Ο π. Γεώργιος Τσέτσης γεννήθηκε (1934) στο Πικρίδιο (Χάσκιοϊ) της Κωνσταντινουπόλεως. Απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εντάχθηκε ενωρίς στις τάξεις του κλήρου, ως διάκονος (1961) και ως πρεσβύτερος (1964), υπηρετώντας έκτοτε με αφοσίωση τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, η οποία τον τίμησε το 1971 με το οφφίκιο του Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου. Υπηρέτησε (1964 – 1985) σε ανώτερες επιτελικές θέσεις του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στη Γενεύη και μόνιμος αντιπρόσωπος σ’ αυτό (1985 – 1999) του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπου και ανέπτυξε σπουδαιότατη διεκκλησιαστική και συγγραφική δράση. Ανέλαβε επίσης, για ένα διάστημα (2001), προϊστάμενος του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ (Γενεύης) και του Ινστιτούτου Μεταπτυχιακών Σπουδών Ορθοδόξου Θεολογίας. Ο π. Γεώργιος είναι και σπουδαίος ψάλτης. Κουβαλάει την πατριαρχική ψαλτική παράδοση και τα τελευταία χρόνια έχει ηχογραφήσει σπουδαία μαθήματα στις σειρές του Μανόλη Χατζηγιακουμή "Μνημεία" & "Σύμμεικτα Εκκλησιαστικής Μουσικής".Φανάρι, Αθήνα και Οικουμενικότητα
Του δρος Γεωργίου Τσέτση
Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου
1. Αποτελεί εκκλησιολογική αίρεση, ο χαρακτηρισμός μιας τοπικής Εκκλησίας ως «εθνικής», και η ταύτισή της με ένα οποιοδήποτε «εθνικό κράτος». Η Εκκλησία του Χριστού έχει υπερεθνικό και υπερφυλετικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και στην εκκλησιαστική γλώσσα δεν υπάρχει ούτε «ελληνική Εκκλησία», ούτε «ρωσική», ούτε «σερβική», ούτε «κυπριακή», αλλά «Εκκλησία της Ελλάδος», «της Ρωσίας», «της Σερβίας», «της Κύπρου», όπου όλοι οι Ορθόδοξοι, ανεξαρτήτως φυλής και εθνικής προελεύσεως, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Οι «Εθνικές Εκκλησίες» του βαλκανικού χώρου, που, δυστυχώς, συνετέλεσαν στον κατακερματισμό του αδιαιρέτου σώματος της Ορθοδοξίας, είναι κατασκεύασμα του 19ου αιώνος. Με αρχιμάστορα την Βαυαροκρατούμενη, τότε, Ελλάδα!
2. Το Αυτοκέφαλο μιας Εκκλησίας δεν κατακτάται «επαναστατικώ δικαίω», καθώς αποφαίνεται το άρθρο. Αν ίσχυε ο ισχυρισμός αυτός, δεν θα βρισκόταν σήμερα εκτός «Πανορθοδόξου νυμφώνος» η Τιτοϊκής εμπνεύσεως, δήθεν «Αυτοκέφαλη Εκκλησία» των Σκοπίων! Το Αυτοκέφαλο παρέχεται από Οικουμενική Σύνοδο, και σε περίπτωση δυσκολίας συγκλήσεώς της, από την Πρωτόθρονη Μητέρα Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως. Και τούτο «άχρι καιρού», μέχρι την επικύρωσή του από μια Οικουμενική ή Πανορθόδοξη Σύνοδο.
4. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μπορεί να έχασε ή να παρεχώρησε εδάφη, δεν στερήθηκε όμως την Οικουμενικότητά του, όπως εξυπονοεί το εν λόγω άρθρο. Ούτε δε είναι «εγκλωβισμένο... στην εναπομείνασα νησίδα του» κάπου στον Κεράτιο. Το συγκεκριμένο αυτό σημείο του άρθρου θυμίζει την επιχειρηματολογία του ομόδοξου Βορρά, που εδώ και πολύ καιρό θέλει να επιβάλει μια «Νέα Τάξη Ορθοδόξων Πραγμάτων», αλλά και τη θέση της Αγκυρας, που επίμονα αρνείται την Οικουμενικότητα του Πατριαρχείου, και θέλει τον Πατριάρχη να είναι απλώς ο «Πρωτόπαπας» (ο Μπάσπαπαζ) της «Εκκλησίας του Φαναρίου»! Το Φανάρι, έχει παγκόσμια ακτινοβολία, αλλά και άμεση δικαιοδοσία στην Ορθόδοξη Διασπορά, (βάσει Κανόνων Οικουμενικών Συνόδων), είναι ο εγγυητής της Ορθοδόξου ενότητος και παραμένει το κέντρο συντονισμού της Πανορθοδοξίας. Μας αρέσει ή όχι.
Η πρόσφατη προσπάθεια αποκαταστάσεως των σχέσεων μεταξύ Φαναρίου και Αθηνών πρέπει να χαιρετισθεί με ικανοποίηση. Εξαιτίας Αθηναϊκών επιπολαιοτήτων το ’22, το Πατριαρχείο έχασε την Ιωνία και την ανθούσα Ανατολική του ενδοχώρα. Ας το αφήσουμε τουλάχιστον να έχει κάποια πρόσβαση στην Δυτική του ενδοχώρα βάσει της Πράξεως του 1928. Με την ενεργοποίηση της δεν κινδυνεύει ούτε το Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας, ούτε η εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, όπως λέγεται και γράφεται ευκαίρως, ακαίρως. Τουναντίον εξυπηρετούνται γενικότερα συμφέροντα του Γένους. Και ο νοών νοείτω...























