Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

«Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» στον Ιανό της Αθήνας


Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το βιβλίο της Μαρίας Χατζηαποστόλου «Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» από τις εκδόσεις Μετρονόμος, στην εκδήλωση-αφιέρωμα στον Μάνο Ελευθερίου που διοργανώθηκε από την Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS, με αφορμή τα 88 χρόνια από τη γέννησή του και πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026. 
Την εκδήλωση διοργάνωσε σε συνεργασία με τον Ιανό η αδελφή του δημιουργού, Λιλή Ελευθερίου, η οποία εδώ και χρόνια με αφοσίωση και συνέπεια κρατά ζωντανή τη μνήμη και το έργο του. 
Πολλοί ήσαν οι καλλιτέχνες που προσήλθαν να τιμήσουν τη μνήμη του Μάνου Ελευθερίου, ενώ κορυφαία στιγμή της βραδιάς ήταν τα τραγούδια που ερμήνευσε ο Γιώργος Νταλάρας. 
Παραθέτουμε, στη συνέχεια, το βίντεο ολόκληρης της εκδήλωσης. 


Σκέψεις για ένα ξεχωριστό βιβλίο 
Του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη 
Και παίζανε στο τζόγο και του Θεού το λόγο… 
Μ. Ε. ‘Σόδομα’ 
Είμαι πολύ ευτυχής που γράφω δυο λόγια για ένα βιβλίο που σχετίζεται με τον Μάνο Ελευθερίου. Και μάλιστα το πρώτο του είδους. Τολμώ να πω, ότι πρόκειται για μια εξαιρετική εργασία, μια μελέτη για την ακρίβεια, ένα εκτενέστατο δοκίμιο πάνω στο έργο του. Και όταν λέμε έργο εννοούμε βέβαια όλα αυτά τα είδη Λόγου με τα οποία ασχολήθηκε ο Ελευθερίου. Ποιήματα, τραγούδια, διηγήματα, μυθιστορήματα, χρονικά, μελέτες. Αυτά και πολλά άλλα. Ετούτο αποτελεί για μένα κι ένα μεγάλο του πρώτο πλεονέκτημα. Το ότι δηλαδή η αγαπητή Μαρία Χατζηαποστόλου είχε να αναμετρηθεί με ένα σχετικά μεγάλο όγκο γραπτής ύλης, να τον τιθασεύει, να τον κατανοήσει, να τον κατηγοριοποιήσει, να επιλέξει, να τον μελετήσει προφανώς και να μας προσφέρει ένα πολύ ζουμερό βιβλίο 486 σελίδων, πυκνογραμμένο, το οποίο σίγουρα θα αποτελέσει στο μέλλον μια πρώτη βάση για μελλοντικές εργασίες και προσεγγίσεις πάνω στο έργο του αγαπημένου μας Μάνου. Ο τίτλος του μου θυμίζει μια ομοιοκαταληξία του Μάνου το τοπία-ουτοπία. Μπορώ να καταλάβω από τη διατύπωση, το πλούσιο λεξιλόγιο, τη σύνταξη και πολλές άλλες φιλολογικού τύπου λεπτομέρειες, ότι πρέπει να αναθεωρήθηκε η γραφή πολλές φορές και η συγγραφέας να το ‘παίδεψε’ που λένε το πράγμα. Αξίζει ένα δεύτερο εύγε για αυτό. Έτσι ήταν και ο Μάνος. Παλεύει με τις λέξεις –έγραψε κάποτε ως πρώτο ποίημα μιας συλλογής του– όπως οι άρρωστοι με τα σεντόνια τους. Και τις μαζεύει από τους δρόμους αποτσίγαρα…
Ένα δεύτερο στοιχείο που αξίζει να επισημάνω είναι η διάρθρωση αυτού του βιβλίου και το ύφος του. Η γραφή του θυμίζει έναν εσωτερικό μονόλογο σα να απευθύνεται συχνά στον ίδιο τον ποιητή. Σαν ένα διάλογο δηλαδή μαζί του, σαν τα λόγια που θα ήθελε η Μαρία να του πει και δεν πρόλαβε. Έχει δηλαδή ένα εξομολογητικό ύφος. Χωρίζεται σε 8 μέρη, σε ενότητες αρκετά μεγάλες και αναλυτικές, οι οποίες βέβαια περιέχουν και επιμέρους κατηγοριοποιήσεις ενσωματωμένες. Στήνεται δε, ακόμα και λεκτικά, με έναν αντίστοιχο τρόπο που θυμίζει το πώς αξιοποιεί ο Ελύτης την εκκλησιαστική παράδοση. Διόλου τυχαίο βέβαια αν γνωρίζει κάποιος και μια από τις εξειδικευμένες σπουδές και ιδιότητες της Μαρίας. Θέλω να πω, πως αναδεικνύει μια πλευρά Θεολογικού τύπου, είτε σε λεκτικό, –όταν ονομάζει στην εισαγωγή της το κεφάλαιο Εισοδικόν– είτε στο ουσιαστικότερο για μένα, όταν στέκεται σε θέματα και μοτίβα του έργου του που σχετίζονται ποικιλότροπα με την εκκλησιαστική παράδοση. Αναφέρομαι π.χ. στα κεφάλαια με τους εύγλωττους τίτλους Η παντοδυναμία και ο κόσμος των αγγέλων, ή, το Η περί Χριστού σκέψη. Με άλλα λόγια, μελετά εμπεριστατωμένα τη στιχουργική του Ελευθερίου, αλλά και μια κοσμοθεωρία του ίδιου που αντλεί, εμπνέεται, αξιοποιεί όλον αυτόν τον κόσμο της εκκλησιαστικής Παράδοσης. Δεν είναι τόσο περιοριστικό όσο ακούγεται. 
Ξέρω καλά –το βλέπεις άλλωστε αυτό ξεκάθαρα στο έργο του Ελευθερίου– πως η πλούσια παράδοσή μας βρίσκεται καλά χωνεμένη μέσα στο έργο του, σε κάθε στίχο και λέξη, σε κάθε ανάσα, εικόνα ή αφήγηση. Συμβαίνει αυτό συχνά στους δημιουργούς, και όσο γυρίζουμε πίσω στις δεκαετίες αυτό είναι πιο έντονο. Σήμερα πολύ εύκολα γράφει κάποιος, χωρίς να έχει ίσως καθόλου διαβάσματα, υπόβαθρο, ή μια σπουδή που λέμε σε ότι προηγήθηκε. Αυτό όμως είναι και απαραίτητο και αυτονόητο για ένα καλό αποτέλεσμα. Σκεφτείτε ότι ο Ελευθερίου άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του μετά τα 50 του! 
Ήδη είμαστε σε επικοινωνία από το 2001, με είχε γνωρίσει σ’ αυτόν η Λήδα η Παναγιωτοπούλου η οποία του είχε κάνει ένα αφιέρωμα στις σχολές Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου και μου είχε ζητήσει να μιλήσω γι’ αυτόν, θα της το ΧΡΩΣΤΩ πάντα. Τότε δεν είχε βγει βέβαια Ο καιρός των χρυσανθέμων και ήταν μια εποχή που ο ίδιος ήταν σα να μην υπήρχε πουθενά. Θυμάμαι ούτε φωτογραφίες του μπορούσαμε να βρούμε καλά καλά, ούτε συνεντεύξεις, σχεδόν τίποτα. Αυτό βέβαια άλλαξε μετά σταδιακά. 
Λέγαμε για την Παράδοση. Θυμάμαι στο διεθνές συνέδριο για τον Γκάτσο βρεθήκαμε δίπλα δίπλα στους ομιλητές. Είχε λοιπόν αναφέρει τότε έναν στίχο από δημοτικό τραγούδι τρομερής υπερρεαλιστικής τόλμης και υπέρβασης και μιλούσε για αυτόν δύο λεπτά στο κοινό εντυπωσιασμένος. Στο βιβλίο λοιπόν εδώ η Μαρία φωτίζει αυτή την πηγή ας πούμε έμπνευσης του Ελευθερίου, που τον γοητεύει. Οι άγγελοι που περιδιαβαίνουν στον κόσμο μας, ο Διάβολος που παίρνει τη μορφή του φονιά και του ληστή, του καταδότη ή του βασανιστή, τα Ιερά κείμενα και η Αποκάλυψη που ζούμε σήμερα μέσα από τους πολέμους και το αίμα που μας περικυκλώνει από παντού. Όλα είναι εκεί μέσα στο έργο του. Έναν ευαίσθητο άνθρωπο όλα ετούτα τον απασχολούν και τα αποτυπώνει όταν μπορεί ως Προφήτης, Σηματωρός και Κήρυκας. Πάντα με πόνο. Γιατί τα κείμενα του Μάνου έχουν αυτό το χαρακτηριστικό. Είναι σκληρά, διαπραγματεύονται το Άδικο και το Αίμα, όσο και να προσπαθούν να το εξωραΐσουν, να το καταλάβουν, ή να το αλαφρύνουν. To έγραψε εξάλλου κι ο ίδιος στο οριακό τα τραγούδια που έχουν αίμα και καρδιά, είν’ αρρώστια που δε γίνεται καλά. 


Το αρρώστια και γιατρειά εξάλλου αποτελεί ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο του βιβλίου. Το ζήτημα αυτό τον απασχόλησε πολύ και χαίρομαι που εδώ έχουμε μια σπουδαία εξερεύνηση του θέματος από τη Μαρία. Εξερεύνηση που όπως σας είπα παραπάνω προεκτείνεται σε όλο του το έργο, από κάτι που θα σταχυολογήσει μέσα από ένα παραμύθι του (άλλος τομέας αυτός μεγάλος η γραφή του για παιδιά τον οποίο ελπίζω κάποτε ένας ταλαντούχος διδάκτορας του Παιδαγωγικού τμήματος να ερευνήσει χωριστά) ή ακόμα και μέσα από μια μικρή του σημείωση, όταν ας πούμε η συγγραφέας στη σελίδα 260 ανασύρει από ένα απόσπασμα ημερολογίου του Ελευθερίου μια σκέψη του για τον αγαπημένο του Παλαμά. Ο Παλαμάς τις τελευταίες ώρες της ζωής του παραμιλούσε ζητώντας από τη μητέρα του τη σάκα του για να πάει σχολείο. Με σκοτώνει κάτι τέτοιο. Με σκοτώνει σημείωνε ο Μάνος. Το ίδιο ακριβώς θυμάμαι αντίστοιχα είχα διαβάσει να είχε γράψει για τον σπουδαίο Δημήτρη Λάγιο που έφυγε τόσο νωρίς. Κάτι σαν δε το θυμάμαι ακριβώς δεν άντεξα να πάω στο νοσοκομείο για να μην αντικρίσω το γκρέμισμα του σώματός του. Θυμάμαι τώρα ότι αυτή η λέξη που είχε χρησιμοποιήσει γκρέμισμα με είχε στοιχειώσει καιρό και τη σκεφτόμουνα και επιβεβαίωνα για άλλη μια φορά πόσο ένας σπουδαίος ποιητής, γιατί ένας αληθινός ποιητής ήταν στην ουσία ο Ελευθερίου, μπορεί με μία μόνο λέξη, την κατάλληλη να συμπυκνώσει πάρα πολλά. Η Μαρία λοιπόν σκιαγραφεί με κάποιον τρόπο, τον ιδανικό κι αγαπημένο του Καβάφη, τη μορφή αυτού του ανθρώπου για τους επόμενους. Πως θα τον περιέγραφε άραγε σε κάποιον που δεν έχει ακούσει τίποτα για αυτόν και με τι θα του πρότεινε να αρχίσει να τον γνωρίζει, με ένα τραγούδι ίσως, ένα διήγημα, ένα παραμύθι ή κάτι άλλο; 
Στο κεφάλαιο τώρα που επιγράφεται Η ανθρωπολογική διάσταση και ο αγιασμός των πραγμάτων όπως υποδηλώνεται στον τίτλο η Μαρία στέκεται –να το πω λίγο σχηματικά και απλουστευμένα– σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της γραφής του Ελευθερίου, το πώς επικεντρώνεται ο δημιουργός στον Άνθρωπο με Α κεφαλαίο βέβαια, τα Πάθη και τις Δόξες του, όλα με κεφαλαίο. Και όταν ανέφερα παραπάνω για υποενότητες εγκιβωτισμένες μέσα στα κεφάλαια, εδώ ας πούμε μπορεί να δούμε σε πολλές σελίδες να αναλύεται η εμμονή του ποιητή για την τραγική μορφή του Άμλετ στην οποία επανέρχεται συνέχεια σε διαφορετικά κείμενά του, αφού όπως γνωρίζουμε το Θέατρο είναι ένας χώρος που τον γοητεύει και στον οποίο κινείται διαρκώς. Πέρα από τα αιώνιο ερώτημα που απασχολεί τον ήρωα του Σαίξπηρ ή τους αρχαίους τραγικούς –και τον Ελευθερίου κατά προέκταση– όταν μιλάμε δηλαδή για τις κορυφογραμμές, εξίσου, αν όχι πιο πολύ, αναγνωρίζουμε εδώ, μέσα από τις επισημάνσεις της Μαρίας, πόσο γέρνουν πιο πολύ στη ζυγαριά (αγαπημένη λέξη του αυτή) οι δραματικοί ανώνυμοι ή επώνυμοι ήρωες της μυθολογίας του που είναι εκατοντάδες αλλά συμπυκνώνονται σε πρόσωπα κλειδιά. Να, εδώ ας πούμε χρειάζεται πάντα για μένα σε βιβλία τόσο ενδιαφέροντα και αναλυτικά ένα ευρετήριο ονομάτων. 
