Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Γέροντος Χαλκηδόνος Αθανασίου: ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΗ ΦΑΡΣΑ


ΤΡΕΙΣ ΓΙΑΝΝΗΔΕΣ:
Ο ΚΑΛΑΜΗΣΙΩΤΗΣ, Ο LÜLÜ ΚΑΙ Ο ΣΟΥΤΣΗΣ

(Πασχαλιάτικη Φάρσα)
ὑπὸ
Γέροντος Χαλκηδόνος Ἀθανασίου

Ὡς γνωστὸν πολλὰ λέει ἡ λαϊκὴ θυμοσοφία, ἴσως ἄγνωστο γιατί, διὰ τοὺς Γιάννηδες, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοῦ Ἐνσάρκου Ἀγγέλου.
Πασίγνωστο μέσα σ’ αὐτά, εἶναι τό: "Σαρανταπέντε Γιάννηδες, ἑνὸς κοκκόρου γνώση". Ἴσως δὲ τοῦτο μπορεῖ νὰ συσχετισθεῖ μὲ τὰ παρακάτω:
Κατὰ τὰ παιδικά μου χρόνια στὴν ὄμορφη τότε Χαλκηδόνα, τὴν "χώρα -ὄχι τοῦ Ἀχωρήτου- ἀλλὰ τῶν τυφλῶν", ὑπῆρχαν μ.ἄ. καὶ τρεῖς γραφικὲς μορφὲς τοὔνομα Γιάννης: ὁ Καλαμησιώτης, ὁ Lülü καὶ ὁ σουτσῆς.
Ὁ πρῶτος, γνωστὸς ὡς "Τρελλογιάννης" (Deli Yanni)1 "Γιάννης καίγεται τὸ Φαναράκι" (Fenerbahçe yanıyor) (ἡ Ἱέρεια) -ὄχι τὸ Φανάρι-, ἦταν ὁ καημένος ἐλεύθερος τρελλός. Μιὰ τραγικὴ καὶ ἀξιολύπητη μορφή. Διότι ὑπάρχουν καὶ οἱ μαντρωμένοι, ἄλλοτε ἔνοικοι τοῦ Κουδουνᾶ καὶ τοῦ Ἐγρήκαπου, σήμερον δὲ τοῦ Γεσήλκιοϊ. Ὅμως καὶ πόσοι ἄλλοι δὲν κυκλοφοροῦν ὡς "λογικοί"! Ἡ μούρλα δὲν ἔχει σύνορα, ὅπως οἱ διάφοροι σήμερα "χωρισ-συνορῖτες"!
Ἐτοῦτος λοιπὸν ὁ Hans ἦταν ἐργένης, γιὸς τοῦ ταβερνιάρη Βασίλη, ἔχων ἀδελφὲς καὶ κατοικοῦσε στὸ Καλαμῆσι (Καλαμωτό), ὅπου καὶ ὁ μοναδικὸς στὴν Πόλη συμπαθὴς ναΐσκος Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τ.ἔ. σὲ χῶρο μὲ τόση ἱστορία. Ἦταν κοντός, κυρτός, μελαψός, ἀτημέλητος, ντυμένος μὲ κάποιες "πατσαβοῦρες", κι’ ἕνα παντελόνι στενὸ πρὸς τὰ κάτω καὶ κοντό, ὥστε νὰ ξεμπουκάρουν λίγο οἱ ξύλινες γάμπες του. Εἶχε "μνημειώδη" κάραν (ὑδροκέφαλος) μετ’ ἀκανθομόρφων μαλλιῶν, σχηματιζόντων οἰωνεὶ "φωτοστεφάνον", ὅπως οἱ σύγχρονοι νεολαῖοι, γενόμενος τρόπον τινα πρόδρομος αὐτῶν εἰς τοῦτο καὶ οὐχὶ μόνον. Ἡ φάτσα του ὁμοίαζε πρὸς συμπαθῆ γελοιογραφίαν: Μεγάλη κούτρα, ἁμιλλομένη τὴν τῶν Ἠπειρωτῶν, μετὰ ρυτίδων ξηροῦ δαμασκήνου (Erik kurusu suratlı), ρίνα γαμψή, ἐρυθρὰς παρειὰς καὶ μεγάλα, λυπητερὰ καὶ ἄκακα ἀγελαδίσια μάτια.
Ὁ Γιάννης ξυνόταν διαρκῶς –μήπως ἀπὸ τὶς φθεῖρες;– καὶ ἡ λαλιά του ἦταν ἀκατάληπτη. Ζητοῦσε ἀπὸ τοὺς διαβάτες τσιγάρα καὶ χρήματα, ποὺ τἄπαιζε στὸ τζόγο, σ’ ἕνα τότε καφενεῖο τοῦ Kızıltoprak, χάνοντας βέβαια. Ἤξευρε τὴν ὥρα μὴ ἔχοντας ρολόϊ, καὶ πολλοὶ τοῦ τὴν ρωτοῦσαν, γιὰ νὰ ρυθμίσουν τὸ δικό τους ρολόϊ! Ἄλλους ποὺ δὲν γνώριζε ἀπ’ τὴν περιοχή, τοὺς ρωτοῦσε τὴν ὥρα καὶ ἐρωτώμενος εἶτα τὴν ἔλεγε σ’ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήτοντο.
Κάθε πρωῒ σὲ ὁρισμένη ὥρα, περνοῦσε μὲ βήματα μικρά, ὡς οἱ "ξηροί", ἀπὸ τὸ δεύτερο πατρικό μου σπίτι μὲ τὰ χέρια πίσω, κατευθυνόμενος πρὸς τὴν ἀποβάθρα, τὸ δὲ ἑσπέρας γύριζε, ὡς τὰ κατσίκια στὸ μαντρί. Πίσω του ἔτρεχε ἕνα τσοῦρμο ἀπὸ παιδιὰ ποὺ φώναζαν: "Καίγεται τὸ Φαναράκι". Καὶ ἐκεῖνος ἀστραπιαῖα ἔκανε μιὰ στροφὴ ἑκατὸν ὀγδόντα μοιρῶν, κρατῶν στὸ χέρι μιὰ πέτρα -ἄγνωστον πῶς τὴν ἅρπαξε-, τὴν ὁποία ἐκσφενδόνιζε σὰν βολίδα, βοώντας: "Καίγεται ἡ ‘’καταγωγὴ τοῦ κόσμου΄΄ σας" (G. Courbet). Ἀλλοίμονο δὲ σ’ ὅποιον λάχαινε αὐτή. Ὅταν μάλιστα θύμωνε πολύ, χτυποῦσε μὲ γροθιὲς τὴ γκλάβα του, ἢ στὸν τοῖχο, ἵνα πληρωθεῖ τὸ ρηθὲν "θὰ χτυπήσεις τὸ κεφάααλι σου…". Θέαμα τραγελαφικό, ποὺ προξενοῦσε οἶκτο καὶ γέλια. "Ἴλεος γενοῦ ἡμῖν Δέσποτα". Μετὰ χανόταν στὸ τέλος τοῦ δρόμου.
Ὁ δεύτερος Γιάννης ὁ Lülü ἦταν ἐλαφρότερα τρελλολογικὰ βεβαρημένος (παλαβιάρης). Γιὸς τοῦ τσαγκάρη Çingene Panayot, εἶχε κι’ αὐτὸς ἀδελφὲς καὶ ὡς κουντουρᾶς βοηθοῦσε τὸν σπουδαῖο ὑποδηματοποιὸ Δημητρὸ τουπίκλην Ντισλῆ-λόγῳ τῶν ἐξεχόντων "χαυλιοδόντων" του, ὁ ὁποῖος ἔφτιαχνε ἀνδρικὰ -ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν Κῶτσο ποὔκανε γυναικεῖα- κλασικὰ καὶ ἀθάνατα παπούτσια μὲ σόλες, κάπως βέβαια χονδροειδῆ καὶ ἀσήκωτα, καὶ ὄχι ὅπως τὰ σημερινὰ καραγκιόζικα, κολλητὰ καὶ χυδαῖα, ἀπόβλητα τῆς ὑποδηματοβιομηχανίας. Εὐτυχῶς πάντως, γιατὶ διαφορετικὰ θἄκλειναν τὰ ἐργοστάσια.
Ἕνα ἄλλο ἱλαρὸν "μοῦτρο" ἦταν πάλι ὁ Γιάννης (Χρυσανίδης), ὁ σουτσῆς. Ἄνθρωπος καλοκάγαθος, φιλήσυχος, λεπτός, τακτικὸς στὴν ἐκκλησία καὶ μὲ τὸ πάσο στὴ δουλειά του. Πουλοῦσε γάλα σπανίως ἄκρατον, ἀλλὰ καὶ τότε "βεβαπτισμένον" συνακολουθούμενον ὑπὸ τῆς πάρλας μὲ τὶς κυρές. Ἔτσι τὸν ἀγνάντευε κανεὶς στὰ σοκάκια τοῦ Çarıkçı Mahallesi, φτωχοσυνοικία τοῦ Καδήκιοϊ, ὅπου ἀντίκρυσα τὸ φῶς, νὰ περνᾶ τὸ πρωῒ φέρων τὰ γκιούμια του, μουρμουρίζοντας μὲ τὴν ψιλὴ φωνή του: Sütçü….., χωρὶς νὰ "γαρύει" ὅπως οἱ μποζατζῆδες μέχρι σήμερα τὴ νύχτα, ποὺ σὲ ξεκουφαίνουν, καθὼς καὶ τὰ woofer τῶν τζὶπ τῶν συγχρόνων νεολαίων. Τὸν θυμᾶμαι νὰ διαβαίνει ἀπὸ τὸ μαχαλᾶ καὶ νὰ προσφέρει γάλα στὴν κυρὰ Ἑλένη τοῦ Πιρπιρῆ, ἑνὸς ἐλεφαντόσωμου τσαγκάρη, ἀμίλητη καὶ ἁπλῆ, ποὺ καθόταν στὸ στολισμένο μὲ βεγόνιες παραθύρι της.
Ὁ Γιάννης ὅμως ἦταν καὶ καλλιτέχνης. Ἔπαιζε βιολὶ σὲ ὀρχήστρα κλασικῆς μουσικῆς στὸν Ἀρμένικο Σύλλογο, ποὔδινε κονσέρτα στὸ Halkevi (σπίτι τοῦ λαοῦ) τοῦ Καδήκιοϊ καὶ στὸ Σύνδεσμο τοῦ Μόδα. Σουτσῆς λοιπὸν καὶ βιολιστής. Γιατί ὄχι; Εἶχε δὲ στὸ σπιτάκι του πλάϊ στὸ νοτιοανατολικὸ μαντρότοιχο τῆς Μητρόπολης καὶ μερικοὺς πίνακες τοῦ Χαλκηδόνιου γυμναστῆ καὶ ζωγράφου Δ. Τρυφίδη, κοντοῦ μὲ γενάκι, μὲ τὸν ὁποῖον συνδεόταν. Σύχναζε στὴν περίφημη τότε ταβέρνα τῶν Βλάχου καὶ Περικλῆ καὶ τὸ καφὲ τοῦ Παναγιώτη, κοντὰ στὸ ὀνομαστὸ ζαχαροπλαστεῖο τοῦ Α. Στασούλη στὸ Μόδι.
Γνωστὴ ἦταν καὶ ἡ ἀδελφή του Βάσω, κατὰ καιροὺς ἐπιρρεπὴς σὲ ἐκτροπές, μελαχροινὴ σὰν κάπως μιὰ μορφὴ τοῦ Rubens, ποὺ φοροῦσε φανταχτερὰ φτηνὰ μπιχλιμπίδια, ἐνῶ ἦταν βαμμένη μὲ ἔντονα κραγιὸν καὶ ποῦδρες (Boyalı karı). Ἦταν ὅμως λίαν εὐσεβὴς καὶ φιλακόλουθος, δεινὴ δὲ κολυμβήτρια στὸν Καλαμωτόν. Λέγεται μάλιστα, ὅτι ἡμέραν τινα, Νεορωμαῖοι ἀλητήριοι τῆς περιοχῆς "διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν της οὔκ ἔβαλον κλῆρον", οὕτως ὥστε νὰ ἀναγκασθεῖ νὰ προσφύγει εἰς τὰς ἀρχάς, γλισχρῶς μέν, ὅμως πιθανῶς σωφρόνως ἱματισμένη! Ἀργότερα ἀπεβίωσε, καὶ τὸν Γιάννη περιποιόταν μιὰ νέα, εὐειδὴς Ρουμάνα, ὥσπου πούλησε τὸ σπιτάκι του καὶ πῆγε στὸ Βαλουκλῆ, ὅπου ἐξεμέτρησε τὸ ζεῖν.
Ἀπ’ τὴ γειτονιά μας περνοῦσε καὶ ὁ Cevdet bey, ἕνας μεσόκοπος κοντός, μὲ σκούφια πομπονάτη πωλητής, παλιὸς ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, φορτωμένος σὰν τόπι μὲ ξύλινα κρεμαστάρια, καπάκια πιθαριῶν, πλάστες, γουδιὰ καὶ παιδικὰ παιχνίδια, ὅπως μανιβέλες ποὺ γυρνῶντας ἔκραζαν γοερῶς κρα-κρά. Ἄλλο δὲ τσοῦρμο παιδιῶν τὸν κυνηγοῦσε καὶ πετροβολοῦσε, εὐχόμενον: "Ὁ θεὸς νὰ δώσει Τζεβντὲτ μπέη" (Allah versin Cevdet bey), καὶ οὗτος τὰ κυνηγοῦσε καὶ "ἐπευλογοῦσε"…….. ἀφήνοντας κάτω τὴν πραμάτειά του. Αἰωνία αὐτῶν ἡ μνήμη.
Ὁ γράφων εὐχαριστεῖ καὶ ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τὸν Γέροντα Δέρκων Κωνσταντῖνον, τὴν Κ. Χαρισιάδου, τὴν Ἀ. Ἀργυροῦ, τὸν Ἄρχοντα Ν. Σιρὶν καὶ τὸν Φ. Κάφτογλου, γιὰ τὰ στοιχεῖα ποὺ τοὔδωσαν. Κρίμα δὲ ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ ἐπικοινωνήσει καὶ μὲ τὸν παλιὸ Χαλκηδόνιο Λ. Ψαρούδη, λόγῳ τῆς ἀδιαθεσίας του. Σὰν νὰ τοὔμελε!
_______________________________
1- Πρβλ. M. Ekdal, Bizans Metropolünde ilk Türk Köyü. Kadıköy, Ἰσταμποὺλ 1996, 420-421.

Απογευματινή Κωνσταντινουπόλεως, 9.4.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου