Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ


Της Μαριάννας Καραβασίλη
«Έχω συλλάβει τη μορφή μου κάπου ανάμεσα σε μια θάλασσα, που ξεπροβάλλει από το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι μιας εκκλησιάς, και σ’ ένα κορίτσι ξυπόλητο, που του σηκώνει ο άνεμος το ρούχο, μια στιγμή τύχης που αγωνίζομαι να αιχμαλωτίσω και της στήνω καρτέρι με χρώματα ελληνικά» σημειώνει στα «Ανοιχτά Χαρτιά» ο Οδυσσέας Ελύτης. 
Στα εκατοντάχρονα της γέννησής του, που ήταν 2 Νοεμβρίου του 1911, μια βαθύτερή του επιθυμία έγινε, ετεροχρονισμένα, πραγματικότητα. 
Τον περασμένο Αύγουστο έγιναν τα θυρανοίξια του αφιερωμένου στη Παναγιά την Παντοχαρά μικρού ναού, στη Σίκινο που ποτέ δεν επισκέφτηκε αλλά ύμνησε και ξεχώρισε για την παράξενη ομορφιά της. 
Σ’ αυτό το μικρό νησάκι του Αιγαίου, το σχεδόν αλώβητο από τον τουρισμό χτίστηκε λοιπόν ακόμα ένα εκκλησάκι. Η ειδοποιός διαφορά του είναι ότι είναι επώνυμο, είναι το “τάμα του Ελύτη”. Πελεκημένη στην πέτρα στο υπέρθυρο της εκκλησιάς διαβάζουμε τη φράση: «Παρθένω Σικινίω Οδυσσέας Ελύτης ανέθηκε» και μια αναμνηστική πινακίδα στη νότια πλευρά μας παρέχει όλες τις πληροφορίες που αφορούν στο χτίσιμο. 


Καθισμένη στο μικρό περίβολο της εκκλησιάς που είναι χτισμένη ψηλά πάνω σ’ ένα πανέμορφο βράχο που αγναντεύει το Αιγαίο και στέλνει χαιρετίσματα στ’αντικρινά νησιά Σίφνο, Κίμωλο, Μήλο, Φολέγανδρο, Αντίπαρο, σκέφτομαι από τί ακριβώς «υλικά» να φτιάχτηκε το δικό του τάμα. Το απόσπασμα από τα «Ανοιχτά χαρτιά» μου δίνει την εικόνα, το συναίσθημα. Ελληνικότητα. Αλλά ο Ελύτης δεν είναι καρτ ποστάλ τουριστικού περιπτέρου, δεν στέκεται μόνο στο φαίνεσθαι. Τα σχεδόν εξομολογητικά του λόγια όταν πρωταντίκρυσε, στη Ζάκυνθο όπου φυλάσσεται, την εικόνα της Παναγιάς της Παντοχαράς δείχνουν ότι η σχέση του με την Παναγία, πόρρω απέχοντας από την τυπική θρησκευτικότητα, είναι παρ’όλα αυτά βουτηγμένη στην αύρα της. 
«…συχνάζω εκεί όπου κάθε θολούρα ως κι ο καπνός του τσιγάρου μου ακόμη εξουδετερώνεται απ’το θαλασσάκι που φυλάγει καλού-κακού για χάρη μου στο βορειοδυτικό της ντουλαπάκι η Παναγιά η Παντοχαρά». 
Στρέφω το βλέμμα μου προς την ενδοχώρα και παρατηρώ τα διάσπαρτα σε όλο το νησί ξωκλήσια, τα μικρά και ανώνυμα που αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του κυκλαδίτικου τοπίου. Στα νησιά, ιδιαίτερα στα παλιά τα χρόνια τα π.τ. (προ τουρισμού), ήταν ζυμωμένα με τη ζωή των ντόπιων. Σε κάθε χωράφι σχεδόν χτίζανε ένα εκκλησάκι που θεωρείτο ευλογία για την οικογένεια πάνω απ’όλα. Τα μικρά αυτά ξωκλήσια, στις άκρες του χωραφιού ή στα γυρίσματα των βράχων, πέρα από το αυτονόητο της εκδηλώσεως της πίστεως, σαν αντίδωρο ή σαν τάμα, χρησίμευαν άλλοτε σαν αποθήκες όπου φυλούσαν τα εργαλεία τους (Κύθνος), άλλοτε σαν οστεοφυλάκια των προγόνων όπως στη Μύκονο όπου κατά παλιά συνήθεια των μυκονιατών τοποθετούσαν στους τοίχους των ξωκλησιών τα οστά των προσφιλών τους. Στη γιορτή του αγίου που είχε το όνομά του, το πανηγύρι που στηνόταν στο ξωκλήσι ήταν πρωτίστως οικογενειακή υπόθεση, γλέντι και μνημόσυνο των κεκοιμημένων ταυτόχρονα. 


Τα ξωκλήσια είναι τάμα που δόθηκε σε στιγμές δύσκολες, είναι προσευχή, αγνάντιο, ξαπόστεμα ακόμα και υπνάκος στις δροσερές πεζούλες. Σ’αυτά προστατεύονταν απ’ την ξαφνική μπόρα, τον κεραυνό, χωνόντουσαν μέσα να πάρουν μια ανάσα απ’το καυτό λιοπύρι και φυσικά για να προσευχηθούν η απλά να μιλήσουν στον άγιο η το πιο συχνό στην Παναγιά που περίμενε με αιώνια υπομονή να της ανάψουν το καντήλι. 
Κοιτάζω το μικρό καμπαναριό της Παντοχαράς, τις καθαρές γραμμές και το αρμονικό δέσιμο του ναού με τον βράχο από πίσω του. Ανέκαθεν οι ντόπιοι χτίζαν το αναγκαίο, κατά τη δύναμη του καθενός, μικρότερο ή μεγαλύτερο, σε μέρος ωραίο, είτε αυτό είναι σύδεντρο είτε ραχούλα ή κορυφή αιγαιοπελαγίτικου βράχου. 
Το ξωκλήσι χτιζόταν με μέτρο και οικονομία, από ένστικτο ακολουθώντας τη γραμμή του τοπίου. Συνήθως έχει το σχήμα μιάς μικρής, μικρούτσικης μονόκλιτης βασιλικής. Στα κυκλαδονήσια όπου υπάρχει έντονη παρουσία καθολικών μπορεί να συνατήσουμε δίκλιτα ξωκλήσια ένα για κάθε άγιο, καθολικό κι ορθόδοξο. Πετρόκτιστα τα πιό πολλά, κατά κανόνα βαμμένα λευκά, με τον ασβέστη να κάνει στρώσεις και ν’ αφήνει στα ξεφτίσματα και στις χαραγιές χώρο για τα σαμιαμίδια να τρυπώσουν στα χαμηλά και στα πουλάκια να φωλιάσουν στις κόχες ψηλά. Ο τρούλος τους που άλλοτε είναι σκέτα ασβεστωμένος κι άλλοτε φτιαγμένος από σχιστόπλακες περιβάλλει, σκέπει αυτό το μικρό καταφύγιο ψυχών και σωμάτων. 


Καταφυγή λοιπόν, πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις αυτό το συναίσθημα που σε γεμίζει όταν καθώς μισανοίγεις τη πόρτα, τυφλωμένος απ’τον δυνατό ήλιο, μπαίνεις στο σκοτεινό, σου μοιάζει, ναίδριο; Όταν σε πιάσει από τη μύτη η μυρωδιά απ’τα κεριά και το λιβάνι που έχει ποτίσει τους τοίχους. Όταν δείς τις εικόνες αχνοφωτισμένες από το φως των καντηλιών. Όταν, προσκυνώντας, σκοντάψει το πόδι σου στο κουτί της Φυτίνης με τον μαραμένο βασιλικό ή τα ξεραμένα λουλούδια που, ξέρεις όμως πως χέρι ευλαβικό τ’ακούμπησε εκεί. 
Το εκκλησάκι του Ελύτη θα ζυμωθεί σιγά σιγά με τη ζωή των κατοίκων του νησιού και στις κάτασπρες πεζούλες γύρω του θα μαζευτούν, με τον χρόνο, ντόπιοι και επισκέπτες, που σπρωγμένοι είτε από το πνεύμα του Ελύτη είτε από το «αεράκι» της Παναγιάς της Παντοχαράς θα ανηφορήσουν ως εδώ ν’ανάψουν το κερί τους ή απλά να αγκαλιάσουν με τη ματιά τους το Αιγαίο που τόσο ύμνησε ο ποιητής.
φωτογραφίες: Ιδιωτική Οδός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου