Ο εκ Παλαιών Πατρών Φαναριώτης λόγιος, ιστοριογράφος, ποιητής και μουσικός
Διονύσιος Φωτεινός έδρασε στη Ρουμανία στις αρχές του 19ου αιώνος.
Για την πατρινή καταγωγή του μας πληροφορεί ο ίδιος ο Φωτεινός, όταν στον πρόλογο του έργου του
«Νέος Ερωτόκριτος» υπογράφει ως
«ελάχιστος ομογενής Διονύσιος Φωτεινός, ο εκ Παλαιών Πατρών της εν Πελοποννήσω Αχαΐας». Με ανάλογο τρόπο, που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της καταγωγής του, ο Φωτεινός υπογράφει και διάφορα μουσικά του χειρόγραφα:
«Παρ’ εμού Διονυσίου Βατάχου του εκ Παλαιών Πατρών της εν Πελοποννήσω Αχαΐας» και σε άλλο μουσικό του χειρόγραφο: «Τόδε υπάρχει σύνθεμα εμού Διονυσίου εκ των Πατρών της πόλεως, του Πελοποννησίου».
Γεννήθηκε στην Πάτρα, λοιπόν, το έτος 1777. Πρόκειται για χρονολογία στην οποία καταλήγουν νεώτερες έρευνες, καθώς παλαιότερα είχε υιοθετηθεί από Ρουμάνους, αλλά και Έλληνες ιστορικούς, όπως ο Νίκος Σβορώνος, το έτος 1769 ως χρονολογία γέννησης του Φωτεινού. Σίγουρη είναι η ημερομηνία και χρονολογία θανάτου του Φωτεινού: 10 Οκτωβρίου του 1821, ημέρα Δευτέρα, στο Βουκουρέστι, πάνω στην ακμή της ηλικίας του, 44 ετών.
Ο πατέρας του Διονυσίου ήταν ο περίφημος ψάλτης και ιατρός Αθανάσιος Φωτεινός, καταγόμενος από τα Νεζερά της Αχαΐας. Ο Αθανάσιος άσκησε την ψαλτική του τέχνη και την ιατρική επιστήμη, για ένα μεγάλο διάστημα στην Κωνσταντινούπολη. Επειδή, μάλιστα, γνώριζε την τουρκική γλώσσα, εισχώρησε στους κοσμικούς κύκλους της Πόλεως και πέτυχε να προσληφθεί ως επίσημος ιατρός του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ (1778-1789). Μετά τον θάνατο του Σουλτάνου, για άγνωστους ακόμα λόγους, επέστρεψε με την οικογένειά του στην Πελοπόννησο και «έζη βίον ευδαιμονέστατον».
Η Κωνσταντινούπολις, όμως, φαίνεται ότι ήταν το σημείο αναφοράς της οικογένειας Φωτεινού, γι’ αυτό ο Διονύσιος μετέβη εκεί από την Πάτρα για ευρύτερες σπουδές. Δεν έχουμε ένδειξη του χρόνου της μετάβασής του στην Πόλη. Καθ’ ον χρόνον διέμενε εκεί σπουδάζοντας –ο Ρουμάνος ιστορικός Victor Papacostea υποθέτει ότι εφοίτησε στην Πατριαρχική Σχολή–πέθανε ο πατέρας του Αθανάσιος, καθώς τραυματίστηκε σοβαρά το πόδι του σε κυνηγετικό ατύχημα.
Η μητέρα του Διονυσίου Διαμάντα, επειδή δεν είχε πλέον κανένα προστάτη, αφού ο γιος της ήταν στην Κωνσταντινούπολη, πάντρεψε την κόρη της Πασχαλίτσα, μεταξύ των τέκνων της οποίας ήταν και ο Ηλίας Φωτεινός, ανιψιός του Διονυσίου, ο οποίος μας έχει διασώσει πολύτιμες πληροφορίες για τον θείο του.
Στην Πόλη ο Διονύσιος τελειοποίησε την μουσική του κατάρτιση –είχε μυηθεί στην εκκλησιαστική μουσική από τον πατέρα του– κοντά στους μεγάλους διδασκάλους Ιάκωβο Πρωτοψάλτη και Πέτρο Βυζάντιο, «των οποίων υπήρξε μιμητής», όπως σημειώνει ο μετέπειτα Ρουμάνος μαθητής του Anton Pann.
Όμως ο Διονύσιος δεν έμεινε πολύ στην Κωνσταντινούπολη. Πήγε στην Βλαχία, όπου τότε ήκμαζαν τα ελληνικά γράμματα και γι’ αυτό μετανάστευαν εκεί πολλοί σύγχρονοί του. Στην Βλαχία πρέπει να έφθασε περί το 1797 και αρχικά εργάστηκε ως ψάλτης και διδάσκαλος της εκκλησιαστικής μουσικής. Γνώριζε, επίσης, την ανατολική ενόργανη μουσική, αλλά έπαιζε και κλειδοκύμβαλο (πιάνο), το οποίο μόλις είχε εισαχθεί στην Βλαχία.
Ως καλός μουσικός, ιστοριογράφος, ευφάνταστος ανεκδοτολόγος και συνθέτης επιγραμμάτων πολιτικού περιεχομένου, ο Διονύσιος κατέκτησε την συμπάθεια της κοινωνίας του Βουκουρεστίου και μπήκε στην φαναριώτικη αυλή ως Βατάχος (έπαρχος, επιθεωρητής) υπό την προστασία του μεγάλου μπάνου (κυβερνήτη) Δημητράκη Γκίκα, στο σπίτι του οποίου διέμεινε ως δάσκαλος των παιδιών του. Συν τω χρόνω κατέλαβε αξιόλογα αξιώματα στην χώρα και το 1812 διετέλεσε ισπράβνικ (νομάρχης) στην Γιαλομίτζα της Βλαχίας. Ο ηγεμόνας της Βλαχίας Ιωάννης Καρατζάς, ο οποίος φοβόταν μήπως γράψει μελανές σελίδες γι’ αυτόν ο Φωτεινός στο έργο του «Ιστορία της Δακίας», του απένειμε το 1818 το αξίωμα του μεγάλου σερδάρη (το οποίο έφερε ο αρχηγός του ιππικού).
Ο Φωτεινός μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία, πιθανώς από τον στενό του φίλο Ιακωβάκη Ρίζο Νερουλό, και πολλές φορές στα έργα του στιγματίζει την τουρκική τυραννία. Κάποιοι Ρουμάνοι ερευνητές προσπάθησαν να τον εμφανίσουν ως αντίθετο στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, πράγμα που δεν ευσταθεί. Στην πραγματικότητα ο Φωτεινός υπήρξε γνήσιος Φαναριώτης και πατριώτης.
Ο Φωτεινός παντρεύτηκε την 1η Ιουνίου 1820 «μίαν κακοαναθρεμμένην και ασελγή κόρην», όπως την χαρακτηρίζει ο ανιψιός του Ηλίας, η οποία «διά τας κακάς επιθυμίας της επιβουλεύθη και την ιδίαν αυτού ζωήν και εκατώρθωσε να τον ποτίση μυστικώς δηλητήριον». Ο Διονύσιος πέθανε ένα χρόνο και τέσσερις μήνες μετά το γάμο του, αφού έζησε λίγο καιρό και με τους δικούς του ανθρώπους, την μητέρα του και την αδελφή του, που ήλθαν από την Πελοπόννησο λόγω της κήρυξης εκεί της Επανάστασης. Κηδεύθηκε με επισημότητα στον ναό «των Αγίων» στο Βουκουρέστι.
Όσο είναι περίεργο ότι ο Διονύσιος Φωτεινός ως μεγάλος μουσικός δεν είναι μέχρι σήμερα γνωστός, άλλο τόσο «είναι απορίας άξιον», σημειώνει ο ιστορικός Θωμόπουλος, «ότι ούτε ο Κ. Σάθας εις την Νεοελληνικήν Φιλολογίαν του, ούτε ο επανορθώσας τας ελλείψεις του Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος έγραψάν τι περί του Φωτεινού». Ο δεινός φιλόλογος, ο μεγάλος ιστορικός, ο εξαιρετικός μελοποιός, ο σατιρικός ποιητής, αυτός λοιπόν ο ευρυμαθέστατος και πολυγραφότατος Πατρινός, ίσταται πάντοτε μπροστά μας προς ανακάλυψιν. Το πολυσχιδές έργο του περιμένει τους μελετητές που θα το ερευνήσουν και θα το δημοσιεύσουν ανασύροντάς το από την αφάνεια.
Θεωρώ πως η περίπτωσή του είναι μοναδική και γι’ αυτό πρέπει να προβληθεί όχι απλώς ως Πατρεύς λόγιος τους 18ου αι., αλλά ως Πατρινός λόγιος με διεθνή ακτινοβολία, που μπορεί μάλιστα να αποτελέσει και συνδετικό κρίκο μεταξύ ημών και των Ρουμάνων, οι οποίοι τον τιμούν εξαιρετικά ως μέγα διδάσκαλό τους και πηγή των ρουμανικών γραμμάτων.
Απόσπασμα από υπό δημοσίευσιν εργασία του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου για τη ζωή και το έργο του Διονυσίου Φωτεινού.