Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΑ BLOGΑΜΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ


Παρακολουθώντας κάποιος τα διάφορα λεγόμενα αντι-οικουμενιστικά Blogs, θα διαπιστώσει με μεγάλη ευκολία ότι ουσιαστικά δεν πρόκειται για αντι-οικουμενιστικά, όπως εμφανίζονται, αλλά πέρα για πέρα αντιπατριαρχικά. Πρόκειται για ιστοσελίδες οι οποίες κυρίως επιτίθενται στον Οικουμενικό Πατριάρχη. Με λίγη δε μελέτη επ' αυτών δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ότι πίσω απ' αυτά τα Blogs κρύβονται παλαιοημερολογίτες, κάποιοι που δηλώνουν αποτειχισμένοι ή προβληματισμένοι δήθεν, προς αυτή την κατεύθυνση και κάποιοι ζηλωτές. Παρόλο που πολλές φορές μπορεί να μην συμφωνούν μεταξύ τους, εν τούτοις το μένος που έχουν εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχου τους ενώνει. Κι έτσι παρατηρείται το φαινόμενο της μαζικής και ταυτόχρονης αναπαραγωγής των αντιπατριαρχικών κειμένων που αναρτώνται. Ενίοτε βεβαίως, οι ιστοσελίδες αυτές ασχολούνται και με την πολιτική και συμβαίνει κι εδώ το παράδοξο, να παίρνουν θέσεις που άπτονται των θέσεων "πολιτικών" μορφωμάτων από Χρυσή Αυγή και ακόμα πιο βαθειά. 
Όταν αναφέρονται στον Οικουμενικό Πατριάρχη το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν τις περισσότερες φορές, θυμίζει στην καλύτερη περίπτωση, χαμαιτυπείο. Και βεβαίως οι περισσότεροι καίτοι ατρόμητοι αγωνιστές, δεν μας κάνουν τη χάρη ούτε καν το ονοματάκι τους να μας πούνε, αλλά αρέσκονται στη χρήση σιβυλλικών και βαρύγδουπων ψευδωνύμων. 
Δεν λείπουν βέβαια και οι καλοθελητές "νεροκουβαλητές" Ορθόδοξοι, μέλη της επισήμου Εκκλησίας, κληρικοί και λαϊκοί, οι οποίοι συχνά συντάσσονται με τις θέσεις των ιστοσελίδων αυτών. Δεν μπορούμε βεβαίως να γνωρίζουμε αν το κάνουν εσκεμμένα ή αν στην αγωνία τους να τα "βάλλουν" με τον Οικουμενικό Πατριάρχη δεν παίρνουν είδηση σε τι είδους μύλους κουβαλούν νερό.
Η ανάγνωση των αναρτήσεων τους τις περισσότερες φορές προκαλεί θυμηδία γιατί γράφουν "άρες μάρες κουκουνάρες". Μπορεί να διαβάσει κανείς τα πιο ευτράπελα για να μην τα χαρακτηρίσουμε διαφορετικά και πέσουμε πάλι στη λογοκρισία τους. Τελευταία κάποια απ' αυτά, ακόμα και με το παλτό του Οικουμενικού Πατριάρχου ασχολήθηκαν, προκειμένου να τον κατηγορήσουν για οικουμενισμό! 
Το γεγονός ότι απέχουν της επισήμου Εκκλησίας οι περισσότεροι Blogάκηδες εξ αυτών, συνάγεται μεταξύ άλλων και εκ της ενθουσιώδους επιδείξεως ονομάτων γνωστών από την επίσημη Εκκλησία όταν αρθρογραφούν ή όταν συμφωνούν με τις θέσεις τους εκφράζοντας θέσεις ισαξίου λιπαρούς φαιδρότητος με τις δικές τους, παρότι μερικοί διαθέτουν αυτό που ονομάζουμε λιπαρά μόρφωση.
Κατά τα άλλα κόπτονται για την Εκκλησία την οποία μονίμως φαίνεται να γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, ενεργούντες οι ίδιοι ως να είναι αυτοί η Εκκλησία και το λυπηρότερο όλων είναι ότι, κάποιοι εξ αυτών είναι και επίσκοποι-μητροπολίτες και διαποιμαίνουν μητροπόλεις. 
Ο Θεός να μας φυλάει από τα Blogάμια τους! 
Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Φραγκουλάκης 
Αννόβερο-Γερμανίας

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΝΗ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑ


ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ 
Η νήπια ματιά τού αφηγητή 
Αγαπητοί φίλοι, Θα ήθελα να μιλήσω απόψε για το έργο του Μένη Κουμανταρέα όχι με τον τρόπο που θα το έκανε, ίσως, κάποιος θεωρητικός της λογοτεχνίας. Αλλά, με τη ματιά του αναγνώστη που ανοίγει χρόνια μετά, ένα συρτάρι με παλιές φωτογραφίες κι ανακαλεί στη μνήμη του μορφές της μυθιστορίας και πρόσωπα λησμονημένα• γεγονότα της ζωής τους, χώρους και περιβάλλοντα που κάποτε υπήρξαν. 
Μ’ αυτόν τον τρόπο επιθυμώ να ξαναφέρω στο μυαλό μου τις λογοτεχνικές περσόνες που ο συγγραφέας ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες τής μυθοπλασίας με ξενάγησε στον κόσμο τους: σε τόπους, σε καταστάσεις και αισθήματα• όπου, με περιέργεια παρακολούθησα τις σχέσεις τους, τις αγωνίες τους, τα πάθη και τους έρωτές τους. Κι ακολουθώντας τις σκοτεινές τους διαδρομές, μπήκα ως τα βάθη της ψυχής και του μυαλού τους. 
Και ενώ, έχω λησμονήσει πια τα ονόματά των ηρώων και των ηρωίδων του - ακόμα, ακόμα και την ίδια τους την ύπαρξη -, όμως το πέρασμά τους από τη δική μου τη ζωή, η δράση τους κι οι αντιλήψεις τους, μέρες μακρόσυρτες μέσα σε μίζερα λογιστικά γραφεία και σχέσεις που δεν βγάζουν πουθενά, έχουν αφήσει πάνω μου τα ίχνη τους. Προπάντων η ατμόσφαιρα και το συγκεκριμένο ύφος τους: άλλοτε χαλαρό κι άλλοτε εναγώνιο, συγκρατημένο ή απόμακρο, και κάποτε παράτολμο, μα πάντοτε αληθινό, έχει εμποτίσει τη συνείδησή μου. 
Η κ. Κούλα, ο Μπίλης, ο Κουρέας του, ο Ωραίος λοχαγός, η μυστήρια Συμμορία της άρπας, ένας πλανόδιος σαλπιγκτής, ο Νώε ή το μαύρο σκυλί της Πάτρας. Αφομοιωμένοι όλοι τους ως ύλη βιωματική, έχουν ενσωματωθεί εντός μου κι έχουν γίνει ένα ενιαίο σύνολο μαζί μου: μια αξεδιάλυτη ύλη εμπειριών και βιωμάτων. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ήρωες της πραγματικής ζωής: πρόσωπα λησμονημένα (η μορφή τους ξεχασμένη εντελώς) αλλά που η αίσθησή τους παραμένει ακόμα ζωντανή. 
Αυτό δεν είναι άλλωστε ο απώτερος σκοπός του συγγραφέα; Να κάνει τους αναγνώστες του να δουν τον κόσμο μέσα απ’ τα δικά του μάτια, και να βιώσουν μιαν άλλη - τη δική του - οπτική των πραγμάτων. 
Τα στοιχεία που εντυπώθηκαν λοιπόν στη μνήμη μου από τον έργο του Μένη Κουμανταρέα έχουν να κάνουν
~με τους αδρούς χαρακτήρες και τη στιβαρότητα που αναδύεται από το λόγο τους 
~με την ατμόσφαιρα των σκηνικών του, 
~με την πανοραμική καταγραφή μιας αστικής κοινωνίας, και τέλος 
~με το μυστήριο ενός τριπρόσωπου αφηγητή που βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά. 
Αυτά με προσείλκυσαν στη γραφή του. Αυτά ακριβώς αποτελούν και τους άξονες γύρω από τους οποίους θα περιστραφεί η εισήγησή μου για τον συγγραφέα που τιμάμε απόψε. 
Με τρόπο λεπτό και από τη δέουσα απόσταση χτίζει τις λογοτεχνικές περσόνες του. Η διεισδυτική του ματιά έχει πάντα τα όριά της. Γι’ αυτό και συνυπάρχουν με μέτρο, 
~η ψυχογραφία των ηρώων (αλλά και ο σεβασμός στην αυτονομία τους), 
~η απόδοση τής λεπτομέρειας (και συγχρόνως η διακριτικότητα στην καταγραφή της). 
Η ευθύβολη ματιά του αφηγητή - είτε περίοπτη, είτε εστιασμένη στις μικρολεπτομέρειες -, τού επιτρέπει να διεισδύει από απόσταση στους χαρακτήρες του. Αλλά, και να ιχνηλατεί το κοινωνικό τους στίγμα. Οι μυρωδιές, οι ήχοι, τα βλέμματα τον παρασέρνουν. Γίνονται αφορμές πολλές φορές για το πλάσιμο του μύθου, για το χτίσιμο των χαρακτήρων του• ή, μπορεί να οδηγήσουν την πλοκή σε μονοπάτια και σε δρόμους άλλους. Το έλασσον της ζωής, η ουσιαστική της λεπτομέρεια ανασύρεται και ανάγεται σε κύριο θέμα. 
(Μια φλέβα λ.χ. του χεριού τους, ο τρόπος που ανιχνευτικά ακουμπούν τα πόδια τους δυο άγνωστα - προς το παρόν - κορμιά και σε λίγο παθιασμένοι εραστές, μπορούν να συνιστούν μέρος της προσωπικότητάς τους, αλλά και στοιχεία δηλωτικά της ταξικής τους προέλευσης. Αρκεί, κάποιες φορές, ένας υπαινιγμός και μόνο, μια μονολεκτική περιγραφή τού τρόπου που ο ήρωας τινάζει τα μαλλιά του «περήφανα» ή «με νεύρο», για να δηλωθούν, έτσι, οι εσωτερικές διεργασίες, σκέψεις του ήρωα ή συναισθήματα που αν και παραμένουν ανείπωτα, όμως εξαιτίας τού ελάχιστου αυτού υπαινιγμού, γίνονται ήδη αντιληπτά. Ο αναγνώστης έχει σχηματίσει την πλήρη εικόνα του προσώπου: Ευκρινώς). 
Και ενώ, το αποστασιοποιημένο – όπως είπα παραπάνω - βλέμμα τού αφηγητή θα μπορούσε να οδηγήσει στην εγκεφαλική καταγραφή, ίσως ψυχρή κι αδιάφορη, όμως μια αθωότητα (πώς να την πω αλλιώς;) αθωότητα παράδοξα παιδική, ως προς τον τρόπο που αυτός βλέπει τα πράγματα, μια νήπια ματιά που πέφτει φυσική και αβίαστη, χωρίς επίγνωση θαρρείς της φυσικότητάς της, ανεβάζει τη θερμοκρασία τού κειμένου και, εξασφαλίζοντας το κατάλληλο συναισθηματικό υπόβαθρο, κάνει τη λιτή γλώσσα να λειτουργεί με τον πλέον δραστικό τρόπο. Αυτό πιστεύω πως είναι το ιδιαίτερο γνώρισμα στο έργο του Μένη Κουμανταρέα. Αυτό το χαρακτηριστικό συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία του ύφους του. 
Είχα πάντα δηλαδή την εντύπωση ότι στο βάθος των ηρώων του, ακόμα και στην πλέον σκοτεινή πλευρά τους, υπήρχε ένα παιδί που παρακολουθούσε θαυμαστικά τον κόσμο. Που έβλεπε με καθαρή και έντιμη ματιά. Και με άλλη τόση ενάργεια περιέγραφε τα πράγματα. Ήταν ο συγγραφέας; Μόνον ο αφηγητής του; Ποιός να ξέρει. 
Πάντως, από τα πρώτα κιόλας διαβάσματα των έργων του διέκρινα στο ρόλο τού αφηγητή το παιδί που πίσω απ’ τα περίτεχνα κάγκελα του «μπαλκονιού» του, σαν από θεωρείο στημένο στην πρόσοψη ενός μεγαλοαστικού σπιτιού, έβλεπε με λαχτάρα τα άλλα παιδιά να παίζουν στην πλατεία. Να χτυπιούνται, να κάνουνε παρέες και να ζουν. Κι αυτό συμμετείχε νοερά. Σαν θεατής. Από μακριά και μόνος... 
Έκτοτε, έχω την εντύπωση ότι ο συγγραφέας εξακολουθεί να παραμένει ένα παιδί – ακόμα και στα πιο σύνθετα, στα πιο ώριμα έργα του. Γιατί καθώς μεγάλωνε κι ανοιγότανε στον κόσμο, εντούτοις έμενε μέσα του έφηβος που έζησε από μακριά φίλους παιδικούς, δεν τους άγγιξε σχεδόν ποτέ, δε μάτωσε μύτες-γόνατα παλεύοντας ή παίζοντας μαζί τους στις αλάνες. Αν και θα το ήθελε πολύ : να συγχρωτιστεί μ’ εκείνους, να μαλώσει, να τον δείρουνε και να τους δείρει. Κι ύστερα, ας φιλιώσουνε. 
Απ’ αυτή τη θέση ο συγγραφέας, ώριμος πια, περιγράφει όλα τα χαμίνια του, τα κλεφτρόνια, τους μπαγαπόντηδες• εννοώ, τους λαϊκούς του ήρωες και τους ανθρώπους του περιθωρίου. Διατηρώντας πάντα το αχνό χαμόγελο, το δίχως φθόνο βλέμμα, τη συμπαθητική ματιά εκείνου του παιδιού: Που μέσα του έχουν αποτυπωθεί επιθυμίες ανεκπλήρωτες. Ίσως γι’ αυτό, τα έργα του τα διαποτίζει μια υποδόρια θλίψη, τα διατρέχει μια επιθυμία ανεκπλήρωτη. (Ή μήπως τάχατες μόνον εγώ τα βλέπω όλα αυτά;). 
Ο Μένης ισορροπεί βαδίζοντας ανάμεσα σε δύο κόσμους: Από τη μια μεριά, η αστική του κοινωνία, η αστική καταγωγή - που δεν την απαρνήθηκε ποτέ αλλά και ποτέ δεν ταυτίστηκε μαζί της. Κι απ’ την άλλη, ένας κόσμος λαϊκός (που μολονότι ο αστός αφηγητής τού αφιέρωσε τον θαυμασμό του) όμως, μέρος του δεν έγινε ποτέ. Μπαινόβγαινε με άνεση στο περιβάλλον και τα στέκια τους, κι ωστόσο ουδέποτε ενσωματώθηκε ο ίδιος μέσα σ’ αυτό το χώρο. 
Παρόλα αυτά, η παιδική εκείνη έκπληξη για τα πράγματα τριγύρω, η αμήχανη στάση του μπροστά στην παράξενη ομορφιά του κόσμου δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Μάλλον αυτό είναι το μυστικό της ζωντανής γραφής του, αλλά και ο λόγος που το ενδιαφέρον τού κοινού για τα βιβλία του παραμένει αδιάπτωτο: Η ειλικρίνεια και η αυθεντικότητά του - αυτό. 
Στα παραπάνω στοιχεία πρέπει να προστεθεί το χιούμορ, ο σαρκασμός κι ο αυτοσαρκασμός του. Που, με τον καιρό, όσο εδραιώνονταν η φήμη του ως συγγραφέα (νωρίς, νωρίς - ευτυχώς, για το ύφος του) τόσο περισσότερο αναδεικνύονταν στο έργο του. Απόρροια της πείρας που συσσωρεύει στον άνθρωπο η σοφία της ζωής. Αλλά και που προσδίδει στη συγγραφική ματιά η αποδοχή από τους άλλους. 
Θέλω να αναφερθώ, τώρα, για λίγο στο κοινωνικό του στίγμα, στην ατμόσφαιρα των έργων του. Την αναδυόμενη από τους τόπους και τα σκηνικά του, αλλά και τα εσωτερικά ανθρώπινα τοπία, τις αντιθέσεις προπαντός ανάμεσα στην αστική κοινωνία και στους ανθρώπους λαϊκής καταγωγής. 
Η αντιπαραβολή των αντιλήψεων, της νοοτροπίας τους, της ψυχολογίας των δύο αυτών κόσμων αποτέλεσαν (για μένα οπωσδήποτε, αλλά πιστεύω και για το σύνολο των αναγνωστών του) έναν ισχυρό πόλο έλξης. 
Στον διαφαινόμενο τότε μετασχηματισμό της κοινωνίας της δεκαετίας του’60, και πολύ περισσότερο στη δεκαετία του ’70, η θεματική του Κουμανταρέα κατέγραφε τις κοινωνικές αλλαγές, αποτύπωνε τον παλμό της εποχής, αποσαφήνιζε τις καταστάσεις, ερμήνευε σαν σε πανόραμα τις εκφάνσεις της μεσοαστικής κοινωνίας. 
Κυρίως όμως, έβγαζε στο προσκήνιο τη φθορά του αστικού κόσμου, την κοσμοαντίληψη, τις μύχιες σκέψεις τους. Φωτογράφιζε με κάθε λεπτομέρεια έναν κόσμο που μετεξελισσότανε ραγδαία, αλλοιωνόταν η φυσιογνωμία του και που σε λίγο έμελλε να αλωθεί πλήρως από την οικονομική και κοινωνική άνοδο της λαϊκής τάξης. Η οποία από τα μέσα του ’70 και μετά θα έπαιζε ρόλο πρωταγωνιστικό στον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας ως κύριος φορέας πολιτικών αλλαγών. 
Ο Κουμανταρέας έδωσε σ’ αυτούς τους ανθρώπους εξαρχής ρόλο πρωταγωνιστικό, δίπλα στη φθίνουσα αστική κοινωνία. Χωρίς να κινείται ιδιαίτερα, πιστεύω, από καμία πολιτική σκοπιμότητα παρεκτός την ιδεολογική του στράτευση –νομίζω — σε μιαν ουμανιστική αντίληψη, μια πίστη σταθερή στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ανθρώπων. Πέρα από τάξεις, ή οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια. 
Και ο τρόπος του δεν έμοιαζε ούτε με τον τρόπο του Ιωάννου, ούτε με τον τρόπο του Ταχτσή (η πολύ ενδιαφέρουσα λογοτεχνική περσόνα του Ιωάννου, πρωτότυπη και εντελώς πρωτοποριακή, ήταν κλεισμένη στον εσωτερικό της κόσμο, διαλεγόμενη με τον εαυτό της, ενώ οι μικροαστοί ήρωες του Ταχτσή – βγαλμένοι από μιαν ηθογραφία φρέσκια κι ολοζώντανη, παρέμεναν ωστόσο στον περιορισμένο χώρο της λαϊκής τους συνοικίας. Δεν πήγαιναν πιο πέρα• εννοώ τον ταξικό τους χώρο κι όχι την μεγάλη, αντιθέτως, λογοτεχνική αξία τους). 
Ο Κουμανταρέας έκανε κάτι διαφορετικό: κατέγραψε τον αστικό κόσμο αλλά και παρεισέφρησε στις λαϊκές γειτονιές. Έφερε σε επικοινωνία τη λαϊκή τάξη με την αστική κοινωνία. Και μέσα από τη σύγκριση των δύο κόσμων ο αναγνώστης έβγαζε συμπεράσματα, χωρίς να καθοδηγείται ασφυκτικά από κάποιον παντογνώστη αφηγητή. Ανάδειξε εύστοχα τα θέματά του στοχεύοντας όχι στο θυμικό του αναγνώστη του κυρίως, αλλά στη λογική του. Και χρησιμοποιώντας ευρυγώνιους φακούς ανέπτυξε τα σκηνικά του, ξανοίχτηκε σε πανοραμικά τοπία, σε κοινωνικές ομάδες και θεματικές, και έδωσε τοιχογραφίες της εποχής, πληρέστερες και ολοκληρωμένες. 
Αυτά με βρήκαν έτοιμο να τα παρακολουθήσω. Κι ήμουν περίεργος να ακούσω και να δω. Γιατί τον έναν κόσμο (τον λαϊκό) τον ήξερα καλά, τον άλλον όμως τον αγνοούσα πλήρως. Ο Κουμανταρέας με συμπαρέσυρε στο λογοτεχνικό του σύμπαν, και με έμπασε στο σκηνικό του, μέσα από τη γλώσσα του. 
Το σημείο όπου συναντιόντουσαν οι δύο κόσμοι του ήταν ακριβώς το γλωσσικό τους ιδίωμα. Μια γλώσσα τολμηρή και πειστική που τραβά την περιέργεια του αναγνώστη, κάμπτει τις αμφιβολίες και, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη, πείθει για την ειλικρίνεια των προθέσεων του συγγραφέα. Παρατηρείστε, π. χ. με ποιο τρόπο παρεισφρέει ο ένας κόσμος μες στον άλλο. 
Φτάνει μια λέξη για να μετακομίσει η ηρωίδα του από τον καθωσπρεπισμό της αστικής κοινωνίας στον παρορμητισμό τής λαϊκής γυναίκας με τις ασυγκράτητες επιθυμίες, τα αχαλίνωτα πάθη. Λέει η αστή ηρωίδα στον λαϊκό εραστή της 
~ «…κατά βάθος, σε βλάπτω …» (του λέει χρησιμοποιώντας το ρήμα στον καθαρεύοντα τύπο του) 
~« εγώ σε βλάφτω,» της απαντάει ο λαϊκός Μίμης. Καμία άλλη νύξη. Τα όρια της γλώσσας τους καθορίζουν και τα όρια του κόσμου τους, όπως θα έλεγε ο ποιητής. 
Κι ακόμα: Οι αστικές φιγούρες δίνονται με μια γλώσσα προσεγμένη, που ταιριάζει στα μέτρα τους (π. χ. «περιποιημένη στην τρίχα» ή «μ’ ένα σκούρο ταγεράκι»). Άλλωστε, η πιο αντιπροσωπευτική απ’ όλες: «η Κούλα» της ομώνυμης νουβέλας, είναι μια «Κυρία». Ούτε που θα το διανοήθηκε, φαντάζομαι, ο συγγραφέας, αλλά κι ο αναγνώστης θα δυσανασχετούσε αν ξαφνικά την αποκαλούσε με το ανάρμοστο για μιαν αστή προσωνύμιο: «Κυρά Κούλα». Ενώ ο Μίμης, λαϊκής καταγωγής, το πρώτο που ζητάει από την συνομιλήτρια είναι να του μιλάει στον ενικό. Γιατί – εξηγεί ο αφηγητής - : «του ερχόταν δύσκολο να κρατάει τους τύπους». Ιδού η σύγκριση των δύο κόσμων και η τεράστια, ανάμεσά τους, διαφορά. 
Τελειώνοντας, ο Μένης Κουμανταρέας, φαίνεται ότι αντλεί από το αστικό του περιβάλλον δύο πολύτιμα στοιχεία: 
Πρώτον, την ευρύτητα ενός χώρου βιωμένου (ενώ από τον λαϊκό κόσμο, το βάθος του μυστηριώδους γι’ αυτόν ανθρώπινου τοπίου). Και ενώ στον αστικό του κόσμο στιγματίζει τις αλλοτριωμένες σχέσεις, την αποξένωση των ανθρώπων και την ανούσια συμβίωση, στους λαϊκούς ανθρώπους φαίνεται να τον συγκινεί η ψυχική τους δύναμη (αλλά και η ανεπίγνωστη ομορφιά τους, όταν αυτή συμβαίνει να είναι αυθεντική). 
Το δεύτερο πολύτιμο στοιχείο αφορά το αργό ξετύλιγμα της αφήγησης. Έχει να κάνει δηλαδή με τη βραδύτητα του χρόνου. Με την ηρεμία τού τίποτα, μιας καθημερινής συνήθειας, με την αίσθηση ότι η ζωή περνάει στα χαμένα, και που συνέχεια ελλοχεύει η απειλή της σήψης, ο κίνδυνος να λιώσουν όλα ξαφνικά ή να τιναχτούν από κάποια απροσδόκητη αιτία στον αέρα με τον πιο εκκωφαντικό θόρυβο. 
Κυρίες και κύριοι, αν οι ραγδαίες εξελίξεις έχουν απωθήσει τόσο πολύ από τη μνήμη μας τις κοντινές μας εποχές ώστε να μοιάζουνε απόμακρες, όμως πολλά από τα χρώματα, τα βλέμματα, τις μυρωδιές τα ίχνη του καιρού μας ζωντανεύουν στα γραπτά του τιμώμενου απόψε συγγραφέα. Ένα μεγάλο μέρος από την ατμόσφαιρα της εποχής, τα κοινωνικά δεδομένα και οι εξελίξεις, η ψυχολογία των ανθρώπων έχουν αποτυπωθεί με ενάργεια στο έργο του. Οι λέξεις του Κουμανταρέα, οι εικόνες κι οι περιγραφές μάς κάνουν να ανακαλούμε στο μυαλό μας βιώματα εφηβικά• μιαν ιδιάζουσα αίσθηση των πραγμάτων. Τα χρόνια της πνευματικής και βιολογικής μας ωριμότητας. Γι’ αυτό και τον ευχαριστώ. 
Κώστας Λογαράς 
(Παρουσίαση του Μένη Κουμανταρέα στο 2ο Συνέδριο Πεζογραφίας, Πάτρα 8/11/2009)

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΚΥΡΙΕ ΜΕΝΗ...


Πριν 5 χρόνια (7-11-2009)...
Αφιέρωμα στον Μένη Κουμανταρέα στην Φιλαρμονική Εταιρεία - Ωδείο Πατρών, στο πλαίσιο της 2ης Συνάντησης Πεζογράφων στην Πάτρα, που επιμελήθηκε ο φιλόλογος Γιάννης Παππάς, σε συνεργασία με το περιοδικό διαβάζω.
Την παρουσίαση έκανε ο συγγραφέας Κώστας Λογαράς και με τον Τάσο Σπηλιωτόπουλο στο πιάνο ερμηνεύσαμε, ως Πολύτροπον, τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι που σημάδεψαν τη νιότη του Μένη Κουμανταρέα. 
Δείτε το πρόγραμμα που ετοιμάσαμε, με τίτλο: Μάνος Χατζιδάκις – Μένης Κουμανταρέας “Είμαστε από καλή γενιά”, εδώ. Και μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρη την εκδήλωση στο intv
Το εύσημό μας ήταν ο λόγος του συγγραφέα: "Με συγκινήσατε. Με πήγατε πολλά χρόνια πίσω".
Δυστυχώς δεν πρόλαβα να τον καλέσω στον Μάλερ του Χατζιδάκι που κάναμε πρόσφατα στην Μουσική Βιβλιοθήκη, όπου αναφέρθηκα εκτενώς στη μαρτυρία του για τα μεταπολεμικά χρόνια με τον Μάνο Χατζιδάκι.
Καλό ταξίδι κύριε Μένη...
Δείτε εδώ τις σχετικές με τον Μένη Κουμανταρέα αναρτήσεις της Ιδιωτικής Οδού.


Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΛΑΤΙΝΟΥΣ


Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός
Συμπεριφορά στους Λατίνους 
Του Ιωάννη Καρδάση
(Απόσπασμα από σχετική μελέτη)
Η σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας έγινε 385 χρόνια μετά το Σχίσμα Ανατολής και Δύσης, οι δε αιρετικές θέσεις των Λατίνων ήταν απολύτως γνωστές στον άγιο Μάρκο. Παρ’ όλα αυτά ο άγιος έκανε μεγάλη προσπάθεια να πείσει τους Λατίνους, παραβαίνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις τους ιερούς Κανόνες, που αποκλείουν κάθε επαφή με αιρετικούς. Και τούτο με την ελπίδα της επιστροφής (και όχι της ένωσης). Έτσι: 
1/ Αναγνώρισε τον αιρετικό Παπισμό, ως «αδελφή Εκκλησία»: Ο ίδιος ο Εφέσου Μάρκος χαρακτηρίζει τις Εκκλησίες Ανατολής και Δύσης ως «Αδελφές Εκκλησίες», οι οποίες πρέπει με τη βοήθεια του Θεού να συμφιλιωθούν και αποκαταστήσουν την ειρήνη μεταξύ των. Έτσι λέγει: «Επειδή τοίνυν δια της εκφωνήσεως ταύτης (ήτοι του filioque) η αγάπη λυθείσα συνδιέλυσε την ειρήνην και από τούτου το σχίσμα παρηκολούθησε, νυν δε ευδοκία Θεού βουληθείσα η ρωμαϊκή εκκλησία την ειρήνην ανακαλέσασθαι δια της αγάπης ήρξατο τούτο ποιείν, και αύθις η ημετέρα εκκλησία μετά της αυτής αγάπης προσέδραμε προς την αδελφήν αυτής, μάλλον δε προς αδελφάς. ελπίς έστι άχρι τέλους, του Θεού συνεργούντος, επακολουθήσειν και την ειρήνην και τα σκάνδαλα εκ μέσου γενήσεσθαι, και καθάπερ επί των νοσημάτων, επενεχθήσεσθαι την διόρθωσιν» (Acta Graecorum, σ. 52). Επίσης διαλεγόμενος με την προοπτική της αληθινής επανένωσης με τους Λατίνους, τους ωνόμαζε όχι απλά αδελφούς, αλλά φίλους, πατέρες και αγίους (AG σ. 216, Συρόπουλου, Απομνημονεύματα, VIII, 6, σ. 394, IV, 31, σ. 230, επίσης και Βαφείδης Φ.). 
2/ Προσφώνησε τον Πάπα Ευγένιο Δ΄ με ευγενικά λόγια και τίτλους, που δεν αρμόζουν σε αιρετικό: Ας θυμηθούμε λοιπόν την προσφώνηση του Εφέσου αγίου Μάρκου στον αιρετικό Πάπα Ρώμης Ευγένιο Δ΄: «Άκουσε σεβάσμιε Πάπα της Ρώμης και διδάσκαλε της Λατινοσύνης…..» και σε άλλη περίπτωση: «Τω Μακαριωτάτω πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης», αλλά και τις προσφωνήσεις του προς τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Ιωσήφ Β΄: «Ακούσατε, άγιε αυτοκράτορ κύριε Ιωάννη και άγιε πατριάρχα Ιωσήφ…..» (Ν. Βασιλειάδη, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η Ένωσις των Εκκλησιών, σελ. 91, 93, 245). 
3/ Συμμετείχε σε συμπροσευχές με αιρετικούς: Ο ίδιος ο άγιος συμμετείχε στην εναρκτήρια τελετή-προσευχή στη Φεράρα, αλλά όχι στο συλλείτουργο με τον Πάπα με το τέλος της Συνόδου Φλωρεντίας (πρακτικά συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας, στήλες 475-478), η δε κηδεία και η ταφή του Πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ έγινε τον Ιούνιο του 1439 στον ΡΚαθολικό ναό της Santa Maria Novella στη Φλωρεντία παρόντος βέβαια και του αγίου Μάρκου: «Και τη εννάτη ώρα ελάβομεν τον νεκρόν του πατριάρχου και απήλθομεν φορούντες πάντες τας αρχιερατικάς στολάς εν τω ναώ της αγίας Μαρίας της Νοβέλλας και επληρώσαμεν εντός του ναού, πάντα τα της ταφής, και ασπασθέντες κατά το έθος, εθάψαμεν αυτόν εντός του ναού, προς το μέρος του σκευοφυλακίου προς μεσημβρίαν, εποίησαν δε πολλήν τιμήν εις την προπομπήν αυτού οι τε καρδινάλιοι, αρχιεπίσκοποι, και συν αυτοίς οι αυθένται και οι άρχοντες της Φλωρεντίας (…..). Και ετάφη λαμπρώς εν τω μοναστηρίω των μοναχών του σχήματος του αγίου Δομενίκου, εν τω ναώ αυτών, ένθα και ο πάπας ήν κατοικών» (Πρακτικά ….. Vol. V, fasc II, σελ. 445 (21-35). 
4/ Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονούμε, ότι κατά την διάρκεια των Θεολογικών Διαλόγων με αιρετικούς, οι άγιοι Πατέρες χρησιμοποίησαν αρκετές φορές φράσεις ευγενείας προς αυτούς, χωρίς φυσικά αυτές να ανταποκρίνονται προς την αυστηρή Ορθόδοξο εκκλησιολογία ή τα εκκλησιολογικά τους φρονήματα. Είναι απολύτως χαρακτηριστικές οι σχετικές φράσεις του αγίου Μάρκου του Ευγενικού κατά την έναρξη του Θεολογικού Διαλόγου με τους Λατίνους στην Φερράρα το 1438: «Σήμερον τα του Δεσποτικού σώματος μέλη, πολλοίς πρότερον χρόνοις διεσπαρμένα τε και ερρηγμένα προς την ένωσιν αλλήλων επείγεται. Ου γαρ ανέχεται η κεφαλή πάντων Χριστός ο Θεός εφιστάναι διηρημένω τω σώματι... Δια τούτο εξήγειρέ σε τον των Ιερέων αυτού πρωτεύοντα (δηλ. τον πάπα), προς την ημετέραν κλήσιν... Δεύρο δη ουν, αγιώτατε πάτερ, υπόδεξαι τα σα τέκνα... Μέχρι τίνος οι του αυτού Χριστού, και της αυτής πίστεως βάλλομεν αλλήλους και κατατέμνομεν; μέχρι τίνος οι της αυτής Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν αλλήλους;...» (Κάλλιστου Βλαστού, Δοκίμιον ιστορικόν περί του Σχίσματος….., σελ. 135-136) Οι ανωτέρω φράσεις ευγενείας του μεγάλου Ομολογητού δεν ανταποκρίνονται φυσικά με ακρίβεια στις αυστηρές, εκκλησιολογικές του απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι Λατίνοι ήταν απερίφραστα «αιρετικοί» (Mansi 31A, 885D), και μάλιστα «εκ πολλών χρόνων αποκεκομμένοι (εκ της Εκκλησίας) και σεσηπομένοι και μυρίοις αναθέμασιν υποκείμενοι» (Ανδρ. Δημητρακόπουλου, Ορθόδοξος Ελλάς, σελ. 106)). 
5/ Η παρουσία του αγίου Μάρκου στις συνεδριάσεις της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας ήταν πλήρης και καθολική σε όλες τις συνεδριάσεις, πλην δυο, όπου του απαγορεύθηκε η συμμετοχή. Έτσι: 
α/ Στη σύνοδο Φερράρας: Πραγματοποιήθηκαν 14 συνεδριάσεις από 9.4.- 13.12.1438, στις οποίες ΟΛΕΣ συμμετείχε ο άγιος Μάρκος 
β/ Στη σύνοδο Φλωρεντίας: Πραγματοποιήθηκαν πολλές συνεδριάσεις από 26.2.- 6.7.1439, στις οποίες όλες παρέστη ο άγιος Μάρκος, εκτός από ΔΥΟ συνεδριάσεις (21.3 και 24.3.1439), στις οποίες του απαγορεύθηκε η συμμετοχή από τον αυτοκράτορα, ο οποίος τον έκλεισε στο κελί του με φρουρά (Ν. Βασιλειάδη, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωσις των Εκκλησιών, σελ. 124). Συμπέρασμα: ο άγιος Μάρκος συμμετείχε σε όλες τις συνεδριάσεις, εκτός από δυο και όχι με δική του υπαιτιότητα. Σε όλες τις άλλες συμμετείχε και από καμία δεν απουσίασε αυτοβούλως. Μπορεί να θρηνούσε και να αλγούσε, για το κατάντημα των ορθοδόξων αρχιερέων, αλλά ήταν υπάκουος στα κελεύσματα του αυτοκράτορα. 
6/ Παραδέχτηκε το βάπτισμα των Λατίνων, ως έγκυρο, μετά τη σύνοδο: Στο πρόβλημα του βαπτίσματος των Λατίνων, ο Εφέσου Μάρκος προτιμά την οικονομία, παρότι ακραιφνέστατος Ορθόδοξος στην πίστη, μαρτυρώντας «περί της καθολικής πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας», ομολογεί ότι: «χρίομεν τους εξ αυτών (δηλ. των Λατίνων) ημίν προσιόντας….. ως αιρετικούς όντας» (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….. σ. 981), δηλ. εντάσσει τους Λατίνους ως αιρετικούς στην ομάδα των Αρειανών κ.λπ. της Β΄ Οικουμενικής, παρ’ όλον ότι γνωρίζει τον τύπον του ραντισμού, τον οποίον αποκηρύσσει. Έτσι, ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος εμφανίζεται αντίθετος προς τον Εφέσου Μάρκο, καθότι ο τελευταίος δέχεται το βάπτισμα των Λατίνων (δηλ. το ράντισμα). Ο Δοσίθεος λοιπόν το κατ’ ακρίβειαν και ο Μάρκος το κατ’ οικονομίαν. 

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Ο "κύριος" ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ή αμέθυστος ΚΑΤΕΒΑΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥ


Ο "κύριος" αμέθυστος που διατηρεί ένα μπλογκ, νόμισε ότι μπορεί να με προσβάλει με διάφορα απαράδεκτα σχόλια εναντίον μου κατά καιρούς. Τον ανακάλυψα και αυτόν (διότι έχω ανακαλύψει και άλλον υβριστή μου, αν θυμάστε αγαπητοί συνοδίτες). Πρόκειται για κάποιον "κύριο" Σταύρο Νικολαϊδη από τον Βόλο, πρώην βιβλιοπώλη, πρώην εκδότη, και νυν ...δεν ξέρω τι. 
Αναδημοσιεύω στη συνέχεια την πρόσφατη ηλεκτρονική αλληλογραφία μας. 
Φυσικά έσπευσε να κάνει αυτό που του ζήτησα. Κατέβασε όλες τις αναρτήσεις και τα σχόλια που αφορούσαν σε μένα. 
Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι τελείωσα με τον εν λόγω "κύριο"...
- panagiotisandriopoulos είπε... 
Σας απαγορεύω ρητά και κατηγορηματικά και μάλιστα βάσει του νόμου 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης της Βέρνης, κυρωμένης από τον νόμο 100/1975, περί πνευματικής ιδιοκτησίας, να χρησιμοποιείτε ο,τιδήποτε από τα ιστολόγιά μου ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ και ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ. Σας καλώ επίσης να μου στείλετε τα πλήρη στοιχεία σας για τα περαιτέρω. Ελπίζω να διαθέτετε κάποιου είδους ανδρισμό και να μη διστάσετε. 
Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
1/12/14 10:03 μ.μ. 
- amethystos είπε... 
Βάλε μιά ανακοίνωση ρέ φίλε. Εμείς πού νά ξέρουμε τί έχεις στό μυαλό σου. Ακολουθούμε τήν συνηθισμένη τακτική όπως όλοι. Αλλά δέν παραβιάζουμε πνευματικά δικαιώματα όπου ζητείται. Θά συμμορφωθούμε μέ τήν επιθυμία σου, τί νά κάνουμε. Οσο γιά τόν ανδρισμό άσε καλύτερα . Εμείς οι χριστιανοί, πρίν ζητήσουμε ο,τιδήποτε από τούς άλλους τό ζητάμε πρωτύτερα από τόν εαυτό μας. Γαλήνευε. 
1/12/14 11:31 μ.μ. 
- Panandr είπε... 
Απαιτώ εδώ και τώρα να κατεβάσετε όλες τις αναρτήσεις που έχετε χρησιμοποιήσει από τα ιστολόγιά μου και να διαγράψετε όλα τα κακόβουλα σχόλια για το πρόσωπό μου. Επίσης περιμένω τα πλήρη στοιχεία σας, αλλιώς θα απευθυνθώ στην δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος. Τώρα ποιο είναι το έγκλημα μπορείτε να το πληροφορηθείτε από το νομικό σας σύμβουλο. 
Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
2/12/14 10:30 π.μ. 
- panagiotisandriopoulos είπε... 
Λοιπόν, "κύριε" αμέθυστε, "κύριε" Σταύρο Νικολαϊδη ή όπως αλλιώς σας λένε, από το Βόλο, σας έχω εντοπίσει πλήρως και περιμένω μέσα σε 24 ώρες να με ενημερώσετε υπεύθυνα ότι έχετε κατεβάσει ότι με αφορά (αναρτήσεις μου και χυδαία σχόλιά σας για το πρόσωπό μου). Αλλιώς μπαίνουμε σε άλλες οδούς, όχι πάντως ιδιωτικές... 
Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
2/12/14 11:01 μ.μ.


- amethystos είπε... 
Γιά πές ένα χυδαίο σχόλιό μας γιά τό πρόσωπό σου; Γιά νά καταλάβουμε τί εννοείς;; Διότι υπάρχουν τά δικά σου σχόλια εναντίον εκπροσώπων τής εκκλησίας πού διαφωνούν μέ τον Πατριάρχη. Ετσι δέν είναι; Γιά φέρε μας ένα παράδειγμα όπου δέν υπερασπιστήκαμε τήν αξιοπρέπεια τής πίστεώς μας;;; 
2/12/14 11:17 μ.μ. 
- panagiotisandriopoulos είπε... 
Είναι πολλά τα χυδαία και τα έχω κρατήσει όλα. Έτσι μπορώ να τσεκάρω αν θα τα κατεβάσετε όπως οφείλετε. Αν δεν καταλαβαίνετε, "κύριε" Σταύρο Νικολαϊδη, πόσο χυδαίος είστε, δεν πειράζει. Θα τα πείτε στη δικαιοσύνη. Π.Α. 
2/12/14 11:29 μ.μ. 
- amethystos είπε... 
Γιά δώσε μας ένα παράδειγμα. 
2/12/14 11:44 μ.μ. 
- panagiotisandriopoulos είπε... 
24 ώρες. Ούτε λεπτό παραπάνω. Να κατέβουν όλα όσα με αφορούν. Σας συνιστώ να αρχίσετε πάραυτα γιατί έχετε πολλή δουλειά! 
3/12/14 12:10 π.μ.
- amethystos είπε... 
Θά προσπαθήσουμε νά σώσουμε τήν τιμή σου φίλε. Στρωθήκαμε στή δουλειά.
3/12/14 12:29 π.μ.

