Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Αριστείδης Πανώτης

Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας, τόμος Β' (1850-1922)

εκδόσεις Φανάριον, 2009, σ. 631, 37,15 ευρώ

Συμπληρώθηκαν φέτος 90 χρόνια απο την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών -ένα ελπιδοφόρο τότε ιστορικό ορόσημο, καθώς σηματοδοτούσε, ως επικείμενη, την ολοκλήρωση των απελευθερωτικών ελληνικών αγώνων, όμως τραγικά και αμετάκλητα κατέληξε στον αφανισμό του Ελληνισμού της Ιωνίας- προάγγελο του μετέπειτα αφανισμού του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής στην Κύπρο, καθώς και της σύγχρονης διαρκούς τουρκικής απειλής στο Αιγαίο. Στη σκιά αυτών των δραματικών εθνικών περιπετειών κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος της εξιστόρησης των καθόλου λιγότερο τραγικών σχέσεων της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο τίτλος του βιβλίου (Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας) φοβάμαι ότι δεν κεντρίζει το ενδιαφέρον του ανύποπτου βιβλιόφιλου. Πολύ περισσότερο, καθώς δεν είναι ευρύτερα γνωστές οι παράλληλες ρήξεις, τις οποίες προκάλεσε ο Εθνικός Διχασμός και στον χώρο της Εκκλησίας. Ετσι ο ανύποπτος αναγνώστης του βιβλίου πληροφορείται τα πολύ οδυνηρά (σελ. 558) ότι «στις 18 Ιανουαρίου 1922 ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Λόυδ Τζωρτζ δέχθηκε τον οικουμενικό πατριάρχη Μελέτιο παρουσία τριών άλλων αξιόπιστων προσώπων. Ο άγγλος πρωθυπουργός απροκάλυπτα είπε: "είναι αδύνατον να μείνετε εις την Μικράν Ασίαν, εάν δεν παραιτηθεί ο Κωνσταντίνος, η δε επικείμενη συμφορά θα είναι ίση προς την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως!"». Τη στενογραφημένη αυτή συνέντευξη θέλησε ο Μελέτιος αμέσως να την παραδώσει στον πρωθυπουργό Δημ. Γούναρη, που βρισκόταν στο Λονδίνο, αλλά εκείνος απέφυγε κάθε συνάντηση μαζί του [καθώς ο Πατριάρχης εθεωρείτο μίασμα για τους βασιλόφρονες, ως βενιζελικός!]. Ετσι αυτήν τη στενογραφημένη συνέντευξή του με τον άγγλο πρωθυπουργό ο Πατριάρχης απέστειλε «στα δύο Σώματα [εννοείται του ελληνικού Στρατού] της Κωνσταντινουπόλεως, στον βασιλέα, στην κυβέρνηση και στην βουλή. Ο Κωνσταντίνος κλονίστηκε και ζήτησε από τον Αλέξανδρο Ζαΐμη να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, εκείνος όμως του απάντησε: "μετά την παραίτησίν Σας"! Αρχικά ο βασιλεύς σκέφθηκε την παραίτηση, αλλά μεταπείστηκε από τους ανακτορικούς συμβούλους του, με το επιχείρημα οτι το περιεχόμενο της συνομιλίας Λόυδ Τζωρτζ και Μελετίου ήταν πλαστό. Ετσι [ο Κωνσταντίνος ενθαρρύνθηκε και] παρέμεινε στον θρόνο, για να επαληθευθεί η προειδοποίηση του βρετανού πρωθυπουργού».

Στις σελίδες 400 επ. του βιβλίου του ο συγγραφέας εξιστορεί πώς φτάσαμε από τον εθνικό στον εκκλησιαστικό διχασμό των ετών 1916-1922. Γράφει σχετικώς κατά λέξη: «από πονηρή άμιλλα για την εύνοια της [βασιλικής] Αυλής (...) ο [μητροπολίτης] Αθηνών Θεόκλητος (...) δεν άργησε να παρασύρει (...) αφελείς ή και ιδιοτελείς αρχιερείς στο ολίσθημα. Ετσι όλοι οι συνοδικοί συμμετείχαν πλέον σε μία άνευ εκκλησιαστικών και κανονικών προϋποθέσεων ποινικοποίηση της διαφωνίας των κομμάτων για την εξωτερική πολιτική της χώρας». Εύρημα της εκκλησιαστικής πολυπραγμοσύνης υπήρξε ο κανόνας Γ' της Συνόδου της "Αγίας Σοφίας" του έτους 879, που είχε εκδοθεί εναντίον εκείνων, οι οποίοι φέρονταν ως επιβουλευόμενοι "των θείων και βασιλικών προσταγμάτων". Οι πολυπράγμονες αρχιερείς της Συνόδου των Αθηνών ενήργησαν σαν να εξακολουθούσε το πολίτευμα του ελληνικού κράτους και στους δικούς τους χρόνους (1914-1916) να είναι τάχα η απόλυτη μοναρχία των βυζαντινών αυτοκρατόρων! Αγνοούσαν ή επιδεικτικά παρέβλεπαν (α) ότι το πολίτευμά μας ήταν πλέον ευρωπαϊκών προδιαγραφών βασιλευόμενη δημοκρατία, στους κόλπους της οποίας ο βασιλιάς όφειλε απλώς να βασιλεύει, δίχως να κυβερνά, (β) ότι η Ελλάδα είχε συμβατική υποχρέωση έναντι της Σερβίας να προσέλθει σε ενίσχυση της άμυνας εκείνης, καθώς είχε υποστεί εχθρική επίθεση από τις ενωμένες δυνάμεις Αυστρίας και Βουλγαρίας, (γ) ότι η Βουλγαρία ήταν τότε κοινός εχθρός και της Ελλάδας, απο την οποία, ένα χρόνο νωρίτερα, είχε ηττηθεί, (δ) ότι η αντισυνταγματική άρνηση του βασιλέα Κωνσταντίνου να συγκατατεθεί στην είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο είχε πειθαναγκάσει τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο σε παραίτηση της κυβέρνησής του και στη διεξαγωγή νέων εκλογών, από τις οποίες εξήλθε νικητής με συντριπτική πλειοψηφία, (ε) ότι ο βασιλέας και πάλι είχε αρνηθεί να σεβαστεί τη λαϊκή ετυμηγορία, προκηρύσσοντας αμέσως νέες εκλογές, στις οποίες το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου αρνήθηκε να μετάσχει, στην εκλογική δε ψηφοφορία μετείχε τελικώς λιγότερο από το ένα δέκατο του εκλογικού σώματος, και έτσι τελικώς (ς) το 1916, ενώ μαίνονταν στη Μακεδονία οι μάχες μεταξύ Αγγλο-γάλλων και Βουλγάρων, ο Βενιζέλος, συνοδευόμενος από τον ναύαρχο Κουντουριώτη και πλήθος αξιωματικών, σχημάτισε επαναστατική κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, κάτι που τελικώς του επέτρεψε να φέρει τον ελληνικό στρατό στο μέτωπο του πολέμου».

Ο συγγραφέας διηγείται λοιπόν (σελ. 408) ότι η τότε «διοικούσα Διαρκής Σύνοδος των Αθηνών, αντί να ασκήσει συμβιβαστικό έργο μεταξύ του λαού, παρεμβαίνει στον πολιτικό στίβο», και μάλιστα με τόση εμπάθεια, ώστε να μη διστάσει να δηλώσει στις άναρχες ομάδες των λεγόμενων επιστράτων ότι «την επομένη, στο Πεδίο του Αρεως, "θα ρίψουν λίθον αναθέματος" κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου (...) Μόλις πληροφορήθηκε το μελετώμενο ολίσθημα ο τότε [βασιλικός] πρωθυπουργός, καθηγητής Σπυρίδων Λάμπρου, θέλησε να συγκρατήσει την παρέμβαση της Συνόδου στα πολιτικά πράγματα», όμως η Σύνοδος υπό τον μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο «έρριξαν "λίθον αναθέματος" λέγοντας την φράση: "Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλευθέντι την βασιλείαν και την Πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι αρχιερείς, ανάθεμα έστω"! (...) Δυστυχώς», συνεχίζει ο συγγραφέας (σελ. 409-410), «η αντικανονική αυτή πράξη έλαβε διορθόδοξη και διαχριστιανική έκταση και ρύπανε την ελλαδική ιστορία, καθώς συνετέλεσε στον διεθνή διασυρμό της εν Ελλάδι Εκκλησίας, αφού ανακοινώθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και σε όλους τους μη συνοδικούς αρχιερείς, αλλά και στις λοιπές ορθόδοξες και ετερόδοξες Εκκλησίες (...) ακόμη και στον πάπα της Ρώμης Βενέδικτο ιε', στον αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας Ντάβινσον» (...) Και τούτο, ακριβώς επειδή «οι αρχιερείς δεν διέθεταν σθένος υπεύθυνου ποιμένα, προκειμένου να σταθούν στο μέσον της κομματικής διαστάσεως».

Η συνέχεια της Ιστορίας είναι γνωστή: η έξωση του Κωνσταντίνου, το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου με τη νίκη της Αντάντ και τη συντριβή των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας-Αυστρίας) και των συμμάχων τους, δηλαδή της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Συνθήκη των Σεβρών, η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου από βασιλόφρονες, οι ελληνικές βουλευτικές εκλογές με το παραπλανητικό σύνθημα της επανόδου των ελληνικών στρατευμάτων από την Ιωνία στις οικογενειακές εστίες τους (το διαβόητο σύνθημα «οίκαδε»), η επάνοδος των βασιλοφρόνων στην εξουσία, οι διωγμοί εναντίον των βενιζελικών, η άφρων συνέχιση του πολέμου με την Τουρκία του Κεμάλ, κι ακόμη, η συντριβή και η καταστροφή τριών χιλιάδων Ελληνισμού στη Μικρασία...

Ο συγγραφέας συνεισφέρει επιπροσθέτως μια πολύ σημαντική πληροφορία (σελ. 588 επ.), δηλαδή ότι «τα δύο ελληνικά σώματα στρατού της Ανατολικής Θράκης θέλησαν να προχωρήσουν, να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, που κατά πλειοψηφία είχε τότε ελληνικό πληθυσμό, ν' αναγνωρίσουν την κυριαρχία του Κεμάλ στη Μικρά Ασία, και να επιτύχουν έντιμη και ειρηνική ανταλλαγή πληθυσμών». Αλλά... «τότε δυστυχώς δίστασαν οι Ελληνες στρατιωτικοί και πολιτικοί και δεν τόλμησαν (...) να προχωρήσουν», ενώ «είχαν τότε την δυνατότητα άμεσης συντρίψεως κάθε αντιστάσεως των εκεί στρατευμάτων κατοχής της Πόλεως», και τούτο, μολονότι (σελ. 589) «οι προτάσεις αυτές είχαν την ανοχή των Αγγλων και των Ιταλών, αλλά έντονα πολεμήθηκαν από τους Γάλλους, ως συμπαραστάτες πλέον της Αγκυρας».

Το συμπέρασμα είναι πρόδηλο: πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όχι μόνο για την Ιστορία των εκκλησιαστικών σχέσεων Πατριαρχείου και κυρίως Ελλάδας, αλλά πολύ περισσότερο για τις έγκυρες όσο και άγνωστες πληροφορίες που παρέχει, αναφορικά με τα δραματικά γεγονότα του Εθνικού Διχασμού και της Καταστροφής. Μια καταστροφή όμως που δεν εμπόδισε τον δυναμισμό του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, της Ιωνίας και του Πόντου να προκόβει και να ανθίζει ώς τις μέρες μας εδώ, απ' όπου είχε ξεκινήσει ο αποικισμός πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου