Τα Χατζιδακικά: Οι διαφορετικές πτυχές του Μάνου Χατζιδάκι, σ’ ένα καινούργιο βιβλίο
Ο μελετητής του έργου του Χατζιδάκι Παναγιώτης Ανδριόπουλος μιλά για τη ζωή και το έργο του -πάντα επίκαιρου- συνθέτη
ΑΡΗΣ ΔΗΜΟΚΙΔΗΣ
Ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα σπούδασε βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Συμμετείχε σε πολλά χορωδιακά σχήματα, σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και έχει τραγουδήσει έργα σύγχρονων ελλήνων συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», με το οποίο παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό πρωτότυπες παραγωγές βασισμένες κυρίως στην ελληνική ποίηση και μουσική. Οι καλλιτεχνικές συνεργασίες του πολλές και σημαντικές.
Επιπλέον, τα κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους επιστημονικούς τόμους. Αρθρογραφεί σε θεολογικά και πολιτιστικού περιεχομένου περιοδικά και διατηρεί το ιστολόγιο Ιδιωτική Οδός και το site Φως Φαναρίου, το οποίο καλύπτει αποκλειστικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κείμενά του -πολλά μάλιστα ήταν για τον Χατζιδάκι- έχουμε φιλοξενήσει πολλές φορές στα Μικροπράγματα της LIFO.
Πέρσι κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Ελληνορωσικά» (εκδόσεις s@mizdat, 2022), αλλά σήμερα μας μιλά με την αφορμή της έκδοσης της εξαιρετικής συλλογής κειμένων με τίτλο «Τα Χατζιδακικά» (ιδιωτική έκδοση, 2023).
-Αλήθεια, κύριε Ανδριόπουλε, πώς προέκυψαν τα Χατζιδακικά;
«Τα Χατζιδακικά» προέκυψαν από την αγάπη μου στον Μάνο Χατζιδάκι, αλλά και από όσα μαγικά έζησα μαζί του – ως ακροατής – την περίοδο της Ορχήστρας των Χρωμάτων (1989-1993). Τότε άρχισα να μυούμαι στην μυθολογία του Χατζιδάκι και ο Χατζιδάκις να βρίσκεται πλέον στην πρώτη θέση της προσωπικής μου μυθολογίας. Ο Χατζιδάκις σήμαινε τότε για μένα – κι ακόμα σημαίνει – αληθινή ελληνικότητα, βαθιά οικουμενικότητα, πολιτική ανοιχτότητα. «Τα Χατζιδακικά» αποτελούν, λοιπόν, κείμενα που γράφτηκαν τα τελευταία 15 χρόνια και τα δημοσίευσα στο ιστολόγιό μου «Ιδιωτική Οδός» ή στα περίφημα «Μικροπράγματά» σου στη Lifo, αγαπητέ μου Άρη, αλλά τα επεξεργάστηκα δεόντως για την έκδοση τους σε έντυπη μορφή.
-Πώς προέκυψε η ερευνητική ενασχόλησή σας με τον Χατζιδάκι;
Αυτή η «ερευνητική ενασχόληση» θα έλεγα ότι είναι σπουδή στην ελληνικότητα. Ερευνώντας τον Χατζιδάκι σπουδάζεις την ελληνικότητα του 20ού αιώνα σε όλες τις εκφάνσεις της. Προσεγγίζοντας και ερευνώντας το έργο του ανακάλυψα τους ζωγράφους, τους ποιητές, τους χορευτές. Ανακάλυψα τις άγνωστες πτυχές και συνθέσεις μεγάλων συνθετών, όπως του Μπετόβεν και του Μάλερ, κατάλαβα πώς ο Χατζιδάκις έχει την τρομερή ικανότητα να περιέχει ο ίδιος ένα μουσικό σύμπαν. Γιατί ο Χατζιδάκις δεν είναι μόνο τα τραγούδια του και οι μουσικές του, αλλά μας μυσταγωγεί στις μουσικές του κόσμου, είτε με την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών την δεκαετία του ’60, είτε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων τη δεκαετία του ’90. Ο ίδιος έλεγε – πολύ σωστά – ότι τον ενδιαφέρουν όσοι τον ανακαλύπτουν κι εγώ τον βλέπω να στέκεται πάντοτε μπροστά μου προς ανακάλυψιν. Είναι τόσο πολυδιάστατος και απρόβλεπτος, ώστε πραγματοποιώ ελεύθερη κατάδυση και μαθητεία στην ομορφιά του.
-Στο βιβλίο μαθαίνουμε για πολλές πτυχές του έργου του Χατζιδάκι και το πώς σχετίζεται αυτό με άλλους καλλιτέχνες. Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για το περιεχόμενο;
Ο Χατζιδάκις ως γνήσιος καλλιτέχνης επηρέαζε και επηρεαζόταν. Ο ίδιος διάβαζε πολύ, άκουγε πολλή μουσική, διαλεγόταν με νέους καλλιτέχνες. Ήταν πραγματικά ένα πνεύμα ανήσυχο, σε εγρήγορση. Έτοιμος να δημιουργήσει με πάθος κι ας θεωρούσε – μετριοπαθώς – την όλη εργασία του ως ένα «παιχνίδι» για το οποίο έβαζε κάθε φορά «στοίχημα». Μου φαίνεται ακόμα τόσο καταπληκτικό να ανακαλύπτει μέσα στην Κατοχή τους συνθέτες της εποχής του, με τα πενιχρά μέσα που υπήρχαν τότε. Εκείνες οι προσωπικές του ανακαλύψεις, τον καιρό εκείνο, τον καθόρισαν τόσο ώστε να τις διευθύνει αργότερα με την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών ή με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Το «Ελληνικό Χορόδραμα», το «Πολύτροπον», ο «Σείριος», ο «Μουσικός Αύγουστος» στην Κρήτη, οι Μουσικοί Αγώνες της Κέρκυρας και πολλά ακόμα, τι άλλο ήταν παρά το πάθος του για σχέση με την αληθινή τέχνη και τους αληθινούς καλλιτέχνες, πέρα από φτηνούς εντυπωσιασμούς και αισθηματολογίες. Ο Χατζιδάκις ήταν ακριβός, δηλαδή ασυμβίβαστος και ακέραιος σε όλα τα επίπεδα.
-Ποίηση και Χατζιδάκις. Ποια θα λέγατε πως είναι η σχέση του με τους Έλληνες και ξένους ποιητές που αναφέρονται στο βιβλίο;
Πρώτα πρώτα θεωρώ πως ο Χατζιδάκις ήταν ο ίδιος ποιητής ή καλύτερα ο ορισμός της ποίησης, με την έννοια ότι πάντοτε δρούσε με ποιητικό τρόπο. Ήταν η αριστοκρατία του πνεύματος. Χωρίς βερμπαλισμούς, χωρίς συνθήματα, ήταν ο άνθρωπος που ζούσε μέσα από την ποίηση. Αλλά ταυτόχρονα είχε κι αυτή την απίστευτη διάκριση: Θεωρούσε ότι το ζήτημα δεν είναι η μελοποιημένη ποίηση, αλλά το ποιητικό τραγούδι. Γι’ αυτό συνεργάστηκε στενά με τον Νίκο Γκάτσο και παρήγαγαν από κοινού μια δική τους «ποιητική γλώσσα». Μόνο στον «Μεγάλο Ερωτικό» και στα «Τραγούδια της αμαρτίας» καταπιάστηκε με την μελοποίηση. Προσωπικά έμαθα πολλούς σπουδαίους κύκλους τραγουδιών – σε ποίηση σημαντικών ευρωπαίων ποιητών και μουσική μεγάλων συνθετών – μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του Χατζιδάκι και μέσα από την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Γνώριζε και την κλασική και τη μοντέρνα ποίηση, τίποτα δεν του διέφευγε. Πάντως ο ίδιος μιλούσε για ποιητική πράξη, που είναι ουσιαστικά η ποιητική νοημοσύνη στην καθημερινότητα μας.
-Βρήκα πολύ ενδιαφέροντα τα κεφάλαια για τη σχέση του με τους ξένους αλλά και τους Έλληνες συνθέτες. Πείτε μας κάτι γι’ αυτά…
Παρακολουθούσε από νέος τόσο το διεθνές όσο και το εγχώριο ρεπερτόριο, στον χώρο της λόγιας μουσικής και όχι μόνο. Άκουγε και διαφορετικές εκτελέσεις του κάθε έργου και είχε να σου προτείνει και την καλύτερη γι’ αυτόν ερμηνεία. Θεωρούσε πως η μουσική είναι μία οπότε κατάρτιζε ένα πρόγραμμα με αγαπημένους του έλληνες συνθέτες, όπως ο Μενέλαος Παλλάντιος (που τον είχε και δάσκαλο), ο Πέτρος Πετρίδης και ο Μάριος Βάρβογλης, στο πρώτο μέρος, και στο δεύτερο μέρος έβαζε Άστορ Πιατσόλα! Νομίζω πως στην Ελλάδα μάθαμε τον Πιατσόλα από τον Χατζιδάκι. Το αργεντίνικο τάνγκο στην Ελλάδα είναι χατζιδακική υπόθεση. Θυμάμαι ότι από την Ορχήστρα των Χρωμάτων άκουσα για πρώτη φορά έργα του Παλλάντιου, τα οποία μετά ο Χατζιδάκις έβγαλε σε δίσκο. Κι ακόμα, η Ορχήστρα των Χρωμάτων μας έδωσε σημαντικές δισκογραφικές παραγωγές με συνθέτες που αγαπούσε ο Μάνος Χατζιδάκις (Γιάννης Χρήστου, Άστορ Πιατσόλα, Νίκος Σκαλκώτας κ.α.). Αλλά να πω και κάτι ακόμα: Είχα εκστασιαστεί όταν ο Χατζιδάκις μας παρουσίασε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων το έργο του Νταριούς Μιγιώ «Το βόδι πάνω στη στέγη», που έχει τον τίτλο ενός βραζιλιάνικου λαϊκού τραγουδιού και βασίζεται σε μελωδίες που ο Μιγιώ θυμόταν από την παραμονή του στη Βραζιλία το 1917-18. Μαγικός κόσμος!
-Ξεχωριστή σημασία έχουν τα κείμενά σας για τους «βίους παράλληλούς» του με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μετά απ’ όλη αυτή την έρευνα, τι πιστεύετε για τη μεταξύ τους «χημεία»;
Γνωρίστηκαν πολύ νέοι, συνδέθηκαν με φιλία, είχαν βέβαια τις διαφωνίες τους, αλλά πιστεύω ότι υπήρχε ένας βαθύς εσωτερικός σύνδεσμος. Το γεγονός ότι ο Χατζιδάκις διηύθυνε έργα του Μίκη Θεοδωράκη με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, δηλαδή την τελευταία περίοδο της ζωής του, δε νομίζω ότι είναι λίγο πράγμα… Είχαν πολλά κοινά και όσο κι αν απομακρύνθηκαν κατά διαστήματα, νομίζω πως πάντα «συνομιλούσαν» εσωτερικά. Ο Χατζιδάκις είναι αυτός που πρώτος διηύθυνε τον «Επιτάφιο» του Θεοδωράκη, προκαλώντας τριγμούς, την εποχή εκείνη, με τη λυρική προσέγγισή του. Και ο Χατζιδάκις είναι αυτός που κάνει πρόβες τον «Επιτάφιο» στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη με την Φλέρυ Νταντωνάκη και τον Σπύρο Σακκά, στην εκδοχή για φωνή και πιάνο. Πιστεύω ότι το έργο αυτό το θαύμαζε! Τη σουίτα μπαλέτου «Ελληνική Αποκριά» του Θεοδωράκη από τον Χατζιδάκι την πρωτάκουσα, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, και μετά άρχισα να μπαίνω και στον μυθικό κόσμο του «Ελληνικού Χοροδράματος», όπου και οι δύο είχαν συνεισφέρει τα μέγιστα.
-Ως θεολόγος, καλύψατε με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο και το θέμα «Χατζιδάκις και θρησκεία. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτό.
Ο Χατζιδάκις δεν ήταν αυτό που λέμε «θρησκευόμενος» άνθρωπος. Ευτυχώς! Έτσι είχε την καθαρότητα να μας δώσει «θεολογικά» – τα χαρακτηρίζω – κείμενα για τα Χριστούγεννα ή τον Επιτάφιο και το Πάσχα. Ανίχνευε την ουσία, δεν έμενε στην επιφάνεια. Γι’ αυτό και η έννοια του «Επιταφίου» τον συνείχε: από την «Οδό Ονείρων» μέχρι την «Εποχή της Μελισσάνθης» κ.ο.κ. Επίσης, δείτε τι τεράστια σημασία έχει στο έργο του ο Χριστός ή η Παναγία. Όχι με δογματικό τρόπο, αλλά σίγουρα με ουσιαστικό και ενίοτε υπερβατικό. Ο Χριστός είναι παιδί («ήσουν παιδί σαν τον Χριστό») αλλά και «είν’ ο θλιμμένος έφηβος Χριστός». Η Παναγιά είναι «μια θλιμμένη αρχόντισσα» αλλά και η «Παναγία των Πατησίων». Η έννοια της «αμαρτίας» που είναι «βυζαντινή», ενώ ο έρωτας «αρχαίος», έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον στον Χατζιδάκι. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Ανδρέας Καρακότας, που ερμήνευσε μοναδικά «Τα τραγούδια της αμαρτίας» σε ποίηση Ντ. Χριστιανόπουλου, μας έδωσε και το θαυμάσιο βιβλίο «Αμαρτία και περιθώριο στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι», όπου αναφέρεται στις σχετικές απόψεις του Μάνου Χατζιδάκι. Κι ακόμα, η τελευταία συναυλία του Χατζιδάκι με την Ορχήστρα των Χρωμάτων ήταν αφιερωμένη στο φαινόμενο του νεοναζισμού, αλλά είχε προγραμματίσει η επόμενη να ήταν αφιερωμένη στις λεγόμενες παρεκκλησιαστικές οργανώσεις, καθώς είχε καταλάβει τον διαβρωτικό τους ρόλο μέσα στην ελληνική κοινωνία. Ο Χατζιδάκις είναι ανεξάντλητος και εδώ.
-Από τα αγαπημένα μου κεφάλαια ήταν αυτό για την τελευταία του συναυλία, που, καθόλου τυχαία, ήταν εναντίον του νεοναζισμού. Τι είχε γίνει τότε;
Είχε σκεφθεί κάθε συναυλία του με την Ορχήστρα των Χρωμάτων να έχει ένα θέμα. Έτσι, έκανε focus σε ζητήματα που απασχολούσαν τον ίδιο αλλά και την κοινωνία. Το μανιφέστο του για το φαινόμενο του νεοναζισμού διατύπωσε σε ένα κείμενο που είχε ως ένθετο στο πρόγραμμα της συναυλίας και το οποίο από τότε έγινε διάσημο, καθώς αποδείχθηκε προφητικός. Ο Χατζιδάκις ήταν ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος. Μας δίδαξε, λοιπόν, να μην εγκλωβιζόμαστε σε ιδεολογίες, προλήψεις και προκαταλήψεις που ουσιαστικά υποδηλώνουν τον άνθρωπο. Αυτό όμως προϋποθέτει ανθρώπους υποψιασμένους και σε καμία περίπτωση εφησυχασμένους.
Η άνοδος του νεοναζισμού στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα τον δικαίωσε πλήρως.
-Παραμένει πιστεύετε ο Χατζιδάκις επίκαιρος σήμερα;
Θεωρώ πως είναι και σήμερα και αύριο τραγικά επίκαιρος. Η ευαισθησία του συνελάμβανε πράγματα από το μέλλον. Ξαναδιαβάζοντας τα κείμενα του, ακούγοντας τις μουσικές του, πορευόμαστε με αυτόν οδοδείκτη. Ήταν «του ολίγου και του ακριβούς», κατά τον Ελύτη. Καίριος και ουσιαστικός. Ρεαλιστής και προφητικός. Με προοπτική Σείριου, ήτοι οδού προς τα άστρα.
Άρης Δημοκίδης
Το βιβλίο «Τα Θεοδωρακικά» του θεολόγου, συγγραφέα και μουσικού Παναγιώτη Ανδριόπουλου αποτελεί μια βαθιά, συστηματική και πολυεπίπεδη προσέγγιση στο έργο, την προσωπικότητα και την ευρύτερη πολιτισμική προσφορά του Μίκη Θεοδωράκη. Μέσα από τη μοναδική του ματιά, ο συγγραφέας αναδεικνύει πτυχές του συνθέτη που συχνά παραβλέπονται, όπως η σχέση του με τη θρησκευτικότητα, τη βυζαντινή παράδοση, αλλά και τη λόγια ποίηση.
Έρχεται λίγα χρόνια μετά από «Τα Χατζιδακικά», το αντίστοιχο βιβλίο με κείμενα για τον Μάνο Χατζιδάκι, το οποίο επίσης παρουσιάσαμε στα Μικροπράγματα της LIFO.
Μίλησα σήμερα με τον κ. Ανδριόπουλο για τον μεγάλο μας συνθέτη και τις πιο αθέατες πλευρές του.
-Κύριε Ανδριόπουλε, τι ακριβώς σηματοδοτεί για εσάς ο όρος «Τα Θεοδωρακικά» και ποιο ήταν το αρχικό έναυσμα για να συγκεντρώσετε αυτά τα κείμενα σε έναν αυτόνομο τόμο;
ΑΠ. «Τα Θεοδωρακικά» αποτελούν συνέχεια – θα έλεγα- του βιβλίου μου «Τα Χατζιδακικά». Οι δύο συνθέτες μας ανήκουν στην προσωπική μου μυθολογία από όταν ήμουν ακόμα παιδί, οπότε τα βιβλία αυτά είναι για μένα μια κατάθεση ζωής. Τα κείμενα του τόμου είναι καρπός ερευνητικής, κυρίως, εργασίας και πάντα προσπαθώ ό,τι καταθέτω δημόσια να έχει μια σχετική πρωτοτυπία. Άλλωστε το έργο του Μίκη Θεοδωράκη είναι τεράστιο και «Τα Θεοδωρακικά» μου είναι απλώς ελάχιστες πτυχές, λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό.
-Ως θεολόγος και μουσικός, αναδεικνύετε συχνά μια πιο μεταφυσική ή θρησκευτική διάσταση στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Πώς γεφυρώνεται η κοσμοθεωρία ενός δημιουργού που ταυτίστηκε με την Αριστερά και τον υλισμό, με τις βαθιές πνευματικές αναζητήσεις που εντοπίζετε στο έργο του;
ΑΠ. Ο Θεοδωράκης ξεκίνησε ως «παιδί της Εκκλησίας», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος. Όταν ήρθε στην Αθήνα μπολιάστηκε με την αριστερή σκέψη, που στην περίοδο της Κατοχής και αργότερα ήταν κυρίαρχη, κάτι που θεωρώ φυσικό για την εποχή. Όμως, ο Θεοδωράκης δεν είχε στεγανά. Αναγνώριζε τον κοινωνικό ρόλο της Εκκλησίας και ιδιαίτερα την υψηλή τέχνη που δημιούργησε η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό το υπερασπιζόταν πάντα, ανεξάρτητα από την αριστερή του τοποθέτηση. Κάτι που δεν έκαναν άλλοι, πιο δογματικοί αριστεροί. «Τα Θεοδωρακικά» αναδεικνύουν, νομίζω, αυτόν τον πλουραλισμό του Θεοδωράκη, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον άνθρωπο – βαθιά ουμανιστής- και στην τέχνη.
-Στο βιβλίο σας εξετάζετε τη σχέση του Θεοδωράκη με την εκκλησιαστική μουσική (π.χ. «Άξιον Εστί», «Κασσιανή»). Πόσο βαθιές θεωρείτε ότι είναι τελικά οι βυζαντινές ρίζες στο DNA της μουσικής του και πώς επηρέασαν τον τρόπο που μελοποιούσε;
ΑΠ. Στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου παραθέτω ακριβώς αυτή την βαθιά επιρροή του από την εκκλησιαστική μουσική, την οποία, όμως, μας προβάλλει ο ίδιος! Είναι θαυμαστό ότι στο άγνωστο – εν πολλοίς – μικρό βιβλίο του «Μουσική για τις μάζες», ο ίδιος μας λέει τα δάνεια του από την εκκλησιαστική μουσική και πώς ενσωμάτωσε στα τραγούδια του, μουσικές φράσεις, μελωδίες ή και φόρμες της βυζαντινής μουσικής. Μέχρι τώρα οι μελετητές του έργου του Θεοδωράκη δεν εστίασαν στην «εκκλησιαστική» – ας την πούμε έτσι – πλευρά του. Στο Αρχείο του, στην Μουσική Βιβλιοθήκη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, υπάρχουν εκατοντάδες παρτιτούρες που περιλαμβάνουν κυρίως νεανικές θρησκευτικές συνθέσεις του, οι οποίες κάποια στιγμή πρέπει να εκδοθούν, αφού αποκατασταθούν μουσικά, και να ερμηνευθούν. Υπάρχει ακόμα πολύς Θεοδωράκης ανέκδοτος!
-Μέσα στις σελίδες του βιβλίου αντανακλώνται και δικές σας αλληλεπιδράσεις με τον ίδιο τον συνθέτη. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο αποφασίσατε να τον παρουσιάσετε στο κοινό;
ΑΠ. Πάντα με συγκινούν οι λιγότερο γνωστές πτυχές των μεγάλων δημιουργών. Εδώ με ενδιέφερε και ο «Πατρινός» Μίκης Θεοδωράκης, επειδή κατάγομαι από την Πάτρα. Ο συνθέτης άρχισε τις μουσικές σπουδές του στην Πάτρα προπολεμικά, όπου έμεινε για ένα μικρό διάστημα, και στη δεκαετία του ’50 μδ το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου παρουσίασε στο Δημοτικό Θέατρο της Πάτρας το «Τετράγωνο αρ. 40», ένα μπαλέτο του Μ. Θεοδωράκη, βασισμένο στο προγενέστερο έργο του «Ελληνική Αποκριά». Πολύ αργότερα ανακάλυψε τον Πατρινό ποιητή Διονύση Καρατζά, του οποίου μελοποίησε τέσσερις κύκλους τραγουδιών! Πρόκειται για τον πιο πολυμελοποιημένο ποιητή από τον Μ. Θεοδωράκη κι αυτό δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Γι’ αυτό αφιερώνω ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου στη σχέση Δ. Καρατζά – Μ. Θεοδωράκη, που κορυφώνεται με το συμφωνικό κύκνειο άσμα του συνθέτη, σε ποίηση Καρατζά «Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων». Αυτός ο Θεοδωράκης μάλλον δεν μπορεί να φτάσει στον λαό, δηλαδή σε ένα μαζικότερο κοινό, πρέπει, όμως, να γίνει γνωστός στον ευρύτερο μουσικό και καλλιτεχνικό κόσμο. Γιατί για μένα αυτός είναι ο «κλασικός» Θεοδωράκης.
![]() |
| Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά |
-Ο Θεοδωράκης «ανάγκασε» έναν ολόκληρο λαό να τραγουδάει νομπελικούς ποιητές. Μέσα από τη δική σας έρευνα, ποια θεωρείτε την πιο υποτιμημένη ή λιγότερο φωτισμένη πτυχή της σχέσης του με τον ποιητικό λόγο;
ΑΠ. Πολύ σωστή η ερώτησή σας. Νομίζω πως η δουλειά του Μ. Θεοδωράκη πάνω στην ποίηση του Δ. Καρατζά είναι λιγότερο προβεβλημένη και γι’ αυτό θα πρέπει να επανέλθουν οι ερμηνευτές και να προτείνουν εκ νέου στο κοινό αυτή την θαυμάσια συνθετική εργασία του Μίκη. Επίσης, πρέπει να εστιάσουμε και στον ποιητή Μ. Θεοδωράκη, δηλ. σε γνωστά αλλά και άγνωστα τραγούδια που έγραψε σε δικούς του στίχους, ήδη από τα νιάτα του. Αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί φωτίζει περισσότερο την εκρηκτική – έτσι κι αλλιώς – προσωπικότητά του.
-Ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε μια έντονα πολιτική και συχνά πληθωρική ή αντιφατική προσωπικότητα, προκαλώντας κατά καιρούς ποικίλες αντιδράσεις. Πώς καταφέρνετε στα «Θεοδωρακικά» να κρατήσετε την ισορροπία ανάμεσα στον πολιτικό Θεοδωράκη των παθών και στον καθαρά καλλιτεχνικό δημιουργό;
ΑΠ. Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Θεοδωράκης όταν αναφέρεται στη συνεργασία του με την Ραλλού Μάνου, λίγο καιρό αφότου είχε γυρίσει από την εξορία στην Ικαρία. Έγραψε: «Η Ραλλού Μάνου, όπως και η Ντόρα Τσάτσου, η στενότερή της συνεργάτις, ανήκαν στις λεγόμενες μεγάλες αθηναϊκές οικογένειες, που όμως είχαν αρκετή κουλτούρα ώστε να μην επηρεάζονται από τις ιδεολογικές ταυτότητες των καλλιτεχνών που δούλευαν μαζί τους. Άλλωστε, θέματα όπως ο Εμφύλιος, η πολιτική κατάσταση και ο Ψυχρός Πόλεμος, με μια θα ’λεγες μυστική συμφωνία, δεν αναφέρονταν ποτέ στις συζητήσεις. Ο καθένας διατηρούσε τις πεποιθήσεις του. Το σημαντικό ήταν η εργασία. Η μουσική, τα σκηνικά, η χορογραφία». Ο Θεοδωράκης μέσα από τις απίστευτες περιπέτειες του βίου του, θαρρώ πως είχε αποκτήσει μια σοφία για να διακρίνει, κάθε φορά, πρόσωπα και καταστάσεις. Γι’ αυτό και επικρίθηκε σφοδρά για διάφορες πολιτικές επιλογές του. Ήταν, αναμφίβολα, ένας ορμητικός χείμαρρος, ο οποίος, όμως, ήξερε να διακρίνει τα πνεύματα.
-Έχοντας ασχοληθεί εκτενώς και με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, υπάρχει στα «Θεοδωρακικά» ένας άτυπος διάλογος ή παραλληλισμός ανάμεσα στους δύο αυτούς πυλώνες του ελληνικού πολιτισμού; Πού τέμνονται και πού αποκλίνουν κατά τη γνώμη σας;
ΑΠ. Όπως σας είπα και στην αρχή με έχει καθορίσει η σχέση των δύο, παρότι ξεκίνησα «Χατζιδακικός». Μελετώντας τις ζωές τους βλέπει κανείς πολλά παράλληλα, παρότι η αφετηρία ήταν διαφορετική. Ο Χατζιδάκις δεν πολυενδιαφερόταν για τον λαό (πράγμα που μου το δίδαξε, επιτρέψτε μου), ενώ ο Θεοδωράκης ποθούσε να φτάσει στον λαό. Νομίζω ότι τέμνονται στα περισσότερα και αποκλίνουν στα λιγότερα.
Ο Χατζιδάκις είχε μια στιβαρή ιδιωτικότητα, ενώ ο Θεοδωράκης μια καλπάζουσα εξωστρέφεια. Είχαν όμως και οι δύο μια σπάνια ευαισθησία! Την οποία και αναγνώριζαν ο ένας για τον άλλον. Συμπορεύτηκαν και στο «Ελληνικό Χορόδραμα» και στην διάδοση της συμφωνικής μουσικής. Μη ξεχνάμε ότι ο Χατζιδάκις έπαιξε πολύ Θεοδωράκη! Από τον «Επιτάφιο» με τη Νάνα Μούσχουρη, μέχρι συμφωνικά έργα του Μίκη με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Και ο Θεοδωράκης πάντοτε εγκωμίαζε αφειδώλευτα τον Χατζιδάκι. Μα πώς αλλιώς; Ήταν μια σχέση ζωής. Γνωρίστηκαν το 1945, σαν ήταν και οι δύο είκοσι χρονών!
-Με τον Μίκη Θεοδωράκη να έχει περάσει πλέον στην αιωνιότητα, πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η υστεροφημία του; Πιστεύετε ότι υπάρχει κίνδυνος το έργο του να εγκλωβιστεί σε μια στείρα, μουσειακή ή επετειακή αντιμετώπιση;
ΑΠ. Φυσικά και υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, για να μη πω ότι υφίσταται ήδη. Ο πολύς κόσμος αγνοεί τον «εκκλησιαστικό» Θεοδωράκη, τον Θεοδωράκη που μελοποίησε Πωλ Ελυάρ στα γαλλικά (έχω ειδικό κεφάλαιο στο βιβλίο), τον Θεοδωράκη του «Ελληνικού Χοροδράματος», δηλ. των μπαλέτων, τον Θεοδωράκη της Μουσικής Δωματίου και τον συμφωνικό Θεοδωράκη. Όλοι μένουν μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του. Όμως, θα πρέπει να αναδειχθεί σιγά σιγά όλο το εύρος του τεράστιου έργο του. Κι ακόμα θα πρέπει να μελετηθούν και τα άπειρα γραπτά του, τα οποία παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.
-Ποιο στοίχημα θεωρείτε ότι βάζουν «Τα Θεοδωρακικά» με τους νέους ανθρώπους σήμερα; Μπορεί ένας νέος του 2026, που έχει εντελώς διαφορετικά ακούσματα και βιώματα, να «ξεκλειδώσει» τον κώδικα της μουσικής και της σκέψης του Θεοδωράκη μέσα από το βιβλίο σας;
ΑΠ. Δύσκολη ερώτηση, αλλά θα σας απαντήσω «χατζιδακικά». Για τους νέους με αληθινή ευαισθησία «Τα Θεοδωρακικά» μπορεί να είναι το έναυσμα για να ανακαλύψουν τον άγνωστο Θεοδωράκη. Αυτόν που ο πολύς κόσμος αγνοεί. Και ταυτόχρονα να εμπνευστούν από την ακατάβλητη αγωνιστικότητά του, από τον νεανικό ενθουσιασμό του, από την αφοσίωσή του στον ανθρωπισμό, από την προσήλωσή του στην μουσική και από πολλές ακόμα εκφάνσεις της πολυτάραχης ζωής του, που για μένα αποτελούν την μεγάλη παρακαταθήκη του. Φανταστείτε ότι φυλακισμένος στη Ζάτουνα και στον Ωρωπό από την χούντα, βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί πιο συστηματικά με την βυζαντινή μουσική! Τίποτα δεν τον κατέβαλε, τίποτα δεν τον σταματούσε. Πάντοτε προχωρούσε μπροστά, ανοίγοντας τον δρόμο.
-Κλείνοντας αυτόν τον σημαντικό κύκλο καταγραφής για τον Μίκη, ποιο είναι το επόμενο ερευνητικό ή συγγραφικό σας βήμα; Συνεχίζετε να αναζητάτε τις εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στην τέχνη, τη θεολογία και τον ελληνικό πολιτισμό;
ΑΠ. Σωστά το θέτετε. Μου αρέσουν αυτές οι «εκλεκτικές συγγένειες», που στηρίζονται πάντοτε σε ντοκουμέντα και όχι σε δικές μου εικασίες. Είμαι προ των πυλών για την έκδοση των «Ελυτικών», δηλαδή κείμενά μου για τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος, επίσης, με συν-κινεί από τη νεότητά μου. Και βέβαια είναι ο ποιητής που συνδέθηκε και με τον Χατζιδάκι και με τον Θεοδωράκη. Στα «Θεοδωρακικά» αναφέρομαι στην σχέση Ελύτη και Θεοδωράκη με τον Πωλ Ελυάρ, ενώ στα «Ελυτικά» προσπαθώ να περιγράψω την στενή σχέση Ελύτη και Χατζιδάκι. Όλοι αυτοί οι «άγιοι» του νεοελληνικού μας βίου νομίζω ότι αξίζουν όχι μόνο την τιμή αλλά και στην αέναη σπουδή μας στο έργο τους.
![]() |
| Φωτό: Αρχείο Διονύση Καρατζά |
* Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Θεολογία, βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Συμμετείχε σε πολλά χορωδιακά σχήματα, σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και έχει τραγουδήσει έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», με το οποίο παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό πρωτότυπες παραγωγές βασισμένες κυρίως στην ελληνική ποίηση και μουσική.
Συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο στην «Πάτρα 2006 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», με τον μαέστρο και συνθέτη Άλκη Μπαλτά στο “Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής Πάτμου” και με τον συνθέτη Αλέξανδρο Καλογερά στο Φεστιβάλ «Μούσα Ελληνική» Χίου.
Την διετία 2017-2019 συνεργάστηκε με τον διάσημο χορογράφο και χορευτή φλαμένκο Israel Galvan. Στο πλαίσιο της documenta14 (Αθήνα και Kassel) συμμετείχε στην παραγωγή La farsa monea και κατόπιν στην παραγωγή του Israel Galvan, La fiesta, στο Φεστιβάλ Αβινιόν της Γαλλίας και σε διεθνή περιοδεία.
Κείμενα του για την θεολογία και τον πολιτισμό έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικούς τόμους και στο διαδίκτυο.









Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου