Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Ιταλοί μουσικοί στην Πάτρα και Πατρινοί μουσικοί στην Ιταλία (19ος – αρχές 20ού αι.)


του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Είναι γνωστό ότι η Πάτρα μετεπαναστατικά και καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κυρίως λόγω της ανάπτυξης του εμπορίου, είχε μια συνεχή επαφή με την Ιταλία και τη Δύση γενικότερα, δεχόμενη πολλές επιρροές, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αστικής κοινωνίας ευρωπαϊκών προδιαγραφών.
Το 1849, μετά την αποτυχία των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στην Ιταλία, εκατοντάδες Ιταλοί ήρθαν ως πολιτικοί πρόσφυγες και διέμειναν προσωρινά στην Πάτρα. Τόσο η ελληνική κυβέρνηση, όσο και ο ντόπιος πληθυσμός, υποδέχθηκαν τους Ιταλούς αγωνιστές-πρόσφυγες και τους παρείχαν άσυλο και κάθε συνδρομή, παραβλέποντας μάλιστα τις διεθνείς αντιδράσεις. Οι εφημερίδες της εποχής σημειώνουν πως η συμπαράσταση που έδειξαν οι Πατρινοί απέναντι στους Ιταλούς ξεπέρασε κάθε προσδοκία, πολλοί μάλιστα τους φιλοξένησαν στα σπίτια τους. Βέβαια, η παρουσία Ιταλών στην Πάτρα χρονολογείται πολύ πριν το προσφυγικό ρεύμα του 1849, ενώ μέχρι τα τέλη του 19ου αι. και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού η οικειοθελής εγκατάσταση καθολικών ιταλικής υπηκοότητας ήταν τέτοιας έκτασης, ώστε καταχρηστικά γινόταν λόγος για «ιταλική παροικία».[1]
Η αρμονική συμβίωση ντόπιων και Ιταλών καθολικών ευνόησε την μεταξύ τους πολιτισμική επαφή και είχε ως συνέπεια την εισαγωγή ευρωπαϊκών ηθών στην πόλη και τον δυτικό προσανατολισμό των τεχνών.
Έτσι, από τα μέσα του 19ου αι. και μετά, καταγράφεται μια συνεχής, παραγωγική και αμφίδρομη πολιτιστική διαδρομή μεταξύ Πατρών και Ιταλίας, όπου η μουσική κατέχει την πρωτεύουσα, ίσως, θέση. Πατρινοί μουσικοί μεταβαίνουν σε μουσικά κέντρα της Ιταλίας (Μπολόνια, Μιλάνο, Νάπολη κ.α.) για να μυηθούν ευχερέστερα στα μουσικά ρεύματα της εποχής και να ολοκληρώσουν τις μουσικές τους σπουδές. Εκεί, στην Ιταλία, τυπώνουν τις πρώτες μουσικές τους συνθέσεις και κάποιοι πραγματοποιούν σειρές συναυλιών. Από την άλλη, πολλοί Ιταλοί μουσικοδιδάσκαλοι μετακαλούνται στην Πάτρα για να διδάξουν τη μουσική στους γόνους των αστικών οικογενειών της πόλης. Παράλληλα, αναλαμβάνουν την διεύθυνση σημαντικών θεσμών που τότε ιδρύονται, όπως η Φιλαρμονική.
Αναφορές στη μουσική δραστηριότητα στην Πάτρα αυτή την εποχή, μπορεί να συναντήσει κανείς και σε ιταλικά περιοδικά, ενώ Πατρινοί μουσικοί συνθέτουν τραγούδια σε στίχους Ιταλών ποιητών. Δεν πρέπει να παραλειφθεί, φυσικά, και η ισχυρή, τότε, παρουσία της Κοινότητας των Καθολικών στην Πάτρα, που έχει στους κόλπους της ικανούς Ιταλούς μουσικοδιδασκάλους, οι οποίοι προάγουν τον σύνδεσμο Ιταλίας-Πατρών.
Ρόλο γέφυρας μεταξύ της μουσικής κίνησης Πατρών-Ιταλίας διαδραματίζει και το Ιταλικό Προξενείο στην Πάτρα. Για παράδειγμα, σε εφημερίδα της εποχής (Φορολογούμενος, 9-1-1888) διαβάζουμε ανακοίνωση του Προξενείου: «Κατά τον προσεχή Μάιον του νέου έτους θέλει γίνει έναρξις της εν Βολωνία Μουσικής Εκθέσεως, ήτις θέλει συμπεριλάβει την τε έκθεσιν της Μουσικής Ιστορίας, αναδιοργανωθείσαν επί τη βάσει εγγράφων, έργων, οργάνων και αρχαίων αντικειμένων παντός είδους, και την εκτέλεσιν των εκλεκτωτέρων συνθέσεων, αρχαίων τε και νεωτέρων. Εις την έκθεσιν ταύτην, δύνανται πάντες οι τυχόν κατέχοντες όργανα σπάνια ή πολύτιμα έγγραφα ή άλλο σχετικόν, να αποστείλωσιν αυτά εις την “Επί της διεθνούς Μουσικής Εκθέσεως της Βολωνίας Επιτροπήν”».
Αντιλαμβάνεται εύκολα ο καθένας ότι η Πάτρα έχει πρόσβαση σε διεθνείς εκθέσεις που γίνονται στην Ιταλία την εποχή αυτή, γεγονός διόλου ευκαταφρόνητο.
Οι Πατρινοί συνθέτες και μουσικοί που έρχονται σε άμεση σχέση με την ιταλική μουσική πραγματικότητα τον 19ο αι. και το πρώτο τέταρτο του 20ού δεν είναι απαραίτητα Πατρινοί την καταγωγή. Ζουν όμως και εργάζονται για ικανό χρονικό διάστημα στην Πάτρα και διαμορφώνουν, μάλιστα, την πατρινή μουσική ζωή. Γι’ αυτό και εντάσσονται στους Πατρινούς συνθέτες, αφού τα στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα είναι απολύτως πειστικά.


Ο συνθέτης, πιανίστας και παιδαγωγός Ιωσήφ Λιμπεράλης (ή Λιβεράλης) γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1820. Ήταν γιος του Ιταλού αρχιμουσικού Domenico Liberali και της Ελληνίδος (Ζακυνθίας) Αικατερίνης Μηλιοράτη, και αδελφός του συνθέτη Αντωνίου Λιβεράλη, ο οποίος ήταν από τους πρώτους και προσφιλέστερους μαθητές του Νικολάου Μάντζαρου. Ο Ιωσήφ μυήθηκε στη μουσική από τον αδελφό του και τον Μάντζαρο. Έκανε σπουδές στο Ωδείο San Pietro a Majella της Νεαπόλεως και στο Ωδείο του Μιλάνου, και επέστρεψε στην Κέρκυρα ως δάσκαλος πιάνου και θεωρητικών στην αρτισύστατη Φιλαρμονική, της οποίας διετέλεσε και αρχιμουσικός –επιλογή του ίδιου του Μάντζαρου. Το 1852 εγκαθίσταται στη Ζάκυνθο και το 1870 έρχεται στην Πάτρα και αναδεικνύεται περιζήτητος παιδαγωγός του πιάνου. Ζει και εργάζεται στην Πάτρα τουλάχιστον 16 χρόνια. Ο Τύπος της εποχής αναφέρεται με θαυμασμό στο πρόσωπο και το έργο του Ιωσήφ, ο οποίος σκιαγραφείται ως ακούραστος και ικανός μουσικοδιδάσκαλος (βλ. ενδεικτικά Φορολογούμενος, 15-4-1877)!
Πολλά από τα έργα του Λιμπεράλη φέρουν ιταλικούς τίτλους και έχουν τυπωθεί στο Μιλάνο από διάσημους εκδοτικούς οίκους, όπως ο Ricordi. Μια μαζούρκα του συνθέτη εκδίδεται στο Μιλάνο τον Οκτώβριο του 1884, και έχει τον τίτλο Εις τα Υψηλά Αλώνια (ιστορική πλατεία της Πάτρας), «αφιερούται δε εις μίαν των διακεκριμένων μαθητριών του συνθέτου, την δεσποινίδα Μαρίαν Δ. Πατρινού» (Φορολογούμενος, 19-10-1884). Τον Νοέμβριο του 1884 στα Σκακιστικά Χρονικά του Μπρούκλιν της Ν. Υόρκης δημοσιεύεται μια επικήδειος, θρηνητική σύνθεση του Ιωσήφ Λιμπεράλη, με αφορμή τον θάνατο του περίφημου σκακιστή της Αμερικής Παύλου Μόρφυ. Η σύνθεση παρουσιάζεται μετά πολλών επαίνων για τον «εν Πάτραις έξοχον μουσικοδιδάσκαλον»! Εύφημο μνεία του έργου κάνουν και ευρωπαϊκά περιοδικά, μεταξύ των οποίων το La Gazzetta del popolo της Νεαπόλεως (Φορολογούμενος, 15-2-1885). Η ιταλική πόλη, στην οποία σπούδασε ο Λιμπεράλης, παρακολουθεί και καταγράφει τη μουσική πορεία του άξιου τέκνου της.

 

Μία από τις σπουδαιότερες μαθήτριες του Λιμπεράλη ήταν η Χαρίκλεια Μπογδάνου, η οποία ενθουσιασμένη από περιγραφές και αφηγήσεις από τα χρόνια που ο δάσκαλός της σπούδαζε στη Νάπολη και το Μιλάνο, φεύγει για περαιτέρω μουσικές σπουδές στην Ιταλία, με σύμφωνη γνώμη της οικογένειάς της. Μιμήθηκε τον δάσκαλό της, τον οποίο θαύμαζε, και στον τομέα της σύνθεσης. Στην πατρινή εφημερίδα Φορολογούμενος (23-7-1882) χαιρετίζεται με ενθουσιασμό η έκδοση του πρώτου έργου της στο Μιλάνο. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι συνθέσεις της Μπογδάνου εκδόθηκαν στο Μιλάνο, όπως είχε συμβεί και με έργα του δασκάλου της Ιωσήφ Λιμπεράλη και μάλιστα από τον οίκο Ricordi. Ο μουσικολόγος Γιώργος Λεωτσάκος εντόπισε στον τρίτομο κατάλογο των εκδόσεων Ricordi (Μιλάνο, χ.χ. –αρχές 20ού αι.) –που συμπεριλαμβάνει και εκδόσεις μουσικών οίκων τους οποίους είχε αγοράσει ο Ricordi– δύο συνθέσεις για πιάνο της Χ. Μπογδάνου: ένα Thème original varié, δηλαδή Παραλλαγές πάνω σ’ ένα δικό της θέμα (αρ. Κατ. Ricordi: 64237· έκδ. D. Vismark αρ. 7882) και ένα Βαλς (αρ. Κατ. Ricordi: 73734).[2] Eπίσης ένα Τρίο για βιολί, βιόλα και πιάνο παρουσιάστηκε το 1889 στη Φλωρεντία. Έργα της Μπογδάνου παίχτηκαν στο Μιλάνο και τη Φλωρεντία κατά την εικοσαετία της ακμής της (1890-1910).[3]
Την ίδια περίπου εποχή, και συγκεκριμένα τον Μάιο του 1888, το δημοτικό συμβούλιο της πόλεως των Πατρών, επί δημάρχου Θάνου Κανακάρη, «εψηφίσατο υποτροφίαν εκ δραχ. 250 κατά μήνα υπέρ του νεαρού ημών συμπολίτου κ. Κωνσταντίνου Πορφυροπούλου, όστις επεδείξατο έκτακτον προς την μουσικήν ιδιοφυΐαν, ίνα σπουδάση την ωραίαν ταύτην τέχνην εν τινι Ευρωπαϊκώ Ωδείω» (Φορολογούμενος, 27-5-1888). Ο Πορφυρόπουλος αναχωρεί για το Μιλάνο, απ’ όπου στέλνει συνθέσεις του στην Πάτρα, κυρίως βαλς, που παίζονται στα καφενεία της εποχής (Φορολ., 28-7-1889). Στην Ιταλία μελετά πιάνο και σύνθεση, αλλά και ενδιατρίβει σε ταβέρνες, γλεντώντας και τραγουδώντας ως γνήσιος τροβαδούρος. Η υγεία του κλονίζεται και επιστρέφει στην Πάτρα, συμμετέχοντας πλέον στα γλέντια των αγαπημένων του καπηλειών. Αλλά, παράλληλα, συμμετέχει στη χορωδία του Καθολικού Ναού, αφού –σύμφωνα με αφιέρωμα της εφημερίδας Πρόοδος (2-10-1929)– «οι καθολικοί συμπολίται μας οι οποίοι κατέβαλαν πάντοτε κάθε φροντίδα για την αρτιότητα του κόρου αυτού, δεν άφησαν ανεκμετάλλευτη και τη φωνή του Πορφυρόπουλου. Και πράγματι κάθε Κυριακή η Εκκλησία των Δυτικών εγέμιζεν όχι μόνον αποκλειστικώς από τους καθολικούς αλλά και τους ορθοδόξους συμπολίτας για ν’ ακούσουν την τόσο γλυκόηχη λειτουργία». Ο Πορφυρόπουλος πέθανε πολύ νέος, μόλις 27 ετών, από φυματίωση.
Τον Απρίλιο του 1877 ιδρύεται η Φιλαρμονική ορχήστρα «Ορφεύς» με αρχιμουσικό τον Ιταλό Μάρκο Καρντόνι, ο οποίος έχει εγκατασταθεί στην Πάτρα ως μουσικοδιδάσκαλος από το 1864.[4] Το 1892 ιδρύεται η «Φιλαρμονική Εταιρεία – Ωδείο Πατρών», και προσλαμβάνεται ως αρχιμουσικός ο Ιταλός Τζιακουίντο, τον οποίο διαδέχθηκε, λίγους μήνες αργότερα, ο Ματιότσι από το Μιλάνο.
Ένας άλλος αξιόλογος μουσικός της εποχής, ο Σπύρος Μπίτσης, μουσικοδιδάσκαλος, διευθυντής τετραφώνου χορωδίας και της Φιλαρμονικής, πληροφορούμαστε από εφημερίδα της εποχής (Φορολ., 15-7-1883) ότι «επανήλθεν εξ Ιταλίας όπου είχε μεταβεί προς κατάρτισιν του μελοδραματικού θιάσου διά την προσεχή χειμερινήν θεατρικήν περίοδον». Το θέμα της παρουσίας ιταλικών μελοδραματικών θιάσων στην Πάτρα του 19ου αιώνα είναι πολύ σπουδαίο, αλλά δεν είναι αντικείμενο αυτής της ανακοίνωσης. Άλλωστε ο Νίκος Μπακουνάκης[5] και η Ευανθία Στιβανάκη[6] έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην ανάδειξη των μουσικοθεατρικών σχέσεων Πάτρας-Ιταλίας τον 19ο αιώνα.


Ο σπουδαιότατος Πατρινός συνθέτης Δημήτρης Λιάλιος είχε ως πρώτο του δάσκαλο τον γνωστό άριστο Ιταλό βιολιστή της εποχής Αύγουστο Τιβέριο ή Τίβερη. Ο Λιάλιος την διετία 1889-1890 συνθέτει 15 τραγούδια (Lieder) σε στίχους ιταλικούς, ενώ τον κύκλο των ιταλικών αυτών τραγουδιών κλείνει μια ρομάντσα που συνέθεσε στα 1894 στην Πάτρα.[7]
Ένας περίφημος Πατρινός ζωγράφος, αγιογράφος και μουσικός, ο Δημήτριος Στελλακάτος, κεφαλληνιακής φυσικά καταγωγής, μεταβαίνει το 1903 στη Ρώμη για ευρύτερες σπουδές στη ζωγραφική. Χωρίς να υπάρχουν μέχρι τώρα συγκεκριμένες πληροφορίες, πρέπει να θεωρείται σίγουρη η επαφή του με τη μουσική κίνηση της εποχής στην Ιταλία, αφού στην Πάτρα είχε δημιουργήσει ήδη από το 1890 τεσσαρακονταμελή χορωδία, η οποία εκτελούσε τραγούδια που συνέθετε ο ίδιος ή εκκλησιαστικούς ύμνους που εναρμόνιζε. Στο Ακαδημαϊκόν Ημερολόγιον Πατρών του 1918 (σ. 187) δημοσιεύεται προσωπογραφία του και ένα θερμό σημείωμα: «Καλλιτεχνική ψυχή. Ο Μίμης. Δαιμόνιος άνθρωπος! Έδωκε την πρώτη ώθησι προ εικοσιπενταετίας εις τους νέους των Πατρών να αγαπήσουν τη μουσική. Το κύριον χαρακτηριστικόν του: Αγαπά όλο τον κόσμο και… κρύβεται. Ημείς τον παρουσιάζουμε εκ καθήκοντος».
Η Ελένη Λαμπίρη, κόρη του σπουδαίου Κεφαλλονίτη συνθέτη Γεωργίου Λαμπίρη και της Αγγελικής Λασκαράτου, εγγονή του ποιητή Ανδρέα Λασκαράτου, σπούδασε πιάνο, σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας στη Λειψία, την Βιέννη και το Μιλάνο. Το 1915 πραγματοποίησε περιοδεία σε πόλεις της Βορείου Ιταλίας και διηύθυνε την Ορχήστρα «Μελολόγων», ερμηνεύοντας δικές της συνθέσεις πάνω σε ποιήματα των Ιταλών Orsini και Siciliani.[8] Συνέθεσε μονόπρακτο μελόδραμα, σε λιμπρέτο του διάσημου Ιταλού ποιητή Luigi Orsini, ενώ η οπερέτα της Iσόλμα παρουσιάστηκε στο Μιλάνο το 1915.[9] Από το 1925 και για 25 χρόνια διηύθυνε το Ωδείο της Φιλαρμονικής Εταιρείας Πατρών και είχε δεκάδες μαθήτριες. Ξεχωρίζουν τρεις που έχουν ζωηρή την ανάμνησή της και είναι γνωστές στο ευρύ κοινό: η ακαδημαϊκός Γαλάτεια Σαράντη, η συγγραφέας Αθηνά Κακούρη και η αδελφή της ζωγράφος Μαρία Βουδούρογλου.
Αναμφισβήτητα στις στενές σχέσεις Πάτρας και Ιταλίας συνετέλεσε τα μέγιστα η παροικία των Ιταλών, που συνεχώς τροφοδοτούσε αυτές τις σχέσεις. Το 1894, όπως είναι γνωστό, ιδρύεται η Φιλαρμονική των Καθολικών από τον εφημέριο Πέτρο Βιτάλη (Pietro Vitali). Αλλά όσοι ξένοι μουσικοδιδάσκαλοι έρχονται στην Πάτρα, αναπτύσσουν σχέσεις δημιουργίας με την χορωδία του Ναού των Καθολικών.


Ο Αυστριακός Αλβέρτος Άντλουβιτς, από την Τεργέστη, είναι ο μεγάλος εκείνος αρχιμουσικός μπάντας ο οποίος, ως επικεφαλής της Φιλαρμονικής Πατρών, πήρε μέρος στις μουσικές εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την διάρκεια των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στην Αθήνα. Και είναι ο ίδιος που, ως αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Σύρου, βραβεύτηκε στη Μεσολυμπιάδα του 1906. Η μουσική του διαδρομή, για περίπου μια δεκαπενταετία στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από την μέχρι τώρα έρευνα,[10] έχει τρεις σταθμούς: Πάτρα (ανέλαβε την διεύθυνση της Φιλαρμονικής στις 28/4/1894 και παρέμεινε ώς το 1899), Αίγιο (1899-1905, διαδέχθηκε τον Ιταλό Odesseo Mattioci), Ερμούπολη Σύρου (1905-1908 περίπου).
Ο Άντλουβιτς, τύπος εξαιρετικά οξυδερκής, ενεργητικός και αποδοτικός, οργάνωσε κατά τρόπο υποδειγματικό τις μπάντες των τριών πόλεων, τους έδωσε ευρωπαϊκή πνοή εμπλουτίζοντας το ρεπερτόριό τους με έργα μεγάλων συνθετών και άφησε άριστους μαθητές, ικανούς διαδόχους του. Συνέθεσε δημοφιλή, στην εποχή τους, έργα για μπάντα, όπως το εμβατήριο Νέος αιών (για την υποδοχή του 20ού αι.), μελοποίησε ποιήματα και έγραψε πολλές εκκλησιαστικές συνθέσεις, με κορυφαία την Μessa Breve (1895).[11] Μια Λειτουργία αφιερωμένη από τον συνθέτη και οργανίστα Άντλουβιτς στον εφημέριο του Καθολικού ναού της Πάτρας Pietro Vitali. Αυτή η Λειτουργία ερμηνεύθηκε από τη χορωδία του ναού, για την οποία και γράφτηκε, στις 6 Νοεμβρίου 2006 μέσα στον Καθολικό ναό του Αγίου Ανδρέου, υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Νίκου Σινιγάλια. Έτσι υλοποιήθηκε σχετική πρόταση του γράφοντος προς τον φορέα «Πάτρα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2006» για την πραγματοποίηση συναυλίας με έργα Καθολικών συνθετών που έδρασαν στην Πάτρα.

Ο Σωτήριος Γκρεκ, γεννημένος στην Αθήνα το 1881, έψαλλε από μικρό παιδί στην χορωδία του Καθεδρικού ναού του Αγ. Διονυσίου των Καθολικών στην Αθήνα. Στα 1897 πηγαίνει στη Σύρο, γενέτειρα της μητέρας του, και εργάζεται στα γραφεία του Αγγλικού Τηλέγραφου του νησιού. Η προηγμένη πολιτιστικά Σύρος του 19ου αι. στάθηκε καθοριστικός παράγοντας για την καλλιέργεια της μουσικής του παιδείας. Μετά από θητεία στην Κωνσταντινούπολη και την Τένεδο, μετατίθεται στα γραφεία του Αγγλικού Τηλέγραφου στην Πάτρα. Πρωτοστατεί, μαζί με άλλους φιλοπρόοδους Πατρινούς, στην ίδρυση του Μουσικού Συλλόγου «Ορφεύς» το 1925. Συνδέεται με στενή φιλία με τον Ιταλό μουσικοσυνθέτη Michele Cornello, ο οποίος γίνεται και δάσκαλός του στα ανώτερα θεωρητικά. Εδώ στην Πάτρα ο Γκρεκ αρχίζει το συνθετικό του έργο. Γράφει εκκλησιαστική μουσική για την χορωδία του Καθολικού ναού[12] και πολλά τραγούδια για τις εκδηλώσεις του «Ορφέα». Το 1941 ο Σ. Γκρεκ αφήνει την Πάτρα και εγκαθίσταται οριστικά στην πατρίδα της γυναίκας του, τη Νάξο. Εκεί επιδίδεται σε συνθέσεις εκκλησιαστικής μουσικής, τις οποίες παρουσιάζει με την χορωδία του ναού των Καθολικών στο Κάστρο. Πέθανε το 1973 στην Αθήνα.[13]
Ο Ιταλός Μichele Cornello έζησε και έδρασε στην Πάτρα το πρώτο μισό του 20ού αι. Ήταν συνθέτης και διατηρούσε Mουσικό Οίκο στο κέντρο της Πάτρας (Κορίνθου 214). Πουλούσε και επισκεύαζε κυρίως πιάνα, αλλά εξέδιδε και δεκάδες παρτιτούρες Πατρινών συνθετών της εποχής εκείνης, όπως π.χ. της Αντιγόνης Παπαμικροπούλου. Είχε φιλική σχέση με τον τότε εφημέριο του Καθολικού ναού Ιωάννη Σινιγάλια, ο οποίος διηύθυνε την χορωδία του ναού. Ο Κορνέλλο τον βοηθούσε, έγραφε συνθέσεις που εκτελούσε η χορωδία και μαζί με τον άλλο φίλο του συνθέτη Σωτήριο Γκρεκ, συνέβαλε σε μια μουσική άνοιξη της χορωδίας των Καθολικών στα χρόνια του μεσοπολέμου. Ο Κορνέλλο έγραψε και τραγούδια με αφορμή διάφορα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Έφυγε από την Πάτρα στο τέλος της δεκαετίας του 1950.
Eδώ πρέπει να σημειώσω ότι η μουσική των Καθολικών της Πάτρας δεν περιορίζεται μόνο στο σημείο αναφοράς της κοινότητας, δηλ. το ναό του Αγίου Ανδρέου, αλλά επεκτείνεται και στην εκπαίδευση των Καθολικών, καθώς η μουσική παιδεία που παρείχαν τα σχολεία τους, υπό τη διεύθυνση διαφόρων μοναχικών ταγμάτων, ήταν πολύ υψηλού επιπέδου. Στο σχολείο που λειτουργούσε από το 1928 μέχρι το 1945 στη συμβολή των οδών Ρήγα Φεραίου και Σατωβριάνδου, είχαν δημιουργηθεί παιδική μπάντα, χορωδία και θεατρικός όμιλος. Παραμονές του πολέμου του 1940 στο σχολείο αυτό, που χρηματοδοτούσε η Ιταλική Κυβέρνηση, ανέβασε τον Ριγολέτο του Βέρντι. Περίφημοι δάσκαλοι: Πιέτρο Τσενερόνι και Αλφρέντο Αλφιέρι. Φυσικά υπήρχε και συνεργασία –πώς αλλιώς άλλωστε– χορωδίας σχολείου και Εκκλησίας.
Από όλα τα προαναφερθέντα καταδεικνύεται πως οι μουσικές σχέσεις Ιταλίας-Πάτρας τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ού αποτελούν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της τοπικής μουσικής ιστορίας, που χρήζει, βεβαίως, συστηματικότερης έρευνας και σε ιταλικά αρχεία της εποχής. Αυτό που μπορεί να πραγματοποιηθεί άμεσα είναι μία συναυλία ή, καλύτερα, σειρά συναυλιών με τις ιταλικές και τις άλλες συνθέσεις των λησμονημένων, δυστυχώς, στις μέρες μας Πατρινών συνθετών, των οποίων η αξία αναγνωρίζεται σιγά-σιγά στους μουσικούς κύκλους της χώρας, πλην Πατρών.

Ανακοίνωση στο Διεθνές Συμπόσιο με θέμα:
«Πολιτισμική αλληλογονιμοποίηση Νότιας Ιταλίας
και Δυτικής Ελλάδας μέσα από την Ιστορία»
Διοργάνωση: Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος
Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο Πανεπιστημίου Πατρών
Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2007

[1] Βλ. την μελέτη του Χρήστου Μούλια, «Ιταλοί πρόσφυγες στην Πάτρα (1849)», Πρακτικά του Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος, 9-16 Σεπτεμβρίου 1990), [περ. Πελοποννησιακά, παράρτημα 19], Αθήναι 1992-1993, σ. 297-350. Βλ. και συνοπτικότερα στο Ιστορίες της πόλης. Πελοπόννησος, Περί Τεχνών, Πάτρα 2004, σ. 289-302.
[2] Γιώργος Λεωτσάκος, «Ελληνίδες συνθέτριες. Μια πρώτη επισκόπηση, “πτερόεντι καλάμω…”, από τον 19ο αιώνα έως σήμερα», στο πρόγραμμα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για τις Ελληνίδες συνθέτριες, Αθήνα 1996, σ. 16.
[3] Τάκης Καλογερόπουλος, Το Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής, Αθήνα 1998, τ. 4, σ. 272.
[4] Η Πάτρα στις αρχές του 20ού αιώνα μέσα από την οικογενειακή συλλογή – λεύκωμα της Edith W. Morphy, Typorama, Πάτρα 2002, σ. 21.
[5] Νίκος Μπακουνάκης, Το φάντασμα της Νόρμα. Η υποδοχή του μελοδράματος στον ελληνικό χώρο το 19ο αιώνα, Αθήνα 1991.
[6] Ευανθία Στιβανάκη, Θεατρική ζωή, κίνηση και δραστηριότητα στην Πάτρα από το 1828 έως το 1900, Πάτρα 2001.
[7] Βλ. Βύρων Φιδετζής, «Δημήτριος Λιάλιος (1869-1940). Ένας Ευρωπαίος συνθέτης απ’ την Πάτρα», περ. Μουσικολογία, διπλό τεύχος αρ. 10-11, Αθήνα 1998, σ. 265-286.
[8] Βλ. Μουσικό κείμενο 1.
[9] Σπύρος Μοτσενίγος, Νεοελληνική Μουσική. Συμβολή εις την ιστορίαν της, Αθήναι 1958, σ. 249.
[10] Βλ. ενδεικτικά Τάκης Καλογερόπουλος, Το Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής, Αθήνα 1998, τ. 1, σ. 166 και Γ. Δ. Παναγόπουλος, Ιστορία της Φιλαρμονικής Αιγίου 1892-1952, Αθήναι 1953.
[11] Βλ. Μουσικό κείμενο 2.
[12] Βλ. Μουσικό κείμενο 3.
[13] Για τον Γκρεκ βλ. τη μονογραφία του Γιάννη Φιλόπουλου, «Ο συνθέτης Σωτήριος Γκρεκ και το μουσικό του έργο» στο περιοδικό Σύγχρονα Βήματα, Αθήνα 1991.


From the mid-19th century, due to the growth of trade and the presence of a sizeable community of Catholics, Patras comes in direct cultural exchange with Italy, mainly adopting musical influences. Musicians from Patras travel to musical centres in Italy (Bologna, Milan, Naples, and elsewhere), in order to perfect their studies and initiate themselves into the musical currents of the time more easily. There they print their first musical compositions (usually on Italian verses) and some of them perform their works on tours. These musicians, who come in contact with the Italian musical reality, are not necessarily natives of Patras, they live, however, and work for a long time in Patras moulding the local musical life. Among them, Joseph Liberalis, a music teacher of Italian descent from Corfu, lives and acts in Patras for 16 years as an instructor of the piano. Many of his compositions have been printed in Milan by the famous musical publishing house Ricordi, while the newspapers of the time refer to his works with complimentary comments. In Milan the compositions of one of Liberalis’ most important students, Chariklia Bogdanou, who, too, pursued her musical studies in Italy, are also printed by the publishing house Ricordi. In Milan young Constantinos Porfiropoulos studies the piano and composition on a scholarship of the Municipality of Patras; after returning to his native town, Porfiropoulos participates in the choir of the Catholic church. Other significant musicians from Patras in the late 19th and early 20th century are Dimitris Lialios, who composes Lieder on Italian verses, Dimitrios Stellakatos, who travels to Rome, and, finally, Eleni Lambiri, the poet Andreas Laskaratos’ granddaughter, who gives a series of concerts in Italy with compositions of hers on Italian poetry; in Patras Lambiri directs the “Philarmonic Society” for 25 years. On the other side, Italian music teachers, such us the eminent violinist Tiveri, are invited to Patras in order to teach music to the offspring of the urban families of the city. Some of them undertake the direction of significant institutions founded at the time, such as the “Philarmonic Society - Conservatory of Patras”. The Austrian Albert Andlouvich from Trieste directs and organises the Band of Patras in an exemplary way, as the conductor of which he takes part in the musical events of the first Olympic Games in 1896 in Athens. Andlouvich composed works for band and church music, as well. Church music is composed for the needs of the choir of the Catholic church by Sotirios Greck –a Catholic born in Athens, who played a leading part in the foundation of the musical association “Orpheus”–, as well as by his friend, Michele Cornello –an Italian composer, who maintained a musical publishing house in the centre of Patras and published scores of contemporary musicians from Patras, such as Antigoni Papamikropoulou. References to the musical activity of Patras can be found in Italian magazines. The role of the community of Catholics in the musical life of the city should, at last, be stressed, not only with respect to the choir of St. Andrew’s Catholic church, but also with regard to the presence of capable Italian music teachers in Catholic schools.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου