Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

ΜΙΑ ΝΕΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΝΤΜΙΤΡΙ ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ ΦΕΤΟΣ ΠΟΥ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ 110 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Julian Barnes, Ὁ ἀχός τῆς ἐποχῆς, μετ. Θ. Σκάσσης, Μεταίχμιο, Ἀθήνα, σελ. 231 
Τήν πρόσφατη ἑλληνική μετάφραση τῆς βιογραφίας τοῦ γνωστοῦ Ρώσσου μουσικοῦ Ντμ. Σοστακόβιτς (1906-1975) γραμμένης ἀπό τόν σύγχρονο Βρετανό συγγραφέα Julian Barnes, παρουσιάζω στήν σημερινή κατάθεση. 
Γιά τήν ζωή τοῦ Σοστακόβιτς ὁ συγγραφέας σημειώνει ὅτι ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν τά βιβλία Μαρτυρία (ἑλλ. μετ. Ε. Χατζηδήμου, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα 1982) τοῦ Σ. Βολκόφ καί Ὁ πατέρας μας Dsch (ἑλλ. μετ. Γ.Π. Πλουμίδης, Ἐκδόσεις Μουσαῖο, Ἀθήνα 2006) τῶν παιδιῶν τοῦ μουσικοῦ σύμφωνα μέ τήν καταγραφή τοῦ Μ. Ἄρντοφ. Ἐπίσης ὁ J. Barnes ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν τό βιβλίο Shostakovich: Α Life Remembered, 2006, τῆς Ἐλ. Γουίλσον. 
Ἐξ ἀρχῆς θά τονίσω ὅτι πέρα ἀπό τίς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες στήν συγκέντρωση στοιχείων (καί πολλῷ μᾶλλον τῆς σοβιετικῆς περιόδου) πού ἔχει ὁ βιογράφος τοῦ Σοστακόβιτς καί τῶν ἑρμηνειῶν τίς ὁποῖες δίδει στό ἀναγνωστικό κοινό, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ὁ σπουδαῖος Ρῶσσος μουσικός, ἐνῶ ἄλλοτε καταδικαζόταν ὡς «μικροαστός, φορμαλιστής, ὀπαδός τοῦ Μέγερχολντ, ἀριστεριστής» (σ. 40), «ἐχθρός τοῦ λαοῦ» (σ. 55, σ. 64), ἐνῶ ἀκόμη «παύθηκε ἀπό καθηγητής στό Κονσερβατόριο τόσο τῆς Μόσχας ὅσο καί τοῦ Λένινγκραντ» (σ. 103), ἀργότερα ὁ ἴδιος ἄνθρωπος καί ὁ ἴδιος μουσικός «κέρδισε ἕξι φορές συνολικά τό βραβεῖο Στάλιν» (σ. 150), «εἶχε ἰδιωτικό αὐτοκίνητο ἤδη πρίν ἀπό τόν Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Εἶχε ὁδηγό καί ντάτσα. Ἦταν μέλος τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος» (σ. 204). 
Οἱ παλαιότεροι θά θυμοῦνται τήν διατύπωση τῶν Ρώσσων σατιρικῶν συγγραφέων Ἠλ. Ἴλφ (1897-1937) καί Γεβγ. Πετρώφ (1903-1942) ὅτι «δέν ἀρκεῖ νά ἀγαπᾶς τή σοβιετική ἐξουσία· πρέπει ἐκείνη νά σέ ἀγαπάει» (σ. 116). Σχολιάζοντας ὁ Βarnes τήν ἀναφερθεῖσα διαδρομή τοῦ Σοστακόβιτς σημειώνει ὅτι «κατά τά φαινόμενα, ἡ σοβιετική ἐξουσία εἶχε ἀποφασίσει νά τόν ἀγαπήσει· κι ἐκεῖνος δέν εἶχε νιώσει ποτέ ψυχρότερο ἀγκάλιασμα» (σ. 198). 
Στό σημεῖο αὐτό τίθεται τό κρίσιμο ζήτημα τῆς σχέσης τῆς ἐξουσίας μέ τήν τέχνη. Βεβαίως εἶναι γνωστό ὅτι ἑκατοντάδες συγγραφεῖς καί καλλιτέχνες τῆς σοβιετικῆς περιόδου ἐκτελέστηκαν, ἐνῶ ἄλλοι ἐξορίστηκαν, ἤ ὑπέστησαν τόν λεγόμενο «ἠθικό θάνατο» (βλ. Δημήτρης Μπαλτᾶς, Μαρτυρολόγιο. Συγγραφεῖς καἰ καλλιτέχνες στό στόχαστρο τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2015, passim). Ἐπιχείρησαν οἱ συγγραφεῖς καί οἱ καλλιτέχνες τῆς σοβιετικῆς περιόδου νά μιλήσουν τήν «γλῶσσα τῆς ἀλήθειας» ἡ ὁποία «ὁδηγοῦσε κατευθείαν στόν θάνατο» (σ. 111). Ἐδῶ προκύπτει τό ἐρώτημα ἄν ὁ Σοστακόβιτς δέν ἤθελε ἤ δέν μποροῦσε νά μιλήσει τήν «γλῶσσα τῆς ἀλήθειας». Σέ κάθε περίπτωση, ὁ Βρετανός συγγραφέας θεωρεῖ ὅτι στόν «ἀχό τῆς ἐποχῆς», τῶν καταγγελτικῶν μεθόδων τῶν ὑπηρετούντων τήν σοβιετική ἐξουσία, «θά μποροῦσε νά ἀντιπαρατεθεῖ μόνο ἡ μουσική πού βρίσκεται μέσα μας, ἡ μουσική τῆς ὕπαρξής μας, πού μερικοί τήν μετατρέπουν σέ πραγματική μουσική. Καί αὐτή μέ τη σειρά της, ἄν εἶναι ἀρκετά δυνατή, ἀληθινή καί καθαρή, ἔτσι ὥστε νά καταπνίξει τόν ἀχό τῆς ἐποχῆς, μετατρέπεται σέ ψίθυρο τῆς ἱστορίας» (σ. 160).


Στό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο νά κάνω μία ἀναφορά στόν ἄλλο σπουδαῖο Ρῶσσο μουσικό τοῦ 20οῦ αἰ., τόν Ἰγκόρ Στραβίνσκι (1882-1971), στόν ὁποῖο ὁ Barnes ἀναφέρεται, κάπως πικρόχολα, τρεῖς φορές στό βιβλίο του. Γράφει λοιπόν ὅτι «μπορεῖ ὁ Ντμίτρι νά τιμοῦσε τόν συνθέτη Στραβίνσκι, ἀλλά ἀπεχθανόταν τόν στοχαστή» (σ. 170). Αὐτό διότι ὁ Στραβίνσκι ἦταν «ἀμέτοχος, ἐγωκεντρικός, ἀδιάφορος, ὅταν στήν πατρίδα του καλλιτέχνες καί συγγραφεῖς διώκονταν μαζί μέ τίς οἰκογένειές τους καί φυλακίζονταν, ἐξορίζονταν ἤ δολοφονοῦνταν» (σ. 170). Ἄν καί ἡ σκιαγράφηση τοῦ Στραβίνσκι εἶναι μᾶλλον ἀληθής, θά παραθέσω ἐδῶ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Στραβίνσκι κατά τήν ἐπίσκεψή του στήν Μόσχα τό 1962: «Λυπᾶμαι πολύ πού οἱ περιστάσεις μ’ ἔκαναν νά ἀποχωριστῶ τήν πατρίδα μου, πού δέν κατάφερα νά δημιουργήσω τά ἔργα μου ἐδῶ καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, λυπᾶμαι ἐπειδή δέν ἤμουν ἐδῶ γιά νά βοηθήσω τη νέα Σοβιετική Ἕνωση νά δημιουργήσει τήν νέα μουσική της. Δέν ἔφυγα ἀπό τη Ρωσία μέ τή θέλησή μου, ἄν καί ὑπῆρχαν πολλά πράγματα πού ἀντιπαθοῦσα στή Ρωσία μου, καί στή Ρωσία γενικότερα. Ὡστόσο, τό δικαίωμα νά ἐπικρίνω τή Ρωσία εἶναι δικό μου, ἐπειδή ἡ Ρωσία εἶναι δική μου καί ἐπειδή τήν ἀγαπῶ, καί τό δικαίωμα αὐτό δέν τό δίνω σέ κανένα ξένο» (Ἡ ἀναφορά ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό βιβλίο τοῦ O. Figes, Ὁ χορός τῆς Νατάσας, μέρος δεύτερο, μετ. Χρ. Οἰκονόμου, Ἐκδόσεις Ἠλέκτρα, Ἀθήνα 2006, σ. 376).
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἔχει ἐπίσης τεθεῖ πολλές φορές καί συζητηθεῖ τό ἐρώτημα ἄν ἡ ζωή τῆς σοβιετικῆς περιόδου ἄλλαξε ὅταν πέθανε ὁ Στάλιν καί τόν διαδέχθηκε ὁ Χρουστσώφ. Ἐπί τοῦ προκειμένου, ἀναφερόμενος στόν Σοστακόβιτς, γράφει ὁ Barnes: «Ἡ ζωή ἦταν καλύτερη [ἐπί Χρουστσώφ], ὅπως καλυτερεύει ἡ ζωή ἑνός φυλακισμένου ὅταν βγεῖ ἀπό τήν ἀπομόνωση καί ἔχει συγκρατούμενο στό κελί του καί ὅταν ὁ φύλακας δέν φτύνει πιά μέσα στή σούπα του … Ναί, μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἦταν καλύτερη» (σ. 186). 
Τό βιβλίο τοῦ Barnes χαρακτηρίζεται ἀπό ἕνα ἰδιαίτερο ὕφος. Δέν εἶναι ἱστορική πραγματεία ἀλλά βεβαίως στηρίζεται σέ ἱστορικές πηγές, ἐνῶ ὁ συγγραφέας προσεγγίζει τά καταγραφόμενα στοιχεῖα μέ προσωπικές ἐκτιμήσεις. 
Ἐπιλέγει ὁ Barnes τίς ἐπαναλήψεις, σκοπίμως νομίζω, συγκεκριμένων φράσεων, πού λειτουργοῦν ὡς ὁδοδεῖκτες στόν λόγο του (ἐνδεικτικῶς βλ. «Ἕνα πρᾶγμα ἤξερε μόνο: Τούτη ἦταν ἡ χειρότερη ἐποχή», «η ζωή δέν εἶναι περίπατος σέ λιβάδι», «κολυμποῦσε στίς τιμές σαν γαρίδα στή μαγιονέζα τοῦ κοκτέιλ»). Ἀνάλογη εἶναι ἡ ἐπιτυχημένη χρήση τῆς εἰρωνείας ἐκ μέρους τοῦ Barnes, κυρίως ὅταν ἀναφέρεται στήν ἐξουσία καί στά πρόσωπα πού τήν ὑπηρετοῦν (ἐνδεικτικῶς βλ. σ. 24, σ. 40, σ. 59, σσ. 188-189). 
Τέλος, νά προσθέσω ὅτι τό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα συμπίπτει μέ τήν συμπλήρωση 110 ἐτῶν ἀπό τήν γέννηση τοῦ σπουδαίου Ρώσσου μουσικοῦ Ντμ. Σοστακόβιτς.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΕΠΙΝΕΙΟ, Η ΜΥΓΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΓΙΑΣΜΑ - Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΝΤΗΣ ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ


Του θεολόγου Γιώργου Βλαντή
Σήμερα το «Γραφείο επί των αιρέσεων και των παραθρησκειών» της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς μού αφιέρωσε ένα κείμενο. Ευχαριστώντας για τη στήριξη που άθελά του δίνει στις απόψεις μου, διαβεβαιώ πως θα συνεχίσω να προσπαθώ να δίνω αφορμές για να ασχολούνται. 
Ο αγαπητός φίλος και συνάδελφος Παναγιώτης Ανδριόπουλος έγραψε στο ιστολόγιό του υποστηρίζοντάς με. Τον ευχαριστώ βαθιά, διότι και πάλι αποδεικνύει έργοις τη φιλία του. Μεταξύ άλλων, επισημαίνει μια ενδιαφέρουσα τακτική, αυτή της ρητής ή λανθάνουσας απειλής των μηνύσεων. Ο π. Γεώργιος Τσέτσης κι εγώ δεχθήκαμε τα σχετικά μηνύματα μεταξύ των γραμμών αντίστοιχων άρθρων. 
Περιορίζομαι σε ορισμένες παρατηρήσεις, κρίνοντας πως το κείμενο το «Γραφείου» δεν χρήζει λεπτομερούς σχολιασμού. 
1. Προσωπικά, δεν έχω τίποτε να φοβηθώ. Στο κείμενό μου «Ο φόβος μπροστά στο Πνεύμα», το οποίο εισέπραξε τα επαινετικά σχόλια πλειάδας επισκόπων, πρεσβυτέρων, μοναχών, ακαδημαϊκών, συναδέλφων θεολόγων και πιστών της Εκκλησίας μας, επέλεξα να αποφύγω τις προσωπικές επιθέσεις και να στηλιτεύσω έναν συγκεκριμένο τύπο θρησκευτικής συμπεριφοράς, τον φονταμενταλιστικό, όπως απαντάται (και) στην Ορθοδοξία. Αλίμονο αν φτάσουμε στο σημείο να με εγκαλέσει κανείς γι᾽ αυτό. 
2. Το «Γραφείο» επιλέγει να απαντήσει με έναν τρόπο, ο οποίος δεν περιορίζεται στην παρανόηση των θέσεών μου, αλλά επεκτείνεται και στη χρήση μειωτικών χαρακτηρισμών για το πρόσωπό μου και στη διατύπωση υπονοουμένων εναντίον μου. 
Ενδεικτική είναι η άγνοιά του αναφορικά προς το Συμβούλιο των Εκκλησιών της Βαυαρίας και το ρόλο του. Στο κείμενό τους παρουσιάζομαι ως «διευθυντικό στέλεχος των (πολλών) ''Εκκλησιών'' της Βαυαρίας» και λέγεται πως «Όντας μέλος της ''Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας'', ταυτόχρονα τυγχάνει διευθυντής ''Χριστιανικών Εκκλησιών'', πέραν της Μίας Εκκλησίας, ήτοι της πανσπερμίας των αιρετικών κοινοτήτων της παραφθαρμένης χριστιανοσύνης της Δυτικής Ευρώπης!». Οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι αποδείχθηκαν ανίκανοι και για την απλή αντιγραφή του τίτλου μου (γράφουν ''geshaftsfuhner'' αντί για το παρατιθέμενο στο άρθρο μου ορθό ''Geschäftsführer'') παρουσιάζονται με μεγάλη ευκολία ως τιμητές προσώπων και πραγμάτων που αγνοούν. 
3. Για να βάλουμε εν ολίγοις τα πράγματα στη θέση τους: Δεν είμαι διευθυντής των Εκκλησιών, αλλά διευθυντής (ο όρος Geschäftsführer δεν είναι εύκολα μεταφράσιμος στα ελληνικά και σημαίνει κάτι μεταξύ Direktor και Sekretär) του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας, το οποίο είναι ένα forum που συντονίζει την επικοινωνία πολλών Εκκλησιών (επικαλούμενος τη μακραίωνη παράδοση της Ορθοδοξίας και την πρόσφατη σχετική απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου περί ιστορικής ονομασίας των ετεροδόξων δεν θα μπω εν προκειμένω σε μια εκκλησιολογική συζήτηση για τον όρο «Εκκλησίες», αλλά θα τον χρησιμοποιήσω δίχως σκανδαλισμό) και προωθεί τον οικουμενικό διάλογο για την πραγμάτωση της Kυριακής εντολής της ενότητας στο επίπεδο του εν λόγω γερμανικού κρατιδίου. Από την πλευρά των Ορθοδόξων στο Συμβούλιο αυτό εκπροσωπούνται, μεταξύ άλλων, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δια της Ι.Μ. Γερμανίας, όπως και τα Πατριαρχεία Ρωσίας, Σερβίας και Ρουμανίας δια των εν Γερμανία Μητροπόλεών τους. Στο αντίστοιχο Συμβούλιο της πόλης του Μονάχου (στη Γερμανία υπάρχουν τέτοια Συμβούλια σε επίπεδο ομοσπονδίας, κρατιδίων και μεγάλων πόλεων) εκπροσωπείται και το Πατριαρχείο Βουλγαρίας. Όσον αφορά το Συμβούλιο της Βαυαρίας, διεξάγονται μάλιστα συνομιλίες για τη συμμετοχή σε αυτό και της εν Γερμανία Μητροπόλεως του Πατριαρχείου Αντιοχείας, το οποίο πολλοί υμνούν συχνά αγνοώντας την οικουμενική του δραστηριότητα, ακόμη και αυτό τούτο το γεγονός πως ο Μακαριώτατος Προκαθήμενός του τυγχάνει από το 2013 ένας από τους οκτώ Προέδρους του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Σημειώνω πως όλοι ο Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι συμμετέχουν με την ευλογία και την έγγραφη συγκατάθεση-διορισμό των οικείων επισκόπων τους. Όλες αυτές οι Εκκλησίες και οι ιεράρχες, λοιπόν, έχουν προφανώς μια αντίληψη για το ρόλο αυτού του οργάνου διαφορετική από την πλήρως απαξιωτική που εκφράζουν με περισσή ευκολία οι του «Γραφείου». Αναρωτιέμαι αν οι κύριοι αυτοί αισθάνονται υπεράνω και αυτών των Ορθοδόξων Εκκλησιών ή αν θεωρούν πως επιτρέπεται να εκφράζουν εύκολες κρίσεις για πράγματα που εναπόκεινται στη δικαιοδοσία ιεραρχών και Συνόδων πέραν εκείνων όπου αυτοί αμέσως αναφέρονται. Μήπως θα ήταν καλύτερο εν αγάπη και σεβασμώ να ερωτήσουν και να μιλήσουν κατόπιν, ξεκινώντας με τη δέουσα προσοχή κατά το γράφειν και αντιγράφειν; 
4. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επιμείνω στο σχολιασμό της μομφής πως δεν επιθυμώ καμία άλλη άποψη έναντι της δικής μου, όταν οι ίδιοι οι συντάκτες του κειμένου καταδεικνύουν πως η θέση μου έναντι της Αγίας Συνόδου δεν είναι τόσο μονολιθικά θετική όσο πολλοί θα ήθελαν. Αγνοούν, επίσης, και τις κριτικές παρατηρήσεις που επανειλημμένα εξέθεσα στη γερμανόφωνη αρθρογραφία μου, σε διαλέξεις μου και στο πλαίσιο της διδασκαλίας μου στο Τμήμα Ορθόδοξης Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Αυτό που καλό θα ήταν να γίνει αντιληπτό, είναι πως δεν απαξιώνω κάθε κριτική, αλλά επικρίνω εκείνη που ερείδεται σε φονταμενταλιστικές, τ.ε. αιρετικές προϋποθέσεις. Πολύ συγκεκριμένα εξέφρασα τις πνευματολογικές, εκκλησιολογικές και εσχατολογικές εκκρεμότητες των φονταμενταλιστών, τις οποίες το κείμενο του «Γραφείου» με βιασύνη αντιπαρέρχεται. 
5. Φαίνεται πως οι συντάκτες του κειμένου μού αποδίδουν πως στιγματίζω τους ορθόδόξους ως «σκοταδιστές», «φανατικούς», «φονταμενταλιστές», «κήρυκες του μίσους», «αρνητές της χριστιανικής αγάπης», «ψυχοπαθείς», και «αιρετικούς». Λογικά αυτό θα προϋπέθετε την ταυτότητα Ορθοδοξίας και φονταμενταλισμού, κάτι που ακριβώς αρνούμαι, διότι θεωρώ τον δεύτερο ως το αντίθετο της πρώτης, γι᾽ αυτό το λόγο και βάζω σε εισαγωγικά τη λέξη «Ορθόδοξοι» όταν μιλώ για φονταμενταλιστές. Όταν διαβάζω αυτή την κριτική, λοιπόν, αναρωτιέμαι αν άρα γε γινώσκουν αυτά που αναγινώσκουν οι του «Γραφείου». 
6. Θα κλείσω επισημαίνοντας και πάλι κάτι που προανέφερα. Στο κείμενό μου επέλεξα την οδό τη αφαίρεσης, την καταδίκη ενός συγκεκριμένου τύπου «θεολογήσεως» και ενός «ήθους». Θα μπορούσα να τεκμηριώσω τις θέσεις μου με πληθώρα υλικού από πολλά διαφορετικά ορθόδοξα συμφραζόμενα, θεώρησα όμως άγονη τη λογική των προσωπικών αντιπαραθέσεων και της περιπτωσιολογίας. Υποθέτω πως πολλοί και διαφορετικοί θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους πίσω από της διατυπώσεις μου. Γιατί όμως νιώθει το «Γραφείο» θιγμένο και αναλαμβάνει με τέτοιο πάθος το ρόλο της αναίρεσης των θέσεών μου; Γιατί πιστεύει πως προσβάλλεται; Γιατί θεωρεί πως η επίθεσή μου στρέφεται εναντίον του; 
Ο λαός μας λέει πως «μυγιάζεται όποιος έχει τη μύγα». Η διατύπωση σίγουρα δεν αποκλείει πως δύναται να μυγιαστεί και κάποιος δίχως ιδιαίτερη σχέση με το εν λόγω έντομο, επιτρέπω όμως στον εαυτό μου το ερώτημα: Μήπως κάποιοι στη Μητρόπολη του όμορφου επινείου των Αθηνών μυγιάζονται επειδή νιώθουν πως έχουν κάποια μύγα; Και, αν ναι, μήπως θα ήταν καλό να κάνουν την αυτοκριτική τους;

ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΜΙΣΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, απαντώντας σε κείμενο του Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου της Μ.τ.Χ.Ε. π. Γεωργίου Τσέτση, έγραψε (5-7-2016) ότι «οι ισχυρισμοί του αυτοί [του π. Γεωργίου] αποτελούν την αντικειμενική υπόστασι του εγκλήματος της συκοφαντίας, εάν υφίστατο το στοιχείο του δόλου στο συγκεκριμένο σεβαστό αδελφό, γεγονός που ασφαλώς δεν υφίσταται». 
Άλλαις λέξεσιν: Θα σου έκανα μήνυση, παπά μου, για συκοφαντική δυσφήμιση, αλλά κρίνω ότι δεν έχεις δόλο όταν γράφεις αυτά που γράφεις για μένα. 
Το …περιλάλητο Γραφείο Αιρέσεων της Μητροπόλεως Πειραιώς, σχολιάζοντας σήμερα (7-7-2016), το κείμενο του θεολόγου Γιώργου Βλαντή «Ο φόβος μπροστά στο πνεύμα» που δημοσιεύθηκε και στην Ιδιωτική Οδό και στο Φως Φαναρίου, γράφει ενοχλημένο: « …η θεολογική πενία των επιχειρημάτων του σκιάζεται από τις απαράδεκτες ύβρεις, οι οποίες, πολλές από αυτές, ξεπερνούν και αυτά τα όρια της νομιμότητας!» 
Και εδώ έχουμε μια απειλή για μηνυσούλα, αφού ξεπερνιούνται «τα όρια της νομιμότητας». 
Για να βάλουμε, λοιπόν, τα πράγματα στη θέση τους: 
Κατηγορώ το Γραφείο επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών της Μητροπόλεως Πειραιώς και τον κληρικό της Μητροπόλεως Άγγελο Αγγελακόπουλο, που αποτελεί …ουρά του εν λόγω Γραφείου, για συστηματική ρητορική μίσους και μισαλλοδοξίας, που εκθέτουν την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και αλλοιώνουν την διδασκαλία της Εκκλησίας στο όνομα μιας – κατ’ αυτούς – καθαρότητας της πίστεως. 
Φυσικά την ευθύνη για την κατάσταση αυτή φέρει ακεραία ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ. 
Αν νομίσουν ότι πρέπει να πούμε τα υπόλοιπα στα δικαστήρια, ας το κάνουν. Είναι μια ευκαιρία να τα πούμε – επιτέλους – από κοντά και εφ' όλης της ύλης. 

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗ ΣΤΗΝ "ΟΔΥΣΣΕΙΑ"


Για την Οδύσσεια του Ομήρου σε μετάφραση Μανόλη Χατζηγιακουμή, (έκδοση του Κέντρου Ερευνών και Εκδόσεων, Αθήνα 2015) πρωτογράψαμε εδώ
Αλλά πριν δυο χρόνια, με δύο κείμενά μας: Ο μεταφραστής του Ομήρου αποδεικνύεται πεζός… και Για την Οδύσσεια Μαρωνίτη – Σχόλια στη μετάφραση, αμφισβητήσαμε το δόκιμον της μετάφρασης της Οδύσσειας από τον καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη, καθώς αυτή η μετάφραση έχει κατακυριεύσει τα πάντα (εκπαίδευση, θέατρο, δημοσιότητα κ.λπ.). 
Με βάση σχόλια του Μανόλη Χατζηγιακουμή για διάφορα μεταφραστικά ζητήματα, τα οποία μπορεί να διασταυρώσει ο κάθε υποψιασμένος αναγνώστης, έγραφα πριν δυο χρόνια: 
«Κατέφυγα στην μετάφραση Καζαντζάκη – Κακριδή (η Οδύσσεια είναι κυρίως έργο του Κακριδή) για να δω κάποια πράγματα, και διαπιστώνω έκπληκτος ότι ο Μαρωνίτης έχει …δανειστεί δεκάδες φράσεις και λέξεις του Κακριδή αυτούσιες! Αυτό σημαίνει ότι γι’ αυτές τις εκφράσεις δεν μπήκε στον κόπο να παλαίψει με τις λέξεις, αλλά πήρε το έτοιμο υλικό, το οποίο βέβαια υπηρετούσε έναν ολότελα άλλο σκοπό: τον δεκαπεντασύλλαβο. Ενώ ο Μαρωνίτης επέλεξε τον ελεύθερο στίχο, άρα μίξις άμικτος!» 
Ας δούμε την μεταφραστική λογική του Χατζηγιακουμή, όπως την αποτυπώνει στα Προλεγόμενα της έκδοσης: 

Μανόλης Χατζηγιακουμής
φωτ. Σωτήρης Κακίσης 

Η μετάφραση έγινε (πρέπει δυστυχώς να ειπωθεί) απευθείας από το πρωτότυπο. Στη μεθοδολογία της εργασίας προβλεπόταν επίσης να μη ληφθούν υπόψη και οι παλαιότερες νεοελληνικές μεταφράσεις. Οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, υπηρετούσαν άλλους στόχους (κυρίως ιδεολογικούς και δημοτικιστικούς). Βασική επιδίωξη ήταν να μείνει ανεπηρέαστη η οποιαδήποτε προσωπική προσέγγιση. Η καταρχήν πρόθεση ήταν να αποδοθεί το αρχαίο κείμενο σε κοινό (και πιστό) νοηματικό, ηχητικό και ρυθμικό νεοελληνικό ιδίωμα, όχι απλά περιγραφικό, και μέσα στα πλαίσια της μετάφρασης ενός ποιητικού αφηγηματικού έργου. Σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε πρόθεση να δημιουργηθεί, με βάση το αρχαίο, ένα ιδιόλεκτο «λογοτεχνικό» κείμενο, το οποίο μάλιστα να διεκδικεί την ένταξή του, με συγκεκριμένους τρόπους, μέσα στη γενικότερη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Ένας τέτοιος στόχος θα νόθευε, αναμφισβήτητα, την καθαρή και ευθύβολη επικοινωνία με το πρωτότυπο. Κατά τη μετάφραση, η ομηρική Οδύσσεια αντιμετωπίσθηκε, ευθύς εξαρχής, όχι απλά ως γραπτό, αλλά κυρίως ως προφορικό, δηλαδή ως κινούμενο και εκφωνούμενο (ραψωδικό και απαγγελτικό) κείμενο. Παράλληλα, και γι’ αυτόν τον λόγο, έγινε προσπάθεια η μετάφραση να πραγματοποιηθεί χωρίς καθόλου να αναδομηθεί το αρχαίο κείμενο (στους στίχους, αλλά και στη σειρά των λέξεων, όσο ήταν δυνατό). Από τα πρώτα ήδη πειράματα έγινε γρήγορα αντιληπτό ότι είχαμε ένα καθαρά αυτόνομο νεοελληνικό κείμενο, το οποίο ήταν στην ουσία, από άλλη σκοπιά, το ίδιο το αρχαίο. Η ισοζυγία αυτή οφειλόταν στο ότι το αρχαίο αντιμετωπίσθηκε πρωτίστως ως προφορικός ήχος. Του οποίου ο απόηχος ήταν, απροσδόκητα, ο ίδιος προφορικός νεοελληνικός ήχος. 
Η μετάφραση στο νεοελληνικό ιδίωμα ενός αρχαίου ποιητικού κειμένου είναι, αναμφισβήτητα, μια αυτόνομη δημιουργική, και εξίσου ποιητική, πράξη. Η οποία και αποτελεί, στην ουσία, προέκταση του πρωτοτύπου. Η προνομιακή ηχητική, ρυθμική και εκφραστική συγγένεια των δύο ιδιωμάτων, αρχαίου και νεοελληνικού, καθιστά ικανή μια τέτοια μετάφραση να υπερβαίνει, κατά πολύ, την απλή νοηματική απόδοση. Στην πράξη, γίνεται ένα δραστικό εργαλείο, με το οποίο μπορούν να γίνουν ορατοί, ευκολότερα, οι ποικίλοι εκφραστικοί και ποιητικοί τρόποι του πρωτοτύπου. Ωστόσο, οποιοδήποτε και αν είναι το εκφραστικό νεοελληνικό αποτύπωμα, η αντικατάσταση του πρωτοτύπου παραμένει ανέφικτη. Μια μετάφραση αρχαίου ποιητικού κειμένου υπάρχει μόνο δίπλα στο πρωτότυπο. Όχι επειδή έτσι δοκιμάζεται η αντοχή της, αλλά και επειδή έτσι λειτουργεί ως πραγματική προέκτασή του. Ο αρχαίος ποιητικός λόγος δεν είναι μόνο διδακτικός, είναι πρωτίστως λογοτεχνικός. Και όπως σε κάθε καλλιτεχνικό αποτύπωμα η οποιαδήποτε μεταφορά ή αναδημιουργία δεν αναιρεί, ούτε αντικαθιστά, και συνήθως δεν υπερβαίνει ποτέ την πρωτότυπη μορφή, έτσι και εδώ. Όσο αποτελεσματική και αν είναι μιά μετάφραση, το πρωτότυπο, το αρχαίο πρωτότυπο, παραμένει πάντοτε μοναδικό και αναντικατάστατο· στην ουσία δεν «μεταφράζεται». 
Ο Χατζηγιακουμής μας εισάγει σε μιαν άλλη μεταφραστική λογική κι αυτό είναι σημαντικό. Το αρχαίο κείμενο είναι ποιητικό, προφορικό, είναι ήχος, είναι ρυθμός, είναι αναντικατάστατο. Μια μετάφραση που λαμβάνει υπ’ όψιν της αυτά τα χαρακτηριστικά, μπορεί να είναι το όχημα για την καλύτερη δυνατή προσέγγιση των ποικίλων εκφραστικών και ποιητικών τρόπων του πρωτοτύπου. 
Μπορείτε να δείτε ενδεικτικό – αλλά πλούσιο - υλικό από την «Οδύσσεια» του Χατζηγιακουμή στον ιστότοπο του Κέντρου Ερευνών και Εκδόσεων
Π.Α.Α.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΤΡΙΑΝΔΡΙΑ: ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - ΜΩΠΑΣΣΑΝ - ΤΣΕΧΟΦ [+ ΜΑΡΚΕΣ]


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στο πρόσφατο βιβλίο του «Ο στεναγμός των πενήτων», που είναι δοκίμια για τον Παπαδιαμάντη, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης βάζει πολλά πράγματα στη θέση τους, σε σχέση με ιδεολογικές παρωπίδες στην αντιμετώπιση του μεγάλου Σκιαθίτη. 

Στο κείμενό του «Τριανδρία» (σ. 109-114) ο Ζουμπουλάκης θεωρεί τον Παπαδιαμάντη όχι απλώς τον μεγαλύτερο έλληνα πεζογράφο, αλλά μεγάλο εν γένει Ευρωπαίο διηγηματογράφο, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τους ομηλίκους του Γκυ ντε Μωπασσάν  και Άντον Τσέχωφ. Αυτοί οι τρεις «συγκροτούν την τριανδρία των κορυφαίων διηγηματογράφων της Ευρώπης», αποφαίνεται ο Ζουμπουλάκης. Έτσι, ο Παπαδιαμάντης εκλαμβάνεται ως διηγηματογράφος, ισοστάσιος άλλων ομοτέχνων του της παγκόσμιας λογοτεχνικής σκηνής. 
Πολύ σωστά! 
Αυτό το επεσήμανε θεατρικά – ήδη από το 2009 – η ταλαντούχος σκηνοθέτης Γιολάντα Μαρκοπούλου, η οποία στο θέατρο Συνεργείο, ανέβασε την εποχή εκείνη την παράσταση: "Νεκροί ταξιδιώτες", όπου ο "Νεκρός ταξιδιώτης" του Παπαδιαμάντη ...κονταροχτυπήθηκε με τον "Πιο όμορφο πνιγμένο του κόσμου" του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρούσε η μεταφράστρια Μαρία Χατζηεμμανουήλ "ο ρεαλισμός του Παπαδιαμάντη σμίγει με τον μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες και στ΄ απόκρημνα βράχια του αιγαιοπελαγίτικου νησιού φυτρώνουν τριαντάφυλλα της Καραϊβικής". 
Έγραφα τότε εδώ στην Ιδιωτική Οδό, με αφορμή την παράσταση της Γιολάντας Μαρκοπούλου:
«Μέχρι τώρα οι Παπαδιαμαντολόγοι ανεδείκνυαν τη σχέση Παπαδιαμάντη - Ντοστογιέφσκι, που έχει σίγουρα πολλά ερείσματα για ομοιότητες γραφής και βίους παράλληλους. Κανείς δεν είχε σκεφθεί τον Μάρκες. Του οποίου το κείμενο είναι... Παπαδιαμαντικό. Φυσικά, πέρα από τα κοινά στοιχεία των δύο κειμένων με επίκεντρο τον Νεκρό, όμορφο ταξιδιώτη που δίνει ζωή στους ζωντανούς, το σημαντικό εδώ είναι η επί σκηνής παρουσίασή τους. Κίνηση, χορός, τραγούδι, λόγος εκφερόμενος με τρόπο πρωτόφαντο, σκηνικά που έχουν γίνει ένα με τον ...underground χώρο στο Μεταξουργείο, και είναι άκρως λειτουργικά, με οικονομία και ποιητικότητα φτιαγμένα… 
Οι ηθοποιοί προσέγγισαν, μαζί με την σκηνοθέτη Γιολάντα Μαρκοπούλου, τον Παπαδιαμάντη όπως στην πραγματικότητα είναι: ενσώματος, ποιητικός, σκληρά ρεαλιστικός ενίοτε, με χιούμορ, με αίσθημα και πάνω απ' όλα ένταση! 


Χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες, παρωχημένης "χριστιανικότητας" ή παπαδιαμαντικής υστερίας, είδαν τον κυρ Αλέξανδρο βαθιά ανθρώπινα και αιωρούμενον "εις τερπνήν αιώραν", ως η πολυφίλητός του Παναγία η Κουνίστρα, μετάρσιον γενόμενον τω πνεύματι σωματικώς. 
Η παράσταση αυτή είναι μια πρόταση για μια σύγχρονη προσέγγιση του Παπαδιαμάντη, ο οποίος είναι μεγάλος ακριβώς επειδή μπορεί να διαλέγεται με τον Μάρκες! Αυτή η συνύπαρξη ήταν τόσο φυσική μέσα στην παράσταση που σε άφηνε άναυδο. Περνούσαν κάμποσα δευτερόλεπτα για να καταλάβεις ότι από τον Παπαδιαμάντη έχουμε περάσει στον Μάρκες και τανάπαλιν. Τέτοια συνοχή! Τέτοια σφιχτό δέσιμο!» 
Άρα, ο Παπαδιαμάντης ίσταται πάντοτε ενώπιόν μας προς ανακάλυψιν. Και δη με ποιον άλλο μεγάλο της λογοτεχνίας θα διαλεχθεί. Επί σκηνής ή εν ταις καρδίαις ημών…

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ "GENIUS" (2016)


Ἕλενα Χατζόγλου 
Ἕνας χαρισματικὸς ἄνθρωπος 
Ἡ κινηματογραφικὴ ταινία μὲ τίτλο: «Ἕνας χαρισματικὸς ἄνθρωπος» («Genius», Ἀγγλία 2016, σὲ σκηνοθεσία Μάικλ Γκράντεϊτζ) ἔχει βιογραφικὸ χαρακτήρα, ἀφοῦ ἀναφέρεται στὴν πραγματικὴ σχέση τοῦ ἐπιμελητῆ ἐκδόσεων Μὰξ Πέρκινς (1884-1947) μὲ τὸν Ἀμερικανὸ συγγραφέα Τόμας Γοὺλφ (1900-1938), τὸν ὁποῖο ὁ πρῶτος ἀνέδειξε ἐκδοτικά. Στὸ ἔργο ζωντανεύουν σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴ κοινωνία κατὰ τὴν περίοδο τῆς μεγάλης οἰκονομικῆς κρίσης (κρὰχ) τοῦ 1929, ἀλλὰ κυρίως φωτίζονται ὄψεις τῆς διαπροσωπικῆς μεταξύ τους σχέσης καθὼς καὶ τῶν σχέσεων ποὺ οἱ δύο πρωταγωνιστὲς διατηροῦσαν μὲ ἄλλα πρόσωπα (π.χ. μὲ τοὺς κορυφαίους Ἀμερικανοὺς λογοτέχνες Σκὸτ Φιτζέραλντ καὶ Ἔρνεστ Χέμινγουέϊ, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ οἰκογενειακοῦ τους περιβάλλοντος ὁ καθένας). 
Ἡ ταινία ἀποτυπώνει μὲ ἰδιαίτερο ρεαλισμὸ τὶς καταστάσεις τόσο σὲ ἐπίπεδο σχέσεων ὅσο καὶ σὲ ἐπίπεδο περιρρέουσας ἀτμόσφαιρας. Παραμένει ὅμως ἀρκετὰ στὴν ἐπιφάνεια, παρὰ τὸν πολλὰ ὑποσχόμενο τίτλο της. Καὶ τοῦτο ὄχι τόσο διότι «χαρισματικὸς ἄνθρωπος» στὴν προκειμένη περίπτωση μπορεῖ κάλλιστα νὰ εἶναι ἀντὶ γιὰ τὸν συγγραφέα – δημιουργὸ τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων ὁ ἐκδότης τους, ὅσο, καὶ κυρίως, γιατὶ ὁ σκηνοθέτης δὲν καταφέρνει νὰ νοηματοδοτήσει κινηματογραφικὰ -καὶ ἄρα καλλιτεχνικὰ- αὐτὸ ποὺ ἐννοεῖ ὡς «χάρισμα» (γιὰ νὰ κυριολεκτοῦμε, αὐτὸ ποὺ κάνει κάποιον «Genius»). Σὲ μία ἀρκετὰ κοινοτοπικὴ παραδοχή, χαρισματικὸς εἶναι σχεδὸν κάθε λογοτέχνης, ἐφόσον μάλιστα τὸ ἔργο του τυγχάνει εὐρείας ἀποδοχῆς, ὅπως ἔτυχε αὐτὸ τοῦ Τόμας Γούλφ, καὶ μάλιστα ὅσο ἦταν ἐν ζωῇ. Ὅμως, τὸ ἄστατο τοῦ βίου του καὶ τῶν ἐπιλογῶν του, ἡ ἀβεβαιότητα καὶ ἡ σχοινοβασία τῆς βιωματικῆς προσέγγισης τῶν ἐμπειριῶν του, οἱ χωρὶς ἐμφανὴ σκοπὸ περιπλανήσεις του (τουλάχιστον ὅπως ἀποδίδονται κινηματογραφικὰ) δὲν πείθουν ὅτι τὰ ἔργα του εἶναι τὸ ἀπόσταγμα οὔτε μιᾶς βαθιὰ βιωμένης ζωῆς οὔτε ἑνὸς δυνατοῦ ταλέντου. Ὡστόσο, ὁ Γούλφ εἶναι ἀπό τούς σημαντικοὺς Ἀμερικανοὺς συγγραφεῖς λόγῳ κυρίως δύο στοιχείων, τῆς ρεαλιστικῆς γραφῆς (ἀπεικονίζοντας τὴν ἀμερικανικὴ κοινωνία τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ.) καὶ τοῦ αὐτοβιογραφικοῦ χαρακτήρα τῶν ἔργων του (κυρίως τοῦ «Γύρνα σπίτι, ἄγγελέ μου»). 
Ἀπομένει λοιπὸν στὸν θεατὴ νὰ ἀνασυγκροτήσει τὸ αἴνιγμα τῆς «χαρισματικότητας» γενικά, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀφορμὴ τὸ συγκεκριμένο κινηματογραφικὸ ἔργο. Χαρισματικὸς λοιπὸν φαίνεται νὰ εἶναι περισσότερο ὁ ἄνθρωπος ποὺ βιώνει μία προσωπικὴ ἀλήθεια καὶ τὴν ὑπηρετεῖ μέχρι τέλους, αὐτὸς ποὺ ἀντλεῖ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἔργου -ἀλλὰ καὶ τῆς ἴδιας του τῆς ὕπαρξης- ἀπὸ τὸν ἐσώτατο ἑαυτό του, παλεύοντας μὲ ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ ἢ καὶ ἐσωτερικὰ προσκόμματα ποὺ συναντᾶ. Ὁ Τόμας Γούλφ, ἕνας ἄνθρωπος ἰδιαίτερα ἐπιρρεπὴς σὲ καταχρήσεις καὶ μὲ μία ἀρκετὰ ἰδιόρρυθμη ἰδιοσυγκρασία, φαίνεται νὰ παλεύει μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ τὰ μετουσιώνει σὲ «ταλέντο». Φαίνεται νὰ καλλιεργεῖ τὸ «ταλέντο» σὲ μία χέρσα περιοχὴ γεμάτη ἀπὸ τὰ ζιζάνια τῶν ἀδυναμιῶν του καὶ παρὰ τὶς ἀδυναμίες του αὐτὲς νὰ ἀνιχνεύει καὶ νὰ βρίσκει μέσα του ἀλήθειες τῆς ζωῆς, ποὺ τὶς ἀποτυπώνει καὶ στὰ ἔργα του. 
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐξίσου «χαρισματικὸς» ἐμφανίζεται καὶ ὁ Πέρκινς, ἕνας συγκροτημένος ἐπαγγελματίας καὶ οἰκογενειάρχης, ποὺ ὅμως ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ νιώσει τὴν «ἀλήθεια» ἑνὸς νέου συγγραφέα, ἀποτυχημένου γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους ἐκδότες. Ὑπηρετεῖ καὶ ὁ Πέρκινς -ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἐκδότη- τὴν προσωπική του ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ἡ στιγμὴ τῆς ἀποκάλυψης, τὸ ἄγγιγμα μιᾶς αὐθεντικῆς διατύπωσης, μικρὲς ἀρετὲς ποὺ τὶς ἀνακαλύπτει στὸ περιφρονημένο ἔργο τοῦ Γούλφ. Τὸ «χάρισμα» ἐδῶ ἔγκειται στὴν ἰδιοφυΐα καὶ τὴ διεισδυτικότητα αὐτοῦ ποὺ ἀνακαλύπτει τὸν ταλαντοῦχο. Μάλιστα, αὐτὸ τὸ χάρισμα ταυτίζεται μὲ τὴ «βεβαιότητα» τῆς διαίσθησης, ποὺ σὲ κάποιες περιπτώσεις εἶναι ἐφάμιλλη τῆς καλλιτεχνικῆς ἔμπνευσης. 
Στὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῆς βιασύνης καὶ τῆς ἐπιφανειακότητας, ποὺ ὁ «χαρισματικὸς» ἄνθρωπος, μὲ τὶς ὅποιες ἐκφάνσεις του, εἶναι ὅλο καὶ πιὸ δυσεύρετος, ἡ ταινία προσφέρει μιὰ ἐλάχιστη ἀφορμὴ προβληματισμοῦ γιὰ τὸ βαθύτερο περιεχόμενο τῆς αὐθεντικότητας τοῦ δημιουργοῦ.

ΟΙ ΕΞΑΛΛΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΛΙΟΝΤΑΚΗ

Άγγελοι του Βλάση Τσοτσώνη

Κοιτάζοντας την Ανάληψη του Ρουμπλιώφ στο Βυζαντινό Μουσείο, όπου εκτίθεται μέχρι το Σεπτέμβριο – στο πλαίσιο του έτους Ελληνορωσικής Φιλίας 2016 – θυμήθηκα το ιδιόμελο της Λιτής της εορτής της Αναλήψεως: 
"...Ὅθεν ἔξαλλοι Ἄγγελοι, ἐν στολαῖς περιϊπτάμενοι, τοὺς Μαθητάς, Ἄνδρες ἐβόων, Γαλιλαῖοι, ὃς ἀφ' ὑμῶν πεπόρευται, οὗτος Ἰησοῦς ἄνθρωπος Θεός, θεάνθρωπος πάλιν ἐλεύσεται, κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν…" 
Κι αμέσως θυμήθηκα το ποίημα του Χριστόφορου Λιοντάκη «Έξαλλοι Άγγελοι». Το παραθέτω, με την απορία αν ο Λιοντάκης ήξερε τους «έξαλλους Αγγέλους» της Ανάληψης. Είτε ναι είτε όχι, είναι έτσι κι αλλιώς Ποιητής! 
ΕΞΑΛΛΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ 
Ξαφνικά σταματημένοι – πράσινο 
ή κόκκινο, αδιάφορο. 
Μπερδεμένοι θόρυβοι, κίτρινα φώτα 
τρυφερές φωνές χωρίς ευγένειες. 
Τολμηρά χέρια οδηγούν την κατανάλωση προς τον Καιάδα. 
Η αφή γεμίζει μυρωδιές και τραύματα 
(απ’ το διπλανό όχημα μια συμπαθητική 
φωνή μιλάει για γάντια). 
Ο κύλινδρος αλέθει ενοχές και οράματα 
πολύτιμα κάποτε χαρτιά, αγαπημένα 
ενδύματα άνθη μαραμένα. Κι όμως κανείς δε στέργει 
να χαρίσει λίγο χρόνο στην εκφορά τους. 
Χειρονομίες και κόρνες, καθώς μόνο 
με το χρήμα μετράται ο χρόνος τους. 
Κι οι άγγελοι έξαλλοι με άναρθρα και «έλα» 
και μισές λέξεις συνεχίζουν. 
Γυμνασμένοι στις ταλαντώσεις 
αποφεύγουν το ρύπο της σακούλας. 
Στο κασετόφωνο η καντάτα μελωδεί τη θλίψη 
πριονίζει σιγά σιγά το αδαπάνητο. 
Κι οι κάδοι αδειάζουν 
κι η αυτόματη θύρα ανοιγοκλείνει 
αλέθοντας, μαζί με τα άλλα, ραντεβού υστερόβουλα. 
Ο θόρυβός τους γίνεται ένα με το χείμαρρο 
του Ιωάννη Σεβαστιανού. 
Αδιάφοροι για τους δείκτες του χρηματιστηρίου 
ονειρεύονται μόνο σαπούνι και νερό. 
Ώσπου ένα: φύγε ρε! 
κι ο χρόνος πάλι στον τροχό.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

ΤΟ 3ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ "ΣΤΕΠΑ" - ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΡΩΣΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Στέπα. Ἐπιθεώρηση ρωσικοῦ πολιτισμοῦ, τ. 3, Ἐκδόσεις S@mizdat, Ἀθήνα 2016, σελ. 392 
Ὁ ὀγκώδης τόμος τῆς Στέπας πού μόλις κυκλοφόρησε, μέ τήν ἐπιμέλεια τοῦ Δημ. Τριανταφυλλίδη, εἶναι ἕνας ἐκδοτικός ἄθλος. Τετρακόσιες σελίδες ἀφιερωμένες στόν ρωσικό πολιτισμό τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ., τοῦ «χρυσοῦ» καί τοῦ «ἀργυροῦ» αἰώνα τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, ὅπως ἀντιστοίχως εἶναι γνωστοί. 
Ὁ τόμος περιέχει ποιητικά κείμενα, μεταφρασμένα γιά πρώτη φορά, τοῦ Πούσκιν, τοῦ Λέρμοντοφ, τοῦ Νεκράσοφ, τοῦ Τιοῦτσεφ κ.ἄ. ἀλλά καί τοῦ Μπλόκ, τῆς Ἀχμάτοβα, τοῦ Μπέλι κ.ἄ. (σελ. 11-40).
Τό ἀφιέρωμα στόν Ὀσίπ Μαντελστάμ (σελ. 86-107) εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικό γιά τόν σπουδαῖο αὐτόν ποιητή τῆς Ρωσίας τῆς σοβιετικῆς περιόδου, ὁ ὁποῖος πέθανε κατά τήν μεταφορά του σέ στρατόπεδο συγκέντρωσης, ἀφοῦ πρόλαβε νά δώσει ἐξαίρετα δείγματα ποιητικοῦ καί πεζοῦ λόγου. Μαζί μέ τόν Μαντελστάμ θά ἀναφέρω καί τά μεταφρασμένα κείμενα ἑνός ἄλλου σπουδαίου συγγραφέα τοῦ 20οῦ αἰ., τοῦ Γ. Ζαμιάτιν, τοῦ γνωστοῦ καί στό ἑλληνικό κοινό γιά τό ἔργο του Ἐμεῖς, ὁ ὁποῖος πέθανε ἐξόριστος στό Παρίσι. Τόσο ὁ Μαντελστάμ ὅσο καί ὁ Ζαμιάτιν βρέθηκαν στό στόχαστρο τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος. 
Στό 3ο τεῦχος τῆς Στέπας πού παρουσιάζω ὁ Δημ. Τριανταφυλλίδης ἔχει προσθέσει τά «Τετράδια ρωσικῆς σκέψης», σελίδες τίς ὁποῖες νομίζω ὅτι ὁ ἀναγνώστης θά βρεῖ ἐξαιρετικά πολύτιμες. Στό τμῆμα αὐτό τοῦ περιοδικοῦ θά προσεχθοῦν τά μεταφρασμένα κείμενα (σελ. 277-300) τοῦ Σ. Ἀβέριντσεφ (1937-2004), ἑνός πολύ σπουδαίου κριτικοῦ τῆς λογοτεχνίας καί εἰδικοῦ στίς Βιβλικές σπουδές. Ἐδῶ ἐπίσης θά βρεῖ ὁ ἀναγνώστης τό κείμενο τοῦ γνωστοῦ Ρώσσου φιλοσόφου Ν. Μπερντιάγιεφ ἐπιγραφόμενο «Σωτηρία καί δημιουργία, δύο προσεγγίσεις τοῦ χριστιανισμοῦ» (σελ. 334-357) καί τό κείμενο τοῦ σημαντικότερου στήν Δύση βιογράφου τοῦ Ντοστογιέφσκι J. Frank (1918-2013) ἐπιγραφόμενο «Ἡ αἰσθητικοῦ τοῦ ὑπερβατικοῦ» (σελ. 306-332). 
Ἐκτός ἀπό τά πολλά μεταφρασμένα κείμενα, ὁ 3ος τόμος τῆς Στέπας περιλαμβάνει δύο κείμενα ἀφιερωμένα στήν μνήμη τῶν καθηγητῶν Μιχ. Μακράκη καί Νικήτα Στροῦβε, οἱ ὁποῖοι ‘’ἔφυγαν’’ ἀπό κοντά μας πρίν ἀπό λίγο καιρό. Ἀκόμη ὁ ἀναγνώστης θά δεῖ ἐνδιαφέρουσες συνεντεύξεις, ὅπως αὐτή μέ τόν σκηνοθέτη Ἀλεξ. Σοκοῦροφ, καί παρουσιάσεις βιβλίων σχετικῶν μέ τήν Ρωσσία καί τόν πολιτισμό της. 
Ἡ ἔκδοση λοιπόν τοῦ 3ου τόμου τῆς Στέπας, ἑνός περιοδικοῦ ἀποκλειστικά προσανατολισμένου στήν ἀνάδειξη τοῦ ρωσσικοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι ἕνα ἐκδοτικό γεγονός, τό ὁποῖο νομίζω ὅτι θά τραβήξει τήν προσοχή καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἑλληνικοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ.


Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ ΚΑΤΑ Kurt Weill - Bertolt Brecht


Τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα 
Παναγιώτης Καμπάνης, 
Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού 
Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 
Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα είναι μια ταξινόμηση των πιο σοβαρών αμαρτημάτων, σύμφωνα με την καθολική Εκκλησία, την οποία εισήγαγε ο Πάπας Γρηγόριος Α΄ κατά τον 6ο αιώνα στην εργασία του Magna Moralia. 
Τα αμαρτήματα ονομάζονται «θανάσιμα» γιατί σύμφωνα με την Εκκλησία μπορούν να στερήσουν τη θεία χάρη και να οδηγήσουν στην αιώνια καταδίκη της ψυχής του ανθρώπου, εκτός αν συγχωρεθούν με την εξομολόγηση. Τα επτά αμαρτήματα υπάρχουν στον καθένα μας και επηρεάζουν την ψυχή μας. Όλες οι αμαρτίες είναι προσπάθειες να αναπληρώσουν το κενό που νιώθουμε σε διαφόρους τομείς της ζωής μας, όταν δεν καλύπτονται οι βασικές μας ανάγκες. Κάθε αμάρτημα επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο τη σκέψη, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά μας και διαστρεβλώνει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα. Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα δεν συμπεριλαμβάνονταν στα Ευαγγέλια ή στη Βίβλο. Υπήρχε μόνο μία γενική περιγραφή αρνητικών συμπεριφορών όπως «μια γλώσσα που ψεύδεται, χέρια που χύνουν αθώο αίμα και μια καρδιά που συνωμοτεί».
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στη συνέχεια


Ο ...ΛΑΪΚΟΣ ΣΤΑΘΗΣ ΛΙΒΑΘΙΝΟΣ

Ο Στάθης Λιβαθινός κατευθύνει τους ηθοποιούς στις πρόβες της δικής του Αντιγόνης

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Απόψε, Κυριακή 3 Ιουλίου 2016 στις 8 το βράδυ, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Στάθης Λιβαθινός μιλάει στο Ραδιόφωνο της Εκκλησίας 89,5 για το θέατρο ως χώρο σύγκρουσης της ουτοπίας, της επανάστασης, του ολοκληρωτισμού, της τρομοκρατίας και ταυτόχρονα ως χώρο πραγμάτωσης του ονείρου, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 
Η εκπομπή μεταδίδεται σε επανάληψη, με αφορμή τα 400 χρόνια από τον θάνατο του Σαίξπηρ και το ανέβασμα, στο αρχαίο θέατρο Φρυνίχου των Δελφών και στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, στο πλαίσιο Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, της τραγωδίας «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. 
Την εκπομπή επιμελείται και την παρουσιάζει ο ιερέας και σκηνοθέτης π. Πέτρος Μινώπετρος. 
Πρέπει εδώ να επισημάνουμε τα εξής: 
Η παράσταση της Αντιγόνης, που κάνει πρεμιέρα στην Επίδαυρο, αποτελεί την πρώτη συνεργασία του Εθνικού Θεάτρου με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας και τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Ο Στάθης Λιβαθινός επέλεξε το κορυφαίο έργο του Σοφοκλή, ανεβάζοντας στη σκηνή τρεις γενιές ηθοποιών. Άρα ο Λιβαθινός κάνει πράξη την πολυπόθητη ενότητα – σύμπραξη στο θέατρο και μάλιστα στην Τραγωδία. Για πρώτη φορά τα τρία κρατικά θέατρα μαζί… 
Επίσης, η «Αντιγόνη» ανεβαίνει σε νέα μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη. 
Κι ακόμα, ο Λιβαθινός ανέθεσε την μουσική της παράστασης στον ταλαντούχο συνθέτη Χαράλαμπο Γωγιό, γνωστό από την σπουδαία δουλειά του στις «Όπερες των ζητιάνων», που ο ίδιος ίδρυσε, δίνοντας νέα πνοή στο λυρικό θέατρο. Πρόκειται για την δεύτερη συνεργασία του Χαράλαμπου Γωγιού με τον Λιβαθινό (Ο γάμος του Φίγκαρο, 2015), αλλά για την πρώτη μουσική που γράφει ο Γωγιός για αρχαία τραγωδία, κι αυτό έχει μια σημασία. 
Κατά συγκυρία δημοσιεύεται σήμερα στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ μία συνέντευξη του Στάθη Λιβαθινού, στην οποία εξηγεί την «φιλοσοφία» του για το Εθνικό, από την οποία σταχυολογώ φράσεις που με εκφράζουν: 
- «Δεν θα κάνουμε έκπτωση στα όνειρά μας, δεν θα κάνουμε εμπορικότερες επιλογές για να έρθει το πόπολο. Θα έχουμε ποιοτικά κριτήρια». 
- «Η μεγάλη λαϊκή παράσταση δεν είναι απαραίτητα το ζητούμενο. Θέλουμε το κοινό να πλησιάσει το Εθνικό Θέατρο σαν ένα απολύτως ποιοτικό θέατρο …κι έτσι να προκύψει μια καινούργια λαϊκή πραγματικότητα. Για μένα ο Πίτερ Μπρουκ και ο Τζιόρτζιο Στρέλερ είναι λαϊκοί. Και στις δικές μου παραστάσεις στο ίδιο αποσκοπώ».  
Εδώ μου έρχεται αυθόρμητα στο νου ο …λαϊκός Μάνος Χατζιδάκις: «Λαϊκός είμαι, αλλά όχι με την έννοια του συνηθισμένου. Ως συμπεριφορά είμαι μεγαλοαστός. Ως καλλιέργεια είμαι ποιητής και ως βαθύτερη ιδιοσυγκρασία είμαι λαϊκός.» 
Διαβάζοντας την συνέντευξη του Λιβαθινού ψυχανεμίζομαι ότι θα ήθελε το Εθνικό Θέατρο σαν τη «Λαϊκή Αγορά» του Μάνου Χατζιδάκι ή την «Λαϊκή Αγορά» (αστικής κλίμακας έργο) του Παναγιώτη Τέτση. Η ακριβή αισθητική σε όλο της το …λαϊκό μεγαλείο. Ένα Εθνικό γεμάτο από χρώματα, μυρωδιές και ήχους, που θα καταφέρνει να εκπέμπει τη ζωντάνια του «μοντέλου». 
Και επειδή ο Λιβαθινός λέει ότι δεν ήταν γι’ αυτόν όνειρο ζωής η διεύθυνση του Εθνικού γιατί οι άνθρωποι που καθόρισαν την πορεία του ήταν άνθρωποι αφιερωμένοι στο θέατρο, ευχόμαστε να τους μιμηθεί, γενόμενος ο ίδιος μια ζώσα θεατρική ασκητική, όπου δεν υπάρχει ιδιοτέλεια, συμβατικότητα ή εκπτωτική λογική, αλλά τα πάντα και εν πάσι θέατρο για την ψυχή μας.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

ΣΤΗΝ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ ΜΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Την περασμένη Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016 το βράδυ, στην κεντρική πλατεία της Ηλιούπολης, η Δάφνη Πανουργιά στο τραγούδι και ο Γιώργος Καλκάνης στο πιάνο (και στο τραγούδι) μας παρουσίασαν ένα ξεχωριστό αφιέρωμα με τίτλο "Τραγούδια του Κόσμου", που περιλάμβανε τραγούδια από τη νότια - μεσογειακή κυρίως - Ευρώπη και από την Ελλάδα. 
Τραγούδια των Kurt Weill, Nicola Piovani, José María Cano, Ariel Ramirez, Petru Guelfucci, Μάνου Χατζιδάκι, Διονύση Σαββόπουλου, Σταύρου Ξαρχάκου, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Σωκράτη Μάλαμα κ.α. 
Σε πρώτη εκτέλεση, η Δάφνη Πανουργιά και ο Γιώργος Καλκάνης μας παρουσίασαν το τραγούδι του συνθέτη Λεωνίδα Κανάρη, διευθυντή του Δημοτικού Ωδείου Ηλιούπολης, με τίτλο «Έρημα χωριά», σε στίχους Ηλία Κατσούλη. 
Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εγκαινίων της Έκθεσης Εικαστικών Εργαστηρίων του Δήμου και διοργανώθηκε από τον «Πολιτιστικό Αθλητικό Οργανισμό του Δήμου Ηλιούπολης (Π.Α.Ο.Δ.ΗΛ.) - Γρηγόρης Γρηγορίου» με ελεύθερη είσοδο.

΄

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ "ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ" ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝ ΠΛΩ


Την Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016 το βράδυ, στο πατάρι των εκδόσεων Εν Πλω, στο κέντρο της Αθήνας, πραγματοποιήθηκε μια μουσική και ποιητική εκδήλωση με αφορμή την έκδοση του βιβλίου - cd του Άγγελου Καλογερόπουλου, με τίτλο: ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ, Ακολουθία ποιημάτων & τραγουδιών.
Γιατί ο Άγγελος Καλογερόπουλος έχει ξεκαθαρίσει ότι είναι υπέρ της μελοποιημένης ποίησης. Άρα μια εκδήλωση μουσική ποιητική, επειδή η ποίηση δεν διαβάζεται μόνο αλλά ακούγεται κιόλας, και τα τραγούδια δεν ακούγονται μόνο αλλά διαβάζονται επίσης… 
Εκτός από τον ποιητή και μουσικό Άγγελο Καλογερόπουλο συμμετείχαν οι: 
Χρίστος Τσιαμούλης, ούτι 
Καίτη Κουλλιά, τραγούδι 
Γιώργος Καλκάνης, τραγούδι - πιάνο 


Οι παραπάνω μουσικοί, μαζί με τους Βασίλη Καπανίκη, κιθάρα και Δημήτρη Κωστή, κόρνο, συμμετείχαν και στην ηχογράφηση των τραγουδιών του Άγγελου Καλογερόπουλου, τα οποία περιλαμβάνονται στο cd που υπάρχει ως ένθετο στην έκδοση Ανακομιδή. 
Ο Άγγελος Καλογερόπουλος είναι φιλόλογος, ποιητής, δοκιμιογράφος, μουσικός. Υπηρετεί με συνέπεια και αφοσίωση όλες του τις ιδιότητες, πάντοτε προς την αλήθεια προσβλέπων. 
Η Ανακομιδή αποτελεί μία ακόμα κατάθεση και συμβολή του Άγγελου Καλογερόπουλου στην μελοποιημένη ποίηση, η οποία μας ενδιαφέρει για το ήθος που εκπέμπει.


Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

"ΙΚΕΤΗΡΙΑ" ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΡΙΖΟΥ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (ΦΩΤΟ)


Την περασμένη Τρίτη 28 Ιουνίου το βράδυ, στο θέατρο του Νέου Κόσμου παρουσιάστηκε το νέο βιβλίο του Παναγιώτη Ρίζου ΙΚΕΤΗΡΙΑ (Εκδόσεις Παπαδόπουλος). 
Παρά το ...άγριο χαλάζι, πολύς κόσμος προσήλθε και παρακολούθησε με προσήλωση την όλη εκδήλωση. 
Για το βιβλίο μίλησε ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Παπαγεωργίου, ενώ η εικαστικός Χριστίνα Κάλμπαρη αναφέρθηκε στα εξαιρετικά σχέδια που έφτιαξε για το βιβλίο και τα οποία προβάλλονταν καθ' όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης στη σκηνή. 
Διηγήματα από το βιβλίο διάβασε με σαγηνευτικό τρόπο η ηθοποιός Λουκία Πιστιόλα.  
Πλαισιώσαμε μουσικά την εκδήλωση φίλοι από παλιά και νεώτεροι του συγγραφέα Παναγιώτη Ρίζου: 
Δάφνη Πανουργιά, Ιωάννα Κάππου και Παναγιώτης Ανδριόπουλος στο τραγούδι, Παναγιώτης Κανελλόπουλος στο μαντολίνο, Ειρήνη Μπόνη στην κιθάρα και ο Roni Bou Saba, ο οποίος απήγγειλε στα αραβικά ένα απόσπασμα από το διήγημα ΙΚΕΤΗΡΙΑ, το οποίο μετέφρασε από τα ελληνικά ειδικά για την εκδήλωση. Το συγκεκριμένο διήγημα διάβασε ο ίδιος ο συγγραφέας. 


"Ο ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΝΗΤΩΝ": Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Κείμενο - φωτογραφίες του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Παρουσιάστηκε το βράδυ της 30ής Ιουνίου 2016 στο νέο κτήριο των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης στην Αθήνα (Θουκυδίδου 4 στην Πλάκα), το νέο βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, «Ο στεναγμός των πενήτων» που κυκλοφορεί από τη σειρά «Προοπτικές» των Πανεπιστημιακών εκδόσεων Κρήτης, με δοκίμια για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. 
Στην όντως υψηλού επιπέδου εκδήλωση, με την παρουσία ενός μυημένου, θα έλεγα κοινού, μίλησαν για το βιβλίο ο Γιάννης Δημητρακάκης, Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ο Μανόλης Παπουτσάκης, Διευθυντής του περιοδικού Δελτίο Βιβλικών Μελετών, και ο Κώστας Σπαθαράκης, Εκδότης. 
Ο Ζουμπουλάκης δανείζεται τον τίτλο του βιβλίο του από το Ψαλτήριο του Δαβίδ: «ἀπὸ τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ ἀπὸ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων, νῦν ἀναστήσομαι, λέγει Κύριος· θήσομαι ἐν σωτηρίῳ, παῤῥησιάσομαι ἐν αὐτῷ (Ψαλμός 11, 6). Πρόκειται για έναν ψαλμικό στίχο στίχο που άρεσε στον σκιαθίτη κοσμοκαλόγερο και ο μελετητής φωτίζει την «φιλόπτωχο» γραφή του. 


«Οι φτωχοί και κατατρεγμένοι, οι αδύναμοι και οι ευάλωτοι» είναι οι άνθρωποι του τονίζει ο συγγραφέας στον πρόλογο. Ούτως ή άλλως ο Σταύρος Ζουμπουλάκης είναι …ειδικός στον ανθρώπινο πόνο και ως εκ τούτου τον αγγίζει ιδιαίτερα το θέμα του πόνου. Ο κόσμος των πενήτων, των φτωχών και κατατρεγμένων, των αδύναμων και ευάλωτων ανθρώπων, είναι σίγουρα ο κόσμος του Παπαδιαμάντη. Μήπως δεν είναι, άραγε, και ο σημερινός κόσμος μας, στην Ελλάδα της κρίσης; Ο αλάλητος στεναγμός των πενήτων αντηχεί μέσα στα διηγήματά του κυρ Αλέξανδρου. 
Γιατί ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνο ο ηθογράφος ή ο γνήσιος χριστιανός. Είναι και ο υπερασπιστής των φτωχών. Ο διηγηματογράφος των βασανισμένων. Ο χρονογράφος των πασχόντων.
Μελετητής του μεγάλου διηγηματογράφου, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, τον οποίο κατατάσσει στην «ιερή τριανδρία της ευρωπαϊκής διηγηματογραφίας» μαζί με τον Τσέχωφ και τον Μοπασάν, απαντά στο ερώτημα που τίθεται συχνά σιωπηρώς, γιατί δηλαδή να διαβάζουμε Παπαδιαμάντη, αναλύει και διαφωνεί με την απόρριψή του από τον Κ.Θ. Δημαρά, εξετάζει τον Παπαδιαμάντη του Ζήσιμου Λορεντζάτου, προσεγγίζει κριτικά, αλλά όχι πάντα αρνητικά, τη μετάφρασή του «για παιδιά και νέους», συστήνει την εκκλησιαστική του αρθρογραφία. 


Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν και οι σκέψεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη για την μετάφραση της Παπαδιαμαντικής γλώσσας. 
Τις άκουσα από τον ίδιο το 2011, στο πλαίσιο του Γ' Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, το οποίο διοργάνωσε η Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και είχε ως θέμα: "Ο Παπαδιαμάντης μεταφράζων και μεταφραζόμενος". 
«Ο διευθυντής της Νέας Εστίας Σταύρος Ζουμπουλάκης ήταν και πάλι καίριος και ουσιαστικός. Ο Ζουμπουλάκης είτε με θεολογικά θέματα καταπιάνεται είτε με φιλολογικά είτε με λογοτεχνικά, έχει το χάρισμα να σε μυεί στο θέμα του με μια αβίαστη πειθώ και σε κάνει να συνειδητοποιείς το Ελυτικόν: "Μάθε να προφέρεις σωστά την πραγματικότητα". 
Ανέπτυξε το θέμα: "Το ζήτημα της μετάφρασης του Παπαδιαμάντη στη δημοτική και οι Έλληνες λογοτέχνες". Με ισχυρή τεκμηρίωση μας κατέδειξε την μεταφραστική προσπάθεια Ελλήνων λογοτεχνών πάνω σε διηγήματα του Σκιαθίτη, και κατέληξε στη δική του πρόταση, αρκετά ρεαλιστική νομίζω, για τον Παπαδιαμάντη στη μέση εκπαίδευση: Στο δημοτικό να υπάρχει αντικριστά το κείμενο του Παπαδιαμάντη με την απόδοσή του στη νεοελληνική. Στο γυμνάσιο και το λύκειο το πρωτότυπο με υποσέλιδες σημειώσεις για ολόκληρες φράσεις κι όχι απλώς ένα γλωσσάρι, που δεν θα δίνει στον μαθητή την ακεραιότητα μιας δυσνόητης λόγιας φράσης. Για τους ενήλικες ένα καλό γλωσσάρι είναι αρκετό. 


Στη συζήτηση που ακολούθησε ετέθη και το θέμα της μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων - κυρίως των αναγνωσμάτων - και ο Ζουμπουλάκης ισχυρίστηκε - ορθότατα! - ότι μιλάμε για "καρδιακή κατανόηση" των περικοπών, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν κατανοεί το νόημα μιας αποστολικής περικοπής. Το είπε, φαντάζομαι, διότι ο Απόστολος είναι δυσκολότερος από το Ευαγγέλιο ως προς την ερμηνεία, και τώρα που το σκέφτομαι απαιτεί και γερό βιβλικό εξοπλισμό, για να μνησθώ του αγαπημένου θέματος του Ζουμπουλάκη που είναι οι Βιβλικές σπουδές.» 
Αξίζουν, πραγματικά, της προσοχής μας και της μελέτης μας τα δοκίμια του Σταύρου Ζουμπουλάκη για τον Παπαδιαμάντη, καθώς ο Ζουμπουλάκης παραμένει διεισδυτικός και κριτικός, με μια ολόφρεσκη ματιά στην θεώρηση της λογοτεχνίας γενικότερα.


Related Posts with Thumbnails