Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Η ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΧΟΡΣ


Η ΦΛΟΓΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΒΗΝΕΙ 
Της Ιουλίτας Ηλιοπούλου
Η ισορροπία ανάμεσα στο εύθραυστο και το στιβαρό, ανάμεσα, στην ηδύτητα και την ακρίβεια της χειρονομίας, ανάμεσα στην εσωτερικότητα των αισθημάτων και την εξωστρέφεια της κίνησης, δεν είναι μόνον μία απαιτητική άσκηση καλογυμνασμένου χορευτή επάνω στη σκηνή του Ηρωδείου. Είναι μία συνεχής αναζήτηση ενός ανθρώπου, που με πλούσια ψυχικά εφόδια, έταξε τη ζωή του, με συνέπεια, φαντασία και καθαρότητα, στην τέχνη της κίνησης, στην τέχνη της ίδιας της ζωής ̇μιάς και η Μαρία Χόρς, για την οποία μιλώ, ταύτιζε πάντοτε τις δύο αυτές έννοιες. 
Υπηρετώντας ό,τι πιο δύσκολο, το απλό, ήξερε να οδηγεί τους συνεργάτες, τους μαθητές της να μην παριστάνουν κάτι, αλλά να μεταβαίνουν αλλού, να μετατοπίζουν το σώμα και την ψυχή τους εκεί που η φαντασία όρισε και να ζουν με ένταση και ειλικρίνεια τη νέα συνθήκη. 
Ως χορογράφος και ως δασκάλα αυτοσχεδιασμού -υπήρξα μαθήτρια φανατική της Μαρίας Χόρς στη σχολή θεάτρου του Ωδείου Αθηνών- γνώριζε με κάθε τρόπο να αποβάλλει ό,τι περιττό φορτώνουν η αγωνία της πρωτοτυπίας και οι καιροί και να συγκρατεί ό,τι ουσιώδες εντοπίζει η πνευματικότητα ,το ένστικτο και η ποιητική σοφία του καλλιτέχνη. Ήξερε η Μαρία Χορς να επικεντρώνει πάντα το ενδιαφέρον της στο καίριο, να κάνει σημαντικό το φαινομενικά αυτονόητο , που θα πει, να δίνει νόημα στις μικρές κινήσεις των ποδιών ή της ψυχής μας. Ήξερε ν’ ακούει την αδιόρατη ανάσα που προηγείται μιας χειραψίας, ή ενός άλματος και ανάλογα να μπορεί πληρέστερα κι απ’ τον πιο δεινό ψυχαναλυτή να ερμηνεύει τον μυστικό κόσμο τού κάθε ηθοποιού, χορευτή, μαθητή της. 
Δεν θα ξεχάσω κατά τη διάρκεια μιας άσκησης συγκέντρωσης στο μάθημα της εκφραστικής κίνησης, τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο με τον οποίο πλησίαζε και «ενεργοποιούσε» κάθε έναν μαθητή της. Άλλοτε μ’ έναν αιφνιδιασμό, άλλοτε μ’ ένα σκούντημα, άλλοτε με μια καθημερινή χειρονομία, κι άλλοτε με μια κίνηση άπειρης τρυφερότητας. Για κάθε έναν μαθητή κάτι ιδιαίτερο, που μυστικά μόνο εκείνη ήξερε πως αρμόζει στη ιδιοσυγκρασία, αλλά και στην ψυχική του κατάσταση τη δεδομένη στιγμή. 
Διαθέτοντας αυτήν τη «μαντική ικανότητα» που η ευαισθησία και η ευφυΐα χαρίζουν, κατάφερνε πάντα, με μέθοδο και υπομονή, να πυροδοτεί την ψυχική ενέργεια του άλλου, να προκαλεί την δημιουργικότητά του, αφυπνίζοντας την συχνά εν υπνώσει ποιητική λειτουργία της ανθρώπινης φύσης μας ̇ λειτουργία που η εικοσιτετράωρη πρακτική της ζωής υπονομεύει και αρκεί η ανυπόκριτη αγάπη ή ο έρωτας για να πιστοποιήσουν πως ακόμα υπάρχει. Και υπάρχει, θά ’λεγα, «ομοούσια και αδιαίρετη»,ενιαία και μεγαλειώδης, είτε κανείς έχει να κάνει με λέξεις, είτε με βήματα, είτε με τα χρώματα της πρωινής θάλασσας. 
Η ποιητική λειτουργία, η ελευθερία, ο λυρισμός η ποικιλία των ρυθμών ενός υπεργλωσσικού λόγου που δίδαξε η Μαρία Χόρς σε κάθε δουλειά της, αλλά κυρίως και μέσα από την εξατομικευμένη κίνηση του χορού της τραγωδίας, είναι νομίζω ανάλογος ενός καλά δουλεμένου ποιητικού έργου που διαθέτει πλήθος λαμπρών φραστικών μονάδων, μα και στο σύνολό του στέρεη δομή, πρωτότυπη αρχιτεκτονική σύνθεση. 
Μαρία Χορς (φώτο: Ντίνος Διαμαντόπουλος)

Σταθερά όπλα της σ’ αυτόν τον αγώνα της έκφρασης, όχι μόνον η γνώση, η υψηλή αισθητική ,η ισχύς μιας μοναδικής ευαισθησίας, αλλά και η ξεχασμένη, αλλ’ αναγκαία για την δημιουργία συνθήκη, η αγάπη. Η αγάπη που την έκανε πάντα, είτε κινούσε τον χορό τραγωδίας, είτε χορογραφούσε σύνολα, είτε δίδασκε, να μπορεί, όχι να επιβάλλει κάτι δοτό, αλλά να εκμαιεύει την μέσα αλήθεια, τόσο των κειμένων όσο και των συνεργατών της, να φέρνει στην επιφάνεια τον μυστικό ειρμό της ψυχικής ενέργειας που πρόσωπα και λόγια εμπεριέχουν. 
Έχοντας η ίδια κατάλληλη παιδεία –είχε σπουδάσει πέρα απ’ τον χορό, μουσική και αρχαιολογία– και ειλικρινές ενδιαφέρον για τα ποιητικά κείμενα, θέλησε να ωτακουστήσει τα μυστικά τους, να τα μετατρέψει σε έκφραση των χεριών, σε αέναη συστροφή του κορμιού, σε βήμα ταχύ, σε ακινησία πολύλογη. «Από τα πρώτα μου βήματα στη χορογραφία», έλεγε, «στόχος μου δεν ήταν ποτέ ο νεωτερισμός. Δεν επιχειρούσα καν να δώσω ένα προσωπικό στίγμα. Αφουγκραζόμουν μονάχα με σεβασμό τι ζητά το αρχαίο κείμενο, ανίχνευα τι θέλει να μου πει η τραγωδία χιλιάδες χρόνια μετά. Και ανοίγαμε ένα εποικοδομητικό διάλογο, που απ’ την πλευρά μου δεν είχε στάλα εγωισμό». 
Πάντοτε χωρίς εγωισμό, με αφάνταστη αξιοπρέπεια, σκληρή πολύ μόνο με τον εαυτό της ,η Μαρία Χορς έμαθε από μικρή πως η τέχνη ,αλλά και η ζωή, μοιάζει με αυτή την λαμπερή σφαίρα που η ίδια πετούσε ψηλά και ξανάπιανε χορεύοντας ως μαθήτρια της Πράτσικα, στις «Μικρές Παιδούλες Ταναγραίες», στα 1949. Μια σφαίρα εύθραυστη που με συνεχή έγνοια, αλλά και χάρη κρατούσε, χορεύοντας με απόλυτη φυσικότητα στις μύτες των ποδιών. 
«Χόρευα μ’ αυτήν την σφαίρα», έλεγε, κοιτάζοντας χρόνια αργότερα αυτή την φωτογραφία, «και μού είπανε δεν υπάρχει δεύτερη. Αν πέσει και σπάσει... Μ’ αυτήν την αγωνία χόρευα. Ακόμα θυμάμαι τη μουσική του Μενέλαου Παλλάντιου. Έπρεπε σ’ ένα συγκεκριμένο μέτρο να την πετάξω ψηλά και να την πιάσω.» 
Αυτό ακριβώς νομίζω ότι δίδαξε με διαφορετικούς τρόπους και στους πολυάριθμους μαθητές της: Την μοναδική, αλλά και εύθραυστη αξία της αληθινής τέχνης και της ζωής, που με σκέψη, πειθαρχία και τόλμη, μ’ άλλα λόγια, με νοηματική ακρίβεια, εκφραστική ελευθερία, πραγματικό αίσθημα και ήθος καλούμεθα όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος του να υπερασπιστούμε, είτε πάνω στην σκηνή, είτε στον σιωπηλό χώρο του δωματίου μας. 
Δεν είναι για μένα-η φλόγα που άναβε κάθε τέσσερα χρόνια στη Ολυμπία, αλλά κυρίως η φλόγα που άναβε καθημερινά στις καρδιές των μαθητών της, αυτή που θα συνοδεύει πάντα το όνομά της, το όνομα της δασκάλας Μαρίας Χόρς, το όνομα της μοναδικής φίλης. 
- Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ το Σάββατο 28-2-2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails