Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗ ΣΤΗΝ "ΟΔΥΣΣΕΙΑ"


Για την Οδύσσεια του Ομήρου σε μετάφραση Μανόλη Χατζηγιακουμή, (έκδοση του Κέντρου Ερευνών και Εκδόσεων, Αθήνα 2015) πρωτογράψαμε εδώ
Αλλά πριν δυο χρόνια, με δύο κείμενά μας: Ο μεταφραστής του Ομήρου αποδεικνύεται πεζός… και Για την Οδύσσεια Μαρωνίτη – Σχόλια στη μετάφραση, αμφισβητήσαμε το δόκιμον της μετάφρασης της Οδύσσειας από τον καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη, καθώς αυτή η μετάφραση έχει κατακυριεύσει τα πάντα (εκπαίδευση, θέατρο, δημοσιότητα κ.λπ.). 
Με βάση σχόλια του Μανόλη Χατζηγιακουμή για διάφορα μεταφραστικά ζητήματα, τα οποία μπορεί να διασταυρώσει ο κάθε υποψιασμένος αναγνώστης, έγραφα πριν δυο χρόνια: 
«Κατέφυγα στην μετάφραση Καζαντζάκη – Κακριδή (η Οδύσσεια είναι κυρίως έργο του Κακριδή) για να δω κάποια πράγματα, και διαπιστώνω έκπληκτος ότι ο Μαρωνίτης έχει …δανειστεί δεκάδες φράσεις και λέξεις του Κακριδή αυτούσιες! Αυτό σημαίνει ότι γι’ αυτές τις εκφράσεις δεν μπήκε στον κόπο να παλαίψει με τις λέξεις, αλλά πήρε το έτοιμο υλικό, το οποίο βέβαια υπηρετούσε έναν ολότελα άλλο σκοπό: τον δεκαπεντασύλλαβο. Ενώ ο Μαρωνίτης επέλεξε τον ελεύθερο στίχο, άρα μίξις άμικτος!» 
Ας δούμε την μεταφραστική λογική του Χατζηγιακουμή, όπως την αποτυπώνει στα Προλεγόμενα της έκδοσης: 

Μανόλης Χατζηγιακουμής
φωτ. Σωτήρης Κακίσης 

Η μετάφραση έγινε (πρέπει δυστυχώς να ειπωθεί) απευθείας από το πρωτότυπο. Στη μεθοδολογία της εργασίας προβλεπόταν επίσης να μη ληφθούν υπόψη και οι παλαιότερες νεοελληνικές μεταφράσεις. Οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, υπηρετούσαν άλλους στόχους (κυρίως ιδεολογικούς και δημοτικιστικούς). Βασική επιδίωξη ήταν να μείνει ανεπηρέαστη η οποιαδήποτε προσωπική προσέγγιση. Η καταρχήν πρόθεση ήταν να αποδοθεί το αρχαίο κείμενο σε κοινό (και πιστό) νοηματικό, ηχητικό και ρυθμικό νεοελληνικό ιδίωμα, όχι απλά περιγραφικό, και μέσα στα πλαίσια της μετάφρασης ενός ποιητικού αφηγηματικού έργου. Σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε πρόθεση να δημιουργηθεί, με βάση το αρχαίο, ένα ιδιόλεκτο «λογοτεχνικό» κείμενο, το οποίο μάλιστα να διεκδικεί την ένταξή του, με συγκεκριμένους τρόπους, μέσα στη γενικότερη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Ένας τέτοιος στόχος θα νόθευε, αναμφισβήτητα, την καθαρή και ευθύβολη επικοινωνία με το πρωτότυπο. Κατά τη μετάφραση, η ομηρική Οδύσσεια αντιμετωπίσθηκε, ευθύς εξαρχής, όχι απλά ως γραπτό, αλλά κυρίως ως προφορικό, δηλαδή ως κινούμενο και εκφωνούμενο (ραψωδικό και απαγγελτικό) κείμενο. Παράλληλα, και γι’ αυτόν τον λόγο, έγινε προσπάθεια η μετάφραση να πραγματοποιηθεί χωρίς καθόλου να αναδομηθεί το αρχαίο κείμενο (στους στίχους, αλλά και στη σειρά των λέξεων, όσο ήταν δυνατό). Από τα πρώτα ήδη πειράματα έγινε γρήγορα αντιληπτό ότι είχαμε ένα καθαρά αυτόνομο νεοελληνικό κείμενο, το οποίο ήταν στην ουσία, από άλλη σκοπιά, το ίδιο το αρχαίο. Η ισοζυγία αυτή οφειλόταν στο ότι το αρχαίο αντιμετωπίσθηκε πρωτίστως ως προφορικός ήχος. Του οποίου ο απόηχος ήταν, απροσδόκητα, ο ίδιος προφορικός νεοελληνικός ήχος. 
Η μετάφραση στο νεοελληνικό ιδίωμα ενός αρχαίου ποιητικού κειμένου είναι, αναμφισβήτητα, μια αυτόνομη δημιουργική, και εξίσου ποιητική, πράξη. Η οποία και αποτελεί, στην ουσία, προέκταση του πρωτοτύπου. Η προνομιακή ηχητική, ρυθμική και εκφραστική συγγένεια των δύο ιδιωμάτων, αρχαίου και νεοελληνικού, καθιστά ικανή μια τέτοια μετάφραση να υπερβαίνει, κατά πολύ, την απλή νοηματική απόδοση. Στην πράξη, γίνεται ένα δραστικό εργαλείο, με το οποίο μπορούν να γίνουν ορατοί, ευκολότερα, οι ποικίλοι εκφραστικοί και ποιητικοί τρόποι του πρωτοτύπου. Ωστόσο, οποιοδήποτε και αν είναι το εκφραστικό νεοελληνικό αποτύπωμα, η αντικατάσταση του πρωτοτύπου παραμένει ανέφικτη. Μια μετάφραση αρχαίου ποιητικού κειμένου υπάρχει μόνο δίπλα στο πρωτότυπο. Όχι επειδή έτσι δοκιμάζεται η αντοχή της, αλλά και επειδή έτσι λειτουργεί ως πραγματική προέκτασή του. Ο αρχαίος ποιητικός λόγος δεν είναι μόνο διδακτικός, είναι πρωτίστως λογοτεχνικός. Και όπως σε κάθε καλλιτεχνικό αποτύπωμα η οποιαδήποτε μεταφορά ή αναδημιουργία δεν αναιρεί, ούτε αντικαθιστά, και συνήθως δεν υπερβαίνει ποτέ την πρωτότυπη μορφή, έτσι και εδώ. Όσο αποτελεσματική και αν είναι μιά μετάφραση, το πρωτότυπο, το αρχαίο πρωτότυπο, παραμένει πάντοτε μοναδικό και αναντικατάστατο· στην ουσία δεν «μεταφράζεται». 
Ο Χατζηγιακουμής μας εισάγει σε μιαν άλλη μεταφραστική λογική κι αυτό είναι σημαντικό. Το αρχαίο κείμενο είναι ποιητικό, προφορικό, είναι ήχος, είναι ρυθμός, είναι αναντικατάστατο. Μια μετάφραση που λαμβάνει υπ’ όψιν της αυτά τα χαρακτηριστικά, μπορεί να είναι το όχημα για την καλύτερη δυνατή προσέγγιση των ποικίλων εκφραστικών και ποιητικών τρόπων του πρωτοτύπου. 
Μπορείτε να δείτε ενδεικτικό – αλλά πλούσιο - υλικό από την «Οδύσσεια» του Χατζηγιακουμή στον ιστότοπο του Κέντρου Ερευνών και Εκδόσεων
Π.Α.Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου