Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

ΜΙΑ ΝΕΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΝΤΜΙΤΡΙ ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ ΦΕΤΟΣ ΠΟΥ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ 110 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Julian Barnes, Ὁ ἀχός τῆς ἐποχῆς, μετ. Θ. Σκάσσης, Μεταίχμιο, Ἀθήνα, σελ. 231 
Τήν πρόσφατη ἑλληνική μετάφραση τῆς βιογραφίας τοῦ γνωστοῦ Ρώσσου μουσικοῦ Ντμ. Σοστακόβιτς (1906-1975) γραμμένης ἀπό τόν σύγχρονο Βρετανό συγγραφέα Julian Barnes, παρουσιάζω στήν σημερινή κατάθεση. 
Γιά τήν ζωή τοῦ Σοστακόβιτς ὁ συγγραφέας σημειώνει ὅτι ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν τά βιβλία Μαρτυρία (ἑλλ. μετ. Ε. Χατζηδήμου, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα 1982) τοῦ Σ. Βολκόφ καί Ὁ πατέρας μας Dsch (ἑλλ. μετ. Γ.Π. Πλουμίδης, Ἐκδόσεις Μουσαῖο, Ἀθήνα 2006) τῶν παιδιῶν τοῦ μουσικοῦ σύμφωνα μέ τήν καταγραφή τοῦ Μ. Ἄρντοφ. Ἐπίσης ὁ J. Barnes ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν τό βιβλίο Shostakovich: Α Life Remembered, 2006, τῆς Ἐλ. Γουίλσον. 
Ἐξ ἀρχῆς θά τονίσω ὅτι πέρα ἀπό τίς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες στήν συγκέντρωση στοιχείων (καί πολλῷ μᾶλλον τῆς σοβιετικῆς περιόδου) πού ἔχει ὁ βιογράφος τοῦ Σοστακόβιτς καί τῶν ἑρμηνειῶν τίς ὁποῖες δίδει στό ἀναγνωστικό κοινό, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ὁ σπουδαῖος Ρῶσσος μουσικός, ἐνῶ ἄλλοτε καταδικαζόταν ὡς «μικροαστός, φορμαλιστής, ὀπαδός τοῦ Μέγερχολντ, ἀριστεριστής» (σ. 40), «ἐχθρός τοῦ λαοῦ» (σ. 55, σ. 64), ἐνῶ ἀκόμη «παύθηκε ἀπό καθηγητής στό Κονσερβατόριο τόσο τῆς Μόσχας ὅσο καί τοῦ Λένινγκραντ» (σ. 103), ἀργότερα ὁ ἴδιος ἄνθρωπος καί ὁ ἴδιος μουσικός «κέρδισε ἕξι φορές συνολικά τό βραβεῖο Στάλιν» (σ. 150), «εἶχε ἰδιωτικό αὐτοκίνητο ἤδη πρίν ἀπό τόν Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Εἶχε ὁδηγό καί ντάτσα. Ἦταν μέλος τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος» (σ. 204). 
Οἱ παλαιότεροι θά θυμοῦνται τήν διατύπωση τῶν Ρώσσων σατιρικῶν συγγραφέων Ἠλ. Ἴλφ (1897-1937) καί Γεβγ. Πετρώφ (1903-1942) ὅτι «δέν ἀρκεῖ νά ἀγαπᾶς τή σοβιετική ἐξουσία· πρέπει ἐκείνη νά σέ ἀγαπάει» (σ. 116). Σχολιάζοντας ὁ Βarnes τήν ἀναφερθεῖσα διαδρομή τοῦ Σοστακόβιτς σημειώνει ὅτι «κατά τά φαινόμενα, ἡ σοβιετική ἐξουσία εἶχε ἀποφασίσει νά τόν ἀγαπήσει· κι ἐκεῖνος δέν εἶχε νιώσει ποτέ ψυχρότερο ἀγκάλιασμα» (σ. 198). 
Στό σημεῖο αὐτό τίθεται τό κρίσιμο ζήτημα τῆς σχέσης τῆς ἐξουσίας μέ τήν τέχνη. Βεβαίως εἶναι γνωστό ὅτι ἑκατοντάδες συγγραφεῖς καί καλλιτέχνες τῆς σοβιετικῆς περιόδου ἐκτελέστηκαν, ἐνῶ ἄλλοι ἐξορίστηκαν, ἤ ὑπέστησαν τόν λεγόμενο «ἠθικό θάνατο» (βλ. Δημήτρης Μπαλτᾶς, Μαρτυρολόγιο. Συγγραφεῖς καἰ καλλιτέχνες στό στόχαστρο τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2015, passim). Ἐπιχείρησαν οἱ συγγραφεῖς καί οἱ καλλιτέχνες τῆς σοβιετικῆς περιόδου νά μιλήσουν τήν «γλῶσσα τῆς ἀλήθειας» ἡ ὁποία «ὁδηγοῦσε κατευθείαν στόν θάνατο» (σ. 111). Ἐδῶ προκύπτει τό ἐρώτημα ἄν ὁ Σοστακόβιτς δέν ἤθελε ἤ δέν μποροῦσε νά μιλήσει τήν «γλῶσσα τῆς ἀλήθειας». Σέ κάθε περίπτωση, ὁ Βρετανός συγγραφέας θεωρεῖ ὅτι στόν «ἀχό τῆς ἐποχῆς», τῶν καταγγελτικῶν μεθόδων τῶν ὑπηρετούντων τήν σοβιετική ἐξουσία, «θά μποροῦσε νά ἀντιπαρατεθεῖ μόνο ἡ μουσική πού βρίσκεται μέσα μας, ἡ μουσική τῆς ὕπαρξής μας, πού μερικοί τήν μετατρέπουν σέ πραγματική μουσική. Καί αὐτή μέ τη σειρά της, ἄν εἶναι ἀρκετά δυνατή, ἀληθινή καί καθαρή, ἔτσι ὥστε νά καταπνίξει τόν ἀχό τῆς ἐποχῆς, μετατρέπεται σέ ψίθυρο τῆς ἱστορίας» (σ. 160).


Στό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο νά κάνω μία ἀναφορά στόν ἄλλο σπουδαῖο Ρῶσσο μουσικό τοῦ 20οῦ αἰ., τόν Ἰγκόρ Στραβίνσκι (1882-1971), στόν ὁποῖο ὁ Barnes ἀναφέρεται, κάπως πικρόχολα, τρεῖς φορές στό βιβλίο του. Γράφει λοιπόν ὅτι «μπορεῖ ὁ Ντμίτρι νά τιμοῦσε τόν συνθέτη Στραβίνσκι, ἀλλά ἀπεχθανόταν τόν στοχαστή» (σ. 170). Αὐτό διότι ὁ Στραβίνσκι ἦταν «ἀμέτοχος, ἐγωκεντρικός, ἀδιάφορος, ὅταν στήν πατρίδα του καλλιτέχνες καί συγγραφεῖς διώκονταν μαζί μέ τίς οἰκογένειές τους καί φυλακίζονταν, ἐξορίζονταν ἤ δολοφονοῦνταν» (σ. 170). Ἄν καί ἡ σκιαγράφηση τοῦ Στραβίνσκι εἶναι μᾶλλον ἀληθής, θά παραθέσω ἐδῶ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Στραβίνσκι κατά τήν ἐπίσκεψή του στήν Μόσχα τό 1962: «Λυπᾶμαι πολύ πού οἱ περιστάσεις μ’ ἔκαναν νά ἀποχωριστῶ τήν πατρίδα μου, πού δέν κατάφερα νά δημιουργήσω τά ἔργα μου ἐδῶ καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, λυπᾶμαι ἐπειδή δέν ἤμουν ἐδῶ γιά νά βοηθήσω τη νέα Σοβιετική Ἕνωση νά δημιουργήσει τήν νέα μουσική της. Δέν ἔφυγα ἀπό τη Ρωσία μέ τή θέλησή μου, ἄν καί ὑπῆρχαν πολλά πράγματα πού ἀντιπαθοῦσα στή Ρωσία μου, καί στή Ρωσία γενικότερα. Ὡστόσο, τό δικαίωμα νά ἐπικρίνω τή Ρωσία εἶναι δικό μου, ἐπειδή ἡ Ρωσία εἶναι δική μου καί ἐπειδή τήν ἀγαπῶ, καί τό δικαίωμα αὐτό δέν τό δίνω σέ κανένα ξένο» (Ἡ ἀναφορά ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό βιβλίο τοῦ O. Figes, Ὁ χορός τῆς Νατάσας, μέρος δεύτερο, μετ. Χρ. Οἰκονόμου, Ἐκδόσεις Ἠλέκτρα, Ἀθήνα 2006, σ. 376).
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἔχει ἐπίσης τεθεῖ πολλές φορές καί συζητηθεῖ τό ἐρώτημα ἄν ἡ ζωή τῆς σοβιετικῆς περιόδου ἄλλαξε ὅταν πέθανε ὁ Στάλιν καί τόν διαδέχθηκε ὁ Χρουστσώφ. Ἐπί τοῦ προκειμένου, ἀναφερόμενος στόν Σοστακόβιτς, γράφει ὁ Barnes: «Ἡ ζωή ἦταν καλύτερη [ἐπί Χρουστσώφ], ὅπως καλυτερεύει ἡ ζωή ἑνός φυλακισμένου ὅταν βγεῖ ἀπό τήν ἀπομόνωση καί ἔχει συγκρατούμενο στό κελί του καί ὅταν ὁ φύλακας δέν φτύνει πιά μέσα στή σούπα του … Ναί, μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἦταν καλύτερη» (σ. 186). 
Τό βιβλίο τοῦ Barnes χαρακτηρίζεται ἀπό ἕνα ἰδιαίτερο ὕφος. Δέν εἶναι ἱστορική πραγματεία ἀλλά βεβαίως στηρίζεται σέ ἱστορικές πηγές, ἐνῶ ὁ συγγραφέας προσεγγίζει τά καταγραφόμενα στοιχεῖα μέ προσωπικές ἐκτιμήσεις. 
Ἐπιλέγει ὁ Barnes τίς ἐπαναλήψεις, σκοπίμως νομίζω, συγκεκριμένων φράσεων, πού λειτουργοῦν ὡς ὁδοδεῖκτες στόν λόγο του (ἐνδεικτικῶς βλ. «Ἕνα πρᾶγμα ἤξερε μόνο: Τούτη ἦταν ἡ χειρότερη ἐποχή», «η ζωή δέν εἶναι περίπατος σέ λιβάδι», «κολυμποῦσε στίς τιμές σαν γαρίδα στή μαγιονέζα τοῦ κοκτέιλ»). Ἀνάλογη εἶναι ἡ ἐπιτυχημένη χρήση τῆς εἰρωνείας ἐκ μέρους τοῦ Barnes, κυρίως ὅταν ἀναφέρεται στήν ἐξουσία καί στά πρόσωπα πού τήν ὑπηρετοῦν (ἐνδεικτικῶς βλ. σ. 24, σ. 40, σ. 59, σσ. 188-189). 
Τέλος, νά προσθέσω ὅτι τό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα συμπίπτει μέ τήν συμπλήρωση 110 ἐτῶν ἀπό τήν γέννηση τοῦ σπουδαίου Ρώσσου μουσικοῦ Ντμ. Σοστακόβιτς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου