Γεωργίου Θ. Γιαννοπούλου
Είναι πασίγνωστο το ανέκδοτο για τον τρόπο χορτασμού πεινώντων πτηνών μεταφερομένων δια πλοίου εις το μέτωπο σε πολεμική περίοδο. Για να κατασιγασθή η νευρικότης των ζώων από την πείνα και να αποφευχθούν τα επικίνδυνα λακτίσματα και ο προβλεπόμενος αφηνιασμός των, κάποιος είχε τη σωτηριώδη έμπνευση να σαλπίση το ενστικτωδώς γνωστό στα ζώα σάλπισμα «νομής», δηλαδή επικειμένης σιτίσεως. Τα ανήσυχα ζώα ηρέμησαν, το δε απατηλό σάλπισμα επανελήφθη πολλάκις μέχρις αποβιβάσεως.
Ο μύθος είναι θλιβερώς επίκαιρος για την πόλη μας, εν σχέσει προς το άλυτο πρόβλημα των λαθρομεταναστών, οι οποίοι κατά κύματα καταφθάνουν εδώ εις αναζήτησιν τρόπου διαφυγής των προς την Ιταλία και δι’ αυτής εις άλλους παραδείσους της Ευρώπης.
Το πρόβλημα καίτοι χρόνιο, έχει αφορήτως οξυνθή τελευταίως. Οι δυστυχείς αυτοί άλλοτε ήσαν στην συντριπτική τους πλειοψηφία Κούρδοι, οι οποίοι εγκατέλειπον την πατρίδα τους λόγω των διώξεων, που προήρχοντο από το τυραννικό καθεστώς του Σαντάμ. Ήδη, μετά την αβεβαία ομαλοποίηση των πραγμάτων στο Κουρδιστάν, οι καταφθάνοντες είναι Αφγανοί, Πακιστανοί και άλλοι Ασιάτες.
Στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι άρρενες και νέοι, αρκετά παιδιά, ως εκ τούτου δε ημπορούν να ανθέξουν τις φρικτές συνθήκες κακουχίας υπό τις οποίες διαβιούν. Για ηλικιωμένους και αδυνάτους το τόλμημα θα απέβαινε θανατηφόρο.
Οι συνθήκες διαβιώσεως για όσους φθάνουν εδώ είναι απερίγραπτες. Χωρίς στέγη, χωρίς τροφή, χωρίς χώρους υγιεινής, συσσωρεύονται στην παραλιακή ζώνη της αρκτικής πλευράς του λιμένος, για να έχουν προ οφθαλμών τα πλοία Πατρών – Ιταλίας, μήπως κατορθώσουν να επιβιβασθούν λάθρα σε κάποιο απ’ αυτά και φθάσουν στη γη της Επαγγελίας, όπου ίσως τους αναμένουν οικείοι ή φίλοι, έχοντες «αθλήσει» ενωρίτερα.
Είναι αναμφισβήτητο ότι η πόλη αντιμετωπίζει ένα σοβαρό, δύσλυτο και, αρχικώς, απροσδόκητο πρόβλημα. Τα κύματα των μεταναστών δεν κοπάζουν. Κάποια μη εντοπισθείσα και ως εκ τούτου ασύδοτος κατευθυντήριος σπείρα ευρίσκεται όπισθεν των στιφών αυτών, η οποία οργανώνει μυστηριωδώς τρόπους διάπλου της Αδριατικής, παρά τα λαμβανόμενα μέτρα φυλάξεως του λιμένος. Δεν εξηγείται, άλλως, πώς νέα κύματα καταφθάνουν εξαφανιζομένων των προηγουμένων. Δίδεται η αίσθηση του «πίθου των Δαναΐδων».

Η πόλη των Πατρών (εννοούμε τις Αρχές της), πώς αντιμετωπίζει την κατάσταση. Ιδού πως:
Από καιρού εις καιρόν οργανούνται συσκέψεις των «φορέων». Οι φορείς αυτοί αποφαίνονται, μετά πολύωρες «τοποθετήσεις» ότι αρμόδιος είναι… κάποιος άλλος. Ότι ο άλλος αυτός κείται πέραν της πόλεως και έξω των τοπικών αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων. Ότι αρμοδία είναι η Κυβέρνηση ή η Ε.Ε., ίσως και ο ΟΗΕ. Ότι, πάντως, απαιτείται η εκπόνηση «ωλοκληρωμένου» σχεδίου για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Ποιος θα το εκπονήση δεν έχει αναφερθή, ούτε εντοπισθή. Ότι αρκεί (ίσως) η ασφυκτικώτερη οχύρωση του λιμένος και η αύξηση του αριθμού των φυλάκων. Ό,τι, ότι…
Επί έτη πολλά (πλέον των 15) ακούονται ανιαρώς τα ίδια πράγματα. Οσάκις κορυφούται ο γογγυσμός των περιοίκων, αποφασίζονται νέες συσκέψεις. Είναι τα σαλπίσματα νομής! Αποτέλεσμα; ΜΗΔΕΝ. Αυτό που αποφασίζεται ομοφώνως εκάστοτε, είναι να γίνη κάποια νέα σύσκεψη. Εν τω μεταξύ οι μετανάστες λιμώττουν και ρυπαίνουν και η πόλη παραπέμπει το πρόβλημα εις απροσδιορίστους άλλους.
Βεβαίως, το πρόβλημα είναι γενικώτερον και αι «παράμετροί» του διεθνείς. Όμως η πόλη ώφειλε να επιληφθή μιας στοιχειώδους περιθάλψεως (στεγάσεως και σιτίσεως) των «αθλίων» αυτών. Αυτό επιβάλλει ο πολιτισμός και ο ανθρωπισμός. Και αυτό είναι καθήκον και αρμοδιότης των τοπικών Αρχών. Η ανιαρά επωδός, που ακούεται επί έτη, «να αναλάβη ο καθένας τις ευθύνες του», ένθα «ο καθένας» είναι κάποιος άλλος πλην ημών, απέβη κακόγουστο αστείο, εκθέτον τον πολιτισμό της πόλεως, της οποίας (ειρήσθω) οι πολίτες ως άτομα, καθώς και η τοπική Εκκλησία, έχουν κατά καιρούς επιδείξει αξιοσημείωτη ευαισθησία και στοργή προς τους συνανθρώπους αυτούς.
Υ.Γ. Η στέγαση των κοιμωμένων στα πεζοδρόμια (εν χειμώνι) δεν θα ηδύνατο άραγε να γίνη εις κάποιο αχρησιμοποίητο κτίριο, όπως το επί της οδού Καρόλου και Όθωνος – Αμαλίας, ένθα εστεγάσθησαν άλλοτε (1948-49) πολλές οικογένειες καταφυγόντων χωρικών; Αλλά και χώροι για την εγκατάσταση προχείρων καταλυμάτων αδύνατον είναι να μη υπάρχουν.