού του Ευαγγελισμού, ενός σύγχρονου μέλους με πολύ ενδιαφέρουσα δομή και πλούσια συμπλοκή γραμμών και φράσεων, επάνω σε παραδοσιακά πρότυπα. Και στο μέλος αυτό η μακρόχρονη (κατ' έτος) εκτέλεση από τον ίδιο τον Σεβασμιότατο στην εορτή του Ευαγγελισμού έχει προσδώσει στην ερμηνεία, παρά τη δυσκολία και την έκταση του δοξαστικού, ευχέρεια και άνεση, έμφαση, κύρος, πειστικότητα. Γενικότερα, στα τέσσερα αυτά δοξαστικά (όπως και στα μέλη της πρώτης ομάδας) πρέπει να επισημανθεί η όντως αυθεντική συνέχεια της ζώσας ψαλτικής παράδοσης, και η οποία πρέπει να αντιδιαστέλλεται σταθερά προς την άλλη σύγχρονη μορφή της, τη νέο-παραδοσιακή.
Η τέταρτη, και τελευταία, ομάδα περιλαμβάνει ιστορικότερα μέλη. Τρία Δύναμις Τρισαγίων (δύο του Νηλέως Καμαράδου, με προσαρμογή σε άλλους ήχους από τον μητροπολίτη Νικόδημο Βαλληνδρά, και ένα του Ιωάννη Παλάση) και, τέλος, τα ακραιφνώς αρχαία Μεγάλα Προκείμενα. Στην ομάδα αυτή, μέλη και ερμηνεία παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Κυρίως στα Δύναμις, με τη λαμπρή (και εύρυθμη στο κράτημα) οικείωση και μελωδικότητα, αναδύεται παντού κυρίαρχη η ηδύτητα και στιβαρότητα της Κωνσταντινουπολίτικης παράδοσης. Απεναντίας, στα παλαιά Προκείμενα κυριαρχεί το λιτό και κλασικό ύφος. Τα μέλη αυτά (παλαιά, νεώτερα, σύγχρονα), έτσι όπως συνυπάρχουν και ψάλλονται συχνά στις αρμόδιες Ακολουθίες, δείχνουν ότι η παράδοση δεν είναι σήμερα κάτι στατικό και ανέλικτο, αλλά πλουραλισμός και κινητικότητα. Ιδιαίτερα σε μια τέχνη τόσο ακόμη ζωντανή, όπως η εκκλησιαστική ψαλτική.
Γενικά, οι εκτελέσεις εδώ του Σεβασμιοτάτου Νικοδήμου, ενώ ερμηνευτικά στοιχούνται στην παλαιά παράδοση, εκφράζουν ωστόσο παντού μια φυσική και ζώσα ψαλτική πραγματικότητα. Στην ουσία πρόκειται για δημιουργική συνέχεια και όχι για απλή αναβίωση ενός "νεκρού" παρελθόντος, και από την άποψη αυτή η περίπτωση παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Επιπλέον, μέλη παλαιά, σύγχρονες συνθέσεις, τρόπος εκφοράς, όλα αναδύνουν παντού την αίσθηση ιεροπρέπειας και λειτουργικής βίωσης. Έτσι, επιτυγχάνεται λαμπρά η ιστορική συνέχεια και, ταυτόχρονα, η πνευματική τέρψη και κατάνυξη του εκκλησιαστικού σώματος, πράγμα που αποτελεί άλλωστε και τον καθαυτό κύριο στόχο της μεγάλης αυτής μουσικής τέχνης.

ΜΑΝΟΛΗΣ Κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗΣ

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Σημερινή "προβολή" βυζαντινής μουσικής


Το σκηνικό έχει ως εξής:

Στούντιο τηλεοπτικού σταθμού.

Δύο κύριοι συζητούν περί βυζαντινής μουσικής.

Ο προσκεκλημένος, καθήμενος, έχει μπροστά του έναν ισοκράτη, δηλ. το μηχάνημα που παράγει κονσέρβα ισοκράτημα. Στο χέρι κρατάει μικρόφωνο. Χειρίζεται το μηχάνημα και ψάλλει on camera. Λέει φυσικά “νεωτερικά μέλη”, ήτοι ό,τι του κατέβει.

Ό,τι πρέπει, δηλαδή, για να αποστραφεί κανείς την εκκλησιαστική μουσική. Θέαμα και ακρόαμα παρακμιακό! Προκαλεί εν ταυτώ θυμηδία και αηδία. Στον 21ο αιώνα τέτοιου είδους “προβολή” της βυζαντινής μουσικής.

Σκέπτομαι: μακριά από τέτοιου είδους “άδοντες και ψάλλοντες”. Κινδυνεύεις να κολλήσεις ανεξάλειπτη “γρίπη των χοίρων”, γιατί έχει να κάνει όχι μόνο με το σώμα, αλλά με την όλη σου υπόσταση.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΤΟ ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ


Στο Φως Φαναρίου, αγαπητοί συνοδίτες, διαβάστε:

- Την ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στο επιστημονικό συνέδριο της μη Κυβερνητικής Οργάνωσης "Αιγαίου Πολιτεία" για τον Πολιτισμό της Αλληλεγγύης.

- Το κείμενο του θεολόγου Χρήστου Τσούβαλη, Άρχοντος Οστιαρίου της Μ.τ.Χ.Ε. με θέμα: "Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως φορέας της αποστολικότητας των Αγίων Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού".

φωτό: Ν. Μαγγίνας

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ INTV.GR


Στο intv.gr, αγαπητοί συνοδίτες, μπορείτε να δείτε:
-Την εκδήλωση - αφιέρωμα στον Μένη Κουμανταρέα, στο πλαίσιο της 2ης Συνάντησης Πεζογράφων στην Πάτρα. Παρουσιάζει ο Κώστας Λογαράς. Το μουσικό μέρος από το Πολύτροπον: Μάνος Χατζιδάκις - Μένης Κουμανταρέας "Είμαστε από καλή γενιά"
- Την εκδήλωση Μνήμη Ποντιακού Ελληνισμού με ομιλητή τον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη, από την Χριστιανική Εστία Πατρών.
- Την παρουσίαση του βιβλίου "Η Νοηματική της αγάπης" της Ευτυχίας Γερ. Μάστορα, στην Διακίδειο Σχολή Λαού Πατρών.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Σε ανάτυπο "Η θρησκευτική καταγωγή του Δημήτρη Μητρόπουλου"



Η Επιτροπή Πρωτοβουλίας για την Έκδοση του Τιμητικού Τόμου "Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β' Συνετό" - ο τόμος παρουσιάστηκε το περασμένο Σάββατο σε πανηγυρική εκδήλωση στη Ζάκυνθο - είχε την εμπνευσμένη ιδέα των ανατύπων.
Συνήθεια παλαιά μεν, αλλά στις μέρες μας δεν είναι αυτονόητος.
Έτσι, οι 67 συγγραφείς των ισάριθμων άρθρων και μελετημάτων που περιλαμβάνονται στον τόμο, πήραν και ανάτυπα των εργασιών τους, ώστε να μπορούν ανετότερα να διαδώσουν την εργασία τους, μιας και ο τόμος αποτελείται από 1.040 σελίδες!
Το ημέτερο μελέτημα "Η θρησκευτική καταγωγή του Δημήτρη Μητρόπουλου" και αυτό σε ανάτυπο (σελίδες 15 - στον τόμο σ. 159 - 173).
Η Επιτροπή, υπό την προεδρία του ανύστακτου π. Παναγιώτη Καποδίστρια, του και ποιητού, φρόντισε πραγματικά άπαντα τα του τόμου ως την παραμικρή λεπτομέρεια.
Αξίζουν συγχαρητήρια και οφείλονται ευχαριστίες.

ΜΕΓΑΛΗ Η ΠΡΟΣΕΛΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ '40 ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ





Το έπος του 1940 ζωντανεύει με τον πιο παραστατικό τρόπο στο Μέγαρο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί όπου για πρώτη φορά παγκοσμίως απεικονίζονται δημόσια τα ονόματα χιλιάδων πεσόντων στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας. Σε μία έκθεση όπου χώρεσαν όλα τα υψηλά ιδανικά, της ελευθερίας, της εθνικής ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και της θυσίας.


Ψυχή της διοργάνωσης είναι ο Γενικός Πρόξενος της χώρας στην Κωνσταντινούπολη Βασίλης Μπορνόβας, ένας άνθρωπος που ξεχωρίζει για την αυξημένη αίσθηση του καθήκοντος και της προσφοράς. Ο Βασίλης Μπορνόβας διετέλεσε πολλά χρόνια πρόξενος στο Αργυρόκαστρο, άφησε την σφραγίδα του σε μία περιοχή πολύ δύσκολη και σε εποχές όπου οι άνθρωποι και οι αξίες δοκιμάζονταν σκληρά.


Η έκθεση στο Γενικό Προξενείο της Κωνσταντινούπολης περιλαμβάνει σχολιασμένο φωτογραφικό υλικό, σε ενότητες, κυρίως από την Κατοχή και την Αντίσταση, εφημερίδες τουρκικές και ομογενειακές της εποχής, σε φυσικό μέγεθος που εξαίρουν τον αγώνα των Ελλήνων στρατιωτών, έργα του γνωστού ζωγράφου Χρήστου Μποκώρου, ένα από τα οποία περιλαμβάνει σειρά 5 πετασμάτων, συνολικού εμβαδού 24 τ.μ. και στα οποία αποτυπώνονται με κεφαλαία γράμματα και σε συνεχή γραφή τα ονόματα των περίπου 13.000 πεσόντων του πολεμικού μετώπου.

Πρόκειται για την πρώτη παγκοσμίως δημόσια απεικόνιση των ονομάτων των πεσόντων του 1940. Προβάλλεται, επίσης, ημίωρο ντοκιμαντέρ του Νίκου Πιλάβιου, το οποίο προετοιμάστηκε ειδικά για την συγκεκριμένη έκθεση. Πανώ επιφάνειας 20 τ.μ., με φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου, καλύπτει τμήμα της πρόσοψης του κτιρίου επί της οδού İstiklal, του πλέον πολυσύχναστου δρόμου της Πόλης (1.500.000 διερχόμενοι καθημερινώς).

Η έκθεση συγκέντρωσε 500 άτομα στα εγκαίνια και ήδη οι επισκέπτες αγγίζουν τους 3.000, με αποτέλεσμα να ξεπερνάει, σε προσέλευση κοινού, όλες τις υπόλοιπες μεγάλες εκθέσεις που λαμβάνουν χώρα αυτή την στιγμή στην Πόλη, π.χ. την έκθεση του διεθνούς φήμης ζωγράφου του Μεσοπολέμου Marc Chagall, που φιλοξενείται στο κεντρικότατο Μουσείο του Πέρα.

Η ματιά της έκθεσης είναι περισσότερο ανθρωποκεντρική, στόχος της, δε, είναι να καταστήσει τον Τούρκο επισκέπτη κοινωνό των δεινών που πέρασε ο ελληνικός λαός στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης. Είναι η πρώτη έκθεση σχετικά με την Ελλάδα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο που πραγματοποιείται στην Τουρκία, χώρα που διατήρησε την ουδετερότητά της σε όλη την διάρκεια του πολέμου. Όπως συνάγεται από τις πολλές εγγραφές στο βιβλίο επισκεπτών, η εποχή αυτή παραμένει άγνωστη στους Τούρκους πολίτες και γι' αυτό θεωρείται ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα. Τα σχόλια των επισκεπτών Τούρκων, ομογενών μας, Ελλήνων τουριστών και τουριστών από άλλες χώρες, είναι συγκινητικά και αποδεικνύουν την σημασία των εκδηλώσεων αυτών για την πραγματική και ουσιαστική προσέγγιση κοινωνιών και λαών. Η ιστορία τώρα ανακαλύπτεται και η συγκίνηση και η οδύνη ξεχειλίζουν.


Την έκθεση επισκέφθηκε και ευλόγησε η Α.Θ.Π., ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος έκλεισε το πρώτο βιβλίο επισκεπτών αναγράφων μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των θυμάτων της Κατοχής και των ηρωικώς αγωνισαμένων, οι οποίοι εδόξασαν το έθνος και αποτελούν παράδειγμα φιλοπατρίας και γενναιότητος."

Στα τέλη Νοεμβρίου, προγραμματίζονται τα εγκαίνια νέας έκθεσης με θέμα τις ελληνορθόδοξες εκκλησίες στην Πόλη που χτίστηκαν πριν από τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του 19ου αιώνα. Στόχος της έκθεσης είναι η εξοικείωση του τουρκικού κοινού με την ελληνορθόδοξη παράδοση της Πόλης και στηρίζεται στο έργο του γνωστού ιστορικού και φωτογράφου Zafer Karaca. Από τον επόμενο χρόνο, προγραμματίζονται παρουσιάσεις βιβλίων, εκδηλώσεις και εκθέσεις που αναμένεται να κρατήσουν, εις το εξής, το Σισμανόγλειο Μέγαρο σε συνεχή λειτουργία μέχρι το τέλος του 2010 και επέκεινα.

Είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα καθίσταται παρούσα στην καθημερινότητα της Κωνσταντινούπολης μέσω της προξενικής της αρχής, με την αξιοποίηση ενός κτηρίου κτισμένου στο κεντρικότερο σημείο της Πόλης, κλασικιστικού ρυθμού, που διαθέτει εξαίρετους χώρους για την φιλοξενία αντιστοίχων εκδηλώσεων.

Εξάλλου, κλείνει ένας χρόνος από την έναρξη μαθημάτων ελληνικής γλώσσας στο Σισμανόγλειο Μέγαρο, μαθήματα που συγκεντρώνουν μέχρι σήμερα άνω των 120 μαθητών, όλων των ηλικιών και επιπέδων, Τούρκων κυρίως, αλλά και ομογενών, κυρίως μικρών ηλικιών, καθώς και μουσουλμάνων καταγομένων από την ελληνική Θράκη. Πολύ σύντομα, θα τεθεί θέμα ανεύρεσης νέων χώρων για την ικανοποίηση των αυξανομένων αιτημάτων.

ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ: "Προσκυνηματικές Περιηγήσεις - Ιστορική εξέλιξη και σύγχρονες προοπτικές"




ΒΛΑΣΙΟΥ ΦΕΙΔΑ
Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εισήγηση στο Α' Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις
Ζάκυνθος 14 Νοεμβρίου 2009

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ


1. Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό φυσικό του περιβάλλον προσδιορίσθηκε πάντοτε ἀπό τήν ἑρμηνεία τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ἡ θρησκεία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν Θεό, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, χωρίς νά ἀμφισβητήση πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τῆς ὑπάρξεώς τους πρός μία ὑπέρτατη ἐξωκοσμική δύναμη, προσωπική ἤ μή, ἡ ὁποία διέπει τή ζωή τους. Κοινός τόπος τῶν δύο ἑτερόκεντρων ἑρμηνειῶν ὑπῆρξε καί παραμένει πάντοτε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά μέ τίς διαφορετικές προσεγγίσεις τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό ἀπό τή θρησκεία (θεοκεντρική) καί ἀπό τή φιλοσοφία (ἀνθρωποκεντρική). Βεβαίως, τόσο ἡ θρησκεία, ὅσο καί ἡ φιλοσοφία προέβαλλαν πάντοτε τήν ἑνότητα τῆς ὑπερβατικῆς θείας δυνάμεως, προσωπικῆς ἤ μή, στήν ὁποία ἀναφερόταν ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τοῦ κόσμου, γι᾽ αὐτό ἡ διαλεκτική αὐτή μεταξύ τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας καθιέρωσε τήν ἄρρηκτη συζυγία τους ὄχι μόνο στίς μεγάλες πολιτισμικές παραδόσεις, ἀλλά καί στή ζωή τῶν λαῶν.
Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὅλα τά σημαντικά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἤδη ἀπό τό λυκαυγές τῆς ἱστορίας ἐξέφραζαν πάντοτε τήν ἄρρηκτη συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, ἔστω καί ἄν διαφοροποιεῖται κατά περίπτωση ἡ ἔμφαση στά θρησκευτικά ἤ στά πολιτιστικά στοιχεῖα τῆς συζυγίας, μέ γνώμονα ὅμως πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ ἔμφυτη λοιπόν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νά γνωρίση τό οἰκοσύστημά του καί τούς ἄλλους ἐνοίκους σέ αὐτό ἐκφράσθηκε μέ ποικίλους τρόπους καί μέ διαφορετικά κριτήρια (μεταναστεύσεις λαῶν, κατακτητικές διεκδικήσεις, ἐμπορικές σχέσεις, συμμαχίες κ.λπ.), ἀλλά πάντοτε κατέληγε σέ μία γόνιμη συνάντηση λαῶν, θρησκειῶν καί πολιτιστικῶν παραδόσεων.
Εἶναι ὅμως εὐνόητον ὅτι ἡ κινητικότητα ἀνθρώπων καί λαῶν προσδιορίσθηκε στήν ἀρχαιότητα ἀπό τίς πολιτικές θεωρίες γιά τήν ταυτότητα τοῦ κράτους, ἀπό τή συνύπαρξή τους στήν ἴδια εὐρύτερη περιοχή, ἀπό τά οἰκονομικά κίνητρα τῶν ἐμπορικῶν τους σχέσεων καί ἀπό τήν περιορισμένη ἱκανότητα τῶν μεταφορικῶν μέσων σέ κάθε ἐποχή. Πράγματι, διαφορετική εἶναι ἡ κινητικότητα τῶν Ἑλλήνων κατά τούς κλασικούς χρόνους γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν δραστηριοτήτων κάθε πόλεως-κράτους μέ τήν ἴδρυση ἀποικιῶν στίς παράκτιες ζῶνες τῆς Μεσογείου καί τοῦ Εὐξείνου πόντου, ὅπως ἦταν διαφορετική ἡ κινητικότητά τους κατά τούς ἑλληνιστικούς χρόνους στά πλαίσια τῆς ἀχανοῦς αὐτοκρατορίας τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καί τῶν ἐπιγόνων του. Ἐν τούτοις, τόσο στούς κλασικούς, ὅσο καί στούς ἑλληνιστικούς χρόνους διατηρήθηκε ἀλώβητη ἡ συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, καίτοι ἐκφράσθηκε μέ διαφορετικούς τρόπους. Ἔτσι, οἱ ἀφιερωμένοι στούς θεούς πανελλήνιοι ἀθλητικοί ἀγῶνες συνδύαζαν τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις μέ τά ἀθλητικά ἀγωνίσματα τῶν ἀθλητῶν ἀπό τίς ἑλληνικές πόλεις καί τίς ἀποικίες τους, τούς ὁποίους συνόδευαν καί φιλοθεάμονες πολίτες τους. Ἡ σταδιακή παρακμή τους κατά τούς ὕστερους ἑλληνιστικούς χρόνους δέν ἀποδυνάμωσε τίς λατρευτικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα Ἱερά τῆς ἀπολλώνειας κυρίως λατρείας, (ὅπως λ.χ. στά ἱερά τῶν Δελφῶν, τῆς Ἠλείας, τῆς Ἀντιοχείας κ.λπ.).
Ἡ ἐμφάνιση καί ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο διαφοροποίησαν τόν λόγο καί τόν τρόπο ἐκφράσεως τῆς προσκυνηματικῆς κινητικότητας τῶν χριστιανῶν. Τό ἱερό πλέον κέντρο τῆς θρησκευτικῆς εὐλάβειας τῶν χριστιανῶν ρωμαίων πολιτῶν μετατοπίσθηκε στήν εὐρύτερη περιοχή τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου γεννήθηκε, ἔδρασε καί σταυρώθηκε ὁ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας, ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἀποκαταστάσθηκε ἡ ἑνότητα Θεοῦ, ἀνθρώπου καί κόσμου, ἐνῶ τό λυτρωτικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθυνόταν σέ ὅλα τά ἔθνη τῆς γῆς γιά νά ὑπερβαθοῦν οἱ συγχύσεις τοῦ ἀνθρώπου γιά τή σχέσή του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ συνεργοί τους ἀνέλαβαν συνεχεῖς καί ἐπίπονες περιοδεῖες σέ ὁλόκληρο τόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο καί στόν εὐρύτερο περίγυρο γιά νά κηρύξουν τό εὐαγγέλιο καί ἵδρυσαν τίς πρῶτες χριστιανικές ἐκκλησίες στίς σημαντικότερες πόλεις τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, οἱ ὁποῖες συνέχισαν τό ἱεραποστολικό τους ἔργο παρά τούς ἀπηνεῖς διωγμούς τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν.
Βεβαίως, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους ὑποστήριζαν τίς νεοσύστατες τοπικές ἐκκλησίες μέ ἐπισκέψεις, ἀποστολές καί ἐπιστολές, ἐνῶ τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα ἦσαν στό ἐπίκεντρο τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος, ἐρέθιζαν τήν εὐλάβεια τῶν χριστιανῶν γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στούς θεοβάδιστους ἱερούς τόπους τῆς Παλαιστίνης. Ἡ πραγματοποίηση ὄμως τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς ἐπιθυμίας ἦταν δυνατή μόνο γιά ὅσους χριστιανούς ἀνῆκαν σέ πλησιόχωρες τοπικές ἐκκλησίες ἤ εἶχαν τήν εὐχέρεια χρόνου καί χρημάτων γιά νά τό ἀποφασίσουν. Ὅσοι πραγματοποιοῦσαν τήν ἐπιθυμία τους συνδύαζαν τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν ἱερῶν τόπων μέ τή συμμετοχή τους καί στίς ἰδιαίτερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, οἱ ὁποῖες ἀνεφέροντο στή σχέση τῶν ἱερῶν τόπων μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι ἀδυνατοῦσαν νά ἀναλάβουν μία τόσο δαπανηρή προσκυνηματική ἐπίσκεψη ἐξέφραζαν τήν εὐλάβειά τους μέ τήν ἐπίσκεψη τῶν τάφων τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως ἀποστόλων, ἐπισκόπων, λοιπῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν, στούς ὁποίους συνέρρεαν οἱ πιστοί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά νά τιμήσουν τούς μάρτυρες καί νά ἐνισχυθοῦν στήν πίστη τους.
2. Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ καί τό τέλος τῶν διωγμῶν ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἀναζήτησε πνευματικά ἐρείσματα στόν ὑποδειγματικό βίο τῶν σκληρῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων τῶν ἀσκητῶν, τά ὁποῖα ὁ Μ. Ἀθανάσιος παραλληλίζει πρός τόν ἀγώνα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως (P.G. 26, 1173) καί ὁ Ἱερώνυμος τά χαρακτηρίζει ὡς «καθημερινό μαρτύριο» (cotidianum martyrium, Epist., 108, 31). Βεβαίως, στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν σαφής ἡ ὑπεροχή τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος ἔναντι τοῦ «μαρτυρίου τῶν δακρύων τῆς μετανοίας», ἀλλά ἦταν γενική ἡ ἀναγνώριση ὅτι τό δεύτερο ἦταν μία αὐθεντική συνέχεια τοῦ πρώτου. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἐξηγεῖται ὄχι μόνον ὁ εὔλογος θαυμασμός τῶν πιστῶν γιά νά ἀσκητικά κατορθώματα τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου, ἀλλά καί ἡ σφοδρή ἐπιθυμία τους νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό πραγματοποιοῦσαν προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα μοναστικά κέντρα τῆς Αἰγύπτου, τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Συρίας, ἀκόμη καί σέ ὅσα εἶχαν ἀναπτυχθῆ στά βάθη τῆς ἐρήμου (Νιτρίας, Σινᾶ, Λαύρα τοῦ ἁγίου Σάβα κ.ἄ.).
Ἡ ἵδρυση μεγάλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Κπόλεως ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Ε’ αἰώνα λειτουργοῦσε ὡς συνεχής πρόσκληση ἤ καί ὡς πρόκληση πρός τούς πιστούς τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις. Ὁ συνδυασμός τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς τῶν μοναχῶν μέ τήν ἀδιάκοπη εἰκοσιτετράωρη θεία λατρεία στίς μονές τῶν Ἀκοιμήτων, καίτοι ἦταν καινοτομία στίς ἀσκητικές παραδόσεις, αὔξησε μέ ἐντυπωσιακό τρόπο ὄχι μόνο τόν ἀριθμό τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν ἀπό τήν Κπόλη καί τήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί τήν πνευματική ἀκτινοβολία τῆς μονῆς. Ὁ εἰσηγητής τῆς πρακτικῆς αὐτῆς ἡγούμενος Ἀλέξανδρος κατένειμε τούς μοναχούς σέ ἕξι χορούς γιά τήν κάλυψη τῆς συνεχοῦς εἰκοσιτετράωρης θείας λατρείας, γι᾽ αὐτό καί ἐγκωμιάζεται ὅτι «νόμον εἰσάγει καινόν μέν, ἀλλά τόν ἁπανταχοῦ κάλλιστον, μηδέποτε τῶν εἰς Θεόν ὕμνων τό συνεχές διακόπτεσθαι, ἀλλά, τῇ κατά διαδοχήν τῶν λειτουργούντων ὑπαλλαγῇ, τήν ἀσίγητον ταύτην καί ἄπαυτον τῷ Δεσπότῃ περιποιεῖσθαι δοξολογίαν» (PG 116, 705-746). Ἀνάλογη ἦταν ἡ ἀκτινοβολία καί τῶν ἐκκεντρικῶν μορφῶν ἀσκήσεως, ὅπως τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Στυλίτη στή Β. Συρία, ὁ Στύλος τοῦ ὁποίου προσείλκυε προσκυνητές ἀπό ὁλόκληρη τήν Ἀνατολή καί ἐπηρέαζε μέ τήν ἀκτινοβολία του ὄχι μόνο τήν πνευματική, ἀλλά καί τήν πολιτική ζωή τῆς Συρίας κ.λπ.


Βεβαίως, ὁ μοναχισμός καθιερώθηκε στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση ὡς μία ὑπεροχική ἔκφραση τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ὄχι μόνο στήν Ἀνατολή, ἀλλά καί στή Δύση, ὅπου διαδόθηκε ἀπό τόν Μ. Ἀθανάσιο καί τούς ἄλλους ὀρθοδόξους ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐξορίσθηκαν στή Δύση ἀπό τούς ἀρειανόφρονες αὐτοκράτορες. Ὁ Βίος τοῦ Μ. Ἀντωνίου, οἱ ἀσκητικοί Ὅροι τοῦ Μ. Βασιλείου καί ὁ ζῆλος τοῦ Ἱερωνύμου καί τοῦ Ρουφίνου γιά τή μεταφορά τοῦ μοναχισμοῦ στή Δύση ἀπέδωσαν καρπούς. Ὁ Ρουφίνος ἵδρυσε μία ἀξιόλογη γυναικεία μονή στά Ἱεροσόλυμα (374) μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς πλούσιας ρωμαίας Μελανίας, ἡ ὁποία ἔγινε μοναχή, ἐνῶ ὁ Ἱερώνυμος ἵδρυσε μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς ἐπίσης πλουσίας ρωμαίας χήρας Παύλας τρεῖς γυναικεῖες καί μία ἀνδρική μονή στά Ἱεροσόλυμα (389), ὅπου συνέρρεαν πολλοί προσκυνητές ἀπό τή Δύση. Ἔτσι, ὁ μοναχισμός διαδόθηκε στήν Ἰταλία, τή Γαλλία, τήν Ἱσπανία καί τή Β. Ἀφρική, ἀλλά ἡ ἀκμή του ἄρχισε μέ τήν ἵδρυση ἀπό τόν καταφυγόντα στή Δύση διάκονο τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου Κασσιανό στήν περιοχή τῆς Μασσαλίας δύο μονῶν, μιᾶς γυναικείας καί μιᾶς ἀνδρικῆς.
Οἱ μονές αὐτές ἔγιναν ὑπόδειγμα ὄχι μόνο γιά τήν ἵδρυση καί ἄλλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ στήν Ἀγγλία, τήν Ἰρλανδία καί τή Σκωτία, ἀπό τόν ὁποῖο ἀναδείχθηκαν οἱ περίφημοι γιά τό ἱεραποστολικό τους ἔργο στόν κόσμο τῶν Φράγκων ἰρλανδοσκῶτοι μοναχοί. Ἡ ἵδρυση ἀπό τόν ἅγιο Βενέδικτο τῆς περίφημης κοινοβιακῆς μονῆς στό Μόντε Κασσίνο τῆς Καμπανίας (529) ἐπηρέασε τήν ἐξέλιξη τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Δύσεως. Ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου συντάχθηκε μέ βάση τούς Ὅρους τοῦ Μ. Βασιλείου καί ἔγινε ἡ κύρια πηγή γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῶν κοινοβιακῶν μονῶν τῆς Δύσεως, ἐνῶ τό τάγμα τῶν Βενεδικτίνων ἔγινε ὑπόδειγμα γιά τή λειτουργία τους. Ὡστόσο, ὁ δυτικός μοναχισμός ἐνισχύθηκε ἀπό ἀθρόα μετακίνηση πρός τή Δύση πολλῶν μοναχῶν τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν ἀκμαῖες μονές στήν Ἰταλία καί τή Β. Ἀφρική ἀπό τά μέσα ἤδη τοῦ ΣΤ’ αἰώνα καί ἐπηρέασαν μέ τήν ἀκτινοβολία τους ὅλες τίς πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου τῆς Δύσεως, ἰδιαίτερα κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843).
Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι ὁ μοναχισμός δημιούργησε γιά τούς εὐλαβεῖς πιστούς νέα πνευματικά κέντρα προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, οἱ ὁποῖες προσέφεραν καί οἰκονομική ὑποστήριξη ὄχι μόνο γιά τή λειτουργία τους, ἀλλά καί γιά τούς ἀγῶνες τους ὑπέρ τῆς πίστεως. Ἐν τούτοις, ἡ οἰκονομική αὐτή προοπτική τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων δέν παραβίαζε τά ὅρια τῆς ἀκτημοσύνης τῶν μοναχῶν, γι᾽ αὐτό καί κατά τήν πρώτη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐκδηλώθηκαν ἀκραῖες πλουτομανεῖς τάσεις ἀπό τούς μοναχούς ἤ τίς μονές μέ καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα, παρά τίς αὐθαιρεσίες ὁρισμένων μοναχῶν στίς περιοδεῖες τους γιά τήν «ἱερή ζητεία» ὑπέρ τῶν ἀναγκῶν τῆς μονῆς. Οἱ αὐθαιρεσίες αὐτές, καίτοι ἀποδοκιμάσθηκαν ἐπισήμως ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν ἀποδυνάμωσαν τήν ἰδιαίτερη πνευματική εὐαισθησία τῶν πιστῶν γιά τήν ἀσκητική ἐμπειρία τῶν μοναχῶν. Ἄλλωστε, οἱ σκληροί διωγμοί τῶν εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων μοναχῶν συνοδεύθηκαν μέ τό κλείσιμο πολλῶν μονῶν καί τή δήμευση τῶν περιουσιῶν τους, τά ὁποῖα ἱεροποιοῦσαν ὄχι μόνο τούς ἀγῶνες τους, ἀλλά καί τίς ὁποιεσδήποτε ὑπερβολές στίς «ἱερές ζητεῖες».
Οἱ σκληρές ὅμως δοκιμασίες τοῦ μοναχισμοῦ κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843) κατέστησαν ἀναγκαία τή δημιουργία σέ ἀπομακρυσμένες ἀπό τίς πόλεις δυσπρόσιτες ὀρεινές περιοχές μεγάλων μοναστικῶν πολιτειῶν, στίς ὁποῖες κατέφευγαν ὅλοι οἱ διωκόμενοι μοναχοί γιά νά ἐπιδοθοῦν στά ἀσκητικά ἀγωνίσματα τῆς προσωπικῆς τους ἐπιλογῆς (Ὄλυμπος Βιθυνίας, Λάτρος κ.λπ.). Ἡ παράλληλη ἀνάπτυξη στίς μοναστικές αὐτές πολιτεῖες ὅλων τῶν μορφῶν τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας (Κοινόβια, Λαῦρες, Σκῆτες, Ἐρημίτες, Στυλίτες, Σπηλαιῶτες κ.λπ.) καί οἱ κοινοί ἀγῶνες ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας ἀνέδειξαν τά νέα μοναστικά κέντρα ὡς τούς αὐθεντικούς ἐκφραστές τῆς βαθυτέρας σχέσεως τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας πρός τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως, γι᾽ αὐτό συνέρρεαν σέ αὐτά εὐλαβεῖς πιστοί, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί, γιά νά ἐνισχυθοῦν στή δική τους πνευματική ζωή ἀπό τά ἀγωνίσματα τῶν ἀσκητῶν. Ἡ ἵδρυση τῆς μοναστικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους στή χερσόνησο τοῦ Ἄθω καθιέρωσε τή νέα αὐτή προοπτική τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ ὄχι μόνο μέ τή σταδιακή ἵδρυση τῶν εἴκοσι μεγάλων κοινοβιακῶν μονῶν, ἀλλά καί μέ τήν πολλαπλῆ ὑποστήριξη τῆς ἀναπτύξεως τοῦ μοναχισμοῦ στίς νεοσύστατες Ἐκκλησίες τῶν σλαβικῶν λαῶν, οἱ ὁποῖες ἱδρύθηκαν ἀπό τήν ἐντυπωσιακή δράση τῆς βυζαντινῆς ἱεραποστολῆς κατά τούς Θ’ καί Ι’ αἰῶνες. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ πανορθόδοξη ἀκτινοβολία τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ λειτούργησε κατά τή δεύτερη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐγγύηση τόσο γιά τήν πνευματική ἑνότητα τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ὅσο καί γιά τήν πιστότητά του στίς παραδοσιακές ἀρχές τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό καθιερώθηκε ὡς κέντρο προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων ὄχι μόνο γιά τούς ὀρθοδόξους, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς χριστιανούς.
3. Ἀντιθέτως, ὁ μοναχισμός τῆς Δύσεως ἀποσυνδέθηκε σταδιακά μέσα τόν ΙΑ’ αἰώνα ἀπό τίς παραδοσιακές ἀρχές τοῦ Κανόνα τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου καί εἰσήγαγε νέες ἀρχές στήν ὀργάνωση καί στή διοίκηση τῶν μοναστικῶν ταγμάτων, τά ὁποῖα εἶχαν ὡς κέντρο τή μητέρα μονή καί ἀνέπτυξαν θυγατρικές μονές σέ πολλές χῶρες τῆς Δύσεως μέ τή δωρεά μεγάλων ἐκτάσεων γῆς ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες (τάγμα Κλουνιακῶν) ἤ καί χωρίς τήν ἀποδοχή δωρεῶν (τάγμα Κιστερσιανῶν). Ἡ ἐσωτερική ἑνότητα τῆς μητέρας καί τῶν θυγατέρων μονῶν κατοχυρωνόταν ἀπό τόν ἰδιαίτερο Κανόνα κάθε τάγματος καί βεβαιωνόταν ἀπό τήν ἐξαιρετική αὐθεντία τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς στίς τακτικές ἐτήσιες συνελεύσεις τῶν ἡγουμένων ὅλων τῶν θυγατρικῶν μονῶν, ἀφοῦ ὅλες οἱ μονές τοῦ τάγματος εἶχαν τήν ἀναφορά τους διά τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς κατ᾽ εὐθείαν στόν πάπα καί ὄχι στούς ἐπιχωρίους ἐπισκόπους. Ἡ σημαντική ἐκκλησιαστική, ἐκπαιδευτική καί κοινωνική προσφορά τῶν μοναστικῶν ταγμάτων αὔξησε ὄχι μόνο τόν πλοῦτο τοῦ τάγματος μέ τήν ἀποδοχή γαιῶν καί οἰκονομικῶν προνομίων ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες ἤ φεουδάρχες, ἀλλά καί τήν ἀποδοκιμασία ἀπό τούς πιστούς τόσο τῆς ἀκόρεστης πλουτομανίας τῶν μοναχῶν, ὅσο καί τῆς ἐξαρτήσεως τῶν ἡγουμένων ἀπό τούς κοσμικούς ἄρχοντες. Ἡ παρακμή τοῦ πανίσχυρου τάγματος τῶν Κλουνιακῶν κατά τόν ΙΒ’ αἰώνα καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀπήχηση τῆς αἱρέσεως τῶν Καθαρῶν ἤ Ἀλβιγίων ἐξηγοῦν τίς ἐπιλογές τῶν λεγομένων «ἐπαιτικῶν» μοναστικῶν ταγμάτων (Δομινικανῶν, Φραγκισκανῶν) ἀφ᾽ ἑνός μέν νά μιμηθοῦν τήν ἀπόλυτη πτωχεία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ νά ἀφιερωθοῦν μέ ἀποστολικό ζῆλο γιά τό κήρυγμα Εὐαγγελίου. Ὡστόσο, ἡ τήρηση τῶν ἐπιλογῶν αὐτῶν ἀτόνησε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μέ τόν πλασματικό μάλιστα συλλογισμό ὅτι ἡ ἀκτημοσύνη ἀναφέρεται στούς μοναχούς καί ὄχι στό τάγμα, γι᾽ αὐτό ἐνέταξαν στά οἰκονομικά τους κίνητρα ἀκόμη καί τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως στούς ἐλεγχόμενους ἀπό τούς Σταυροφόρους Ἁγίους Τόπους.Στόν ἀντίποδα ὅμως τῆς πτωχείας τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀναπτύχθηκαν τά καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα τῶν λεγομένων «ἱπποτικῶν» ταγμάτων (Ἰωαννιτῶν, Ναϊτῶν), τά ὁποῖα συνδύαζαν τίς μοναστικές ὑποσχέσεις (ἀγαμία, ἀκτημοσύνη, ὑπακοή) καί ἄρτια στρατιωτική ὀργάνωση μέ τό πρόσχημα ὅτι ἔτσι μποροῦσαν νά προσφέρουν πολυτιμότερη προστασία τόσο στούς δυτικούς προσκυνητές, ὅσο καί στούς λατίνους ἡγεμόνες τῶν Ἱεροσολύμων. Τά «ἱπποτικά» τάγματα ἀξιοποίησαν τή συρροή δυτικῶν προσκυνητῶν στούς Ἁγίους Τόπους καί πλούτισαν ὄχι μόνο ἀπό τά ἔσοδα γιά τή φιλοξενία καί τήν προστασία τους, ἀλλά καί ἀπό τίς οἰκονομικές συμφωνίες τους μέ ὅσους ἀναλάμβαναν τή μεταφορά τῶν προσκυνητῶν. Ἔτσι, ἀπέκτησαν τεράστια περιουσία τόσο στήν Παλαιστίνη, ὅσο καί στά σημαντικότερα κέντρα τῆς ἐμπορικῆς ὁδοῦ ἀπό τή Δύση πρός τήν Παλαιστίνη. Βεβαίως, ἡ συρροή πλούτου προκάλεσε τή χαλάρωση τῶν μοναστικῶν ὑποσχέσεων καί τήν τόνωση τῶν οἰκονομικῶν τους δραστηριοτήτων στά μεγάλα κράτη τῆς Δύσεως (Γαλλία, Ἱσπανία, Ἀγγλία κ.ἄ.), οἱ βασιλεῖς τῶν ὁποίων εἶχαν δεχθῆ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τοῦ πολύπλοκου τραπεζικοῦ συστήματος τῶν δύο «ἱπποτικῶν ταγμάτων» μέ ἐπαχθῆ μάλιστα ἀνταλλάγματα (δωρεές γαιῶν, εὐνοϊκές οἰκονομικές ρυθμίσεις κ.ἄ.). Μετά τήν ἐκδίωξη τῶν Σταυροφόρων ἀπό τήν Παλαιστίνη (1291) τά «ἱπποτικά» τάγματα μετέφεραν τήν ἕδρα τους στήν Κύπρο, ἀλλά τό μέν τάγμα τῶν Ναϊτῶν καταδικάσθηκε ὡς αἱρετικό ὑπό τήν πίεση τοῦ βασιλιά τῆς Γαλλίας Φιλίππου Δ’ τοῦ Ὡραίου καί διαλύθηκε (1307) γιά τήν ἁρπαγή τῆς μεγάλης περιουσίας του στή Γαλλία, ἐνώ τό τάγμα τῶν Ἰωαννιτῶν ἐγκαταστάθηκε τελικῶς στή Ρόδο μέχρι τήν ἅλωση τῆς νήσου ἀπό τούς τούρκους (1309-1522) καί μετά στή Μάλτα μέχρι τήν κατάληψη τῆς νήσου ἀπό τόν Ναπολέοντα (1522-1798) καί τή διάλυση τοῦ τάγματος γιά τή δήμευση τῆς περιουσίας του. Συνεπῶς, οὔτε τά ἐπαιτικά τάγματα ἄντεξαν στή μόνιμη τήρηση τῆς πτωχείας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, οὔτε τά ἱπποτικά τάγματα ἄντεξαν στήν πρόκληση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν καταχρηστική οἰκονομική ἐκμετάλλευση τοῦ προσκυνηματικοῦ ζήλου τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως, ὅπως καί τό τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν δέν ἄντεξε στήν ὀρθή χρήση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν ἐκμετάλλευση τῶν ἀποικιοκρατικῶν καθεστώτων τῆς Ν. Ἀμερικῆς, γι᾿ αὐτό διαλύθηκε σέ ὅλα τά κράτη τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΗ’ αἰώνα. Ἐν τούτοις, ὁ εὔκολος πλουτισμός τῶν «ἱπποτικῶν» ταγμάτων καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀνάπτυξη τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀποτέλεσαν σημαντικά κίνητρα γιά τόν ἐμπερίστατο παπικό θρόνο κατά τήν περίοδο τῆς «βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας» του στήν Ἀβινιόν τῆς Γαλλίας (1309-1378) νά ἀναζητήση τήν κάλυψη τῶν πιεστικῶν οἰκονομικῶν του δυσκολιῶν μέ τήν ἐπίσημη καθιέρωση ὁμαδικῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν τῶν ρωμαιοκαθολικῶν πιστῶν πρός τή Ρώμη. Ἔτσι, ὁ πάπας Βονιφάτιος Η’ (1294-1303) συνέδεσε τόν θεσμό τῶν «ἰωβηλαίων ἐτῶν» μέ τίς περίφημες «ἀφέσεις», ἤτοι τά συγχωροχάρτια (indulgentiae), γιά νά ἐπιτύχη τήν ὁμαδική συμμετοχή τῶν πιστῶν στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες πρός τή Ρώμη, τίς ὁποῖες ὑποστήριζαν μέ ὑπερβάλλοντα ζῆλο τά «ἐπαιτικά» τάγματα, ἰδιαίτερα ὅμως οἱ Δομινικανοί. Ὁ θεσμός εἶχε τίς ρίζες του στίς ἰουδαϊκή παράδοση (Λευιτ., 25, 8 κἑξ.), ἡ ὁποία ἀφιέρωνε κάθε πεντηκοστό ἔτος στόν Θεό μέ σημαντικές κοινωνικές προεκτάσεις (ἐπιστροφή πωληθέντων κτημάτων, ἀπελευθέρωση δούλων κ.λπ.), ἡ ἔναρξη δέ τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους κηρυσσόταν ὑπό τόν ἦχο σάλπιγγας (ἑβρ. γιομπέλ=σάλπιγγα). Ὁ Βονιφάτιος ὅρισε τόν ἑορτασμό τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν κάθε ἑκατό ἔτη (1300), ἀλλά οἱ διογκούμενες οἰκονομικές ἀνάγκες τοῦ παπικοῦ θρόνου κατέστησαν ἀναγκαία καί τή συντόμευση τοῦ ἐνδιάμεσου χρόνου μεταξύ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν. Ἔτσι, ὁ πάπας Βενέδικτος Β’ περιόρισε τόν ἐνδιάμεσο χρόνο στά πενήντα ἔτη (1340), ὁ Οὐρβανόν ΣΤ’ στά τριάντα ἔτη (1389) καί ὁ Παῦλος Β’ στά εἰκοσιπέντε ἔτη (1470).Ἡ πρόθυμη ὑποστήριξη τῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν ἀπό τά «ἐπαιτικά» τάγματα, τά ὁποῖα ἐπενέδυαν σέ αὐτές καί δικά τους οἰκονομικά κίνητρα (φιλοξενεῖες κ.λπ.), ἐξηγεῖ ὄχι μόνο τή συρροή προσκυνητῶν στή Ρώμη, ἀλλά καί τά σημαντικά οἰκονομικά ἔσοδα ὅλων τῶν ἐμπλεκομένων σέ αὐτές ἐκκλησιαστικῶν φορέων. Οἱ συμμετέχοντες στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους πιστοί ἀπό ὅλα σχεδόν τά κράτη τῆς Δύσεως ὄφειλαν νά παραμείνουν 15 τουλάχιστον ἡμέρες στή Ρώμη, ὅπου συμμετεῖχαν σέ εἰδικές λατρευτικές τελετές, ἐξομολογοῦντο στούς πνευματικούς καί λάμβαναν «ἀφέσεις» (συγχωροχάρτια) ἁμαρτιῶν καί τιμωριῶν. Ὅσοι πιστοί ἀδυνατοῦσαν γιά διάφορους λόγους νά πραγματοποιήσουν τήν προσκυνηματική ἐπίσκεψη στή Ρώμη μποροῦσαν νά ἀποστείλουν τό ἀνάλογο χρηματικό ποσό γιά νά λάβουν τά συγχωροχάρτια. Ἡ ἀποσύνδεση ὅμως αὐτή ἐπιβάρυνε περισσότερο τήν ἤδη ἐπικίνδυνη σύγχυση πνευματικῶν καί οἰκονομικῶν κινήτρων, καίτοι προβαλλόταν πάντοτε ὡς πρόσχημα κάποιος συγκεκριμένος ἱερός σκοπός γιά τήν πώληση τῶν συγχωροχαρτίων. Ἔτσι, οἱ γνωστές καταχρηστικές ἐνέργειες τοῦ παπικοῦ θρόνου καί τῶν ἐπαιτικῶν ταγμάτων γιά τήν πώληση συγχωροχαρτίων μέ πρόσχημα τήν ἀνέγερση τῆς περικαλλοῦς Βασιλικῆς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στή Ρώμη, εἶχαν ὡς ἀναπόφευκτες συνέπειες ὄχι μόνο τήν κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν, ἀλλά καί τήν τραγική διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΣΤ’ αἰώνα, χωρίς μάλιστα νά καταστήσουν πλουσιότερο τόν παπικό θρόνο.
4. Εἶναι λοιπόν προφανές τό συμπέρασμα ὅτι τά ὀργανωμένα προσκυνηματικά προγράμματα ἐμπεριεῖχαν πάντοτε τόν πειρασμό μιᾶς ἐπικίνδυνης συγχύσεως μεταξύ τῶν πνευματικῶν καί τῶν ὑλικῶν στοιχείων, τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν πραγματοποίησή τους. Ὁ πειρασμός αὐτός παρενοχλεῖ τή σκέψη ὅλων τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἐμπλέκονται σέ ἕνα προσκυνηματικό πρόγραμμα, ἤτοι τούς διαχειριστές τῶν ἱερῶν τόπων ὑποδοχῆς ἤ καί φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν, τούς ἀναλαμβάνοντες τή διακίνηση ἤ καί τή διαμονή τῶν προσκυνητῶν, τήν τοπική κοινωνία τῶν ἱερῶν τόπων καί, τέλος, τούς ἴδιους τούς προσκυνητές. Ἡ ἀπόκρουση τοῦ πειρασμοῦ ἤ ἔστω τῶν ἐπικινδύνων συγχύσεων εἶναι ἀνέφικτη ἀκόμη καί μέ τήν ἀξιοποίηση τῆς παραδοσιακῆς σέ τέτοιες περιπτώσεις «εὐλαβοῦς ὑποκρισίας», ἀφοῦ ἡ ὁποιαδήποτε σύγχυση κινήτρων ὄχι μόνο δέν εἶναι δυνατόν νά συγκαλυφθῆ, ἀλλ᾽ ἀντιθέτως προκαλεῖ τελικῶς καί τόν σκανδαλισμό τῶν προσκυνητῶν μέ εὐνόητες ἀρνητικές συνέπειες γιά τόν συγκεκριμένο τουλάχιστον προσκυνηματικό προορισμό. Προφανῶς, ἡ ὀρθή διαχείριση τοῦ τρόπου, τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων στούς ἱερούς τόπους λατρείας ἤ ἀσκήσεως προϋποθέτει ἀπαραιτήτως ἀφ᾽ ἑνός μέν τήν πρόθυμη ὑποδοχή τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τόν σεβασμό τῶν προσκυνητῶν πρός τήν ἱερότητα τῶν σκοπῶν καί τῆς λειτουργίας τοῦ τόπου, τά ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή μή ἀλλοτρίωση τοῦ πνευματικοῦ χαρακτήρα τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων. Ὁ κίνδυνος αὐτός εἶναι σήμερον μεγαλύτερος, ἀφοῦ οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἐντάσσονται πλέον στά εὐρύτερα πλαίσια ὀργανωμένων τουριστικῶν προγραμμάτων καί προορισμῶν ὡς προτάσεις τῶν ὀργανωτῶν καί ὄχι ὡς ἐπιλογές τῶν συμμετεχόντων, γι᾽ αὐτό ὑφέρπει πάντοτε ὁ κίνδυνος ἐμπορευματικῆς ἐκμεταλλεύσεως καί τῶν προγραμματισμένων ἐπισκέψεων σέ ἱερούς τόπους.
Οἱ κίνδυνοι αὐτοί εἶναι μεγαλύτεροι γιά τούς ἱερούς τόπους τῶν καθιερωμένων γνωστῶν τουριστικῶν προορισμῶν, στούς ὁποίους ἐξέχουσα θέση κατέχουν τά νησιά τοῦ Ἰονίου καί τοῦ Αἰγαίου πελάγους καί ἡ Κρήτη, ἀφ᾽ ἑνός μέν γιατί οἱ ἐπισκέπτες εἶναι συνήθως πολλοί καί μέ διαφορετικές πνευματικές ἀναζητήσεις, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ γιατί οἱ ἱεροί τόποι ἀντιμετωπίζονται ἁπλῶς ὡς ἀξιοθέατα στοιχεῖα τῆς περιοχῆς. Ἄν λοιπόν οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἀντιγράψουν τά τουριστικά προγράμματα, τότε δέν εἶναι ἀναγκαῖες ὄχι μόνο γιατί οἱ ἐπισκέπτες τῶν ἱερῶν τόπων εἶναι ἤδη πολλοί, ἀλλά καί γιατί ἡ αὐξησή τους θά πολλαπλασιάση τά προβλήματα γιά τήν κατάλληλη πνευματική ἀξιοποίηση τῶν ἐπισκέψεων. Ἄν ὅμως ἀποσυνδεθοῦν ἀπό τά τουριστικά προγράμματα, τότε θά πρέπει νά συνδεθοῦν μέ κατάλληλες λατρευτικές ἐκδηλώσεις γιά νά εἶναι οἱ ἐπισκέψεις πράγματι προσκυνηματικές. Τά Ἑπτάνησα διαθέτουν ὅλα τά ἑλκυστικά στοιχεῖα φυσικοῦ κάλλους καί εὐλαβῶν παραδόσεων, τά ὁποῖα ἐπιτρέπουν μία ἐποικοδομητική σύνθεση προσκυνηματικῶν καί τουριστικῶν ἐπισκέψεων μέ ἐπίκεντρο τίς καθιερωμένες στήν ὀρθόδοξη παράδοση ἀκολουθίες (σύντομο ἑσπερινό, παράκληση κ.λπ.). Ἡ προοπτική τῆς συνθέσεως εἶναι ἐποικοδομητική, γιατί ἔτσι καθορίζονται ἀφ᾽ ἑνός μέν ὁ κατάλληλος χρόνος προγραμματισμοῦ τῶν ἐπισκέψεων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ὁ κατάλληλος τρόπος ἐκκλησιαστικῆς ὑποδοχῆς τῶν ἐπισκεπτῶν, οἱ ὁποῖοι θά πλουτίσουν τή φυσιοκρατική περιέργεια τοῦ τουρισμοῦ μέ τήν πνευματική ἐμπειρία μιᾶς προσκυνηματικῆς ἐπισκέψεως.

Τά Ἑπτάνησα ὑπῆρξαν πάντοτε σταθερή γέφυρα ἐπικοινωνίας μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀξιοποιήθηκε μέ ἐντυπωσιακή συνέχεια ἀπό τούς κλασικούς ἤδη χρόνους γιά τήν ἐπικοινωνία τῶν ἑλληνικῶν πόλεων μέ τίς ἀποικίες τους στήν Ἰταλία, ἔγινε πυκνότερη κατά τούς ρωμαϊκούς χρόνους καί κορυφώθηκε κατά τή βυζαντινή περίοδο μέ κύριο ἄξονα τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο. Ὅλες αὐτές οἱ ἐποχές ἔχουν ἀφήσει ἀνεξίτηλα τά ἴχνη τους ὄχι μόνο στά ἐδάφη τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου πελάγους, ἀλλά καί στήν ἱστορική μνήμη τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πρόσθετους λόγους νά ἐντάσσουν τά Ἑπτάνησα στίς κύριες ἐπιλογές τῶν τουριστικῶν τους ἐπισκέψεων.Πράγματι, ἡ ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο προσέθεσε ἰδιαίτερα στοιχεῖα στόν φυσικό καί ἱστορικό πλοῦτο τῶν Ἑπτανήσων ὄχι μόνο μέ τήν ἑνότητα τῆς πνευματικῆς ἀκτινοβολίας, ἀλλά καί μέ τίς τραγικές συνέπειες τοῦ σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως (1054). Ἔτσι, τά Ἑπτάνησα ἀπέκτησαν κατά τήν δεύτερη χιλιετία τῆς χριστιανικῆς περιόδου καθοριστική στρατηγική ἀξία ὄχι μόνο γιά τίς ἐμπορικές δραστηριότητες τῆς ναυτικῆς δημοκρατίας τῆς Βενετίας, ἀλλά καί γιά τά γενικότερα συμφέροντα τῶν χριστιανικῶν κρατῶν τῆς Δύσεως τόσο πρίν, ὅσο καί μετά τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου. Κατά τή μακρά περίοδο τῆς βενετοκρατίας τά Ἑπτάνησα, καίτοι γνώρισαν τήν οἰκονομική καί τήν ὁμολογιακή καταπίεση τῶν κρατούντων, διατήρησαν σημαντικά προνόμια κοινοτικῆς ὀργανώσεως καί οἰκονομικῶν δραστηριοτήτων, γιατί οἱ Βενετοί θεωροῦσαν ἀναγκαία τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων ὄχι μόνο στίς ἐμπορικές τους δραστηριότητες, ἀλλά καί στούς ἀλλεπάλληλους πολέμους ἐναντίον τῶν Τούρκων.
Ἡ ἀλληλέγγυα ὅμως ἀνοχή σέ ἕνα ἀναπόφευκτο ἱστορικό συμβιβασμό ὑπῆρξε ἐπωφελής καί γιά τίς δύο πλευρές, ἀφοῦ οἱ μέν Βενετοί κέρδισαν τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων σέ κάθε ἐξωτερική ἀπειλή, οἱ δέ Ἑπτανήσιοι κέρδισαν τήν ἐλεγχόμενη ἔστω συμμετοχή τους στήν οἰκονομική εὐμάρεια τῆς Βενετίας. Ἡ ἰδιότυπη αὐτή ἀλληλέγγυα ἀνοχή παρήγαγε μία ἐπίσης ἰδιότυπη πολιτιστική συνάντηση Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀποτυπώθηκε μέ ποικίλους τρόπους ὄχι μόνο στό χῶρο, ἀλλά καί στόν τρόπο ὅλων σχεδόν τῶν ἐκφράσεων τῆς κοινοτικῆς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν Ἑπτανησίων. Εἶναι λοιπόν εὐνόητος ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο τά Ἑπτάνησα παρέμειναν ἀνοικτή γέφυρα γιά τήν ἀμφίδρομη κίνηση ἀνθρώπων καί ἰδέων μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἦταν ποικιλοτρόπως εὐεργετική γιά τούς ἐμπερίστατους Ἕλληνες ὄχι μόνο τῶν βενετοκρατούμενων, ἀλλά καί τῶν τουρκοκρατούμενων περιοχῶν, ἰδιαίτερα δέ γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῆς παιδείας τοῦ Γένους κατά τούς χαλεπούς καιρούς τῆς τουρκοκρατίας.
Συνεπῶς, τά μνημεῖα καί οἱ μνῆμες τῶν ἱστορικῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἑπτανήσων ἐκφράζουν ὄχι βεβαίως μουσειακά στοιχεῖα μιᾶς ἰδιότυπης συγκυρίας τοῦ παρελθόντος, ἀλλά μιᾶς ἰδιοφυοῦς ἤ καί ἰδιότροπης ἀντιμετωπίσεως τῶν προκλήσεων τῶν καιρῶν, γι᾽αὐτό ἀποτελοῦν ζωντανά στοιχεῖα στήν πολιτιστική παράδοση καί στή ζωή τῶν Ἑπτανησίων μέχρι σήμερον. Ἄλλωστε, ἕνας ἀλληλέγγυος συμβιβασμός μεταξύ Βενετσάνων καί Ἑπτανησίων δέν μποροῦσε νά εἶναι παρά μόνο ἰδιοφυής στή σύλληψή του καί ἰδιότροπος στήν ἐφαρμογή του, γι᾽ αὐτό στά Ἑπτάνησα οἱ ζωντανές πολιτιστικές καί ἐκκλησιαστικές παραδόσεις εἶναι τό αὐθεντικότερο ὑπόμνημα γιά τήν ἑρμηνεία τῶν μνημείων τῆς τέχνης καί τῆς πίστεως. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τά Ἑπτάνησα εἶναι ἤδη στόν ὑψηλότερο δείκτη τῶν τουριστικῶν ἐπιλογῶν καί προσφέρονται γιά ἕνα συνετό προγραμματισμό τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, ἀφοῦ ἡ ἰδιοτροπία τῶν πολιτιστικῶν τους παραδόσεων ἐκφράζεται μέ τήν ἴδια εὐαισθησία καί στόν ἱερό χῶρο τῆς λατρείας.
Γενεύη, 8 Ὀκτωβρίου 2009
Βλάσιος Φειδᾶς

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ



Τρεις ιδιωτικοί φορείς συνεργάζονται με στόχο την από κοινού παρουσίαση τρόπων εναλλακτικής πολιτιστικής δραστηριότητας. Πρόκειται για το Ερασιτεχνικό Σχήμα Πάτρας ΡΕΦΕΝΕ, την διαδικτυακή τηλεόραση intv.gr και την Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρία ΠΛΗΡΩΜΑ 94, που την προσεχή Κυριακή το βράδυ, στις 8, θα παρουσιάσουν στο Ξενοδοχείο ΑΣΤΗΡ (Αγίου Ανδρέου 16) τις προτάσεις τους πάνω στο θέμα «Εναλλακτική Πολιτιστική Δραστηριότητα».

Η εκδήλωση διοργανώνεται στο πλαίσιο των εργασιών του φετινού Forum Ανάπτυξης (13o Money Show) που θα διεξαχθεί στην Πάτρα το Σαββατοκύριακο 21-22 Νοεμβρίου 2009, υπό τον γενικό τίτλο «Η δύναμη των εναλλακτικών λύσεων». Οι τρεις φορείς θα παρουσιάσουν, καθένας από τη σκοπιά του, την εναλλακτικότητα των πολιτιστικών τους δραστηριοτήτων, σε μία συζήτηση που θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Τάκης Μαρτάτος.
Η Πρόεδρος του Ρεφενέ Μαρία Αλανιάδη, θα μιλήσει για το Πανελλήνιο Φεστιβάλ Σάτιρας «Μώμος ο Πατρεύς», που διοργανώθηκε στην Πάτρα τον περασμένο Ιανουάριο, με συμμετοχή ερασιτεχνικών θεατρικών σχημάτων από ολόκληρη την Ελλάδα και ιδιαίτερα μεγάλη απήχηση και επιτυχία. Το τοπικό Ερασιτεχνικό Σχήμα –που συμπλήρωσε φέτος 10 χρόνια παρουσίας στην Πάτρα- προετοιμάζεται ήδη για τη φιλοξενία του δεύτερου Φεστιβάλ τον προσεχή Ιανουάριο, αποδεικνύοντας πως ο «Μώμος» είναι ο νέος ετήσιος πολιτιστικός θεσμός της πόλης.
Από το intv.gr θα παρευρεθεί και θα μιλήσει ο εκπαιδευτικός Παναγιώτης Ανδριόπουλος, συνεργάτης της διαδικτυακής τηλεόρασης, ενός νέου επικοινωνιακού μέσου που λειτουργεί με έδρα την Πάτρα και το οποίο φιλοδοξεί να πρωτοπορήσει στον χώρο των μέσων επικοινωνίας, αξιοποιώντας την εναλλακτική δύναμη του internet. Ιδιαίτερα θα αναπτυχθεί η σχέση διαδικτυακής τηλεόρασης και Πολιτισμού.
Τέλος, ο Πρόεδρος του Πληρώματος 94 Δημήτρης Λιακάκος, θα παρουσιάσει τις εναλλακτικές δράσεις της γνωστής Καρναβαλικής Ομάδας, μετά τον μετασχηματισμό της σε Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρία. Ιδιαίτερα θα αναφερθεί στον θεσμό των «Καρναβαλοτάξιδων» (ταξίδια προβολής του Πατρινού Καρναβαλιού σε άλλους δήμους) και τη σειρά πολιτιστικών παρεμβάσεων που ξεκίνησε τον περασμένο Μάρτιο με την εκδήλωση «Ευτυχείτε!» στο πλαίσιο του εορτασμού της «Ημέρας Άλκη Στέα».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το βράδυ της Κυριακής 22 Νοεμβρίου 2009, στις 8.00, στην αίθουσα I του ξενοδοχείου ΑΣΤΗΡ, το οποίο θα φιλοξενήσει και φέτος το Forum Ανάπτυξης.

Κώστας Λογαράς για Μένη Κουμανταρέα: "Η ευθύβολη ματιά του αφηγητή"


ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ
Η νήπια ματιά τού αφηγητή

του Κώστα Λογαρά

«…Η ευθύβολη ματιά του αφηγητή - είτε περίοπτη, είτε εστιασμένη στις μικρολεπτομέρειες -, τού επιτρέπει να διεισδύει από απόσταση στους χαρακτήρες του. Αλλά, και να ιχνηλατεί το κοινωνικό τους στίγμα. Οι μυρωδιές, οι ήχοι, τα βλέμματα τον παρασέρνουν. Γίνονται αφορμές πολλές φορές για το πλάσιμο του μύθου, για το χτίσιμο των χαρακτήρων του· ή, μπορεί να οδηγήσουν την πλοκή σε μονοπάτια και σε δρόμους άλλους. Το έλασσον της ζωής, η ουσιαστική της λεπτομέρεια ανασύρεται και ανάγεται σε κύριο θέμα.
Μια φλέβα λ. χ του χεριού τους, ο τρόπος που ανιχνευτικά ακουμπούν τα πόδια τους δυο άγνωστα - προς το παρόν - κορμιά και σε λίγο παθιασμένοι εραστές, μπορούν να συνιστούν μέρος της προσωπικότητάς τους, αλλά και στοιχεία δηλωτικά της ταξικής τους προέλευσης. Αρκεί, κάποιες φορές, ένας υπαινιγμός και μόνο, μια μονολεκτική περιγραφή τού τρόπου που ο ήρωας τινάζει τα μαλλιά του «περήφανα» ή «με νεύρο», για να δηλωθούν, έτσι, οι εσωτερικές διεργασίες, σκέψεις του ήρωα ή συναισθήματα που αν και παραμένουν ανείπωτα, όμως εξαιτίας τού ελάχιστου αυτού υπαινιγμού, γίνονται ήδη αντιληπτά. Ο αναγνώστης έχει σχηματίσει την πλήρη εικόνα του προσώπου : Ευκρινώς...»
(απόσπασμα από την παρουσίαση του Μένη Κουμανταρέα στο 2ο Συνέδριο Πεζογραφίας, Πάτρα 8/11/2009)

Ο Παρασκήνιος στην Καθημερινή του περασμένου Σαββάτου (14.11.09) αναφέρεται στην εκδήλωση και στην ουσιαστική προσέγγιση του έργου του Μ. Κουμανταρέα από τον Κ. Λογαρά:
... Είναι θεσμός η εκδήλωση που διοργανώνει κάθε χρόνο στην Πάτρα ο Σύνδεσμος Φιλολόγων της πόλης σε συνεργασία με το περιοδικό «Διαβάζω». Την περασμένη εβδομάδα συγκεντρώθηκαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα πολλοί συγγραφείς, νεότεροι και παλαιότεροι. Τιμώμενος, ο Μένης Κουμανταρέας, τον οποίο παρουσίασε ο εκ Πατρών ομότεχνός του Κώστας Λογαράς. Ηταν μια, κατά γενική ομολογία, διεισδυτική και ουσιαστική προσέγγιση του έργου Κουμανταρέα, εστιάζοντας στο δίπολο «αστικό» και «λαϊκό» των βιβλίων του. Ο Μένης Κουμανταρέας, γενναιόδωρα, μόλις τελείωσε η ομιλία του Κώστα Λογαρα τον φίλησε και είπε: «Το φιλί είναι και αστικό και λαϊκό».


φωτό: Κ. Μπουλμπασάκος

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΟΕ' - Φωνή απ' την θάλασσα





Δειλινό στον Λαιμό της Βουλιαγμένης. Σήμερα το απόγευμα. Όντως "ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού". Η δε θάλασσα, "η μεγάλη και ευρύχωρος" τρυφερό τραγούδι μας ψάλλει.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Φωνή απ' την θάλασσα

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Η ΕΙΔΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ»



Ὑπό ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΕΤΣΗ
Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
(Εισήγηση κατά το Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις. Ζάκυνθος, 14 Νοεμβρίου 2009)

Στήν σημερινή ἐποχή τῆς καλπάζουσας παγκοσμιοποιήσεως, ὁ τουρισμός ἀποτελεῖ «μιά πολυεθνική καί πολυδιάστατη βιομηχανία (industry), ἕνα σημαντικό στοιχεῖο τῆς κοινωνικῆς, πολιτισμικῆς, πολιτικῆς καί οἰκονομικῆς πραγματικότητος τῆς ἐποχῆς μας» (1). Κατήντησε νά εἶναι μιά βιομηχανία ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται μέ ταχύτατους ρυθμούς, συγκεκριμένα δέ κατά 23% ταχύτερα ἀπό ὁποιαδήποπτε ἄλλη δραστηριότητα. Βιομηχανία πού ἀπασχολεῖ, ποικιλοτρόπως καί σέ διάφορα ἐπίπεδα, ἕναν στούς κάθε ἐννέα κατοίκους τῆς γῆς, καί ἡ ὁποία ἀποφέρει τεράστια κέρδη, τά ὁποῖα ἀνέρχονται ἐτησίως περίπου σέ 3.5 τρισεκατομμύρια δολλάρια! (2)

Σύμφωνα μέ στοιχεῖα τοῦ «Περιβαλλοντικοῦ Προγράμματος τοῦ ΟΗΕ», (United Nations Environment Programme), σήμερα, σέ παγκόσμια κλίμακα, 950 ἑκατομμύρια ἀνθρώπων πορίζονται τά πρός τό ζῆν ἀπό τόν τουρισμό, ἐνῶ οἱ πρόσοδοι ἀπό τήν ἐνασχόληση αὐτή ἀντιπροσωπεύουν τό 10.5% τοῦ κατά κεφαλήν εἰσοδήματος, σέ παγκόσμια πάντοτε κλίμακα (3).


Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ὅτι ὁ τουρισμός διαδραματίζει πλέον ἕνα καθοριστικό ρόλο στήν ὅλη οἰκονομική ἀνάπτυξη μιᾶς κοινωνίας, δοθέντος ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει τήν βελτίωση τῶν ὑποδομῶν, συντελεῖ στήν ἄνθηση τοῦ ἐμπορίου, ἐνθαρρύνει τήν ποιοτική παραγωγή τῆς τοπικῆς χειροτεχνίας καί, τό κυριώτερο, ἀπασχολεῖ κόσμο καί γίνεται ἀφορμή δημιουργίας νέων θέσεων ἐργασίας, πού συμβάλλουν μεγάλως στήν ἄνοδο τοῦ βιωτικοῦ ἐπιπέδου τῶν κατοίκων μιᾶς περιοχῆς.

* * * * *

Ὁ ὅρος tourism-«τουρισμός», (δηλ. αὐτό πού στά ἑλληνικά ὀνομάζουμε «περιήγηση»), χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά τό 1937 ἀπό τήν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, τήν προκάτοχο τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν (ΟΗΕ), προκειμένου ὅπως χαρακτηρισθοῦν ἐκεῖνοι πού ἀποδημοῦσαν πρός ξένους τόπους γιά ἕνα διάστημα περισσότερο τῶν 24 ὡρῶν (4). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά λεχθεῖ ὅτι οἱ πρῶτοι «περιηγηταί»-«τουρίστες» ὑπῆρξαν ἀναμφίβολα οἱ χριστιανοί, δοθέντος ὅτι ἡ ἀποδημία γιά προσκύνημα σέ χώρους ἱερούς, κυρίως στούς Ἁγίους Τόπους, ἦταν σύνηθες φαινόμενο ἤδη ἀπό τούς χρόνους τῆς πρωτογενοῦς Ἐκκλησίας. Τό «Ὁδοιπορικό» τῆς μοναχῆς Αἰθερίας πού περιγράφει τίς διατριβές της στό Σινᾶ, στήν Παλαιστίνη καί τήν Ἀντιόχεια, δίνει μιά σαφή ἰδέα περί τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς συνήθειας τῶν χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων (5). Ἀλλά καί τά «Γεροντικά» καί πολλά ἄλλα ἁγιοπατερικά βιβλία μιλοῦν «γιά τίς εὐλογημένες περιηγήσεις τῶν Χριστιανῶν σέ Μοναστήρια καί ἐρημητήρια, μέ μοναδικό σκοπό τήν πνευματική τους κατάρτησι καί τήν σωματική καί –κυρίως- τήν ψυχική τους ὑγεία» (6).

Ἡ ἀποδημία γιά λόγους ἀναψυχῆς, γι’αὐτό δηλαδή πού ἀποκαλοῦμε πλέον «τουρισμό», εἶναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Ὁ τουρισμός ἄρχισε νά ἐμφανίζεται, κάπως δειλά, περί τά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος, ἀναπτύχθηκε στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος μέ τήν ναυπήγηση πολυτελῶν ὑπερωκεανίων καί τήν ἀνέλιξη τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρομικοῦ δικτύου, καί κορυφώθηκε, ἐκδημοκρατιζόμενος, κατά τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ ἰδίου αἰῶνος, μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ἀεροναυτικῆς βιομηχανίας καί τήν ἀεροπορική σύνδεση σχεδόν ὅλων, ἀκόμη καί τῶν πιό ἀπομακρυσμένων, χωρῶν τῆς ὑφηλίου. Καί ἀκριβῶς, μέσα σ’ αὐτά τά πλαίσια τῆς παγκόσμιας τουριστικῆς δραστηριότητος, ἀναπτύχθηκε τελευταίως, μέ ταχύτατους μάλιστα ρυθμούς, καί ὁ λεγόμενος
«θρησκευτικός τουρισμός».

Στήν ἀνάπτυξη τοῦ «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ» συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες. Ὅπως λ.χ. ἡ λογοτεχνία μέ διάφορα ἱστορικοῦ περιεχομένου μυθιστορήματα καί μέ ταξιδιωτικές ἀναμνήσεις˙ τά εὐρείας κυκλοφορίας, καί ἐξειδικευμένα στήν προβολή ἀξιοθέατων τόπων καί μνημείων περιοδικά, (ὅπως τό GEO, τό ANIMAN, ἤ τό National Geographic Magazine)˙ ἡ κινηματογραφική βιομηχανία, πού ὄχι σπάνια ἐπιλέγει ἱστορικά, χριστιανικά καί μή, μνημεῖα ὡς σκηνικό γιά τό «γύρισμα» μιᾶς ταινίας˙ ἡ τηλεόραση μέ διάφορα documentaires ἀρχαιολογικοῦ ἤ πολιτισμικοῦ ἐνδιαφέροντος˙ τελευταίως δέ καί τό Διαδίκτυο. Χάρις στούς παράγοντας αὐτούς, ἄγνωστα μέχρις ἐσχάτων χριστιανικά μνημεῖα ἤ περιοχές τοῦ κόσμου,
ἄρχισαν πλέον νά μπαίνουν στόν παγκόσμιο τουριστικό χάρτη, ὡς προορισμοί μείζονος «θρησκευτικοῦ ἐνδιαφέροντος».

Παράδειγμα, ἡ Rosslyn Chapel, ἕνας κομψός Ἀγγλικανικός Ναός τοῦ ιε΄αἰῶνος στά περίχωρα τοῦ Ἐδιμβούργου, πού βρισκόταν στό ἐπίκεντρο τῆς πλοκῆς τοῦ γνωστοῦ καί πολύκροτου μυθιστορήματος τοῦ Dan Brown “Da Vinci Code” καί τῆς ὁμώνυμης ταινίας. Ὁ ὁποῖος Ναός, ἐνῶ (λόγῳ ἐκκοσμικεύσεως) στερεῖται πληρώματος ὁσάκις τελοῦνται Ἱ. Ἀκολουθίες, σέ ὧρες ἐκτός θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων, κατακλύζεται ἀπό τουρίστες, οἱ ὁποῖοι τόν ἐπισκέπτονται ἁπλῶς γιά νά δοῦν τόν χῶρο (ἤ ἄν θέλετε τό «σκηνικό-ντεκόρ») ὅπου ἐκτυλισσόταν ἡ ὑπόθεση τοῦ ἐν λόγῳ ἀμφιλεγόμενου μυθιστορήματος (7). Σήμερα, ὁ ἱστορικός αὐτός Ναός ἀπέβη ὁ δημοφιλέστερος τουριστικός προορισμός τῆς Σκωτίας.



Ἕτερο παράδειγμα, ἡ Medjugorje. Μιά πολίχνη τῆς Βοσνίας-Ἑρζεγοβίνης, ἡ ὁποία σέ λίγα χρόνια εἶχε μιά καταπληκτική οἰκονομική ἀνάπτυξη, ἔπειτα ἀπό μιά πληροφορία πού εἶχε διοχετεύσει μέσῳ Διαδικτύου ἕνας Φραγκισκανός ἱερομόναχος, καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Παναγία εἶχε φανερωθεῖ τόν Ἰούνιο τοῦ 1981 σέ ἕξι παιδιά τοῦ χωριοῦ, δίνοντας, μέσω αὐτῶν, μηνύματα εἰρήνης καί ἀγάπης στόν κόσμο. Ἔκτοτε, ἡ μικρή αὐτή κωμόπολις, δέχεται μυριάδες «προσκυνητῶν», πού ἀνήκουν σέ παρα-εκκλησιαστικές ὀργανώσεις καί «χαρισματικά κινήματα», (κυρίως τῆς Ἰταλίας, τῆς Αὐστρίας καί τῆς Γερμανίας) καί σήμερα τείνει νά ἐξελιχθεῖ σέ «Λούρδη τῶν Βαλκανίων» (8). Καί τοῦτο, παρά τήν ἀπαγόρευση τοῦ Βατικανοῦ (9), καί τίς σοβαρές ἐπιφυλάξεις τοῦ τοπικοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ Ἐπισκόπου.

* * * * *

Ἀναζητῶντας ὑλικό γιά τήν ἐκπόνηση τῆς ὁμιλίας αὐτῆς, βρῆκα οὐκ ὀλίγα ἐνδιαφέροντα κείμενα ἀναφερόμενα σέ προσπάθειες, διαφόρων ἐπισήμων καί μή φορέων τῆς Ἑλλάδας, οἱ ὁποῖες στόχευαν στήν ἀνάπτυξη τοῦ τουρισμοῦ, μάλιστα δέ τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ.

Σ΄ἕνα ἀπό αὐτά, γινόταν λόγος περί τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν προσκυνηματικό τουρισμό, ὅπως καί γιά προσπάθειες νά διαμορφωθεῖ ἕνα θεσμικό πλαίσιο προωθήσεως τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ σέ μιά χώρα ὅπως ἡ Ἑλλάδα, μέ πληθύν χριστιανικῶν προσκυνημάτων καί ἱστορικῶν Μονῶν. Ὑπογραμμιζόταν, χωρίς περιστροφές, ὅτι «βασικός στόχος» τοῦ ἐγχειρήματος ἦταν νά ἐξελιχθεῖ ἡ Ἑλλάδα «σέ πόλο ἕλξης τουριστῶν», μιά καί τό εἶδος αὐτό τοῦ τουρισμοῦ, τοῦ θρησκευτικοῦ δηλ. τουρισμοῦ, «θά παίξει καθοριστικό ρόλο στήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τοῦ τόπου μας». Ἔτσι, προτεινόταν σειρά ὅλη πρακτικῆς φύσεως μέτρων γιά τήν εὐώδοση τοῦ ἐγχειρήματος, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ἡ «ἀποκατάσταση τῶν προσκυνημάτων καί τῶν ἱστορικῶν Μονῶν στό πλαίσιο τῆς πολιτιστικῆς καί τουριστικῆς ἀνάπτυξης», ἡ ἔκδοση «Προσκυνηματικοῦ Ὁδηγοῦ» μέ περιληπτικές πληροφορίες περί ὅλων τῶν προσκυνήματων τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὀργάνωση «ἐμποροπανηγύρεων», «παζαριῶν» καί «παραδοσιακῶν γλεντιῶν» σέ πλατεῖες χωριῶν, οἱ προσαρμογές τῶν ξενοδοχειακῶν μονάδων καί ἐστιατορίων στίς «ἰδιαίτερες ἀπαιτήσεις τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», καί τέλος ἡ ἀνέγερση ἑνός Πανελληνίου Ἱεροῦ Καθιδρύματος «πού θά βοηθοῦσε στήν ἀνάπτυξη τῆς (χώρας), μέ τήν ἀξιοποίηση τοῦ Θρησκευτικοῦ καί Προσκυνηματικοῦ Περιηγητισμοῦ, τοῦ μοναδικοῦ Τουρισμοῦ πού ποτέ δέν πρόκειται νά ἐκλείψει, ἀλλά ἀντίθετα πρός τά ἄλλα εἴδη, παρουσιάζει πάντα ὅλο καί περισσότερο ἀνοδικές τάσεις» (10).

Σέ ἕτερο κείμενο, πού ἀναφερόταν σ’ἕνα Διεθνές Συμπόσιο μέ θέμα τόν «Πολιτιστικό Τουρισμό», ἀφοῦ πρῶτα παρετίθεντο στοιχεῖα σχετικά μέ τίς ἐνέργειες τῆς Πολιτείας καί ποικίλων τουριστικῶν φορέων νά διαφοροποιήσουν τήν τουριστική προσφορά στήν Ἑλλάδα, παρετηρεῖτο ὅτι «ὁ πολιτιστικός τουρισμός εἶναι, ἴσως, ἡ σπουδαιότερη μορφή ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ, ἰδίως γιά τήν Ἑλλάδα, χώρα μέ ἀπαράμιλλα ἀνταγωνιστικά πλεονεκτήματα στή βάση τῶν πόρων πού στηρίζουν τήν τουριστική οἰκονομία» (11). Ἔπειτα δέ ἀπό τήν γενική αὐτή τοποθέτηση, οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Συμποσίου παρουσίαζαν μιά δέσμη «εἰδικῶν μορφῶν πολιτιστικοῦ τουρισμοῦ», ὅπου συμπεριελαμβάνονταν, μεταξύ ἄλλων, οἱ «ἀθλητικές ἀναμετρήσεις»,«γαστρονομικός τουρισμός», περίπατοι σέ «δρόμους κρασιοῦ», ἐπισκέψεις σέ μουσεῖα καί ἐθνικά πάρκα, «φεστιβάλ», «συνάξεις-ἀνταμώματα», «ἐκθέσεις», «συνέδρια», δίπλα δέ στίς εἰδικές αὐτές κατηγορίες εὕρισκε κάποια θέση καί ὁ «θρησκευτικός τουρισμός»!! (12)

Ἕνα τρίτο κείμενο ἦταν μιά ὁμιλία τῆς (τότε) Ὑπουργοῦ Τουρισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, πού εἶχε γίνει τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2006 στά πλαίσια τοῦ 5ου Συνεδρίου τοῦ «Συνδέσμου Ἑλληνικῶν Τουριστικῶν Ἐπιχειρήσεων», καί ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στόν «Τουρισμό καί τήν Ἀνάπτυξη». Παρουσιάζοντας τό Κυβερνητικό πρόγραμμα ὅσον ἀφορᾷ στόν ἐμπλουτισμό τῆς τουριστικῆς προσφορᾶς στήν Ἑλλάδα, καί ἀφοῦ παρατηροῦσε ὅτι «ἡ διαφοροποίηση τοῦ τουριστικοῦ προϊόντος εἶναι τό κλειδί τῆς βιώσιμης, ταχύρυθμης καί μακροπρόθεσμης τουριστικῆς ἀνάπτυξης», ἡ Ὑπουργός μιλοῦσε περί τῶν μέτρων τά ὁποῖα ἐλαμβάνοντο ἁρμοδίως γιά νά προωθηθοῦν «νέες μορφές ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ πού δέν καλύπτονται ἀπό τόν ἀναπτυξιακό νόμο» τῆς Ἑλλάδος, καί προέβαλε ὡς πρότυπα ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ τήν «γαστρονομία», τόν «θαλάσσιο», τόν «ἀναρριχητικό», τόν «καταδυτικό», τόν «ἀθλητικό» τουρισμό, σύν αὐτοῖς δέ καί τόν «θρησκευτικό τουρισμό» (13). Πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐπιβεβαίωνε καί σέ συνέντευξή της σ’ἕνα ρωσσικό περιοδικό (τιτλοφορούμενο «Ἑλλάδα») (14) τόν Μάϊο τοῦ 2007, ὅπου μιλῶντας γιά τίς προσπάθειες τοῦ Κράτους νά ἐμπλουτισθεῖ τό «τουριστικό προϊόν» (sic) τῆς Ἑλλάδος, τόνιζε ὅτι «στό πλαίσιο αὐτό προωθοῦμε τήν ἀνάπτυξη ὅλων τῶν νέων μορφῶν τουρισμοῦ: τόν ἰαματικό, τόν πολιτιστικό, τόν περιηγητικό, τόν χιονοδρομικό, τόν θάλασσιο, τόν συνεδριακό, τόν προσκυνηματικό, τόν γαστρονομικό, τόν ἀθλητικό, τόν τουρισμό τῶν πόλεων» (15).

Τέλος ἕνα πρόσφατο δημοσίευμα (τόν Ἰούλιο τοῦ 2009), ἀναφερόταν σέ πρωτοβουλίες τοῦ «Πανελλαδικοῦ Συνεταιρισμοῦ (Partenariat) Ἐκκλησιαστικών Εἰδῶν καί Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ», οἱ ὁποῖες στοχεύον στή δικτύωση ἑλληνικῶν ἐπιχειρήσεων μέ ἀνάλογες ἐπιχειρήσεις ἀπό ὁμόδοξες χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Καί τοῦτο μέ τό σκεπτικό ὅτι (καί σᾶς μεταφέρω αὐτολεξεί τά γραφόμενα) «ὁ κλάδος τῶν ἐκκλησιαστικῶν εἰδῶν καί ὁ θρησκευτικός τουρισμός εἶναι δύο πολύ ἀποδοτικά ἐπιχειρηματικά κεφάλαια» (16).

Διεξερχόμενος κανείς τά ὡς ἄνω κείμενα, ἀλλά καί πολλά ἄλλα σχετικά γραπτά, δέν μπορεῖ παρά νά ἐκφράσει χαρά καί ἱκανοποίηση γιά τίς προσπάθειες πού καταβάλλονται προκειμένου ὅπως ἕνας τόπος, προικισμένος μέ μοναδικές φυσικές καλλονές καί ἀνεκτίμητης ἀξίας μνημεῖα, ὅπως ἡ Ἑλλάδα, ἀποκτήσει μιά ἄξια τοῦ ὀνόματος της καί τῆς ἱστορίας της τουριστική ὑποδομή, πού θά εἶναι ἀναπόσπαστο μέρος τῆς προσπάθειας γιά μιά μακροπρόθεσμη καί βιώσιμη ἀνάπτυξη τῆς χώρας (17).

Ὡστόσο, δέν μπορεῖ νά ἀποκρύψει κανείς καί κάποιο ἐρεθισμό ὅταν διαπιστώνει πώς ἕνας πανάρχαιος ἱερός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τό «προσκύνημα», ἐκλαμβάνεται ἁπλῶς ὡς ἕνα «τουριστικό προϊόν», ὡς «πραμάτεια», ὡς «ἀποδοτικό ἐπιχειρηματικό κεφάλαιο», ὡς ἕνας ἀπό τούς παντοειδεῖς οἰκονομικούς παράγοντας πού ἀναμένεται νά συμβάλει καί αὐτός στήν ἀνάπτυξη καί τήν εὐημερία ἑνός τόπου. Καί βεβαίως ἐνοχλεῖται, βλέποντας ὅτι οἱ περί τόν τουρισμόν ἀσχολούμενοι, ἀδυνατοῦν νά διακρίνουν τήν εἰδοποιό διαφορά ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξύ «τουρισμοῦ» καί «προσκυνήματος». Δηλ. μεταξύ αὐτοῦ πού κατά κύριο λόγο στοχεύει στήν ἀναψυχή τοῦ τουρίστα, καί ἐκείνου πού ἔχει μιά πνευματική διάσταση καί ἀποσκοπεῖ ὄχι στήν «ἀναψυχή», ἀλλά στήν «ψυχική ἀνάταση» καί τήν ἐν Κυρίῳ αὔξηση τοῦ ἀνθρώπου.

* * * * *

Ὅπως ἔγινε ἤδη λόγος, ἡ ἔνταξη τοῦ «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», μέσα στά εὐρύτερα πλαίσια τῆς τουριστικῆς καί ἀναπτυξιακῆς πολιτικῆς μιᾶς χώρας, εἶναι πλέον σύνηθες φαινόμενο σέ ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς ὑφηλίου. Δέν εἶναι δέ τυχαῖο ὅτι καί στήν γειτονική Τουρκία, ὅπου, μετά τόν Μικρασιατικό ξεριζωμό καί τήν Συνθήκη τῆς Λωζάννης τό 1923, ἦταν ἀδιανόητο νά πραγματοποιηθεῖ μιά Ὀρθόδοξη λατρευτική Σύναξη στήν Ἀνατολία, σήμερα, ἐπίσημοι κρατικοί φορεῖς, ὅπως τό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ καί Τουρισμοῦ, ἡ Διεύθυνση Θρησκευτικῶν Ὑποθέσεων, οἱ Δημοτικές Ἀρχές τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἰωνίας, τῆς Λυκίας, τῆς Βιθυνίας ἤ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, ἐνθαρρύνουν πλέον τά Ὀρθόδοξα προσκυνηματικά ταξίδια, ἀνοίγοντας διάπλατα τίς πύλες ἀλειτούργητων μέχρις ἐσχάτων, καί σέ πολλές περιπτώσεις ἐρειπωμένων, Ναῶν μας.

Ἡ ἐξέλιξη αὐτή μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς μιά χειρονομία καλῆς θελήσεως τῶν Ἀρχῶν τῆς Τουρκίας στήν προσπάθεια ἐξομαλύνσεως τῶν σχέσεων της μέ τήν Ἑλλάδα. Καί ὄντως εἶναι μιά εὐπρόσδεκτη χειρονομία πού ὁπωσδήποτε συντελεῖ στήν προσέγγιση τῶν λαῶν τῶν δύο χωρῶν. Ὡστόσο, πρέπει νά ὁμολογηθεῖ ὅτι, σέ περιφερειακό τοὐλάχιστον ἐπίπεδο, τά οἰκονομικά ὠφέλη τῆς Τουρκίας ἀπό τίς ἐπισκέψεις χιλιάδων προσκυνητῶν τόσο ἀπό τήν Ἑλλάδα, ὅσο καί ἀπό τήν ἑλληνική διασπορά στίς προγονικές ἑστίες, στίς ρίζες τοῦ γένους, δέν εἶναι διόλου εὐκαταφρόνητα.

Πρέπει ὅμως νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι, ἄν κρατικοί, δημοτικοί καί τουριστικοί φορεῖς τῆς γειτονικῆς χώρας, δίνουν ἔμφαση κυρίως, (ἄν ὄχι ἀποκλειστικά), στό πολιτικο-οικονομικό σκέλος τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, πού ἐδῶ καί 15 χρόνια ἡγεῖται τῶν προσκυνημάτων ἀνά τήν Μικρά Ἀσία, δίνει μιά ἄλλη ἔμφαση, καί τοποθετεῖ μέσα στό σωστό ἐκκλησιαστικό, πνευματικό καί ποιμαντικό του πλαίσιο, τό ἐπ’ἐσχάτων ἀναβιωθέν πανάρχαιο εὐλαβές ἔθος τοῦ
«προσκυνηματικῶς ἀποδημεῖν».

Ἔτσι, μιλῶντας κατά τήν διάρκεια Ἑσπερινοῦ στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τῆς Μαλακοπῆς (Καππαδοκίας) τόν Ἰούλιο τοῦ 2005, ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἀπευθυνόμενος σέ ὅμιλο προσκυνητῶν πού τόν εἶχαν συνοδεύσει, ρωτοῦσε: «Ποῖον εἶναι τό κινοῦν αἴτιον τῶν ἐπισκέψεών μας (στήν Καππαδοκία); Μία εὐλαβής ἰδιοτροπία ἤ ἔστω μία καλή προσκυνηματική συνήθεια;» Καί ἔδινε τήν ἀπάντηση. Εὑρισκόμεθα ἐδῶ στήν Καππαδοκία, ἔλεγε, διότι ὁ τόπος αὐτός «ἐκπέμπει ἁγιότητα, ὁσιότητα, μαρτυρικότητα, εὐαγγελικότητα». Καί συνέχιζε, τονίζοντας μέ ἔμφαση, ὅτι «ἐρχόμεθα καί θά ἐπανερχόμεθα ὡς πεινῶντες καί διψῶντες νά πίνωμεν καί τρώγωμεν ἐν Θείαις Λειτουργίαις τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἐδῶ ὅπου, λειτουργικῶς ζῶντες, ἐβίωσαν οἱ Καππαδόκαι Ὀρθόδοξοι..., ἐρχόμεθα καί θά ἐρχόμεθα διά νά ἐπαναβαπτιζόμεθα εἰς τό προσευχητικόν κλῖμα τό ὁποῖον περιρρέει τόν ὅλον ὑποβλητικόν χῶρον..., ἐρχόμεθα καί θά ἐρχόμεθα πάλιν, διότι αἰσθανόμεθα ἐνταῦθα πληρέστερον τό μυστήριον τῆς ἐν Χριστῷ ἁγιότητος καί τῆς πραγματικότητος τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑνός μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἰς τό ὁποῖον συμμετέχουν οἱ πρό ἡμῶν, οἱ σύγχρονοι ἡμῶν καί ὅσοι μετά ἀπό ἡμᾶς θά ἔχουν λάβει τό χριστοσφράγισμα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ζήσαντες, ζῶντες καί ζήσοντες ἐπ΄ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου» (18). Ἰδού λοιπόν, ἐκλεκτή ὁμήγυρης, ἡ πεμπτουσία τοῦ βιώματος αὐτοῦ πού ἡ Ἐκκλησία ἀποκαλεῖ «προσκύνημα», καί ὄχι «τουρισμό», ἔτσι ὅπως διατυπώνεται ἀπό χείλη Πατριαρχικά. [Παρενθετικῶς, θά ἦταν ἴσως ἐνδιαφέρον νά ἀναφερθεῖ ὅτι τό θέμα αὐτό, εἶχε συμπεριληφθεῖ στό ἀρχικό πινάκιο θεμάτων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, πού εἶχε καταστρώσει ἡ Α΄Πανορθόδοξος Διάσκεψις τῆς Ρόδου τό 1961. Μόνο πού τότε δέν γινόταν λόγος περί «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», ἀλλά περί «ἀναπτύξεως τοῦ ἔθους τῶν Ὀρθοδόξων ὁδοιποριῶν πρός τά ἑκασταχοῦ Ἱερά Προσκυνήματα» (19).]

* * * * *

Ἕνα μνημόνιο τό ὁποῖο εἶχε ὑποβληθεῖ τόν Νοέμβριο τοῦ 2005 στό «Παγκόσμιο Φόρουμ Ἀστικῆς Κοινωνίας» (Global Civil Society Forum), πού τελοῦσε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ ΟΗΕ, ἀφοῦ πρῶτα ἀναφερόταν στίς προβληματικές πτυχές τοῦ τουρισμοῦ καί τόνιζε τήν ἀνάγκη προαγωγῆς στόν κόσμο ἑνός δικαίου καί ἀειφόρου «οἰκοτουρισμοῦ», προέβαινε, ἐν συνεχείᾳ, στήν ἀπαρίθμηση σειρᾶς ὅλης μέτρων, τά ὁποῖα θά μποροῦσαν νά προσδώσουν ἕνα νέο, πιό «ἀνθρώπινο» κοινωνικό πρόσωπο στόν «τουρισμό μαζῶν», πού ἄρχισε ἐπ’ἐσχάτων νά παίρνει ἀνησυχητικές διαστάσεις, κυρίως στόν λεγόμενο «Τρίτο κόσμο». Μαζί δέ μέ τήν ἔκκληση νά προστατεύονται οἱ «οἰκολογικά εὐαίσθητες περιοχές» τοῦ κόσμου ἀπό ἕνα ἀνεξέλεγκτα ἀναπτυσσόμενο τουρισμό, τό ἐν λόγῳ μνημόνιο προέτρεπε κυβερνήσεις, δήμους καί τουριστικές ἐπιχειρήσεις, νά καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια πρός τρεῖς κυρίως κατευθύνσεις: α) τῆς διαφάνειας στίς τουριστικές ἐπιχειρήσεις, β) τῆς βελτιώσεως τῶν συνθηκῶν ἐργασίας καί τῆς διασφαλίσεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν ἐργαζομένων στόν τομέα τοῦ τουρισμοῦ, καί γ) τῆς εὐαισθητοποιήσεως τῶν τουριστῶν ὅσον ἀφορᾷ στήν ἱστορία, τήν πολιτισμική κληρονομιά, τήν ἰδιαιτερότητα καί τήν κοινωνική δομή τοῦ τόπου ἤ τῆς χώρας πού ἐπισκέπτονται (20).

Ἀπό τήν πλευρά του καί ὁ «Οἰκουμενικός Συνασπισμός Τουρισμοῦ» (Ecumenical Coalition on Tourism), πού ἀπό τό 1982 δραστηριοποιεῖται στόν τομέα τῆς καταπολεμήσεως τῶν ἀρνητικῶν πλευρῶν τοῦ τουρισμοῦ (ὅπως ἡ παιδοφιλία, πορνεία, ἐκμετάλλευση τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, ἄνιση κατανομή τῶν εἰσοδημάτων), μέ κάποια ἀναφορά του συνηγοροῦσε καί αὐτός ὑπέρ τῆς εὐαισθητοποιήσεως τῶν περιηγητῶν ὅσον ἀφορᾷ στίς κοινωνικές ἀνισότητες καί τίς ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας στίς χῶρες πού ἐπισκέπτονται (21). Καί προέβαινε στήν ἐνέργεια αὐτή μέ τό σκεπτικό ὅτι, ἐγκλωβισμένοι μέσα στήν πολυτέλεια τοῦ ξενοδοχείου μιᾶς παραδείσιας ἀκρογιαλιᾶς τῆς Νοτιοανατολικῆς Ἀσίας, τῆς Ἀφρικῆς ἤ ὁρισμένων χωρῶν τῆς Καραϊβικῆς, ὅπου περνοῦν ἀμέριμνα τίς διακοπές τους, οἱ τουρίστες σπανίως βλέπουν τήν κόλαση μέσα στήν ὁποία πασχίζει νά βγάλει τόν ἐπιούσιον ἄρτον του ὁ δύσμοιρος αὐτόχθων πληθυσμός.

Ἄν λοιπόν, διεθνεῖς ὀργανισμοί καί παγκόσμια φόρα αἰσθάνονται σήμερα τήν ἀνάγκη νά παρέχουν ὁδηγίες στόν κόσμο γιά ἕνα κόσμιο, δίκαιο, συνάμα δέ καί ἐπωφελῆ «ψυχαγωγικό τουρισμό», τί εἴδους «κώδικα καλῆς συμπεριφορᾶς», τί εἴδους προτροπή, θά μποροῦσε νά δώσει ἡ Ἐκκλησία, σέ ὅσους ἑτοιμάζονται γιά μιά, ἐντός ἤ ἐκτός τῆς χώρας, «προσκυνηματική ἀποδημία»; Ὁ λόγος, ὄχι βέβαια γιά ἀποδημίες πιστῶν πού μεταβαίνουν ὄντως γιά «προσκύνημα» ἤ γιά κάποιο «τάμα» σέ χώρους ἱερούς, ὅπως λ.χ. στά Ἱεροσόλυμα, στήν Πόλη, στό Σινᾶ, στήν Τῆνο ἤ τήν Πάρο. Ὁ λόγος, γιά τίς «προσφορές-πακέτα» πού διαφημίζονται μέν ὡς «προσκύνημα», ἀλλά στήν πραγματικότητα συνιστοῦν «ἐκδρομές» οἱ ὁποῖες στό πλούσιο καί ἑλκυστικό πρόγραμμά τους συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ ἄλλων, καί μιά ἐπίσκεψη σέ κάποιο ξακουστό Μοναστῆρι ἤ σέ ἕνα ἱστορικό χριστιανικό μνημεῖο!

Ὁ ἐν λόγῳ «κῶδιξ καλῆς συμπεριφορᾶς» πρέπει πρωτίστως νά βοηθᾶ τόν ὑπό μηλωτή «προσκυνητοῦ» περιφερόμενο σύγχρονο «τουρίστα», στό νά συλλαμβάνει τήν βαθύτερη ἔννοια τοῦ ἐγχειρήματός του. Στό νά συνειδητοποιεῖ τήν ἱερότητα τοῦ χώρου τόν ὁποῖο ἐπισκέπτεται, εἴτε εἶναι αὐτός ἐν λειτουργίᾳ ἐνοριακός ἤ μοναστηριακός Ναός, εἴτε ἐρειπωμένο χριστιανικό μνημεῖο ἤ, ἀκόμη, μουσεῖο. Στό νά ἔχει συναίσθηση ὅτι «ὁ τόπος ἐν ᾧ οὗτος ἔστηκε, γῆ ἁγία ἐστίν» (Ἔξοδος 3, 5). Νά μήν ἔχει δηλαδή τήν ἀνοίκεια συμπεριφορά κάποιου νεοέλληνος «προσκυνητοῦ», πού εὑρισκόμενος πρό τινος στήν Ἁγιασοφιά, «τό Παλλάδιο αὐτό τοῦ εὐλογημένου Γένους τῶν Ρωμηῶν» (22) ἔπειτα ἀπό μιά φευγαλέα ἐπίσκεψη στό Φανάρι, καί ἀδιαφορῶντας γιά ὅσα λέγονταν περί τῆς σημασίας γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν ἑλληνισμό τοῦ Ἱεροῦ αὐτοῦ προσκυνήματος (κι’ ἄς εἶναι σήμερα μουσεῖο), ἀδημονοῦσε, ζητῶντας ἐπίμονα ἀπό τόν ξεναγό νά συντομεύει, προκειμένου ὅπως τό «γκρούπ» του προλάβει νά πάει στήν περιώνυμη Κλειστή Ἀγορά τῆς Πόλης, προτοῦ αὐτή σχολάσει!!

Ὁ προσκυνητής δέν μεταβαίνει σέ «Προσκύνημα» γιά ἀναψυχή. Οὔτε καί γιά νά θαυμάσει μόνο ξακουστά ἀρχιτεκτονικά ἤ ἁγιογραφικά ἀριστουργήματα, πού δημιούργησαν κάποτε δεξιοτέχναι μαστόροι. Οὔτε δέ μεταβαίνει μέ τήν νοοτροπία τοῦ «ἦλθον, εἶδον, ἀπῆλθον»! Ὁ προσκυνητής μεταβαίνει σ’ἕνα χῶρο Ἱερό γιά νά προσκυνήσει, νά ἁγιασθεῖ, νά ἰαθεῖ, νά ὠφεληθεῖ πνευματικά, νά συγκεντρωθεῖ, νά συζητήσει, νά χωνέψει αὐτά πού εἶδε καί ἄκουσε, κυρίως δέ γιά νά μετάσχει στήν λειτουργική ζωή μιᾶς Ἱερᾶς Μονῆς (23), ἤ μιᾶς Ἐνορίας. Ὅπως παρατηροῦσε εὔστοχα ὁ φιλοξενῶν ἡμᾶς ἅγιος Ζακύνθου στό Β΄ Ελληνο-Ρωσσικό Φόρουμ τῆς Πετρουπόλεως τόν παρελθόντα Ἰούλιο, ὁ Ὀρθόδοξος προσκυνητής ἐπισκέπτεται χώρους στούς ὁποίους φανερώθηκε θαυμαστά ἡ δύναμη καί ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου, κυρίως πρός ὠφέλειαν ψυχῆς καί πρός ἐξεύρεση θησαυρῶν πνευματικῶν (24). Μεταβαίνει ὁ προσκυνητής σ’ἕνα τόπο προκειμένου ὅπως βρεθεῖ σέ «κοινωνία» μέ τούς ἀνθρώπους τοῦ τόπου αὐτοῦ, τούς πιστούς πού εἶναι ἡ τοπική ἔκφραση τῆς «Μιᾶς» Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί οἱ ὁποῖοι μαζί μέ μᾶς καί μαζί μέ τούς ἀνά τήν οἰκουμένη λοιπούς ὀρθοδόξους, ἀποτελοῦν Σῶμα Χριστοῦ καί εἶναι «μέλη ἐκ μέρους» (Α΄ Κορ. 12,27). Καί θά προσέθετα ἐπί πλέον, πώς μεταβαίνει ὁ προσκυνητής σ’ἕνα τόπο γιά νά ἐνδιαφερθεῖ καί γιά τήν τύχη αὐτῶν πού συνιστοῦν τήν τοπική ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ὡς ἐκ τούτου, δέν ἔχει νόημα, νομίζω, νά ἐπισκεφθεῖ κανείς, ντόπιος ἤ ξένος, ἕνα ἱστορικό Ναό ἤ μιά Μονή κάποιου συρρικνωμένου ἀκριτικοῦ χωριοῦ τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου, χωρίς νά διερωτηθεῖ γιατί ἐρήμωσε ὁ τόπος καί πῶς ζοῦν σήμερα οἱ ἐναπομείναντες, γηραιοί κυρίως, κάτοικοί του. Οὔτε ἀρκεῖ νά μεταβεῖ κάποιος στήν Πόλη γιά ἐπίσκεψη στό Φανάρι, στήν Χάλκη καί στήν Ἁγιασοφιά, (ἐννοεῖται δέ καί στήν «Κλειστή ἀγορά» καί σέ κάποια ψαροταβέρνα τοῦ Βοσπόρου!), χωρίς νά προβληματισθεῖ γιά τήν τύχη τοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Πολίτικης Ρωμιοσύνης. Ὅπως δέν ἔχει νόημα νά ἐπισκεφθεῖ κανείς «προσκυνηματικά» τά Ἅγια χώματα τῆς Παλαιστίνης, τά Ἱεροσόλυμα, τήν Βηθλεέμ, τήν Ναζαρέτ, τό Θαβώρ, καί τόν Ἰορδάνη, χωρίς ταυτόχρονα νά διερωτηθεῖ γιά τά αἴτια ἐκεῖνα πού προκάλεσαν τήν συρρίκνωνση τοῦ ὀρθοδόξου καί γενικά τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἁγίας Πόλεως τά τελευταῖα σαράντα χρόνια, καί χωρίς νά ἐνδιαφερθεῖ γιά τήν μοῖρα καί τίς συνθῆκες διαβιώσεως, στήν ὑπό κατοχή πατρῴα τους γῆ, τῶν ἐναπομεινάντων λίγων αὐτοχθόνων πιστῶν, πού ἀποτελοῦν τόν κορμό τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας, τουτέστι τῶν Παλαιστινίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ἄλλο πρᾶγμα λοιπόν, σεβασμία καί ἐκλεκτή ὁμήγυρης, ἡ «Προσκυνηματική ἀποδημία», καί ἕτερον ὁ «Θρησκευτικός τουρισμός». Καί στήν συνειδητοποίηση, ἐκ μέρους τῶν ἀποδημούντων, τῆς οὐσιώδους διαφορᾶς πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν μορφῶν τοῦ «ἀποδημεῖν», πρέπει νά συμβάλλουν ἀποτελεσματικά τόσο οἱ διοργανωταί παρομοίων «ἐξορμήσεων», (Μητροπόλεις, Ἐνορίες, Σύλλογοι, Ταξιδιωτικά γραφεῖα), ὅσο καί οἱ Ἱερές Μονές καί Ἐνορίες πού φιλοξενοῦν ἄτομα ἤ ὁμάδες προσκυνητῶν. Χωρίς τήν βασική αὐτή ποιμαντική μέριμνα καί προϋπόθεση, τό «προσκύνημα» καταντᾶ νά εἶναι, ἁπλῶς, περιήγηση.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Raul Nicolau Gonsalves, New horizons for the Pastoral Care of Tourism, ἐν Perspectives in Tourism, Spirituality in Tourism, no. 2, σελ. 22
2. Antony Rogers, Bringing People Together for Just Peace-Challenges to Tourism in the 21 Century, ὅπ.π. σελ. 7
3. UNEP Global Civil Society Forum, UNEP/GCSF/5
4. Ron O’ Grady, The Τhreat of Tourism-Challenge to the Church, WCC Publications, Geneva, 2006, p. 75
5. Βλ. Αἰθερίας Ὁδοιπορικόν, ἐκδ. «Τῆνος».
6. Ἀρχιμανδρίτου Δοσιθέου, Ὁδηγός Ὀρθοδόξου Προσκυνητοῦ, ἐκδ. Δ΄, Ἱ. Μονή Παναγίας Τατάρνης, σελ. 30
7. Andrew Duff, Churches and Tourism, http://www.churchesandtourismassociation.info
8. Κατά πληροφορία τοῦ κροατικοῦ ἱδρύματος “Svetiste Kraljice Mira”- «Προσκύνημα τῆς Βασιλίσσης τῆς Εἰρήνης», σέ εἴκοσι ἑκατομμύρια ἀνέρχονται ἐκεῖνοι πού σέ μερικά χρόνια ἐπισκέφθηκαν τήν κωμόπολι αὐτή. Βλ. Apparitions de la Vièrge Marie Medjugorje, ἐν http://www.kroatien-ferien.com. Πρβλ. καί «Σέ ἄνοδο ὁ Θρησκευτικός τουρισμός», στήν ἐφημερίδα Ναυτεμπορική, 22/6/2007
9. Ὁ Καρδινάλιος Ratzinger, καί σήμερα Πάπας Βενέδικτος ις΄, εἶχε τότε χαρακτηρίσει τό φαινόμενο τῆς Medjugorje ὡς «ἁπλό ἐφεύρημα». Βλ. Rémi Fontaine, Le cas Medjugorje, Présent, 24 juin 2006
10. http://www.panagia-galaxa.gr./tourismos.html
11. Διεθνές Συμπόσιο γιά τόν Πολιτιστικό Τουρισμό 16-19/11/2006, βλ. http://www.helexpo.gr/portal. Event item.
12. ὅπ.π.
13. Βλ. www.seteconferences.com/ 5th Conferencespeaches
14.Βλ.www.traveldailynews.gr/new.asp
15. http//www.greece.ru/gr/cult
16, «Στό ἐπίκεντρο ὁ προσκυνηματικός καί θρησκευτικός τουρισμός,», Βλ. Αὐριανή, 2 Ἰουλίου 2009, σελ. 8
17. Τό ἴδιο μπορεῖ νά λεχθεῖ καί για ἄλλες Ὀρθόδοξες χῶρες ὅπως ἡ Κύπρος, ἡ Ρωσσία, ἡ Σερβία, ἡ Γεωργία, ἡ Οὐκρανία, ἤ ἡ Ρουμανική Μολδαβία
18. Βαρθολομαίου Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμιλία κατά τόν Ἑσπερινόν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγίου Θεροδώρου Μαλακοπῆς, (02.07.2005), Βλ. http//www.ec-patr.org/docdisplay
19. Μονογραφηθέντα Πρακτικά τῆς ἐν Ρόδῳ Πανορθοδόξου Διασκέψεως (24 Σεπτεμβρίου-1 Ὀκτωβρίου 1961), ἐν Ὀρθοδοξία, ΛΖ΄ (1962) σελ.70
20. Background Document on Tourism. EED-Tourism Watch, UNEP/GCSF/5 (01 October 2005) σελ. 8
21. An ECOT declaration on World Tourism Day 2006, στό http://www.ecotonline.org
22. Ἀρχιμ. Δοσιθέου, μν. ἔργ. σελ. 4
23. Αὐτόθι, σελ. 30 καί 62
24. Βλ.www.ecclesia.gr/greek/holysynod/committees/tourism/prosk_tour_anap.html
Related Posts with Thumbnails