Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: "ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ" (Μέρος Β')

Ο αείμνηστος καθηγητής Κ. Παπαπέτρου στο Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής,
έτσι όπως τον θυμούνται οι φοιτητές του. 

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 
ΥΠΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ 
(✝) Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 
Εἰσήγηση στὴν ἐπιστημονικὴ συζήτηση ποὺ ὀργάνωσε ἡ Ἑλληνικὴ Φιλοσοφικὴ Ἑταιρεία στὴ Μεγάλη Αἴθουσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (5 Δεκεμβρίου 1983, Ἀθήνα). Τὸ κείμενο δόθηκε πρὸς δημοσίευση στὸν τόμο ΜΖ' (2012) τῆς Ἐπετηρίδας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ. 
Β' Μέρος
Χωρὶς Θεὸ δὲν ὑπάρχει θεολογία. Μία ἄθεη θεολογία εἶναι φυσικὰ κάτι τὸ ἀδιανόητο, ἀφοῦ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκείνη ποὺ κάνει μία ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ εἶναι θεολογία. Τὸ ζήτημα, βέβαια, εἶναι πάντοτε τί εἶναι ὁ Θεός, τί σημαίνει αὐτὴ ἡ λέξη. Εἶναι ὁ Θεὸς μόνο μία θρησκευτικὴ ἔννοια ἔτσι, ὥστε, ὅταν γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο πέφτει ἡ θερμοκρασία τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, νὰ πεθαίνει καὶ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸ ψῦχος ποὺ κυριαρχεῖ στὸν χῶρο μιᾶς “πάλαι ποτὲ” φλογερῆς θρησκευτικότητας; Μήπως αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ σημαίνει ἡ θρησκευτικὴ ἔννοια γιὰ τὸν Θεό, παραμένει ἐντελῶς ἀνέπαφο ἀπὸ τὶς περιπέτειες καὶ τὴν τελικὴ τύχη ποὺ ἔχει στὴν ἱστορία ἡ θρησκευτικὴ συναισθηματικότητα; Μήπως μία θεολογία χωρὶς θρησκευτικότητα, μία ἄθρησκη θεολογία (φυσικὰ μόνο ἐκεῖ ὅπου ἡ θρησκευτικότητα, γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο, ἔπαψε νὰ ὑπάρχει) εἶναι κατ’ οὐσίαν τόσο θεολογία, ὅσο εἶναι τοὐλάχιστον καὶ ἡ θρησκευτικὴ θεολογία στὴν ἐποχὴ ποὺ ἀνθίζει, γιὰ διάφορους ἱστορικοὺς λόγους, τὸ θρησκευτικὸ βίωμα;
Ἂν ὁ ὑπερβατικὸς Θεός, ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν ἱστορία, δὲν ὑπόκειται στὸ ἐννοιολογικὸ σύστημα τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, τότε ἀκόμα καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος δὲν θὰ μπορεῖ νὰ σημαίνει καμία ἀπώλεια γιὰ τὴ θεολογία, γιὰ τὴ θετικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ ὑπερβατικό.
Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν λόγο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, καὶ γιὰ τὴν παραδεδομένη θρησκευτικὴ θεολογία, ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴν τὴν πεποίθηση πρέπει νὰ προσθέσουμε πὼς ἡ ἀλήθεια αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν λόγο τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἶναι μόνο θρησκευτικὸ γεγονός. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου, ὁλόκληρη ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός, ὅπως τὸν κατανοεῖ ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὸ θρησκευτικό του βίωμα, δὲν ζητάει μόνο τὴ θρησκευτικὴ πλευρὰ τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε μορφὴ παραδεδομένης θρησκευτικῆς θεολογίας τὸ δέχεται αὐτό. Ποτὲ ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ δὲν περιορίστηκε σ’ ἕνα μέρος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, στὸ θρησκευτικὸ μέρος. Γιὰ τὴ θρησκευτικὴ σκέψη ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ σχέση μὲ τὸν Θεό. Δὲν ὑπάρχει περιοχὴ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀδιάφορη γιὰ τὸν Θεό, ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ Θεὸς κατανοεῖται μόνο, ἢ κυρίως, μέσα ἀπὸ τὶς ἰσχύουσες θρησκευτικὲς κατηγορίες. Ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου σ’ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς ζωῆς, ὁλόκληρη δηλαδὴ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν αὐθεντικότητά της.
* * *
Ὅταν ἕνα ἰδεολογικὸ σχῆμα, ποὺ ἰσχυρίζεται πὼς εἶναι ἡ θεολογία, θεωρεῖ ὡς Θεό, ὡς ἔσχατο δηλαδὴ “σημεῖο” ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου, κάτι ποὺ εἶναι σχετικό, τότε αὐτὴ ἡ θεώρηση τοῦ σχετικοῦ ὡς τοῦ ἀπολύτου, αὐτὴ ἡ αὐθαίρετη, ὑποκειμενιστικὴ καὶ χωρὶς ἀντιστοιχία στὴν πραγματικότητα ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, προφανῶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ θεολογία, μὲ ὅσο ἔντονο, θρησκευτικὸ ἢ ἄλλο, πάθος καὶ ἂν ἰσχυρίζεται πὼς εἶναι. Καὶ δὲν μπορεῖ μία ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ νὰ εἶναι θεολογία, γιατὶ τὸ πρῶτο συνθετικὸ μιᾶς τέτοιας “θεολογίας” δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ κάτι τὸ σχετικό. Ἂν ἡ παραδεδομένη θεολογία καταφέρεται ὣς τώρα πάντοτε ἐνάντια στὴν εἰδωλολατρία, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει γιὰ τὸ θέμα μας μεγάλη σημασία, ἀφοῦ ἡ ἄρνηση αὐτὴ τῆς εἰδωλολατρίας δὲν σημαίνει σχεδὸν τίποτα ἄλλο παρὰ κατηγορηματικὴ ἄρνηση τῆς ἀπολυτοποίησης τοῦ σχετικοῦ.
Βέβαια, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιτάξει κανεὶς πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν διαθέτει τὸ ἀπόλυτο, πὼς ὅ,τι διαθέτει εἶναι τὸ σχετικό, καὶ αὐτὸ σχετικά. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, τότε ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ θεολογία; Τὸ πρόβλημα εἶναι σπουδαῖο καὶ θ’ ἄξιζε νὰ προσπαθήσουμε ἐδῶ νὰ δώσουμε μία σύντομη ἀπάντηση.
Στὴν εἰδωλολατρία (ὅλων των εἰδῶν, ὄχι μόνο τὴ στενὰ θρησκευτική), ταυτίζεται τὸ σχετικὸ μὲ τὸ ἀπόλυτο, τὸ σχετικὸ διεκδικεῖ τὴ θέση καὶ τὸ κῦρος τοῦ ἀπολύτου. Στὴ θεολογία, ἀντίθετα, τὸ σχετικὸ εἶναι τὸ μέσο γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἴδιου τοῦ σχετικοῦ, γιὰ τὴ μετάβαση τῆς συνείδησης στὸ ὑπερβατικό. Ἡ κατάφαση τοῦ σχετικοῦ στὴ θεολογία εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ διαλεκτικὴ ἄρνησή του. Τὸ σχετικὸ λειτουργεῖ ὡς τὸ σκαλί, γιὰ νὰ προχωρήσει ὁ ἄνθρωπος παραπέρα, παραπάνω, γιὰ νὰ ἀναχθεῖ ἀπὸ τὸ φαινόμενο στὸ ὑπερβατικὸ βάθος του, στὴν ἀξιολογική του, καὶ τοῦ φαινομένου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ὑπέρβαση. Τὸ ὄν, τὸ σχετικό, εἶναι γιὰ τὴ θεολογία τὸ σύμβολο γιὰ τὴν ἀναγωγὴ τῆς συνείδησης στὸ ὑπερβατικό, ποὺ εἶναι τὸ ἔσχατο δέον τῆς συνείδησης. Καὶ φυσικὰ ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ τὴν ἀληθινὴ θεολογία, γιὰ τὴν κίνηση δηλαδὴ ἐκείνη τοῦ ἀνθρώπου ποὺ θέλει νὰ φτάσει στὸν Θεό. Δὲν ἐννοοῦμε μία ὁποιαδήποτε ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, τὴν ἀπολυτοποίηση ὁποιουδήποτε ὄντος, ὁσοδήποτε ψηλὰ καὶ ἂν βρίσκεται αὐτὸ σὲ μία ἀξιολογικὴ ἱεράρχηση τῶν ὄντων, ἀφοῦ μία τέτοια ἀπολυτοποίηση τοῦ ὄντος, δηλαδὴ ἡ ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σὲ τελευταία ἀνάλυση παρὰ μία μορφὴ εἰδωλολατρίας.
Ἡ θεώρηση τοῦ σχετικοῦ ὡς τοῦ ἀπολύτου δὲν εἶναι θεολογία ἀλλὰ εἰδωλολατρία –καὶ ἡ εἰδωλολατρία εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Ἡ αὐθαίρετη ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, ἡ αὐτοθέωση, ἡ “ἰσοθεΐα” τοῦ ὄντος, ὁ σφετερισμός, ἂς ποῦμε, τοῦ θρόνου τοῦ ἀπολύτου, ποὺ εἶναι τὸ ὑπερβατικό, ἀπὸ κάτι τὸ σχετικό, ὅπως εἶναι π.χ. μία ἰδέα, μία ἰδεολογία, ἕνα σύστημα ἀξιῶν, τὸ περιεχόμενο ἑνὸς θρησκευτικοῦ βιώματος κ.λπ. –αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ θεολογία. Θεολογία εἶναι ἡ χρήση τοῦ σχετικοῦ ὡς σχετικοῦ γιὰ τὴν ὑπέρβασή του, γιὰ τὴν ἀναγωγή, τὴ μετάβαση δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ ὑπερβατικό.
Πρακτικά, ἁπλά, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι θεολογία τὸ νὰ πάρει κανεὶς ὁρισμένες ἀντιλήψεις μιᾶς ἐποχῆς ἢ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁσοδήποτε σοφοῦ, καὶ νὰ τὶς ταυτίσει μὲ τὴν ὑπερβατικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἀντίληψη εἶναι βέβαια ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ τόσο, ὅσο ἡ ἀντίληψη αὐτὴ εἶναι ἀληθινή. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται μὲ τὸν λόγο τοῦ ἀνθρώπου, ἐφόσον καὶ καθόσον ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀληθινός. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ, “ἡ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσα”, τὸ ἔργο δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία.
Σὲ ἀντίθεση πρὸς κάθε μορφὴ ἀπολυτοποίησης τοῦ σχετικοῦ, ἡ θεολογία, ἡ ἀναγωγὴ δηλαδὴ στὸ ὑπερβατικό, στὸ ἔσχατο βάθος τοῦ φαινομένου, δὲν ταυτίζεται μὲ μία μυστική, φαντασιώδη (spekulativ!) παθητικὴ θεωρία. Ἡ ἀναγωγὴ στὸ ὑπερβατικὸ βάθος τοῦ ὄντος, ἡ μετάβαση δηλαδὴ ἀπὸ τὸ δοσμένο ὂν στὸ εἶναι του, “τὸ ἀεὶ ζητούμενον καὶ ἀεὶ ἀπορούμενον” δέον του, ἀποτελεῖ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀλήθεια τῆς ἱστορικῆς δράσης του, τὸν πολιτισμό. Ἡ θεολογία δὲν εἶναι μία παθητικὴ στάση ἀπέναντι στὸν κόσμο (καὶ τὴν ἱστορία του), εἶναι ἡ πράξη ἐκείνη ποὺ ἐπιτελεῖ τὸ δέον πέρα ἀπ’ τὸ δοσμένο ὄν. Ἡ θεολογία ἢ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς ἱστορίας ἢ δὲν εἶναι θεολογία. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ (μὲ τὸν ὑπερβατικὸ στόχο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου), δὲν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ εἶναι θεολογία ὅ,τι δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀλήθεια τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας. Καὶ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια αὐτὴ εἶναι πράξη, εἶναι καὶ ἡ θεολογία πράξη.
Δὲν ὑπάρχει ἐπιμέρους ἀλήθεια στὴν ἱστορία, ἡ ὁποία νὰ μὴν εἶναι μέρος τῆς θεολογίας. Στὴ θεολογία ἀνήκει κάθε ἀλήθεια, ὄχι μόνο ἡ στενὰ θρησκευτική. Κάθε θρησκευτικὴ ἀλήθεια ἀνήκει στὴ θεολογία, ὄχι ἐπειδὴ καὶ καθόσον εἶναι θρησκευτική, ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ καθόσον εἶναι ἀλήθεια. Δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια ἔξω ἀπὸ τὴ θεολογία, οὔτε θεολογία ἔξω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ θεολογία συμπίπτουν. Ὅπου παρατηρεῖται διαφορὰ ἀνάμεσά τους, ἐκεῖ ἢ ἡ “ἀλήθεια” δὲν εἶναι ἀλήθεια, ἢ ἡ “θεολογία” δὲν εἶναι θεολογία, ἤ, συνηθέστερα, τὸ συναμφότερο. Βέβαια, πολλὲς φορὲς ἡ θεολογία περιορίζεται στὶς διαστάσεις τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, ἐνῶ οἱ ἄλλες περιοχὲς τῆς ζωῆς τοποθετοῦνται ἔξω ἀπὸ τὴ θεολογία. Πολλοί, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ λένε πὼς ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴ θεολογία, ἐπιμένουν νὰ διαπράττουν αὐτὸ τὸ λάθος, ἀκόμα καὶ ὅταν τὸ θρησκευτικὸ βίωμα ἔχει, γιὰ διάφορους λόγους, ὑποχωρήσει σὲ ἐντελῶς δευτερεύουσα θέση ἢ εἶναι σχεδὸν ἀνύπαρκτο. Σὲ μία τέτοια περίπτωση θὰ ὑπάρχει ἀσφαλῶς διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ θεολογία καὶ τὴ φιλοσοφία, εἴτε ἡ φιλοσοφικὴ σκέψη εἶναι φορέας τῆς ἀλήθειας, εἴτε ὄχι. Ἂν ὁ Θεὸς εἶναι, ὅπως εἴπαμε, μία θρησκευτικὴ ἔννοια ὡς πρὸς τὴν προέλευσή της καὶ τὸ ἀρχικό της περιεχόμενο, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὑπόκειται στὶς παραδεδομένες θρησκευτικὲς κατηγορίες, ὅπως εἶναι ἐκεῖνες τοῦ μύθου ἀρχικὰ καὶ τῆς δογματιστικῆς μεταφυσικῆς στὴ συνέχεια.


Ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ἔσχατο σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ μιᾶς μεταφυσικῆς ποὺ δὲν θέλει νὰ εἶναι οὔτε μυθολογική, οὔτε δογματιστική, οὔτε κατ’ ἀνάγκη θρησκευτική, ἀλλὰ πέρα γιὰ πέρα κριτική. Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μεταφυσική; Ἂν δὲν ὑπάρχει, τότε ἡ πρώτη καὶ ὕψιστη ἀνάγκη εἶναι ἐδῶ καὶ τώρα νὰ τὴν σχεδιάσουμε. Ἡ ἐποχή μας – μία μὴ μεταφυσικὴ ἐποχὴ – δὲν ἔχει καμία μεγαλύτερη καὶ πιὸ ἐπείγουσα ἀνάγκη ἀπὸ μία μεταφυσικὴ ποὺ θὰ ἀντέχει σὲ κάθε κριτικὴ καὶ θὰ νοηματοδοτεῖ σήμερα τὴν ἱστορία. Ἂν οἱ παραδεδομένες μορφὲς μεταφυσικῆς – καὶ κυρίως ἡ θρησκευτικὴ – ἔπαψαν νὰ ἰσχύουν, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἐξαλείφθηκε ἡ διαχρονικὴ καὶ ἀσίγαστη μεταφυσικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε ὅτι πέθανε ὁριστικὰ ἡ δυνατότητα τῆς μεταφυσικῆς.
Ἂν ὁ Θεὸς νοεῖται σὰν ἕνα ὂν (σὰν μία μυθολογικὴ παράσταση ἢ σὰν ἡ κορυφὴ ἑνὸς δογματιστικοῦ θρησκευτικοῦ ἐννοιολογικοῦ συστήματος), τότε τὸ ὂν αὐτὸ μπορεῖ κάποτε νὰ πεθάνει. Τὸ λάθος δὲν βρίσκεται στὸν θάνατο ἑνὸς κατ’ ἀρχὴν μελλοθάνατου ὄντος, ὅπως ἴσως φοβᾶται μία συντηρητικὴ θρησκευτικὴ νοοτροπία, ἀλλὰ ἔγκειται στὴν προηγηθεῖσα ταύτιση τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ μὲ ἕνα θνητὸ ὄν, δηλαδὴ στὴ διαπραχθεῖσα εἰδωλολατρία. Ἐκεῖνο ποὺ θέλει ἡ θρησκευτικὴ ἔννοια τοῦ Θεοῦ πραγματικὰ νὰ σημάνει, δὲν πεθαίνει, ὅταν πεθαίνει ἡ σχετικὴ θρησκευτικὴ ἔννοια ἢ καὶ ἡ ἴδια ἡ θρησκευτικότητα. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο θρησκευτικός, δὲν εἶναι μόνο περιεχόμενο τῆς θρησκευτικότητας, ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση ποὺ δεχθεῖ κανεὶς πὼς ἡ θρησκευτικότητα εἶναι ἡ ἀξιολογικὰ κορυφαία ποιότητα τοῦ ὑποκειμένου. 
Ὁ Θεὸς καὶ ὡς νόημα εἶναι “id, quo majus cogitari nequit”. Τὸ ξεπερασμένο νόημα (ὅπως εἶναι π.χ. ἐκεῖνο μιᾶς, ἀπὸ νοητικὴ ἄποψη, ἁπλοϊκῆς θρησκευτικότητας ἢ ἡ κορυφαία ἔννοια ἑνὸς ξεπερασμένου δογματιστικοῦ συστήματος) δὲν εἶναι οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο γιατὶ ἕνα τέτοιο νόημα εἶναι ξεπερασμένο, ἀλλά, καὶ αὐτὸ εἶναι βασικότερο, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀνεικόνιστος κατ’ ἀρχήν, ἀφοῦ εἶναι τὸ ὑπερβατικὸ τοῦ ἀνθρώπινου λόγου.
Ὁ Θεὸς ὡς περιεχόμενο τῆς ἀνθρώπινης νόησης, θρησκευτικῆς ἢ ὄχι, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ὑπερβατικὸς Θεός. Ὁ Θεὸς εἶναι μία ἔννοια, φυσικὰ ὄχι μόνο θρησκευτική, γιὰ νὰ σημάνει τὸ παραπέρα ἀπὸ ὅ,τι κορυφαῖο, ἀπὸ ἀξιολογικὴ ἄποψη, διαθέτει σὲ κάθε στιγμή του ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ἔννοια αὐτὴ λειτουργεῖ στὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασης τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἡ δύναμη ἐκείνη ποὺ κάνει τὴν αὐθυπέρβαση αὐτὴ δυνατὴ καὶ πραγματικὴ χωρὶς νὰ ἐξαντλεῖται μὲ τὸ ὁσοδήποτε ὑψηλὸ ἀξιολογικὸ-ὀντολογικὸ ἐπίτευγμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ κάθε φορὰ σημαίνει τὸ παραπέρα. Ἡ ἔννοια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὡς ἔν-νοια δὲν συμπίπτει μὲ τὸν ὑπερβατικὸ Θεό, ἀποτελεῖ τὴν ἐμπροσθοφυλακὴ τῶν νοημάτων τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία του πρὸς τὸ ὑπερβατικό. Μία τέτοια ἔννοια δὲν ἔχει μόνο ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος, ἀλλὰ κάθε ἄνθρωπος ὡς ἄνθρωπος στὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασής του, μόνο ποὺ στὴν περίπτωση τοῦ ἄθρησκου ἀνθρώπου ἡ ἔννοια αὐτὴ –δικαιολογημένα ἢ ἀδικαιολόγητα – δὲν εἶναι θρησκευτική. Δὲν πρόκειται ἁπλὰ γιὰ ἕνα αἴτημα τοῦ πρακτικοῦ λόγου ( Κ a n t ), ἀλλὰ γιὰ ἕνα γεγονὸς ἐμπειρικὰ διαπιστώσιμο καὶ ἀπὸ κάθε ἔποψη ἀδιαμφισβήτητο, ποὺ διέπει κάθε ἄνθρωπο, κάθε ἀπόπειρα, παρελθοῦσα, παροῦσα ἢ μέλλουσα, μεταφυσικῆς κατανόησης τοῦ κόσμου, ὁσοδήποτε κριτικῆς. Ἂν ἀπελευθερώσουμε τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ὁρισμένες ξεπερασμένες θρησκευτικές, μυθολογικὲς καὶ δογματιστικὲς κατηγορίες, τότε αὐτὴν τὴν καθαρότερη, ὡς πρὸς ὁρισμένους κληρονομημένους ἀνθρωπομορφισμούς, ἔννοια γιὰ τὸν Θεὸ τὴν συναντᾶμε παντοῦ ὅπου τελεῖται ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ δέουσα σχέση του πρὸς τὸ ὑπερβατικό, πρὸς τὸ εἶναι, πρὸς τὸ ὅλο. Αὐτὴ ἡ ἔννοια εἶναι ἡ δύναμη καὶ ὁ ὁδηγὸς τοῦ ἀνθρώπου στὴν αὐθυπέρβασή του, στὴ δημιουργία τοῦ πολιτισμοῦ, στὴν πραγμάτωση τῆς ἀλήθειας του.
Νομίζω ὅτι ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψη μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὴ σχέση Θεοῦ καὶ λόγου.
* * *
Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου. Αὐθεντικότητα τοῦ λόγου εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἀναγωγὴ τοῦ σχετικοῦ στὸ ἀπόλυτο, τοῦ μέρους στὸ ὅλο, τοῦ ὄντος στὸ εἶναι. Ὁ λόγος μετέχει τοῦ Θεοῦ ὅταν εἶναι ἀληθινός. Ἡ μετοχὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ λόγος εἶναι ἀληθινὸς ὅταν εἶναι λόγος, καὶ φυσικὰ δὲν εἶναι ἡ θρησκευτικότητα ἐκείνη ποὺ κάνει τὸν λόγο νὰ εἶναι λόγος. Ἡ λειτουργία τοῦ λόγου ὡς λόγου, δηλαδὴ ἡ λειτουργία τοῦ λόγου στὴν αὐθεντικότητά του, τὸ γεγονὸς δηλαδὴ τῆς ἀλήθειας τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς μετοχῆς τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ, τὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασης τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ποὺ νὰ εἶναι λόγος καὶ νὰ εἶναι ἄθεος. Ὁ ἄ-θρησκος λόγος, ποὺ μὲ τὸ νὰ εἶναι ἄ-θρησκος δὲν παύει ἀναγκαστικὰ νὰ εἶναι καὶ λόγος, δὲν εἶναι ἄθεος, ἀκόμα καὶ ὅταν ἀρνεῖται τὴ λέξη Θεός, ἂν δηλαδὴ κάτω ἀπ’ αὐτὴν τὴ λέξη βλέπει μόνο ἕνα ξεπερασμένο θρησκευτικὸ νοηματικὸ περιεχόμενο. Αὐτὸ ποὺ ἀρνεῖται ὁ ἄθρησκος λόγος δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ μία, γι’ αὐτὸν ξεπερασμένη, θρησκευτικὴ ἔννοια τοῦ Θεοῦ. Ἄθεος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος παύει νὰ εἶναι λόγος. Ἀθεΐα εἶναι οὐσιαστικὰ ὄχι ἡ ἁπλὴ ἄρνηση τῆς λέξης Θεὸς ἢ ἑνὸς ξεπερασμένου θρησκευτικοῦ νοηματικοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ ἡ ἄρνηση τῆς σχέσης τοῦ λόγου μὲ τὸ ὑπερβατικό, δηλαδὴ ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ λόγου, μὲ ἄλλα λόγια τὸ κακὸ μέρος τῆς ἱστορίας –σύμφωνα μὲ τὴν ἀξιολογικὴ κρίση τῆς καθολικῆς συνείδησης.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε, χωρὶς ἴσως καμία οὐσιαστικὴ ἀντίρρηση ἀπὸ ὁποιαδήποτε πλευρά, πὼς ἡ φιλοσοφία μὲ τὸν κριτικὸ λόγο (μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα τῆς πραγματικότητας) ζητάει νὰ φτάσει στὴν ἔσχατη ἀλήθεια τοῦ κόσμου, σ’ αὐτὸ ποὺ προσπαθεῖ νὰ φτάσει καὶ ὁ θρησκευτικὸς στοχασμὸς μέσα ἀπὸ τὰ δεδομένα τοῦ θρησκευτικοῦ του βιώματος. Ἡ φιλοσοφία προσπαθεῖ νὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ τὸ νὰ γίνει ἡ ἀληθινὴ μεταφυσικὴ τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ θέλει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀληθινὴ θεολογία. 
Ὁ ἔσχατος στόχος τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς ἔννοιας Θεός, ὅταν αὐτὸ τὸ περιεχόμενο δὲν τὸ ὑποτάξουμε στὶς θρησκευτικὲς κατηγορίες μὲ τὶς ὁποῖες ξεκίνησε τὴν ὀντολογική του προσπάθεια ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅταν τὸ ἀναζητήσουμε μὲ ὅ,τι καλύτερο διαθέτουμε.
Γιὰ τὴν παραδεδομένη ὀρθόδοξη θεολογία, ὁ Θεὸς “καθ’ ἑαυτὸν” εἶναι ἀπόλυτα ὑπερβατικός, καὶ ὁ ἄνθρωπος “μετέχει τοῦ Θεοῦ” μὲ τὸ νὰ ἀνεβεῖ στὴν ἀξιολογικὴ κορυφή του, μὲ τὸ νὰ γίνει δηλαδὴ ἀληθινός. Ἀπὸ τὴ μεριά της πάλι ἡ φιλοσοφία δὲν ἀποβλέπει πουθενὰ ἀλλοῦ, παρὰ στὴν ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀληθινή, τὴν πέρα γιὰ πέρα κριτική, μεταφυσική του.
Ἡ ταυτότητα θεολογίας καὶ φιλοσοφίας θεωρεῖται ἔτσι σὰν ἕνας τελικὸς στόχος ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς θεολογίας ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς φιλοσοφίας ἀπὸ τὴν ἄλλη.
Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ συνείδηση τῆς ζωῆς καὶ ζητάει τὴν ἀλήθεια τοῦ κόσμου στὸ ὅλο της. Τὸ ἴδιο θέλει νὰ εἶναι καὶ ἡ θεολογία. Δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια, ποὺ τὴν ἐπιτυγχάνει εἴτε ἡ φιλοσοφία εἴτε ἡ ἐπιστήμη εἴτε ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐπίδοση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ νὰ μὴν εἶναι ταυτόχρονα, εἴτε ὡς φιλοσοφική, εἴτε ὡς ἐπιστημονικὴ κ.λπ. ἀλήθεια, καὶ ἀλήθεια θεολογική. Ἡ ἀπαίτηση τῆς θεολογίας, ὅτι εἶναι ἡ ἀλήθεια, σημαίνει φυσικὰ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεολογία ὅ,τι ἀποδεικνύεται μὲ τὴν κριτικὴ ὡς ἀναλήθεια. Μία “θεολογία”, ποὺ ἀρνεῖται μία ἐπιμέρους ἢ μία γενικότερη φιλοσοφική, ἐπιστημονικὴ κ.λπ. ἀλήθεια, δὲν εἶναι μία θεολογία ἄξια τοῦ ὀνόματός της. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ταυτότητα φιλοσοφίας καὶ θεολογίας. Δὲν ὑπάρχουν ἀλήθειες ποὺ νὰ εἶναι ἐπιτεύγματα μιᾶς ἐπίδοσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ ταυτόχρονα νὰ τὶς ἀρνεῖται μία ἄλλη ἐπίδοση τοῦ ἀνθρώπου, χωρὶς αὐτὴ ἡ ἄλλη “ἐπίδοση” νὰ εἶναι ἀλλοτρίωση. Ἀλλοτρίωση εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς ἀλήθειας, καὶ αὐτὸ δὲν θέλει νὰ εἶναι οὔτε ἡ φιλοσοφία οὔτε ἡ θεολογία. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ δέχεται ἕνα ψεῦδος ἢ κάτι τὸ ἱστορικοπνευματικὰ ξεπερασμένο καὶ ταυτόχρονα νὰ ἰσχυρίζεται πὼς ἀποδεχόμενος αὐτὸ τὸ ψεῦδος κάνει θεολογία ἢ φιλοσοφία. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ἡ θεολογία, ἡ ἀληθινή, ὅπως καὶ ἡ φιλοσοφία, δὲν ἀρνεῖται τὴν κριτική, ἀλλὰ τὴν ἐπιζητεῖ, ἀφοῦ ἡ κριτικὴ εἶναι σήμερα ἡ μέθοδος γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀλήθεια.
Μιλᾶμε ἐδῶ γιὰ μία ταυτότητα φιλοσοφίας καὶ θεολογίας ποὺ ἐπιτελεῖται ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου, ποὺ λειτουργεῖ καὶ σ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε φιλοσοφία καὶ σ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε θεολογία. Ἡ ταυτότητα αὐτὴ φιλοσοφίας-θεολογίας βρίσκεται στὸ τέλος τοῦ φιλοσοφικοῦ καὶ θεολογικοῦ στοχασμοῦ. Καθ’ ὁδὸν ὅμως ὑπάρχουν πολλά, πάρα πολλὰ προβλήματα καὶ γιὰ τὴ λύση αὐτῶν τῶν προβλημάτων ἀγωνιζόμαστε. Ἡ ἀλήθεια δὲν βρίσκεται οὔτε στὴ θέση οὔτε στὴν ἄρνηση, ἀλλὰ στὴ σύνθεση –μία σύνθεση ποὺ δὲν ἔχει τίποτα νὰ κάνει μὲ τοὺς διάφορους ὕποπτους, καὶ βασικὰ ἰδιοτελεῖς, συμβιβασμούς.

π. Γεράσιμος Φραγκουλάκης: ΟΙ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΙΑΣ "ΕΝΩΣΗΣ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ!