Αναφέρθηκαν πριν οι μορφές μιας προσωπικής μυθολογίας, ο Άνθρωπος και πρόσωπα κλειδιά. Πολλά από αυτά τα πρόσωπα μέσα από τα κείμενα τους παρατίθενται στη φοβερή εισαγωγή του Νοητού Λύκου και δίπλα τους θα βάλουμε ξεπεσμένους ηθοποιούς από μπουλούκια, τον ανώνυμο θαμώνα ενός μπαρ ή καφενείου με την ερωτική του Ιστορία που θα μας την διηγηθεί όταν τυχαία καθίσουμε πλάι του, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Καρυωτάκη –που λάτρευε– πλάι σε μια ράφτρα στην Κοκκινιά ή τον Σταμάτη Κομνηνό, τον Κάφκα πλάι στον Βαγγέλη Γιακουμάκη. Η λίστα αυτή βέβαια είναι τεράστια. 
Δε θυμάμαι πολλούς τα τελευταία χρόνια να τόλμησαν τόσο ξεκάθαρα, αλλά και τόσο ποιητικά να αποτυπώσουν σε στίχους ένα τόσο τραγικό γεγονός όπως τον άδικο χαμό αυτού του αγοριού στο κελί μιας φυλακής. Ο Ελευθερίου, πέρα από μια μεγάλη ενσυναίσθηση, που τη φέρνει στο φως αυτό το βιβλίο, παρέμεινε πάντα, ως το τέλος ένας δημιουργός με πολιτική θέαση των πραγμάτων, σε καιρούς απολιτικούς συχνά, αδιάφορους, γεμάτους μίσος και κραυγές. Νομίζω σήμερα, αν ήταν εδώ, θα ήταν ακόμα πιο πικραμένος. Τα κατέγραψε λοιπόν όλα αυτά, με φόντο πάντα τον ανώνυμο ήρωα που θα θυσιαστεί, ταπεινό και καταφρονεμένο και βασανισμένο όπως ο Ιησούς, μεγαλειώδη όμως μέσα στη μοναξιά του στα μάτια μας. Χαίρομαι που η Μαρία πολύ αποτελεσματικά αναδεικνύει και αναψηλαφεί αυτό το μοτίβο μέσα στη γραφή του Μάνου. Και το κάνει πολύ καλά. Και δω αναρωτιέμαι πάλι κάτι. Όλη αυτή η χρόνια ενασχόληση με τα κείμενα του Μάνου αν της προσέδωσε κάποια μικρή μελαγχολία ή απογοήτευση. Και το γράφω αυτό γιατί τα θέματα που αγγίζει ο Ελευθερίου πονάνε, στεναχωρούν, εξοργίζουν ίσως. Πώς αντιμετώπισε κάτι τέτοιο μέσα της; Υπήρξε; 


Δε θέλω να σας κουράσω με περαιτέρω αναλύσεις, το βιβλίο αυτό είναι ό,τι πρέπει για μια εισαγωγή ας πούμε στον πλούσιο κόσμο του Μάνου Ελευθερίου. Χαίρομαι πολύ που υπάρχει. Χάρηκα ακόμα πιο πολύ όταν μου το πρωτοείπε ο Θανάσης Συλιβός του Μετρονόμου ότι θα το βγάλει. Χάρηκα διπλά όταν το είδα στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου πλάι στο δικό μου για τον αγαπημένο του Γκάτσο. Όταν έγραφα το βιβλίο μου για τον Γκάτσο και του το είχα πάει, κάποια στιγμή –σε ανύποπτο χρόνο– με το γνωστό του περιπαικτικό ύφος μου είχε πετάξει κάτι σαν άντε τελείωνε με τον Γκάτσο να ασχοληθείς και με κανέναν άλλο. Του είχα πει βέβαια ότι ήθελα να κάνω κάτι για τον ίδιο και το εννοούσα, και δεν αποκλείεται στο μέλλον κάτι να γραφτεί από εμένα επικεντρωμένο σε έναν άλλο τομέα. 
Όμως με κάποιο μεταφυσικό τρόπο θεωρώ ότι είναι και δικό μου αυτό το βιβλίο, αφού βέβαια η Μαρία γράφει και αναλύει με ένα τρόπο που μου είναι πολύ οικείος και γνώριμος, ενώ συμφωνώ απόλυτα επίσης με τα συμπεράσματά της. Και τίποτα άλλο να μη γραφτεί για τον αγαπημένο μας Μάνο αυτό το βιβλίο είναι αρκετό. Θα γραφτεί όμως πιστεύω στο μέλλον και η βιβλιογραφία του θα εμπλουτίζεται ολοένα. Το έργο του είναι εκεί ‘προς ανακάλυψιν’. Είμαι δε, σίγουρος, ότι αν παρακολουθούσε ο Μάνος ή διάβαζε το τελικό κείμενο με τη γνωστή του ταπεινότητα θα της έλεγε συνέχεια (για να βρεθούμε λίγο και στο κλίμα του βιβλίου): Αχ, Μαρία μου σταμάτα πια να με αγιοποιείς, αυτό είναι ελάττωμα, δεν είμαι αυτό που παρουσιάζεις, δεν είμαι πια και τόσο σπουδαίος όσο γράφεις, ούτε έγραψα πια και τίποτα τόσο φοβερό. Άλλοι το έκαναν αυτό. Γι’ αυτούς να γράψεις! 
Τέλος, δε μπορώ να μην πω κι ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ στην αγαπητή αδερφή του. Για τον διακριτικό και ευγενή τρόπο που διαχειρίζεται το έργο του, για τη βοήθεια που ξέρω πρόσφερε ποικιλότροπα ώστε να βγει αυτό το βιβλίο, για τα υπέροχα κείμενα εκτός εμπορίου που μας εφοδιάζει και που κάποτε ελπίζω να συγκεντρωθούν κάπου. Και για κάτι άλλο που μου χάρισε. 
Y. Γ. Ο Ελευθερίου κάποτε με πήρε μετά από ένα χρόνο αργά το βράδυ (του είχα αφήσει το χειρόγραφό μου να το διαβάσει και να μου κάνει επισημάνσεις –τον ενδιέφερε πολύ–) και αναφώνησε μια φράση: Το διάβασα ΟΛΟ! Λίγες μέρες μετά στο σπίτι του μού έδειχνε κάποιες σημειώσεις που είχε κάνει σε ορισμένα σημεία και μου έδωσε άλλο ένα μάθημα χωρίς να το θέλει. Εδώ προσπαθείς να κάνεις αγιογραφία, δεν ήταν έτσι, πρέπει να στέκεσαι και στις αδύναμες στιγμές, δεν ήταν όλα τόσο ιδανικά. Υπήρξαν πολλές αδυναμίες όπως σε όλους μας. Δεν κατάφερα, ομολογώ, να εφαρμόσω απόλυτα ΑΥΤΗ την επισήμανσή του. Αλλά την έλαβα υπόψη. Γιατί τα γράφω αυτά; Γιατί ΑΝ έχει μια μικρή αχίλλειο πτέρνα το βιβλίο της αγαπητής Μαρίας είναι το ότι η μεγάλη της αγάπη για τον Ελευθερίου ‘σκιάζει’ κάποτε τις αδυναμίες. Αλλά την καταλαβαίνω απόλυτα. Και δε θα ήθελα να άλλαζε λέξη.


Δρ Μαρία Χατζηαποστόλου 
Αθήνα, Ιανός, 12 Μαρτίου 2026.
Ανοιχτή Επιστολή στον Μάνο Ελευθερίου 
Κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια… Θεοφάνους Ομολογητού, Γρηγορίου Διαλόγου, Συμεών του Νέου Θεολόγου και Συμεών του Ευλαβούς η μνήμη σήμερον. Εσύ τους γνώριζες καλύτερα από εμένα. Κι ας είμαι θεολόγος. Εσύ Μάνο πηγαινοερχόσουν στων αγγέλων τα τάγματα, γιατί πιο γήινος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Στην Άβυσσο κατέβαινες, να συναντάς στον Άδη τις αλύτρωτες ψυχές. Γιατί πιο ουράνιος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Βλέπεις, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πως για ν’ αγγίξεις τον ουρανό, οφείλεις πρώτα να γευτείς τη γη. 
Γεννήθηκες στις 12 του Μάρτη για να μην πεθάνεις ποτέ. Ογδόντα οχτώ χρόνια πριν, στην αγαπημένη τη Σύρο των ανέμων και των νεοκλασικών, του θεάτρου και των προσφύγων της Ανατολής, των αρχοντικών και των καπηλειών. Είδες τις γειτονιές ν’ ανάβουν τις φωτιές, τα πρόσωπα να πορφυρίζουν απ’ της γιορτής την έκσταση, έζησες της στέρησης την αδικία, τη βία της φτώχιας, μα και την ευλογία, χτύπησες πόρτες σφαλιστές κι άλλες τις άνοιξες διάπλατα, μπήκες ενήλικος με δέος σε σπίτια μυθικά, για να θυμηθείς την ηλικία την παιδική της ανάμνησης που μύριζε ανθισμένες λεμονιές και χρυσάνθεμα. 
Όταν έγραφα το βιβλίο μου για σένα δεν ήμουν μόνη. Η αύρα σου μύρωνε τον αέρα. Εκείνες τις ατελείωτες νύχτες της αγρύπνιας σαν να σε άκουγα: «Βρε κορίτσι, μην ασχολείσαι μαζί μου. Πήγαινε να πιεις κάνα ποτό με την παρέα σου. Οι φίλοι μας είναι η αληθινή περιουσία μας». Ήξερες καλά από φίλους. Χάρηκες την κοινωνία των προσώπων τους. Μοιράστηκες μαζί τους την αγωνία σου. Απόψε, Μάνο, ήλθαν οι φίλοι σου. Δεν με γνωρίζουν. Γνωρίζουν, όμως, εσένα. Κι αυτό αρκεί. Τώρα πια είναι και δικοί μου φίλοι. 


Και συναντήθηκα και πάλι με τα τραγούδια σου που είναι ανάσες του Θεού στον λυγμό του ανθρώπου. Οξυγόνο μέσα στην ασφυξία του. Αντίσταση του έρωτα σε ό,τι ανέραστο. Μάχη της μνήμης με τη λήθη. Φως εκ Φωτός. Γέννησες και μας χάρισες ένα σύμπαν. Κι ας εύρισκαν τα λόγια σου πολλές φορές «ώτα μη ακουόντων». Έκανες τον τόπο, ουτοπία. Γιατί στο σύμπαν το δικό σου κανείς δεν μένει ασκεπής. Οι ανέστιοι αποκτούν εστία, οι απόκληροι βρίσκουν μια μεγάλη αγκαλιά και όσοι δεν αγαπήθηκαν, βιώνουν την αγάπη που ποτέ δεν έζησαν. Κάθε κακό παύει, κάθε αδικία αποκαθίσταται. Οι ηττημένοι νικούν. Όλοι και όλα καθαγιάζονται. Μάνο χρονοποιέ, της μνήμης τρυγητή και των ψυχών μας υπερασπιστή, της συνείδησής μας φωνή και των στιγμών μας μεθυστή. 
Μάνο θαυματοποιέ, τώρα σ’ έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Όσο η βαρβαρότητα θα παρελαύνει με θρασύτητα στις λεωφόρους του κόσμου, τα μαλαματένια σου λόγια θα γίνονται ξόρκι στο κακό και φως ανέσπερο που θα διαλύει κάθε σκοτάδι που απειλεί να μας πνίξει από παντού. Είτε ως Άμλετ της Σελήνης, είτε Ντυμένος Άμλετ στη βροχή, είτε ως πατέρας του Άμλετ, θ’ αποκαλύπτεις τα προσωπεία μας, θα κουβαλάς το βάρος όλου του κόσμου και θα υπερασπίζεσαι το αίμα των αθώων που λέρωσε τον ουρανό. Αλλά το αύριο πώς θα ’ρθει ποιητή μέσα στο αίμα; 


Κοίτα Μάνο, η Άνοιξη είναι παρούσα. Η Ανάσταση ήλθε στη σταυρωμένη Καισαριανή. Είδαμε τα πρόσωπά τους. Εκείνα που εσύ έκανες αθάνατα. Γίναμε μάρτυρες της ένδοξης τραγωδίας. Πόσο ανυπότακτοι πορεύονται προς τον θάνατο, σαν σε γιορτή. Θα έγραφες και πάλι για εκείνους. Θα έγραφες και για τους άλλους που βρισκόταν πέρα από τον φράχτη και ύψωναν το δάχτυλο δίχως πρόσωπο. Θα έγραφες για όλους εκείνους που προσκυνούν τα ιερά και τα όσια της ζωής. Στο δικό σου αγιολόγιο όλοι αναπνέουν και οι πόρτες του Παραδείσου ορθάνοιχτες. Όλα τα χωρά η Ποίησή σου.
Μυροφόρα απόψε η νυχτιά. Το έαρ το γλυκύτατο κυρίαρχο παντού. Σαν τελετάρχης θα φορέσεις αργά τα ρούχα σου και θα τοποθετήσεις το δικό σου λιθαράκι σε ό,τι γκρεμίζουν οι βομβαρδισμοί και η αθλιότητα, θ’ ανάψεις ένα κεράκι να φωτίσεις την άβυσσο και να συντροφεύσεις κάθε άνθρωπο που διψά για λίγο ουρανό. Με την Ποίηση σου να κυοφορεί για πάντα την ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο, την άνοιξη της ύπαρξης που θριαμβεύει ως νικηφόρα αγάπη που όλα τα μπορεί. Ένας κόσμος που δεν πεθαίνει ποτέ, γιατί η ομορφιά νικά πάντοτε. 
Μάνο δεν σε συνάντησα ποτέ από κοντά. Δεν ήπιαμε μαζί έναν καφέ. Δεν ακούμπησε το πρόσωπό μου το διαπεραστικό σου βλέμμα, ούτε το αινιγματικό σου μειδίαμα γέννησε μέσα μου την αμφιβολία: άραγε τώρα αστειεύεται ή μιλά σοβαρά; Τι σημασία έχει στ’ αλήθεια; Κάθε μέρα, κάθε στιγμή σ’ αισθάνομαι, σε νιώθω κοντά μου. Ακούω τα τραγούδια σου. Διαβάζω τον λόγο της αλήθειας σου. Μιλώ για σένα στους μαθητές μου. Το ξέρω. Εμπόδιο κανένα δεν υπάρχει μπροστά στη θέληση του ανθρώπου. Χώρος δεν υπάρχει στη Χώρα του Αχωρήτου. Χρόνος δεν υπάρχει μπροστά στην αιωνιότητα. Θάνατος δεν υπάρχει μπροστά στην αγάπη. Υπάρχεις εσύ. Το ξέρω πως μ’ ακούς. 
Στον Άδη τώρα σεργιανώντας, προσδοκάς Ανάσταση νεκρών. Τα χέρια σου μυρίζουν μοσκοκάρφι. Σκέπασε τους άστεγους και της πολιτείας τα αδέσποτα, με τα χερουβικά φτερά σου. Αρχάγγελε εσύ, απόστησον, φυγάδευσον του Άδου την ισχύ. Στέκεις τώρα νέος, ακέραιος και όμορφος στην άκρη του χρόνου. Στην άπειρη την αγκαλιά του σύμπαντος αναπνέεις. Θα σε ξανάβρω στους μαλαματένιους μπαξέδες του Παραδείσου Μάνο. Και θα ’ναι μια μέρα λουσμένη στο φως. Και δεν θα υπάρχει ούτε λύπη, ούτε πόνος, ούτε στεναγμός, αλλά χαρά ατελεύτητος. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails