Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΝΗΜΗ ΒΑΣΙΛΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ / Ογδόντα χρόνια από τη γέννησή του


Ογδόντα χρόνια από τη γέννηση του Βασίλη Φωτόπουλου φέτος (1934-2007). 
Παραθέτω ένα αυτοβιογραφικό του για περαιτέρω αναζήτηση της προσωπικότητας και του έργου του.
Εκπροσωπεί την άλλη Ελλάδα, αυτή των ονείρων μας... Ας τον ακούσουμε. 
Αυτοβιογραφικό σημείωμα από τον Βασίλη Φωτόπουλο 
Γεννήθηκα στην Καλαμάτα το 1934. Ο πατέρας μου, ένας άντρας σιωπηλός και απόμακρος, λάτρευε τη μάνα μου, όμορφη και ζωντανή γυναίκα. Αυτόν τον έλεγαν Δημήτρη, εκείνη Αγγελική. 
Μ’ αγαπούσανε κι ό,τι η εποχή νόμιζε σωστό για την ανατροφή ενός παιδιού, το ’χα. Γιατί μικρός ήμουνα φιλάσθενος, δεν μ’ έστειλαν σχολείο. Είχα δάσκαλο στο σπίτι. Τον Παπαδόπουλο, τον αδερφό της Τιμοκλείας. Αυτός πρόσεξε πως ασταμάτητα μουτζούρωνα τα πάντα κι έπεισε τον πατέρα μου να μου πάρει δάσκαλο ζωγραφικής, το Βαγγέλη το Δράκο. 
Παιδιά δεν υπήρχαν στη γειτονιά μας. Δεν έμαθα να παίζω. Όλο διάβαζα ή όλο ζωγράφιζα ή καθόμουνα σε μια πολυθρόνα που ’χα στο δωμάτιό μου, κουνιστή, βιεννέζικη, κι αναπολούσα ώρες.
Οι γονείς της μάνας μου μένανε μαζί μας. Ο Βασίλης και η Αικατερίνη. Ήταν όμορφοι άνθρωποι, συντηρούσαν τις καλύτερες παραδόσεις. Στη μεσσηνιακή γη είχαμε παντού συγγενείς. Μόνο η μάνα μου είχε 51 πρώτα ξαδέρφια. Ο πατέρας μου ίσως περισσότερα. Αγαπούσαμε ιδιαίτερα τους Καλογεροπουλαίους από το Σχοινόλακα και τους Κουντούρηδες από το Μαυρομάτι Ιθώμης. Στα σπίτια τους περνούσαμε μήνες, ιδιαίτερα στους τελευταίους. 
Το Μαυρομάτι είναι κτισμένο πάνω στην αρχαία Μεσσήνη. Αυτός ο τόπος με σημάδεψε βαθιά και πάντα με συνοδεύει. Τα σπίτια είναι κτισμένα με τις αρχαίες πέτρες. Τ’ αμπέλια φύτρωναν στις κερκίδες του αρχαίου Θεάτρου και του βουλευτηρίου. Η δέστρα του γαϊδάρου μας ήταν ο χάλκινος κορμός του ανδριάντα ενός ρωμαίου έπαρχου κι η βρύση του χωριού, η Καλλιρρόη, από το ίδιο στόμιο αφήνει το νερό της όσες χιλιάδες χρόνια έχουμε ιστορία και πριν. 
Στο τεράστιο μονολιθικό πάνω πρέκι της αρκαδικής πύλης του αρχαίου κάστρου καθόμαστε να πάρουμε το πρωινό μας. Λίγο πιο κει, στα θεμέλια του ναού του Δία, οι παππούδες μας είχανε κτίσει μοναστήρι στ’ όνομα της Παναγίας. 
Βασίλης Φωτόπουλος
Η τόσο έντονα δηλούμενη συνέχεια ζωής στον τόπο, η ροή του νερού και οι ίδιες λατρείες μ’ έκαναν να νιώθω πως είμαι ένας από τους κρίκους μιας σειράς ανθρώπων. Από μικρό παιδί, ασυνείδητα τότε, παραμέριζα το μικρό εγώ και εντασσόμουνα στο ανθρώπινο όλο. 
Ο πόλεμος του ’40 μας βρήκε στο Γιαννιτσά. Ο πατέρας μου, επιστρατευμένος από το Μεταξά ως μηχανικός, βρισκόταν εκεί για τα έργα που του ’χαν αναθέσει και μας είχε πάρει μαζί του. Γυρίσαμε με το τρένο στην Καλαμάτα. Σε λίγο το μέτωπο κατέρρευσε. Την Κατοχή την περάσαμε στα χωριά.
Ήμουνα δέκα χρονών, όταν γεννήθηκε ο Διονύσης. Είχα αδελφό. Τον αγάπησα. Τον αγαπώ πάντα πολύ. 
Ο Εμφύλιος σκότωσε τον πατέρα μου, σκότωσε τον δάσκαλό μου, έντεκα πρώτα ξαδέρφια της μάνας μου, τον άντρας της αδερφής της που μ’ είχε βαφτίσει. Οι δρόμοι γέμισαν νεκρούς φίλους. Φοβήθηκα τον απαίδευτο άνθρωπο. Έγινα μόνος. Το σπίτι διαλύθηκε οικονομικά. Ο Δράκος συνέχισε να μου μαθαίνει την τέχνη. Η ζωγραφική ήτανε το καταφύγιό μου και το μοναστήρι του Βουλκάνου ο κρυψώνας μου. 
Όποτε δεν είχα μαθήματα, γιατί είχα πάει πια στο γυμνάσιο, ανέβαινα στο Βουλκάνο. Η γαλήνη του χώρου, η καλοσύνη των γερόντων με ηρεμούσαν. Άρχισα να σκέφτομαι. Στ’ άδυτα των ιερών διέκρινα τις αρχαίες χειρονομίες, μάθαινα τη σημασία των συμβόλων, της σκευής, την επίδραση των χρωμάτων, του σωστού φωτισμού, της μελωδίας που συνοδεύει την παράσταση που αιώνια τελείται εκφράζοντας την αγωνία του ανθρώπου για την ταυτότητά του. 
Έτσι συνειδητοποίησα την ιερότητα της θεατρικής πράξης. 
Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Δασκαλάκης με υπομονή μας εξηγούσε τη σημαντική του τυπικού, τη σημασία της λεπτομέρειας, την επίδραση του ύφους του λειτουργικού-δρώντος προσώπου- ηθοποιού στο λαό-θεατή. Ήτανε ο πρώτος θεατρικός μας δάσκαλος. Στο σχολείο ήμουνα κακός, πολύ κακός μαθητής. Αντίθετα η ζωγραφική μου ωρίμαζε. Δεκατεσσάρων χρονών άρχισα να πουλάω. Όλοι βέβαια πίστευαν πως αυτό θα περάσει. Όταν τελείωσα το γυμνάσιο, ο δεσπότης ήθελε να με στείλει στη Χάλκη κι η μάνα μου να με διορίσει στη Τράπεζα Κωστοπούλου. Εγώ δήλωσα πως θα συνεχίσω τη ζωγραφική. Η μάνα μου λιποθύμησε, ο δεσπότης δεν μου ξανάπε καλημέρα. 
Βρέθηκα στην Αθήνα χωρίς καμία βοήθεια. Κάποια σχέδια για τα Κυνηγετικά Νέα, κάποια μεροκάματα από το βάψιμο σκηνικών στου Μπουρνέλη και βασικά το κουβάλημα καφασιών στη λαχαναγορά τα πρωινά, μας δίνανε τα λίγα που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε. Ήτανε δύσκολη η ζωή και γινόταν πιο δύσκολη, γιατί στην Αθήνα είχα πια τις ευκαιρίες να πληροφορούμαι το μέγεθος της ζωγραφικής σαν τέχνη. 
Οι εκθέσεις των μεγάλων, τα βιβλία όριζαν ένα μέγεθος που στην Καλαμάτα δεν το ’χα διακρίνει. 
Σε μια φάση απελπισμένος έκαψα τη δουλειά μου και πήγα να δουλέψω σε μια οικοδομή στη Νέα Σμύρνη. Ο μαστρο-Γιώργος, ο εργολάβος, μου ’δωσε να γκρεμίσω έναν τοίχο. Κοπάναγα μ’ ενθουσιασμό όλη μέρα. Το βράδυ είχα το δεξί μου χέρι τουμπανιασμένο και 39 πυρετό. Δεν προσπάθησα ποτέ πια να λιποτακτήσω. 


Το 1958, ο Κωστής Μπαστιάς, που ’δε τη δουλειά μου και του άρεσε, θέλησε να κάνει ένα άνοιγμα στους νέους. Είχε μόλις αναλάβει τη Λυρική Σκηνή. Παρά τις πολλές αντιξοότητες, μου ανέθεσε τη Σέρβα Πατρόνα, του Περγκολέζι. Τα σκηνικά άρεσαν. Ακολούθησαν και άλλα έργα. Η Τζοκόντα, ο Φάουστ, η Κασσιανή, η Άλκηστη. Είχαν επιτυχία. Εμένα μ’ έτρωγε πως δεν ήξερα τη δουλειά από μέσα κι έφυγα. Πήγα στην Ευρώπη. Στο Μιλάνο, στο Σάλτσμπουργκ, στο Μόναχο, στο Λονδίνο. Μεγάλα θέατρα, καλοί δάσκαλοι, άλλες οπτικές. Όταν γύρισα στην Αθήνα έκανα την Όμορφη Πόλη του Θεοδωράκη. Το ’να έργο ακολούθησε το άλλο. 
Τότε η Ελλάδα νικούσε τα μαθηματικά. Έντονες στιγμές γεμάτες προσπάθεια για δημιουργία. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη ξεσήκωνε, τα Παιδιά του Χατζιδάκι τα τραγούδαγε όλη η γη. Ο Κούνδουρος έπαιρνε το αρκουδάκι στο Βερολίνο κι η Παξινού με τον Μάνο τα Όσκαρ τους στο Λος Άντζελες. Η Στέλλα της Μελίνας και του Κακογιάννη αναστάτωνε τις Κάννες, που ο Μόραλης τις είχε φτιάξει Ελλάδα. 
Ο Σεφέρης έπαιρνε το Νόμπελ, ο Κουν ανέβαζε τις ανεπανάληπτες Όρνιθες και η ζωγραφική του Τσαρούχη κρεμότανε στα σπίτια. Κάθε βιβλίο, κάθε ποιητική συλλογή, κάθε παράσταση συζητιόταν, αποτελούσε γεγονός. Μπαίναμε στο θέατρο, πετάγαμε τα παπούτσια μας, ξεχνάγαμε τον κόσμο και βγαίναμε μετά από μέρες, αφού είχε πάει πρεμιέρα, γεμάτοι. 
Τότε έκανα πολλά έργα. Τον Ιούλιο Καίσαρα με τον Κατράκη και τον Κούρκουλο, το Ξυπόλητη στο Πάρκο με τη γλυκειά Λαμπέτη, τον Καραγκιόζη στη Βουλή με τον Κωνσταντίνου και το Βουτσά, την Σούζυ Βογκ με την Αλίκη, τη Γειτονιά των Αγγέλων με την Καρέζη και τον Νίκο τον Κούρκουλο και άλλα πολλά, που δεν τα θυμάμαι. 
Έκανα και το Αμέρικα-Αμέρικα του Καζάν, το Ζορμπά του Κακογιάννη. Και οι δύο δουλειές πήρανε όσκαρ σκηνογραφίας κι έτσι βρέθηκα στην Αμερική. Η Νέα Υόρκη με κράτησε εννιά χρόνια. Είναι η Ρώμη. Αυτοκρατορική, αυθάδικη, με τις άκρες του πλούτου και της φτώχειας, τις απίθανες συλλογές έργων τέχνης και τις μεγαλύτερες εκθέσεις των μεγάλων της σύγχρονης μα και περασμένης ζωγραφικής. Σε παιδεύει χωρίς έλεος. 
Ήτανε ζωντανό το κίνημα των παιδιών των λουλουδιών όταν έφτασα. Τα νιάτα στο κέντρο του κόσμου θέλανε έναν όμορφο κόσμο να φτιάξουν και μέσα σ’ αυτόν να ζήσουν. Τους διέλυσαν. Όταν έφυγα ο φόβος πλανιότανε και η βία πάνω στην πόλη. 
Είχα γυρίσει κάποιες ταινίες, μια απ’ αυτές με τον Κόπολα, κι είχα ντύσει μερικές παραστάσεις. Σκηνοθέτησα και μια ταινία, το δικό μου Ορέστη, που αφορμή της ήτανε τα παιδιά των λουλουδιών.
Οι συνταγματάρχες είχαν αποσυρθεί, όταν γύρισα στην πατρίδα. Όλοι πιστεύαμε πως θα συνεχίζαμε από ’κει που ’χαμε μείνει. Αποδείχθηκε πως επτά χρόνια ήταν πολλά. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο. 

Ο Διονύσης είχε αγοράσει ένα σπίτι στις Μηλιές του Πηλίου. Μου το παραχώρησε και πήγα εκεί. Το χωριό είναι πανέμορφο κι έχει πολύ καλούς ανθρώπους. Με βοήθησαν να ξαναβρεθώ στον τόπο μου.
Κάναμε μαζί με τον αδερφό μου την Όπερα της Πεντάρας. Σκηνοθέτης ο Ζυλ Ντάσσεν. Η Μελίνα με το Νίκο τον Κούρκουλο είχαν τους πρώτους ρόλους. Ήταν μια καλή παράσταση. Ακολούθησαν πολλά έργα. 
Απ’ αυτά θυμάμαι το Σχολείο Εραστών με τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Καζανόβα του Ρώμα με τον Νίκο Δημόπουλο, την Πρόσκληση του Τσιγκηρόπουλου με τον Βολανάκη, το Λευκό Γάμο με τον Γιώργο Λαζάνη, την Πάπισσα με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο, το Ληρ με τον Μινωτή, την Εξορία του Παύλου Ματέσι, τη Θυσία του Αβραάμ πάλι με τον Μινωτή. 
Κάπου όμως το θέατρο μου φαινόταν αλλιώτικο. Έπαψε να με γεμίζει. Το γύρω με πίεζε. Προβληματιζόμουνα και προβληματίζομαι. Ήθελα να κάνω κάτι. Η ζωγραφική παραμόνευε. Η γραφή της ίσως με βοήθαγε να εκφραστώ. 
Δεν μ’ ένοιαζε η τεχνική. Δεν ήθελα να λύσω αισθητικά προβλήματα ούτε να κατακτήσω μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους. Αλλά να πω πως νοιώθω τούτη την ώρα, την άσκημη ώρα. Ανοίξαμε τρύπες στον ουρανό. Η θάλασσα πεθαίνει, τα δελφίνια αυτοκτονούν, τα είδη των ζώων χάνονται το ένα μετά το άλλο, τα δάση ξεραίνονται ή γίνονται χαρτοπολτός. Οι πόλεις είναι ακατοίκητες, από τα πεντέμιση δισεκατομμύρια ανθρώπους μόνο τα τετρακόσια έχουν φαΐ. Οι πόροι του πλανήτη έγιναν όπλα και οι νέοι μένουν άνεργοι, ανενεργοί, απελπισμένοι, δεν τολμούν να χαρούν ούτε την ερωτική σμίξη. 
Επιλέγουν στον ίλιγγο της ταχύτητας, τα ναρκωτικά, τη βία ή την αυτοκτονία τη λύση, ενώ τους περιτριγυρίζουν ράκη από ξεσκισμένες σημαίες μιας παρανοϊκής γενιάς, της δικής μου γενιάς. 
Αυτές οι γυμνές, απροστάτευτες φιγούρες, που δεν χωράνε στο πλαίσιό τους και κοιτάνε απορημένες το μέγεθος της ανοησίας μας, είναι η δική μου κατάθεση τύψης απέναντί τους. Ζωγραφική σοφή και ωραία, για να καλύψετε το κενό πάνω από τον καναπέ σας, έχετε. 
Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1991 για τον κατάλογο της έκθεσης έργων μου στο Μουσείο του Ίωνα Βορρέ στην Παιανία. Είναι αυτονόητο πως ένα βιογραφικό δεν ξαναγράφεται κι ούτε δυστυχώς αλλάζει όσο κι αν το θέλουμε. 
Το μόνο που μπορώ να προσθέσω είναι πως από τότε μέχρι σήμερα ο περίγυρος γίνεται όλο και πιο πιεστικός, οι αλλαγές συντελούνται με πρωτόγνωρη ταχύτητα, το άτομο πιέζεται να μπει σε φόρμες που καταργούν την προσωπικότητα. Μόνη ελπίδα οι νέοι που όσο κι αν προσπαθούμε να τους βάλουμε σε καλούπια, αυτοί αντιστέκονται, κραυγάζουν, καταστρέφουν, προκειμένου να μην υποταχτούν σε αποδεδειγμένα αποτυχημένες νοοτροπίες. 


Έχοντας εμείς ευτελίσει κάθε θεσμό, κάθε όραμα και ιδέα, πετύχαμε να τους ελευθερώσουμε από τις δομές υποταγής που συνθέσαμε για να δημιουργήσουμε ένα «ποίμνιο» υπάκουο. Υπάρχει σ’ αυτή την αντίσταση ελπίδα για όλους μας. Δεν είναι από κείνες τις επαναστάσεις που ζηλεύουν απλά τον πλούτο των υλικών αγαθών. Θέλουν να μάθουν, θέλουν να γίνουν ικανοί, θέλουν να ’ναι ελεύθεροι από τις ματεριαλιστικές ανάγκες, για να μπορούν να σκεφτούν και να βρουν τον εαυτό τους. 
Μακάρι.
Δείτε και τις σχετικές αναρτήσεις:

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ 
Jürgen Moltmann, Ὁ ἐρχόμενος Θεός. Χριστιανική ἐσχατολογία, μετ. Πέτρος Γιατζάκης, Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήνα 2013, σελ. 462 
Στό ἔργο αὐτό ὁ Γιοῦργκεν Μόλτμαν (Jürgen Moltmann), ἕνας ἀπό τούς πιό γνωστούς θεολόγους τῆς ἐποχῆς μας, προσεγγίζει τήν χριστιανική ἐσχατολογία τήν ὁποία ὁρίζει ὡς τήν «ἀνάμνηση τῆς ἐλπίδας πού μᾶς χαρίζει ἡ ἀνάσταση τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ» (σ. 18). Στόν ὁρισμό αὐτόν ὁ Μόλτμαν θεωρεῖ τήν ἐλπίδα ὡς «θεμελιώδη καί καθολική θεολογική κατηγορία» (σ. 22), ἡ ὁποία συγκεκριμένα ἀφορᾶ τήν «ἐλπίδα στόν Θεό γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, τήν παλιγγενεσία τοῦ κόσμου, τήν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων στήν γῆ καί τήν ἀνάσταση καί τήν αἰώνια ζωή τῶν προσώπων» (σ. 23). Ἀπό μία ἄλλη ἀφετηρία, τήν ὁποία ἐπικαλεῖται ὁ Μόλτμαν, ὁ σύγχρονος φιλόσοφος Μάξ Χορκχάϊμερ (1895-1973) ἰσχυρίζεται ὅτι «θεολογία εἶναι ἡ ἐλπίδα ὅτι ἡ ἀδικία δέν θά ἔχει τόν τελευταῖο λόγο … θεολογία εἶναι ἡ ἔκφραση μιᾶς νοσταλγίας, ἑνός πόθου νά μήν θριαμβεύσει ἐντέλει ὁ δολοφόνος πάνω στό ἀθῶο θύμα του» (σ. 161). 
Ἀναφερόμενος ἰδιαιτέρως στήν «ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης» ὁ Μόλτμαν τονίζει ὅτι αὐτή «δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη εἰκασία γιά μακρινές μεταθανάτιες καταστάσεις. Μόνον ἡ ἀγάπη, πού καταφάσκει μέ πάθος τή ζωή, κατανοεῖ τή σημασία αὐτῆς τῆς ἐλπίδας, διότι μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἐλπίδα ἀπελευθερώνεται ἀπό τόν φόβο γιά τόν θάνατο» (σ. 106). Ἀλλά, σέ πρακτικό ἐπίπεδο, ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδή δέν μπορεῖ νά ἀπωθήσει ἀπό τήν ζωή του τόν θάνατο, ἐπιχερεῖ νά ἀπωθήσει τήν «συνείδηση τοῦ θανάτου» (σ. 86). Ὡστόσο, γιά τόν Μόλτμαν, οἱ ἀπόπειρες ἀπώθησης τοῦ θανάτου «κάνουν τούς σύγχρονους ἀνθρώπους ἀναίσθητους, ἀπαθεῖς καί ἀνώριμους. Τούς ἐξωθοῦν σέ πειθαναγκαστικές στάσεις ἡδονισμοῦ καί σέ φανατικές νευρώσεις ὑπεραποδοτικότητας … Ὁ ἀπωθημένος θάνατος ἐξαπλώνει μιά παραλυτική ἀδιαφορία καί ἀπάθεια γύρω του. Ἡ ‘’ἀδυναμία μας νά πενθήσουμε’’ γίνεται ἀναπόφευκτα ἀδυναμία νά ἀγαπήσουμε» (σ. 94). 
Ἡ ἐσχατολογική προσέγγιση τοῦ Μόλτμαν δέν ἐξαντλεῖται σέ μία προσωποκεντρική ἐσχατολογία ἀλλά φθάνει «μέχρι μιά ἐσχατολογία τοῦ κόσμου» (σ. 111). Ἡ διατύπωση αὐτή συνάπτεται μέ τήν θέση ὅτι «ἡ ἀπόλυτη διάκριση ἀνάμεσα στό πρόσωπο καί τή φύση εἶναι ἐχθρική πρός τή ζωή. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς πρόσωπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, εἶναι καί μέρος τῆς φύσης» (σ. 167). Στό σημεῖο αὐτό ὁ Μόλτμαν ἐπισημαίνει ὀρθῶς ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ποτέ δέν διέκρινε τόσο ἀπόλυτα τό πρόσωπο ἀπό τή φύση, ὅπως ἔκανε ἡ δυτική θεολογία τῆς νεωτερικότητας» (σ. 375). 
Ἐξ ἄλλου, ἀπό τήν ἐσχατολογία τοῦ Μόλτμαν δέν ἀπουσιάζει καί ἡ ἀναφορά στήν ἀποκατάσταση τῶν πάντων κατά τήν τελική κρίση τοῦ Θεοῦ. Ὁ Μόλτμαν ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ πραγματική χριστιανική θεμελίωση τῆς ἐλπίδας γιά τήν καθολική καταλλαγή […] εἶναι ἡ θεολογία τοῦ σταυροῦ, καί ἡ μόνη ρεαλιστική συνέπεια πού προκύπτει ἀπό τή θεολογία τοῦ σταυροῦ εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῶν πάντων» (σ. 349). Καί συμπεραίνει σχετικῶς ὅτι «ἡ ἐσχατολογική διδασκαλία γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν πάντων περιλαμβάνει τή θεία κρίση, πού ἐπανορθώνει τήν ἀδικία, καί τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού ἀνασταίνει τούς ἀνθρώπους σέ μιά νέα ζωή» (σ. 355). 
Ὁπωσδήποτε ὁ Μόλτμαν διακρίνει τήν προτεινόμενη ἐσχατολογική προσέγγιση ἀπό τίς παλαιότερες χιλιαστικές προσδοκίες (σσ. 230-237) ἀλλά καί τόν νεωτερικό ἀποκαλυπτισμό (σσ. 266-273). 
Ἕνα ἅλλο ἐνδιαφέρον σημεῖο τῆς ἐσχατολογίας τοῦ Μόλτμαν ἀφορᾶ τήν οὐράνια καί αἰώνια Ἱερουσαλήμ, σέ ἀντίθεση τόσο μέ τήν ἐπίγεια Ἱερουσαλήμ (ἕναν «τόπο τρόμου»), ὅσο καί μέ τήν Ρώμη (τήν «φονική καί τυρανική»). Σχολιάζοντας τό χωρίο: οὐ γάρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν (Πρός Ἑβραίους 13,14), ὁ Μoltmann γράφει χαρακτηριστικά ὅτι «γιά τούς χριστιανούς πού πιστεύουν στήν ἀποκαλυπτική ἐλπίδα δέν ὑπάρχει σέ αὐτόν τόν κόσμο τῆς παροδικότητας καμία μένουσα πόλις, δέν ὑπάρχει μέσα σέ αὐτήν τήν ἀντίθεη ἐποχή καμία ἁγία πόλις … Οἱ χριστιανοί δέν ἀνήκουν σέ κανένα ἔθνος καί γι’ αὐτό προέρχονται ἀπό ὅλα τά ἔθνη» (σ. 423).
Παρά τίς ἐπιφυλάξεις πού μπορεῖ νά ἔχει κανείς ἀπέναντι σέ ὁρισμένες (πβ. σ. 21: «ριψοκίνδυνες») ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις τοῦ Μόλτμαν, τό βιβλίο ἀποτελεῖ μία ἰδιαίτερη συμβολή στήν σύγχρονη χριστιανική ἐσχατολογία. Ἀσφαλῶς εἶναι εὐδιάκριτος ὄχι μόνον ὁ θεολογικός ἀλλά καί ὁ φιλοσοφικός ἐξοπλισμός τοῦ συγγραφέως, πού πραγματεύεται μέ ἄνεση τά σχετικά ζητήματα. 
(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στόν Νέο Ἑρμῆ τόν Λόγιο, τ. 10)

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΓΙΑ "ΤΟ ΑΙΣΧΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ" / Ένα κείμενο - ντοκουμέντο


TA ΠΕΡΙ «ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ» ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 
Υπό Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού 
Β΄ 
Γράφοντας στην προηγούμενη επιφυλλίδα μας (Α΄) γιά τερατουργικές καταστάσεις που απροκλήτως μας εδημιούργησαν εξ Αθηνών αθεόφοβοι ρασοφόροι, δεν θα μπορούσαμε –ακόμη και προφητικό χάρισμα αν διαθέταμε− να φαντασθούμε τόσο γρήγορη και πανηγυρική επιβεβαίωση δι’ αναλόγων πράξεων, των όσα, εν φόβω Θεού δημοσία καταγγείλαμε, όλως επιλεκτικώς, ως εν πρωτοφανεί αναλγησία χαλκευθέντα, υπό μορφήν μάλιστα «συνεργασίας πολλών λογίων»! 
Εκθέτοντας πάντως και δημοσιοποιώντας αδιάψευστα πειστήρια (από το επίσημο Υπηρεσιακό Αρχείο της Ι. Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας) περί του τρόπου με τον οποίο μας επαγίδευσε εις το να μας υποκλέψει το ιερώτατο Επισκοπικό αξίωμα ο εκ της Εκκλησίας της Ελλάδος ενσκήψας τραγικός τσαρλατάνος Αρχιμ. Σεραφείμ Μεντζελόπουλος, δεν είχαμε την αξίωση, μήτε ασφαλώς την αφέλεια να πιστεύσουμε, ότι θα εματαιώναμε την ως ‘άριστα’ ενορχηστρωμένη από τους πρωτεργάτες της «Χρυσοπηγής» εκλογή του, εις την Μητρόπολη Πειραιώς. 
Έπρεπε όμως να μάθουν και να ξέρουν ποιόν επί τέλους εκλέγουν με τόσες τυμπανοκρουσίες και ασυναγώνιστον από άλλον συνυποψήφιο (!), για να μην μπορούν να επικαλεσθούν αργότερα άγνοια ή δήθεν παραπληροφόρηση. Εφ’ όσον δηλαδή εις ένα έκαστο των μελών της εν Αθήναις συνελθούσης Συνόδου της Ιεραρχίας εστάλη με φαξ, τουλάχιστον εβδομάδα προ των εκλογών, από την δική μας υπεύθυνη πηγή η σχετική ενημέρωση, θα περιμέναμε το ολιγώτερο κάποιον προβληματισμό ανησυχίας, ή να εζητείτο −από μερίδα έστω των σεβομένων την θρυλούμενη «εν Αγίω Πνεύματι εκλογή» Ιεραρχών− στοιχειώδης έλεγχος των καταγγελλομένων. Μη λησμονούμε άλλωστε ότι ακόμη και κατά την ύστατη στιγμή προ της χειροτονίας (σε όποιο βαθμό της Ιερωσύνης, πόσο μάλλον του Επισκόπου!), εάν ήθελε εγερθεί δημόσια και αξιόπιστη αντίρρηση, επιβάλλεται ο σχετικός έλεγχος αμέσως, ώστε να θεωρείται όντως «λαοπρόβλητος» και «θεοπρόβλητος» ο χειροτονούμενος, «ίνα μη υπό αναξίων τα θειότατα τελεσιουργώνται» (όπως δικαίως απαιτεί η «Συμμαρτυρία του Πνευματικού», ήδη από την εις Διάκονο χειροτονία). 
Εξ όσων όμως εδημοσιεύθησαν μέχρι στιγμής στα επίσημα Δελτία ειδήσεων, τέτοια ευαισθησία δεν φαίνεται ούτε κατά διάνοια να πέρασε από τις συνειδήσεις των εκλεκτόρων, έστω και ενός για δείγμα! Αντιθέτως, 2 επί 72 ή 74 εκλεκτόρων Μητροπολιτών έλαβεν, ο άλλοτε ‘αποδιοπομπαίος’ και περιφρονούμενος, ψήφους 63, ως ανεγράφη! 
Αυτό είναι ατυχώς το κλίμα που κατορθώνει να επιβάλει ισοπεδωτικά ή ‘ενός ανδρός Αρχή’ εις τον ιερώτατο θεσμό της Εκκλησίας που ονομάζομε από τους Αποστολικούς χρόνους ‘Σύνοδο’, και είναι ως γνωστόν, συνώνυμος του όρου ‘Εκκλησία’! 
Και διερωτάται κανείς, με δικαιολογημένη αγανάκτηση, πώς είναι δυνατόν να λησμονούν και να αποπιούνται τις εν προκειμένω τρομερές ευθύνες των, όχι μόνον οι Επίσκοποι (οι πρώτοι πάντως ένοχοι και υπεύθυνοι!) αλλά και τα μέλη όλων των άλλων συλλογικών Σωμάτων στις διάφορες τάξεις του λαού του Θεού (Θεολογικές Σχολές, Μοναστήρια, ιδίως του Αγ. Όρους, πολυάνθρωπες Ενορίες και πλείστες όσες Χριστιανικές Αδελφότητες, κ.ἄ.;). 
Αντιθέτως, οι εν Ελλάδι και εν Αυστραλία Δημοσιογράφοι, έσπευσαν εντόνως εντυπωσιασμένοι από τις γενόμενες αποκαλύψεις μας− να ζητήσουν εκτενέστερη ενημέρωση, πράγμα όμως που επιμελώς αποφύγαμε, παραπέμποντας όλους μόνο εις όσα περιέχει η έκδοση του ‘ΒΗΜΑΤΟΣ της Εκκλησίας’. Τα αυτά πρέπει να λεχθούν και για πλήθος πιστών, Κληρικών και λαϊκών, που ζητούσαν επειγόντως την Εφημερίδα μας. 
Θα μπορούσαμε βέβαια και άλλα βαρυσήμαντα τεκμήρια να παρουσιάσουμε, τα οποία χαρακτηρίζουν εις το διηνεκές το γενικό ήθος και την ψυχοπαθολογική κατάσταση του νέου Μητροπoλίτη Πειραιώς Σεραφείμ Μεντζελοπούλου. Δεν το πράττομε όμως, διότι με όσα ήδη κατηγγείλαμε εδώ, εδόθη επαρκής απάντηση εις τους εν Ελλάδι ‘διαπορούντας’ πώς έγινε εν Αυστραλία Επίσκοπος Χριστιανουπόλεως ο περιπετειώδης Αρχιμανδρίτης.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αυτραλίας Στυλιανός

Άλλο χτυπητό παράδειγμα της άδικης και ανίερης πολεμικής που συνεχίζει επί χρόνια εις βάρος του Αυστραλίας ο Αθηνών Χριστόδουλος και οι δουλικώτατα ακολουθούντες τις δόλιες υποδείξεις και μεθοδεύσεις του Ιεράρχες, είναι η περίπτωση του καθ’ υπερβολήν έξαλλου και συκοφάντου Καντιωτικού Θεολόγου/Φιλολόγου Νικ. Σωτηροπούλου, τον οποίον ως γνωστόν αφώρισε η εν Κωνσταντινουπόλει Μείζων και Υπερτελής Ι. Σύνοδος τον Δεκέμβριο του 1993 (στην οποία μετείχε και η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία μάλιστα ήταν αυτή που εισηγήθηκε τον αφορισμό (!) του εν λόγω ιεροκατήγορου και ταραχοποιού, εντός και εκτός Ελλάδος).  
Και βέβαια θα διερωτηθεί κανείς: Με ποιά λογική ευθύνεται ιδιαιτέρως για τον ‘δαιμονόπληκτο’ Σωτηρόπουλο ο μόλις το 1998 γενόμενος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος, ενώ ήδη από το 1993 είχεν αφορισθεί ο περί ου ο λόγος από την Μείζονα και Υπερτελή εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο; Το ερώτημα μοιάζει ευλογοφανές και βάσιμο. Αλλά μόνον για τους αγνοούντας τα παρασκήνια! 
Αυτά τα παρασκήνια θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε εδώ, ώστε οι αγνοούντες κείμενα και γεγονότα, να αντιληφθούν τις ευθύνες του καθενός. 
Βασικό ντοκουμέντο για την όλη εδώ παρουσίαση του θέματος είναι η ‘Πράξις’ αφορισμού Ν. Σωτηροπούλου, την οποία και παραθέτομε αυτούσια εν φωτοτυπία, καθώς και το σχετικό επίσημο ‘Ανακοινωθέν’ του Οικουμενικού Πατριαρχείου με ημερομηνία 14−12−1993. Και μόνο απλή ανάγνωση των δυο αυτών επισήμων ντοκουμέντων, καταδεικνύει τις ακόλουθες αναντίρρητες αλήθειες: 
α) Η Μείζων και Υπερτελής εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος το 1993 συνήλθε σε δυο φάσεις: (Ιούλιο η πρώτη, και Δεκέμβριο η δεύτερη). Εις την πρώτη φάση όχι μόνο μετείχε και ο Αυστραλίας οφειλετικώς, μαζί με όλη την Ιεραρχία του Οικουμενικού Θρόνου, αλλά και ως ειδικός Εκκλησιολόγος ανέλαβε κατ’ ανάθεση να ‘αρχιτεκτονήσει’ και οργανώσει μέχρι τελευταίας λεπτομερείας, τα της Συνόδου κείμενα, ώστε να αντιμετωπισθεί επιτυχώς η ακόρεστη επεκτατική δραστηριότητα του κυριολεκτικώς αφηνιάσαντος Πατριάρχου Διοδώρου, που ‘εισπήδησε’ προκλητικώτατα στην Αυστραλία. 
Εις την δευτέρα φάση (Δεκέμβριος) μετείχαν πάλι οι ίδιες Ελληνικές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Κύπρου και Αθηνών) όμως με πολύ μικρότερο αριθμό αντιπροσώπων. Τώρα επρόκειτο να ‘αποκατασταθούν’ προώρως και εσπευσμένως οι τιμωρηθέντες κατά την προηγούμενη φάση Ιεροσολυμίται ‘εισβολείς’ (ιδίως οι Επίσκοποι Ησύχιος και Τιμόθεος), ο δε γράφων αντετάχθη εγγράφως με συγκεκριμένα επιχειρήματα κατα της τοιαύτης αδικαιολογήτου σπουδής, διό και μήτε την ψήφο του έστερξε να αποστείλει, ως του εζητήθη. 
Κατ’ αυτή λοιπόν την φάση εζήτησε ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ να αφορισθεί ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος, πρωτίστως δι’ όσα συνεχώς ωργάνωνε έκτροπα Καντιωτικών ‘παραβολάνων’ μέχρι και ξυλοδαρμού Κληρικών και λαϊκών εν ώρα Θ. Λειτουργίας (ιδιαιτέρως στο Κεφαλάρι Αττικής και στη Μητρόπολη Λαρίσης), ωσαύτως όμως και δια τα εν Αυστραλία και Καναδά ανάλογα ‘αθλήματα’, τα οποία επί έτη καταγγελλόμενα αρμοδίως, έμεναν ατιμώρητα. 
β) Ο Χριστόδουλος εγνώριζε ανέκαθεν την εν γένει φθοροποιό δράση του Ν. Σωτηροπούλου ανά την Ελλάδα και το Εξωτερικό, όσο και τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ εζήτησε τον αφορισμό του, κατά την β΄ φάση της Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου, όπου οι πάντες εγνώριζαν ότι ούτε παρίστατο ούτε είχε καμμιά ανάμειξη ο Αυστραλίας. Εν τούτοις, όταν για την δια παντός μέσου επιδιωκόμενη εκλογή του εις τον Θρόνο των Αθηνών εμερίμνησε να προσεταιρισθεί και τους φιλοκαντιωτικούς Αρχιερείς, επεσήμανε μεν το ‘δόλωμα’, δηλαδή την αποκατάσταση Σωτηροπούλου, την οποία και ανεπιφυλάκτως υπεσχέθη, δεν είχε όμως την φιλοτιμία και εντιμότητα να υποδείξει, τουλάχιστον μεταμέλεια στις συκοφαντικές και βλάσφημες δηλώσεις του, όχι μόνο κατά του Αυστραλίας, αλλά και κατά της ιδίας της Συνόδου που προέβη στον πανηγυρικό αφορισμό του. 
Ποιός Aρχιεπίσκοπος, σεβόμενος εαυτόν και την Εκκλησία της οποίας ηγείται, θα επέτρεπε να συνεχίζεται το αίσχος Σωτηροπούλου, χωρίς να επιδιώξει τα του στοιχειώδους σωφρονισμού του, ώστε και τον ίδιο ειλικρινώς να βοηθήσει εις μετάνοια και ψυχική σωτηρία; 
Αλλά μήπως υπήρξε ολιγώτερο σκανδαλώδες το γεγονός ότι, ενώ από το ένα μέρος ζητούσε φορτικώς από το Φανάρι την άρση του αφορισμού, από το άλλο μέρος άφηνε ανενόχλητους Ιεράρχες της απολύτου ευθύνης του (Κορίνθου Παντελεήμων, Σπάρτης Ευστάθιος, κ.ά.) να προσκαλούν επισήμως τον αφορισθέντα εις πανηγυρικάς Λειτουργίας και εις Ιερατικά Συνέδρια να κηρύξει ‘Ορθοδοξία’ ή ‘αντιαιρετικό αγώνα’; 
Προσφάτως ακόμη, εθεάθη ο Σωτηρόπουλος να κοινωνεί ανεμπόδιστος των Αχράντων Μυστηρίων κατά την πανηγυρική θ. Λειτουργία εις την Ι. Μονή Γηροκομείου Πατρών, όπου μάλιστα ιερουργούσε ο νεοχειροτόνητος Μητροπολίτης Αιτωλοακαρνανίας Κοσμάς. Βλέποντας τέτοιο ανίερο θράσος ο γνωστός Θεολόγος και Μουσικολόγος κ. Παν. Ανδριόπουλος, υπενθύμισε ευθαρσώς ότι δεν είναι δυνατόν να εμπαίζεται απροκάλυπτα ο αφορισμός Μείζονος Συνόδου, αλλά, παρά το επεισόδιο που εδημιουργήθη, και τα δυσμενέστατα σχόλια του τοπικού Τύπου, μήτε ο νέος Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος, μήτε και ο δήθεν περί ‘καθάρσεως’ κοπτόμενος Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο. Σε τηλεφώνημα μάλιστα που έγινε προς την Αρχιεπισκοπή με ερώτημα μήπως είχε αρθεί εν τω μεταξύ ο αφορισμός Σωτηροπούλου, εδόθη, ως εδηλώθη υπευθύνως, η εξής χαρακτηριστική απάντηση: ‘Ασφαλώς ισχύει ακόμη ο αφορισμός, αλλά η ευθύνη είναι του Οικουμενικού Πατριαρχείου’! 
Το πόσο δεινό σκανδαλισμό των πιστών συνεχίζει να προκαλεί διαβολικά αμετανόητος και μετά τον αφορισμό του− ο πανταχού καθυβρίζων την Εκκλησία και τους Λειτουργούς της Νικ. Σωτηρόπουλος, το γνωρίζουν όχι μόνο τα τηλεοπτικά Κανάλια, αλλά ακόμη και τα κοσμικά Δικαστήρια. Εις αυτά εκκρεμούν όπως έχει δημοσιευθεί κατ’ επανάληψη, επίσημες καταγγελίες και από το Υπουργείο Οικονομικών για τεράστιες καταχρήσεις στην διαχείριση του ‘Ιεραποστολικού Σωματείου Ο Σταυρός’. Γνωστή είναι και η ετυμηγορία του Εφετείου Αθηνών (115/8−1−2001), η οποία εκήρυξε αμετακλήτως τον Σωτηρόπουλο ‘ουχί Θεολόγον αλλά ψευδολόγον’! 
Για όλους τους ως άνω άθλους του ‘θρυλικού’ ανδρός έχουμε εκτενώς δημοσιεύσει τόσον εις την Επιστημονική Επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Τομ. 13, 2003), όσο και εις την Εφημερίδα μας ‘Το ΒΗΜΑ της Εκκλησίας’ (Μάρτιος 2002). Να συμπληρώσουμε τέλος ότι, αφού εξαντλήθηκε η υπομονή και Επισκοπική επιείκειά μας προς τον ‘πλανώμενον και πλανώντα’ Ν. Σωτηρόπουλον, έπρεπε να προστατεύσουμε και τους οπουδήποτε μη πληροφορούμενους αρμοδίως, γι’ αυτό αναγκασθήκαμε να καταθέσουμε –ως ύστατη προσπάθεια σωφρονισμού− αγωγή κατ’ αυτού εις τα εν Αθήναις Δικαστήρια, μετά την προειδοποιητική επιστολή που είχαμε απευθύνει εγκαίρως (βλ. σελ. ). 
Το πώς και το γιατί, μετά απ’ όλα τα ως άνω, επιμένει με τόσο ‘ζήλο’ ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος να ζητεί την άρση του αφορισμού, χωρίς να προηγηθεί η επιβαλλόμενη δήλωση μετανοίας, δεν σημαίνει ασφαλώς ‘πατρική επιείκεια προς αμαρτωλόν ή πλανώμενον’, όπως συνηθίζει να υποκρίνεται. Είναι ΦΟΒΟΣ για πράγματα που ασφαλώς θα μπορούσε να του παρέξει το απύλωτο στόμα ενός λαϊκού από το άμεσο ποίμνιό του, τον οποίο θα έπρεπε προ πολλού να είχε σωφρονίσει αναλόγως.  
Τό παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στήν Εφημερίδα “ΤO ΒΗΜΑ τής Εκκλησίας” Μάρτιος 2006

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ / Άρθρο του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου

Σελίδα από το χειρόγραφο του Βιβλίου του Ησαΐα που βρέθηκε στο Κουμράν. 
Οι τελευταίες σειρές της σελίδας περιέχουν το απόσπασμα που διάβασε ο Ιησούς
στη συναγωγή της Ναζαρέτ.

Του Κοσμήτορα του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου
Η 1η Σεπτεµβρίου χαρακτηρίζεται στην παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας ως «Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου» και σηµατοδοτεί την έναρξη του νέου εκκλησιαστικού και λειτουργικού έτους. Ο όρος «ίνδικτος» ή «ινδικτιών» είναι εξελληνισµένος τύπος της λατινικής “indictio” (= διάταγµα) που στη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία δήλωνε µια φορολογική περίοδο 15 ετών και από τον δ΄ µ.Χ. αιώνα καθιερώθηκε ως µονάδα µέτρησης του χρόνου, για να καταλήξει να δηλώνει την έναρξη του έτους. Το ευαγγελικό ανάγνωσµα της ηµέρας προέρχεται από την περικοπή Λου 4:16-22 που αναφέρεται στην έναρξη της δηµόσιας δράσης του Ιησού µε το πρώτο κήρυγµά του στη συναγωγή του χωριού του, της Ναζαρέτ. 
Αµέσως µετά τη βάπτισή του και την αντιµετώπιση των πειρασµών στην έρηµο, ο Ιησούς επιστρέφει στη Γαλιλαία και, αφού περιοδεύει για λίγο στην περιοχή, φτάνει στη Ναζαρέτ. Εκεί επισκέπτεται τη συναγωγή, προκειµένου να συµµετάσχει στην προσευχή του Σαββάτου. Ακολουθώντας το τυπικό των συναγωγών της περιοχής, σύµφωνα µε το οποίο, µετά την ανάγνωση του Νόµου, µπορούσε οποιοσδήποτε να διαβάσει κάποια περικοπή από τα βιβλία των Προφητών και να τη σχολιάσει, ο Ιησούς σηκώθηκε, πήρε τον κύλινδρο από πάπυρο που περιείχε το κείµενο του προφήτη Ησαΐα, τον ξετύλιξε και διάβασε όρθιος τα δύο πρώτα εδάφια από το κεφάλαιο 61: 
Το Πνεύµα µε κατέχει του Κυρίου, 
µ’ αυτό µε έχρισε· 
µ’ έστειλε µήνυµα χαρµόσυνο να φέρω στους φτωχούς, 
τους τσακισµένους ψυχικά να θεραπεύσω· 
στους αιχµαλώτους να αναγγείλω ότι θα λευτερωθούν, 
και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους, 
τους καταπιεσµένους ν’ απελευθερώσω, 
ν’ αναγγείλω του καιρού τον ερχοµό, που χάρη ο Κύριος δίνει. 
Έπειτα έδωσε στον χαζζάν (τον υπηρέτη που µεταξύ άλλων καθηκόντων είχε και την ευθύνη των βιβλίων της συναγωγής) το βιβλίο και κάθισε για να κάνει ένα µιδράς (σύντοµο ερµηνευτικό σχόλιο). Ήδη η φήµη του Ιησού ως δασκάλου και θεραπευτή είχε προηγηθεί του ερχοµού του στην Ναζαρέτ, και έτσι όλων τα µάτια ήταν προσηλωµένα πάνω του, περιµένοντας µε αγωνία να ακούσουν τα λόγια του. Αυτό όµως που είπε ο Ιησούς τους άφησε κατάπληκτους, καθώς ξεπερνούσε κάθε προσδοκία· χωρίς καθόλου περιστροφές ο Ιησούς δηλώνει ότι: 
Σήµερα βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία που µόλις ακούσατε. 
Αυτό που στην πραγµατικότητα λέει ο Ιησούς µε το σύντοµο κήρυγµά του στους έκπληκτους συγχωριανούς του είναι ότι αυτός που όλοι γνώριζαν ως γιο του ξυλουργού είναι ο µεσσίας, ο χρισµένος, δηλαδή, από τον Θεό απεσταλµένος του που ανέµεναν γενιές και γενιές για να λυτρώσει τους Ισραηλίτες από όλα τους τα δεινά. Εύκολα µπορεί κανείς, µετά από µια τέτοια δήλωση, να κατανοήσει την αντίδραση των κατοίκων της Ναζαρέτ. 
Το κήρυγµα του Ιησού στη συναγωγή του χωριού του περιγράφεται και από τους άλλους δύο συνοπτικούς ευαγγελιστές αλλά µε κάποιες διαφορές. Δεν θεωρείται αφετηριακό σηµείο της δράσης του Ιησού (στο Ματ 13:54-58 τίθεται µετά τις παραβολές για τη “βασιλεία των ουρανών” και στο Μαρ 6:1-6 µετά το θαύµα της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου) ούτε γίνεται αναφορά στο περιεχόµενο του κηρύγµατός του, ούτε και στην απόπειρα των συγχωριανών του να οδηγήσουν τον Ιησού στην άκρη ενός γκρεµού και να τον δολοφονήσουν (Λου 4:28-29). 
Για να ερµηνεύσει κανείς αυτή τη διαφορετική θεώρηση των γεγονότων από τους τρεις ευαγγελιστές, πρέπει να λάβει υπόψη του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Πρόκειται για ένα ευαγγέλιο που δεν απευθύνεται όπως τα άλλα δύο σε ισραηλίτες που έγιναν χριστιανοί αλλά σε πρώην ειδωλολάτρες. Αυτός είναι και ο λόγος που ο συγγραφέας του αποφεύγει τη χρήση εβραϊκών όρων και λέξεων (τα ελληνικά του Λουκά είναι τα καλύτερα της Καινής Διαθήκης) και δεν δείχνει παρόµοιο µε τους άλλους ευαγγελιστές ενδιαφέρον -παρά µόνο σε ελάχιστες εξαιρετικές περιπτώσεις- να αποδείξει ότι ο Ιησούς είναι ο από τους Ιουδαίους αναµενόµενος µεσσίας. Παρ’ όλα αυτά, το ευαγγέλιο αυτό σηµατοδοτεί τόσο την αρχή όσο και το τέλος της δράσης του Ιησού µε µια αναφορά στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Έτσι, όπως στο πρώτο δηµόσιο κήρυγµά του ο Ιησούς χρησιµοποιεί ένα παράθεµα από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, για να περιγράψει το έργο που πρόκειται να επιτελέσει πάνω στη γη, κατά ανάλογο τρόπο και µετά την ανάστασή του, συµπορευόµενος µε δύο από τους µαθητές του προς το χωριό Εµµαούς, ... 
αρχίζοντας από τα βιβλία του Μωυσή και όλων των προφητών, 
τους εξήγησε όσα αναφέρονταν στις Γραφές για τον εαυτό του
Ενώ, λοιπόν, ο ευαγγελιστής Λουκάς δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να αποδείξει στους αναγνώστες του ότι ο Ιησούς είναι ο σύµφωνα µε τα κείµενα της Παλαιάς Διαθήκης αναµενόµενος µεσσίας, δείχνει ξεχωριστό ζήλο να τους πείσει ότι τα κείµενα αυτά µιλούν για τον Χριστό. Έτσι, αντί για οποιαδήποτε άλλη προγραµµατική δήλωση του Ιησού, θεωρεί αρκετό το να παραθέσει ένα κείµενο του προφήτη Ησαΐα, και να παρουσιάσει τον Ιησού απλώς να επιβεβαιώνει ότι το κείµενο αυτό αναφέρεται στον ίδιο, χωρίς την παραµικρή προσπάθεια τεκµηρίωσης ή οποιαδήποτε άλλη επιχειρηµατολογία. Το ίδιο ακριβώς κάνει και στο τέλος του ευαγγελίου του. Αντί ο Ιησούς να υπενθυµίσει στους δύο µαθητές του που δεν τον αναγνώρισαν τη µεταξύ τους σχέση και τα όσα έζησαν µαζί, τους προτρέπει να τον αναζητήσουν µέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Αλλά και σε άλλη µια περίπτωση ο ίδιος ευαγγελιστής αναφέρει ότι όταν κάποιος ρώτησε τον Ιησού για το πώς θα κερδίσει την αιώνια ζωή, εκείνος παρέπεµψε τον συνοµιλητή του σε δύο χωρία από τα βιβλία Δευτερονόµιον (6:5) και Λευιτικόν (19:18) αντίστοιχα: 
Να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου µ’ όλη την καρδιά σου και µ’ όλη την 
ψυχή σου, µ’ όλη τη δύναµή σου και µ’ όλο το νου σου· και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. 
Ο ζήλος αυτός του ευαγγελιστή Λουκά µπορεί εύκολα να εξηγηθεί, αν ληφθεί υπόψη ότι για περισσότερο από έναν αιώνα χριστιανοί και ισραηλίτες χρησιµοποιούσαν την ίδια ιερή Βίβλο, τα κείµενα της Παλαιάς Διαθήκης. Σε αυτήν τη Βίβλο στηρίχτηκαν οι απόστολοι για να διακηρύξουν στα πέρατα της τότε γνωστής οικουµένης το ευαγγέλιο του Χριστού. Σε αυτά τα κείµενα αναφέρονται οι απόστολοι όταν µιλούν για το πρόσωπο και το έργο του Χριστού «κατὰ τὰς Γραφάς». Ο αληθινός, λοιπόν, Ισραήλ για τον οποίο κάνουν λόγο οι συγκεκριµένες Γραφές, και εποµένως και ο κληρονόµος των επαγγελιών του Θεού προς τον λαό του, δεν είναι οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού αλλά όσοι αναγνωρίζουν µέσα από αυτές τις ίδιες Γραφές τον Ιησού ως Χριστό και Κύριο. 
Η ευαγγελική αυτή περικοπή αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα στη σύγχρονη εποχή, καθώς σήµερα εµφανίζονται πολλοί, ακόµη και χριστιανοί, που επιχειρούν να παρουσιάσουν τον Θεό που αποκαλύπτεται µέσα από την Παλαιά Διαθήκη στους ανθρώπους εντελώς διαφορετικό από εκείνον που κηρύττει ο Ιησούς Χριστός στην Καινή Διαθήκη. Μια τέτοια διάκριση όµως δεν κλονίζει απλώς τη βασική αρχή που διαφοροποιεί τη χριστιανική πίστη από όλες τις θρησκείες, το ότι δηλαδή ο Θεός αποκαλύπτεται µέσα στην ανθρώπινη Ιστορία, αλλά οδηγεί και σε µια εντελώς διαφορετική εικόνα του Ιησού Χριστού. Αυτό το αντιλαµβάνεται κανείς εύκολα, αν επιχειρήσει να αφαιρέσει από την Καινή Διαθήκη τα χωρία εκείνα που αναφέρονται στην Παλαιά (στις περισσότερες εκδόσεις της Κ.Δ. τα συγκεκριµένα χωρία επισηµαίνονται µε διαφορετικά γράµµατα). Θα διαπιστώσει τότε ότι δεν αποµένει από το πρόσωπο του Χριστού παρά µόνον η εικόνα ενός περιπλανώµενου θαυµατοποιού ή, στην καλύτερη περίπτωση, ενός δασκάλου φιλοσοφικών αληθειών, ο οποίος κατορθώνει πάντοτε να ανατρέπει µε ετοιµότητα τα επίσης φιλοσοφικά επιχειρήµατα των συνοµιλητών του. Αλλά µια τέτοια εικόνα του Ιησού είναι ξένη προς την πίστη της Εκκλησίας γι’ αυτόν. 
Στον βαθµό, εποµένως, που είναι ιστορικά βεβαιωµένο ότι για κάποιο χρονικό διάστηµα υπήρξε χριστιανική Εκκλησία χωρίς Καινή Διαθήκη, ουδέποτε όµως υπήρξε Εκκλησία χωρίς Παλαιά Διαθήκη, η σχέση των δύο Διαθηκών µεταξύ τους είναι άρρηκτη. Άλλωστε, η Καινή Διαθήκη είναι “καινή”, επειδή υπάρχει η Παλαιά Διαθήκη· διαφορετικά δεν θα µπορούσε να χαρακτηριστεί “καινή”, αλλά αν δεν είναι καινή, τότε δεν είναι ούτε “διαθήκη”, εποµένως και ο Ιησούς δεν είναι “Χριστός”, άρα και η σωτηρία που επαγγέλλεται καθίσταται άνευ περιεχοµένου. Η µελέτη, κατά συνέπεια, της Παλαιάς Διαθήκης δεν συνιστά ένα απλώς συµβατικό, µεταξύ άλλων θρησκευτικών υποχρεώσεων, καθήκον του σύγχρονου χριστιανού, αλλά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για µια ουσιαστική συνάντησή του µε τον Χριστό. 

