Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ο ΡΗΓΑΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Γ. Καραμπελιᾶς, Ἡ ἀνολοκλήρωτη ἐπανάσταση τοῦ Ρήγα, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2011, σελ 269. 
Ὕστερα ἀπό τά βιβλία γιά τό «1204» (32007) καί γιά τίς «Κοινωνικές συγκρούσεις στήν Σμύρνη τόν 19ο αἰ.» (2009) ὁ Γ. Καραμπελιᾶς καταθέτει τώρα τήν «Ἀνολοκλήρωτη ἐπανάσταση τοῦ Ρήγα Βελεστινλῆ». 
Ὅπως τά ἀναφερθέντα ἔργα, ὁμοίως καί τό παρόν χαρακτηρίζεται ἀπό μία ἄριστη γνώση καί χρήση τόσο τῶν πηγῶν ὅσο καί τῆς νεώτερης καί σύγχρονης βιβλιογραφίας, μέ τίς ὁποῖες ὁ συγγραφέας ἀναμετρᾶται ἐξαντλητικά. Αὐτό εἶναι βεβαίως ἀναγκαῖο γιά νά ἀντιμετωπίσει τήν ἑρμηνευτική ἀποδόμηση πού ἐπιχειρεῖται ἐδῶ καί καιρό στήν λεγόμενη ‘’ἐπιστημονική κοινότητα’’ τῆς Χώρας μας κατά τήν ὁποία ἡ ἱστορία ἀποτιμᾶται ἁπλῶς ὡς «κατασκευή», ἐνῶ οἱ ἱστορικές πηγές θεωροῦνται «δευτερεύουσα καί περιστασιακή πηγή τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας» (σ. 11). 
Εἰδικότερα, ὅσον ἀφορᾶ τό ἔργο καί τήν δράση τοῦ Ρήγα, μέχρι τώρα ἡ ἑρμηνευτική τοῦ ἔργου τοῦ Ρήγα ἐκινεῖτο ἀπό τήν θεώρηση τοῦ γνωστοῦ Γ. Κορδάτου πού τόν χαρακτηρίζει ὡς «πρόδρομο τοῦ νεοελληνικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ» (σ. 9) μέχρι τήν ἀποτίμηση τῶν συγχρόνων ἱστοριογράφων, κατεχόντων πανεπιστημιακές θέσεις, πού προσεγγίζουν τόν Ρήγα ἀποκλειστικῶς καί μόνον ὡς «δημιούργημα τοῦ Διαφωτισμοῦ» (σ. 10). Αὐτή ἀκριβῶς ἡ παράμετρος εἶναι κυρίαρχη καί στά κείμενα τοῦ Ρήγα πού διδάσκονται στή δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση (Γιά τήν ἀκρίβεια, σήμερα στό Γυμνάσιο διδάσκονται οἱ πρῶτοι 40 στίχοι ἀπό τόν «Θούριο», ἐνῶ στό Λύκειο ἕνα κείμενο ἀπό τήν «Ἐπαναστατική Προκήρυξη»). 
Ἔρχεται σήμερα ὁ Γ. Καραμπελιᾶς νά δώσει ἕναν ἄλλο προσανατολισμό στήν προσέγγιση τοῦ Ρήγα, διασαφηνίζοντας κατ’ ἀρχήν ὅτι τό ἔργο καί ἡ δράση τοῦ Ρήγα Βελεστινλῆ ἐρείδονται σ’ ἕνα τετράπτυχο, στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, στό Βυζάντιο, στόν νεώτερο ἑλληνισμό μέ τήν ὀρθόδοξη παράδοσή του καί τέλος στόν γαλλικό διαφωτισμό. Ἀναλυτικότερα. 
Ἡ ἀρχαιοελληνική παράμετρος ἀναδεικνύεται στό ἔργο τοῦ Ρήγα, πού «προβάλλει ἰδιαίτερα τή μορφή καί τόν ρόλο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τή γέφυρα πρός τήν οἰκουμενική περίοδο τοῦ ἑλληνισμοῦ καί τό Βυζάντιο» (σ. 124). Ἐπίσης εἶναι εὐδιάκριτη στό συνολικό ἔργο τοῦ Ρήγα ἡ ἀρχαιοελληνική δημοκρατική παράδοση, συνδεδεμένη συγχρόνως μέ τήν βυζαντινή πολιτική ἀντίληψη. Ἀκριβέστερα, κατά τόν συγγραφέα, μπορεῖ νά ἀνιχνεύσει κανείς στό ἔργο τοῦ Ρήγα τό ὅραμα γιά ἕνα «Βυζάντιο βαθύτατα ἐκδημοκρατισμένο καί ἐμβαπτισμένο στό ἀρχαιοεεληνικό πνεῦμα» (σ. 127). Σέ γενικές γραμμές ἡ δημοκρατική ἀντίληψη τοῦ Ρήγα προσδιορίζεται στό βιβλίο πού παρουσιάζεται σήμερα, ὡς «ἑλληνική», καί ἡ ὁποία «συμπεριλαμβάνει ὅλους πολίτες, χωρίς διάκριση φυλῆς, γλώσσας καί θρησκείας» (σ. 116). Προφανῶς αὐτά σημαίνουν ὅτι ὁ Ρήγας δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας κομιστής τῶν ἰδεῶν τοῦ γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ καί τοῦ περίφημου τριπτύχου «ἐλευθερία, ἰσότητα, ἀδελφοσύνη» πού κυριάρχησε μέ διάφορες παραλλαγές ὕστερα ἀπό τό 1789 στόν εὐρωπαϊκό χῶρο, ὅπως ἔχει πολλές φορές τονισθεῖ ἀπό τούς συγχρόνους ἱστοριογράφους μας.
Ἀπό τίς παραμέτρους πού ἔχουν ἐπιδράσει στήν διαμόρφωση τῆς σκέψεως τοῦ Ρήγα ἐκτός τῆς ἀναφερθείσης ἀρχαιοελληνικῆς, ὁ συγγραφέας τονίζει ὅτι τό στοιχεῖο πού ἔχει ἀποσιωπηθεῖ τόσο στήν νεώτερη ὅσο στήν σύγχρονη ἱστοριογραφία, εἶναι «ἡ σχέση (ἐνν. τοῦ Ρήγα) μέ τήν νεώτερη ἑλληνική καί ἑληνορθόδοξη παράδοση … Ἀπό πολλούς σύγχρονους συγγραφεῖς καί, δυστυχῶς, ὄχι πάντα τῆς ἀποδομητικῆς σχολῆς, δίδεται ἡ ἐντύπωση ἑνός διανοουμένου χωρίς ρίζες στήν ἑλληνική λαϊκή παράδοση καί, ἄν ὄχι ἄθεου, μᾶλλον ἀγνωστικιστῆ…» (σ. 120). Μἀλιστα προστίθεται ὅτι «ἡ ὀρθοδοξία, τό κυριότερο μαζί μέ τή γλῶσσα στοιχεῖο τῆς νεώτερης ἑλληνικῆς ἰδιοπροσωπίας, εἶναι παροῦσα σέ ὅλα σχεδόν τά κείμενά του καί κατ’ ἐξοχήν στά πλέον ἐπαναστατικά-ἐθνεγερετικά» (σ. 121). Αὐτό τό στοιχεῖο τῆς Ὀρθοδοξίας στό ἔργο τοῦ Ρήγα πού ἀναδεικνύεται στό παρουσιαζόμενο σήμερα βιβλίο, εἶναι μέρος ἑνός ἑρμηνευτικοῦ προσανατολισμοῦ σαφῶς διαφορετικοῦ ἀπό τίς παλαιότερες ἰδεολογικές θεώρησεις. 
Ὁμοίως ἀπορρίπτει ὁ Γ. Καραμπελιᾶς τήν μονοδιάσταση προσέγγιση, ἐκ μέρους ὁρισμένων μελετητῶν, τοῦ Ρήγα ὡς «δυτικοῦ διανοουμένου, πού προσπαθεῖ νά προσαρμόσει καί νά ἐφαρμόσει τά διδάγματα τοῦ δυτικοῦ διαφωτισμοῦ στήν καθυστερημένη Ἑλλάδα» (σ. 141). Ἀσφαλῶς αὐτή ἡ πλευρά μπορεῖ νά συσχετισθεῖ μέ τήν συναφῆ ἑρμηνεία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ὡς προϊόντος τοῦ γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ. Στό σημεῖο ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά παρατηρήσω ὅτι ἄν καί οἱ ἰδέες τοῦ διαφωτισμοῦ εἶχαν ἐνδεχομένως κάποιο ρόλο στήν προετοιμασία τοῦ Ἀγῶνος τῆς Ἀνεξαρτησίας, ἡ πιθανή ἐπίδραση τοῦ διαφωτισμοῦ ἀναφέρεται περισσότερο στούς μορφωμένους στήν Δύση λογίους καί ὄχι στούς βασικούς συντελεστές τῆς ἐπιτυχίας τοῦ 1821, δηλαδή στόν Λαό καί στήν Ἐκκλησία. Οἱ ἀνεπιτυχεῖς ἐξεγέρσεις τῶν Ἑλλήνων ἀμέσως μετά τό 1453 (ὁ ἀριθμός τῶν ὁποίων ἀνέρχεται σέ 40) δείχνουν ἀκριβῶς ὅτι ὁ χαρακτήρας τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἦταν κατά βάσιν αὐτοφυής. Παρ’ ὅλον ὅτι ὁ Λαός ἀνήκει στούς βασικούς συντελεστές τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, εἶναι γεγονός ὅτι κατά τόν συγγραφέα «μόνον ὁ Ρήγας θά ἐπιχειρήσει νά συνδυάσει στά ἴδια πρόσωπα, τόν ‘’φωτισμό τοῦ γένους’’ μέ τήν ἐπανάσταση, συγκροτώντας μιά ‘’ἐπαναστατική πρωτοπορία’’ ἀπό διανοουμένους ἤ ἐμπόρους/ διανουμένους. Ἐπρόκειτο γιά μία ἀπόπειρα παραδειγματική, ἀλλά χωρίς συνέχεια. Ἡ ἑλληνική διανόηση παρέμεινε διαχωρισμένη ἀπό τά λαϊκά στρώματα καί δέν κατόρθωσε σχεδόν ποτέ νά μεταβληθεῖ σέ ὀργανική διανόηση καί ἀκόμα περισσότερο σέ μιά ‘’ἐπαναστατική διανόηση’’ (σ. 165). Εἶναι σαφές, ἄν καί ὄχι πάντοτε ἀποδεκτό, ὅτι ἡ ἑλληνική ἐπανάσταση, καί γιά τόν Ρήγα, ὅπως γιά τόν ἑλληνικό λαό καί συγκεκριμένα γιά τούς ἀγωνιστές τοῦ 1821, θά ἔχει χαρακτήρα ἐθνικοαπελευθερωτικό καί ὄχι κοινωνικό. Ἐπισημαίνει σχετικῶς ὁ Γ. Καραμπελιᾶς ὅτι «βασικός στόχος τοῦ Ρήγα εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τῶν Ἑλλήνων καί ὄχι ἡ μορφή τοῦ καθεστῶτος» (σ. 109). 
Μεταξύ τῶν συμπερασμάτων τοῦ συγγραφέα τονίζεται ὅτι ἡ ἐπαναστατική σκέψη τοῦ Ρήγα εἶναι κατά βάσιν συνθετική, ἐνῶ τό ὅραμά του παραμένει ἀνολοκλήρωτο, ὅπως καί τό ὅραμα τῆς Ἐπανάστασης τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων. Περιορισμένη ἀπό τίς ἰδεολογικές ἀγκυλώσεις καί τίς συναφεῖς ἑρμηνευτικές ἀστοχίες ἡ σύγχρονη ἱστοριογραφία μας ἐξαντλεῖται στήν παρουσίαση τοῦ Ρήγα ὡς «ὀπαδοῦ τῶν Φώτων, χωρίς ἐθνική ταυτότητα, πού ἁπλῶς προπαγάνδιζε τήν ‘’ἀδελφοσύνη τῶν λαῶν’’» (σ. 215). Συναφῶς λησμονεῖται ἐκ μέρους τῆς ἐθνοαποδομητικῆς ἱστοριογραφίας τό οἰκουμενικό περιεχόμενο τῆς ἑλληνικῆς κοσμοαντιλήψεως καί τοῦ ἴδιου τοῦ Ρήγα. Εἶναι γεγονός ὅτι ἐάν ὁ Ρήγας ὑπερέβη, ἔστω ἐλάχιστα, τόν «καημό τῆς Ρωμιοσύνης» (σ. 216), ὁ σύγχρονος ἑλληνισμός, πού τελεῖ ἀκόμα σήμερα ἐν συγχύσει, δέν μπορεῖ νά ὁραματιστεῖ τήν ὑπέρβαση αὐτή. Εἶναι εὐνόητο ὅτι τό ἀνολοκλήρωτο ὅραμα τοῦ Γένους δείχνει ἐν τέλει τήν τραγικότητα τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἰδιαιτέρως κατά τούς τελευταίους ὀκτώ αἰῶνες. Ἐπιβάλλεται δέ νά προστεθεῖ ὅτι αὐτό τό ὅραμα γίνεται ἀκόμη πιό ρομαντικό καί οὐτοπικό, ὅταν ἡ κριτική προσέγγιση τῶν ἰδεῶν τοῦ Ρήγα γίνεται ἐκ τῶν ἔσω, ὅπως γιά παράδειγμα στήν περίπτωση τοῦ λογίου Μιχαήλ Περδικάρη (1766-1828), ὁ ὁποῖος, μέ μία συντηρητική διάθεση καί μέ μία πεσιμιστική θεώρηση τῆς ἱστορίας, ἐπικρίνει τήν ἐπαναστατική προοπτική τόν Ρήγα, ἐνῶ παράλληλα τονίζει μεταξύ ἄλλων τόν ἐπιεικῆ χαρακτῆρα τῆς διακυβερνήσεως τῶν ὀθωμανῶν ἔναντι τῶν Ἐλλήνων (βλ. ἀναλυτικῶς σσ. 234-236), προοικονομώντας μ’ αὐτόν τρόπο τίς ὄψεις τοῦ συγχρόνου νεο-ὀθωμανισμοῦ στήν χώρα μας (τίς ὁποῖες εὔκολα μπορεῖ νά ἀνιχνεύσει κανείς σήμερα στούς τομεῖς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τῆς παιδείας, τῶν οἰκονομίας, τοῦ τουρισμοῦ, ἀκόμη καί τῆς καθημερινότητας τῶν Ἑλλήνων). 
Ἀντιθέτως πρός τίς ἀπόψεις τοῦ Περδικάρη, ἡ ἰδέα τοῦ Ρήγα περί τῆς ἐπαναστάσεως καί τῆς ἀπελευθερώσεως ἀπό τούς ὀθωμανούς ἐμπνέει τήν ξένη διανόηση. Ἀπό τά πολλά παραδείγματα θά ἀναφέρω τό ποίημα Τό πολεμικό θούριο τῶν Ἑλλήνων τοῦ ποιητῆ Ρώσσου ποιητῆ Φιοντόρ Γκλίνκα (1786-1880). Μάλιστα στίχοι, ὅπως «Ὥς πότε σκλάβοι στά δεσμά/ Τῶν Ἀγαρηνῶν θά ζοῦμε; / Τούς τυράννους τῆς γλυκιᾶς μας Ἑλλάδας / Ἦρθε ἡ ὥρα νά ἐκδικηθοῦμε!» (Βλ. Ἡ ἑλληνική ἐπανάσταση τοῦ 1821 στόν καθρέφτη τῆς ρωσσικῆς ποίησης, ἐπιλ.-εἰσ.-ἐπιμ. Σ. Ἰλίνσκαγια, Ἀθήνα 2001, σ. 83) θυμίζουν ἀσφαλῶς τόν γνωστό Θούριο (Βιέννη, 1797) τοῦ Ρήγα. Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά ἀναφέρω στό σημεῖο αὐτό ὅτι γιά τούς Ρώσσους ποιητές τοῦ 19ου αἰ. ἡ ἑλληνική ἐπανάσταση ἀποτελοῦσε μία ἔμπνευση κι ἕνα ὅραμα, ἄν λάβει κανείς ὑπ’ ὄψη ὅτι κατά τήν δεκαετία τοῦ 1820 στήν Ρωσσία ὑπῆρχε μία ἐσωτερική πολιτική ζύμωση, προερχόμενη ἀπό κύκλους τῶν εὐγενῶν καί ἀποσκοποῦσα στήν ἀνατροπή τοῦ τσάρου. Αὐτή ἡ πολιτική ζύμωση ἐκδηλώθηκε, ὡς γνωστόν, στήν Ρωσσία μέ τό κίνημα τῶν λεγομένων «Δεκεμβριστῶν» τό 1825 (βλ. σχετικῶς καί σ. 201, σημ. 358). 
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, νομίζω ὅτι τό παρόν βιβλίο τοῦ Γ. Καραμπελιᾶ μπορεῖ νά ἀναγνωσθεῖ ἀπό ἕνα εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό μέ ἱστορικά ἐνδιαφέροντα καί ἐπίκαιρους προβληματισμούς. Αὐτό ἐνισχύεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ συγγραφέας ἀπεικονίζει ἄκρως ἱκανοποιητικά, στίς λεπτομέρειές του, τό πορτραῖτο μιᾶς γοητευτικῆς ἐπαναστατικῆς φυσιογνωμίας τῆς νεώτερης ἑλληνικῆς ἱστορίας. 
(Ἀδημοσίευτο κείμενο τῆς Ὁμιλίας τοῦ γράφοντος κατά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου στόν Βόλο, στήν «Βιβλιοθήκη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν», στίς 2 Δεκεμβρίου 2011)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου