Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΑΛΗΣΤΟΣ" (ΚΥΠΡΟΣ) ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΠΟΥΛΜΠΑΣΑΚΟΥ


Παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Μπουλμπασάκου
Άληστος (Όταν γυρίσεις να χαμογελάς…), εκδόσεις διαπολιτισμός
Αίθριο Παλαιού Δημοτικού Νοσοκομείου Πατρών
(Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012)

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Όταν μου τηλεφώνησε ο Κώστας Μπουλμπασάκος για να με καλέσει στην αποψινή εκδήλωση, δέχθηκα αμέσως γιατί μου είπε ότι το καινούργιο του μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην Κύπρο.
Η Κύπρος για μένα έχει «στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης», για να θυμηθώ τον εραστή της Μεγαλονήσου, τον Γιώργο Σεφέρη. Και για να καταφύγω πάλι στο Σεφέρη:

Το κλίμα της Κύπρου γιατί μου πηγαίνει.
Ελληνική, χωρίς Έλληνα χωροφύλακα ή δημόσιο υπάλληλο ― μετατόπιση της παράδοσης: πιο αρχαία και πιο ντοπιολαλιά.

Έτσι, δεν συμμερίζομαι –επιτρέψτε μου– καθόλου την καχυποψία κάποιων Ελλαδιτών για τους αδελφούς Κυπρίους και αντιστοίχως δεν κατανοώ τις όποιες αιτιάσεις των Κυπρίων για τους Ελλαδίτες. Λάθη έχουν γίνει κι απ’ τις δυο πλευρές. Αυτά όμως δεν είναι –δεν πρέπει να είναι– ικανά να μας χωρίζουν σε καμία περίπτωση.
Διάβασα το βιβλίο του Κώστα Μπουλμπασάκου σχεδόν σε μια μέρα. Όταν επικοινωνήσαμε πάλι τηλεφωνικά του είπα:
«Τώρα κατάλαβα γιατί με ήθελες στην παρουσίαση. Ήθελες κι ένα θεολόγο, αφού το μυθιστόρημα μας βάζει στη ζωή μιας ιερατικής οικογένειας, του παπα-Δημήτρη, του οποίου ο πεθερός ήταν επίσης παπάς –ο παπα-Νικόλας–, η Κουστάντω, βασική ηρωίδα, γίνεται καλόγρια, και η μορφή του Εθνάρχου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου δεσπόζει, αφού δεν γίνεται αλλιώς, μιας και η όλη υπόθεση αρχίζει γύρω στα 1957 (αγώνας για την απελευθέρωση από τους Άγγλους, ανεξάρτητη Κύπρος, τουρκική εισβολή, το δράμα των προσφύγων και της διχοτόμησης) και αγγίζει το 2004, με το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν».
Έτσι, το μυθιστόρημα του Κώστα Μπουλμπασάκου είναι εθνικού περιεχομένου μέσα από τη δεσπόζουσα θέση του κλήρου στην Κύπρο τα παλαιότερα –τουλάχιστον– χρόνια. Ευτυχώς ο συγγραφέας είναι γνησίως εθνικός, δηλ. δεν είναι εθνικιστής ούτε κατ’ ιδέαν, και –εδώ είναι το ενδιαφέρον– γνησίως χριστιανός, χωρίς ενδεχομένως να ήταν κάτι τέτοιο στις προθέσεις του, αφού δεν το κραυγάζει, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να ανακαλύψει αυτή τη γνησιότητα, μέσα από την περιγραφή των χαρακτήρων και των γεγονότων.

 
Ας έρθουμε τώρα στους «ιερατικούς» χαρακτήρες του έργου.
Ο παπα-Νικόλας, «άνθρωπος της υπομονής» κατά τον συγγραφέα, μα και άτεγκτος σε ζητήματα ηθικής, λίγο μας απασχολεί στο μυθιστόρημα. Πρωταγωνιστεί στη σκηνή που ο νεαρός Δημήτρης τολμά να του ζητήσει το χέρι της κόρης του Δέσποινας, την οποία είχε προσεγγίσει με τέχνασμα (της είχε κλέψει το ρολόι). Τελικά, παρά την αρχική οργή του για το θράσος του νεαρού, ο σεβάσμιος λευίτης κάμπτεται και δίνει στον Δημήτρη την κόρη του, η οποία από παπαδοκόρη γίνεται πρεσβυτέρα, αφού ο άντρας της εκπληρώνει το παλιό όνειρό του για την ιεροσύνη.
Ο παπα-Δημήτρης του Κώστα Μπουλμπασάκου θα μπορούσε να είναι και ήρωας του Παπαδιαμάντη.
Καθώς ο συγγραφέας περιγράφει τα οργίλα ξεσπάσματά του, που έχουν κυρίως ως αφορμή τις συμπεριφορές των παιδιών του, μου θύμισε εκείνο που λέει ο Σκιαθίτης για τον γερο-Φραγκούλα, που ρεμβάζει κάποιο Δεκαπενταύγουστο: «ευεπίφορος εις το πείσμα, και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω ατέλειαι των ανθρώπων!».
Ο παπα-Δημήτρης του κυπριακού χωριού είναι ολότελα ανθρώπινος. Λατρεύει τις πορτοκαλιές του! Παλεύει με τη γη. Τα χωράφια του είναι η ζωή του. Και την οικογένεια παραμελεί για χάρη τους. Μάλλον αγρότης πρώτα κι ύστερα παπάς. Συντηρητικός ως το κόκαλο, αφού αυτό επιτάσσουν τα ήθη της εποχής. Ένας εκρηκτικός άνθρωπος δε δέχεται μύγα στο σπαθί του. Την ίδια στιγμή είναι αυτός που συνομιλεί ακατάπαυστα μυστικώς με τον εαυτό του και με τον Θεό. Οι σκέψεις που τον κατακλύζουν τον συνθλίβουν ενίοτε. Στον Θεό και την Παναγία που λατρεύει απευθύνεται σα να μιλάει στον διπλανό του. Με μακρυγιάννεια απλότητα. Με αμεσότητα που εκπλήσσει και θυμίζει το Γραφικόν: Ελάλησε Κύριος προς Μωσήν ενώπιος ενωπίω, ως ει τις λαλήσει προς εαυτού φίλον. Αυτός «ο ηλιοψημένος αντιρρησίας των χωραφιών», όπως τον χαρακτηρίζει προσφυέστατα ο συγγραφέας, παλεύει με τους λογισμούς του γύρω από τον Θεό, θυμίζοντάς μας τους ασκητές, που δεν τελειώνουν ποτέ με τον Θεό, αλλά πάντα βρίσκονται σε μια παλίνδρομη σχέση αμφισβήτησης και λατρείας.

Ο παπα-Δημήτρης λατρεύει τις πορτοκαλιές του, ναι, μα τις έχει ταμένες! Απ’ το εισόδημά του θα έφτιαχνε το τάμα του: το ναό της Αναστάσεως του Σωτήρος, στην είσοδο του χωριού. Αλλά άλλες οι βουλές του Υψίστου! Οι πορτοκαλιές κάηκαν και τα λεφτά που είχε μαζέψει ο παπα-Δημήτρης και τα παράχωνε δω και κει δεν βρέθηκαν όλα…
Ψηλαφώντας μέσα από τη διήγηση του συγγραφέα αυτή την ερωτική σχέση του παπα-Δημήτρη με τις πορτοκαλιές του, νομίζω πως κατάλαβα λίγο καλύτερα το ποίημα του Βρεττάκου «Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές»:

Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια τοῦ ἔρωτα,
ἄσπρισαν ἀπ᾿ τὰ λόγια σου, γείρανε τὰ κλαδιά τους
γιόμισα τὸ μικρό μου κόρφο, πῆγα καὶ στὴ μάνα μου.

Κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ μάλωνε:
Χτὲς σ᾿ ἔλουσα, χτὲς σ᾿ ἄλλαξα, ποῦ γύριζες –
ποιὸς γιόμισε τὰ ροῦχα σου δάκρυα
καὶ νεραντζάνθια;

Αγρότης πρώτα κι ύστερα παπάς, όπως είπαμε, ήθελε χέρια για τα χωράφια του. Γι’ αυτό έκανε παιδιά –εννιά παρακαλώ– προσδοκώντας πάντοτε αυτά που κατουρούσαν όρθια! Άλλωστε έτσι ήταν τότε το ειθισμένον. Όταν η Αναρή του χάλασε τη σειρά, ένα κορίτσι ένα αγόρι έκανε η πρεσβυτέρα –λες και το ’χε συμφωνημένο με το Θεό–, εκείνος πήγε να πετάξει το βρέφος απ’ το παράθυρο! Μα αμέσως μετά πρόσπεσε στην Παναγία τη Θεσκέπαστη ζητώντας εξιλέωση.
Παπά δεν φαίνεται να θέλησε να φκιάσει ο παπα-Δημήτρης. Αγρότη ήθελε. Έτσι κανένα αγόρι του δεν ακολούθησε την ιεροσύνη. Αντίθετα την απέφευγαν, όπως και τον συνήθως θυμωμένο πατέρα τους.
Ως ποιμένας αγρυπνούσε για το ποίμνιό του, τους χωριανούς του. Μόνη του έγνοια η ενότητα. Και στις μέρες του διχασμού, τα σωθικά του καίγονταν! Αντικομμουνιστής και Μακαριακός μέχρι το μεδούλι, έφτασε να δικαιολογεί μέσα του τον κομμουνιστή πρωθιερέα, τον συγχωριανό του, σαν τα μαντάτα για το ρόλο των ξένων δυνάμεων έσκισαν τον αέρα της Μεγαλονήσου, και τελικά ήρθε η εισβολή.
Στη δούλεψή του είχε έναν Τουρκοκύπριο και το παιδί του τον Αλτίν. Η σχέση του ήταν αδελφική με τον αλλόθρησκο. Οι δυο οικογένειες αγαπιόντουσαν πολύ! Το μήνυμα του συγγραφέα εδώ είναι σαφές. «Παρακάλα και σύ το δικό σου Θεό, κι εγώ το δικό μου», είπε ο παπα-Δημήτρης στον Νεκάτ όταν ήλθαν τα δύσκολα για όλους. Ειρηνική συνύπαρξη και ανεκτικότητα άφατη. Κι όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «κι ο καθένας τους πορεύτηκε με το δικό του θεό».
Ο παπα-Δημήτρης, που έγινε και μανάβης –πουλούσε τα πορτοκάλια του για να βγάλει λεφτά για το τάμα του–, ήταν ένας πολύ γήινος λευίτης. Αυθεντικός –υποκρισία δεν ήξερε τι σημαίνει– και παθιασμένος. Σαν τον γερο-Φραγκούλη του κυρ Αλέξανδρου: «επίστευε και έκλαιεν […] ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει…».
Η παπαδιά του η Δέσποινα ήταν από εκείνες τις παπαδιές και τις μάνες που καίγονταν λαμπάδες αναμμένες. Υπομονή πολλή με τον δύστροπο παπά, κυματοθραύστης της οργής του προς τα παιδιά, μεσίτης τους σ’ αυτόν, ακοίμητη κυριολεκτικά, νοικοκυρά απ’ αυτές που δεν υπάρχουν προ πολλού, μάνα που γίνεται θυσία κάθε στιγμή. Ανάστησε εννιά παιδιά. Και της έφυγαν όλα! Στην Ελλάδα, στη Ν. Αφρική, στην Αυστραλία. Κι εκείνη έδενε κόμπους στα μαντήλια της για καθένα τους, λαχταρώντας το γυρισμό τους.
Το τέλος της παπαδιάς και παπαδοκόρης, της ηρωίδας Κύπριας μάνας, μαρτυρικό. Την έφαγε ο καημός, η στενοχώρια. Ειδικά όταν η κόρη της η Αλεξία έχασε τον άντρα της στην Αυστραλία, η παπαδιά η Δέσποινα μπήκε για πρώτη φορά στο αεροπλάνο και πήγε να τη συντρέξει. Γύρισε με σάκχαρο απ’ τη στενοχώρια της. Αυτή η παλιαρρώστια τη νίκησε τελικά. Με ακρωτηριασμούς που δεν τους άντεξε. «Κατέβασε το διακόπτη κι αναπαύτηκε».

Ο συγγραφέας Κώστας Μπουλμπασάκος
Η σχέση της με την Παναγία μάνας και κόρης. Έκανε τα εννιά παιδιά και την παρακάλεσε: «Παναγία μου, κάνε να στέρξει η στιγμή, παιδιά άλλα να μην κάνω…». Και την άκουσε η Παναγιά. Άλλα παιδιά δεν έκανε όσο κι αν προσπάθησε ο παπάς για το αντίθετο.
Κι αυτά που έκανε της τα πήρε η ξενιτειά. Τα ξαναείδε όλα μαζί στην τελευτή της. Λες και συνάχτηκαν «θεαρχίω νεύματι» από τα πέρατα της γης, για να προπέμψουν στην αιωνιότητα το σύμβολό τους. Σαν την Παναγιά κατά την κοίμησή της «από κει ψηλά που ήταν, τα κοιτούσε με πόση λατρεία ακουμπούσαν στο φέρετρό της και δάκρυσε».
Η Κουστάντω είναι μια άλλη ηγεμονική μορφή στο μυθιστόρημα του Κώστα Μπουλμπασάκου. Αγρίμι σωστό. Ορφανή από μάνα, μεγάλωσε με τον θεόφτωχο πατέρα της, ο οποίος την πάντρεψε στανικά, πράγμα που σημαίνει ότι ο γάμος δεν φτούρησε. Η Κουστάντω ήταν τόσο ανεξάρτητη που ανέβηκε στο βουνό και πολεμούσε μαζί με τα παλικάρια τους Άγγλους αποικιοκράτες. Εκεί γνώρισε τον άντρα της ζωής της. Τον Ηλία τον δασκαλάκο από τη Μόρφου, ευγενικό άνθρωπο, με τον οποίο έζησε αρραβωνιασμένη –και βαθιά ερωτευμένη– μέχρι που της τον φάγανε οι Τούρκοι στην εισβολή του ’74. Η Κουστάντω δεν άντεξε την απώλεια. Τραχιά καθώς ήταν έγινε καλόγρια. Άλλη λύση ζωής γι’ αυτήν δεν υπήρχε. Μια καλόγρια που συναντιέται με την Ανθή, την κόρη του παπα-Δημήτρη και της Δέσποινας, το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, και δεν της λέει τίποτα περί Θεού. Απλώς την αγαπάει βαθιά, όπως την αγαπούσε μια ζωή. Σαν κόρη της.
Ο συγγραφέας θέτει ένα καίριο ζήτημα, απόλυτα υπαρξιακό, μέσω της Ανθής. Αυτό της μισής ζωής. Του ανεκπλήρωτου. Του ανικανοποίητου. Αυτού που λέει ο Χατζιδάκις στην Οδό Ονείρων:

 

κανείς δε ζει αληθινά αυτό που θα ’θελε να ζει,

γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή

κι όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία.

 

 

Η Δέσποινα, η παπαδιά, που θυσίασε τ’ όνειρό της να γίνει δασκάλα, και που θα ’θελε έναν άντρα να τη νοιάζεται πιο πολύ, και που θα ’θελε τα παιδιά της κοντά της κι όχι στον τετραπέρατο κόσμο.

Η κόρη της η Ανθή, που συλλογιέται πως τα έκανε όλα μισά: «Μισός γάμος (χώρισε σύντομα), μισή οικογένεια, μισή δουλειά (δεν σπούδασε νομική όπως ονειρευτόταν), μισή σύνταξη, μισή πατρίδα…».

Η Κουστάντω, που παντρεύτηκε εκείνον που δεν ήθελε, κι όταν συνάντησε τον άντρα της ζωής της δεν έγινε βολετό να τον παντρευτεί, δεν απέκτησε μαζί του ένα παιδί που λαχταρούσε και της τον εθέρισε το δρεπάνι του θανάτου, και έτρεξε –καλόγρια πια– για να ψηφίσει «ναι» ή «όχι» στο σχέδιο Ανάν, και δεν πρόλαβε.

Τρεις γυναίκες, οι κατ’ εξοχήν ηρωίδες του έργου, που έζησαν μισές ζωές… Και ο συγγραφέας κλείνει το μυθιστόρημά του με το ελυτικόν: «Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες».

Μα εμένα μου ’ρχεται αυθόρμητα και το «Παράπονο» του Ελύτη, που θαρρώ ταιριάζει γάντι στην περίπτωση:


Άλλα είν’ εκείνα που αγαπώ
γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα

Στ’ αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ’ ομολογώ
Σαν να ’μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου