Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Σαν σήμερα πέθανε, πριν 29 χρόνια, ο Βασίλης Τσιτσάνης. 
Σκέφτηκα, αυτόματα θα έλεγα, να ασχοληθώ λίγο με τη σχέση του Μάνου Χατζιδάκι με τον Τσιτσάνη, που κρατάει από παλιά και είναι πολύ στενή, κι έτσι προέκυψε αυτό το αυθόρμητο κείμενο.
Ίσως ο Χατζιδάκις είναι ο μόνος έλληνας συνθέτης της λεγόμενης "έντεχνης" μουσικής, που έκανε τον Τσιτσάνη τόσο δικό του, σε διαφορετικά έργα του και σε διαφορετικές συνθετικές περιόδους. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Στις 31 Ιανουαρίου 1949 ο Χατζιδάκις δίνει στο Θέατρο Τέχνης την περίφημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο. Σ' αυτήν αναφέρεται εκτενώς σε τραγούδια του Τσιτσάνη. Ας τον ακούσουμε: 
"Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι. 
Αργότερα ο ίδιος φίλος, στον ίδιο δρόμο, μου μιλούσε για κάτι καινούργιο. Μα τώρα ήταν καλοκαίρι και η άσφαλτος μύριζε. Το ίδιο σκοτάδι, μα η κάψα έλιωνε τις φωνές και τις έφτιαχνε μόνιμους ίσκιους στα σπίτια. Υπήρχε γύρω μας κάτι ρευστό. Μια καινούργια ρεμπέτικη κραυγή -καινούργια για μένα βέβαια- κυλούσε μ’ ένταση ανάμεσα στα στενά και βρώμικα πεζοδρόμια του Πειραιά και της Αθήνας. Ακούγαμε την πρώτη στροφή που έλεγε «Κουράστηκα για να σ΄ αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρανή». Κι ο φίλος μου εξηγούσε θίγοντας όλο τον ανικανοποίητο ερωτισμό που έπνιγε την ατμόσφαιρα. Ακόμα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει το τραγικό στοιχείο του τραγουδιού που ερχόταν αντιμέτωπο σε μια εποχή που μόνο συνθήματα κυκλοφορούσαν τρέχοντας. Αργότερα πολύ, θά ΄βλεπα πόσην αλήθεια είχαν τα λόγια του, γιατί τότες ακόμη έπαιζα με τις πραγματικές αξίες ανυποψίαστος". 




Ο Χατζιδάκις εδώ αναφέρεται σε δύο προπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη για να αποδώσει την ένταση του ρεμπέτικου που τότε τον σημάδεψε ανεξίτηλα: "Θα πάω εκεί στην Αραπιά" [Η μάγισσα της Αραπιάς], ένα χασάπικο που ο Τσιτσάνης ηχογράφησε το 1939, και "Αρχόντισσα", ένα χασάπικο αργό, μία από τις ωραιότερες λαϊκές καντάδες που γράφτηκαν ποτέ, που ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο, το 1938, σε δίσκο Columbia, ο Στράτος Παγιουμτζής. 
Το "Θα πάω εκεί στην Αραπιά" ο Χατζιδάκις το ενέταξε αργότερα (1972) στο έργο του "Ο σκληρός Απρίλης του '45", που είναι διασκευή λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (για μικρή ορχήστρα με μπουζούκι, δύο κιθάρες, βιολί, μαντολίνο, άρπα, κοντραμπάσο και κρουστά)1
Την "Αρχόντισσα" ο Χατζιδάκις την ενέταξε στις "Έξι λαϊκές ζωγραφιές" (1949-50), δηλ. λίγο μετά την διάλεξή του για το ρεμπέτικο, στην οποία είπε γι' αυτό το τραγούδι: 
"Λίγο πριν απ΄ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το «Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω». Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο «Ματωμέvο Γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς". 
Και συνεχίζοντας ο Χατζιδάκις αναφέρεται σ' ένα θρυλικό τραγούδι του Καλδάρα: 
"Πριν δυό χρόνια ο ίδιος ο Τσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά πάλι αυτούς τους στίχους «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι - το σκοτάδι είναι βαθύ - κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί», ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίδοντας μια τόσο λεπτή μα τόσο έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα. Φέτος -ο Παπαϊωάννου αυτή τη φορά- μας δίνει ολάκερο αυτό το άγχος με μια δυνατή κραυγή πια- η μοναδική μες στα ρεμπέτικα, και γι΄ αυτό τόσο αληθινή με το «Άνοιξε – άνοιξε»2. Δεν ξέρω, αλλά σ΄ αυτά τα τρία τραγούδια υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος που δίνει ξεκάθαρα και μοναδικά το τραγικό στην ερωτική μας περιοχή". 
Ο Χατζιδάκις μας λέει ότι ο Τσιτσάνης τραγουδούσε το "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι" του Καλδάρα (θα μπορούσε να 'ναι και δικό του!), το οποίο επίσης συμπεριέλαβε στις "Εξι λαϊκές ζωγραφιές" για πιάνο.


Στην ιστορική διάλεξη για το ρεμπέτικο ο Χατζιδάκις είχε φέρει τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου για να παίξουν ζωντανά. Ανάμεσα στα τραγούδια ήταν και το "Μπαξέ τσιφλίκι" του Τσιτσάνη, το οποίο επίσης υπάρχει στις "Έξι λαϊκές ζωγραφιές", όπως και η "Συννεφιασμένη Κυριακή" που σημαίνει ότι από τις έξι οι τρεις είναι Τσιτσάνης! Να θυμίσουμε ότι οι "Εξι λαϊκές ζωγραφιές" ανέβηκαν ως μπαλέτο από το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου και έμειναν πραγματικά στην ιστορία του χορού της μεταπολεμικής Ελλάδας. 
Στα 1955-56 έχουμε μια συνάντηση κορυφής, θα λέγαμε, αφού ο Χατζιδάκις φώναξε τον Βασίλη Τσιτσάνη να παίξει μπουζούκι σε δύο αριστουργήματα του Ελληνικού κινηματογράφου, όπου ο Χατζιδάκις έγραψε τη μουσική: τη Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη (1955) και τον Δράκο του Νίκου Κούνδουρου (1956). Από τη Στέλλα έχουμε ένα διαμάντι: τη Φαντασία για μπουζούκι και πιάνο, με τον Τσιτσάνη στο μπουζούκι και τον Χατζιδάκι στο πιάνο. Η σχετική ανέκδοτη ηχογράφηση, την οποία παραθέτουμε εδώ, περιλαμβάνεται για πρώτη φορά στον δίσκο Ο Ελληνικός κινηματογράφος και ο Μάνος Χατζιδάκις παρουσιάζουν (1985).


Στον Δράκο του Κούνδουρου έχουμε μία από τις ωραιότερες σκηνές που έχω δει ποτέ σε ελληνική ταινία, όταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος προσπαθεί να ακολουθήσει τα βήματα αυτού του ζεϊμπέκικου του Χατζιδάκι, που παραθέτουμε εδώ, και το οποίο ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει σε δίσκο. Ο ρυθμός είναι βαρύς, όπως και η μοίρα του πρωταγωνιστή... Το τραγούδι Ο ήλιος έσβησε, με την συγκλονιστική Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, περιέχει κι αυτό το ζεϊμπέκικο με τον Τσιτσάνη στο μπουζούκι και τη μουσική του Χατζιδάκι να σκίζει τον αέρα!

 

Αργότερα, το 1961, ο Χατζιδάκις παρουσιάζει τις Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, για μικρή ορχήστρα. Πρόκειται για επιλεγμένα ρεμπέτικα τραγούδια, ενορχηστρωμένα μ' ένα τρόπο που να εκφράζουν την τραγική ατμόσφαιρα του 1945. Εκεί ο Χατζιδάκις ανθολογεί από τον Τσιτσάνη τα τραγούδια: "Μπαξέ τσιφλίκι" (που το 'χει και στις "Έξι λαϊκές ζωγραφιές") - εδώ με τον τίτλο: "Περίπατος"-, "Χωρίσαμε ένα δειλινό" (που το ξαναβρίσκουμε στα "Λειτουργικά" για φωνή και πιάνο), "Πάλιωσε το σακάκι μου", με τον τίτλο "Ο παλιός δρόμος" και "Όταν συμβεί στα πέριξ", με τον τίτλο "Όταν ανάψουν οι φωτιές". Αυτό το τελευταίο το ξανασυναντάμε αργότερα στον δίσκο του Χατζιδάκι "Τα πέριξ".
Στον δίσκο Ο σκληρός Απρίλης του '45 - είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ο Χατζιδάκις συνδέει τα ρεμπέτικα που επιλέγει και επεξεργάζεται ορχηστρικά με την απελευθέρωση - υπάρχουν τα τραγούδια του Τσιτσάνη: "Θα πάω εκεί στην Αραπιά", στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε, "Πήρα τη στράτα κι έρχομαι", "Μάγκας βγήκε για σεργιάνι (Β. Τσιτσάνη - Απ. Καλδάρα) και "Το πικραμένο αγόρι" (Β. Τσιτσάνη - Πρόδρομου Τσαουσάκη), που το ξαναβρίσκουμε στα "Πέριξ".
Ο δίσκος Τα Πέριξ (1974) περιλαμβάνει ρεμπέτικα σε διασκευή και ενορχήστρωση του Χατζιδάκι με την πρωτοεμφανιζόμενη, τότε, τραγουδίστρια Βούλα Σαββίδη. Και εδώ ο Τσιτσάνης έχει την τιμητική του θέση. Κατ' αρχήν με το εμβληματικό τραγούδι "Όταν συμβεί στα πέριξ", που δανείζει και τον τίτλο στον δίσκο. Στη συνέχεια έχουμε τα εξής τραγούδια του Τσιτσάνη:"Ο μαχαλόμαγκας", "Το πικραμένο αγόρι" και το "Σε πήραν απ' τα χέρια μου" (Β. Τσιτσάνη - Γιάννη Κυριαζή).
Στα Λειτουργικά, τέλος, η ιέρεια Φλέρυ Νταντωνάκη, τραγουδάει μοναδικά το "Αντιλαλούνε τα βουνά" και το "Χωρίσαμε ένα δειλινό". Πολλά ακόμα θα μπορούσαν να γραφούν γι' αυτή τη μακροχρόνια σχέση Χατζιδάκι - Τσιτσάνη.



Αρκούμαι σ' αυτά, επί του παρόντος, ελπίζοντας ότι σας έδωσα αρκετή τροφή για ακρόαση και μέθεξη. Το σίγουρο είναι πως τόσο τα τραγούδια του Τσιτσάνη, όσο και οι διασκευές του Χατζιδάκι σ'αυτά, παραμένουν ακριβή και άφθαρτη μουσική για όσους αντιστέκονται στην αθλιότητα των καιρών και έχουν αλήθεια μέσα τους.
Σημειώσεις:
1. Το τραγούδι αυτό του Τσιτσάνη ενέπνευσε και τον μεγάλο Νίκο Σκαλκώτα, ο οποίος χρησιμοποίησε το θέμα του στο β' μέρος του κοντσέρτου του για δύο βιολιά. Βλ. σχετικά "Το ρεμπέτικο του Σκαλκώτα".
2. Το τραγούδι του Παπαϊωάννου "Άνοιξε, γιατί δεν αντέχω" το διασκεύασε ο Χατζιδάκις για φωνή και πιάνο και το έπαιξε ο ίδιος με την εξαίσια Φλέρυ Νταντωνάκη για τραγωδό, στα "Λειτουργικά" (1991). Αν λάβουμε υπ' όψιν ότι τα περισσότερα από τα κομμάτια αυτού του δίσκου ήταν πρόβες του συνθέτη με τη Φλέρυ στη Ν. Υόρκη του 1970, αντιλαμβανόμαστε πως το ρεμπέτικο ...κυνηγούσε τον Χατζιδάκι στην Αμερική!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails