Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

ΠΕΡΙ ΤΟΝ ΦΩΤΙΣΜΟΝ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΑΩΝ


ὑπὸ Γέροντος Χαλκηδόνος Ἀθανασίου
"Ignoranti quem portum petat, 
nullus suus ventus est". (Seneca) 
Ὡς γνωστόν, τὸ θέμα τοῦ φυσικοῦ καὶ τεχνητοῦ φωτισμοῦ τῶν ναῶν καὶ ἡ σχέσις του πρὸς τὴν ναοδομίαν ἔχον ἰδιαίτερον συμβολισμόν, τυγχάνει σπουδαιότατον ἀπὸ τεχνικῆς κυρίως ἀπόψεως, παρουσιάζει δὲ ἰδιαιτέραν προβληματολογίαν, δυστυχῶς ἄγνωστον καὶ ἀδιάφορον ἐν πολλοῖς παρ’ ἡμῖν. 
Κατ’ ἀρχὴν λεκτέον, ὅτι εἰς ἑκάστην Ἀκολουθίαν ὑφίσταται μία διπλῆ συνάντησις, ἡ μία μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ ἑτέρα αὐτῶν μετὰ τοῦ Θεοῦ. Διὰ τὴν πρώτην πρέπει ὁ ναὸς νὰ εἶναι φωτεινός, διότι ἡ εὐεξία τῶν ἀνθρώπων ἐξαρτᾶται ἀποφασιστικῶς ἐκ τῆς φωτεινότητος, τῆς πληρότητος αὐτῆς θεωρουμένης ὡς θετικῆς καὶ διεγερτικῆς, ἐνῶ τῆς ἐλλείψεως τοῦ φωτὸς ὡς ἀρνητικῆς καὶ πιεστικῆς. Ὁ χῶρος τοῦ ναοῦ δέον νὰ εἶναι τόσον φωτεινός, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀλληλοβλέπονται κατὰ τὴν εἴσοδον καὶ ἔξοδον εἰς αὐτόν, εἰς τὰ καθίσματα, κατὰ τὴν πορείαν πρὸς τὴν Θείαν Μετάληψιν, νὰ ἠμποροῦν νὰ παρακολουθοῦν ἐξ ἐκδόσεων τὴν Θείαν Λειτουργίαν εἰς ὅλας τὰς θέσεις. Τὸ Ἱ. Βῆμα πρέπει νὰ εἶναι τόσον φωτεινόν, ὥστε νὰ βλέπουν τὸ πρόσωπον τῶν κληρικῶν. Πρὸς τοῦτο δέ, εἷς πεντηκοντούτης χρειάζεται διπλάσιον φῶς ἀπὸ ἕναν τεσσαρακοντούτην, καὶ εἱς ἑξηκοντούτης τὸ πενταπλάσιον. Τὸ φῶς δέον νὰ φωτίζει τὰ καθίσματα, τοὺς χώρους διακινήσεως καὶ διαδρόμους τῶν λιτανειῶν. Ὁ χῶρος τοῦ ναοῦ πρέπει νὰ εἶναι θεατὸς εἰς τὸ μέγεθος, τὸ ὕψος καὶ τὴν ὡραιότητά του κατὰ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς Ἀκολουθίας τῶν σκοτεινῶν ἡμερῶν καὶ ἐποχῶν. Τμήματα αὐτοῦ, ὡς π.χ. οἱ θόλοι καὶ αἱ ὀροφαί, δέον νὰ εὑρίσκονται οὔτε εἰς τὸ σκότος, οὔτε εἰς τὴν πλήρη φωτεινότητα, ἀποσπώμενα ἐκ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς συναφείας. Τὸ φῶς πρέπει νὰ παράγει πολυπλεύρως ὑπερτεθεμένας, μαλακὰς καὶ ἐπιφανειακὰς σκιὰς μετ’ ὀλίγων φωτιστικῶν ἀντιθέσεων, καὶ νὰ ἀφήνει νὰ ἐμφανίζονται φυσικῶς ὅλα τὰ χρώματα εἰς τὸν χῶρον τοῦ ναοῦ, τῶν ἀμφίων, τῶν ἀγαλμάτων, τοῦ διακόσμου καὶ τῶν προσώπων τῶν πιστῶν. 
Ὁ τεχνητὸς φωτισμὸς δέον εἰς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν νὰ ἀκολουθεῖ εὐρέως τὸν φυσικὸν τοιοῦτον. Διὰ τὴν συνάντησιν μὲ τὸ Θεὸν πρέπει τὸ φῶς νὰ εἶναι ὄχι μόνον ἀνοικτόν, ἀλλὰ καὶ ἑορταστικόν, διότι ἑκάστη Θεία Λειτουργία εἶναι μία ἑορτή. Καὶ ὀφείλει κατὰ τὴν ποιότητά του νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὸν φωτισμὸν τῶν διοικήσεων τῶν παραγωγικῶν κέντρων, τῶν καταστημάτων ἢ Μουσείων, τῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν. Τὸ φῶς τῶν κηρίων ἀνέκαθεν ἐθεωρεῖτο ἑορταστικόν, διὸ καὶ ὁ φωτισμὸς τῶν ναῶν δέον νὰ γίνηται μὲ ἓν φῶς ὁμοιάζον πρὸς τὸ τῶν κηρίων, ὡς τῶν διαφανῶν λαμπτήρων. Καὶ τοῦτο μὲ τὰ μικρά του φωτεινὰ σημεῖα καὶ τὴ λαμπρότητά του, ἐπενεργεῖ ἑορταστικῶς ὡς ἐπιπρόσθετος φωτισμὸς εἰς τὸν ἡμερήσιον τοιοῦτον, κατὰ τὸ ἑσπέρας μὲ τὸ θερμαντικὸν αὐτοῦ φῶς ἐκλαμβανόμενον ὡς κατάλληλον καὶ εὐχάριστον1
Διὸ καὶ τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐπισήμανσιν μερικῶν μόνον σημείων, ἀναφερομένων εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ κυρίως εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναοῦ: 
Ὁ πίναξ ἀνακοινώσεων τῶν Ἀκολουθιῶν δέον νὰ εἶναι φωτεινός, πρὸς εὐχερῆ ἀνάγνωσιν. 
Ὁ ναὸς πρέπει νὰ εἶναι προσκλητικὸς κατὰ τὸ δειλινόν, καὶ τὸ σκότος φωτιζόμενος ἔξωθεν. 
Οἱ ὑπὸ πολλῶν ἐπισκεπτόμενοι ναοὶ δέον νὰ φωτίζονται ὁλοημέρως εἰς τὰς σκοτεινάς των ζώνας, καὶ ἀπὸ τὸ δειλινὸν εἰς ὁλόκληρον τὸ χῶρον των, μάλιστα δὲ μὲ φωτιστικὰ οἰκονομικῆς ἐνεργείας, ἐνῶ οἱ ὑπὸ ὀλίγων ἐπισκεπτόμενοι νὰ ἀνάπτουν τὰ φῶτα των κατὰ τὴ εἴσοδον τῶν πιστῶν, καὶ νὰ τὰ σβήνουν κατὰ τὴν ἔξοδόν των αὐτομάτως καὶ δὴ νὰ ἀνάπτουν ἀμέσως, κατευθύνοντας τοὺς ἐπισκέπτας πρὸς ὁρισμένα σημεῖα. 


Κατὰ τὸ δειλινὸν καὶ τὸ σκότος ἀπαιτεῖται μία μικρὰ φωτεινότης, ἡ ὁποία βοηθᾶ εἰς τὴν διάγνωσιν καὶ τὸν προσανατολισμὸν τοῦ χώρου. Καὶ τοῦτο τὸ φῶς πρὸς βλέψιν (Licht zum Sehen), μεταδίδει εἰς τοὺς πιστοὺς ἓν αἴσθημα ἀσφαλείας. Ὁ συνήθης φωτισμὸς τῆς Λειτουργίας διὰ τοῦ διαρκοῦς τοιούτου, κατὰ κανόνα τυγχάνει ἀντιοικονομικὸς καὶ φωτίζει τὸν χῶρον, ὅταν ἀνοίγουν μόνον μερικὰ φωτιστικά, λίαν ἀνίσως. Μεγάλαι δὲ φωτιστικαὶ διαφοραὶ εἰς αὐτόν, παρενοχλοῦν τὴν ἡσυχίαν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐκεῖ ἢ προσεύχονται. Διὸ καὶ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τοποθετήσει τις τὸν φωτισμὸν αὐτὸν μὲ ἓν οἰκονομικὸν φωτιστικόν, εἰς ἓν κεχωρισμένον σύστημα. 
Ἡ φωτιστικὴ ἰσχὺς εἰς τὸν χῶρον τοῦ ναοῦ ἠμπορεῖ βεβαίως νὰ εἶναι τόσον μικρά, ἐὰν οἱ ἐπισκέπται καταφθάνουν εἰς αὐτὸν ἐν σκότει, ἐκ τόπων οἱ ὁποῖοι εἶναι ὡσαύτως σχετικῶς σκοτεινοί. Ὁ ναὸς δέον νὰ εἶναι γενικῶς φωτεινότερος, ἐὰν εὑρίσκεται εἰς ἕνα δρόμον πλήρη φωτός, ἢ ἐὰν ἐπισκέπτωνται αὐτὸν καὶ ἄνθρωποι μὲ ἐνδιαφέροντα ἱστορίας τῆς τέχνης. 
Ὁρισμένοι χῶροι ἠμποροῦν διὰ τοῦ φωτὸς νὰ χωρισθοῦν ἐκ τοῦ βασικοῦ φωτισμοῦ. Ὅπως ἡ καθοδήγησις τοῦ βλέμματος τῶν ἐπισκεπτῶν εἰς ἕνα πίνακα τῆς ἀψῖδος διά τινος φωτός. Καὶ τοῦτο πρὸς τὴν εἰδικὴν ὄψιν (Licht zum Hinsehen), τὸ ὁποῖον δομεῖ τὸ ὁρατὸν περιβάλλον, πρέπει ἐπίσης νὰ παράγεται μὲ οἰκονομικὰ φωτιστικά. 
Τὸ φῶς εἰς τὸν χῶρον τοῦ ναοῦ δὲν πρέπει νὰ τυφλώνει. Μεμονωμένοι προβολεῖς, οἱ ὁποῖοι στρέφονται πρὸς τοὺς ἐπισκέπτας, τυφλώνουν, ὥστε νὰ μὴν εἶναι δυνατὴ καμμία χωρικὴ διαπίστωσις. Καλλίτερος εἶναι εἷς εὐρύτερος φωτισμὸς τῶν τοίχων καὶ θόλων. 
Ὁρατόν, λαμπρὸν φῶς πρὸς θέασιν (Licht zum Ansehen), παράγουν τὰ κηρία τῶν ταμάτων μὲ τὰς ζώσας φλόγας των καὶ τὸ παίγνιον τῆς φωτοσκιάσεως εἰς ἕνα σχετικῶς ὀλιγόφωτον χῶρον. 
Διὸ καὶ εἷς κατάλληλος, παρὰ τὸν ἐπαρκῆ γενικῶς ὁλοήμερον φωτισμὸν τῶν σκοτεινῶν χώρων, δημιουργεῖ τὰς ἀπαραιτήτους προϋποθέσεις διὰ νὰ ἀνοίξει τοὺς ναοὺς προσκλητικῶς πρὸς τοὺς ἐπισκέπτας καὶ τοὺς προσευχομένους, ἐγγυόμενον καὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῶν2
Μετὰ τέλος ὅλα τὰ ἀνωτέρω, τί πράττομεν ἡμεῖς; Συχνὰ τοποθετοῦμεν παντὸς εἴδους φωτιστικὰ εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, μετατρέποντας τὸν ναὸν εἰς φωτεινὸν "ἀνάκτορον", ὑπερμέτρως θερμαινόμενον κατὰ τοὺ θερινοὺς ἰδίως μήνας, τυφλώνοντας πολλάκις πιστοὺς καὶ κληρικοὺς δημιουργώντας προβλήματα φωτοφθορᾶς, καὶ σπαταλώντας τὴν ἠλεκτρικὴν ἐνέργειαν μὲ τοὺς ἀπείρους καὶ μὴ οἰκονομικοὺς λαμπτῆρας τῶν "ἐκ παραδόσεως" πολυελαίων. 
Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἐνίοτε ἐπιχειροῦντες νὰ μεταλλάζωμεν ἐπὶ τὸ "ὀρθοδοξότερον"! τὸν ὀρθῶς τοποθετηθέντα κατόπιν μελέτης φωτισμόν, προσθέτοντας ἀπαράδεκτα ἀντιγραφικὰ φωτιστικὰ τῆς ἐκβιομηχανοποιημένης νεοελληνικῆς ἐκκλησιαστικῆς τέχνης ἢ προσπαθοῦντες νὰ ἀλλάξωμεν τελείως τὸν ἀρχικὸν φωτισμὸν τοῦ ναοῦ. Καὶ τοῦτα εἶναι ὅλως λυπηρά, ὅταν προωθοῦνται αὐτοβούλως ἀπὸ μέρους ἱεραρχῶν. 
 _____________________________________ 
1- E – M. Kreuz, Offene und geschlossene Kirche – auch eine Frage des Lichts?, Gottesdienst ἀρ. 3. 6.2.31 (1997) 20-21. 
2- Τῆς Αὐτῆς, Licht ein Gestaltungselement der liturgischen Orte, Ἔνθ. ἀνωτ., ἀρ. 2. 26.1.29 (1995) 9-10.

3 σχόλια:

Konstantinos είπε...

Τό εἶπα καί ἄλλοτε. Τά κείμενα αὐτά θά πρέπει νά φυλαχτοῦν καί στόν ἔντυπο λόγο. Ὅπως τοῦ Ἁγίου Πέργης ἔτσι καί τοῦ Σεβ. Γ. Χαλκηδόνος τά γραπτά διδάσκουν χαριτώνουν τήν ψυχή, ἀποπνέουν ἀνάσα γνήσιας πνευματικῆς ζωῆς καί παιδείας. π. κων.ν. καλλιανός

Ανώνυμος είπε...

Ωραία όλα αυτά, αλλά στους περισσότερους Ναούς, αν δεν τα ακουμπήσεις κανονικά, ο γάμος σου ή η βάφτισή σου, γίνονται μέσα στο μαύρο σκοτάδι.

Παναγιώτης Τελεβάντος είπε...

Δεν είναι όλες οι παρατηρήσεις του Σεβασμιότατου εύστοχες αλλά είναι άξιος κάθε επαίνου επειδή ασχολείται με ένα θέμα που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.

Related Posts with Thumbnails