Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

"ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΣ" του π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου από την Μαρία Χατζηαποστόλου


Παρουσιάστηκε πριν λίγο καιρό στην αίθουσα ΑΝΔΡΟΓΕΩ του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης, το τελευταίο βιβλίο Όλα είναι δρόμος (εκδόσεις Αρμός) του συγγραφέα π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Έλαβαν μέρος οι: Νικήτας Καυκιός, Ψυχολόγος - συγγραφέας,  Σίσσυ Ανδρονά, Θεολόγος, Μαρία Χατζηαποστόλου, Θεολόγος - συγγραφέας.

Στην συνέχεια δημοσιεύουμε την παρουσίαση της Μαρίας Χατζηαποστόλου. 
Όλα είναι δρόμος... 
«Ήρθαν στιγμές που δεν αντέξαμε και πέσαμε. Αμαρτήσαμε. Αστοχήσαμε. Και αυτό μας πλήγωσε. Χάλασε την αυτοεικόνα μας. Γέμισε ενοχές το προσωπικό μας τοπίο. Αλλά με τον καιρό κατανοήσαμε ότι πολλές φορές μια πτώση, μια αμαρτία, μας ανοίγει στην Χάρη και το έλεος πολύ περισσότερο από την αλαζονεία της αρετής. Ότι αρκετές φορές οι αρετές μας είναι μεταμφιεσμένες κακίες. Άλλωστε ο Χριστός προτιμά έναν αμαρτωλό πάρα έναν ενάρετο αλαζόνα. Υποδυθήκαμε ρόλους που δεν μας ανήκαν, αλλά μονάχα όταν επιτρέψαμε να είμαστε ο πραγματικός εαυτός μας, νιώσαμε την χαρά. Ψάξαμε την χαρά στα μεγάλα, στα σχεδιασμένα και άριστα προγραμματισμένα. Αλλά μέσα από την ματαίωση μάθαμε ότι η χαρά βρίσκεται στα απλά και καθημερινά. Δίπλα μας, μέσα μας. Απλά πρέπει να της επιτρέψουμε να υπάρξει στην ζωή μας». 
Ο πατήρ Χαράλαμπος Παπαδόπουλος δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι ο πατήρ Λίβυος της καρδιάς μας. Φίλος καρδιακός, αληθινός ιερέας και διάκονος του ανθρώπου και μ’ αυτόν τον τρόπο και του Θεού, αλλά και φερέλπις θεολόγος. Κι’ αν το παραπάνω απόσπασμα  μαρτυρά με τον πλέον συγκλονιστικό τρόπο τη δίψα για τη βίωση μιας άλλης ζωής, τόσο γνώριμης και οικείας, μιας ζωής αληθινής δίχως μάσκες και προσωπεία, ολόκληρο το βιβλίο του πατρός Χαραλάμπου είναι ένας αγώνας για την επανεύρεση του χαμένου μας προσώπου. Ο στίχος «Όλα είναι δρόμος» ο οποίος έδωσε τον τίτλο στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη, που προβλήθηκε στους κινηματογράφους το χειμώνα του 1998, αλλά και τον τίτλο του παρόντος βιβλίου, ανήκει στον ποιητή Γιάννη Τζανετάκη. Ένας στίχος τόσο απλός και γι’ αυτό γεμάτος υψηλά νοήματα, που εκφράζουν την ίδια τη ζωή και το αέναο ταξίδι της.
Ξεκινώντας από το εξώφυλλο του βιβλίου αντικρίζουμε ένα ενθουσιασμένο παιδί να τρέχει γεμάτο χαρά –χαρά που μας γεμίζει κι’ εμάς μ’ ελπίδα– και πίσω του αχνοφαίνεται το αγαπημένο ζευγάρι, οι ρίζες και το δέντρο. Και το παιδί ο καρπός του δέντρου της αγάπης. Το μέλλον που τρέχει στ’ όνειρο! Η αφιέρωση στην αρχή του βιβλίου: «Στην φοιτητική παρέα της Θεσσαλονίκης, που με αποδέχθηκαν κι αγκάλιασαν γι’ αυτό που ήμουν και όπως ήμουν», με χαροποιεί ιδιαίτερα, καθώς η ιδιαίτερη πατρίδα μου η «Μητέρα Θεσσαλονίκη», αγκάλιασε έναν αληθινό άνθρωπο που το μόνο που ξέρει καλά στη ζωή του είναι ν’ αγαπά και ν’ αγωνίζεται. Να γεμίζει με φως τις καρδιές των ανθρώπων και να διαλύει κάθε σκόταδι. Να φανερώνει μέσα τους την αληθινή ζωή.


Ένα νέο βιβλίο, λοιπόν, κοντά μας που ταξιδεύει και μας ταξιδεύει... Από την άλλη πλευρά και η ταινία του Παντελή Βούλγαρη μας ταξιδεύει... Τρεις αυτοτελείς ιστορίες. Τρεις παράλληλες ζωές. Τρεις απόπειρες διεξόδου από το αδιέξοδο, που φτάνουν τον άνθρωπο στ’ άκρα. Στην πρώτη ιστορία ο δρόμος της αυτογνωσίας περνά μέσα από το θάνατο του αγαπημένου προσώπου. Στη δεύτερη, η αγία ευαισθησία και η συμφιλίωση με την Κτίση, οδηγεί την ύπαρξη προς την κάθαρση. Τέλος, στην τρίτη ιστορία, ο πρωταγωνιστής για να χτίσει, οφείλει πρώτα να γκρεμίσει. Η επανεύρεση της χαμένης μας αυτοσυνειδησίας, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η επανεύρευση του χαμένου μας εαυτού είναι ένας δρόμος, ένας ανήφορος, μια επώδυνη πορεία. Χρειάζεται η αποδόμηση για να γίνει η δόμηση. Εκεί, που ο άνθρωπος γκρεμίζει τα πάντα γύρω του, για να αποδομήσει τον κακό του εαυτό. Όχι για να τον εξαφανίσει, αλλά για να τον μεταμορφώσει. Προσπαθεί να τον διαφυλάξει μέσα του, για να παραμείνει ζωντανός. Προσπαθεί να συλλέξει στιγμές. Τις στιγμές που έχασε. Έτσι, ο σπασμένος καθρέφτης που φανερώνει το σπασμένο είδωλο είναι η αρχή της αναγέννησης. Το γκρέμισμα εξ’ ολοκλήρου καθώς, «Να ’χουμε να γκρεμίζουμε...» αναφωνεί ο πρωταγωνιστής της ταινίας. Η αδυναμία μας να χειριστούμε όσα συμβαίνουν, η αίσθηση του ανικανοποίητου μέσα μας, μπορεί να γίνει η αφορμή για την πολυπόθητη αλλαγή. «Όλα είναι δρόμος», δηλαδή μια αέναη κίνηση προς το φως.
Το βιβλίο του πατρός Χαράλαμπου διαβάζεται δίχως ανάσα, μέσα σε μια νύχτα! Κι’ αυτό είναι το χάρισμα του συγγραφέως, ο οποίος με την αμεσότητα της γραφής του και μέσα από την απλότητα του λόγου του παραμένει πάντα μεγάλος, γιατί αγγίζει την καρδιά των ανθρώπων... Κάθε νέο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελεί και μια νέα ευκαιρία συμφιλίωσης με τον εαυτό μας! Ένα βιβλίο επίκαιρο παρά ποτέ εν καιρώ κρίσης. Κρίσης αξιών. Κρίσης κατεξοχήν πνευματικής και όχι απλώς υλικής. Χάρη σε τούτο το βιβλίο ανακαλύπτουμε και πάλι έναν άλλον τρόπο, το δικό μας. Από τη γλυκύτητα του Γέροντος Πορφυρίου, στην ποιητική διάσταση του συγκλονιστικά αναστάσιμου Τάσου Λειβαδίτη και τη βαθιά ερωτικότητα της Χαρούλας Αλεξίου μ’ εκείνο το, «Ξύπνησέ με το πρωί μ’ ένα σκοπό. Που να λέει χαλάλι στη ζωή που ζω». Επειδή, αμαρτία είναι, «Να ακυρώνεις το ανεπανάληπτο ταξίδι της ψυχής σου». Εκεί που «ένας άλλος έζησε τη ζωή μας και τώρα πρέπει εμείς να πεθάνουμε στη θέση του». Γιατί, «Αμαρτάνοντας, αστοχούμε να υπάρξουμε ως πρόσωπα, δηλαδή ως μοναδικότητες». Η προδοσία του προσώπου, η μόνη αμαρτία, η μόνη αληθινή αστοχία. Αλλά η ζωή μονάχα με αστοχίες χτίζεται... Ηθικά τέλειοι υπήρξαν μόνο οι Φαρισαίοι. Οι μόνοι βέβαιοι. Όμως ο Χριστός μονάχα μ’ εκείνους τα «έβαλε»...
Να πάψουμε, λοιπόν, να είμαστε «Δάσκαλοι έξω από το καμίνι του πόνου, χαμένοι, νεκροί και αδέξιοι μαθητές την ώρα της σταύρωσης». Η αποφυγή του πόνου που είναι παιδαγωγός εις Χριστόν και γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας δεν είναι η λύση γιατί, «Δεν είναι το μηδέν που σου γελάει, αλλά η δίψα του να γίνει η οδύνη απαρχή για μια νέα μέρα». Εκεί όπου υπάρχει η πρόκληση-πρόσκληση, «Το θάνατο να τον κάνεις σχέση και το μηδέν αρχή». Μ’ εκείνη τη γλυκιά αίσθηση της χαρμολύπης. «Και στον τόπο μας, στην παράδοση εκείνη των βουνών, της θάλασσας και του αέρα, της αρχαίας Ελληνικής τραγωδίας, της Θείας Λειτουργίας, του Παπαδιαμάντη, του ρεμπέτικου, του Ρίτσου και του Ελύτη, η τραγικότητα της ζωής δε φτιασιδώνεται. Δεν μασκαρεύεται. Δεν φοράει τα καλά της. Είναι αυτή που είναι». Επειδή, «Έρχονται στιγμές στην ζωή μας, που αισθάνεσαι ότι πλέον δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια συνθηκολόγησης με το ψέμα». Και το μόνο που σου μένει είναι να μετανοήσεις. «Και μετάνοια σημαίνει να φέρνεις την ζωή σου τούμπα. Να λες, θέλω να ζήσω».


Χριστός. Η μόνη ελπίδα. «Ο Χριστός δεν απέφυγε τον πόνο. Δεν προσπάθησε να ξεφύγει από τον Σταυρό». Και «Το σημαντικότερο, ο Χριστός δεν έκρυψε ούτε φίμωσε τα συναισθήματά Του. Άφησε τα δάκρυα Του να κυλήσουν μπροστά στον τάφο του Λαζάρου. Φοβήθηκε στον κήπο της Γεσθημανή». Η αγωνία του Χριστού αποτελεί για εμάς ζωή αναστάσιμη γιατί, «Αυτή η βαθιά, αληθινή και πλήρης ανθρωπινότητά Του, είναι η Θεϊκότητά Του», πάντα με μόνη του συντροφιά τη μοναξιά του καθώς, «Ο Χριστός πεθαίνει επί του Σταυρού, ολομόναχος». Παρ’ όλα αυτά, «Θέλουμε ένα Θεό μεταπράτη. Που θα αναλαμβάνει αυτός να ζήσει αντί για εμάς».
Κι’ όμως Κόλαση είναι η πλήρης ακοινωνησία! Η έλλειψη κοινωνίας, συνάντησης και σχέσης με το πρόσωπο. Η «Άρνηση στην κλήση του Θεού να ανοίξουμε τα όρια της υπάρξεώς μας. Να πλατύνουμε τον χώρο της καρδιάς μας». Γιατί ο Ιησούς μας φανέρωσε τη λύση «...που δεν είναι άλλο από το άνοιγμα της υπάρξεως». Καθώς, «Περιμένεις μέρες, μήνες, χρόνια, σε ένα στημένο ραντεβού. Δεν ήρθε ακόμη. Δεν φάνηκε. Άργησε πολύ, τόσο που μάτωσαν τα μάτια στην αναμονή, τόσο που ράγισε η καρδιά στην προσμονή. Θα σ’ το πω εγώ κι’ ας πονέσεις. Δεν θα έρθει. Μην περιμένεις. Όχι γιατί σε απορρίπτει. Αλλά γιατί δεν μπορεί να έρθει. Δε σ’ το υποσχέθηκε, ποτέ. Εσύ το φαντάστηκες, εσύ είχες ανάγκη να το πιστέψεις. Δεν θα έρθει ποτέ εκείνος ο εαυτός που περιμένεις χρόνια στο ραντεβού. Δεν θα έρθει ποτέ η μέρα όπου θα εμφανιστεί εντός σου ένας εαυτός καλοντυμένος, τέλειος, άψογος, αναμάρτητος, αψεγάδιαστος. Όχι δεν θα ’ρθει. Δεν μπορεί να έρθει, γιατί απλά δεν υπάρχει. Το ξέρω, σ’ το είπαν, το άκουσες, το ήθελες και εσύ κατά βάθος, σαν άλλοθι, σαν δικαιολογία, για να μην ξεκινήσεις ποτέ το ταξίδι». Κι’ όμως, «Ξεκίνα την διαδρομή, κι’ ας μην νιώθεις έτοιμος. Κι’ ας μην νιώθεις τέλειος, καλός και φοβερός». Κι’ εσύ, «“Μα δεν ξέρω το δρόμο...”, θα πεις. Ας μην τον γνωρίζεις˙ δεν χρειάζεται. Όταν περπατάς, ανοίγονται οι δρόμοι και βλέπεις παντού να ξεπροβάλλουν μονοπάτια». Επειδή, «Η μοναξιά δεν υπάρχει, όταν σπάσουμε την κλειστή ατομικότητά μας στο άνοιγμα του συνανθρώπου και της κτίσης ολόκληρης». Μη ρωτάς γιατί. «Γιατί η αγάπη είναι ζωή. Και η ζωή είναι η μέγιστη τέχνη».
Όμως εσύ δε δίστασες «να δημιουργήσεις ένα απέραντο νεκροταφείο σκοτωμένων ονείρων, όπου τα χρόνια, οι μέρες, οι ώρες και οι στιγμές θα κείτονται νεκρές στην γη της επιθυμίας που δεν περπάτησες ποτέ». Γιατί, «Οικειοθελώς παραδοθήκαμε και αυτόβουλα σκλαβωθήκαμε, γιατί δεν αντέξαμε το χρέος της ελευθερίας. Κλάψαμε μπροστά στο θάνατο αλλά και να ζήσουμε δεν θελήσαμε». Καθώς, αμαρτία είναι η «υπαρξιακή αστοχία να υπάρξω κατά Θεόν, να ζήσω την εν Χριστώ μεταβολή του είναι μου». Έτσι, η διέξοδος της ύπαρξης είναι το ολοκληρωτικό άφημα στα χέρια του Θεού. Ν’ αφεθούμε ολάκεροι σ’ Εκείνον, «Διότι μπορεί οντολογικά ο Θεός να “υπάρχει” αλλά, όταν εσύ δεν έχεις ενεργή εμπειρία αυτής της πραγματικότητας, για σένα δεν υπάρχει». Κι’ έτσι, «Ανακαλύψαμε ότι πίσω από τον Σταυρό ανατέλλει η Ανάσταση». Αξία έχει ο δρόμος και όχι ο τελικός προορισμός όπως εκείνο «Το βίωμα της ζωής που δεν γνωρίζει θάνατο. Την ανάσταση και αντίσταση στην απειλή του μηδενός».


Γιατί, «Ο Θεός μιλάει μέσα από την σιωπή» καθώς, «“Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της αγάπης του Θεού”». Ξαναζώντας το θαύμα. «Και το θαύμα δεν είναι φαντασμαγορία, αλλά ευκαιρία και πρόταση να εισέλθουμε στο “Αλλιώς” της ύπαρξης και της ζωής». Καθώς, «Όταν βρίσκεσαι σε ένα δρόμο και κινείσαι, δεν σημαίνει ότι έφτασες και στον προορισμό. Μπορείς να πέσεις, να χτυπήσεις, να λασπωθείς, να χαθείς, όμως δεν παύεις να είσαι μέσα στο δρόμο». Και ν’ ακολουθήσεις εκείνο το καβαφικό, «...ξεκίνα και ο δρόμος θα σε διδάξει. Όλα είναι δρόμος...». Αν υπάρχει κάποιος λόγος για να διαβάσουμε τούτο το βιβλίο, είναι πως αποτελεί ένα μικρό, μα συνάμα μεγάλο λιθαράκι, για ν’ ανακαλύψουμε και πάλι τον χαμένο μας εαυτό. Την ευθύνη της ελευθερίας και την ελευθερία της ευθύνης... Το ρίσκο... Το ταξίδι της αυτογνωσίας και της αυτοανακάλυψης. Ν’ αναγνωρίσουμε την ήττα μας, αν θέλουμε να βγούμε πραγματικοί νικητές. Να κάνουμε την οδύνη, ηδονή... Να κραυγάσουμε και πάλι, «Φτάσε ὅπου δὲν μπορεῖς!». Η ομορφιά του ταξιδιού... «Όλα είναι δρόμος». Ένα διαρκές, ατέλειωτο ταξίδι. Η δραματική πορεία της ζωής. Η σταυροαναστάσιμη πορεία προς το θαύμα. Το θαύμα που θα γίνει μόνο όταν το πιστέψουμε βαθιά. Γιατί οι στιγμές έχουν τη δύναμη να μας αναστήσουν υπαρξιακά. Η κάθε στιγμή είναι αιωνιότητα. Και ο δρόμος είναι πάντα ο ανήφορος...

Μαρία Χατζηαποστόλου 
Mrs Θεολογίας 
Υποψήφια Διδάκτωρ Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

2 σχόλια:

Μάρκος Βουγιουκλής είπε...

Θερμά συγχαρητήρια στη Μαρία. Ο τρόπος που μίλησε για το βιβλίο, δείχνει την ομορφιά και την ωριμότητα της ψυχής της. Μαρία σ' ευχαριστούμε θερμά.

Konstantinos είπε...

Λιτός, συνεπής καί προπάντων εἰλικρινής ὀ λόγος τῆς κ. Μαρίας. Λογος που συντονίζεται ἀπόλυτα μέ τόν ἐξίσου φωτεινό, εὐπρεπή καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἀνθρώπινο λόγο τοῦ παπα-Χαράλαμπου. Γνώμη μου: σέ περίπτωση πού το βιβλιο θά ἔχει δεύτερη ἔκδοση-καί πιστεύω ὅτι θα ἔχει, νά ἐνσωματωθεῖ ττό κείμενο τῆς παρουσίασης τῆς κ. Χ. Ἀξίζει νά ξαναδιαβαστεῖ π.κ.ν. καλλιανός

Related Posts with Thumbnails