
Ψήφισε η Βουλή των Ελλήνων έναν καινούργιο νόμο που νομιμοποιεί το δικαίωμα της συμβίωσης μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Αυτό είναι το κεντρικό γεγονός, αλλά έχουμε και δηλώσεις, όπως είθισται στην Ελλάδα, από την Εκκλησία. Ο προκαθήμενος της Ιεράς Συνόδου, τάσσεται υπέρ του χωρισμού της Εκκλησίας από την πολιτεία διακριτικά όπως φαίνεται. Άλλοι μητροπολίτες και εκκλησιαστικά πρόσωπα διαφωνούν μαζί του. Πάντως ο νόμος συζητήθηκε και στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο και προκάλεσε παρεξηγήσεις. Μεταδίδεται όμως ότι η Εκκλησία θεωρεί τη συμβίωση πορνεία. Εδώ φεύγουμε από τον ίδιο τον νόμο για να μιλήσουμε για τις αρχές με τις οποίες ο τελευταίος έχει άμεση σχέση. Μήπως αφορά την Εκκλησία να αναφερθεί με τέτοιο τρόπο σε γενικά κοινωνικά ζητήματα; Είναι η συμβίωση πορνεία; Τι να είναι άραγε ο γάμος; Τελικά είναι κατακριτέα η πορνεία; Αυτές οι λίγες ερωτήσεις θα με απασχολήσουν παρακάτω στην προσπάθειά μου να εκφράσω μια θεολογική —αν είναι επιτρεπτό— γνώμη.
Η Εκκλησία και το κράτος δεν ενώνονται με «καθολικό γάμο». Αντιθέτως αυτά τα δύο είναι εντελώς ανεξάρτητα, αλλιώς λόγου χάριν δεν θα μπορούσε η Εκκλησία να υπάρχει σε μια χώρα όπου η πολιτεία δεν είναι χριστιανική (αυτό αν πιστέψουμε ότι στην Ελλάδα είναι όντως χριστιανική). Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού δεν αποτελεί κόμμα που θέλει να κυβερνήσει αλλά «το μικρό ποίμνιο» που μεριμνά μόνο για να παραμένει πιστό στη σχέση του με τον Χριστό, μη πολεμώντας κανένα ούτε επιδιώκοντας εξουσίες. Έτσι παρ’ όλο που κατά καιρούς η Εκκλησία υπέταξε ή υποτάχθηκε στον «Καίσαρα», στην πραγματικότητα δεν εξαρτώνται ο ένας από τον άλλο. Αν το σκεφτούμε κι άλλο θα ρωτούσα: τι σχέση είχε ο Χριστός με τον Πιλάτο ή με τον Ηρώδη; Δεν αναμείχθηκε μαζί τους – ο καθένας στον χώρο του, για να το πω απλά. Δεν επιτρέπεται στην Εκκλησία να μπαίνει στις κρεβατοκάμαρες των ανθρώπων. Αυτό αφορά τον καθένα. Όμως αν παραδεχτούμε ότι δικαιούται η Εκκλησία ένα παρεμβατικό λόγο, τότε γιατί δεν μιλάει για τόσα αδικήματα που συμβαίνουν καθημερινώς; Ας κάνει η Εκκλησία τα του οίκου της και άμα τελειώσει τότε να κοιτάξει τα των άλλων.
Σε συνεντεύξεις τους επιμένουν κάποια εκκλησιαστικά πρόσωπα ότι η συμβίωση είναι πορνεία χρησιμοποιώντας διάφορα επιχειρήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το επιχείρημα του κ. Ανθίμου, μητροπολίτου Θεσσαλονίκης. Ο κ. Άνθιμος στηρίζεται στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, που λέει ότι η εκτός γάμου σχέση θεωρείται πορνεία στην εκκλησιαστική ερμηνεία. Άρα όποιος διαβάζει αυτή την ερμηνεία θα καταλάβει ότι η πλειοψηφία του κόσμου θεωρούνται πόρνοι από την Εκκλησία! Αλίμονο αν είναι έτσι τα πράγματα. Όμως από πότε η Εκκλησία προστρέχει με αυτό το τρόπο στα λεξικά για να στηρίξει τέτοια θέση; Η Εκκλησία χρησιμοποιεί φυσικά τα εργαλεία της γλώσσας της κοινωνίας στην οποία υπάρχει. Αλλά διαβάζει, όταν πρόκειται να διαμορφώσει την άποψή της, από το λεξικό των φυσικών ομιλητών για τη λέξη «πορνεία», και σταματάει εκεί, και δεν διαβάζει περαιτέρω;
Μιλώντας για τα λεξικά μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι το κοινό νόημα που αποδίδεται στη λέξη «πορνεία» είναι «η σεξουαλική πράξη έναντι αμοιβής». Άρα, οποιαδήποτε συνουσία θεωρείται πορνεία μόνο όταν περιέχει το στοιχείο της αμοιβής, που σημαίνει, με άλλα λόγια, την εκμετάλλευση του άλλου ή αλλιώς την μετατροπή του άλλου προσώπου σε χρηστικό αντικείμενο. Αυτή τη σημασία τη συναντάμε και στην εκκλησιαστική γραμματεία καθώς παρατηρούμε ότι η πορνεία ταυτίζεται σε πολλά σημεία της Βίβλου και με την ειδωλολατρία (Ωσηέ δ΄, Α΄ Κορ ε΄). Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η συμβίωση δεν είναι πορνεία, εφόσον πρόκειται για σχέση, διότι η σχέση συνεπάγεται ο ένας να γίνει πρόσωπο για τον άλλο, και όχι αντικείμενο εκμετάλλευσης. Και αυτό, αν η σχέση λειτουργεί σωστά, γιατί η σχέση είναι η βάση στην οποία συγκροτείται η ζωή ενός ζευγαριού, είτε αυτή έχει τη μορφή της συμβίωσης ή αυτή του γάμου, είτε κατόπιν ιδίας επιλογής ή υπαγόρευσης της κοινωνίας.
Εάν όμως η σχέση δεν λειτουργεί, εκεί είμαστε αντίκρυ στην πορνεία, διότι ο ένας εκμεταλλεύεται τον άλλον και ας είναι παντρεμένοι στην Εκκλησία. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν μιλάνε τα προαναφερθέντα εκκλησιαστικά πρόσωπα, βλέποντας τον γάμο που τελούν να γελοιοποιείται. Και σ’ αυτό το σημείο φτάνουμε στο γάμο. Και τι είναι ο γάμος; Ο γάμος είναι, όπως προλέχθηκε, σχέση και τίποτε άλλο στην ουσία. «Το μυστήριον τούτο μέγα εστίν· εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» (Εφ λβ΄). Αυτό διαβάζουμε στην ακολουθία του γάμου, ότι η σχέση Χριστού και Εκκλησίας είναι μυστήριο και σ’ αυτό καλείται το ζευγάρι να δημιουργήσει τέτοια σχέση. Το πρόβλημα δεν είναι στην ουσία του γάμου, αλλά στην αντίληψή μας για τον γάμο.
Όταν λέμε γάμος, εννοούμε τον εκκλησιαστικό, σαν να υπήρξε έτσι όπως τον ξέρουμε τώρα χωρίς να έχει προκύψει λόγω κάποιων αναγκών και μετά από κάποιες εξελίξεις. Ο γάμος, πρώτον, είναι ένας κοινωνικός θεσμός που εξαρτάται από κάθε κοινωνία και από κάθε θρησκεία. Οι πιστοί ως μέλη της κοινωνίας καλούνται να υιοθετήσουν αυτόν τον θεσμό που αναγνωρίζει τις σχέσεις τους και τις νομιμοποιεί. Η Εκκλησία δεν γνώριζε τον γάμο, ως δική της ακολουθία, πριν τον θ΄ αιώνα, και τότε υπήρχε για τους βασιλείς, ενώ γενικεύτηκε από τον ιβ΄αιώνα. Σημειώνω ότι προηγείτο και στις δύο εποχές από την ακολουθία του αρραβώνα (που έγινε εντελώς τυπική καθώς γίνεται και η ακολουθία του γάμου). Είμαστε τότε απέναντι από την εξής ερώτηση: τι έκανε η Εκκλησία τόσους αιώνες πριν γραφτεί η ακολουθία του γάμου; Απ’ ό,τι ξέρω δεν έχουμε εντελώς σίγουρη απάντηση. Ξέρουμε ότι δεν υπήρξε το δίλημμα πολιτικού ή εκκλησιαστικού γάμου. Ο θεσμός του γάμου με τα έθιμα που τον συνοδεύουν έχει και σκοπό να κοινοποιηθεί το γεγονός αυτό και στα άλλα μέλη της κοινωνίας. Ίσως οι νεόνυμφοι να είχαν κάποια ευχή ή δέηση στη Σύναξη, εννοώ τη Θεία Λειτουργία, χωρίς αυτό να έχει νομικές συνέπειες, ήτοι μάρτυρες, υπογραφές κ.λπ... Γι’ αυτό τον λόγο η ακολουθία του γάμου δεν είναι το μυστήριο. Μυστήριο είναι η Θεία Λειτουργία, και οτιδήποτε εξαρτάται από αυτή (χειροτονίες, βαπτίσεις, κ.λπ...) συμμετέχει στο μυστήριο. Αυτό το πράγμα το ξεχνάμε συχνά και έτσι νομίζουμε ότι το μυστήριο σημαίνει μαγεία ή μας επηρεάζει μαγικά. Συνέπεια έχει να θεωρούμε απαραίτητο να πάμε στην Εκκλησία να παντρευτούμε χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τι πάμε να κάνουμε, και πολλές φορές παζαρεύουμε την ακολουθία ολόκληρη καθώς παζαρεύουμε όλη την εκκλησιαστική μας ζωή. Φαίνεται λοιπόν ότι ο γάμος είναι μια σχέση στην ουσία του, που αφορά την κοινωνία ως προς το πώς θα τον νομιμοποιεί και θα τον αναγνωρίζει, χωρίς αυτό να αντιφάσκει με τις τελετές των θρησκευτικών κοινοτήτων. Και άρα δεν τίθεται θέμα πορνείας οποιαδήποτε και αν είναι η μορφή του γάμου, και, αν θα το πούμε συμβίωση, μιλάμε πάντα για το ίδιο πράγμα: για τη σχέση.
Μπορεί μετά από όλα αυτά που κατατέθηκαν να μην έχω καταφέρει να πείσω κανέναν ότι η συμβίωση δεν είναι πορνεία, ούτε στο ελάχιστο. Ενδιαφέρομαι όμως να επισημάνω ότι, και πορνεία να ήταν, δεν κατακρίνεται. Δεν το λέω εγώ, είναι δίδαγμα της πίστης μας. Το γενεαλογικό δένδρο του Χριστού περιλαμβάνει αμαρτωλούς «πάντων των ειδών», και κάποιοι ήταν πόρνοι. Έχουμε την αντιμετώπιση της πόρνης από τον Χριστό, έχουμε την παραβολή του ασώτου υιού. Δεν θα αναφέρω άλλα για την ώρα. Και κλείνω με το λόγο του αποστόλου Παύλου στους Κορινθίους: «τι γαρ μοι τους έξω κρίνειν; Ουχί τους έσω υμείς κρίνετε; Τους δε έξω ο Θεός κρινεί» (Α΄ Κορ ε’ 12-13).
Αυτά...
Προμηθεύς
Ο πίνακας: Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα του Θεόφιλου























