Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

"Η ΑΡΑΠΙΑ" ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΚΑΛΚΩΤΑ

Νίκος Σκαλκώτας

Εν όψει της εκδήλωσής μας στην Οικία Κατακουζηνού (13 και 20 Ιουνίου), με θέμα: "Η Αραπιά του Βασίλη Τσιτσάνη, της Μάτσης Χατζηλαζάρου, του Νίκου Σκαλκώτα και του Μάνου Χατζιδάκι", παραθέτουμε βίντεο με το δεύτερο μέρος του Κοντσέρτου για 2 βιολιά του Νίκου Σκαλκώτα (σύνθεση: 1944. Ενορχήστρωση: Κωστής ∆εµερτζής, 1999), και αντιγράφουμε τα σημαντικά σχόλια του Κωστή Δεμερτζή από το ένθετο του ψηφιακού δίσκου (Bis) που περιλαμβάνει το συγκεκριμένο έργο: 
Η ιστορική µοναδικότητα του Κοντσέρτου για 2 βιολιά του Σκαλκώτα, οφείλεται στο ότι είναι το πρώτο έργο Νεοελληνικής κλασικής µουσικής, που χρησιµοποιεί το ρεµπέτικο τραγούδι, αφού, στο 2ο µέρος του, ακούγεται το «Θα πάω κει στην Αραπιά», του Βασίλη Τσιτσάνη. Την εποχή εκείνη, η ρεµπέτικη µουσική (µουσικό είδος που καλλιεργήθηκε πρώτα στο περιθώριο της κοινωνίας, ανάλογα µε την Αµερικάνικη τζαζ) θεωρείτο κατώτερο και, τρόπον τινά, «βλάσφηµο» είδος. Η χρησιµοποίηση του θέµατος τον Τσιτσάνη από τον Σκαλκώτα οφείλεται, πρώτα – πρώτα, στο ευρύ και ρηξικέλευθο πνεύµα του συνθέτη, ο οποίος, στο κάτω – κάτω, αν και έγραφε «κλασική» µουσική, είχε µείνει εξίσου περιθωριοποιηµένος από τον κοινωνικό του περίγυρο. Οφείλεται, ακόµα, στην οικειότητα του Σκαλκώτα µε την διασκεδαστική µουσική, αφού ο ίδιος έβγαζε το ψωµί του, στην Γερµανία αλλά και – υποψιαζόµαστε – και στην Ελλάδα, σαν διασκεδαστής, entertainer. Οφείλεται, βέβαια, στο ότι το θέµα του Τσιτσάνη είναι εξαιρετικό από µουσική άποψη. Οφείλεται, επίσης, στην ιδιότυπη Σκαλκωτική νοηµατοδοσία της λέξης «αραπιά» από τον Σκαλκώτα – δηλαδή, σε µια σύµπτωση (όπως θα δούµε παρακάτω). Οφείλεται, τέλος, στην «αναγκαιότητα» που δηµιούργησε η εξέλιξη των ιδεών του Σκαλκώτα για την «λαϊκή» µουσική, στην οποία στήριξε την µουσική δηµιουργία του, ιδίως από το 1944 και µέχρι το τέλος της ζωής του. 
Στο παραπάνω πλαίσιο, ο Σκαλκώτας εισάγει την ρεµπέτικη µουσική στην Ελληνική συµφωνική δηµιουργία µε ένα έργο πρώτης κλάσεως. Η ιστορική στιγµή που συµβαίνει αυτό κάθε άλλο παρά είναι τυχαία: τον επόµενο χρόνο, ένας άλλος Έλληνας συνθέτης µε καινοτόµες τάσεις, ο Γιάννης Α. Παπαϊωάννου, θα χρησιµοποιήσει σε δικό του συµφωνικό έργο, τον Βασίλη τον Αρβανίτη, ένα ζεϊµπέκικο, που θα του έχει τραγουδήσει και χορέψει ο ίδιος ο Μυριβήλης. Τέσσερα χρόνια µετά, ο Μάνος Χατζιδάκις, µε µια (πολύ γνωστή) διάλεξη για το ρεµπέτικο, θα καλύψει ιδεολογικά το συγκεκριµένο µουσικό είδος. Από την δεκαετία του '50 και µετά, το ρεµπέτικο θα αποτελέσει την πρώτη ύλη της µουσικής επανάστασης των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι, η οποία θα δώσει το αποφασιστικό χτύπηµα στις προηγούµενες απόπειρες δηµιουργίας «Εθνικής Σχολής», αφού θα έχει υποκατασταθεί, µε ένα πρωτόγνωρο σφρίγος, στους σκοπούς εκείνης. 


Επιστρέφοντας στον Σκαλκώτα, επισηµαίνουµε ότι η «Αραπιά» έχει γι’ αυτόν ένα σαφές αλληγορικό νόηµα, που στηρίζεται σ’ ένα λογοπαίγνιο, καθώς η λέξη, στην Ελληνική, µπορεί να παραπέµψει σηµασιολογικά είτε στην «Αραβία», είτε στον (συγγενή ετυµολογικά) «αράπη» (= µαύρο). 
Με την δεύτερη σηµασία, βρίσκουµε τον συνθέτη να γράφει στο περιοδικό «Μουσική Ζωή», τον Μάρτιο του 1931: «Για ένα όµως είµαι βέβαιος: Αυτά που συµβαίνουν στην πρωτεύουσά µας δεν συµβαίνουν ούτε εις µίαν φυλήν µαύρων». Στην πρώτη σηµασία, ο Σκαλκώτας αναφέρεται επιλέγοντας, το 1936, ως θέµα του κατακλείδιου Ελληνικού Χορού, του 36ου στη σειρά, του «Μαζωχτού», ένα τραγούδι, δηµοσιευµένο στη συλλογή της Μέλπως Μερλιέ «Τραγούδια της Ρούµελης», λίγα χρόνια πριν, που έχει τους στίχους: 
Χελιδονάκι θα γενώ 
Στην Αραπιά θα πάω 
Και κει θα πάω να παντρευτώ 
Να πάρω έναν αράπη 
Τον εύγλωττο αυτό µουσικό συµβολισµό ο συνθέτης θα ολοκληρώσει το 1944, πιθανότατα τις µέρες των ∆εκεµβριανών, που σηµατοδοτούν την έναρξη του Εµφυλίου στην Ελλάδα, επιλέγοντας ως θέµα του δεύτερου µέρους του Κοντσέρτου για 2 βιολιά, το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη, που είχε τότε γραφτεί πρόσφατα: 
Θα πάω κει στην Αραπιά 
που µου’ χουνε µιλήσει 
για µια µεγάλη µάγισσα 
τα µάγια να µου λύσει. 
Προφανώς, εδώ προκρίνεται η διάσταση ενός ιδιότυπου Ελληνικού οριενταλισµού, αφού ο Έλληνας, κυρίως ως ναυτικός, έχει µια ιστορική εµπειρία από την «αραπιά» (ιδίως την Αίγυπτο και τις αραβικές χώρες της Βόρειας Αφρικής), η οποία εµποτίζει τις ανατολικές εικόνες µε µιαν οικειότητα και νοσταλγία, που δεν απαντάται στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. 
Η παραπάνω Σκαλκωτική επιλογή απορρέει οργανικά από τις εξελίξεις των ιδεών του Σκαλκώτα κατά την δεκαετία του 40, όσον αφορά την σύνθεση «λαϊκής» µουσικής, µιας µουσικής που θα απευθυνθεί στις «µεγάλες µουσικές µάζες του λαού». Το 1936, ο Σκαλκώτας στήριξε τους Ελληνικούς Χορούς στο δηµοτικό τραγούδι, το τραγούδι της Ελληνικής υπαίθρου. Το 1944, χρησιµοποιώντας µια ρεµπέτικη µελωδία, στηρίζει το νέο του έργο στο τραγούδι της πόλης. Στην ουσία, το «λαϊκό» στον Σκαλκώτα, την εποχή αυτή, αποβάλλει τον αγροτικό του χαρακτήρα, και γίνεται υπόθεση του άστεως, εκεί όπου έχουν συγκεντρωθεί και δρουν οι «µάζες του λαού». 
Στο δεύτερο µέρος, ο Σκαλκώτας χρησιµοποιεί τη µελωδία του Τσιτσάνη ως «λαϊκό τραγούδι», το οποίο εκθέτει, συµπληρωµένο από µορφολογική άποψη (η αυθεντική µελωδία του Τσιτσάνη είναι πολύ πιο απλή και λιγότερο χρωµατική από το θέµα που ακούγεται στο έργο), και στη συνέχεια στήνει πάνω του µια σειρά ονειρικές και εξώκοσµες παραλλαγές. Το µέρος αυτό συγκεντρώνει το συναισθηµατικό κέντρο βάρους του κοντσέρτου, και είναι µια από τις πιο όµορφες µουσικές που έχει γράψει ο συνθέτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails