
Από την
Παραμυθοχώρα της
Ιδιωτικής ΟδούΟ Γιώργος εκτιμούσε πολύ τον νέο Επίσκοπο. Πίστευε ότι ένας νέος άνεμος πνέει στην τοπική Εκκλησία. Χαιρόταν γιατί έβλεπε μια πρωτόγνωρη δραστηριότητα σε πολλούς τομείς. Εκεί, όμως, που ο Επίσκοπος ήταν πολύ ψηλά στην συνείδηση του Γιώργου, ήταν η αρωγή και περίθλαψη των μεταναστών. Ο Γιώργος είχε γράψει πολλά άρθρα στον τοπικό τύπο υπέρ των μεταναστών. Πολλοί τού είχαν επιτεθεί γι' αυτή τη θέση του. Δεν ανέχονταν από ένα θεολόγο να διατυπώνει άποψη υπέρ των ξένων που δημιουργούν χίλια προβλήματα στην πόλη.
Όταν ο Γιώργος είδε τον Επίσκοπο να μοιράζει ο ίδιος τρόφιμα και ενδύματα στους δύστυχους τους μετανάστες, έμεινε για λίγο άφωνος από τη χαρά του. “Επιτέλους”, είπε στη γυναίκα του. “Κι ένας Δεσπότης που είναι παρών, που είναι στο πλευρό των μεταναστών”. Όταν, μάλιστα, οι υπόλοιπες αρχές της πόλης δεν ήθελαν ν΄ ακούσουν για μετανάστες.
Πέρναγε ο καιρός και το μεταναστευτικό γινόταν όλο και οξύτερο. Οι μετανάστες έμοιαζαν να έχουν εγκαταλειφθεί στο έλεος του Θεού. Αποφάσισαν, λοιπόν, πορεία στο κέντρο της πόλης, έχοντας συμπαραστάτες λίγους πολίτες που υπερασπίζονταν τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Ανάμεσά τους και ο Γιώργος, ο οποίος καιρό τώρα αναρωτιόταν γιατί άραγε ο Επίσκοπος, η τοπική Εκκλησία, εγκατέλειψε τους μετανάστες στη μοίρα τους.
Η πορεία τερμάτιζε στην κεντρική πλατεία, έξω από το πολιτιστικό κέντρο, όπου γινόταν μια εκδήλωση παρουσία των αρχών της πόλης.
Οι μετανάστες διαδήλωναν ειρηνικά. Όταν τελείωσε η εκδήλωση άρχισαν να βγαίνουν οι αρχές του τόπου, και με βήμα ταχύ εξαφανίζονταν. Ούτε ματιά στους μετανάστες. Σ' αυτούς που ήταν το χρόνιο πρόβλημά τους. Βγαίνοντας ο Δεσπότης “πέφτει” πάνω στο Γιώργο.
“Την ευχή σας Σεβασμιώτατε” είπε ο Γιώργος και φίλησε το χέρι του Δεσπότη.
“Τι θες εσύ εδώ;” τον ρώτησε αυστηρά ο Επίσκοπος.
“Συμπαραστέκομαι στους μετανάστες, Σεβασμιώτατε. Κάποτε κι εσείς ήσασταν στο πλευρό τους”, είπε ο Γιώργος.
“Δεν έχεις καμία δουλειά εσύ, θεολόγος άνθρωπος, μ' αυτούς τους αναρχικούς. Τ' ακούς; Να πας στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου”, κατακεραύνωσε τον Γιώργο ο Επίσκοπος.
“Μα εσείς μας δώσατε το παράδειγμα να τους βοηθάμε, Σεβασμιώτατε”, είπε ο Γιώργος με σταθερή φωνή.
“Είπαμε να τους δώσουμε καμιά φορά ένα πιάτο φαϊ, αλλά ως εκεί. Όχι και να καθίσουν στο σβέρκο μας. Σπίτι σου γρήγορα. Τ' άκουσες;” είπε ο Δεσπότης σε υψηλό τόνο και έφυγε με βήμα γοργό.
Ο Γιώργος κατάλαβε... Όλα για το θεαθήναι. Τίποτα επί της ουσίας. Ο θυμός του Γιώργου ήταν μεγάλος. Βαθύς, εσωτερικός. Πού να τον πεί; Πώς να τον εκτονώσει; Τον ανέπαυσε ένας στίχος του Καβάφη για τον Ιουλιανό τον Παραβάτη. Εδώ Παραβάτης ήταν – φευ! - ο Επίσκοπος...
Τάχατες μας εκμηδένισε με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.
Ο Γιώργος συνέχισε με μεγαλύτερο πάθος να υπερασπίζεται τους μετανάστες, θεωρώντας πως η φύση της Εκκλησίας του Χριστού είναι υπέρ του ξένου. Για τον Δεσπότη δεν ξαναμίλησε ποτέ. Πουθενά και σε κανένα. Τον καταδίκασε σε περιφρόνηση. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει, για να αισθάνεται κάπως χριστιανός...
Για την αντιγραφή
Π.Α.