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

ΕΝΑ ΔΙΗΜΕΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΑΤΑΚΗ ΣΤΗ ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΤΟΥ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Το Σάββατο 9 Αυγούστου 2014 το βράδυ, στο υπαίθριο πέτρινο θέατρο της Πλατανούσας, του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων, εκεί ψηλά στην Ήπειρο, κάτω από έναν επιβλητικό βράχο και υπό το φως της Αυγουστιάτικης πανσελήνου, πραγματοποιήθηκε συναυλία με έργα του σπουδαίου έλληνα συνθέτη Δημήτρη Δραγατάκη (22 Ιανουαρίου 1914, Πλατανούσα Ιωαννίνων - 18 Δεκεμβρίου 2001, Αθήνα). 
Ο Δήμος Βορείων Τζουμέρκων οργάνωσε ένα διήμερο εκδηλώσεων στην Πλατανούσα, γενέτειρα του συνθέτη, στις 9 και 10 Αυγούστου 2014, με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του. 
Οι εκδηλώσεις περιλάμβαναν: 
- Διημερίδα (9 και 10 Αυγούστου) με θέμα: «Συνομιλώντας με τον Δημήτρη Δραγατάκη». Προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών συζήτησαν ανασυνθέτοντας το πορτραίτο του μεγάλου δημιουργού. 
- Έκθεση αρχειακού υλικού του συνθέτη στο Πολιτιστικό Κέντρο Πλατανούσας, σε επιμέλεια της μουσικολόγου Μαγδαληνής Καλοπανά και το Σάββατο 9 Αυγούστου διοργανώθηκε συναυλία με έργα του συνθέτη στο υπαίθριο θέατρο της Πλατανούσας. 
Συνδιοργάνωση του αφιερωματικού διημέρου: Σύλλογος Φίλων Δημήτρη Δραγατάκη και Πολιτιστικός Σύλλογος Πλατανούσας. 


Τα έργα του συνθέτη που ακούστηκαν για πρώτη φορά στην Ήπειρο ήταν: 
Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 1 (1957), Μονόλογος για σόλο βιολί (2001), σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση από τον Γιώργο Δεμερτζή και τέσσερα τραγούδια που μετέγραψε για τσέλο, βιόλα, φλάουτο και φωνή ο συνθέτης Φίλιππος Τσαλαχούρης (μαθητής του Δραγατάκη): Νανούρισμα (1980) σε στίχους Δ. Δραγατάκη, Μάνα (1982) σε στίχους Β. Θεοδώρου, Ο τσέλιγκας (1942-1949) σε στίχους Κ. Κρυστάλλη και το Ταξίδι (1980) σε στίχους Γ. Κοτζιούλα. 
Έπαιξαν οι μουσικοί: 
Γιώργος Δεμερτζής, βιολί 
Αγγέλα Γιαννάκη, βιόλα 
Δ. Παπαστεργίου – Χανδράκη, βιολί 
Απόστολος Χανδράκης, τσέλο 
Μαργαρίτα Συγγενιώτου, μέτζο- σοπράνο 
Φίλιππος Τσαλαχούρης, φλάουτο. 
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο, με πρωτοβουλία του Γιώργου Δεμερτζή, ηχογράφησε όλα τα Κουαρτέτα Εγχόρδων του Δραγατάκη και η σχετική δισκογραφική εργασία θα κυκλοφορήσει προσεχώς και αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. 


Στην συναυλία χαιρετισμούς απηύθυναν ο Δήμαρχος Βορείων Τζουμέρκων Γιάννης Σεντελές και ο Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών και Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Δ. Δραγατάκη, ακαδημαϊκός Θεόδωρος Αντωνίου. 
Παραβρέθηκαν άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών: ο γλύπτης Θεόδωρος Παπαγιάννης, ο οποίος έχει φιλοτεχνήσει την προτομή του Δ. Δραγατάκη που έχει στηθεί στην Πλατανούσα, η μουσικολόγος Καίτη Ρωμανού, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής, οι συνθέτες Ιάκωβος Κονιτόπουλος, Κώστας Φλεριανός, Γιώργος Μηνάς, η καθηγήτρια Ανώτερων Θεωρητικών Εθνικού Ωδείου Αθηνών Στέλλα Μακρυγιάννη, η ποιήτρια Τούλα Τόλια κ.α. 
Επίσης παρέστησαν: η κόρη του συνθέτη Βάλια Δραγατάκη Κορωνίδη, Γραμματέας Συλλόγου Φίλων Δημήτρη Δραγατάκη, ο γιός του Λεωνίδας, τοπικοί παράγοντες και πολλοί ντόπιοι. 
Οι εκδηλώσεις τόσο της διημερίδας όσο και της συναυλίας με έργα Δραγατάκη στο καινούργιο υπαίθριο θέατρο της Πλατανούσας πραγματοποιήθηκαν με μεγάλη επιτυχία, καθώς η Δημοτική Αρχή αγκάλιασε με θέρμη την επάνοδο του συνθέτη στη γενέτειρά του, που σημαίνει ότι συνέβαλε καθοριστικά στην άψογη διοργάνωση.


Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

ΜΙΑ ΔΗΛΩΣΗ... ΑΠΑΓΕ!...


"Το κλαμπ των ομοφυλοφίλων έχει δεσποτάδες, έχει βουλευτές, έχει υπουργούς...", δήλωσε στεντορεία τη φωνή ο βουλευτής Νίκος Νικολόπουλος, σε σχετική συνέντευξή του.
Και αμέσως μετά έσπευσε να παραστεί στην κηδεία του αφορισμένου θεολόγου Ν. Σωτηρόπουλου, στην Μονή Μυρτιάς Αιτωλοακαρνανίας, προσερχόμενος - όπως φαίνεται στην φωτογραφία - μετά αρχιερέων που καταγγέλλουν από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός την ομοφυλοφιλία, ώστε να είναι καλυμμένος...
Νομίζω, πάντως πως ο άγιος Πειραιώς και οι συν αυτώ αρχιερείς δεν θα συμφωνούν με την ...καυτή δήλωση Νικολόπουλου. Αλλιώς πρώτοι θα είχαν ήδη καταγγείλει τους μεμιασμένους αδελφούς τους, ώστε να μην υπάρχει υποψία συγκάλυψης αυτής της διεστραμμένης ανομίας στους κόλπους της Εκκλησίας. 
Εκτός και ενημερώθηκαν μόλις από τον κ. Νικολόπουλο, οπότε αναμένονται οι δέουσες ενέργειές των... Αν κάτι τέτοιο δεν ισχύει εις το παντελές, οφείλουν οι συγκεκριμένοι να καταγγείλουν τον κ. Νικολόπουλο για σπίλωση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Για να μην υπάρχουν σκιές...
Π.Α.Α.

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

ΓΙΑ 14η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ


Σε πείσμα των καιρών, ο μαέστρος και συνθέτης Άλκης Μπαλτάς συνεχίζει το Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής στο νησί της Αποκάλυψης στην Πάτμο, για 14η χρονιά από 29/8 έως 3/9 2014.
Παραθέτουμε στη συνέχεια σχετικό υλικό καθώς και το πρόγραμμα της φετινής διοργάνωσης, από το οποίο ξεχωρίζει η συναυλία -αφιέρωμα στον Ελ Γκρέκο και τον Μάνο Χατζιδάκι, με αφορμή τις επετείους από τον θάνατό τους. Σπουδαία η σύλληψη του Άλκη Μπαλτά και πιστεύω ότι το ίδιο θα είναι και η εκτέλεση. 
Εύχομαι και το φετινό Φεστιβάλ να έχει την ίδια επιτυχία με τα προηγούμενα. 
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ - ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ 
• Η Χορωδία Σωματείου Ιεροψαλτών Ν. Ηρακλείου "Αγιος Ανδρέας ο Κρήτης" Χοράρχης : Μιχάλης Στρουμπάκης

 

ΣΑΒΒΑΤΟ 30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 
ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ – ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ 
(400 και 20 χρόνια, αντίστοιχα, από τον θάνατό τους) - Με παράλληλη προβολή διαφανειών 
• Η Ορχήστρα του Φεστιβάλ Πάτμου υπό τη διεύθυνση του Άλκη Μπαλτά 
Η συναυλία έχει δύο ενότητες. 
• Στην πρώτη προβάλλονται θρησκευτικοί πίνακες του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου ενώ, παράλληλα, η ορχήστρα ερμηνεύει έργα κλασικής μουσικής. Δύο παρουσιαστές διαβάζουν, ελληνικά και αγγλικά, σύντομα κείμενα για τη ζωή του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου.
• Στην δεύτερη ενότητα προβάλλονται φωτογραφικά ντοκουμέντα από τη ζωή του Μ. Χατζιδάκι, και δύο παρουσιαστές διαβάζουν κείμενα που αναφέρονται στο έργο του. Ένας κατ' εξοχήν γνώστης της Χατζιδακικής μουσικής, o Βασίλης Γισδάκης (στενός συνεργάτης του συνθέτη) ερμηνεύει τραγούδια από το έργο "Ρωμαϊκή Αγορά" σε ενορχήστρωση Βίκυς Στυλιανού.
ΚΥΡΙΑΚΗ 31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ 
• Συναυλία με τον Παντελή Θαλασσινό (τραγούδι) και ενόργανο σύνολο 
ΤΡΙΤΗ 2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΖΑΝ ΝΤ’ΑΡΚ 
• Προβολή της βουβής ταινίας του Carl Theodor Dreyer σε μουσική του Γιάννη Σφυρή με τη συμμετοχή μικρού οργανικού και φωνητικού συνόλου.


ΤΕΤΑΡΤΗ 3 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ H ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΟΡΩΔΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΣ 
• Συναυλία με θρησκευτικά χορωδιακά τραγούδια. Μαέστρος : Χριστίνα Καλλιαρίδου Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής 
ΔΕΥΤΕΡΑ 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ Συναυλία για παιδιά στο Πάτμιον 
• Προβολή της βουβής ταινίας Ο Χρυσοθήρας (με τον Τσάρλι Τσάπλιν) Πιάνο: Ανδρέας Ζαφειρόπουλος

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Hans-Georg Gadamer, L’ heritage de l’ Europe


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ
Hans-Georg Gadamer, L’ heritage de l’ Europe, trad. Ph. Ivernel, Éditions Payot -Rivages poche-Petite Bibliothèque, Paris 2003, σελ. 174 
Ὁ παρών τόμος περιλαμβάνει ἐννέα, μεταφρασμένα στήν γαλλική, ἄρθρα τοῦ Χ.-Γκ. Γκάνταμερ (1900-2002), ἑνός ἀπό τούς σπουδαιότερους φιλοσόφους τοῦ 20οῦ αἰ., ἐκ τῶν ὁποίων τά ὀκτώ ἔχουν γραφεῖ κατά τήν δεκαετία τοῦ ‘80 καί ἕνα κατά τήν δεκαετία τοῦ ‘60. 
 Ἐπειδή ὁ φιλόσοφος δέν ἐνδιαφέρεται μόνον γιά τό μέλλον τῆς Eὐρώπης, ὅπως ἰσχυρίζεται, ἀλλά καί γιά τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας, θεωρεῖ ὅτι «ἕνα θεμελιῶδες καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά ζεῖ μέ τόν ἄλλο, νά ζεῖ ὅπως ὁ ἄλλος» (σσ. 39-40), τονίζοντας καί ἐδῶ, ὅπως καί σέ ἄλλα σημεῖα τοῦ βιβλίου, τήν σημασία τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἑτερότητας μέσα στήν σύγχρονη κοινωνία (σ. 42, σ. 111, σ. 125). 
Πολύ παρακάτω, ὁ συγγραφέας θά προσθέσει ὅτι στήν διατήρηση τόσο τοῦ μέλλοντος τῆς Εὐρώπης, ὅσο καί τοῦ μέλλοντος τῆς ἀνθρωπότητας, θά βοηθήσουν οἱ λεγόμενες «ἐπιστῆμες τοῦ πνεύματος» (σ. 67), πιό γνωστές ὡς ἀνθρωπιστικές ἐπιστῆμες. 
Ἀναφερόμενος στήν διάκριση θεωρίας καί πράξεως ὁ Γκάνταμερ ἐπισημαίνει ὅτι «καθῆκον μας παραμένει νά καθυποτάξουμε τίς θεωρητικές γνώσεις καί τίς τεχνικές δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου στήν ‘’πράξη’’ του, δέν συνίσταται καθόλου στό νά μετασχηματίσουμε τόν ζωντανό κόσμο μας, πού δικαιολογημένα εἶναι ὁ κόσμος τῆς πράξεως, σε μία τεχνική κατασκευή μέ βάση θεωρητική» (σσ. 120-121). Διευκρινίζει ὁ φιλόσοφος ὅτι «πράξη σημαίνει τήν τοποθέτηση τοῦ ἀνθρώπου στόν φυσικό καί στόν κοινωνικό χῶρο πού τόν περιβάλλει». (σ. 122). Πάντως εἶναι πολύ πιθανόν ὅτι μέ τίς ἀναφερθεῖσες ἀπόψεις δέν θά συμφωνήσουν οἱ τεχνοκράτες τῆς ἐποχῆς μας. Σέ κάθε περίπτωση, γιά τόν Γκάνταμερ ἡ ἐπιστήμη ἡ ὁποία μάλιστα εἶναι «ἡ βάση ὁλοκλήρου τοῦ συγχρόνου δυτικοῦ πολιτισμοῦ» (σ. 99), ἀποτελεῖ ἕνα «ἠθικό καί φιλοσοφικό καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου» (σ. 126). 
Σέ ὁρισμένα σημεῖα τοῦ βιβλίου ὁ Γκάνταμερ προχωρεῖ σέ ἀποσπασματικές αὐτοβιογραφικές ἀναφορές (λ.χ. 165-171). Ἐπί τοῦ προκειμένου θά σημειώσω ὅτι ὁ ἀναγνώστης, πού ἐνδιαφέρεται περισσότερο γιά τήν ζωή καί τήν σκέψη τοῦ Γκάνταμερ, μπορεῖ νά ἀνατρέξει στό ἔργο τοῦ ἰδίου τοῦ φιλοσόφου ἐπιγραφόμενο Χρόνια φιλοσοφικῆς μαθητείας (ἑλλην. μετ. Χρ. Ἀστερίου, Ἐκδόσεις Πατάκη, σελ. 411), τό ὁποῖο ἀσφαλῶς ξεφεύγει ἀπό τά πλαίσια μιᾶς συνηθισμένης αὐτοβιογραφίας. Παρενθετικά δέ, θά παρατηρήσω ὅτι τό ἔργο τοῦ Γκάνταμερ δέν ἔχει τύχει ἰδιαίτερης μεταφραστικῆς ἀποδοχῆς στήν Ἑλλάδα, ἄν ἐξαιρέσει κανείς ὁρισμένα δοκίμια καί ἄρθρα. Λ.χ. τό ἔργο τοῦ Γκάνταμερ Ἀλήθεια καί μέθοδος. Βασικές ἀρχές μιᾶς φιλοσοφικῆς ἑρμηνευτικῆς (1960) παραμένει ἀκόμη ἀμετάφραστο στήν ἑλληνική. 
Σέ μία ἀποτίμηση τῶν θέσεων τοῦ παρόντος τόμου, θά τονίσω ὅτι πρόκειται γιά ἐνδιαφέρουσες τοποθετήσεις τοῦ συγγραφέως σέ ζητήματα ὄχι ἀποκλειστικῶς καί μόνον φιλοσοφικά, οἱ ὁποῖες θά προκαλέσουν ἴσως τό ἐνδιαφέρον τοῦ εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ, ἀφοῦ μάλιστα παρουσιάζουν μία ὁρισμένη ἐπικαιρότητα. Ὁ λόγος του εἶναι ἁπλός καί ταυτόχρονα διευσδυτικός. Περιττό νά σημειώσω ὅτι στά ζητήματα πού θίγει ἐδῶ, ὁ Γκάνταμερ λαμβάνει πάντοτε ὑπ' ὄψιν του τίς θέσεις τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Χέγκελ.

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΠΕΛΕΤΙΔΗΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΡΚΙΣΤΗΚΕ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

Ο Δήμαρχος Πατρέων Κώστας Πελετίδης

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Ο πρώτος Δήμαρχος Πατρέων στην ιστορία της πόλης που δεν ορκίστηκε με θρησκευτικό όρκο είναι ο Κώστας Πελετίδης. Κι αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός.
Στην αρχή της τελετής ορκωμοσίας, ο Κ. Πελετίδης, δήλωσε αναφορικά με τον όρκο: «Έχοντας υπόψη την διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία δεν ορίζεται συγκεκριμένο τελετουργικό για την ορκωμοσία των αιρετών, σας γνωρίζουμε πως δεν συμφωνούμε με την διαδικασία τέλεσης θρησκευτικού όρκου, γιατί αυτό βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με μια καθαρά πολιτική πράξη, όπως είναι η ορκωμοσία των αιρετών εκπροσώπων του λαού, πράξη που δεν έχει καμία σχέση με τις πεποιθήσεις και τον ασπασμό οποιασδήποτε θρησκείας, διαδικασία που αποτελεί μια καθαρά συνειδησιακή υπόθεση. Και ζητάμε εκ μέρους των εκλεγμένων με την παράταξη «Λαϊκή Συσπείρωση Πάτρας» σε όλα τα όργανα του Δήμου Πατρέων, να προστεθεί στο πρακτικό ορκωμοσίας η ακόλουθη δήλωση: «Δηλώνουμε στην τιμή και στη συνείδησή μας να είμαστε πιστοί στην πατρίδα, να εκπληρώνουμε τίμια και ευσυνείδητα τα καθήκοντά μας και να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα του λαού».
Στην τελετή Ορκωμοσίας παρέστη και ο Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος για να ορκίσει την μειοψηφία του Δημοτικού Συμβουλίου.
Η κίνηση του Κ. Πελετίδη να επιλέξει συνειδητά τον πολιτικό όρκο, που στην ουσία ήταν μια δήλωση συνείδησης, σηματοδοτεί τη νέα εποχή που έχει έλθει στις σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους/Κοινωνίας. Θα πει κανείς πως ο Πελετίδης είναι σκληρός κομμουνιστής και στοιχείται στη γραμμή του κόμματός του, το οποίο και στην Βουλή δεν ορκίζεται θρησκευτικά.
Ναι, αλλά αυτή η επιλογή από ένα Δήμαρχο προσλαμβάνει άλλες διαστάσεις, καθώς ξεκαθαρίζει πως οι σχέσεις του με την τοπική Εκκλησία θα είναι οι απολύτως απαραίτητες θεσμικά και πλέον ου. Αυτό σε μια τοπική κοινωνία έχει ιδιαίτερη σημασία και μάλιστα στην Πάτρα, την πόλη του Πρωτοκλήτου, που θέλει να φημίζεται για την θρησκευτικότητά της. 
Πάντως, ο Πελετίδης παρ' ότι κομμουνιστής θεολογεί! Και εξηγούμαι:
-Δεν χρησιμοποίησε προεκλογικώς τις λατρευτικές εκδηλώσεις της Εκκλησίας ως μέσο προβολής, όπως έκαναν όλοι σχεδόν οι λοιποί υποψήφιοι δήμαρχοι. Κι αν ακόμα κάποιοι απ΄αυτούς "πιστεύουν συνειδητά" - θα μπορούσε να αντιλέξει κανείς - δεν απέφυγαν τον πειρασμό της εκμετάλλευσης της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας προς άγραν ψήφων. Είναι γνωστά αυτά.
Συνεργάτες του νέου Δημάρχου λένε πως ο Δήμαρχος θα συμμετέχει σε όλες τις θρησκευτικές εκδηλώσεις στις οποίες το πρωτόκολλο απαιτεί παρουσία Δημάρχου. Ξεκάθαρα πράγματα (αν και το "πρωτόκολλο" εδώ δεν είναι και τόσο σαφές). 
- Ο νέος Δήμαρχος δεν επέλεξε τον θρησκευτικό όρκο, ακολουθώντας ακουσίως την σχετική ρητή εντολή του Κυρίου. Η ίδια η διοικούσα Εκκλησία θα έπρεπε (έστω και τόσο καθυστερημένα) να ζητήσει τη κατάργηση του λεγόμενου θρησκευτικού όρκου (πρωτίστως για να είναι πιστή στον Κύριό της), αυτό δε που ονομάζουμε όρκο να είναι διαβεβαίωση - υπόσχεση, ό,τι δηλαδή έκανε ο Πελετίδης. 
- Ο νέος Δήμαρχος φαίνεται πως δεν θα χρησιμοποιήσει την Εκκλησία ως "δεκανίκι" εξουσίας ή σφαίρα επιρροής. Κι αυτό είναι μία πρόκληση για την διοικούσα Εκκλησία, να πλησιάσει, δηλ., με ειλικρίνεια έναν άνθρωπο που δεν προσδοκά απ΄αυτήν και δεν επιζητεί να την απομυζήσει, όπως πολλοί πολιτικοί πράττουν στην Ελλάδα σήμερα, στο όνομα ενός συνθηματολογικού "Ελληνοχριστιανισμού".
Ας ελπίσουμε ότι η Εκκλησία στην Ελλάδα θα συλλάβει το μήνυμα των καιρών, ότι δηλαδή οι εποχές των αυτονοήτων πέρασαν ανεπιστρεπτί και ο κόπος που πρέπει να καταβληθεί για το ποίμνιο είναι πλέον πολύς και απαιτεί πραγματική κένωση. 

ΕΝΑ ΑΛΗΘΙΝΟ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΤΟΥ "ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟΥ"


Η θεσμική πώρωση του ιδρυματικού χριστιανισμού και ο φόβος της θεολογίας 
Χαράλαμπος Βέντης 
Διδάκτωρ θεολογίας και φιλοσοφίας 
Κάποτε, ο χριστιανισμός κέρδισε τον κόσμο, επειδή έκανε την έκπληξη. Στην πορεία τον έχασε, γιατί σταδιακά η έκπληξη αμβλύνθηκε θανάσιμα, ηττημένη από την αποπνικτική τυπολατρεία και την ολέθρια ώσμωση του Ευαγγελίου με τις εκάστοτε συντηρητικές κοινωνικές δομές, που ανέστειλαν τη φυσική εξέλιξή του. Μοιραία, λοιπόν, μετήλθαμε στη μετα-χριστιανική εποχή, σέρνοντας ως θρησκευτική βακτηρία τη δογματική μανιέρα: τον μακρινό απόηχο ενός αρχικά καινοτόμου αγγέλματος, ιδεολογικά πια σκληρυμένου σε αυτοαναφορική φόρμουλα, αποστραγγισμένη από τους χυμούς της και προκλητικά αδιάφορη για τον ανεξερεύνητο ωκεανό της πέραν κι εκτός των ιερών κειμένων πραγματικότητας, που επιφυλάσσει εκπλήξεις και επιμένει να εκδικείται, χαμογελώντας σαρδόνια, τους ιδεοληπτικούς αρνητές της. Ο ίδιος ο Χριστός είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για τον κίνδυνο του εκφυλισμού των καλών νέων, δηλ. του ευ-αγγελίου σε ανούσιο σύστημα, αφυδατωμένο υπαρξιακά και ξένο προς τη χαρά του κορμιού και της ζωής, συνεπώς αδιάφορο για τον διψασμένο για ζωή άνθρωπο, όπως ανούσιο και άχρηστο είναι και το αλάτι που έχει χάσει τη γεύση του και καταλήγει να ποδοπατηθεί ανελέητα στο χώμα από τους περαστικούς. 
Πάνε κάμποσα χρόνια από τότε που ο ποιητής Νίκος Καρούζος προέβη σ’ ένα «βλάσφημο» στιχουργικό ξέσπασμα, στηλιτεύοντας μια κουρασμένη μεγαλοβδομαδιάτικη ακολουθία ως «νεκροφιλικό σύμπτωμα», αδιάφορη ακόμη και για τον ίδιο τον Χριστό, που τον βάζει να την προσπερνά βιαστικά, σε αναζήτηση (εικάζουμε) μιας άλλης ομήγυρης, δεκτικότερης της δικής Του ξενικότητας και λαχτάρας για ανθρώπινη κοινωνία χωρίς περιχαρακώσεις και αποκλεισμούς: της συντροφιάς των θρησκευτικά και κοινωνικά ανέστιων, που δεν χώρεσαν στο καθιερωμένο εκκλησιαστικό σχήμα. Αναμφίβολα βαρύς και ανεπίτρεπτος ο χαρακτηρισμός για τους ευλαβείς φιλακόλουθους• παρά ταύτα, η «βλάσφημη» αγανάκτηση του εικονοκλάστη ποιητή, που δεν λαϊκίζει και δεν χαϊδεύει αυτιά, θυμίζει έντονα την προκλητική ορολογία κάποιων μορφών της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι κλήθηκαν να προκαλέσουν ρωγμές στο παχύ στρώμα της συμβατικότητας και της τυπολατρίας που κατά κανόνα επικάθεται στο συλλογικό ιερό, για να υποκαταστήσει σταδιακά την αλήθεια και τη γνησιότητα της ζωής με το πρόσχημα, την ανθρώπινη εμπάθεια και το ανέξοδο ξέπλυμα της συνείδησης. 
Οι πρώτοι διδάξαντες στην αιχμηρή κριτική της αυτάρεσκης θρησκοληψίας ήταν λοιπόν οι Προφήτες, από τις αρχαιότερες ανεξάρτητες προσωπικότητες που αποτυπώνονται στον γραπτό λόγο. «Εμίσησα, απεστράφην τας Εορτάς σας, και δεν θέλω οσφρυνθή εν ταις πανηγύρεσιν υμών … Αλλ’ η κρίσις ας καταρρέη ως ύδωρ, και η δικαιοσύνη ως αένναος ποταμός», έγραψε ο Αμώς (5: 21-24), · «Διότι έλεος θέλω, και ουχί θυσίαν και επίγνωσιν Θεού μάλλον παρά ολοκαυτώματα», συμπληρώνει ο Ωσηέ (6:6)· πρβλ. Ματ. 9:13: «πορευθέντες δε μάθετε τι εστιν έλεον θέλω και ου θυσίαν». Δεν έχουν λοιπόν κανένα αντίκρισμα στα μάτια του βιβλικού τουλάχιστον Θεού τα θρησκευτικά φεστιβάλ και οι ακολουθίες, αν δεν συνοδεύονται από ευαισθησία για τον αναγκεμένο, τον ξένο, τον φυλακισμένο. Αναγκεμένος, όμως, δεν είναι μονάχα ο φτωχός και πεινασμένος, ο άστεγος. Είναι και ο παρίας: ο ανεπιθύμητος συνάνθρωπος, ο κοινωνικά άστεγος που προκαλεί με την παρουσία του και μόνο τα όρια και τις ανοχές του κοινωνικού μας υπερεγώ, καθώς δεν υπόκειται στις αναγνωρίσιμες συντεταγμένες του κανονικού ρου της ζωής. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι απλά πολύτιμοι στα μάτια του Χριστού. Είναι αναντικατάστατοι, όχι σε πείσμα της όποιας διαφορετικότητάς τους, αλλά εξαιτίας της ακριβώς. Το Ευαγγέλιο είναι μια κλήση για διάνοιξη στον «άλλον» και μέσω αυτού, στον «όντως Άλλον». 
Παρά ταύτα, η φωνή της ιδρυματικής Εκκλησίας υψώνεται σήμερα δικανικότερη και πιο αφιλόξενη από ποτέ, ιδίως προς τους «άλλους». Αλήθεια, πόσο εύκολο είναι να αυτονομηθεί ένας αρχικά καλών προθέσεων θεσμός από τις ιδρυτικές του αρχές και να εκφυλιστεί σε αυτοδίκαιο μόρφωμα που διατηρεί το κέλυφος και μόνο των αρχικών του διακηρύξεων; Πολύ εύκολα δυστυχώς, εξ’ όσων βεβαιώνει η αδιάψευστη ιστορική μαρτυρία. Το διαπιστώσαμε επώδυνα στην απανθρωπία των σοβιετικών καθεστώτων, αλλά και κάθε συστήματος και ιδεολογίας που διαιρεί απλουστευτικά και στο όνομα ενός αφελούς μανιχαϊσμού τον κόσμο σε ασπρόμαυρα στρατόπεδα, υποσχόμενο ό,τι ελκυστικότερο στους ανθρώπους: τις απόλυτες βεβαιότητες που προσφέρουν πλέρια ψυχολογική ασφάλεια και απαλλάσσουν από το βάσανο της κριτικής σκέψης και της αμφισβήτησης (χωρίς φυσικά να αποκλείεται το ενδεχόμενο και η ίδια η αμφισβήτηση να εκφυλιστεί με τη σειρά της σε προγραμματικό δόγμα και αυτοσκοπό). Το διαπιστώσαμε και το βλέπουμε επιπλέον καθημερινά στη ζωή της ελλαδικής Εκκλησίας (όσοι επιμένουμε ακόμη να ασκούμε τα λατρευτικά μας δικαιώματα ως πολίτες της), οποτεδήποτε η φιλάνθρωπη αίσθηση διακονίας του ανθρώπου και των αναγκών του παραμερίζεται χάριν ενός άθλιου δημόσιου λόγου, πατερναλιστικού και γραφειοκρατικού στον απρόσωπο δικανισμό του. Πιο επώδυνα, το αντιληφθήκαμε τα τελευταία χρόνια με το ξέσπασμα της κρίσης, όταν η επέλαση του καρκινικού νεοναζιστικού μορφώματος και των ορμέφυτων που το πυροδοτούν (με κυριότερα από αυτά την ενστικτώδη και ανακλαστική απέχθεια προς οτιδήποτε το ξένο και διαφορετικό, τον μακροχρόνια πληγωμένο εθνικισμό, αλλά και την κουτοπόνηρη ροπή του νεοέλληνα προς τον πολιτικό και οικονομικό μεσσιανισμό) βρήκαν την ελληνική κοινωνία, όπως δυστυχώς και την Ελλαδική Εκκλησία, ως συγκοινωνούντα δοχεία, απροετοίμαστες και χωρίς ουσιαστικά αναχώματα. 
Σε ό,τι αφορά μεν στην περιχαρακωμένη και αποκομμένη από τις μείζονες διεθνείς εξελίξεις του 20ου αιώνα Ελλάδα, παρά την απατηλή εντύπωση εκσυγχρονισμού που δημιουργούσε η πλασματική ευμάρεια και ο νεοπλουτίστικος καταναλωτισμός που περνούσε για «άποψη», δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς για την πολυεπίπεδη ηθική ένδεια που βγήκε στην επιφάνεια με θρασύτητα στον πρώτο κιόλας κλυδωνισμό που επέφερε η οικονομική κρίση – μία ένδεια κριτικού πνεύματος, πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης και παιδείας η οποία υπέβοσκε δεκαετίες ολόκληρες ανά την ελληνική επικράτεια αλλά περνούσε κατά κανόνα απαρατήρητη σε μια κοινωνία η οποία είχε μάθει να εξαργυρώνει τις αναπηρίες της ως αρετές και να κρύβει όλα της τα προβλήματα κάτω από το χαλί.
Εδώ όμως έχουμε μία Εκκλησία η οποία επιθυμεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «το άλας της γης» και το «φως του κόσμου», ενώ στην πραγματικότητα πολλοί κληρικοί της (Μητροπολίτες και ιερείς) επιμένουν σε επίπεδο νοοτροπίας και κηρύγματος να προτάσσουν ένα αντι-Ευαγγέλιο κομμένο και ραμμένο στο ακατέργαστο θυμικό του λαϊκιστή και ακροδεξιού πιστού (ενίοτε και του ακροαριστερού). Η επί δεκαετίες καθήλωση του μέσου έλληνα χριστιανού σε μια στενωπό βλέμματος στραμμένου στο (φαντασιακά εξωραϊσμένο) παρελθόν και τις προδιαγραφές μιας κλειστής αγροτικής κοινωνίας, περιχαρακωμένης και αγοραφοβικής, δεν είναι δυσερμήνευτη εάν αναλογιστούμε το διαχρονικό ρόλο της Εκκλησίας ως θεματοφύλακα μιας Βυζαντινής κοσμοθεωρίας που δεν εξελίσσεται και δεν διαλέγεται με τον κόσμο, αλλά αρκείται στο ρόλο του παντογνώστη Κατηχητή. Έχοντας λησμονήσει τον υπερεθνικό της χαρακτήρα, ότι δηλαδή οι χριστιανοί αποτελούν τον νέο, πνευματικό και όχι φυλετικό Ισραήλ, υπεράνω έθνους, φυλής, χρώματος και καταγωγής, η ελλαδική Εκκλησία φιλοδοξεί να ασκεί εθναρχικό ρόλο, ταυτίζοντας μάλιστα τα όρια των πιστών της με εκείνα των ελλήνων υπηκόων και παρεπιδημούντων στη χώρα, σε κραυγαλέα αντίθεση με την κατηγορηματική άρνηση του Ιδρυτή της να ταυτίσει την επικράτειά Του με τα επίγεια Βασίλεια. Οι ιεράρχες και πολλοί κληρικοί της αναλαμβάνουν αυτόκλητοι τον ρόλο των υπουργών Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Δημόσιας Διοίκησης, Εκπαίδευσης και Δικαιοσύνης, αντί να κηρύττουν Ιησού Χριστόν Εσταυρωμένο και Αναστημένο, σαδιστικά κακοποιημένο από τις αρχές και εξουσίες του κόσμου τούτου και σύντροφο των φυλακισμένων, των ξένων και των κάθε λογής αναγκεμένων απανταχού της γης. Ακόμη χειρότερα, πολλοί εκκλησιαστικοί ταγοί επιθυμούν την ποινικοποίηση όσων πρακτικών και συμπεριφορών θεωρούν «αμαρτήματα», όπως ακριβώς αντιτάχθηκαν στη θέσπιση του πολιτικού γάμου όταν πριν από λίγες δεκαετίες τέθηκε σοβαρά το ζήτημα, προφανώς γιατί θεωρούσαν και θεωρούν ακόμη σωστό να σέρνουν δια της βίας τους πιστούς στα Μυστήρια, σε ριζική αντίθεση με το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν» του Χριστού και την «ελευθερία των τέκνων του Θεού». 
Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η αντίδραση ορισμένων Μητροπολιτών (αλλά και ουκ ολίγων πιστών) στο «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο» για το οποίο γίνεται πολύς λόγος, τελευταία. Μια μεγάλη μερίδα της Εκκλησίας, δυστυχώς ίσως η πλειοψηφία, θεωρώντας ότι κινδυνεύει να φιμωθεί θεσμικά από το εν λόγω νομοσχέδιο, αντιδρά λυσσαλέα και κωμικώ τω τρόπω σε μια προσπάθεια να διασωθεί κάτι από το παλαιό καθεστώς όπου ο κλήρος ασκούσε δικαιοσύνη και έκρινε τι πρέπει να είναι αποδεκτό και τι όχι. Στην πραγματικότητα, ο φόβος των ιεραρχών είναι ότι θα ποινικοποιηθεί η καταδίκη της ομοφυλοφιλίας (για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας) κι έτσι δεν θα μπορούν πλέον να καταδικάζουν από τον άμβωνα την ελεύθερη ομόφυλη αυτοέκφραση, η οποία στις δυτικές χώρες κατοχυρώνεται πλέον νομικά αλλά και συνειδησιακά, από τους πολίτες. Η αντίδραση είναι εξοργιστικά άτοπη, καταρχάς διότι το νομοσχέδιο δεν επιβάλλει στην Εκκλησία την τέλεση gay γάμων, όπως δεν της επιβάλλει και την αρειανική ή τη νεστοριανική χριστολογία, την απομάκρυνση των εικόνων από τους ναούς ή την κατάργηση του βαπτίσματος. Οι κανονιστικές λεγόμενες αρχές της Εκκλησίας δεν θίγονται νομικά ή άλλως πώς, οπότε η τελευταία ουσιαστικά δεν έχει λόγο να διαμαρτύρεται, εκτός κι αν δεν αποδέχεται το πλαίσιο της συνταγματικής δημοκρατίας, το οποίο σέβεται και διασφαλίζει μεν το αυτοκέφαλο και αυτοδιοίκητο της ελλαδικής Εκκλησίας (μάλιστα με μια σειρά σκανδαλωδών προνομίων υπέρ της), αλλά ταυτόχρονα διασφαλίζει τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών. Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη και δεν είναι ούτε επιτρέπεται να μετατραπεί σε θεοκρατία τύπου «Ιράν», όπου η εμφάνιση, η σκέψη, η συμπεριφορά και οι προσωπική ζωή του καθενός θα πρέπει να περνάει από την έγκριση του κλήρου.
Θα περίμενε κανείς ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όπως η Εκκλησία, να είναι προσεκτικότερη σε ό,τι αφορά στους διακριτούς ρόλους της από την Πολιτεία, αλλά και να τιμά τη θεμελιώδη, στο πλαίσιο του δυτικού δικαίου, διάκριση ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο των πολιτών και την προστασία τους από ρατσιστικές επιθέσεις, σωματικές και/ή λεκτικές, που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή των ανθρώπων και προσβάλουν την αξιοπρέπειά τους. Σε ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο, θεολογικό αυτή τη φορά, θα πρέπει η Εκκλησία (αν εξακολουθεί να πιστεύει ότι οι κανονιστικές της αρχές όντως διαμορφώνονται με θεολογικά κριτήρια και όχι τροφοδοτούμενες από τις πολιτιστικές προκαταλήψεις παρελθόντων εποχών, που παρεισέφρησαν στη ζωή της αλλά και στα ιερά της κείμενα), να αναστοχαστεί γύρω από το θέμα της ομοφυλοφιλίας, το οποίο θα είναι και το Βατερλό της, αν εξακολουθήσει να δαιμονοποιεί εκατομμύρια ανθρώπων ανά τον κόσμο, των οποίων το μόνο έγκλημα είναι ότι γεννήθηκαν (και θα πεθάνουν) με προϋποθέσεις διαφορετικές από εκείνες της πλειοψηφίας και οι οποίοι μπορούν να είναι και όντως είναι (όσο και οι υπόλοιποι συνάνθρωποί τους) ανιδιοτελείς, σκληρά εργαζόμενοι, νομοταγείς πολίτες, πατριώτες, φιλάνθρωποι, μονογαμικοί, τίμιοι, μορφωμένοι (ή όχι) και αξιοπρεπέστατοι. 
Είναι κρίμα που οι σκληρυμένοι προϊδεασμοί και η κραυγαλέα άγνοια (που περνά μάλιστα για «ευσέβεια») συσκοτίζουν τα στιβαρά εκείνα θεολογικά κριτήρια που θα μπορούσαν να δώσουν μια εκκλησιαστική διέξοδο στο δράμα τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων, συχνά με πολλαπλά άτομα μέσα στην ίδια οικογένεια, και να τους εντάξουν στην Εκκλησία ως πρόσωπα με τις δικές τους ανάγκες όχι για … ηδονοθηρία αλλά για συντροφικότητα και μια διασφάλιση στα γηρατειά, αλλά και με προστασία από τον έκδηλο και φονικό ρατσισμό των ανεγκέφαλων. Ουσιαστικά, το λεγόμενο «σύμφωνο συμβίωσης», το οποίο τέτοια κατακραυγή σήκωσε στην υποκριτική κοινωνία μας όπου ελλοχεύει άγρυπνα η «δικτατορία του διπλανού», αποσκοπεί στο να επιτρέψει να γεράσουν μαζί δυο άνθρωποι, οι οποίοι διαφορετικά θα παρέμεναν καταδικασμένοι στην αφόρητη μοναξιά και στον φόβο να αρρωστήσουν ολομόναχοι και να τους βρουν νεκρούς στο σπίτι τους μέρες μετά θάνατον, από την μπόχα -- χωρίς τον δικό τους άνθρωπο να γιορτάσουν μαζί Χριστούγεννα, πρωτοχρονιά, Πάσχα, μια εκδρομή, την ίδια στιγμή που θα είναι αναγκασμένοι να παρευρίσκονται στους γάμους των συγγενών και γνωστών τους και να είναι και υποχρεωμένοι να ακούν και τα αστυνομικού τύπου σχόλια, του στυλ, "εσύ γιατί δεν παντρεύεσαι;" 
Όσοι διαμαρτύρονται επικαλούμενοι την Παράδοση της Εκκλησίας, καλό θα ήταν να γνωρίζουν ότι η Παράδοση ούτε τετελεσμένη είναι, ούτε στατική και ότι θα είναι σε συνεχή διαμόρφωση και εξέλιξη μέχρι και το τέλος της Ιστορίας, οπότε και εκκλησιαστική ναυς θα έχει φτάσει στο οριστικό της τέρμα. Μέχρι τότε, η χριστιανική εσχατολογία μας υποχρεώνει να είμαστε προσεκτικότεροι και πιο ανοικτοί στην απροσδιοριστία του μέλλοντος, το οποίο μπορεί κάλλιστα να περιλαμβάνει απροσδόκητες μορφές θείας χάριτος. Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να τείνουμε ευήκοον ους στο Άγιο Πνεύμα, τον Παράκλητο, ο οποίος ανανεώνει την φύση, την κοινωνία και τον κόσμο δημιουργώντας νέες βιολογικές και κοινωνικές πραγματικότητες, χωρίς να ζητήσει ποτέ την άδειά μας, Προηγείται των προϊδεασμών μας και τους θραύει, σε αντίθεση με το είδωλα (κυρίως τα θρησκευτικά) που είναι πάντοτε στατικά και μονοδιάστατα και απευθύνονται στον άνθρωπο από το παρελθόν. 
Σε αντίθεση με τα είδωλα, το χριστιανικό όραμα είναι εσχατολογικό, έχει δηλαδή τα μάτια στραμμένα στο μέλλον, σε ένα όραμα "καινού ουρανού και καινής γης" και όχι στο παρελθόν. Η προσκόλληση στο παρελθόν αποτελεί, θεολογικά τουλάχιστον, βαρύτατο ατόπημα ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, όπου ο Αβραάμ καλείται από τον Γιαχβέ να εγκαταλείψει την πατρογονική του εστία (τη βολή του γνώριμου και οικείου) και να ξανοιχτεί στο άγνωστο μέλλον της αναζήτησης μιας νέας πατρίδας, να ανοιχθεί δηλ. στην απροσδιοριστία. Το ίδιο (μεταφορικά μιλώντας) με τη γυναίκα του Λωτ, που τιμωρήθηκε επειδή κοίταξε πίσω και όχι εμπρός, το ίδιο και ακόμη περισσότερο με την Έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο και τη σαραντάχρονη περιπλάνησή τους στην έρημο, η οποία παρά την ταλαιπωρία, τους ελευθέρωσε από τη στατικότητα και τη δουλεία-περιχαράκωση σε μια δεδομένη γη. Το ίδιο και στην Καινή Διαθήκη, όπου ο Χριστός παρότρυνε αυστηρά να αφήσουμε τους νεκρούς [τα νεκρά ιδεολογήματα και τη θανατίλα του παρελθόντος] να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς και να τον ακολούθησουμε σε ένα αβέβαιο μέλλον, το ίδιο και στο βιβλίο της Αποκάλυψης, όπου προβάλλεται το όραμα ενός νέου ουρανού και μιας νέας γης. Δυστυχώς, ούτε το ιουδαϊκό, ούτε το χριστιανικό ιερατείο απέφυγαν ποτέ τον πειρασμό της παρελθοντολαγνείας, γι' αυτό ίσως και ο Θεός (μια ερμηνεία προτείνω) επιτρέπει σε κάθε στροφή της Ιστορίας να συμβεί το "αδιανόητο" κάθε φορά: η πτώση της ιερής πόλης (της Ιερουσαλήμ, της Κωνσταντινούπολης κλπ), έτσι ώστε να καταστεί σαφές ότι κανένα ανθρώπινο ιστορικό επίτευγμα δεν αποτελεί την εγκαθίδρυση της επικράτειας του Θεού στη γη, καθώς όλα ανεξαιρέτως τα επίγεια βασίλεια είναι στην καλύτερη περίπτωση ατελή, πωρώνονται και καταντούν είδωλα που πρέπει να πέσουν, για να απεγκλωβιστεί ο άνθρωπος από αυτό που τον κρατά προσκολλημένο σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν ή και παρόν (αλήθεια, τι απέγιναν οι εμπνευσμένες υπομνήσεις του μακαριστού π. Φλωρόφσκυ, ότι «τα Μεγαλεία του Θεού δεν περιορίζονται στο παρελθόν», ότι «η θεολογία είναι πάντοτε στην πορεία του σχηματισμού» και ακόμη περισσότερο, ότι «τα έσχατα της αποκαλύψεως δεν έχουν ακόμη συντελεσθή»;) Όπως θαυμάσια παρατηρεί σχετικά ο αείμνηστος καθηγητής Αγουρίδης, «ο Θεός της Βίβλου δημιουργεί νέες ευκαιρίες και δυνατότητες μέσα στην ιστορία για το άτομο και την ανθρώπινη κοινότητα». Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι ο βιβλικός Θεός (σε αντίθεση με τα απειράριθμα είδωλα-κακέκτυπά Του), όπως πολύ ωραία επεσήμανε κάποτε ο Αλβανίας Αναστάσιος, είναι Θεός εκπλήξεων, Θεός ανατροπών – ένας Θεός, ο οποίος μας γνωρίζει όπως ακριβώς μας μνημονεύει η Εκκλησία, δηλ. με τα κύρια βαφτιστικά μας ονόματα, αδιάφορα από τα φυσικά μας χαρακτηριστικά: εθνικότητα, φυλή, φύλο, χρώμα, ακόμη και σεξουαλικό προσανατολισμό. Κάποια στιγμή ρώτησαν τον Μάξιμο τον Ομολογητή αν ο Θεός μας γνωρίζει από τη φύση μας και η απάντηση που έδωσε είναι εκπληκτική: Όχι! Ο Θεός είναι πρόσωπο και σχετίζεται με πρόσωπα, όχι με "φύσεις¨". Γιατί αν μας γνώριζε με βάση τα φυσικά μας χαρακτηριστικά, θα μετατρεπόμασταν σε αντικείμενα και θα χάναμε το κατ' εικόνα. Εάν η Εκκλησία θέλει να παραμείνει πιστή στην προφητική της αποστολή, οφείλει να θυμάται ότι παλαιοδιαθηκικός Προφήτης, όπως και ο Έλληνας τραγωδός, αλλά και ο άγιος, για να κάνουμε χρήση μιας εύστοχης περιγραφής της Edith Hamilton, είναι «ένας ποιητής … που δεν αρκείται στα αρχαία ιερά έθιμα, ένας ποιητής με μια ψυχή τόσο μεγάλη που αντέχει την καινούργια και δυσβάσταχτη αλήθεια». 
Όπως διορατικότατα και κατ’ επανάληψη έχει επισημάνει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, η συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία δεν συνεπάγεται ομοιομορφία και ισοπέδωση των ιδιαιτεροτήτων, αφού η ετερότητα, ένεκα του ότι ενυπάρχει στην καρδιά του ίδιου του Θεού, είναι συστατική του Μυστηρίου. Με τα λόγια του ίδιου του Μητροπολίτη Περγάμου, «Το πρόσωπο δεν κρίνεται από τις ιδιότητές του αλλά από την απλή κατάφαση της ταυτότητάς του ως μοναδικού και αναντικατάστατου όντος … το πρόσωπο είναι ελεύθερο από ιδιότητες και δεν κρίνεται από αυτές … [κατά συνέπεια] Η Εκκλησία είναι ο χώρος στον οποίο ο άνθρωπος δεν κρίνεται από τις ιδιότητές του αλλά από το ότι είναι αυτός που είναι», «ο χώρος μέσα στον οποίον μαθαίνουμε να αγαπούμε εξίσου αυτούς που δεν είναι όπως θα τους θέλαμε ως προς τα φυσικά χαρακτηριστικά τους». Εάν κάποτε η ιδρυματική Εκκλησία στοχαστεί σοβαρά στους λόγους αυτούς και τους ενσωματώσει στις κανονιστικές της αρχές, θα μπορούμε και να ελπίζουμε ότι θα κάνει μια μέρα την έκπληξη και θα αναστατώσει εκ νέου τον κόσμο.
___________________________________________
1. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, Αθήνα, Άρτος Ζωής, 1989, σσ. 52-53, (οι υπογραμμίσεις δικές μας). 
2. Σάββας Αγουρίδης, Ερμηνευτική των Ιερών Κειμένων: Προβλήματα--Μέθοδοι Εργασίας στην Ερμηνεία των Γραφών (Β΄ Έκδοση βελτιωμένη, Αθήνα, Άρτος Ζωής, 2000), σ. 378. 
3. Edith Hamilton, Ο Ελληνικός Τρόπος, μετ. Ειρήνη Ραζή, Σταυρούλα Μεταξά, Ιωάννα Γαγλία, Αθήνα, Ανατολικός, 2004, σ. 203 (η έμφαση στο παράθεμα είναι δική μας). 
4. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, Ορθοδοξία και Σύγχρονος Κόσμος, Λευκωσία, Κέντρο Μελετών Ιεράς μονής Κύκκου, 2006, σσ. 78-79. 
5. Όπ. π. σ. 118. Αυτά όλα βέβαια ισχύουν ιδεατά, σε επίπεδο αρχών, γιατί στην πράξη, η ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας, όπως καταμαρτυρείται από την συνήθη ενοριακή ζωή και νοοτροπία και τα εξ άμβωνος κηρύγματα, παραπέμπει δυστυχώς συχνά στο ακριβώς αντίθετο!

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

“Οι Εννέα Άγιοι” του Γεωργίου Π. Γεωργίου στην Λεβέντειο Πινακοθήκη


“Οι Εννέα Άγιοι” του Γεωργίου Π. Γεωργίου από το Προεδρικό Μέγαρο στην προσωρινή έκθεση της Λεβεντείου Πινακοθήκης
Μια μοναδική ευκαιρία να απολαύσουν ένα ξεχωριστό έργο από τη συλλογή του Προεδρικού Μεγάρου περιμένει τους επισκέπτες της πρώτης προσωρινής έκθεσης της Λεβεντείου Πινακοθήκης με θέμα «Απεικονίσεις και Αναπλάσεις - Οι Πρωτοπόροι της Κυπριακής Τέχνης». Η έκθεση από τη μέρα της έναρξης της συνεχίζει να αποτελεί πόλο έλξης για το φιλότεχνο κοινό της Κύπρου, παρουσιάζοντας έργα της Κυπριακής Συλλογής της Λεβεντείου Πινακοθήκης τα οποία δεν εκτίθενται στους μόνιμους εκθεσιακούς χώρους. 


Το έργο Εννέα Άγιοι του Γεώργιου Πολύβιου Γεωργίου (1901-1972) παραχωρήθηκε από την Προεδρία της Δημοκρατίας με δανεισμό μέχρι το τέλος της έκθεσης και εκτίθεται, για πρώτη φορά, δίπλα στην Εκκλησία της Περιστερώνας, επίσης του Πολ. Γεωργίου, που ανήκει στη Συλλογή Λεβέντη και χρονολογείται περίπου στο 1944. Το έργο αποτελεί μια σημαντική προσθήκη για τη συγκεκριμένη έκθεση και μια ξεχωριστή ευκαιρία για τους επισκέπτες να θαυμάσουν τα δυο αυτά έργα μαζί. Ταυτόχρονα δίνεται επίσης η ευκαιρία στους επισκέπτες να γνωρίσουν το έργο Κυπρίων καλλιτεχνών της πρώτης γενιάς και της γενιάς του Μεσοπολέμου, οι οποίοι γεννήθηκαν από το 1884 έως το 1937, όπως αυτοί εκπροσωπούνται στη συλλογή της Πινακοθήκης. Κοινό σημείο αναφοράς για τους δημιουργούς είναι η Κυπριακή γη – το άμεσο φυσικό αλλά και οικοδομημένο περιβάλλον- που αποτελεί πηγή έμπνευσης όχι μόνο για τους ζωγράφους εκείνους που χάραξαν την πορεία της κυπριακής τέχνης - όπως οι Διαμαντής, Κανθός και Κισσονέργης – αλλά και πολλών άλλων λιγότερο γνωστών ή αυτοδίδακτων ζωγράφων, που αγάπησαν και εμπνεύστηκαν από το φως και το χρώμα του τόπου μας και το απέδωσαν με το δικό τους ύφος. 


Πολλές τοπιογραφίες του Γεωργίου, ενός ζωγράφου που πάσχισε να αποτυπώσει την πνοή και το πνεύμα του τόπου, εικονίζουν εκκλησίες, που άλλωστε εκφράζουν αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε “το θρησκευτικό πάθος των Κυπρίων”. Το ότι γεννήθηκε και έζησε στην Αμμόχωστο, μια πόλη με 365 εκκλησίες, ενδεχομένως να καθόρισε την εικαστική του δημιουργία. Το έργο Η Εκκλησία της Περιστερώνας, της Κυπριακής Συλλογής της Λεβεντείου Πινακοθήκης, αποτελεί μια ημιτελή συνθετική προσπάθεια του καλλιτέχνη. Εικάζεται ότι πρόκειται για εγκαταλελειμμένη απόπειρα για τη δημιουργία μιας εξαιρετικής σύνθεσης που ζωγράφισε γύρω στο 1944 με τίτλο Οι Εννιά Άγιοι, έργο που σήμερα ανήκει στις συλλογές του Προεδρικού Μεγάρου. 
Ο Γεωργίου, δικηγόρος στο επάγγελμα αλλά και αυτοδίδακτος ζωγράφος, ασχολήθηκε με τη μελέτη της τέχνης, τόσο του παρελθόντος όσο και της εποχής του –ταξίδεψε και έζησε στο εξωτερικό, επισκέφθηκε μουσεία, πινακοθήκες και εκθέσεις. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Λονδίνο, συνδέθηκε με καλλιτεχνικούς κύκλους και ζωγράφους όπως οι John Piper, Ben Nicholson και Augustus John. Ανέπτυξε ένα γόνιμο διάλογο με πολλούς καλλιτέχνες, προσεγγίζοντάς τους με το δικά του μάτια, και διαμορφώνοντας ένα ξεχωριστό, ιδιαίτερα προσωπικό εικαστικό ύφος. 
Η έκθεση θα παραμείνει ανοικτή μέχρι και τις 6 Οκτωβρίου 2014.


Related Posts with Thumbnails