Με το να μη γίνει η πολυδιαφημισμένη "ένωση" της Ρωμαιοκαθολικής με την Ορθόδοξη Εκκλησία, ορισμένοι που πραγματικά την επιθυμούσαν, γιατί θα αποτελούσε βούτυρο στο ψωμί τους, έχουν γίνει έξαλλοι. 
Ποιος ξέρει πόσα στρέμματα κειμένων είχαν γράψει για να κατηγορήσουν και να αναθεματίσουν και ο κόπος τους πήγε χαμένος. Όπως έχουμε ξαναγράψει ο Οικουμενικός Πατριάρχης τους χάλασε τη σούπα. Γι’ αυτό και ωρύονται. Ήταν σίγουροι, το διατυμπάνιζαν με όλα τα μέσα που διαθέτουν. Μιλούσαν μετά βεβαιότητος για το "ξεπούλημα" της Ορθοδοξίας. Αφού είδαν ότι δεν έγιναν τα πράγματα έτσι άλλαξαν μετά σκοπό. Οδηγήθηκαν στην παράνοια και στην ανοησία. Έχουν γράψει πολλά φαιδρά και "χαριτωμένα". Μέσα σ’ αυτά τα κείμενά τους μπορεί να διακρίνει κανείς όλη τη χριστιανική αγάπη τους. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν κάλλιστα κατηχητικά κείμενα, για όσους πρόκειται να στρατολογηθούν από τζιχαντιστές. Το τι μίσος εκπέμπουν δεν περιγράφεται. Όποιον πιάσουν στην πένα τους τον χτυπούν σαν χταπόδι. Αφήνουν υπονοούμενα, κατασκευάζουν σαχλά λογοπαίγνια με το όνομά του, την ιδιότητά του, την καταγωγή του, διακωμωδούν την εμφάνισή του και άλλα πολλά "χριστιανικά". Χρησιμοποιούν και χωρία από τους Πατέρες για να κατηγορήσουν τον οικουμενικό διάλογο. Λες και είναι κανένας αντίθετος με τους Πατέρες. 
Κόπτονται γιατί διαλεγόμαστε με τους άλλους. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν φοβούμαστε το διάλογο από τη μια και διότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να θέσουμε τον λύχνον "υπό τον μόδιον", από την άλλη. Όπως αναφέρεται στην Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 21 Φεβρουαρίου 2010 "Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν φοβείται τον διάλογον, διότι και η αλήθεια δεν τον φοβείται. Αντιθέτως, εάν η Ορθοδοξία κλεισθεί εις τον εαυτόν της και δεν διαλέγεται με τους εκτός αυτής, όχι μόνον θα αποτύχη εις την αποστολήν της, αλλά και θα μετατραπεί από «καθολική» και «κατά την οικουμένην» Εκκλησία που είναι, εις μίαν εσωστρεφή και αυτάρεσκον ομάδα, εις ένα «γκέττο» εις το περιθώριον της ιστορίας. Διά τον λόγον αυτόν και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας ουδέποτε εφοβήθησαν τον διάλογον με τον πνευματικόν περίγυρον της εποχής των, ακόμη και με τους ειδωλολάτρας φιλοσόφους των χρόνων των, και με τον τρόπον αυτόν επηρέασαν και διεμόρφωσαν τον πολιτισμόν της εποχής των και μας παρέδωσαν μίαν Εκκλησίαν αληθινά οικουμενικήν". 
Όμως τι γράφω τώρα, σιγά μην ακούσουν τα λόγια του Πατριάρχη. Αφού αυτός είναι το πρόβλημά τους, αυτόν αποδεδειγμένα εχθρεύονται. Ή νομίζουν πως είναι πιστευτά αυτά τα γλυκανάλατα που γράφουν, ότι δήθεν σέβονται και αγαπούν τον Πατριάρχη, διαφωνούν όμως με κάποιες δραστηριότητές του. Ο σεβασμός και η αγάπη τους επιβάλλει να τον βρίζουν, χρησιμοποιώντας ορισμένοι εκφράσεις υπόκοσμου; Τι αιρετικός, τούρκος και άλλα που ντρέπομαι να γράψω. Εδώ βρέθηκε Ιεράρχης να τον αποκαλέσει «Ερντογάν 2». Ελπίζω τουλάχιστον η εκστόμιση αυτού του χαρακτηρισμού να οφείλεται στο προβεβηκώς της ηλικίας και όχι στο περιεχόμενο της καρδίας του. Αφού είδαν κι απόειδαν λοιπόν ότι δεν εκπληρώθηκε η προφητεία τους κατέφυγαν σε άλλου είδους τεχνάσματα. Κάποιοι για να παρηγορηθούν έγραψαν ότι τελικά στο Φανάρι του Αγίου Ανδρέου έγινε «ημισυλλείτουργο»! (εδώ χρειάζονται πολλά θευμαστικά!) Κάποιοι άλλοι κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο Καταγγελία εναντίον της «Νέας Εκκλησιολογίας του Οικουμενικού Πατριάρχου» και καλούν τους αναγνώστες τους να υπογράψουν ηλεκτρονικά. Κοκορεύονται μάλιστα ότι έχουν υπογράψει ήδη έξ μητροπολίτες και κάποιοι κληρικοί και λαϊκοί. Και τι μ’ αυτό; Μιλούν για εκκλησιολογία οι ανεκκλησίαστοι υπό την έννοια ότι την Εκκλησία την γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια. Για την εκκλησιολογία ποιας εκκλησίας κόπτονται; Μα φυσικά της δικής τους εκκλησίας, αυτήν που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι και αφορά μόνο τον εαυτό τους! Μιλούν για εκκλησιολογία εκείνοι που νομιμοποιούσαν αφορισμένους ως ιεροκήρυκες! Εκείνοι που αναγνωρίζουν τους καταληψίες της Μονής Εσφιγμένου ως κανονική αδελφότητα! Εκείνοι που προπορεύονται της Εκκλησίας και ως μη ανήκοντες σε αυτήν, ορίζουν επισήμως εορτασμούς Οικουμενικών Συνόδων! Εκείνοι που κόπτονται για δήθεν παρεμβάσεις στην Εκκλησία της Ελλάδος και επεμβαίνουν ωμά στα εσωτερικά άλλων Εκκλησιών αναγνωρίζοντας και στηρίζοντας καθηρημένους, ακόμα και αρχιερείς. Έχουν επιλύσει όλα τα προβλήματα στην περιοχή τους και γι’ αυτό ασχολούνται με τα προβλήματα άλλων περιοχών. Το έχουμε ξαναγράψει και το επαναλαμβάνουμε: "Έχετε αντιληφθεί, ιδίως οι μητροπολίτες, ότι στην Ελλάδα σε διάφορες περιοχές και κατ’ επέκταση και στις δικές σας φυτρώνουν σαν μανιτάρια οι διάφοροι "ευκτήριοι οίκοι;" Απ’ αυτούς προφυλάξτε τους Ορθοδόξους. Απ’ αυτούς κινδυνεύουν και όχι από τους λεγόμενους από εσάς "οικουμενιστές", πολύ δε περισσότερο από τον Οικουμενικό Πατριάρχη! 
Μετά και το άλλο. Σκέφθηκαν όλοι αυτοί οι άγιοι αρχιερείς ότι με την υπογραφή τους εφόσον είναι μητροπολίτες, φέρνουν σε δύσκολη θέση τους κληρικούς τους; Ότι τους ασκούν με αυτό τον τρόπο μια ιδιότυπη πίεση και πιθανό εξαναγκασμό; Τι είδους εκκλησιολογία είναι αυτή που αναγορεύει εαυτούς εις εκκλησίαν. Από την μια "τον Πάπα να καταράσθε" και από την άλλη ενεργείτε ως Πάπες διεκδικώντας το αλάθητο για τους εαυτούς σας! 
Ξέρω ότι θα ακούσω πάλι τα "εξ αμάξης". Θα βρεθούν πάλι κάποιοι να πουν και να γράψουν γελοιωδώς ότι είμαι γλείφτης του Πατριάρχου και άλλα ευτράπελα. Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι γλείψιμο η μη αποδοχή των όσων απαράδεκτων γράφετε για τον πνευματικό Πατέρα των Ορθοδόξων και επομένως κι εμένα. Είναι ο Πατριάρχης του Γένους και κατ’ επέκταση και δικός μου. Κόψτε λοιπόν τις κακοήθειες. 
Και να ξέρετε και τούτο. Όλοι εμείς που βρισκόμαστε υπό την άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Ορθοδόξους ορθοδόξως διακονούμε και Ορθοδοξία κηρύττουμε. Αυτό βεβαιώνουν και οι εκατοντάδες των Ορθοδόξων στις περιοχές μας, που προέρχονται από άλλα δόγματα και θρησκεύματα. Αν είχαμε γίνει ένα όπως αστήρικτα υποστηρίζετε, δεν θα υπήρχε λόγος να κάνουμε Ορθοδόξους τους προσερχόμενους Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες. Δεν έχω την παραμικρά ελπίδα ότι θα καταλάβετε, όμως μην νομίζετε κιόλας ότι τρώμε κουτόχορτο και δεν καταλαβαίνουμε τον προσωποπαγή χαρακτήρα της δήθεν αγωνιστικότητάς σας! 
Αρχιμανδρίτης, Γεράσιμος Φραγκουλάκης 
Αννόβερο-Γερμανίας

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

"Ο Ρινόκερος κι η Ρήνα" από την Ιουλίτα Ηλιοπούλου σε μουσική Γιώργου Κουρουπού


Την Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014 το πρωί στο Ίδρυμα Θεοχαράκη απολαύσαμε το παραμύθι της Ιουλίτας Ηλιοπούλου "Ο Ρινόκερος κι η Ρήνα". 
Ένα παραμύθι από το βιβλίο ΑΛΛΟ και ΤΟΥΤΟ! (με τρεις αλλιώτικες ιστορίες) που στοχεύει στη αποδοχή του διαφορετικού, στην σημασία, όχι της εξωτερικής, αλλά της εσωτερικής συγγένειας και επικοινωνίας, ενώ επιδιώκει να εξοικειώσει τα παιδιά στην ποιητική έκφραση με ρυθμούς και ρίμες.
Η θεατρική αφήγηση την οποία έκανε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, συνδυάστηκε με πρωτότυπα τραγούδια του συνθέτη Γιώργου Κουρουπού ειδικά γραμμένα για την παράσταση.
Τραγούδησαν η Δάφνη Πανουργιά και ο Βασίλης Γισδάκης, ενώ στο πιάνο ήταν ο Πέτρος Μπούρας.
Τα εικαστικά επιμελήθηκε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Μια απολαυστική ...παραμυθένια παράσταση για μικρά και ...μεγάλα παιδιά, η οποία θα επαναληφθεί στο Ίδρυμα Θεοχαράκη την 1η Μαρτίου 2015, ενώ μέχρι τότε θα γίνουν και ειδικές παραστάσεις για σχολεία. 


Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

"Ο ΗΧΟΣ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ" ΣΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ TAR


Είναι πολύ σημαντικό για μένα να αποτελώ μέλος της εκλεκτής κοινότητας των αρθρογράφων του Μουσικού Διαδικτυακού Περιοδικού tar.gr 
Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς τον διευθυντή του TAR, γνωστό συνθέτη Νότη Μαυρουδή και τον webmaster, σπουδαίο κιθαριστή και συνθέτη Κώστα Γρηγορέα, για την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό μου. 
Η στήλη που δημιούργησαν για μένα έχει ως τίτλο «Ο Ήχος των Χρωμάτων» και εκεί έχουν αναρτηθεί τα δύο πρώτα κείμενά μου: 
- ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: "Ένα εξαίσιο, ξαφνικό και τολμηρό ποιητικό δείγμα από την Ακολουθία του Κοσμά του Αιτωλού" (Με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι) 
- ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΠΑΛΛΑΝΤΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ (Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μ. Παλλάντιου).


Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ


ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ
Η Ανακλαστική Διαλεκτική και τα Ματωμένα της Θραύσματα. 
ΔΟΚΙΜΙΟ, 104 σελίδες - Α' Έκδοση: 2008 
Στη μελέτη του αυτή την οποία προλογίζει ο Γιάννης Δάλλας, ο συγγραφέας Δημήτρης Ν. Λαμπρέλλης ασχολείται με τη θεματική των Χριστουγέννων στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη. Η μελέτη διαπιστώνει κατ’ αρχήν ότι τα Χριστούγεννα, και όλα όσα συνδέονται με την εορτή αυτή, στην ποίηση του Σαχτούρη δεν εμφανίζονται ως η γνωστή θρησκευτική, κοινωνική και προσωπική γιορτή χαράς, αλλά μεταμορφώνονται σε γιορτή θανάτου, όταν η ιστορική συγκυρία είναι μία συγκυρία φρίκης και θανάτου για τον άνθρωπο και την κοινωνία στην οποία αυτός ζει. Με βάση τη διαπίστωση αυτή, ο συγγραφέας παρακολουθεί στη συνέχεια τις συγκεκριμένες αιτίες αυτής της μεταμόρφωσης των Χριστουγέννων στην ποίηση του Σαχτούρη, την έκτασή της καθώς επίσης την ένταση και το βάθος της. Εξετάζει, τέλος, ο ίδιος την πρόταση του Σαχτούρη για την υπέρβαση αυτής της κυριαρχίας του τρόμου, της απελπισίας και του θανάτου σε ιστορικό, κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο: η υπέρβαση αυτή του τρόμου και του θανάτου έγκειται, σύμφωνα με την άποψη της ποίησης του Σαχτούρη, στη λυτρωτική διαμεσολάβηση της τέχνης, της ποίησης και του ίδιου του δημιουργού-ποιητή.



Μίλτος Σαχτούρης, Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών 
Στὴν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη 
Εἶναι τὰ λυπημένα Χριστούγεννα 1987
εἶναι τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναί, τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα...
Ἄ! ναὶ εἶναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Διονύσιος Σολωμὸς
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Μπουζιάνης
πόσα ὁ Σκλάβος
πόσα ὁ Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα τῶν Ποιητῶν.
Από τη συλλογή Καταβύθιση (1990)

Μίλτος Σαχτούρης, Ο νεκρός στις γιορτές 
Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει (ὁ νεκρός)

ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος
κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.
Από τη συλλογή Εκτοπλάσματα (1986)

Το έργο είναι του Βρετανού καλλιτέχνη graffiti Banksy: ο Χριστός δεν θα είχε και σήμερα τόπο για να γεννηθεί
λόγω του τείχους που έχουν υψώσει οι Ισραηλινοί.

Μίλτος Σαχτούρης, Χριστούγεννα 1948
Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου
Από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952)

                                             Μίλτος Σαχτούρης, Χριστούγεννα 1943

Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες
γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε
κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του
τρεις πεθαμένους κύκνους
και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό
οι γιορτινές μέρες έχουν ένα λείο πρόσωπο
ένα μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης
ένα αρνάκι μια σταλιά στις παγωμένες της παλάμες
ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της.

ΖΗΘΙ ΣΠΥΡΟ ΣΑΚΚΑ ΕΝΕΚΕΝ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

φώτο: Σπύρος Χαμπίπης

Τα "χρόνια πολλά" στον σπουδαίο Σπύρο Σακκά, ο οποίος ανήκει στην μυθολογία της Ιδιωτικής Οδού, με ένα βίντεο που αλιεύσαμε στο youtube. 
Προφανώς από ιδιωτική ηχογράφηση, από πρόβα (;) ο Σπύρος Σακκάς στο "Προσκλητήριο του Έποπα" σε στίχους Βασίλη Ρώτα, από τους θρυλικούς "Όρνιθες" του Μάνου Χατζιδάκι. 
Ζήθι Σπύρο Σακκά, και έντεινε και κατευοδού και βασίλευε, ένεκεν μουσικής ποιητικής και τέχνης ακριβής.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΑΝΑΤΙΚΩΝ ΙΣΤΟΛΟΓΩΝ


Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος είναι, νομίζω, ο πρώτος Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος που αποφάσισε – και πολύ σωστά! – να κινηθεί νομικά εναντίον του ιστολογίου Κατάνυξις (που έχει έδρα την Θεσσαλονίκη καθώς φαίνεται και είναι και ανώνυμο!) και ενός νεοφανούς «αντι-οικουμενιστικού» αστέρος που ακούει στο όνομα Παναγιώτης Νούνης. 
Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης δια σχετικού εγγράφου που απέστειλε ο δικηγόρος του στους ως άνω ιστολόγους, απαιτεί εντός 48 ωρών να έχουν κατεβάσει όλες τις σχετικές με αυτόν αναρτήσεις και τα σχόλια που κρίνονται συκοφαντικά, ψευδή ή ανακριβή. 
Να θυμίσω εδώ ότι και η Ιδιωτική Οδός απαίτησε κάτι ανάλογο από το ιστολόγιο Κατάνυξις τον περασμένο Απρίλιο, με αφορμή την ανάρτηση χυδαίων σχολίων, και οι διαχειριστές συμμορφώθηκαν πάραυτα. Επειδή φαίνεται όμως πως είναι …ασυγκράτητοι, πολύ καλά κάνει ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και απαιτεί αποκατάσταση. 
Όσο για τον Π. Νούνη, μόλις προχθές γράψαμε ότι του απαγορεύσαμε να χρησιμοποιεί τα ιστολόγιά μας για δικούς του σκοπούς και εκείνος μας υπέδειξε να καταφύγουμε στην δικαιοσύνη γιατί είναι και ...ατρόμητος! Μας πρόλαβε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. 
Ελπίζω την κίνηση αυτή του Σεβασμιωτάτου να μιμηθούν και άλλοι γιατί δυστυχώς αυτοί οι φανατικοί δεν καταλαβαίνουν από λόγια. 
Π.Α.Α.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ ΕΥΓΕΝΙΟ Δ'


Ολόκληρος ο λόγος του Εφέσου αγίου Μάρκου Ευγενικού έμπροσθεν του πάπα Ρώμης Ευγένιου Δ΄, στη σύνοδο της Φεράρας, το 1438: 
«Σήμερον τῆς Παγκοσμίου χαρᾶς τὰ προοίμια, σήμερον αἱ νοηταὶ ἀκτῖνες τοῦ τῆς εἰρήνης ἡλίου τῇ οἰκουμένῃ πάσῃ προανατέλλουσι· σήμερον τὰ τοῦ Δεσποτικοῦ σώματος μέλη, πολλοῖς πρότερον χρόνοις διεσπαρμένα τε καὶ ἐρρηγμένα πρὸς τὴν ἕνωσιν ἀλλήλων ἐπείγεται. Οὐ γὰρ ἀνέχεται ἡ κεφαλὴ πάντων Χριστὸς ὁ Θεὸς ἐφιστάναι διῃρημένῳ τῷ σώματι οὐδὲ τὸν τῆς ἀγάπης δεσμὸν ἐξ ἡμῶν ἀνῃρῆσθαι παντάπασι ἡ ἀγάπη βούλεται· διὰ τοῦτο ἐξήγειρέ σε τὸν τῶν Ἱερέων αὐτοῦ προτεύοντα, πρὸς τὴν ἡμετέραν ταύτην κλῆσιν, καὶ τὸν εὐσεβέστατον ἡμῶν Βασιλέα πρὸς τὴν ὑπακοὴν διανέστησε, καὶ τὸν ἁγιώτατον ἡμῶν Ποιμένα καὶ Πατριάρχην, γήρως ἐπιλαθέσθαι, καὶ ἀσθενείας μακρᾶς παρεσκεύασε, καὶ ἡμᾶς τοὺς ὑπ᾿ αὐτῷ ποιμαινομένους ἁπανταχόθεν συνήθροισε, καὶ μακρᾶς ὁδοῦ καὶ πελάγους, καὶ κινδύνων ἑτέρων κατατολμῆσαι πεποίηκεν, ἀφ᾿ οὗ προφανῶς Θεοῦ δυνάμει καὶ κρίσει γεγένηται· καὶ τόπερ ὁποῖον ἔσται καλὸν καὶ Θεῷ φίλον, ἐντεῦθεν ἤδη προοιμιάζεται· δεῦρο δὴ οὖν, ἁγιώτατε πάτερ, ὑπόδεξαι τὰ σὰ τέκνα μακρόθεν ἐξ ἀνατολῶν ἥκοντα, πυρίπτυξαι τοὺς ἐκ μακροῦ διεστῶτας τοῦ χρόνου, πρὸς τὰς σὰς καταφυγόντας ἀγκάλας· θεράπευσον τοὺς σκανδαλισθέντας, ἅπαν σκῶλον καὶ πρόσκομμα τῆς εἰρήνης κωλυτικὸν ἐκ μέσου γενέσθαι κέλευσον· εἰπὲ καὶ αὐτὸς τοῖς ἀγγέλοις ὡς τοῦ Θεοῦ μιμητής, ὁδοποιήσατε τῷ λαῷ μου, καὶ τοὺς λίθους ἐκ τῆς ὁδοῦ διαρρίψατε. Μέχρι τίνος οἱ τοῦ αὐτοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς αὐτῆς πίστεως βάλλομεν ἀλλήλους καὶ κατατέμνομεν; μέχρι τίνος οἱ τῆς αὐτῆς Τριάδος προσκυνηταὶ δάκνομεν ἀλλήλους καὶ κατεσθίομεν, ἕως ἂν ὑπ᾿ ἀλλήλων ἀναλωθῶμεν, καὶ ὑπὸ τῶν ἔξωθεν ἐχθρῶν εἰς τὸ μηκέτι εἶναι χωρήσωμεν; Μὴ γένοιτο, Χριστὲ βασιλεῦ τοῦτο, μηδὲ νικήσῃ τὴν σὴν ἀγαθότητα τῶν ἡμετέρων ἁμαρτιῶν ἡ πληθύς, ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐν τοῖς πρότερον χρόνοις ὅτε τὴν κακίαν εἶδες ὑπερταθεῖσαν, καὶ ἐπὶ μέγα χωρήσασαν, διὰ σαυτοῦ καὶ τῶν σῶν Ἀποστόλων ἀνέστειλας αὐτὴν τῆς πρόσω φορᾶς, καὶ πρὸς τὴν σὴν ἐπίγνωσιν ἐπέστρεψας ἅπαντας, οὕτω καὶ νῦν διὰ τῶν σῶν θεραπόντων, οἱ μηδὲν τῆς σῆς ἀγάπης προὐργιαίτερον ἔθεντο· σύναψον ἡμᾶς ἀλλήλοις, καὶ σεαυτῷ, καὶ τὴν εὐχὴν ἐκείνων ἐπιτελῆ ποίησον, ἣν ἡνίκα πρὸς τὸ πάθος ἀπίης εὐχόμενος ἔλεγες. «Δὸς αὐτοῖς ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν», ὁρᾷς κύριε τὴν διασπορὰν ἡμῶν ὡς ἐλεεινή, καὶ ὡς οἱ μὲν αὐτονομίᾳ καὶ αὐθαδείᾳ συνειθισθέντες, εἰς ἀφορμὴν τῆς σαρκὸς τὴν ἐλευθερίαν κατεχρησάμεθα, καὶ δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, καὶ τὸ ὅλον σάρκες γεγόναμεν· οἱ δὲ τοῖς ἐχθροῖς τοῦ σταυροῦ σου πρὸς διαρπαγὴν καὶ δουλείαν ἔκδοτοι καθεστήκαμεν, καὶ ὡς πρόβατα σφαγῆς ἐλογίσθημεν· ἱλάσθητι, Κύριε, πρόσχες, Κύριε, ἀντιλαβοῦ ἡμῶν, Κύριε. Τὸ πάλαι θρυλούμενον ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου χρεία τοῖς πράγμασι, σήμερον ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν, καὶ τὸ ἡμέτερον ἅπαν εἰσενηνόχαμεν, δὸς δὴ καὐτὸς τὰ πρὸς τελείωσιν ὧν ἠρξάμεθα, δύνασαι γὰρ εἰ θελήσεις μόνον, καὶ τὸ θέλημά σου πρᾶξίς ἐστι συντετελεσμένη· εἰπὲ καὶ ἡμῖν ὡς πρότερον διὰ τοῦ Προφήτου σου· «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν, καὶ τὸ Πνεῦμά μου ἐφέστηκεν ἐν μέσῳ ὑμῶν· σοῦ γὰρ παρόντος, ἅπαντα λοιπὸν εὔοδα καὶ λεῖα γενήσεται. Καὶ ταῦτα μὲν ἐμοὶ πρός γε τὸ παρὸν ηὔχθω· πρὸς δὲ σὲ λοιπὸν ἁγιώτατε πάτερ τὸν λόγον ποιήσομαι. Τίς ἡ τοσαύτη φιλονεικία περὶ τὴν καινοτόμον ταύτην προσθήκην ἥτις τὸ σῶμα Χριστοῦ κατέταμε καὶ διέσχισε, καὶ τοὺς ὑπ᾿ αὐτοῦ καλουμένους ἐπὶ τοσοῦτον ταῖς γνώμαις διέσχισε; τίς ἡ μακρὰ καὶ χρόνιος ἔνστασις, καὶ ἄφιλος ὑπεροψία τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν σκανδαλιζομένων ἡ ἀλλοτρίωσις; τί τῶν πατέρων κατέγνωμεν, ὅτι παρὰ τὰς κοινὰς αὐτῶν παραδόσεις, ἕτερα φρονοῦμεν καὶ λέγομεν; τὴν ἐκείνων ἐλλιπῆ τιθέμεθα πίστιν καὶ τὴν ἡμετέραν ὡς τελειοτέραν εἰσάγομεν; τί παρὰ τὸ εὐαγγέλιον ὃ παρελάβομεν ἕτερον εὐαγγελιζόμεθα; τίς ἡμῖν ἐβάσκανε πονηρὸς δαίμων τῆς ὁμονοίας καὶ τῆς ἑνώσεως; τίς τὴν ἀδελφικὴν ἀγάπην ἐξ ἡμῶν ἀφεῖλε, τὴν διάφορον θυσίαν εἰσαγαγὼν τὴν οὐκ ὀρθῶς προσφερομένην ἐπὶ μὴ διαιρομένην; ἆρα ψυχῆς ἀποστολικῆς ταῦτα, καὶ Πατρικῆς γνώμης, καὶ ἀδελφικῆς διαθέσεως; ἢ τοὐναντίον σκαιοῦ ἂν καὶ διεστραμμένου καὶ αὐθεκάστου, καὶ οὐδὲν ἡγουμένου δεινὸν εἰ πάντες ἀπώλλυντο; Ἐγὼ μὲν οἶμαι τὸν τὴν διαίρεσιν ταύτην εἰσαγαγόντα, καὶ τὸν ἄνωθεν ὑφαντὸν χιτῶνα τοῦ δεσποτικοῦ σώματος διασχίσαντα μείζω τῶν σταυρωτῶν ὑποστήσασθαι δίκην, καὶ τὸν ἀπ᾿ αἰῶνος ἁπάντων ἀσεβῶν καὶ αἱρετικῶν. Ἀλλὰ σοὶ τοὐναντίον ἐξέσται, μακαριώτατε Πάτερ, εἰ βουληθείης μόνον τὰ διεστῶτα συνάψαι, καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ καθελεῖν, καὶ Θεοῦ οἰκονομίας ἔργον ἐργάσασθαι. Τούτου καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτὸς κατεβάλου, καὶ ταῖς λαμπραῖς φιλοτιμίαις, καὶ μεγαλοδωρίαις ἐπηύξησας, καὶ τόπερ ἐπιθεῖναι εὐδόκησον, οὐ γὰρ εὑρήσεις ἐπιτήδειον μᾶλλον, ἢ ὃν ὁ Θεός σοι παρέσχετο σήμερον. Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἴδε, πολιὰς αἰδεσίμους, καὶ ἱεροπρεπεῖς, κλίνης ἤδη τὸ πλέον, καὶ ἀναπαύσεως δεομένας, ἐκ τῶν οἰκείων ὅρων ἐπαναστάσας καὶ προσδραμούσας τῇ σῇ τελειότητι, μόνῃ τῇ εἰς Θεὸν ἐλπίδι, καὶ τῇ πρὸς ὑμᾶς ἀγάπῃ συνεχομένας· ἴδε τὸν στέφανον τὸν πλακέντα τῆς δόξης ὃν περιθέσθαι μὴ ἀναβάλῃ· κατέτεμεν ἕτερος, αὐτὸς συνούλωσον· διέσχισεν ἕτερος, καὶ ἀδιόρθωτον τὸ κακὸν ἔσπευσεν ἐργάσασθαι, σὺ φιλονείκισον ἐπανορθῶσαι τὸ γεγονός· ὡς εἰμὴ δὲ ὅλως ἐγένετο τὴν ἀρχήν· ἤκουσα τῶν παρ᾿ ὑμῖν φιλοσόφων, οἰκονομίας χάριν καὶ διορθώσεώς τινων οὐχ ὑγιῶς περὶ τὴν πίστιν ἐχόντων, τὴν προσθήκην ταύτην ἐξ ἀρχῆς ἐπινοηθῆναι, οὐκ οὖν οἰκονομίας χάριν ἀφαιρεθήτω πάλιν, ἵνα προσλάβησθε ἀδελφούς, ὧν τῷ χωρισμῷ σπαράττεσθαι πάντας ὑμᾶς εἰκός, εἰμὴ ἀναλγήτως ἔχετε· λάβε μοι κατὰ νοῦν τὰ τῶν χριστιανῶν αἵματα, τὰ καθ᾿ ἑκάστην ἐκχεόμενα τὴν ἡμέραν, καὶ τὴν ὑπὸ βαρβάρων πικρὰν δουλείαν, καὶ τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ· προσέτι δὲ θυσιαστηρίων ἀνατροπήν, εὐκτηρίων οἴκων καθαίρεσιν, θείων ὕμνων ἀργίαν, ἁγίων τόπων κατάσχεσιν, ἱερῶν σκευῶν καὶ ἐπίπλων διανομήν. Ἅπαντα λυθῆναι διὰ τῆς ἡμῶν εἰρήνης καὶ ὁμονοίας εἰκός, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, ἣν ἐθελήσετε μόνον τὸ τραχὺ τοῦτο καὶ ἀνένδοτον ἀποθέμενοι συγκαταβῆναι τοῖς ἀσθενέσιν ἡμῖν, καὶ τὰ σκανδαλίζοντα ἡμᾶς ἐκ μέσου περιελεῖν· εἰ γὰρ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέας εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ μὴν οὐ κεκώλυται τὸ κρέας φαγεῖν· οὕτω καὶ νῦν ἁγιώτατε Πάτερ. Καλὸς μὲν ὡσανεὶ εἴπωμεν, καὶ ὁ ἔνζυμος ἄρτος, καλὸς καὶ ὁ ἄζυμος, ἀλλ᾿ ὁ ἄζυμος σκανδαλίζει καὶ ἧττον εἰς θυσίαν λογίζεται, καὶ ἀτελής, καὶ νεκρός, καὶ ἄρτος κακώσεως παρὰ τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ καλεῖται· τί μὴ ὁ ἔνζυμος αἰρετέος, καὶ περιαιρετέος ὁ ἄζυμος· ὅτι εἷς ἄρτος ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν, φησὶν ὁ θεῖος ἀπόστολος· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου, (καὶ οὐκ ἀζύμου φησίν) μετέχομεν· ὅπου ἆρα μὴ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν, εἰκότως, οὐδὲ σῶμα σύνεσμεν, οὐδὲ συμπνέομεν ἀλλήλοις, καὶ τὴν αὐτὴν ποιούμεθα κίνησιν. «Παρακαλῶ ὑμᾶς (ὁ αὐτός φησι) διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα»· ὅπου μὴ τὸ αὐτὸ λέγομεν εἰκότως τὸ σχίσμα τοῦτο τὸ μέγα καὶ ἀθεράπευτον ἐν ἡμῖν ἐστι καὶ μέχρι τῆς σήμερον· ποῦ δὲ οὐ τὸ αὐτὸ λέγομεν; οὐκ ἐν γωνίᾳ καὶ παραβύστῳ τινί, καὶ καθ᾿ αὑτοὺς συνιόντες, ὁποῦ καὶ λαθεῖν ἐστι τοὺς πολλούς, ἀλλ᾿ ἐν τῷ κοινῷ Συμβόλῳ τῆς πίστεως, ἐν τῇ τοῦ βαπτίσματος ὁμολογίᾳ· ἐν τῇ χριστιανικῇ σφραγίδι. Καὶ εἰ ὁ βασιλικὸν παραχαράττων νόμισμα, μεγάλης ἐστὶ τιμωρίας ἄξιος, ὁ τὴν κοινὴν σφραγῖδα τῆς χριστιανῶν ὁμολογίας μεταποιῶν τίνα ἂν ὑποσχὼν τὴν δίκην, οὐκ ἐλάττω δόξειε δοῦναι τοῦ πλημμελήματος; σκόπει δὲ οὕτως· ἐλέγομέν ποτε τὸ αὐτὸ δηλονότι καὶ οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν σχίσματα, τότε δήπου καὶ τοῖς πατράσι συνεφωνοῦμεν ἀμφότεροι· νῦν δὲ ὅτε μὴ τὸ αὐτὸ λέγομεν, ὅπως ἆρα ἑκάτερος ἔχομεν, ἡμεῖς μὲν δὴ τὰ αὐτὰ λέγομεν, ἅπερ κἂν τότε καὶ ἡμῖν αὐτοῖς συνεφωνοῦμεν, καὶ τοῖς πατράσιν ἡμῶν, καὶ ὑμῖν ἂν ἐθέλητε τ᾿ ἀληθῆ λέγειν· ὑμεῖς δὲ ἐπεισαγαγόντες καινότερα, πρῶτον μὲν πρὸς ὑμᾶς αὐτούς, εἶτα πρὸς τοὺς κοινοὺς πατέρας, ἔπειτα δέ γε καὶ πρὸς ἡμᾶς διαφωνεῖν ἀναγκάζεσθε· καὶ τί μὴ πρὸς τὴν καλὴν ἐκείνην συμφωνίαν ἐπάνιμεν; ἣ καὶ ἡμῖν αὐτοῖς, καὶ ἀλλήλοις, καὶ τοῖς πατράσιν ὁμολόγους ἀποφανεῖ, καὶ τὸ σχίσμα περιελεῖ καὶ συνάψει τὰ διεστῶτα, καὶ πᾶν ἀγαθὸν ἐργάσεται; Ναὶ πρὸς τῆς Τριάδος αὐτῆς; ναὶ πρὸς τῆς κοινῆς ἐλπίδος ἐφ᾿ ἧς πεποίθαμεν καὶ πεποίθατε· μὴ περιΐδητε κενοὺς καὶ ἀπράκτους ἡμᾶς ἀπελθόντας· ὑπὲρ Χριστοῦ πρεσβεύομεν, ὡς τοῦ Χριστοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν· μὴ ἀτιμάσητε τὴν πρεσβείαν, μὴ τὰς εὐχὰς ἀκάρπους ἐλέγξητε, μὴ τὸ θέλημα τῶν ἐχθρῶν ἐκπληρώσητε, μὴ τὸν κοινὸν ἡμῶν ἐχθρὸν καὶ πολέμιον ἐπιγελάσαι ἡμῖν ὡς πρότερον συγχωρήσητε· μὴ τὸν Θεὸν καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ τὸ Ἅγιον λυπηθῆναι παρασκευάσητε. Μετέωρός ἐστι πᾶσα ψυχή, καὶ ἀκοὴ πᾶσα τὴν ὑμῶν ἀναμένουσα γνώμην, ἣν ἐθελήσητε νεῦσαι πρὸς τὴν ἀγάπην καὶ τὰ σκάνδαλα ἐκ μέσου περιελεῖν, ἤρθη τὰ τῶν Χριστιανῶν, πέπτωκε τὰ τῶν ἀσεβῶν· ἔπτηξαν οἱ μισοῦντες ἡμᾶς, καὶ τὸν οἰκεῖον προεγνώκασιν ὄλεθρον· εἰδ᾿ ὃ μὴ γένοιτο τοὐναντίον ἐκβαίη, καὶ τὸ πονηρὸν ἔθος τῆς διαστάσεως ἐπικρατήσειε τοῦ κοινοῦ καὶ συμφέροντος, ἐγὼ μὲν οὐκέτι δύναμαι περαιτέρω λέγειν, καὶ τῷ πάθει συγχέομαι. Θεὸς δὲ ὁ πάντα δυνάμενος ἐπανορθώσειε τὴν Ἐκκλησίαν αὐτοῦ, ἣν τῷ ἰδίῳ ἐξηγόρασεν αἵματι καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς γενέσθαι παρασκευάσειεν· ὅτι αὐτῷ πρέπει δόξα τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». 
(ΠΗΓΗ: Μοναχού Κάλλιστου Βλαστού αγιορείτη του Εφέσιου: Δοκίμιον ιστορικόν περί του Σχίσματος, Ι. Σκήτη αγίας Άννης, άγιον Όρος, 1895. Το σχετικό απόσπασμα του λόγου του αγίου Μάρκου ευρίσκεται εις παλαιόν χειρόγραφον του Τόμου Απαλλαγής, σελ. 185 ευρισκομένου εις την βιβλιοθήκην της Ι. Σκήτης αγίας Άννης).
Η Ιδιωτική Οδός ευχαριστεί τον κ. Ιωάννη Καρδάση για την αποστολή του κειμένου - ντοκουμέντου. 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Η ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΥΤΟΑΝΑΓΟΡΕΥΘΗΚΕ ΣΕ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Μία σημερινή – η εκατομμυριοστή; Γιατί όχι; - Ανακοίνωση του …περιώνυμου, πλέον, Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών της Μητροπόλεως Πειραιώς, επιχειρεί να «ανασκευάσει» ένα πρόσφατο άρθρο στο amen του Αρχιμανδρίτου Παντελεήμονος Μανουσάκη, καθηγητού της Φιλοσοφίας στη Βοστώνη, με τίτλο: «Πρεσβεία Τιμής και το Πρωτείο του Κωνσταντινουπόλεως: Μια Ερμηνευτική Ανάγνωση». 
Δεν έχω την απαίτηση οι εν Πειραιεί να καταλάβουν την προχωρημένη θεολογική σκέψη του π. Παντελεήμονος Μανουσάκη. Το αντίθετο θα ήταν η έκπληξη. Ο π. Παντελεήμων γράφοντας ανάλογα άρθρα δεν απευθύνεται, νομίζω, στον Ελλαδίτικο «πιστό λαό», που μας τον ανεβοκατεβάζουν νυχθημερόν οι «αντι-οικουμενιστές», αλλά στην σοβαρή θεολογική κοινότητα. Άλλωστε ούτε ο «πιστός λαός» θα ήθελε να διαβάζει άρθρα του π. Παντελεήμονος Μανουσάκη, τα οποία δεν τον βοηθούν να είναι αφιονισμένος, όπως επιθυμεί. 
Το φινάλε του κειμένου του Πειραιά είναι όλα τα λεφτά: 
Μαζί με την Εκκλησία της Ρωσίας, διατρανώνουμε την θέση μας, ότι δεν θα δεχτούμε σε καμία περίπτωση το μαρτυρικό Φανάρι να μεταβληθεί σε «Βατικανό της Ανατολής» και ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε «Πάπα της Ανατολής»!
Όταν λέει μαζί η Μητρόπολις Πειραιώς εννοεί ότι είναι όργανο της Ρωσικής Εκκλησίας στον Ελλαδικό χώρο; Δεν το πιστεύω. Ο Βολοκολάμσκ Ιλαρίων δε νομίζω ότι θα καταδεχόταν ποτέ να ασχοληθεί με τον υπεύθυνο του Γραφείου Αιρέσεων Αρχιμ. Παύλο Δημητρακόπουλο. Δεν ανήκει ούτε στην σφαίρα της φαντασίας του. Άρα τι απομένει; 
Ότι η Μητρόπολις Πειραιώς θεωρεί ότι είναι Αυτοκέφαλη Εκκλησία και μαζί με την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ρωσίας δεν θα επιτρέψουν την Βατικανοποίηση του Φαναρίου; Κι αυτό τερατώδες μοιάζει… 
Για σκεφθείτε το αντίθετο. Μια αντίστοιχη ανακοίνωση του Πατριαρχείου Μόσχας που να λέει: 
Μαζί με την Μητρόπολη Πειραιώς, διατρανώνουμε την θέση μας, ότι δεν θα δεχτούμε σε καμία περίπτωση το μαρτυρικό Φανάρι να μεταβληθεί σε «Βατικανό της Ανατολής» και ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε «Πάπα της Ανατολής»! 
Αν μη τι άλλο εκεί στον Πειραιά έχουν χιούμορ! Όχι στην πραγματικότητα. Αλλά άμα ψηλώσει ο νους σου, βγάζεις γέλιο.

Ο λόγος του γελοιότητος γέμει...


Μέσα στην "αντι-οικουμενιστική" λαίλαπα των καιρών, εμφανίζονται σαν μανιτάρια διάφοροι αστείοι τύποι που θεωρούν τους εαυτούς τους "ομολογητές" και νομίζουν πως είναι "άτλαντες" της Ορθοδοξίας.
Ένας τέτοιος νεοφανής αστήρ ακούει στο όνομα Παναγιώτης Νούνης. Ο εν λόγω χρησιμοποιεί τα ιστολόγιά μου για δικούς του σκοπούς και στην απαγόρευσή μου να συνεχίσει να το κάνει, μου υπέδειξε να πάω στην δικαιοσύνη γιατί είναι και ...ατρόμητος! Κλασικό παράδειγμα πώς μπορεί η θρησκευτικότητα να καταστήσει άρρωστο έναν άνθρωπο. 
Αναγκάζομαι εδώ να δημοσιεύσω την απάντηση του Αρχιμανδρίτη Γεράσιμου Φραγκουλάκη σε ένα "σεντόνι" πλήρους ασυναρτησίας που ανήρτησε ο Π. Νούνης στο διαδίκτυο για να "απαντήσει" στον π. Γεράσιμο για πρόσφατο κείμενό του στην Ιδιωτική Οδό. Έως εδώ. Τα υπόλοιπα αλλού με αυτόν τον "κύριο". 
Π.Α.Α.

Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Φραγκουλάκης 
Κύριε Νούνη, ο λόγος σου "δολιότητος γέμει", θα συμπλήρωνα δε και γελοιότητος. Με την λάσπη προσπαθείτε να οικοδομήσετε και θέλετε να σας πάρουμε στα σοβαρά; Συκοφαντείτε και ψεύδεσθε ταυτοχρόνως. Φαντάζομαι το παραπάνω εμετικό κείμενό σας θα το διαβάζετε ξανά και ξανά και θα αυτοβραβεύεσθε για την ποιότητά του και τα μέγιστα θεολογικά του στοιχεία. Απορώ μάλιστα πώς δεν πατήσατε Like, όπως συνηθίζετε να κάνετε σε ό,τι γράφετε! Κάτι τύποι σαν κι εσάς με την σπουδαία "εκκλησιολογία" τους δεν άφησαν τον Σωτηρόπουλο να μετανοήσει και έφυγε αφορισμένος. 
Μια και αρέσκεσθε στη χρήση παροιμιών θα σας γράψω αυτό που λέμε στην Κρήτη: "κουκιά τρως κουκιά μολογάς". Επειδή σερβίρεστε και ως ερευνητής Πατερικής Θεολογίας, θα πρέπει να γνωρίζετε και αυτό: «Σήμερον τα του Δεσποτικού σώματος μέλη, πολλοίς πρότερον χρόνοις διεσπαρμένα τε και ερρηγμένα προς την ένωσιν αλλήλων επείγεται. Ου γαρ ανέχεται η κεφαλή πάντων Χριστός ο Θεός εφιστάναι διηρημένω τω σώματι… Δια τούτο εξήγειρέ σε τον των Ιερέων αυτού πρωτεύοντα (δηλ. τον πάπα), προς την ημετέραν κλήσιν… Δεύρο δη ουν, αγιώτατε πάτερ, υπόδεξαι τα σα τέκνα…Μέχρι τίνος οι του αυτού Χριστού, και της αυτής πίστεως βάλλομεν αλλήλους και κατατέμνομεν; μέχρι τίνος οι της αυτής Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν αλλήλους;…» 
Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός κατά την έναρξη του Θεολογικού Διαλόγου με τους Λατίνους στην Φερράρα το 1438. 
Κάποτε οι αντι-οικουμενιστές τον είχατε τον Άγιο Μάρκο σημαία σας, τώρα τι έγινε;

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΤΟΜΑΣ ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΜΒΛΥΝΟΩΝ


"Πηγαίνετε σε μια απονομή βραβείου, πόσο γελοίο. Γελοίες μορφές. Όσο μεγαλοπρεπέστερα παρουσιάζονται, τόσο πιο γελοία είναι, είπε, όλα είναι γελοιογραφία και τίποτε άλλο, είπε, όλα ανεξαιρέτως. Αποκαλείτε έναν καλό άνθρωπο φίλο σας και μετά ξαφνικά αφήνει να τον αναγορεύσουν επίτιμο καθηγητή και του λοιπού αποκαλείται καθηγητής και τυπώνει το καθηγητής στα φύλλα της αλληλογραφίας του και η γυναίκα του εμφανίζεται ξαφνικά στο χασάπη ως κυρία καθηγητού για να μη χρειάζεται να περιμένει όσο οι άλλες που δεν έχουν άντρα καθηγητή. Πόσο γελοίο, είπε. Χρυσά σκαλοπάτια, χρυσή πολυθρόνα, χρυσά έδρανα στο Χόφμπουργκ, είπε, και κοντά σ' αυτά αμιγείς ψευτοδημοκράτες ηλίθιοι, πόσο γελοίο. 
Προχωρείτε κατά μήκος της Καίρτνερστρασε και όλα σας φαίνονται γελοία, όλοι οι άνθρωποι είναι γελοίοι και τίποτε άλλο, διασχίζετε ολόκληρη τη Βιέννη κατά μήκος και κατά πλάτος, και ολόκληρη η Βιέννη σάς φαίνεται ξαφνικά γελοία, όλοι οι άνθρωποι που συναντάτε είναι γελοίοι άνθρωποι, όλα όσα συναντάτε είναι γελοία, ζείτε σ' έναν πέρα για πέρα γελοίο και στην πραγματικότητα ξεπεσμένο κόσμο, είπε. Είστε υποχρεωμένος ξαφνικά να μετατρέψετε όλο τον κόσμο σε γελοιογραφία. Έχετε τη δύναμη να μετατρέψετε τον κόσμο σε γελοιογραφία, είπε, την ύψιστη δύναμη του πνεύματος, είπε, που είναι απαραίτητη γι' αυτό, αυτή τη μοναδική δύναμη επιβίωσης, είπε. Μόνο αυτό που βρίσκουμε τελικά γελοίο το κουμαντάρουμε, μόνο όταν βρίσκουμε γελοίο τον κόσμο και τη ζωή στον κόσμο πηγαίνουμε μπροστά, δεν υπάρχει άλλη, δεν υπάρχει καλύτερη μέθοδος, είπε. Σε κατάσταση θαυμασμού δεν αντέχουμε για πολύ και αφανιζόμαστε αν δεν τη διακόψουμε εγκαίρως, είπε. 
Ήμουν, ναι, σ' όλη μου την ζωή πάντοτε πολύ μακριά από την κατάσταση του ανθρώπου που θαυμάζει, ο θαυμασμός μου είναι κάτι ξένο, αφού δεν υπάρχει το θαύμα, μου ήταν πάντοτε κάτι ξένο ο θαυμασμός και τίποτε δεν με απωθεί τόσο όσο το να παρατηρώ τους ανθρώπους που θαυμάζουν, που τους έχει μολύνει ο οποιοσδήποτε θαυμασμός. Πηγαίνετε σε μια εκκλησία και οι άνθρωποι θαυμάζουν, πηγαίνετε σ' ένα μουσείο και οι άνθρωποι θαυμάζουν. Πηγαίνετε σε μια συναυλία και οι άνθρωποι θαυμάζουν, αυτό είναι αποκρουστικό. Το γνήσιο λογικό δεν γνωρίζει το θαυμασμό, παίρνει υπόψη, σέβεται, υπολήπτεται, αυτό είναι όλο, είπε. Οι άνθρωποι μπαίνουν σ' όλες τις εκκλησίες και σ' όλα τα μουσεία σαν να κουβαλούν στην πλάτη ένα σακίδιο γεμάτο θαυμασμό και γι΄αυτό το λόγο έχουν πάντοτε αυτή την αντιπαθητική καμπούρικη στάση που έχουν, ναι, οι πάντες στις εκκλησίες και στα μουσεία, είπε. Δεν έχω δει ακόμη εντελώς φυσιολογικό άνθρωπο να μπαίνει σε μια εκκλησία η σ’ ένα μουσείο, και το πιο αντιπαθητικό είναι να παρατηρείτε τους ανθρώπους στην Κνωσό ή στον Ακράγαντα όταν φτάνουν στο στόχο του απoθαυμαστικoύ τους ταξιδιού, γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά ένα αποθαυμαστικό ταξίδι, είπε. 
Ο θαυμασμός τυφλώνει, είπε ο Ρέγκερ χθες, αμβλύνει το μυαλό του ανθρώπου που θαυμάζει. Οι περισσότεροι άνθρωποι, απ' τη στιγμή που μπαίνουν στην κατάσταση θαυμασμού, δεν βγαίνουν πια απ’ αυτή την κατάσταση θαυμασμού και έτσι γίνονται αμβλύνοες. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι σ' όλη τους τη ζωή αμβλύνοες για μόνο το λόγο ότι θαυμάζουν. Δεν υπάρχει τίποτε να θαυμάσουμε, είπε ο Ρέγκερ χθες, τίποτε, απολύτως τίποτε. Καθώς ο σεβασμός και η υπόληψη παραείναι δύσκολα για τους ανθρώπους, οι άνθρωποι θαυμάζουν, αυτό τους κοστίζει λιγότερο, είπε ο Ρέγκερ. Ο θαυμασμός είναι πιο εύκολος από το σεβασμό, από την υπόληψη, ο θαυμασμός είναι ίδιον του κουτού είπε ο Pέγκερ. Μόνο ο κουτός θαυμάζει, ο έξυπνος δεν θαυμάζει, εκτιμά, υπολήπτεται, καταλαβαίνει, αυτό είναι. 
Μα για να εκτιμούμε και να υποληπτόμαστε και να καταλαβαίνουμε, απαιτείται βέβαια πνεύμα, και πνεύμα οι άνθρωποι, δεν έχουν, χωρίς πνεύμα και πραγματικά παντελώς ανόητοι ταξιδεύουν στις Πυραμίδες και στους κίονες της Σικελίας και στους ναούς της Περσίας και πασπαλίζουν με θαυμασμό τον εαυτό τους και την αμβλύνοιά τους, είπε. Η κατάσταση θαυμασμού είναι μια κατάσταση πνευματικής αδυναμίας, είπε ο Ρέγκερ χθες, σ' αυτή την κατάσταση της πνευματικής αδυναμίας ζουν σχεδόν όλοι. Όντας σ’ αυτή την κατάσταση πνευματικής αδυναμίας, μπαίνουν όλοι και στο Κούνστχιστορισες Μουζέουμ. Οι άνθρωποι κουβαλούν με μεγάλο κόπο το θαυμασμό τους, δεν έχουν το θάρρος ν' αφήσουν το θαυμασμό τους στην γκαρνταρόμπα όπως το πανωφόρι τους. Κουβαλούν λοιπόν με κόπο τον εαυτό τους, που είναι παραφορτωμένος με θαυμασμό, μέσα σ’ όλες αυτές τις αίθουσες, είπε ο Ρέγκερ, κι έτσι μας ανακατεύουν το στομάχι. Ο θαυμασμός όμως δεν είναι μόνο διακριτικό γνώρισμα του λεγόμενου ακαλλιέργητου, κάθε άλλο μάλιστα, είναι σε απόλυτα φοβερό, ναι, πραγματικά τρομακτικό βαθμό διακριτικό γνώρισμα και όλων των λεγόμενων καλλιεργημένων, πράγμα που είναι ακόμη πιο αποκρουστικό. 
Ο ακαλλιέργητος θαυμάζει επειδή απλούστατα παραείναι κουτός για να μη θαυμάσει, ο καλλιεργημένος όμως παραείναι διεστραμμένος για κάτι τέτοιο, είπε ο Ρέγκερ. Ο θαυμασμός των λεγόμενων ακαλλιέργητων είναι απόλυτα φυσικός, ο θαυμασμός των λεγόμενων καλλιεργημένων όμως είναι μια καθαρά διεστραμμένη διαστροφή, είπε ο Ρέγκερ". 
Τόμας Μπέρνχαρντ, από το βιβλίο "Οι Παλαιοί Δάσκαλοι" 
(μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδόσεις Εξάντας, 1994)

Ο ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 1981


Ο Μένης Κουμανταρέας μιλάει για το 1981, στη σειρά δέκα ημίωρων ντοκιμαντέρ, όπου καταγράφονται προφορικές μαρτυρίες Ελλήνων δημιουργών για μια κρίσιμη περίοδο της ζωής τους, του έργου τους, της χώρας. Κάθε δημιουργός επιλέγει μια συγκεκριμένη χρονιά, οριακή για το έργο του, αφηγείται τη ζωή του εκείνη την περίοδο, το έργο που ετοιμάζει, με τις όποιες συνεκδοχές, αλληλεξαρτήσεις, αλλά και επαναπροσδιορισμούς που το συνδέουν με την προσωπική του ζωή. Παράλληλα παρουσιάζει γεγονότα της ιστορίας της χώρας, που λαμβάνουν χώρα πάλι την ίδια χρονιά, που ορίζουν, συμπληρώνουν ή και ερμηνεύουν τα προηγούμενα.
Ο Μένης Κουμανταρέας επέλεξε την χρονιά της ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και λέει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για τον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας. 

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

ΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΤΟΥ "ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙΡΟΥ" ΣΤΗ ΧΑΛΚΗΔΟΝΑ


ΧΑΛΚΗΔΟΝΙΑΣ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ1 
ὑπὸ Γέροντος Χαλκηδόνος Ἀθανασίου 
Τὸ ἄρθρο αὐτὸ σκοπὸ ἔχει τὴν καταγραφὴ ὀνομάτων μετά τινων συντόμων πληροφοριῶν, ποὺ ἀφοροῦν τοὺς ἐπαγγελματίας τοῦ τσαρσιοῦ τῆς Χαλκηδόνος τοῦ "παλιοῦ καλοῦ καιροῦ", τότε ποὺ τὰ περισσότερα μαγαζιὰ ἦταν ρωμαίηκα καὶ μερικὰ ἀρμένικα (ψαράδικα), τὰ ὁποῖα πουλοῦσαν τὰ φρέσκα καὶ λαχταριστὰ λαχανικὰ καὶ τρόφιμα, ἄσχετα μὲ τὰ σύγχρονα ὁρμονικὰ καὶ "βιολογικὰ" τοιαῦτα. Καὶ τοῦτο διότι σχεδὸν ὅλοι οἱ παρακάτω ἔχουν χαθεῖ, μὲ συνέπεια νὰ ἀλλάξει καὶ ὁλόκληρη ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς περιοχῆς. Καὶ τὰ μαγαζιὰ ἐτοῦτα ἦταν μικρὰ ἤ μεγάλα, συνήθως λιανικῆς πωλήσεως ἢ καὶ χονδρικῆς, καὶ δὴ τὰ ἑξῆς: 
Πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ τσαρσιοῦ ὑπῆρχε τὸ κουντουράδικο τοῦ Δημητροῦ Κωτσόπουλου –τοὐπίκλην Ντισλῆ, γιατὶ εἶχε προεξέχοντα ἄνω δόντια!– ποὺ ἔφτιαχνε χειροποίητα ἀθάνατα παπούτσια κλασικὰ καὶ ὄχι ψεύτικα καὶ καραγκιόζικα "ὀρθοπεδικὰ" ὅπως σήμερα. Ἀντίκρυ του δὲ ἦταν τὸ τοῦ Κώτσου Δημητριάδη γιὰ φίνα γυναικεῖα. Μέσα δὲ στὴν ἀγορὰ ὑπῆρχαν: 
1- Οἱ φουρνάρηδες, οἱ φοῦρνοι τῶν ὁποίων δὲν εἶχαν βέβαια τὴ σημερινὴ ποικιλία τῶν ψωμιῶν, ὅπως τοῦ Χριστοφόρου Μαυρομμάτη (Καραγκιόζη) στὴ θέση τοῦ σημερινοῦ γνωστοῦ ἑστιατορίου γιὰ λειχουδιὲς κουζίνας τοῦ Yanyalı, τοῦ Θωμᾶ Κόντη, πάνω ἀπὸ τὸν ὁποῖο κατοικοήδρευε ἡ γυναίκα του ἡ Φροσάρα –ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάει– μὲ τὸ ἀρειμάνιο σῶμα καὶ τὰ δαιμονικὰ μάτια, καὶ τέλος τοῦ Ν. Πατσούρα στὸ Μόδι. 
2- Οἱ χασάπηδες, ὅπως ὁ ὀνομαστὸς Μιχάλης Κώτσης μὲ τοὺς δυὸ γυιούς του, ἀπέναντι στὴν Ἁγ. Εὐφημία, ὁ Βασίλης ποὺ πίσω ἀπὸ τὸ μαγαζί του εἶχε καὶ μπαχτσεδάκι ὅπου τὰ "ἔτσουζαν" οἱ μερακλῆδες καὶ ὁ Ὀδυσσέας Λατσούνας ποὖχε καὶ ἑστιατόριο. 
3- Οἱ τζιερτζῆδες, ὅπως ὁ Ἀρβανίτης Σωτήρης μὲ τὰ γευστικὰ ἐντόσθια, τὰ ὁποῖα "ξεκοίλιαζε" πάνω στὸν πάγκο μὲ τὴν αἱμόφυρτη πάντα ποδιὰ καὶ ὁ Λουκᾶς. Παλαιότερα δὲ καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἐπισκόπου Μάρκου Λίπα στὶς Η.Π.Α. 
4- Οἱ σκεμπετζῆδες ὅπως ὁ Ἀρβανίτης κοντὰ στὸν σεκερτζῆ Τοτό, μὲ τὰ κεφαλάκια στὸ φοῦρνο, ποὔδιωχνε καὶ τὶς μύγες ἀπὸ τὶς σοῦπες! 
5- Οἱ αὐγουλάδες, ὅπως ὁ Δημητρός, ψηλὸς γαλανομάτης ὁ ὁποῖος ἤλεγχε κάθε αὐγὸ στὴ λάμπα, τῶν ἀλανιάρικων τότε πουλερικῶν, πουλώντας τὰ ραγισμένα φτηνότερα. Τὸ μαγαζάκι του δὲ ἦταν τὸ "Reuter" τῆς ἐποχῆς, ὅπου σύχναζαν οἱ γριοῦλες γιὰ τὸ πατροπαράδοτο κουτσομπολιό. Ἄλλος ἦταν ὁ Σπῦρος Θωμαΐδης ἀντίκρυ στὸ Yanyalı. 
6- Οἱ ζαρζαβατσῆδες. Ἡ λέξη γιὰ τὰ λαχανικὰ Zerzevat (εὐήθης), μὲ θυμίζει τὸν μεγάλο ἀοιδὸ Cem Karaca ποὺ τὴν χρησιμοποιοῦσε, ὅπως λένε σήμερα: Πατάτα. "Φάτε πατάτες" (Χάρρυ Κλύνν). Αὐτοὶ ἦταν ὁ συμπαθὴς γεροντάκος Σταῦρος Κάνας, ὁ σαλατατζῆς Φίλιππος, ὁ φίλος τῆς Ἑλένης Πιρπιροῦς στὸ Τσαρεκτσῆ ποὺ τὸν ἀποκαλοῦσε Φιλίπη, ὁ μεγαλόσωμος Γιάννης Μπόλης, ὁ Βασίλης Κρεμμύδας, ὁ Γιῶργος Βέργος καὶ ὁ Λουκᾶς. 
7- Οἱ μπακάληδες, ὅπως ὁ Γρηγόρης Καλύβας, ὁ Ἀσκητόπαλος, ὁ Σούτης (Dar Bakkal) λόγῳ τῆς στενότητος τοῦ μαγαζιοῦ του μὲ τὸ γαμπρὸ καὶ τὸ γυιό του. Λέγεται δὲ ὅτι αὐτὸς σὲ μία ἐκδρομὴ στὴ Σουμελᾶ, δὲν θέλησε νὰ ἀνεβεῖ ὡς τὰ πάνω στὸ Μοναστήρι καὶ μετὰ δυὸ μέρες ἀπεβίωσε στὴν Πόλη ἀπὸ αὐτοκινητιστικό, οἱ Λουκᾶς καὶ Γιῶργος Ἀρσενιάδης ποὺ ἔμοιαζαν σὰν δυὸ ὅμοια εὐκίνητα τζόβενα, ὁ ἀσπρομάλλης βουτυρᾶς Γκατζόπουλος, πατέρας τοῦ ἀρχιτέκτονα Ματθαίου, ὁ Βούλγαρος φωνακλᾶς βουτυρᾶς Χρῆστος μὲ τὴ γυναίκα στὸ μαγαζὶ καὶ τὶς δυὸ κόρες του, τὴ Στέφκα καὶ τὴ Βάσκα. 
Οἱ μεγαλέμποροι χονδρικῆς πωλήσεως ὀσπρίων, ὅπως οἱ Μεφαλόπουλος, Κρανιάδης καὶ Λαζαρίδης, οἱ ἀδελφοὶ Χαράλαμπος καὶ Ἀβραὰμ Παπαδόπουλος, δημητριακῶν, ὅπως οἱ Κῶτσος Οὐζούνογλου, Κῶτσος Μιχαλόπουλος, καὶ ζωοτροφῶν Ζίνος Παυλίδης καὶ Ἀλέξανδρος Κοκανταρίδης. 
Ἐδῶ πρέπει νὰ μνημονευθεῖ καὶ ἡ περίφημος ἀγγλικὴ Kooperatif (μὲ τὰ γυαλικά, κουζινικά, μπακαλικὰ καὶ τὰ ἀλλαντικὰ ὅπου ἦταν ὁ Σεραφείμ), μὲ τὸ Λουκᾶ Demeter, Βασίλη Τζούρη, καὶ ἕναν Ἑβραῖο, πρόσωπα ἔντιμα καὶ ἐμπνέοντα ἐμπιστοσύνη, "ὅπως τὰ σημερινά"! 
Οἱ πωλητὲς δώρων καὶ γυαλικῶν, ὅπως ὁ Δρακόπουλος καὶ ὁ Θωμᾶς Δέρβος. 
Οἱ ποτοποιοί, ὅπως ὁ ξυδᾶς Ἀπόστολος Θεοφιλίδης ὁ ξακουστὸς καὶ βραχνόφωνος τσορμπατζῆς τῆς Ἁγ. Εὐφημίας, ποὺ ἐξήταζε –ἄκουσον ἄκουσον– τοὺς κληρικοὺς κηρυγματικῶς καὶ φωνητικῶς στὸν ἄμβωνα καὶ τοὺς ἔδιδε τὸ μισθό τους σὲ τουρβᾶ, μὲ τὰ γρόσια τοῦ παγκαριοῦ! 
Οἱ μάγειροι, ὅπως ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὁ μεζετζῆς Εὐθύμης Ὀρνιθόπουλος (Pis Bakkal). 
Οἱ ζαχαροπλάστες, ὅπως ὁ κωμικὸς Δημήτριος Βλαχόπουλος (Τοτὸς) καὶ οἱ "σπάγγοι" Ἀρβανίτες Φίλιππος Λένας, Μιχάλης καὶ Χάρης ποὖχαν τὸ ὀνομαστὸ Baylan, τὸ ὁποῖο σήμερα ἀγορασθὲν ἀπὸ τὸ Kahve Dünyası ἀπώλεσε τὴν ποιότητά του, ὁ Βούλγαρος Δημήτρης Στογιάνωφ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ Beyaz Fırın καὶ ὄχι μόνον, κάνει χρυσὲς δουλειὲς μὲ τὶς μπουγάτσες καὶ τὰ γλυκά, ποὺ βάζει τραπεζάκια ἀκόμη καὶ μπροστὰ στὴν εἴσοδο τῆς Ἁγ. Εὐφημίας καὶ "δωρίζει" πρόσφορα στὸ ναό, ποὺ "εὐωδιάζουν" μπουγάτσα ἀπὸ τὶς λαμαρίνες! 
Οἱ λουλουδάδες, ὅπως ὅπως ὁ Σαπουντζάκης καὶ ὁ Νεάκης, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μεγάλα φυτώρια. 
Οἱ πωλητὲς πηλίνων προϊόντων, ὅπως ὁ Τακαντζᾶς. 
Οἱ χαρτάδες, ὅπως ὁ εὐγενὴς γεροντάκος Χρηστάκης παρὰ τὸ Ἁγίασμα τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς καὶ ὁ Κουτσίδης. 
Οἱ ἔμποροι μηχανημάτων, ὅπως ὁ Φαίδων Ἠλιάδης. 
Οἱ βιβλιοπῶλες καὶ ὁ κουρέας Λάμπος παρὰ τὴν Ἁγ. Εὐφημίαν, ὁ φωτογράφος Σῖμος καὶ ὁ ὀδοντίατρος μὲ τὸ "ἀσήκωτο χέρι"! Καρασάββας. 
Θερμὲς εὐχαριστίες στὴν Ἀ. Ἀργυροῦ καὶ τὸν Ἄρχοντα Ν. Σιρὶν γιὰ τὶς πληροφορίες. 
Αἰωνία τους ἡ μνήμη γιὰ ὅσα "ἔκαναν, δὲν ἔκαναν ἢ καὶ παρέκαναν". 
_____________________________ 
1- A. Giz, Bir Zamanlar Kadıköy, Ἰσταμποὺλ 1988, 25-35. Κ. Π. Σταματόπουλου. Ἡ τελευταία ἀναλαμπή. Ἡ Κωνσταντινουπολίτικη Ρωμηοσύνη στὰ χρόνια 1938-1955, Ἀθήνα 1996, 70, 72, 81, 82, 83, 96, 100. Ἀ. Παπᾶ, Χαλκηδόνος, Ὁ Ἀγγλικὸς Συνεταιρισμὸς τοῦ Καδήκιοϊ (İngiliz Kooperatifi), Τοῦ Αὐτοῦ, Ρινήματα θεολογικά, τεχνοκριτικά, ἱστορικὰ καὶ ἄλλα τινὰ ἀπὸ τὸ Βόσπορο, Θεσσαλονίκη 2009, Γ΄, 404-407, Τοῦ Αὐτοῦ, Ὁ Τοτός, Ἔνθ. ἀνωτ. 410-411. Baylan İstanbul 1923, Ἰσταμποὺλ 2010.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: "ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ" (Μέρος Α')


Η Ιδιωτική Οδός θα δημοσιεύσει σε τρεις συνέχειες (χωρίς τις παραπομπές για λόγους "τεχνικούς") ένα κείμενο του αειμνήστου καθηγητού μας στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αειμνήστου Κωνσταντίνου Παπαπέτρου (1936-2007) με τον τίτλο: "Θεολογία και Φιλοσοφία". 
Ευχαριστίες θερμές στον συνάδελφο θεολόγο που μας προώθησε αυτή την εισήγηση του μακαριστού καθηγητού μας. 
ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 
ΥΠΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ 
(✝) Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 
Εἰσήγηση στὴν ἐπιστημονικὴ συζήτηση ποὺ ὀργάνωσε ἡ Ἑλληνικὴ Φιλοσοφικὴ Ἑταιρεία στὴ Μεγάλη Αἴθουσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (5 Δεκεμβρίου 1983, Ἀθήνα). Τὸ κείμενο δόθηκε πρὸς δημοσίευση στὸν  τόμο ΜΖ' (2012) τῆς Ἐπετηρίδας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ. 
Mέρος Α' 
Α. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ 
Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ κάνω εἰσαγωγικὰ μερικὲς παρατηρήσεις. 
Τὸ θέμα μου εἶναι ἡ σχέση φιλοσοφίας καὶ θεολογίας – ὄχι ἡ σχέση φιλοσοφίας καὶ θρησκείας. Γι’ αὐτὸ τὸ δεύτερο θέμα θὰ μιλήσει ὁ φίλος μου κ. Μπουγᾶς στὴ συνέχεια. Τὸ κείμενο ποὺ θὰ σᾶς διαβάσω ἔχει γραφτεῖ εἰδικὰ γι’ αὐτὴν τὴ βραδιὰ πολὺ περιληπτικὰ καί, ὅπως σχεδὸν κάθε περίληψη, εἶναι ἕνα κείμενο ἐγκεφαλικό, στεγνό, ἄρα ἀρκετὰ κουραστικό. Ζητῶ συγγνώμη γι’ αὐτό, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ κάνω ἀλλιῶς. Ἐπίσης, θὰ σᾶς παρακαλέσω θερμὰ νὰ τὸ δεῖτε μὲ προσοχή, μιὰ ποὺ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ πολυγραφηθεῖ καὶ νὰ σᾶς δοθεῖ στὸ χέρι, ὅπως ἀρχικὰ ἤλπιζα. 
Ἐξάλλου, ὁ βραχυγραφικὸς τρόπος τῆς προσφορᾶς ἐνδέχεται νὰ δημιουργήσει τὴν ἐντύπωση πὼς τὸ σχεδίασμα αὐτὸ περιέχει κενά, ἀντιφάσεις ἢ ἔστω ἀναπόδεικτους ἀφορισμούς. Μέσα μου ἔχω τὴ βεβαιότητα πὼς τὸ σχεδίασμα εἶναι, στὶς βασικές του τοὐλάχιστον γραμμές, ὁλοκληρωμένο, δεμένο, ἀλλά... “τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον”. 
Γι’ αὐτὸ θὰ αἰσθανθῶ προσωπικὰ εὐγνωμοσύνη γιὰ κάθε κριτικὴ παρατήρηση, ποὺ θὰ ἐπισημάνει ἀδύνατα σημεῖα στὸ σύστημα, ἀφοῦ μία τέτοια ἐπισήμανση θὰ εἶναι ταυτόχρονα καὶ μία πολύτιμη συμβουλὴ γιὰ τὴ διόρθωση τῶν “ἡμαρτημένων”. Καὶ κάτι ἀκόμα: 
Οἱ ἔννοιες λαμβάνονται, ὅπως ἄλλωστε πρέπει, μὲ τὸ πιὸ τέλειο, κατὰ τὸ δυνατόν, περιεχόμενό τους, ἰδεοτυπικά, ἂς ποῦμε. Ἄρα ὁλόκληρη ἡ συλλογιστικὴ κινεῖται σὲ δεοντολογικὸ ἐπίπεδο. Ἰδιαίτερα ἡ θεολογία λαμβάνεται μὲ τὴν ἔννοια ποὺ πρέπει ἡ λέξη αὐτὴ νὰ ἔχει – καὶ μάλιστα σήμερα. 
Θεολογία δὲν εἶναι ὅ,τι λέει πὼς εἶναι θεολογία, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ πρέπει ἡ θεολογία νὰ εἶναι – σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ τοὺς ὅρους τοῦ παρόντος ἀπὸ τὴν ἄλλη. 
* * * 
Στὴ σχέση θεολογίας-φιλοσοφίας ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ θεολογία, αὐτὸ καὶ χρονολογικὰ καὶ γενετικά. Ἡ θεολογία, στὴν παραδεδομένη της μορφὴ ὡς προσπάθεια αὐτοσυνειδησίας τῆς θρησκευτικῆς πίστης, εἶναι ἡ μητέρα τῆς φιλοσοφίας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι κάποτε ἦταν –κακῶς– καὶ ἡ “κυρία” της, μία κυρία ποὺ κακομεταχειρίστηκε πολλὲς φορὲς πάρα πολὺ ἄσχημα τὴν “ὑπηρέτριά” της. Μὲ αὐτὴν τὴν κακή της συμπεριφορὰ δὲν ἀποδείχτηκε βέβαια πὼς ἡ φιλοσοφία ἦταν γεννημένη γιὰ ὑπηρέτρια, καλὴ ἢ κακή, ἀποδείχτηκε ὅμως πὼς αὐτὴ ἡ “θεολογία” δὲν ἦταν καθόλου κυρία ἄξια τοῦ ὀνόματός της.
Φυσικὰ δὲν πρόκειται ἐδῶ νὰ ἀναφερθοῦμε στὶς λεπτομέρειες τῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στὴ θεολογία καὶ τὴ φιλοσοφία. Θὰ δοῦμε τὸ θέμα περισσότερο συστηματικά, μὲ τὴν ἔννοια βέβαια πὼς ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξη τοῦ προβλήματος προϋποτίθεται, ὅσο καὶ ὅπως εἶναι γνωστή, στὴ συστηματική του θεώρηση. Ὅτι ἡ θεολογία ἦν ἐν ἀρχῇ τῆς φιλοσοφίας, αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ. Ἡ θέση μας ἐδῶ εἶναι ὅτι ἡ ἀληθινὴ φιλοσοφία καὶ ἡ ἀληθινὴ θεολογία συμπίπτουν, ἢ πὼς ἡ ἀληθινὴ θεολογία εἶναι τὸ τέλος τῆς φιλοσοφικῆς ἔρευνας, ἡ ἔκβασή της. 
“Ἀρχὴ παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις”. 
Τί εἶναι ἡ φιλοσοφία; Ἂν θελήσουμε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸ σχῆμα τῆς ὀντολογικῆς διαφορᾶς, τῆς διαφορᾶς ἀνάμεσα στὸ εἶναι καὶ στὸ ὄν, ποὺ ἐπισημαίνει ἰδιαίτερα ὁ M a r t i n H e i d e g g e r, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ λειτουργία τῆς συνείδησης ὡς ἀναφορὰ στὸ εἶναι τῶν ὄντων. Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ ὀντολογικὴ κατανόηση τοῦ κόσμου. Ἡ λειτουργία τῆς συνείδησης ὡς ἀναφορὰ στὰ ὄντα ὡς ὄντα ἀποτελεῖ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνική, ὡς “θεωρία” καὶ “πράξη” ἀντίστοιχα. Στὴν περίπτωση αὐτὴ πρόκειται γιὰ τὴν ὀντικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν κόσμο. 
Ἡ λειτουργία τῆς συνείδησης ἀποτελεῖ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο ἄνθρωπος, ὅσο λειτουργεῖ ἡ συνείδησή του ὡς φορέας τῆς ἀλήθειας. Ἡ λειτουργία τῆς συνείδησης εἶναι ἀκριβῶς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ συνείδηση εἶναι φορέας τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀναλήθεια, ὅπου καὶ ἂν παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἀλλοτρίωση τῆς συνείδησης, ἡ φθορὰ δηλαδὴ τῆς αὐθεντικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἱστορία εἶναι τὸ ἔργο τῆς συνείδησης στὴν αὐθεντικότητα καὶ στὴν ἀλλοτρίωσή της. Τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ἱστορίας, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἔργο τῆς αὐθεντικῆς συνείδησης, ὀνομάζεται πολιτισμός. Πολιτισμὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς ἱστορίας καὶ ἔγκειται στὴν πραγμάτωση τῶν δυνατοτήτων τῆς φύσης γιὰ τὸ ἀγαθό. Φύση εἶναι ἡ δοσμένη στὴ συνείδηση, γιὰ τὴν αὐτοπραγμάτωσή της, πραγματικότητα. Ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ στὸ κακὸ εἶναι τὸ ἔργο τῆς συνείδησης. Ἡ συνείδηση εἶναι ἐκείνη ποὺ κάνει μέσα στὸν κόσμο τὴν ἀξιολογικὴ κρίση, τὴ διάκριση ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, καὶ ὡς μονομερὴς παθητικὴ γνώση καὶ ὡς ὁλοκληρωμένη πράξη. Αὐθεντικὴ συνείδηση εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἀξιολογικὴ κρίση, ποὺ γίνεται καὶ ὡς μονομερὴς καθαρὴ θεωρία καὶ ὡς ὁλοκληρωμένη (δημιουργὸς) πράξη, ὡς ἡ πράξη δηλαδὴ ἐκείνη ποὺ περιέχει στὴν ἀλήθεια της καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς θεωρίας. Ἡ ἀξιολογικὴ κρίση γίνεται πάντοτε σὲ ἀναφορὰ πρὸς τὸ εἶναι τῶν ὄντων, δηλαδὴ πρὸς τὸ δέον τους, ἀφοῦ τὸ εἶναι τοῦ ὄντος εἶναι τὸ δέον του. Ὡς ἀναφορὰ στὸ ὅλο, στὸ εἶναι τῶν ὄντων, στὸ δέον τους, ἡ φιλοσοφία προηγεῖται τῶν ὀντικῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ εἶναι ἐκείνη ποὺ νοηματοδοτεῖ ἐκ τῶν προτέρων κάθε ὀντικὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο, μὲ τὸ νὰ ὁρίζει τὸ νόημα κάθε ἐπιλογῆς ἀνάμεσα στὶς “ἐπιμέρους” προκείμενες δυνατότητες ποὺ προσφέρει ἡ δοσμένη πραγματικότητα. Ἔτσι, ἡ ὀντολογία, τὸ κέντρο κάθε φιλοσοφίας, προηγεῖται τῶν διαφόρων ἐπιστημῶν (καὶ τῆς τεχνικῆς, τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐπιστημῶν), ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἕπεται σ’ αὐτὲς μὲ τὸ νὰ δέχεται τὰ ἐπιτεύγματά τους γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ὀντολογικῆς κατανόησης τοῦ κόσμου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο λειτουργεῖ ἀνάμεσα στὴν ὀντολογικὴ καὶ στὴν ὀντικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν κόσμο, ἀνάμεσα δηλαδὴ στὴ φιλοσοφία καὶ τὶς διάφορες ἐπιστῆμες, ὁ θεμελιακὸς ἑρμηνευτικὸς κύκλος. 
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ λίγα γιά τή φιλοσοφία ἂς προχωρήσουμε στή θεολογία. Τί εἶναι ἡ θεολογία; Θεολογία εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ λόγου καὶ τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος εἶναι, ὅπως ὁρίζεται ἀπὸ τὴ φιλοσοφία καὶ τὶς διάφορες ἐπιστῆμες, ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου, ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Δύο παρατηρήσεις θὰ ἦταν ἴσως ἐδῶ χρήσιμες: α) Στὸ ζήτημα τί εἶναι λόγος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει κατ’ ἀρχὴν οὐσιαστικὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ “θεολογία” καὶ τὴ “φιλοσοφία”, ὅσο κι ἂν τὶς διακρίνουμε μεταξύ τους. β) Τὸ τί εἶναι λόγος εἶναι θέμα, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα θέματα, ἀνοιχτό. 
Αὐτὸ σημαίνει πὼς δὲν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ταυτίζουμε ἐσαεὶ τὸν λόγο μὲ ὅ,τι ἡ Διαφώτιση – οὐσιαστικὴ ἢ ἐνθουσιαστικὴ – μὲ αὐτὴν τὴ λέξη κατάλαβε. 
Τί εἶναι ὁ Θεός; Ἂς προταχθεῖ καὶ ἐδῶ μία παρατήρηση: ἴσως ἡ ἱστορία καμμιᾶς ἄλλης λέξης, ἀπ’ αὐτὲς ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ φιλοσοφία, δὲν ἐκφράζει πιὸ χαρακτηριστικὰ τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης αὐτοσυνειδησίας γενικά, ὅσο ἡ ἱστορία τῆς λέξης “Θεός”. Οἱ μεταβολὲς στὸ νοηματικὸ περιεχόμενο τῆς λέξης “Θεός” ἀποκαλύπτουν τὶς μεταβολὲς ποὺ ὑφίσταται ἡ ἀνθρώπινη αὐτοσυνειδησία στὴν ἱστορική της ἐξέλιξη. Ὁ ἄνθρωπος π.χ. τοῦ μύθου ἔχει μία μυθολογικὴ παράσταση γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος τῆς δογματιστικῆς μεταφυσικῆς νοεῖ τὸν Θεὸ μὲ τὶς κορυφαῖες ἔννοιες τοῦ δογματιστικοῦ του συστήματος. Ὁ ἄνθρωπος πάλι μὲ τὸν κριτικὸ λόγο, ἐκεῖνος δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὸν μῦθο καὶ τὴ δογματιστικὴ μεταφυσική, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ μία μυθολογικὴ παράσταση γιὰ τὸν Θεό, οὔτε νὰ παραδεχθεῖ χωρὶς κριτικὸ ἔλεγχο ἕνα ἐννοιολογικὸ σύστημα μὲ ὁσοδήποτε βαρυσήμαντες ἔννοιες, ὅταν τὰ θεμέλια αὐτῶν τῶν ἐννοιῶν καὶ ὁλόκληρου τοῦ συστήματος βυθίζονται στὸν προκριτικὸ μῦθο καὶ τὸν κριτικὰ ξεπερασμένο δογματισμό. Tί εἶναι, λοιπόν, ὁ Θεός; Kαὶ ἐδῶ “omnis definitio est negatio”. Κάθε ὁρισμὸς εἶναι ἡ ἄρνηση ἐκείνου ποὺ δὲν εἶναι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο πρόκειται. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἕνα μέρος τοῦ κόσμου, οὔτε ὁ ἴδιος ὁ κόσμος ὡς τὸ σύνολο τῶν δεδομένων ὄντων. 
Ἡ παραδεδομένη ἔννοια γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι θρησκευτική, καὶ ὡς πρὸς τὴν προέλευσή της καὶ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό της. Θεὸς εἶναι ἡ ὀντολογικὰ καὶ ἀξιολογικὰ ὕψιστη ἔννοια τοῦ θρησκευόμενου ἀνθρώπου. Αὐτὸ ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα σημαίνει πὼς ὁ ἄθρησκος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ αὐτὴν τὴ θρησκευτικὴ ἔννοια. Ἡ αὐτονόητη ἄρνηση τοῦ μὴ θρησκευόμενου ἀνθρώπου νὰ δεχθεῖ μία θρησκευτικὴ ἔννοια γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι ἕνα γεγονὸς μὲ σπουδαῖες ἐπιπτώσεις στὴν παροῦσα καὶ τὴ μέλλουσα αὐτοσυνειδησία τῆς θεολογίας. 
Ἡ θρησκεία εἶναι μία προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ μεταφυσικὴ κατανόηση τοῦ κόσμου, γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ κόσμου στὸ σύνολό του. Ἡ θρησκευτικὴ αὐτὴ προσπάθεια ἔχει βιωματικὸ χαρακτῆρα μὲ ἔντονα συναισθηματικὰ στοιχεῖα, ἀφοῦ ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος εἶναι βαθύτατα χρωματισμένος ἀπὸ τὸ θρησκευτικό του συναίσθημα ἢ βίωμα. Ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ κατανοήσει τὴν πραγματικότητα μέσα ἀπ’ ὅ,τι καλύτερο ὁ ἴδιος διαθέτει, καὶ αὐτὸ εἶναι γι’ αὐτὸν ἡ θρησκευτικότητά του μὲ τὴν “ἀντικειμενική” της διαμόρφωση, τὴ θρησκεία. Ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος βλέπει θρησκευτικὰ τὸν κόσμο. Δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ἀλλιῶς, ἐνῷ ταυτόχρονα αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει. Ἡ θρησκευτικότητα καὶ ἡ θρησκεία εἶναι ἀντίστοιχα οἱ ἀξιολογικὲς κορυφὲς τοῦ ὑποκειμενικοῦ καὶ τοῦ ἀντικειμενικοῦ πνεύματος τοῦ θρησκευόμενου ἀνθρώπου, καὶ θρησκευόμενος εἶναι ὁ ἄνθρωπος σ’ ὁλόκληρη τὴν ἱστορία του, μὲ ὁρισμένες ἐξαιρέσεις κυρίως στὰ νεώτερα χρόνια, χωρὶς ὅμως καὶ οἱ ἐξαιρέσεις αὐτὲς νὰ εἶναι πάντα ἀναμφισβήτητες. 
Στὸν χῶρο τῆς θρησκευτικότητας καὶ τῆς θρησκείας ἡ θεολογία εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ συνειδητοποιηθεῖ, μὲ τὰ διαθέσιμα διανοητικὰ μέσα, τὸ νοηματικὸ περιεχόμενο τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος. Θεολογία εἶναι τὸ διανοητικὸ περιεχόμενο τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, ὅ,τι δηλαδὴ πιὸ “ἐπιστημονικὸ” διαθέτει στὸ θρησκευτικό του βίωμα ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος γιὰ τὴ μεταφυσικὴ σύλληψη τοῦ κόσμου, γιὰ τὴν κατανόηση δηλαδὴ τοῦ κόσμου στὸ σύνολό του. Καμία διαφωτιστικὴ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποτιμᾶ τὸ γεγονὸς αὐτό. Αὐτὴ ἡ θρησκευτικὴ θεολογία, ἡ προσπάθεια μεταφυσικῆς σύλληψης τοῦ κόσμου μέσα ἀπ’ τὸ κυρίαρχο στὴν ἐποχή του θρησκευτικὸ βίωμα μὲ ἀνάπτυξη τῶν διαθέσιμων διανοητικῶν μέσων, εἶναι ἡ μήτρα γιὰ τὴ γένεση τῆς φιλοσοφίας, ὅπως καὶ τόσων ἄλλων πολιτιστικῶν ἐπιδόσεων τοῦ ἀνθρώπου. Ἀρχικὰ θρησκευτικὴ δὲν ἦταν μόνο ἡ θεολογία, ἀλλὰ καὶ ἡ μουσική, ἡ ζωγραφική, ὅπως καὶ ἡ ἰατρική, ἡ δικαιοσύνη, ἡ κρατικὴ ἐξουσία κ.λπ. Ἀφοῦ ὁλόκληρη ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἔντονα καὶ σχεδὸν ἀποκλειστικὰ θρησκευτική, ἦταν φυσικὸ ὅλες οἱ πολιτιστικὲς ἐπιδόσεις τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔχουν βασικὰ θρησκευτικὸ χαρακτῆρα. Ἀπὸ αὐτὴν τὴ θρησκευτικὴ ἀφετηρία ξεκινάει τὴν ἱστορική του ἐξέλιξη τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ ἄθρησκο μεταφυσικὸ ἤ, ἔστω, “ἀντιμεταφυσικὸ” σχεδίασμα τῆς ἐποχῆς μας ἔχει ξεκινήσει ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴ μεταφυσικὴ τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος. Αὐτὸ φυσικὰ δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα γιὰ μία ὑποταγὴ τῆς φιλοσοφικῆς ἔρευνας στὸ θρησκευτικὸ βίωμα, μᾶς ὁδηγεῖ ὅμως σὲ μία πιὸ σωστὴ ἱστορικὴ κατανόηση τῆς θέσης, στὴν ὁποία βρίσκεται ἡ φιλοσοφία σήμερα. 
Βέβαια, ἡ φιλοσοφία σήμερα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θρησκευτική. Αὐτὸ εἶναι ἀδιαμφισβήτητο. Ἡ σύγχρονη φιλοσοφικὴ ἔρευνα πρέπει νὰ εἶναι καθαρὴ ὡς πρὸς κάθε ψυχολογισμό. Τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως κάθε συναίσθημα, εἶναι ξένο ὡς πρὸς τὴν καθαρὴ φιλοσοφικὴ μέθοδο ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὰ διανοητικὴ καὶ μάλιστα πέρα γιὰ πέρα κριτική. Προκριτικὰ συναισθήματα, ὅσο ἔντονα καὶ ἂν εἶναι, πρὸς ὅποια κατεύθυνση καὶ ἂν προσανατολίζονται, εἶναι κατ’ ἀρχὴν ξένα πρὸς τὴν καθαρὴ μέθοδο τῆς φιλοσοφίας ποὺ ἔγκειται στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ κοινοῦ, τοῦ διυποκειμενικοῦ λόγου, τοῦ λόγου ποὺ κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε, ἀτομικὴ ἢ συλλογική, προκατάληψη –θρησκευτικὴ ἢ ἄθρησκη.
Συνεχίζεται

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Η "ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ" ΤΟΥ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Michel Bakounine, Confession, Éditions Le passager clandestin, Neuvy-en Champagne, 2013, σελ. 211 
Οἱ ἐκδόσεις Le passager cladestin ἐπανεξέδωσαν τήν γαλλική μετάφραση (1932) τοῦ αὐτοβιογραφικοῦ ἔργου Ἐξομολόγηση τοῦ Μ. Μπακούνιν (1814-1876), μέ μία κατατοπιστική εἰσαγωγή (σελ. 9-27) τοῦ J.-Chr. Angaut. Παρενθετικά νά σημειώσω ὅτι στήν ἔκδοση πού παρουσιάζω σήμερα, δέν ὑπάρχουν τά πολύτιμα σχόλια τοῦ M. Nettlau τῆς δυσεύρετης πλέον ἔκδοσης τοῦ 1932. 
Ὁ Μπακούνιν συνέθεσε τήν Ἐξομολόγηση τό καλοκαίρι τοῦ 1851, ἐνῶ ἦταν φυλακισμένος στίς φυλακές τοῦ Πετροπαυλόφσκ, στήν Ἁγία Πετρούπολη. Ἔχει σημασία νά τονισθεῖ ὅτι «τήν ἐποχή πού ἔγραφε τήν Ἐξομολόγησή του, ὁ Μπακούνιν δέν ἦταν ἀναρχικός καί δέν εἶχε δημιουργηθεῖ τό ἀναρχικό κίνημα» (σ. 11). 
Τό κείμενο τῆς Ἐξομολόγησης καλύπτει ἕνα εὐρύ πλαίσιο θεμάτων πού ξεκινοῦν ἀπό τήν ἐποχή τῶν σπουδῶν τοῦ Μπακούνιν στήν Γερμανία, ὅπου μελετώντας προβλήματα τῆς μεταφυσικῆς κατέληξε στήν «ματαιότητα κάθε μεταφυσικῆς» (σ. 34). Tότε ἀκριβῶς ἄρχισε ὁ Μπακούνιν νά ἀσχολεῖται μέ πολιτικά ζητήματα (σ. 37). 
Παρά τό γεγονός ὅτι βρέθηκε ἐπί χρόνια στό ἐξωτερικό, ὁ Μπακούνιν ἰσχυρίζεται ὅτι διατηρεῖ τήν ρωσσική του συνείδηση (σ. 55), ἐνῶ παράλληλα ἐκφράζει τό «μίσος τῶν Σλάβων γιά τούς Γερμανούς» (σσ. 84-87, σ. 91). 
Ἄν καί ὁ Μπακούνιν ἔχει κατηγορηθεῖ κατά καιρούς, καί μάλιστα ἀπό τόν ἴδιο τόν Μάρξ, ὡς πράκτορας (!) τῆς ρωσσικῆς κυβέρνησης, στήν ἀνάγνωση τῆς Ἐξομολόγησης ὁ ἀναγνώστης θά διαπιστώσει ὅτι ὁ Μπακούνιν προχωρεῖ καί στήν ἐκτενέστατη κριτική τῶν πραγμάτων στήν Ρωσσία τῆς ἐποχῆς του (λ.χ. τῆς προβληματικῆς ἐκπαίδευσης τοῦ λαοῦ [σ. 103], τῆς ἐξαθλίωσης τῶν Ρώσσων ἀγροτῶν [σ. 106], τῆς διαφθορᾶς [σ. 105], τοῦ καθεστῶτος τῆς δουλείας καί τοῦ φόβου [σ. 109]), ἐνῶ μάλιστα ἀναδεικνύει «τήν πίστη στήν δυνατότητα, στήν ἀναπόφευκτη ἀναγκαιότητα τῆς ρωσσικῆς ἐπανάστασης» (σ. 101, σ. 114, σ. 163) καί «τό πάθος τῆς καταστροφῆς» (σ. 136). Γιά τήν ἱστορία θά σημειωθεῖ ὅτι ὁ διάδοχος τοῦ Νικολάου Α΄, ὁ Ἀλέξανδρος Β΄, ὑπέγραψε τήν ἐξορία τοῦ Μπακούνιν στήν Σιβηρία (1857).
Ἐκτός τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀναφορῶν (λ.χ. τῆς ἀμφισβήτησης τῆς κοινοβουλευτικῆς δημοκρατίας [σσ. 117-119]) θά σημειωθεῖ ὅτι στήν Ἐξομολόγηση ὁ Μπακούνιν ἀποτυπώνει ἐπιγραμματικά τό credo του: «Ἡ ἀναζήτηση τῆς εὐτυχίας μου στήν εὐτυχία τοῦ ἄλλου, τῆς προσωπικῆς μου ἀξιοπρέπειας στήν ἀξιοπρέπεια ὅλων ἐκείνων πού μέ περιβάλλουν, τῆς ἐλευθερίας στήν ἐλευθερία τῶν ἄλλων» (σ. 121). 
Σέ μία συνολική ἀποτίμηση, θά τονίσω ὅτι τό κείμενο τῆς Ἐξομολόγησης εἶναι σημαντικό τόσο ἀπό προσωπικῆς, ὅσο καί ἀπό ἱστορικῆς καί πολιτικῆς σκοπιᾶς. Ὁ ἀναγνώστης θά διακρίνει ὁπωσδήποτε τήν εἰλικρίνεια τῆς προσέγγισης τῶν ζητημάτων ἐκ μέρους τοῦ Μπακούνιν, γεγονός τό ὁποῖο φαίνεται νά ἐπιδοκιμάζει καί ὁ ἴδιος ὁ τσάρος Νικόλαος Α΄ σέ ὁρισμένα σχόλια πού ἔχει κάνει πάνω στό κείμενο τῆς Ἐξομολόγησης.
Related Posts with Thumbnails