«Ιστορικοποιώντας τον οικουμενισμό» / Διεθνές Συνέδριο στο μοναστήρι του Bose

Ο Γιώργος Βλαντής (αριστερά) μιλώντας στο διεθνές συνέδριο στο Bose

Το τριήμερο 26-28 Νοεμβρίου 2014 πραγματοποιήθηκε στο περιώνυμο μοναστήρι του Bose (Β. Ιταλία) διεθνές συνέδριο με θέμα «Ιστορικοποιώντας τον οικουμενισμό» (Historicizing ecumenism). Θεολόγοι και ιστορικοί από όλη την Ευρώπη απόλαυσαν την εξαιρετική φιλοξενία της οραματικής μοναστικής κοινότητας, συμμετείχαν στην εμπνευσμένη λατρευτική ζωή της και εξέτασαν με σύγχρονα αναλυτικά εργαλεία ποικίλες πτυχές της ιστορίας της οικουμενικής κίνησης. Συστηματικά και εν γένει θεωρητικά προβλήματα της οικουμενικής θεολογίας, γεγονότα κομβικής σημασίας στην πορεία για την προώθηση της χριστιανικής ενότητας, η συμβολή σημαντικών μορφών του διαχριστιανικού διαλόγου στην προσπάθεια υπέρβασης όσων εμποδίζουν την πλήρη κοινωνία των χριστιανικών Εκκλησιών μελετήθηκαν επισταμένα, κομίζοντας νέα στοιχεία στην έρευνα, αναδεικνύοντας τα επιτεύγματα, αλλά και εξετάζοντας τις προκλήσεις και τα εμπόδια που αντιμετωπίζει η οικουμενική κίνηση σήμερα.
Το συνέδριο διοργανώθηκε από το «Ίδρυμα Θρησκευτικών Σπουδών Ιωάννης ΚΓ´» υπό την ευθύνη του καθηγητή Alberto Melloni (Reggio Emilia/Μπολόνια). 
Εισηγήσεις κατέθεσαν οι εξής επιστήμονες: Jürgen Miethke (Χαϊδελβέργη· «Η “ενότητα της Εκκλησίας” στην υστερομεσαιωνική Εκκλησιολογία – λυδία λίθος για την οικουμενική κίνηση σήμερα»)· Cyril Hovorun (πανεπιστήμιο Yale, ΗΠΑ· «Θεολογικές γλώσσες οικουμενικών συγκλήσεων»)· Theresia Hainthaler (Φρανκφούρτη· «Χριστολογικοί διάλογοι με τις Εκκλησίες της Ανατολής»)· Enzo Bianchi (ηγούμενος της οικουμενικής μοναστικής κοινότητας του Bose· «Απολογισμός του οικουμενισμού σήμερα. Μια μοναστική προοπτική»· Adalberto Mainardi–Matthias Wirz (Bose· «Οικουμενισμός και μοναστικές εμπειρίες του εικοστού αιώνα»)· Silvia Scatena (Reggio Emilia/Louvain-la-Neuve· «Διεθνής, διομολογιακή, οικουμενική. Η κοινότητα του Taizé και η Μετερρυθμισμένη Εκκλησία στη Γαλλία: η “υπόθεση” των αδελφών παστόρων»)· Peter de Mey (Leuven· «Το καθολικό συνέδριο για την άμεση προπαρασκευή οικουμενικών ερωτήσεων για την ανανέωση της καθολικής εκκλησιολογίας στη Β´ Βατικανή Σύνοδο: Ανάλυση του μνημονίου του 1959 και των συναντήσεων του 1960 [Gazzada] και του 1961 [Strasbourg]»)· Leonard Hell (Mainz· «Ο επίσκοπος του Mainz Albert Stohr [1890-1961]»)· Margarethe Hopf (Βόννη· «Ο Max Lackmann, „Die Sammlung“ και ο „Bund für evangelisch-katholische Wiedervereinigung“)· Saretta Marotta (Μπολόνια/Μόναχο· «Η γένεση ενός οικουμενιστή: ο Augustin Bea στη σχολή του επισκόπου του Paderborn Lorenz Jaeger»)· Sergej Firsov (Αγία Πετρούπολη· «Ο πάπας Ιωάννης ΚΓ´ στον καθρέφτη του σοβιετικού τύπου. Αναθεωρώντας την ιστορία της πρόσληψης της προσωπικότητας του ποντίφηκα στην ΕΣΣΔ»)· Geert van Dartel (Ουτρέχτη· «Για την ανακαίνιση της Εκκλησίας και της κοινωνίας. Το οικουμενικό περιοδικό Kosmos & Oecumene [1967-1992]»)· Leo van Leijen (Ουτρέχτη· «Από λαχτάρα για την ενότητα. 60 χρόνια το περιοδικό Pokrof ενημερώνει για τον ανατολικό χριστιανισμό [1954-2013]»)· André Birmelé (Στρασβούργο· «Ένας απολογισμός των διαλόγων: οι μεθοδολογικές προκλήσεις και τα νέα παραδείγματα του οικουμενισμού»)· Πανδώρα Δημανοπούλου-Cohen (Παρίσι· «Η κίνηση του Πρακτικού Χριστιανισμού μπροστά στην οικονομική κρίση της δεκαετίας του ᾽30»)· Mauro Velati (Νοβάρα· «Βίβλος και οικουμενισμός. Η δράση της Γραμματείας για την ενότητα») και Lucca Ferrracci (Μπολόνια· «Πρώτες αντιδράσεις στο κείμενο της Λίμα για το Βάπτισμα, την Ευχαριστία και το Λειτούργημα»). Επίσης, στο πλαίσιο του συνεδρίου παρουσιάστηκε το βιβλίο του καθηγητή Mauro Velati Separati ma frateli. Gli osservatori non cattoloci al Vaticano II («Χωρισμένοι, όμως αδελφοί. Οι μη καθολικοί παρατηρητές στη Β´ Βατικανή Σύνοδο», εκδόσεις Il Mulino, Μπολόνια 2014), ένας εξαιρετικός τόμος με ποικίλες αναφορές, μεταξύ άλλων, στον πολύ Νικόλαο Νησιώτη.
Εκ μέρους της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών του Βόλου συμμετείχε ο επιστημονικός της συνεργάτης κ. Γεώργιος Βλαντής (επίσης επιστημονικός συνεργάτης της έδρας Συστηματικής Θεολογίας του Τμήματος Ορθόδοξης Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου), ο οποίος παρουσίασε εισήγηση με θέμα «Καθολικότητα, ενότητα, χάρη: ο Νίκος Νησιώτης για τη Β´ Βατικανή Σύνοδο». 

Ανάμεσα στα άλλα ο κ. Γεώργιος Βλαντής είπε: 
Ο διακεκριμένος θεολόγος Νίκος Νησιώτης παρέστη εκ μέρους του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών ως Ορθόδοξος παρατηρητής στη Β´ Βατικανή Σύνοδο. Την εμπειρία του και τις θεολογικές του κρίσεις για το μοναδικό αυτό συνοδικό γεγονός τις αποτύπωσε σε πλειάδα κειμένων που δημοσιεύτηκαν στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά κατά τη διάρκεια των εργασιών της συνόδου, αλλά και μετά το πέρας της. Επίσης, στη διάρκεια της ζωής του επανειλημμένα έδωσε σχετικές διαλέξεις και συμμετείχε εν γένει στην προώθηση των σχέσεων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας τόσο με την Ορθοδοξία, όσο και με τις λοιπές Εκκλησίες που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο του ΠΣΕ.
Ο Νησιώτης αναγνωρίζει την οικουμενική σημασία της Β´ Βατικανής, υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι διαγιγνώσκει στην εμπειρία της ενότητας που βίωσε η σύνοδος την παρουσία ενός από τα πλέον προφανή σημεία της χάριτος του Θεού. Ωστόσο, αρνείται να προσδώσει το χαρακτηρισμό «οικουμενική» στη σύνοδο, καθώς αυτή δεν φέρει τα γνωρίσματα των αρχαίων οικουμενικών συνόδων. Αντί να δείξει μια εκκλησιαστική αυτάρκεια που δυναμιτίζει τον διάλογο, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θα έπρεπε τουλάχιστον να προσκαλέσει στο μεγάλο συνοδικό γεγονός του Βατικανού τις υπόλοιπες Εκκλησίες. Για τον Νησιώτη είναι αδιανόητο να εκλαμβάνεται η κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης ως κριτήριο για την πρόσκληση ή μη μιας Εκκλησίας σε ένα γεγονός τέτοιας ολκής.
Η κριτική του Νησιώτη ενάντια στο παπικό πρωτείο είναι σκληρή: θεωρεί ότι στη ρωμαιοκαθολική προοπτική η καθολικότητα εντοπίζεται κατ᾽ εξοχήν στην ενότητα της Εκκλησίας sub romano ponitfice και όχι στην εμπειρία του «καθ᾽ όλον» στην υπό τον επίσκοπο σύναξη της κάθε τοπικής Εκκλησίας. Πιστεύει ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία προτείνει μια αυστηρά ιεραρχική εκκλησιολογία θεμελιωμένη de jure divino. Η Β´ Βατικανή Σύνοδος παρουσιάζει μια ιδιαίτερη έγνοια για την ταξινόμηση των ανθρώπων σε κατηγορίες που εκλαμβάνει ως ιερές, αποδίδοντας στον πάπα εξουσίες που η παράδοση των αρχαίων συνόδων ουδέποτε απέδωσε. Η εμμονή σε μια πυραμιδοειδή εκκλησιολογία μεστή κατηγοριοποιήσεων de jure divino διασπά την οντολογική ενότητα του Λαού του Θεού, προς διακονίαν του οποίου υπάρχει ο κλήρος. Στη Ρώμη ο Νησιώτης είναι διατεθειμένος να αναγνωρίσει μόνο ένα πρωτείο τιμής και αγάπης.
Ιδιαιτέρως επικρίνει ο Έλληνας θεολόγος την ελλειμματική πνευματολογία της Β´ Βατικανής Συνόδου, η οποία είναι απόρροια ενός χριστομονισμού και ενός υπερτονισμού του θεσμικού στοιχείου στην εκκλησιολογία, με αποτέλεσμα να παραθεωρείται η πνευματολογική, μυστηριακή, προφητική και χαρισματική διάσταση της Εκκλησίας. Στα κείμενα της Συνόδου δίνεται η εντύπωση ότι το Πνεύμα υπάρχει μόνο για να θεμελιώνει τις νομικές δομές που έχουν ήδη de jure divino εγκαθιδρυθεί από τον Χριστό. Κατά τον Νησιώτη όμως η ύψιστη αυθεντία στην Εκκλησία δεν είναι ο πάπας, αλλά το όλο Σώμα στην εμπιστοσύνη του ότι το Πνεύμα θα οδηγήσει το πλήρωμα «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν».
Ο Νησιώτης μαρτυρεί τον πόθο της μεγάλης πλειοψηφίας των πατέρων της Β´ Βατικανής Συνόδου για ένα οικουμενικό άνοιγμα της Εκκλησίας τους. Στο βαθμό όμως που η Ρώμη εκπροσωπεί το όραμα ενός οικουμενισμού ομόκεντρων κύκλων, όπου ως απόλυτο δικαιοδοσιακό κέντρο αναγνωρίζεται ο επίσκοπος της Ρώμης, θα συνεχίσουν να υπάρχουν ανυπέρβλητες δυσκολίες στην προσέγγιση με τις Εκκλησίες που εκπροσωπεί το ΠΣΕ, οι οποίες αρνούνται την αναγνώριση ενός τέτοιου κέντρου, αγωνιζόμενες όμως ειλικρινά για την αποκατάσταση της ορατής ενότητας του Σώματος του Χριστού.
Ο Νησιώτης επαινεί ιδιαιτέρως το περί Θείας Λειτουργίας σύνταγμα της Β´ Βατικανής Συνόδου, ενώ επικρίνει τις προσπάθειες λήψης δεσμευτικών αποφάσεων υπό τη μορφή ενός άκαμπτου νόμου σε ζητήματα οικογενειακής ηθικής. Στο ζήτημα της σχέσης Εκκλησίας και κόσμου δεν βρίσκει στα συνοδικά κείμενα την ποθούμενη ανάπτυξη μιας εκκλησιολογικής κοσμολογίας, η οποία να εκλαμβάνει την Εκκλησία ως τον υπό του Πνεύματος μεταμορφούμενο κόσμο.
Η κριτική του Νησιώτη δίνει συχνά την εντύπωση μονομερειών και γενικεύσεων, ενώ είναι προφανές ότι προδευτεροβατικάνεια σχήματα επηρεάζουν την κρίση του. Ωστόσο, δεν της λείπει ο ρεαλισμός και η ειλικρινής πρόθεση συμβολής στην πολύ μεγάλη και απαιτητική προσπάθεια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για την επικαιροποίηση του μηνύματός της. Οι εκκλησιολογικές προϋποθέσεις του Νησιώτη μαρτυρούν μια ανοιχτότητα δυσεύρετη σε σύγκριση προς τις εξκλουσιβιστικές εκκλησιολογίες πολλών Ορθόδοξων της εποχής του. 
Μολονότι συγκρίνοντας το Ρωμαιοκαθολικισμό με την Ορθοδοξία δίνει την εντύπωση πως έχει στο νου του μια μάλλον ιδεαλιστική εκδοχή της δεύτερης, είναι προφανές πως δεν εκπροσωπεί τα αντιδυτικά σχήματα που η θεολογική γενιά του ᾽60 εφάρμοσε. Η εκκλησιολογική και εν γένει οικουμενική ανοικτότητα του Νησιώτη, σε συνδυασμό με την άρνησή του να αποδεχτεί τα σχήματα αυτά, συμβάλλει στην εξήγηση της αμηχανίας της γενιάς του ᾽60 ως προς το έργο του και της λήθης όπου έχει αυτό περιπέσει και η οποία δεν οφείλεται μόνο στις εκδοτικές περιπέτειες των κειμένων του Νησιώτη (διασπορά σε δυσεύρετα περιοδικά, ελάχιστες επανεκδόσεις, κ.λπ.).
Η κριτική του στη Β´ Βατικανή Σύνοδο συνοδεύεται από μια αυστηρότατη κριτική στην Ορθοδοξία, η οποία, όπως υποστήριζε ο επιφανής θεολόγος, απέτυχε να κάνει την εκκλησιολογία της καθημερινή πραγματικότητα στη ζωή της. Στη θέση του ενός πάπα έβαλε πολλούς, αντί για τη μοναρχία ζει μέσα σε ένα καθεστώς πολυαρχίας, δεσμευμένη μέσα στην περηφάνια της για το ένδοξο παρελθόν της και στους εθνικισμούς των Ορθόδοξων χωρών, όπως αυτοί παρουσιάζονται στην πραγματικότητα της διασποράς.

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΙΟΥΛΙΤΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΥΡΟΥΠΟΥ


Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014 στις 11 το πρωί στο ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ (Βασ. Σοφίας 9 & Μέρλιν 1). 
Ένας ρινόκερος γνωρίζει κι «ερωτεύεται» μία καμηλοπάρδαλη. Η παράξενη αυτή αγάπη προκαλεί μεγάλη ταραχή στους γύρω, ενώ οδηγεί τους ίδιους σε πολλές περιπέτειες μέχρι να καταφέρουν να είναι μαζί… Ένα παραμύθι που στοχεύει στη αποδοχή του διαφορετικού, στην σημασία, όχι της εξωτερικής, αλλά της εσωτερικής συγγένειας και επικοινωνίας, ενώ επιδιώκει να εξοικειώσει τα παιδιά στην ποιητική έκφραση με ρυθμούς και ρίμες. 
Η θεατρική αφήγηση συνδυάζεται με πρωτότυπα τραγούδια του Γιώργου Κουρουπού καθώς και με προβολές εικόνων. 
Παραμύθι - Αφήγηση: Ιουλίτα Ηλιοπούλου 
Μουσική: Γιώργος Κουρουπός 
Τραγούδι: Δάφνη Πανουργιά, Βασίλης Γισδάκης 
Πιάνο: Πέτρος Μπούρας 
Το πρόγραμμα παρουσιάζεται για πρώτη φορά και απευθύνεται σε παιδιά νηπιαγωγείου και Δημοτικού σχολείου.
"Ο Ρινόκερος κι η Ρήνα", είναι ένα από τα τρία παραμύθια που περιλαμβάνονται στο παιδικό βιβλίο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου Άλλο και τούτο (εκδόσεις Ύψιλον), το οποίο έχει εικονογραφήσει έξοχα η ίδια.
Η Ελένη Χωρεάνθη έγραψε γι' αυτό το βιβλίο: 
"Στο Άλλο και τούτο, εκείνο που συνιστά το κάτι άλλο είναι το ότι η συγγραφέας εισάγει στο παραμύθι την ποιητική γραφή. Εκτός του ότι δεν αρκείται στην προσωδία, που άλλωστε είναι σύμφυτη με την ελληνική λαλιά, ενσωματώνει στο κείμενο ολόκληρα ποιήματα, εύρυθμα και οργανικά δεμένα με τον πεζό λόγο, χρησιμοποιεί και την εσωτερική ρίμα και διανθίζει το κείμενό της με ομοιοτέλευτα σχήματα δίνοντάς του τη δυνατότητα να λειτουργήσει αβίαστα εύρυθμα, ποιητικά και να διατηρεί από την αρχή ίσαμε το τέλος την αθωότητα της πρωτόγονης μαγείας της ζωής, συνδυασμένη με μια δροσερή, αφοπλιστική τρυφερότητα, γεμάτη ποίηση και ομορφιά. Μια ομορφιά που τονίζουν και διευρύνουν οι λαμπερές, ποιητικότατες εικόνες που κοσμούν χαριτωμένα το περιεχόμενο και την όλη εμφάνιση του βιβλίου."
Η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου αρέσκεται στα παραμύθια και θυμίζουμε ότι τα παραμύθια της «Τι Ζητάει ο Ζήνων;» (2004, Κρατικό βραβείο παιδικού βιβλίου) και «Η Πράσινη Σκουφίτσα» (2008) σε μουσική Άλκη Μπαλτά και Γιώργου Κουρουπού αντίστοιχα, έχουν παρουσιαστεί σε πολλές πόλεις της Ελλάδας.

Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου αφηγείται παραμύθια στο Ίδρυμα Θεοχαράκη (φωτ. αρχείου: Ιδιωτική Οδός)

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ ΓΙΑ ΤΑ 200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Ἀπό τήν ζωή καί τό ἔργο τοῦ Μιχαήλ Μπακούνιν (1814-1876) 
α΄. Βιογραφικά 
Ὁ Μιχαήλ Ἀλεξάντροβιτς Μπακούνιν γεννήθηκε πρίν ἀπό διακόσια χρόνια, τό 1814, στό χωριό Πριαμούκινο, σέ μία παλαιά ἀριστοκρατική οἰκογένεια[1]. Ὁ πατέρας τοῦ Μιχαήλ ἦταν διπλωμάτης, θαυμαστής μέν τοῦ Ρουσσώ, ἀλλά καί συντηρητικῶν πολιτικῶν ἀπόψεων[2]. Στήν σύντομη αὐτοβιογραφική του ἀναφορά γιά τά χρόνια 1815-1840, ὁ Μπακούνιν σημειώνει ὅτι ὁ ἴδιος καί τά ἀδέλφια του «λάτρευαν περισσότερο τόν πατέρα τους πού ἦταν γεμᾶτος καλωσύνη»[3]. Ἰσχυρίζεται δέ ὁ ἴδιος ὁ Μιχαήλ ὅτι κατά τά χρόνια αὐτά δέν ἔλαβε κάποια ἰδιαίτερη θρησκευτική ἐκπαίδευση, ἐνῶ ὡς πρός τόν χαρακτῆρα του ἦταν «σκεπτικιστής παρά πιστός, ἤ μᾶλλον ἀδιάφορος»[4]. 
Ὕστερα ἀπό τήν σύντομη στρατιωτική του καριέρα (1828-1832), μεταβαίνει ὁ Μπακούνιν στήν Μόσχα ὅπου ἐντάσσεται στόν λεγόμενο «κύκλο τοῦ Στάνκιεβιτς», μέ τήν βοήθεια τοῦ ὁποίου ἀνακαλύπτει τήν γερμανική φιλοσοφία. 
Τό πρῶτο κείμενο τοῦ Μπακούνιν εἶναι ἡ μετάφραση (1836) τῆς πραγματείας Einige Vorlesungen über die Bestimmung des Gelehrten (1794) τοῦ Γ. Φίχτε (1726-1814)[5]. 
Ἀκολουθεῖ ἡ μετάφραση τῶν Γυμνασιακῶν Λόγων τοῦ Γκ. Χέγκελ (1770-1831), ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε τό 1838 στήν περιοδική ἔκδοση «Ὁ παρατηρητής» τοῦ Β. Μπελίνσκι (1811-1848)[6].
Τό 1840 ἐγγράφεται στό πανεπιστήμιο τοῦ Βερολίνου ὅπου παρακολουθεῖ μαθήματα φιλοσοφίας. Τήν ἴδια χρονιά δημοσιεύει τό ἄρθρο «Περί τῆς φιλοσοφίας», ὅπου ἐπιχειρεῖ νά ὁρίσει τό ἀκριβές περιεχόμενο τοῦ ὅρου. Γράφει, χαρακτηριστικά, ὁ Ρῶσσος φιλόσοφος ὅτι «ὁ ἄνθρωπος, πού ἔχει τήν ἱκανότητα νά σκέπτεται πράγματι καί πού ἀσχολεῖται οὐσιαστικῶς μέ τήν φιλοσοφία, δέν μπορεῖ νά ἔχει ἐπιφανειακή σκέψη καί ποτέ δέν θά εἶναι ἄθεος καί ἀερολόγος φιλελεύθερος. Τό πρῶτο πραγματικό βῆμα στήν σφαῖρα τῆς ἀληθινῆς φιλοσοφίας εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς ὁποιασδήποτε ἐπιφανειακῆς σκέψεως: μέσα ἀπό τήν σταδιακή ἐξέλιξή της ἡ φιλοσοφία μπορεῖ νά πέσει σέ μονομερή σκέψη, στήν ἀφαίρεση, ὅμως ὁ σκοπός της εἶναι πάντοτε σημαντικός, εἶναι πάντοτε διαποτισμένος ἀπό ἀγάπη γιά τήν ἀλήθεια: μία τέτοια φιλοσοφία δέν θά εἶναι ποτέ ἄθεη καί ἀναρχική, διότι ἡ οὐσία τῆς ζωῆς καί τῆς κινήσεώς της συνίσταται στήν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ αἰωνίου»[7]. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ τοποθέτηση αὐτή ἀνήκει στήν ἐποχή τῆς λεγομένης «δεξιᾶς ἑγελιανῆς φάσης του»[8]. Μάλιστα σ’ ἕνα ἄλλο ἄρθρο αὐτῆς τῆς περιόδου ὁ Μπακούνιν παρουσιάζει τήν «Φαινομενολογία τοῦ Πνεύματος» τοῦ Χέγκελ[9]. 
Ἀκολουθεῖ ἡ περίοδος τῆς ἐντάξεως τοῦ Μπακούνιν στήν λεγόμενη «ἑγελιανή ἀριστερά», ἡ ὁποία «ἀπορρίπτει κάθε τάση συμβιβασμοῦ τῆς φιλοσοφίας μέ τό πρωσσικό κράτος»[10]. Τό ἄρθρο πού δείχνει ἀκριβῶς τήν ἐξέλιξη τοῦ Μπακούνιν, εἶναι «Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία» (1842). Ὁ Μπακούνιν ὑπογράφει τό κείμενο μέ τό ψευδώνυμο Jules Élyzard[11], ἐνέργεια μέ τήν ὁποία, κατά μία ἄποψη, «ὑπογράμμιζε μᾶλλον μιά ἐσωτερική στροφή πρός τούς Γάλλους, τή στιγμή πού σάν χεγκελιανός τῆς ἀριστερᾶς προσπαθοῦσε νά συμπληρώσει τή φιλοσοσφική ἐλευθερία, κατάκτηση τῆς γερμανικῆς σκέψης, μέ τήν πολιτική καί κοινωνική ἐλευθερία, προσφιλή στόν γαλλικό σοσιαλισμό»[12]. 

Ἐάν γίνει δεκτό ὅτι ἡ ἑγελιανή ἀριστερά «ἔδωσε τήν σαφῶς ἐπαναστατική στροφή στή χεγκελιανή διαλεκτική»[13], τότε μπορεῖ νά κατανοηθεῖ τό γεγονός ὅτι μεταξύ τῶν ἐτῶν 1848-1874 ἡ ζωή τοῦ Μπακούνιν πλαισιώνεται ἀπό τήν συμμετοχή του σέ ἐξεγέρσεις (στήν Δρέσδη, στήν Λυών καί στήν Μπολώνια), ἀπό φυλακίσεις (στό φρούριο Πετροπαυλόφσκ) καί ἐξορίες (στήν Σιβηρία κ.ἄ.). Μέ ἄλλα λόγια, πρόκειται γιά τήν περίοδο τῆς ἔντονης ἐπαναστατικῆς δράσεως τοῦ Μπακούνιν. Ἔχει γενικότερα σημειωθεῖ ὅτι στά χρόνια αὐτά «ὁ Μπακούνιν πέρασε ἀπό τήν θρησκεία στόν ἀθεϊσμό καί ἀπό τά σχέδια γιά μία πανσλαβική ὁμοσπονδία στήν ἀναρχία»[14]. 
Μεταξύ τῶν κειμένων πού παρουσιάζουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, θά ἀναφερθεῖ ἡ Ἐξομολόγηση (1851)[15], ἕνα ἐνδιαφέρον κείμενο πού ἔγραψε ὁ φυλακισμένος Μπακούνιν κατόπιν ‘’προτάσεως’’ τοῦ Τσάρου Νικολάου Α΄. Ἀργότερα, τό 1871, γράφει τό Ἡ Κνουτο-Γερμανική αὐτοκρατορία καί ἡ κοινωνική ἐπανάσταση, τό ὁποῖο περιληφθεῖ στόν ΙΙΙ τόμο τῆς πρώτης γαλλικῆς ἐκδόσεως τῶν Ἔργων τοῦ Μπακούνιν (1908)[16]. 
Τό 1872 στό συνέδριο τῆς Α΄ Διεθνοῦς στήν Χάγη ὁ Μπακούνιν διαφωνεῖ μέ τόν Κ. Μάρξ (1818-1883). Ἄν καί ὁρισμένες ἐργατικές Ὁμοσπονδίες βρίσκονται ἰδεολογικά ἴσως κοντά στόν Μπακούνιν[17], ὁ Μάρξ κατορθώνει νά τόν ἀποπέμψει ἀπό τήν Α΄ Διεθνῆ, πρᾶγμα πού ἐπηρεάζει συνολικά τό παγκόσμιο ἐργατικό κίνημα. Ἐπί τοῦ προκειμένου εἶναι μᾶλλον ὀρθότερη ἡ ἄποψη ὅτι «στή διαμάχη αὐτή, πού ἀντικείμενό της εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς ὀργάνωσης, δηλαδή τοῦ διεθνοῦς ἐργατικοῦ κινήματος, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι οἱ δύο πρωταγωνιστές ἔπεσαν σέ σφάλματα»[18]. Ὡστόσο, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Μάρξ καί ὁ Φρ. Ἔνγκελς (1820-1895) ὀργάνωσαν μία συκοφαντική ἐκστρατεία ἐναντίον τοῦ Μπακούνιν, κατηγορώντας τον ἀκόμη καί ὡς «πράκτορα τῆς ρωσσικῆς κυβερνήσεως». Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μ. Nettlau (1865-1944), ὁ Μάρξ καί ὁ Ἔνγκελς «ἐνήργησαν μέ αὐτήν τήν ἀσυνήθιστη ἔλλειψη ἐντιμότητας πού εἶναι χαρακτηριστικό γνώρισμα ὅλων τῶν πολεμικῶν τους βασιζόμενοι σέ ἀνεπαρκῆ στοιχεῖα, τά ὁποῖα, ὅπως συνήθιζαν, συμπλήρωσαν αὐθαίρετα γιά νά τά καταστήσουν ἀληθοφανῆ στούς ὀπαδούς τους, ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἦταν ἐλεεινά παραμορφωμένα, λανθασμένα καί ἀνακριβῆ»[19]. Παρενθετικῶς θά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Μπακούνιν, παρά τήν διαφωνία του μέ τόν Μάρξ, ἀνεγνώριζε τήν «ἀνωτερότητά του σέ φιλοσοφικό καί ἐπιστημονικό ἐπίπεδο»[20]. Μάλιστα εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι παλαιότερα, πρό τῆς συγκρούσεως τους, ὁ Μπακούνιν εἶχε μεταφράσει τό «Κομμουνιστικό μανιφέστο» γιά τήν ἐφημερίδα τοῦ Ἀλεξ. Χέρτζεν (1812-1870), ἐνῶ εἶχε ἀρχίσει νά μεταφράζει καί τό «Κεφάλαιο», μετάφραση ἡ ὁποία πάντως δέν ὁλοκληρώθηκε ποτέ[21]. 
Τό 1873 ὁ Μπακούνιν γράφει τό Κρατισμός καί ἀναρχία, τό ὁποῖο εἶναι ἕνα συνθετικό ἔργο, μέ ἱστορικές ἀναφορές στίς διακυβερνήσεις τῆς Γερμανίας, τῆς Γαλλίας καί τῆς Ρωσσίας κατά τόν 19ο αἰ. καί σχετικές συγκρίσεις[22], ἀλλά καί μέ κριτικές τοποθετήσεις τοῦ Μπακούνιν ἀπέναντι στήν φιλοσοφία τοῦ Χέγκελ καί τοῦ Μάρξ[23]. Σέ ὁρισμένα σημεῖα[24] τό ἔργο αὐτό περιέχει ἐπαναλήψεις τοῦ ἔργου Ἡ παρισινή κομμούνα καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους, πού ἔχει δημοσιευτεῖ τό 1871. Καί στήν «Παρισινή κομμούνα» ὁ Μπακούνιν προσεγγίζει κριτικά τό ζήτημα τῆς Διεθνοῦς[25] καί τίς περί ἐπαναστάσεως καί κράτους ἀπόψεις τοῦ Μάρξ[26], ἐνῶ ὁριοθετεῖ τόν σκοπό τοῦ ἐπαναστατικοῦ προγράμματος τῶν ἀναρχικῶν, ὁ ὁποῖος συνοψίζεται στήν ἔκφραση «ὀργάνωση τῆς ἀλληλεγγύης στόν οἰκονομικό ἀγῶνα ἐνάντια στόν καπιταλισμό»[27]. Ἄς λεχθεῖ, παρενθετικά, ὅτι ἀρκετά νωρίς, στήν Ἐξομολόγηση, ὁ Μπακούνιν κάνει λόγο γιά τήν «ἀναγκαιότητα τῆς ἐπαναστάσεως στήν Ρωσσία»[28], ἔστω κι ἄν ὁ ἴδιος παραδέχεται ὅτι «γνωρίζει ἐλάχιστα τήν Ρωσσία»[29]. 
Εἶναι ἀξιοσημείωτη ἡ συγκριτική ἀναφορά στόν Μάρξ καί στόν ὁραματιστή τῆς ἑνωμένης Ἰταλίας Τζ. Ματσίνι (1805-1872) πού ἐπιχειρεῖ ὁ Μπακούνιν στήν «Παρισινή κομμούνα»: «Ἀνάμεσα στόν Μάρξ καί στόν Ματσίνι ὑπῆρχε πάντα μία τεράστια διαφορά κι αὐτό ὁπωσδήποτε εἶναι πρός τιμήν τοῦ Ματσίνι. Ὁ Ματσίνι ὑπῆρξε ἕνας φανερά εἰλικρινής καί φλογερός πιστός. Λάτρευε τόν Θεό του, στόν ὁποῖο ἀφιέρωσε ὅ,τι σκεπτόταν, αἰσθανόταν ἤ ἔκανε. Σέ σχέση μέ τόν προσωπικό του τρόπο ζωῆς, ἦταν ὁ πιό ἁπλός ἄνθρωπος, ὁ πιό μετριοπαθής, ὁ πιό ἀνιδιοτελής. Ἀλλά γινόταν ἄκαμπτος, ὀργισμένος, ὅταν κάποιος πρόσβαλε τό Θεό του. Ὁ κύριος Μάρξ δέν πιστεύει στό Θεό, ἀλλά πιστεύει βαθειά στόν ἑαυτό του. Ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη ὄχι μέ ἀγάπη ἀλλά μέ μνησικακία … Ὁ Ματσίνι ἤθελε νά ἐπιβάλλει στήν ἀνθρωπότητα τόν θεϊκό παραλογισμό· ὁ κύριος Μάρξ προσπαθεῖ νά ἐπιβάλλει τόν ἑαυτό του. Προσωπικά δέν πιστεύω σέ κανένα, ἀλλά ἄν ἤμουν ἀναγκασμένος νά διαλέξω, θά προτιμοῦσα τό Θεό τοῦ Ματσίνι»[30]. Μέ ἀφορμή τήν προσωπικότητα τοῦ Ματσίνι ὁ Μπακούνιν, στό Θεός καί Κράτος, διατυπώνει τήν ἄποψη ὅτι «ὁ Χριστιανισμός εἶχε ἐπίσης μεγάλους ἀνθρώπους, ἁγίους ἀνθρώπους, πού πραγματικά ἐφάρμοσαν ἤ πού τουλάχιστον προσπάθησαν μέ πάθος νά ἐφαρμόσουν αὐτά πού κήρυσσαν καί πού οἱ καρδιές τους, ξεχειλίζοντας ἀπό ἀγάπη, δέν ἔκρυβαν παρά μόνον περιφρόνηση γιά τίς ἡδονές καί τ’ ἀγαθά τοῦ κόσμου»[31]. Πάντως, γιά τήν ἀκρίβεια, ὁ Μπακούνιν εἶχε ἀσκήσει αὐστηρή κριτική στόν Ματσίνι, ὅταν εἶχε γράψει ὅτι «στό βάθος τοῦ ἐπαναστατικοῦ προγράμματος τοῦ Ἰταλοῦ πατριώτη ὑπάρχει μία ἀρχή κατ’ οὐσίαν ἐσφαλμένη … Εἶναι ἡ ἀρχή ἑνός ἰδεαλισμοῦ συγχρόνως μεταφυσικοῦ καί μυστικοῦ … Εἶναι ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἡ λατρεία τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης ἐξουσίας, εἶναι ἡ πίστη στόν μεσσιανικό προορισμό τῆς Ἰταλίας … Εἶναι τό πολιτικό πάθος τοῦ μεγαλείου καί τῆς δόξας τοῦ Κράτους, θεμελιωμένων πάνω στήν φτώχεια τῶν λαῶν»[32]. Εἶναι βέβαιο ὅτι στήν κριτική του ὁ Μπακούνιν εἶχε ὑπ’ ὄψιν του τήν παλαιότερη τοποθέτηση τοῦ Μ. Στίρνερ (1806-1856) ὅτι «τό Κράτος παίζει τόν ἴδιο κυριαρχικό ρόλο μέ τήν Ἐκκλησία»[33]. Ἄς προστεθεῖ ἐπίσης ὅτι τίς ἴδιες κατηγορίες εἶχε ἀπευθύνει ὁ Μπακούνιν καί πρός τόν Γάλλο ἀναρχικό Προυντόν (1809-1865): «Ὁ Προυντόν, παρ’ ὅλες τίς προσπάθειες πού ἔκανε νά πατήσει πάνω στό συγκεκριμένο, παρέμεινε ἰδεαλιστής καί μεταφυσικός»[34]. 
Ὁ Μιχαήλ Μπακούνιν πεθαίνει τό 1876 στήν Βέρνη. 
Λίγο ἀργότερα, τό 1882, ἐκδίδεται τό ἔργο τοῦ Μπακούνιν Θεός καί κράτος[35] ὅπου εἶναι ἐμφανής ὁ μαχόμενος ἀθεϊσμός[36] του. Στό σημεῖο αὐτό θά ὑπομνησθεῖ μία χαρακτηριστική προσέγγιση σχετικά μέ τήν θρησκεία τήν ὁποία εἶχε διατυπώσει παλαιότερα ὁ Μπακούνιν στήν «Ἀντίδραση στήν Γερμανία»: «Πρέπει νά δράσουμε ὄχι μόνο πολιτικά ἀλλά καί θρησκευτικά μέσα στήν πολιτική μας. Αὐτό σημαίνει νά ἔχουμε σάν θρησκεία μας τήν ἐλευθερία, πού ἡ μόνη αὐθεντική ἔκφρασή της εἶναι ἡ δικαιοσύνη καί ἡ ἀγάπη. Ναί, γιά μᾶς –πού θεωρούμαστε ἐχθροί τῆς χριστιανικῆς θρησκείας- καί μόνο σέ μᾶς μένει αὐτό τό ἔργο πού τό θεωροῦμε ὕψιστο χρέος: νά ἀσκοῦμε οὐσιαστικά τήν ἀγάπη ἀκόμα καί στίς πιό λυσσαλέες μάχες μας, αὐτήν τήν ἀγάπη πού εἶναι ἡ ὕψιστη ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀληθινή ἀρχή τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανισμοῦ»[37]. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ὁ Μπακούνιν ἀνήκει στούς ἐχθρούς τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, καί βεβαίως τοῦ ἴδιου τοῦ χριστιανισμοῦ (ἰδιαιτέρως δέ ὑπό τήν ρωμαιοκαθολική καί τήν προτεσταντική ἐκδοχή του), πλήν ὅμως ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὅτι ὑπάρχει καί ὁ ἀληθινός χριστιανισμός, ἐν ἀντιθέσει προφανῶς πρός τόν χριστιανισμό ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τίς γνήσιες διαστάσεις του. Παλαιότερα ὁ σπουδαῖος Ἱστορικός τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας Β. Zenkovsky (1881-1962) εἶχε παρατηρήσει ὅτι στόν Μπακούνιν βρίσκουμε «μία λαϊκή θρησκευτική συνείδηση πού ἀναπτύσσεται ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας»[38]. Πρός στήριξη αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας ὑπενθυμίζω ὅτι γιά τόν Μπακούνιν «ὁ ἄνθρωπος εἶναι θρῆσκος ἀπό τήν φύση του, εἶναι ὅπως ὅλα τά ἄλλα ζῶα- ἀλλ’ αὐτός μόνο, πάνω σ’ αὐτή τή Γῆ, ἔχει συνείδηση τῆς θρησκείας του»[39]. Ὀρθῶς προσθέτει ὁ Ρῶσσος ἀναρχικός ὅτι «ἡ εὐσέβεια, ὅσο κι ἄν δικαιολογεῖται, δέν θά πρέπει ποτέ νά μεταβληθεῖ σέ εἰδωλολατρεία»[40]. 
Ὡστόσο, καί γιά τήν ἀκρίβεια, ἡ πολεμική κατά τῆς θρησκείας ἐκ μέρους τοῦ Μπακούνιν εἶχε ἀρχίσει νωρίτερα, κατά τό 1867, ὅταν εἶχε συντάξει (ἀλλά δέν ἐξέδωσε) τό ἔργο «Φεντεραλισμός–σοσιαλισμός-ἀντιθεολογισμός». Ἐπί τοῦ προκειμένου θά σημειωθοῦν δύο γνωστοί συλλογισμοί τοῦ Μπακούνιν: «Ὁ Θεός ὑπάρχει, ἄρα ὁ ἄνθρωπος εἶναι δοῦλος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὐφυής, δίκαιος, ἐλεύθερος, ἄρα ὁ Θεός δέν ὑπάρχει»[41]. Καί ἐπίσης: «Ὁ Θεός ὑπάρχει, ἄρα δέν ὑπάρχουν φυσικοί νόμοι καί ὁ κόσμος παρουσιάζει ἕνα χάος. Ὁ κόσμος δέν εἶναι καθόλου χάος, εἶναι διατεταγμένος ἀπό μόνος του, ἄρα δέν ὑπάρχει Θεός»[42]. Εἶναι προφανές ὅτι καί τά δύο συμπεράσματα τοῦ Μπακούνιν εἶναι αὐθαίρετα, ἀφοῦ δέν προκύπτουν κατά λογική ἀκολουθία ἀπό τίς συγκεκριμένες προκείμενες. 
Παράλληλα μέ τήν κριτική ἐναντίον τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, ὁ Μπακούνιν ἀσκεῖ δριμύτατη κριτική καί κατά τοῦ κράτους καί τοῦ κρατισμοῦ. Γιά παράδειγμα, στήν «Παρισινή κομμούνα τοῦ 1871» ὁ Ρῶσσος ἐπαναστάτης διακηρύσσει ὅτι «εἴμαστε (ἐνν. οἱ ἀναρχικοί) ἐχθροί τοῦ Κράτους καί κάθε μορφῆς κρατισμοῦ … Εἴμαστε ἐχθροί κάθε Κυβέρνησης καί κάθε Κρατικῆς ἐξουσίας καί Κυβερνητικῆς ὀργάνωσης γενικά. Νομίζουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι θά μποροῦν νά ὀργανωθοῦν ἀπ’ τή βάση πρός τά πάνω σ’ ἐντελῶς ἐλεύθερες καί ἀνεξάρτητες ἑνώσεις χωρίς τόν Κυβερνητικό Πατερναλισμό, ἄν κι ὄχι χωρίς τήν ἐπίδραση μιᾶς ποικιλίας ἐλεύθερων ἀτόμων καί κομμάτων»[43]. Πάντως ὁ Μπακούνιν εἶχε ἐκφράσει πολύ νωρίς τίς ἐπιφυλάξεις του ἀπέναντι στήν λεγόμενη «κοινοβουλευτική δημοκρατία»[44]. Στό σημεῖο αὐτό μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει κανείς τήν ἐπίδραση τοῦ Μ. Στίρνερ ὁ ὁποῖος διακηρύσσει ὅτι «κάθε κράτος εἶναι μία τυραννία, ἀκόμα κι ἄν εἶναι τυραννία τοῦ ἑνός ἤ τῶν περισσοτέρων»[45]. 
Θεωρεῖ δέ ὅτι οἱ μαρξιστές «ὅπως ταιριάζει σέ καλούς Γερμανούς, λατρεύουν τήν κρατική ἐξουσία καί εἶναι ἐπίσης ὑπερμαχοι τῆς κοινωνικῆς τάξης πού εἶναι θεμελιωμένη ἀπό πάνω πρός τά κάτω…»[46]. Ἀπό ἱστορικῆς πλευρᾶς, ἡ κριτική τῆς κρατικιστικῆς ἀντιλήψεως τῶν μαρξιστῶν ἐκ μέρους τοῦ Μπακούνιν ἀπεδείχθη προφητικά σωστή, ἐάν λάβει κανείς ὑπ’ ὄψιν τόν συγκεντρωτικό καί αὐταρχικό χαρακτῆρα τοῦ σοβιετικοῦ κράτους μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917. Σχετικά μέ τήν πολεμική γραφή τοῦ Μπακούνιν ὁ γνωστός διανοητής I. Berlin (1909-1997) εἶχε παρατηρήσει παλαιότερα ὅτι «τά ἐπιχειρήματά του ἐναντίον τῶν θεολογικῶν καί τῶν μεταφυσικῶν ἀντιλήψεων, οἱ ἐπιθέσεις του ἐναντίον ὅλης τῆς δυτικῆς χριστιανικῆς παραδόσεως –τῆς κοινωνικῆς, τῆς πολιτικῆς καί τῆς ἠθικῆς- οἱ ἐπιθέσεις του ἐναντίον τῆς τυραννίας, τόσο τῶν Κρατῶν ὅσο καί τῶν τάξεων πού ἔχουν ἐξουσία, τῶν ἱερέων, τῶν στρατιωτῶν, τῶν γραφειοκρατῶν, τῶν δημοκρατικῶν ἀντιπροσώπων, τῶν τραπεζιτῶν, τῶν ἐπαναστατικῶν ἐλίτ, ἐκτίθενται μέ μία γλῶσσα πού παραμένει ἕνα πρότυπο εὔγλωττης πολεμικῆς πρόζας»[47]. Τό 1896 ἐκδίδεται ἡ Ἀλληλογραφία τοῦ Μπακούνιν. Ὁ ἐπιμελημένος τόμος περιλαμβάνει ἐπιστολές τῶν ἐτῶν 1860-1874 πρός τούς φίλους του Χέρτσεν καί Ὀγκάρεφ, μέ ἐκτενῆ εἰσαγωγή τοῦ Μ. Ντραγκομάνωφ[48]. 
β΄. Ἡ θέση τοῦ Μ. Μπακούνιν στήν Ἱστορία τῆς φιλοσοφίας 
Ἔχουν κατά καιρούς διατυπωθεῖ ὁρισμένες ἀντιρρήσεις, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν Μάρξ[49], ὅσον ἀφορᾶ τήν πρωτοτυπία τῆς φιλοσοφικῆς[50], ἀλλά καί τῆς κοινωνιολογικῆς[51], σκέψεως τοῦ Μπακούνιν. Εἶναι ἀκριβές ὅτι «ὁ Μπακούνιν δέν εἶναι ἕνα μεγάλο ὄνομα τῆς ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας -καί ποτέ δέν ζήτησε νά εἶναι»[52]. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Μπακούνιν στό ἔργο του Ἡ παρισινή κομμούνα τοῦ 1871 καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους διευκρινίζει χαρακτηριστικά: «Δέν εἶμαι οὔτε λόγιος, οὔτε φιλόσοφος, οὔτε κἄν ἐπαγγελματίας συγγραφέας»[53]. Ἡ ἀπόφανση αὐτή ἀποτελεῖ καί μία ἀπάντηση στήν διαπίστωση τοῦ Μ. Νettlau ὅτι «ὁ Μπακούνιν δέν γνώριζε τήν τέχνη τῆς σύνθεσης. Ἄν διαβάσει κανείς τά χειρόγραφά του, βλέπει πῶς ἀπό ‘να γράμμα φτάνει νά βγάλει μιά μπροσούρα, ἀπό μιά μπροσούρα ἕνα τόμο»[54]. Θα ἔλεγα ὅτι ἀποτελεῖ μία ἀπάντηση καί στήν ἐπισήμανση τοῦ I. Berlin ὅτι «ἕνας προικισμένος δημοσιογράφος… Τό λογοτεχνικό ταλέντο τοῦ Μπακούνιν ἦταν πολύ΄περιορισμένο»[55] Παρά ταῦτα, ὁ Μιχαήλ Μπακούνιν κατέχει μία ἰδιαίτερη θέση στήν Ἱστορία τῆς φιλοσοφίας καί εἰδικότερα τῆς ρωσσικῆς σκέψεως τοῦ 19ου αἰ[56]. 
Ἀρχικῶς θά πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι στό Πανεπιστήμιο τοῦ Βερολίνου[57] ὁ Μπακούνιν ἔλαβε μιά καλή, ἄν καί ὄχι ὁλοκληρωμένη, φιλοσοφική παιδεία, παρακολουθώντας μάλιστα τίς παραδόσεις τοῦ Σέλλινγκ (1775-1854) καί μελετώντας ἰδιαιτέρως τά «προβλήματα τῆς μεταφυσικῆς»[58]. Συναφῶς ἐπισημαίνεται ὅτι «ὅπως ὁ Χέρτζεν, ἀπό τόν Κάντ, τόν Φίχτε καί τόν Σέλλινγκ, ὁ Μπακούνιν περνᾶ στόν Χέγκελ καί ἀπό τόν Χέγκελ στόν Φόϋερμπαχ»[59]. Ἀναγνωρίζεται ἐπίσης ἡ ἐπίδραση πού ἄσκησε στό πνεῦμα καί στόν λόγο του ὁ Φίχτε[60]. Ἄν καί διαφωνεῖ μέ τήν γνωστή διατύπωση τοῦ Χέγκελ ὅτι «αὐτό πού εἶναι λογικό, εἶναι ἀληθινό καί αὐτό πού εἶναι ἀληθινό, εἶναι λογικό»[61], ἐντούτοις ὁ Ρῶσσος διανοητής καί ἐπαναστάτης στό ἄρθρο «Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία» θά γράψει ὅτι «ὁ Χέγκελ εἶναι ἀναντίρρητα ὁ μεγαλύτερος φιλόσοφος τῆς ἐποχῆς μας, τό ὑψηλότερο σημεῖο τῆς σύγχρονης κουλτούρας»[62]. Ἀλλά καί στό ἔργο Κρατισμός καί ἀναρχία (1873) ἀποτιμᾶ τήν φιλοσοφία τοῦ Χέγκελ ὡς «ἕνα ἀξιοπαρατήρητο γεγονός στήν ἱστορία τῆς ἐξέλιξης τῆς σκέψης. Ἦταν ἡ τελευταία λέξη τοῦ πανθεϊστικοῦ κι ἀφηρημένα ἀνθρωπιστικοῦ κινήματος τῆς γερμανικῆς σκέψης πού ἄρχισε μέ τά ἔργα τοῦ Λέσσινγκ κι ἀναπτύχθηκε ὁλοκληρωμένα ἀπ’ τόν Γκαῖτε. Ἦταν ἕνα κίνημα πού δημιούργησε ἕναν κόσμο ἄπειρο, ἀπέραντο, πλούσιο, ἀνεβασμένο καί προικισμένο μέ ἀπόλυτη λογική, ἀλλά πού παρέμεινε ξένος πρός τήν πραγματικότητα, πρός τή ζωή καί πρός τή γῆ, σάν τόν οὐρανό τῶν χριστιανῶν καί τῶν θεολόγων»[63]. Ὁμοίως καί στήν πολεμική πραγματεία Θεός καί Κράτος ὁ Μπακούνιν χαρακτηρίζει τόν Χέγκελ ὡς τήν «μεγαλύτερη φιλοσοφική μεγαλοφυία πού ἐμφανίστηκε μετά ἀπ’ τόν Ἀριστοτέλη καί τόν Πλάτωνα»[64]. 
Δέν εἶναι ἄνευ σημασίας ἡ παραδοχή τοῦ Φρ. Ἔνγκελς ὅτι ὁ Μπακούνιν κατανόησε κατά τόν καλύτερο τρόπο τήν διαλεκτική τοῦ Χέγκελ[65]. 
Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐπίδραση τοῦ Σέλλινγκ στόν Μπακούνιν, ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι ἦταν αὐτή μόνον ἕνας ἐνθουσιασμός, «πού δέν θά καθορίσει τόν ὁριστικό φιλοσοφικό προσανατολισμό τοῦ Μπακούνιν»[66]. Πάντως, γιά τήν ἀκρίβεια, ὁ ἴδιος ὁ Μπακούνιν θεωρεῖ τόν Σέλλινγκ ἕνα «ἀπό τούς σπουδαιότερους θεμελιωτές»[67] τῆς φιλοσοφίας. 
Συμπέρασμα
Σέ μία τελική ἀποτίμηση, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὁ Μπακούνιν ὑπῆρξε μία ἰδιαίτερη φυσιογνωμία, χαρακτηριζόμενη ἀπό ρομαντισμό[68], ρητορική εὐγλωττία καί πάθος[69], ἀγάπη γιά τήν ἀπόλυτη ἐλευθερία, προσπαθώντας νά συνδυάσει τήν Θεωρία μέ τήν Πράξη, ἀδιαφόρως ἄν τελικῶς τό κατάφερε. Διέθετε φιλοσοφική παιδεία, ἄν καί ὄχι συστηματική, πρᾶγμα πού μπορεῖ νά διακρίνει κανείς σέ διάφορα, μεγαλύτερα ἤ μικρότερα, ἔργα του. Ὁπωσδήποτε στίς ἐπιθέσεις τοῦ Μπακούνιν κατά τοῦ κράτους καί τῆς θρησκείας θά ἀναγνωρίσει κανείς τήν ἐπίδραση τοῦ Μ. Στίρνερ.
Ο συγγραφέας Δημήτρης Μπαλτάς, Δρ. Φιλοσοφίας 

Βιβλιογραφία 
α΄ Πηγές 
Bakounine Μ., Œuvres τ. Ι, εἰσ. Μ. Nettlau, P.-V. Stock Éditeur, Παρίσι 1895 
Bakounine Μ., Œuvres τ. ΙΙ, πρόλ.-σημ. καί «notice biographique» J. Guillaume, P.-V. Stock Éditeur, Παρίσι 1907 
Bakounine Μ., Œuvres τ. III, πρόλ.-σημ. J. Guillaume, P.-V. Stock Éditeur, Παρίσι 1908 
Bakounine Μ., Œuvres τ. IV, πρόλ.-σημ. J. Guillaume, P.-V. Stock Éditeur, Παρίσι 1910 
Bakounine Μ., Œuvres τ. V, πρόλ.-σημ. J. Guillaume, P.-V. Stock Éditeur, Παρίσι 1911 
Bakounine Μ., Œuvres τ. VI, πρόλ.-σημ. J. Guillaume, P.-V. Stock Éditeur, Παρίσι 1913 
Bakounine M., Correspondance. Lettres à Herzen et à Ogareff, πρόλ.-σημ. M. Dragomanov, μετ. M. Stromberg, Librairie Académique Didier Perrin et Cie Παρίσι 1896 
Bakounine M., Confession, μετ. P. Brupbacher, εἰσ. F. Brupbacher καί σημ. M. Nettlau, Παρίσι 1932
Bakounine M., «Ηistoire de ma vie», La societé nouvelle, 1896, σσ. 309-324. 
Βakounine M., Considérations philosophiques, εἰσ. J.-Chr. Angaut, Éditions Entremonde, Γενεύη 2010
Bakounine M., Confession, présentastion par J.-Chr. Angaut, Éditions Le passager cladestin, Neuvy-en-Champagne 2013 
Feuerbach L., Ἡ οὐσία τοῦ χριστιανισμοῦ, μετ. Θ. Γκιούρας, Ἐκδόσεις ΚΨΜ, Ἀθήνα 2012
Μπακούνιν M., Φεντεραλισμός-σοσιαλισμός ἀντιθεολογισμός, μετ. Γ. Νταλιάνη, Ἐλεύθερος τύπος, Ἀθήνα, ἄ.ἔ. 
Μπακούνιν M., Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία, μετ. Ν. Κούρκουλος, Ἐλεύθερος τύπος, Ἀθήνα 1987
Μπακούνιν Μ., Κρατισμός καί ἀναρχία, μετ. Γ. Γαλανόπουλος, Ἐλεύθερος τύπος, Ἀθήνα 1979
Μπακούνιν Μ., Θεός καί Κράτος, μετ. Ν. Ἀλεξίου-Ἀ. Γκίκας, Ἐλεύθερος τύπος, Ἀθήνα 1986
Μπακούνιν Μ., Ἡ παρισινή κομμούνα καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους, μετ. T. Λουμάλα, Ἐλεύθερος τύπος, Ἀθήνα, ἄ.ἔ. 
Μπακούνιν Μ., Ἀπάντηση ἑνός διεθνιστῆ στόν Τζουζέπε Ματσίνι, μετ. Μ. Λογοθέτη, Π. Καλαμαράς, Ἐλευθεριακή Κουλτούρα, Ἀθήνα 1997 (Ἀντί τοῦ συγκεκριμένου κειμένου προτείνω τήν γαλλική ἔκδοση: Réponse d’ un International à Mazzini, στό Œuvres, τ. VI, σσ. 109-128) 
Stirner M., L’ Unique et sa proprieté, trad. H. Lasvignes, La Table Ronde, Paris 2000 
Βοηθήματα 
Arvon H., Ὁ ἀριστερισμός, μετ. Β. Βασιλείου, Ἐκδοτικός Οἶκος Ἰ.Ν. Ζαχαροπούλου, Ἀθῆναι 1975
Arvon H., Mπακούνιν, μετ. Π. Γκέκα, Ἐκδόσεις Πλέθρον, Άθήνα 2009 
Berlin I., Les penseurs russes, trad. D. Olivier, Éditions Albin Michel, Paris 1984 
Γκερέν Ντ., Ὁ ἀναρχισμός. Ἀπό τήν θεωρία στήν πράξη, μετ. Μπ. Λυκούδης, Ἀθήνα, 1973 
Guérin D., Ni Dieu ni Maître. Anthologie de l’ anarchisme, Éditions La Découverte, Παρίσι 2011 
Lesourd Fr. (éd.), Dictionnaire de la philosophie russe, L’ Age d’ Homme, Λωζάνη 2010 
Μπαλτᾶς Β.Δ., Ρῶσσοι φιλόσοφοι. 19ος-20ός αἰ., Ἐκδόσεις Σαββάλας, Ἀθήνα 2002 
Μπαλτᾶς Δ., Σταθμοί τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2008 
Masaryk Τh., The spirit of Russia, transl. E.& C. Paul, τ. I, Λονδίνο-Νέα Ὑόρκη 1919 
Nettlau Μ., M. Bakounin. Eine biographische Skizze, Verlag von P. Pawlowitsch, Βερολίνο 1901 
Nettlau M., Ἱστορία τῆς ἀναρχίας, μετ. Σ. καί Μ.Κ., Διεθνής Βιβλιοθήκη, Ἀθήνα 1999 
Ζenkovsky B., Histoire de la philosophie russe, trad. C. Andronikof, Gallimard, [Paris] 1992 
________________________________________________________
[1] Μ. Bakounine, Histoire de ma vie…, σ. 310. 
[2] M. Nettlau, Ἱστορία τῆς ἀναρχίας…, σ. 116. 
[3] Μ. Bakounine, Histoire de ma vie…, σ. 312. 
[4] Βλ. καί Ι. Berlin, Les pesnseurs russes…, σ. 192. 
[5] Μ. Nettlau, M. Bakounin…, σ. 4. Σημειωτέον ὅτι τό ἔργο τοῦ Φίχτε εἶχε μεταφρασθεῖ καί στήν ἑλληνική ὑπό τόν τίτλο «Διδασκαλίαι περί τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ σπουδαίου» (μεταφρασθεῖσαι ὑπό Δρόσου Μανσόλα, Ἑρμούπολις 1829). 
[6] Th. Masaryk, The spirit of Russia…, σ. 434. Σχετικά μέ τούς «Γυμνασιακούς Λόγους» βλ. G.W.F. Hegel, Sämtliche Werke, B. 3, Philosophische Propädeutik, Frommann, Στουτγκάρδη, 1949. Ἐπίσης, βλ. τό κείμενο «Discours de Gymnase (2 Sept. 1811)» στόν τόμο G.W.F. Hegel, Textes pédagogiques, trad. B. Bourgeois, Éd. Vrin, Παρίσι, 1978. 
[7] Δ.Β. Μπαλτᾶς, Ρῶσσοι φιλόσοφοι…, σσ. 29-30. 
[8] Μ.Α. Gillespie, Ὁ μηδενισμός πρίν ἀπό τόν Νίτσε, μετ. Γ.Ν. Μερτίκας, Ἀθήνα 2004, σ. 282. 
[9] Β. Ζenkovsky, Histoire de la philosophie russe…, σ. 279. 
[10] H. Arvon, Mπακούνιν…, σ. 42. 
[11] M. Bakounine, Confession…, σ. 36. 
[12] H. Arvon, Mπακούνιν…, σ. 43. 
[13] H. Arvon, Mπακούνιν…, σ. 43. 
[14] Β. Ζenkovsky, Histoire de la philosophie russe…, σ. 275. 
[15] Ὁ γράφων ἑτοιμάζει τήν μετάφραση τοῦ ἔργου στήν ἑλληνική, μέ εἰσαγωγή καί σχόλια. 
[16] M. Bakounine, Œuvres t. III. 
[17] Μ. Μπακούνιν, Κρατισμός καί ἀναρχία…, σ. 63. 
[18] Ντ. Γκερέν, Ὁ ἀναρχισμός…, σ. 27. 
[19] M. Nettlau, Ἱστορία τῆς ἀναρχίας…, σσ. 156-157. 
[20] Th. Masaryk, The spirit of Russia…, σ. 464. 
[21] Th. Masaryk, The spirit of Russia…, σ. 464. 
[22] Βλ. ἐνδεικτικῶς Μ. Μπακούνιν, Κρατισμός καί ἀναρχία…, σσ. 7-34, σσ. 40-52, σσ. 77-93, 128-134, σσ. 156-171. 
[23] Μ. Μπακούνιν, Κρατισμός καί ἀναρχία…, σσ. 136-137 καί σσ. 147-148. 
[24] Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινή κομμούνα καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους…, σσ. 35-36. 
[25] Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινή κομμούνα καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους…, σ. 66. 
[26] Βλ. ἐνδεικτικῶς Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινή κομμούνα καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους…, σσ. 42-43, σ. 46, σ. 51, σ. 64, σ. 84, σ. 89, σ. 105. 
[27] Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινή κομμούνα καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους…, σ. 71. 
[28] Μ. Bakounine, Confession…, σ. 101, σ. 102, σ. 114. 
[29] Μ. Bakounine, Confession…, σ. 103, σ. 109. 
[30] Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινή κομμούνα καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους…, σσ. 74-75. 
[31] Μ. Μπακούνιν, Θεός καί Κράτος…, σ. 52. 
[32] M. Bakounine, Réponse d’ un International à Mazzini, στό Œuvres, τ. VI, σσ. 109-110. Γιά τήν κριτική ἐναντίον τοῦ Ματσίνι βλ. ἐπίσης Μ. Μπακούνιν, Φεντεραλισμός-σοσιαλισμός-ἀντιθεολογισμός…, σ. 34, σημ. 1. 
[33] Μ. Stirner, L’ Unique et sa proprieté…, σ. 241. 
[34] Μ. Μπακούνιν, Κρατισμός καί ἀναρχία…, σ. 148. 
[35] Ἐδῶ εἶναι χρήσιμη καί μία διευκρίνιση τόσο γιά τόν εἰδικό μελετητή τοῦ Μπακούνιν, ὅσο καί γιά τόν ἁπλό ἀναγνώστη. Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ πρῶτες ἐκδότες τοῦ ἔργου Θεός καί κράτος «δέν ὑποπτεύθηκαν- οὔτε ἔμαθαν ποτέ- ὅτι τό χειρόγραφο ἦταν στήν πραγματικότητα ἕνα κομμάτι τοῦ ἔργου Ἡ Κνουτογερμανική Αὐτοκρατορία καί ἡ Κοινωνική Ἐπανάσταση … Τό Β΄ τῆς Κνουτογερμανικῆς Αὐτοκρατορίας καταλαμβάνει τίς σελ. 9-177 τοῦ τ. Γ΄, τοῦ ὁποίου οἱ σελ. 18-131 περιέχουν τό σωστό κείμενο πού ὁ Καφιέρο καί ὁ Ρεκλύ ἐκδώσανε μέ τίτλο Θεός καί Κράτος» (Π. Ἄβριτς, «Εἰσαγωγή», στό Θεός καί Κράτος…, σσ. 11-13). 
[36] Βλ. ἐνδεικτικῶς Μ. Μπακούνιν, Θεός καί Κράτος…, σ. 32, σ. 39, σ. 40, σ. 42, σ. 113. 
[37] Μ. Μπακούνιν, Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία…, σσ. 18-19. 
[38] Β. Ζenkovsky, Histoire de la philosophie russe…, σ. 276. 
[39] Μ. Μπακούνιν, Φεντεραλισμός-σοσιαλισμός-ἀντιθεολογισμός…, σ. 86. 
[40] M. Bakounine, Réponse d’ un International à Mazzini, στό Œuvres, τ. VI, σ. 112. 
[41] Μ. Μπακούνιν, Φεντεραλισμός-σοσιαλισμός-ἀντιθεολογισμός…, σ. 64. 
[42] Μ. Μπακούνιν, Φεντεραλισμός-σοσιαλισμός-ἀντιθεολογισμός…, σ. 74, σημ. 1. 
[43] Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινή κομμούνα τοῦ 1871 καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους…, σ. 97. 
[44] Βλ. ἀναλυτικῶς Bakounine, Confession…, σσ. 117-119. 
[45] Μ. Stirner, L’ Unique et sa proprieté…, σ. 210. 
[46] Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινή κομμούνα τοῦ 1871 καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους…, σ. 41. 
[47] Ι. Berlin, Les Penseurs russes…, σ. 147. 
[48] Correspondance de M. Bakounine. Lettres à Herzen et à Ogareff, préf. et annot. M. Dragomanov, trad. M. Stromberg, Librairie Académique Didier Perrin et Cie Παρίσι. 
[49] Th. Masaryk, The spirit of Russia…, σ. 463. 
[50] H. Arvon, Mπακούνιν…, σσ. 105-106. 
[51] Ι. Berlin, Les Penseurs russes…, σ. 152. 
[52] J.-Chr. Angaut, «Introduction», στό Considérations philosophiques…, σ. 9. 
[53] Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινή κομμούνα τοῦ 1871 καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους…, σ. 11. Ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νά ἀνατρέξει καί στήν γνωστή ἀνθολογία τοῦ D. Guérin, Ni Dieu ni Maître…, σσ. 165-264. 
[54] Μ. Νεττλώ, «Εἰσαγωγή», στό Μ. Μπακούνιν, Φεντεραλισμός-σοσιαλισμός- ἀντιθεολογισμός…, σ. 11. 
[55] Les penseurs russes…, σ. 122. 
[56] Β. Ζenkovsky, Histoire de la philosophie russe…, σ. 273. Fr. Lesourd (éd.), Dictionnaire de la philosophie russe…, σσ. 73-74. 
[57] Μ. Bakounine, Confession…, σ. 137. 
[58] M. Bakounine, Confession…, σ. 34. 
[59] Th. Masaryk, The spirit of Russia…, σ. 432. 
[60] Β. Ζenkovsky, Histoire de la philosophie russe…, σ. 276. 
[61] Γκ. Χέγκελ, Βασικές κατευθύνσεις τῆς φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου, εἰσ.-μετ. Στ. Γιακουμῆς, Ἐκδόσεις Δωδώνη, Ἀθήνα 2004, σ. 29. 
[62] Μ. Μπακούνιν, Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία…, σ. 23. 
[63] Μ. Μπακούνιν, Κρατισμός καί ἀναρχία…, σ. 136. 
[64] Θεός καί Κράτος…, σ. 80. 
[65] Ἡ ἀναφορά ἔχει ληφθεῖ ἀπό τόν H. Arvon (Μπακούνιν…, σ. 25). 
[66] H. Arvon, Mπακούνιν…, σ. 28. 
[67] Μ. Μπακούνιν, Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία, ὅ.π., σ. 35. 
[68] Β. Ζenkovsky, Histoire de la philosophie russe…, σ. 276. 
[69] Ι. Berlin, Les Penseurs russes…, σ. 150.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

"Πολεμούν έναν Πατριάρχη που έχουν δημιουργήσει με την αρρωστημένη φαντασία τους"


Ό, τι είναι η πανσέληνος για τους λυκάνθρωπους, είναι η Θρονική εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τους αντιοικουμενιστές! 
Βρισκόμαστε μια μέρα μετά τα «φοβερά» και «τρομερά» γεγονότα που συνέβησαν στο Φανάρι κατά τον εορτασμό της Θρονικής εορτής. Όλες τις προηγούμενες μέρες το διαδίκτυο «έβραζε» από τις παρεμβάσεις των σούπερ ορθοδόξων, των αντιοικουμενιστών. Το τι έχουν γράψει δε λέγεται. Τα όσα ανεύθυνα, ψευδή, ανερμάτιστα και φαιδρά κατέθεσαν δεν περιγράφεται. Δόθηκε ευκαιρία σε πολλούς να εμφανισθούν ως εκκλησιολόγοι, δογματολόγοι, κανονολόγοι κ. ά. και όλοι τους, μα όλοι είχαν ένα κοινό σημείο: καταριόντουσαν τον Πάπα και τον Οικουμενικό Πατριάρχη διεκδικώντας για τον εαυτό τους το αλάθητο! 
Διατυμπάνιζαν το «πούλημα» της Ορθοδοξίας και την σίγουρη ένωση με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επισήμως κατά την ημέρα της Θρονικής εορτής του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 
Σήμερα βέβαια μια μέρα μετά, ούτε λέξη! Τους χάλασε τη «σούπα» που είχαν ετοιμάσει να σερβίρουν ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Αν και υπάρχουν κάποιοι που σιγοψιθυρίζουν σε κάποιες ιστοσελίδες ότι, «ευτυχώς που υπήρξαν δυναμικές αντιδράσεις κι έτσι αποφεύχθηκαν τα χειρότερα!». 
Ένα είναι σίγουρο, ότι όλοι αυτοί που σήκωσαν τόση σκόνη τις προηγούμενες μέρες, το έκαναν χωρίς να έχουν κάτι συγκεκριμένο υπόψη τους. Μοναδικό τους κίνητρο το μένος κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 
Η γλώσσα τους στάζει δηλητήριο τόσο, που αν καμιά φορά τη δαγκώσουν και καταπιούν κινδυνεύουν από ισχυρή δηλητηρίαση. 
Στην πραγματικότητα ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχει σχέση μόνο με το μίσος που τρέφουν απέναντί του. Σε ότι αφορά τον πόλεμο που του κάνουν, πολεμούν έναν Πατριάρχη που έχουν δημιουργήσει με την αρρωστημένη φαντασία τους. Μάχονται ένα ανεύθυνο, ένα κακό και δόλιο πρόσωπο που έχουν κατασκευάσει και τους μοιάζει απόλυτα. 
Εγκαλούν τον Οικουμενικό για αντιεκκλησιολογική συμπεριφορά. Ποιοι; Οι ανεκκλησίαστοι! Εκείνοι που έχουν αναγάγει εαυτούς εις εκκλησία! Ελέγχουν τον Πατριάρχη για αντικανονικές ενέργειες οι συναγελαζόμενοι με εκείνους που έχουν αποκοπεί από την Εκκλησία, εκείνοι που έχουν ως πρότυπά τους αφορισμένους και καθηρημένους! 
Θα μπορούσαμε πολλά να γράψουμε, όμως για ποιο λόγο; Μήπως υπάρχει περίπτωση να συνέλθουν, να επανακάμψουν, να ζητήσουν συγγνώμη; Όλοι αυτοί που το προηγούμενο διάστημα κατέθεταν «λόγον ανούσιον και ανυπόστατον» υπάρχει περίπτωση να ομολογήσουν την αποτυχία τους; Πολύ δύσκολο γιατί διακατέχονται από εωσφορικό εγωισμό! 
Αντί επιλόγου παραθέτω αυτό που λέμε στην Κρήτη: «Την ήπιατε; Με τις υγείες σας!» 
Γεράσιμος Φραγκουλάκης, αρχιμανδρίτης 
Αννόβερο-Γερμανίας
Related Posts with Thumbnails