Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ "ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ" ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΟΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗ


Από τον ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΣΙΛΑΚΗ*
Την Πέμπτη 4 Μαΐου δέχθηκα ένα επιτιμητικό τηλεφώνημα από τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργη Γιατρομανωλάκη (ΓΓ). Είχε μόλις διαβάσει το τεύχος Μαΐου της Athens Review of Books (ARB), το αφιερωμένο στη νέα μετάφραση της Οδύσσειας από τον Μανόλη Χατζηγιακουμή (ΜΧ), και θεώρησε πρέπον να διαμαρτυρηθεί έντονα, εγκαλώντας με: «Έκανες εξώφυλλο έναν φρο-ντι-στή;!». Και το χειρότερο: Μου έκανε την προσβλητική ερώτηση «ποιος μου είπε να το κάνω»! 
Εν συνεχεία, μέσα σε λίγες μέρες έγραψε μια πρωτοφανούς προχειρότητας δήθεν «κριτική», η οποία δημοσιεύθηκε τελικώς στο Βήμα της Κυριακής 11 Ιουνίου. Όχι για τη συγκεκριμένη μετάφραση της Οδύσσειας (2015), που προφανώς ποτέ του δεν διάβασε, αλλά κακολογώντας το Ανθολόγιο Οδύσσειας (2016), το οποίο επίσης δεν διάβασε αλλά ξεφύλλισε πρόχειρα, όπως προκύπτει από όσα γράφει. 
Όμως ο ΓΓ έκανε και κάτι άλλο. Πριν δημοσιεύσει αυτό το κείμενο, δημοσίευσε το Σάββατο 10 Ιουνίου στην ηλεκτρονική έκδοση του Βήματος άρθρο με τίτλο «Κουφός πρύτανης, κακός πρωθυπουργός», αναφερόμενο στο απόσπασμα κειμένου του Γ. Θεοτοκά που (τροποποιημένο) δόθηκε στις πανελλαδικές εισαγωγικές εξετάσεις: «…ἕνας ἄξιος μαραγκὸς … εἶναι πολὺ πιὸ ὁλοκληρωμένος καὶ ἀξιοσέβαστος ἄνθρωπος ἀπὸ ἕναν κοῦφο πρύτανη ἢ ἕναν κακὸ πρωθυπουργό». Τόσο στον τίτλο όσο και τρεις φορές μέσα στο κείμενό του ο ΓΓ παραθέτει τη φράση νομίζοντας ότι γράφει …κουφός πρύτανης! Προφανώς δεν αντιλήφθηκε εκ των συμφραζομένων ότι ο Θεοτοκάς δεν μπορεί να έγραφε οτιδήποτε άλλο από «κούφος». Δεν θα περίμενε κανείς από έναν συνταξιούχο κλασικό φιλόλογο τέτοια επιπολαιότητα, τόση κουφότητα, ένα αναγνωστικό λάθος που δεν θα το διέπραττε ούτε ένας μέτριος μαθητής του «φροντιστή» Χατζηγιακουμή. 
Αλλά – για να επανέλθουμε στο θέμα μας‒ ο φθόνος και κουφαίνει και τυφλώνει. Απόδειξη η δήθεν «βιβλιοκρισία», δηλαδή το προχειρογράφημα του ΓΓ που δημοσιεύθηκε με δάνειο τίτλο από την πρώιμη κωμωδία του Σαίξπηρ Αγάπης αγώνας άγονος ακριβώς την επομένη του Κουφού Άθλου του. (Μιμείται κακόγουστα τίτλο άρθρου του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη «Αγάπης αγώνας γόνιμος», Το Βήμα, 27.9.2009). Επίσης εσκεμμένα αποσιωπά το όνομα του έργου, όταν αναφέρεται ξεκάρφωτα σε κάποιο «Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών». Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας είναι η ακριβής ονομασία τού όντως μνημειώδους έργου, προς αντιδιαστολή από το Ιστορικό Λεξικό του ίδιου ιδρύματος. (Είναι να μην τον φθονεί ο ΓΓ, για τους ίδιους λόγους που φθονεί και τον ΜΧ;). Πρόκειται για άγονη και ασυνήθιστα κακόβουλη «κριτική». Πέρα από την ασυνήθιστη μοχθηρία ήρθε στην επιφάνεια και η κούφη ακαδημαϊκή υπεροψία του συντάκτη της, που διατυπώνει τόσο απόλυτες θέσεις οι οποίες δεν συμβιβάζονται με το οφειλόμενο ήθος πανεπιστημιακού δασκάλου μιας κανονικής χώρας. Και βέβαια θέσεις αναντίστοιχες προς την έννοια της κριτικής.
Γράφει λοιπόν ο επιπόλαιος επικριτής: «Σε αθηναϊκό περιοδικό προβλήθηκαν διθυραμβικές κρίσεις, περισπούδαστες αναλύσεις, ευμενέστατα σχόλια». Η παθητική φωνή χρησιμοποιείται από τον ΓΓ για να αποκρύψει αλήθειες. Γιατί δεν αναφέρει το «περιοδικό»; ‒ το οποίο, ας μας επιτρέψει να νομίζουμε, δεν είναι καθόλου τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαίοι και οι επιστήμονες που έγραψαν τις βιβλιοκριτικές, των οποίων τα ονόματα επίσης εσκεμμένα παραλείπει. Αν διάβαζε προσεκτικά τις αντικειμενικές κρίσεις τους θα έβλεπε ότι αυτές είναι νηφάλιες και τεκμηριωμένες. Υποδεικνύουν μάλιστα στον μεταφραστή ορισμένες διορθώσεις, αφού κανένα ανθρώπινο έργο δεν μπορεί να είναι τέλειο. 
Την ύπαρξη της μετάφρασης από τον ΜΧ της Οδύσσειας ο υποφαινόμενος πληροφορήθηκε εγκωμιαστικά από τον Νάσο Βαγενά. Οι συνεργάτες της ARB καθηγητές Μ.Ζ. Κοπιδάκης, Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, Ι.N. Περυσινάκης και Δημήτρης Δημηρούλης (με τη σειρά που γράφουν στο αφιέρωμα), από τους οποίους ζήτησα να γράψουν τα σχετικά κείμενα, όλοι πλην του Μ.Ζ. Κοπιδάκη, ούτε τον Μ. Χατζηγιακουμή εγνώριζαν προσωπικά ούτε καν την ύπαρξη της μετάφρασης της Οδύσσειας. Τους πήρε πάνω από έξι μήνες να μελετήσουν το έργο και να γράψουν τις κριτικές τους. Πρέπει να σημειώσω ότι ο ίδιος γνώριζα ήδη αρκετά καλά το έργο του ΜΧ, με προεξάρχουσα την πρωτοποριακή διατριβή του για τον Σολωμό, αλλά όχι τον ίδιον, τον οποίον απλώς συνάντησα δύο φορές (για να μου δώσει κάποιες φωτογραφίες του και να τις επιστρέψω). Τότε με πληροφόρησε ότι την Οδύσσεια και το Ανθολόγιο τα επιμελήθηκε τυπογραφικά – αισθητικά, τα τύπωσε ιδίοις αναλώμασι και τα διέθετε από δύο όλα κι όλα βιβλιοπωλεία σε συμβολική τιμή. 
Ο ΓΓ αναφέρει ότι «για την προσφορά του στα γράμματά μας η Ακαδημία Αθηνών απένειμε πρόσφατα το Αριστείο Γραμμάτων» στον ΜΧ, ωστόσο το Αριστείο του δόθηκε για το σύνολο του φιλολογικού έργου του και ειδικότερα για την μετάφραση της Οδύσσειας. Τυχαίνει μάλιστα να έκαναν και υπέγραψαν την εισηγητική πρόταση οι ακαδημαϊκοί Αντώνης Ρεγκάκος (ειδικός ομηριστής), Θεόδωρος Παπαγγελής και Θανάσης Βαλτινός. 
Ο ΓΓ μέμφεται τον Χατζηγιακουμή με πηχυαίο τίτλο για τα «κακότροπα, στραπατσαρισμένα ελληνικά του»! Τον συγγραφέα της διατριβής Νεοελληνικ[ές] Πηγ[ές] του Σολωμού. Κρητική Λογοτεχνία – Δημώδη Μεσαιωνικά Κείμενα – Δημοτική Ποίησ[η] (1968) που αποτελεί τομή στις σολωμικές σπουδές! Πάλι καλά που ο ΓΓ εν τη μεγαλοψυχία του σημειώνει στο τέλος ότι… «δεν πρόκειται για άνθρωπο ανελλήνιστο»! 
Ίσως δεν ξέρει ότι δεν υπάρχουν «κακότροπα ελληνικά». Κακότροπος είναι ήδη από την αρχαιότητα ο «μοχθηρός», ο «κακός». Η γλώσσα δεν είναι κακότροπη, μόνο οι χρήστες της, οι άνθρωποι είναι μοχθηροί. Κακόγουστη είναι και η χρήση της μετοχής «στραπατσαρισμένος». 
Από όσα αναφέρει ως «κακότροπα, στραπατσαρισμένα» ελληνικά και ως «μεταφραστικά σφάλματα» θα σχολιάσω ορισμένες μόνον ενδεικτικές περιπτώσεις. Για να γίνει αντιληπτό πως ο δήθεν κριτικός των κριτικών δεν έχει απολύτως καμιάν αίσθηση της ποιητικής λειτουργίας της γλώσσας – είτε στο πρωτότυπο είτε στη μετάφραση. Την αντιμετωπίζει απολύτως φορμαλιστικά και με κριτήρια της Σχολικής Γραμματικής. Αν «αυτή η μετάφραση μας πηγαίνει πολύ πίσω», όπως είναι η απόφανση του ΓΓ, τότε οφείλει μάλλον να ξεκαθαρίσει ο ίδιος μέσα του ‒αλλά και σε εμάς‒ τι σημαίνει γι’ αυτόν «μπροστά». 
Υποτιμά με απαράδεκτο τρόπο τις ικανότητες, ακόμη και τη νοημοσύνη, του «γνωστού φιλολόγου», όπως τον αποκαλεί, αφού τολμά να του υποδείξει ποια επίθετα αναφέρονται στην Ηώ (Αυγή), λες και απευθύνεται σε κανένα μέτριο μαθητή Λυκείου. 
Κακώς νομίζει ο αμείλικτος επικριτής με τις εγκεφαλικές του υποδείξεις ότι δεν λέγεται «κοιτάζω το θέαμα». Η επιλογή Χατζηγιακουμή «Ευφράνθηκαν το θέαμα κοιτώντας» είναι υπέροχη και τη βρίσκουμε σε έξοχες ποιητικές εξάρσεις: «Έμεναν με το στόμα ανοιχτό το θέαμα κοιτώντας». Η μίξη αυτή των αισθήσεων είναι συνηθισμένο σχήμα στη λογοτεχνία, και στην αρχαία ελληνική: κτύπον δέδορκα λέγει ο Αισχύλος (δέρκομαι = βλέπω). «Ακούς τη μυρωδιά;» λένε ακόμη και στον Ζαρό της Κρήτης. Ο αλλοπρόσαλλος όμως «κριτικός» ακούει μόνο φωνές ‒ του φθόνου του. 
Ο δοκησίσοφος ΓΓ υποδεικνύει στον μεταφραστή ότι «οι παρειές ποτέ δεν χύνουν δάκρυα». Αλλά το αρχαίο κείμενο λέγει βαλέειν τ᾽ ἀπὸ δάκρυ παρειῶν. Λέτε και πάλι να μην ξέρει ο μεταφραστής ότι τα δάκρυα κυλούν στα μάγουλα; 
Για την απόδοση «στην Κρήτη [και] στην Αίγυπτο φέρνοντας προσάραξεν άνεμος και κύμα» (τα πλοία, γ 291 και γ 300) ο ΓΓ ενίσταται γιατί χρησιμοποιείται το «προσάραξεν» με ενεργητική σημασία αντί της μόνης παθητικής στα Νέα Ελληνικά, όπως υποστηρίζει). Το προσαράζω είναι πράγματι συνήθως αμετάβατο και φαντάζομαι πως το διδάσκει χρόνια τώρα ο Χατζηγιακουμής στους μαθητές του. Έπρεπε να πάρει την άδεια του σοφόμωρου κριτή του ο μεταφραστής για να κάνει το «ποιητικό άλμα» με την τόλμη ενός Ελύτη που δεν δίστασε να μας δώσει τον υπέροχα ανατρεπτικό στίχο Ο νικήσαντας τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας, / αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων; Όφειλε όμως ο ΓΓ να γνωρίζει ότι εδώ πρόκειται για μια λογοτυπική έκφραση συχνή στην Οδύσσεια και στην οποία είναι ολοφάνερη η προσωποποίηση-μεταφορά, την οποία καθόλου δεν αντιλαμβάνεται ένας που θέλει να αυτοπροβάλλεται και σαν σπουδαίος λογοτέχνης. Άλλωστε τη συγκεκριμένη χρήση του ρήματος υποβοηθά η ενεργητική λειτουργία της πρόθεσης προς (προσ-άραξεν), και δεν βλέπει κανείς για ποιον λόγο να αρνείται την σχετική μεταφορική σημασία και να την έχει μες στο μυαλό του εμμονικά μόνο ως παθητική. Και πρέπει να ειπωθεί ακόμη, μια κι έξω, ότι ένα ποιητικό κείμενο και μια αντίστοιχη μετάφραση δεν είναι, και δεν πρέπει να κρίνονται, σαν Λεξικό. 
Η παραπομπή «στο ερμηνευτικό υπόμνημα Russo, Fernantez-Galliano, Heubeck» αποσκοπεί στο να εντυπωσιάσει τους αδαείς, ωστόσο ο ΓΓ κατάφερε να κάνει δυο (2) λάθη στην καταγραφή του ονόματος του ενός σχολιαστή: το σωστό είναι Manuel Fernandez-Galiano! Στην ουσία ο Χατζηγιακουμής κάθε άλλο παρά παρερμηνεύει τον στίχο, όπως του καταμαρτυρεί τοξεύοντας εναντίον του ο επιπόλαιος «κριτικός». Και πρώτα διερωτάται ο ΓΓ τι σημαίνει ακριβώς (δ 565) «άνετη άκρως βιοτή (;) υπάρχει στους ανθρώπους» (το ερωτηματικό δικό του), και ότι «για να κατανοήσουμε τον στίχο πρέπει να προστρέξουμε στο πρωτότυπο» (ο στίχος του πρωτοτύπου: ῥηΐστη βιοτή πέλει ανθρώποισιν, για τα Ηλύσια πεδία, όπου θα αναληφθεί ο Μενέλαος). Καταρχήν, η λαμπρή ποιητική λέξη «βιοτή» (υπάρχει μόνο εδώ στον Όμηρο) διατηρείται και στη μετάφραση, όχι μόνο γιατί γίνεται εύκολα αντιληπτή από τα αντίστοιχα νεοελληνικά βίος, βιός, (δια)βίωση ως «τρόπος ζωής» (άνετη άκρως ~ το υπερθετικό ῥηΐστη, βιοτή ~ ζωή), αλλά και γιατί για όσους έχουν κάπως ευρύτερη γνώση της ελληνικής γλώσσας παραπέμπει σε ανάλογη εικόνα με την ίδια λέξη σε κείμενο του περίφημου Αναστάσιμου Κανόνα που ακούγεται σε όλους τους ναούς το Πάσχα (και για 40 συνεχόμενες μέρες): Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν. Λέξη διαδεδομένη ευρύτατα σήμερα και στον επίσημο προφορικό και γραπτό εκκλησιαστικό κυρίως λόγο. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να μην αντιλαμβάνεται τη σημασία της λέξης στη μετάφραση και να χρειάζεται το πρωτότυπο για να κατανοήσει, όπως διατείνεται, ένας τόσο ειδικός ‒υποτίθεται!‒ στη γλώσσα, τη στιγμή που λέξη παραμένει ίδια σε πρωτότυπο και μετάφραση;
Η «κριτική» αυτή εκθέτει τον συντάκτη της και αποτελεί προϊόν φθόνου. Όσο και να θέλει ο ΓΓ δεν μπορεί να αχρηστεύσει τον μεταφραστικό μόχθο 25 χρόνων ενός κραταιού κλασικού φιλολόγου και ταλαντούχου νεοελληνιστή. Τι θα ήθελε ο ΓΓ; Είναι απλό: Να μη μιλάμε για το έργο του Χατζηγιακουμή! Ο Χατζηγιακουμής δεν δικαιούται να υπάρχει! Γιατί; Γιατί έτσι θέλει ο ΓΓ ‒ και το γράφει από το ύψος του Βήματος. Δεν φτάνει που η Χούντα του έκοψε την ακαδημαϊκή καριέρα όταν κατέλαβε ο αντίπαλός του Μπαμπινιώτης την θέση του επίκουρου καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1973.[1] Κι όταν πολλά χρόνια αργότερα ο Χατζηγιακουμής, ο οποίος αν και εκτός πανεπιστημίου ουδέποτε εγκατέλειψε την έρευνα, μετέφρασε την Οδύσσεια, δεν θα έπρεπε να γίνει γνωστή αφού υπάρχει η μετάφραση του Μαρωνίτη! 
Αυθαιρετεί ο ΓΓ ισχυριζόμενος ότι με το αφιέρωμα τηςAthensReviewofBooks«η μεταφραστική μας ιστορία (τουλάχιστον όσον αφορά στην Οδύσσεια) χωρίζεται σε μια οιονεί “πριν ΜΚΧ” και σε μια “μετά ΜΚΧ” μεταφραστική εποχή». Οι κριτικές όμως που δημοσίευσε η ARB δεν λένε ούτε υπονοούν κάτι τέτοιο. Είναι αναγκαίο η κριτική να γίνεται με όρους φιλολογίας. Διαφορετικά παύει να είναι κριτική και εισέρχεται στην περιοχή της κακοήθειας. Στη συνέχεια διατυπώνει με μοχθηρία τον εντελώς αναιτιολόγητο και κούφο ισχυρισμό ότι το πολύμοχθο έργο του Χατζηγιακουμή «οδηγεί …πίσω σε “δασκαλίστικα”, φροντιστηριακού τύπου μεταφράσματα. Δεν εννοώ μόνο τους άμουσους και κακοτράχαλους “στίχους”, τις ερμηνευτικές παρενθέσεις μέσα στο σώμα της μετάφρασης (όπως γίνεται στα φροντιστηριακά λυσάρια), τις λογοτεχνίζουσες, “γλυκερές” εκφράσεις κ.ά.». Αλλά η ανελέητη εμπάθειά του ακυρώνεται από την επιπολαιότητά του, όταν γράφει κακόβουλα πως «Η συγκεκριμένη μετάφραση δεν οφείλεται σε άγνοια. Οφείλεται σε κάτι χειρότερο: στην πεποίθηση του μεταφραστή ότι ήρθε να ανοίξει τα στραβά μεταφραστικά μάτια μας, ακυρώνοντας όλες τις παλαιότερες μεταφραστικές προσπάθειες.» Ασύγγνωστη αυθαιρεσία. 
Δεν αντιλαμβάνεται επίσης κανείς ποια είναι ακριβώς η ένσταση και η διαφωνία του ΓΓ για την απόδοση του Ξεῖνε κακῶς ἀνδρῶν τοξάζεαι με το «Ξένε, κακώς ρίχνεις τα τόξα σου πάνω στους άνδρες» (χ 27 από την Μνηστηροφονία και τον φόνο του Αντίνοου, Ανθολόγιο, Απόσπασμα αρ. 93), αντιπροτείνοντας την ελεύθερη απόδοση των προαναφερθέντων ξένων ερμηνευτών: «Ξένε, δεν είναι για καλό σου να τοξεύεις εναντίον αυτών των ανδρών». Καταρχήν, έπρεπε να αντιληφθεί ότι διατηρείται εσκεμμένα το «κακώς» του πρωτοτύπου που αποδίδει εξαίρετα και στα Νέα Ελληνικά την διάνοια του κειμένου, και να έχει κάποια στοιχειώδη αίσθηση για τον ρυθμό και τον ήχο της απόδοσης καθώς και τη σκόπιμη (μετα)φραστική εγγύτητα προς το πρωτότυπο. Έπειτα, το «ρίχνεις τα τόξα σου», απολύτως συνώνυμο προς το «τοξεύεις», είναι μια ευρηματική απόδοση για να δηλώσει την ευρύτερη έννοια των συμφραζομένων εδώ, καθώς οι μνηστήρες πιστεύουν προς στιγμήν ότι ο Οδυσσέας σκότωσε κατά λάθος τον Αντίνοο (ότι δεν «τόξευσε» συνειδητά). Θα τον βοηθούσε πάντως να το καταλάβει αν διάβαζε, όπως έκανε ο υποφαινόμενος, τα σχετικά Σχόλια στον Γ΄ τόμο του Ανθολογίου, σ. 130-132, τον οποίο αγνοεί εντελώς. Και να εμφανίζεται έτσι λιγότερο «κούφος» (όχι «κουφός») με τη φιλολογική αυθεντία που μας αυτοπροβάλλει. Και θα πρέπει να του υπενθυμίσει κανείς ότι πρώτη αρχή μιας δίκαιης και αντικειμενικής κριτικής (ακόμη και κάποιου ασυνάρτητου σχολίου!) είναι να έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται γιατί και πώς λέει κανείς κάτι (και αυτό να κρίνει) και όχι να πετά ξεκάρφωτα τα δικά του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού είναι τόσο «δεινός» να καθίσει ο ίδιος να μεταφράσει την Οδύσσεια (ή έστω την Ιλιάδα). 
Τέλος, ο «κριτικός» φαίνεται να ξεσπαθώνει στο όνομα του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ωσάν μετά τον Μαρωνίτη να απαγορεύεται να ακουμπήσει κανείς την Οδύσσεια. Ας επιτρέψει ο ΓΓ και σε άλλους να υπάρξουν, να γίνει γνωστή η δουλειά τους. Ιδίως μάλιστα όταν αυτοί οι κάποιοι δεν επεδίωξαν καν όχι απλά την προβολή, αλλά ούτε και την κοινολόγηση του 25χρονου μόχθου τους. Υπάρχουν κάποια δέντρα που κάτω από αυτά δεν φυτρώνει τίποτε. Ξεπετάγονται μόνο πού και πού κάτι δηλητηριώδη μανιτάρια. Μεταφορικά ο μύθος δηλοί ότι φυτρώνει ο φθόνος. Ο φθόνος που δηλητηριάζει το μυαλό των ανθρώπων και τους κάνει να φτάνουν στην αυτοέκθεση. Να γίνονται οι κούφιοι άνθρωποι, οι hollow men του Έλιοτ. Οι stuffed men. Από πότε όμως η έκφραση φθόνου αποτελεί κριτική;
* O Μανώλης Βασιλάκης είναι διευθυντής της Athens Review of Books
Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος Ιουλίου – Αυγούστου της ARB.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails