Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΩΓΡΑΦΙΔΗ: "Βυζαντινή φιλοσοφία της εικόνας"

Το 1997 κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ένα ιδιαίτερο βιβλίο του Γιώργου Ζωγραφίδη, ο οποίος από το 1988 δίδαξε στο Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης και τώρα διδάσκει Βυζαντινή Φιλοσοφία στο τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για την "Βυζαντινή φιλοσοφία της εικόνας" - Μία ανάγνωση του Ιωάννη Δαμασκηνού.
Το βιβλίο μού έκανε μεγάλη εντύπωση τόσο για την επιστημονικότητά του όσο και για την άλλη ματιά, ήτοι την φιλοσοφική, στο θέμα "εικόνα". Έτσι έκανα μια παρουσίαση του βιβλίου στον Λύχνο, τον Τηλεοπτικό Σταθμό της Μητροπόλεως Πατρών, με καλεσμένο τον φίλο μουσειολόγο Ξενοφώντα Παπαευθυμίου. Στη συνέχεια παραθέτω ένα σχετικό κείμενό του, καθώς και ένα σημείωμα που μου έστειλε τότε ο συγγραφέας Γ. Ζωγραφίδης ειδικά για την εκπομπή.

Του Ξενοφώντα Παπαευθυμίου
μουσειολόγου - συντηρητή έργων τέχνης

Η εικόνα όχι μόνο σαν αντικείμενο αλλά και σαν έννοια έχει κυριαρχήσει στη ζωή μας από τις απαρχές της ανθρώπινης ύπαρξης και αποτέλεσε το θεμελιώδες μέσον επικοινωνίας και έκφρασης στο φυσικό αλλά και το μεταφυσικό επίπεδο, τον τρόπο για να προσεγγίσουμε ακόμη και το αόρατο, το ιδεατό και το άκτιστο.

Για να αντιληφθούμε την λειτουργία της εικόνας θα πρέπει να προσεγγίσουμε εκτός από την υλική υπόσταση και ουσία της, την φιλοσοφία της, προκειμένου να προσλάβουμε την οντότητά της, έτσι όπως πραγματώνεται μέσα από την Βυζαντινή μας παράδοση.

Η εικόνα λοιπόν μαζί με τον λόγο είναι τα δύο κοινωνήσιμα μέσα που διαθέτουμε προκειμένου να κατανοήσουμε την παρουσία του υπερβατικού, του θείου, να καταγράψουμε την ύπαρξη της θεότητας, διαιωνίζοντας τους τρόπους που την ερμηνεύσαμε.

Η εικόνα που έχει σαν θέμα της τον Θεό θέτει σημαντικό φιλοσοφικό πρόβλημα στην χριστιανική τέχνη και σκέψη και τέθηκε συχνά υπό αμφισβήτηση και κυρίως στην περίοδο της Εικονομαχικής κρίσης του 8ου αιώνα, οπότε θεωρήθηκε μη επιτρεπτή η εικαστική παράσταση του Θείου, που κατά την γνώμη των εικονομάχων αποτελούσε ειδωλολατρική παρέκκλιση.

Εδώ έρχεται, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της Βυζαντινής εκκλησιαστικής ιστορίας, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, να αντικρούσει με τον λόγο και τα κείμενά του τις ακραίες αυτές θέσεις υπερασπιζόμενος την εικόνα, προβάλλοντας ταυτόχρονα μια βαθιά οντολογική θεώρησή της με την πολλαπλότητα και την λειτουργία της.

Ο μεγάλος αυτός λόγιος διεύρυνε την έννοια της εικόνας, ώστε να ανοιχθούν πολλαπλά πεδία αναφοράς, φέρνοντας σε αδιέξοδο τους εικονομάχους.

Εισάγει τις έννοιες του κτιστού και του ακτίστου και προβάλλει την εικονιστική σχέση στον κτιστό και τον άκτιστο κόσμο, αναγκάζοντας ταυτόχρονα την αντίπαλη πλευρά να πάρει μια συνολική θέση απέναντι στην εικόνα.

Έτσι δεχόμενοι την "εικονική" σχέση Πατρός και Υιού θα πρέπει να δεχτούν και την "εικονική" σχέση του Χριστού - Υιού με την ζωγραφική του παράσταση, αλλιώς αν απορρίψουν την δεύτερη σχέση απορρίπτουν αναγκαστικά και την πρώτη αδιαμφισβήτητη σχέση, οδηγούμενοι σε αιρετική στάση.

Ο Δαμασκηνός λοιπόν για να στηρίξει την οντολογική θεώρηση της εικόνας έρχεται να τονίσει την σχέση της με το πρότυπο, ώστε να οριστεί σαν εικόνα ότι έχει σχέση ομοιότητας και διαφοράς με κάτι άλλο προς το οποίο δείχνει, χωρίς οντολογικούς περιορισμούς, από το ταπεινότερο ον μέχρι το δεύτερο πρόσωπο της Θεότητας.

Έτσι μπορούμε να διακρίνουμε εικονικές σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα και πράγματα, πράγματα και ιδέες, όντα και όντα, έχοντας πάντα σαν σημείο αναφοράς την Θεότητα.

Η εικόνα λοιπόν δεν επιδέχεται απλά μια αισθητική θεώρηση, αλλά μια γενικότερη φιλοσοφική, που ξεφεύγει από την στενή θεολογική θεώρηση και την οποία πρόβαλε ο Γ. Ζωγραφίδης στο βιβλίο του "Βυζαντινή φιλοσοφία της εικόνας" που κυκλοφόρησε από τα Ελληνικά Γράμματα, βασιζόμενος στο λόγο και την σκέψη του Ιωάννη του Δαμασκηνού, ο οποίος συνέβαλε στην θεωρητική θεμελίωση της Ανατολικής θρησκευτικής τέχνης.

Ο συγγραφέας συστηματοποιεί τις προϋποθέσεις που ορίζουν την ουσία της εικόνας και είναι η πρωταρχική ύπαρξη του προτύπου που εικονίζεται, του αρχετύπου.

Μετά έχουμε την δημιουργία, την κατασκευή της εικόνας ομοιώματος, και φυσικά την αντιστοιχία της με το εικονιζόμενο, τα κοινά δηλαδή χαρακτηριστικά μεταξύ τους.

Προϋπόθεση είναι και η διαφορά των δύο, αφού δεν υπάρχει πλήρης ομοιότητα, κάτι που διαχωρίζει και διακρίνει την εικόνα από το πρότυπο.

Η εικόνα φυσικά έχει την λειτουργία της που είναι η αναπαράσταση του προτύπου, με προϋπόθεση να μην υπάρχει σύγχυση μεταξύ τους και αντιστροφή των ρόλων τους.

Εικόνα και πρότυπο παραμένουν στον δικό τους χώρο διατηρώντας την υπάρχουσα διάκριση ουσίας και ρόλων τους.

Έτσι στο χώρο του κτιστού και στον ίδιο τον άνθρωπο μπορούμε να διακρίνουμε την εικονική του σχέση με το Θείο, αφού αποκαλείται "εικών Θεού" ή καλύτερα για να χρησιμοποιούμε δόκιμο όρο "κατ' εικόνα".

Η εικόνα αυτή έχει τον δημιουργό και το πρότυπό της στον άκτιστο Θεό - Χριστό και είναι αποτέλεσμα γενέσεως εκ μέρους του Θεού και παρά τον τρόπο δημιουργίας της έχει "κατά μίμησιν" της ίδια φύση με το άκτιστο πρότυπο.

Οι λατρευτικές λοιπόν εικόνες που κατασκευάζουμε και απεικονίζουν την Θεότητα, είναι κτιστές εικόνες και δεν πρέπει να ταυτίζονται ή να συγχέονται με το εικονιζόμενο πρότυπο, αφού δεν πρέπει να λατρεύονται οι ίδιες αλλά μέσα από αυτές το εικονιζόμενο.

Επομένως, η εικόνα σαν αντικείμενο δεν έρχεται σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει το εικονιζόμενο πρότυπο, τον Θεό, γιατί τότε χάνει την υψηλή λειτουργική της αξία.

Η τιμή που αποδίδεται στην Βυζαντινή εικόνα οφείλεται στο ότι μετέχει στην θεϊκή ενέργεια εκ μεταφοράς, χάρη στο εικονιζόμενο, αποτελώντας έτσι μια εικονική σχέση που αποδέχεται και καταδεικνύει την υλικότητα της φύσης και την σωματικότητα του ανθρώπου μέσα από την συνεχή αναφορά του κτιστού στο άκτιστο.

Κατά συνέπεια η έννοια του "κάλλους" στην Βυζαντινή εικόνα δεν είναι τυπολογική, αφού δεν είναι αποτέλεσμα παρουσίας ορισμένων εξωτερικών ιδιοτήτων - ορατό κάλλος - που τέρπουν τις αισθήσεις, μετατρέποντας την εικόνα σε αυτάρκη οντότητα που παγιδεύει τον θεατή σε μια αδιέξοδη θέαση.

Είναι όμως η έννοια του "νοητού κάλλους" που αφορά το νου και γίνεται αντιληπτό με την ενατένιση, αφού είναι απρόσιτο και ασύγκριτο για τις απλές αισθήσεις, κάτι που καθόρισε την ζωγραφική τυπολογία της εικόνας και κατά συνέπεια την λειτουργία της.

Έτσι αυτήν την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 12 αιώνες μετά την αποκαθήλωση της εικόνας της Χαλκής Πύλης από τους στρατιώτες του Λέοντος, έρχεται το βιβλίο του Γ. Ζωγραφίδη να μας υπενθυμίσει ότι "η εικόνα έρχεται να καλύψει ή τουλάχιστον να διευκολύνει την ανάγκη επικοινωνίας των δύο οντολογικών επιπέδων, του κτιστού και του ακτίστου, και δεν υπόσχεται μόνον νοητική σχέση με το υπερβατικό αλλά υλική και αισθητική".




ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Δρ. Γ. ΖΩΓΡΑΦΙΔΗ
ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ

Κύριε Ανδριόπουλε,

Είναι τιμητικό για κάθε συγγραφέα να διαβάζεται το έργο του και ακόμη περισσότερο να συζητιέται, και μάλιστα δημοσία· γι αυτό οφείλω να σας ευχαριστήσω για την πρωτοβουλία να παρουσιάσετε το βιβλίο μου για την φιλοσοφία της εικόνας. Δυστυχώς δεν μπορώ να συμμετάσχω ζωντανά στη συζήτησή σας και να επωφεληθώ από τα σχόλια των ειδικών, τους οποίους και ευχαριστώ για το ενδιαφέρον· έτσι αφήνω το βιβλίο να σταθεί συνομιλητής σας - εξάλλου τα βιβλία ακολουθούν την δική τους τύχη, συχνά ανεξάρτητα από τον συγγραφέα τους.

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας αποτελεί παραδοσιακά την πλέον επίσημη περίσταση για να μιλήσουμε ακόμη μια φορά για την σημασία των εικόνων στην ζωή της Εκκλησίας, την συνύφανσή τους με την ορθόδοξη πνευματικότητα και, τελικά, την διαρκή επικαιρότητά τους. Αν και τα προηγούμενα μοιάζουν αυτονόητα, η αναδρομή στο παρελθόν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι απλώς ιστορικό, προκειμένου να κατανοήσουμε τις ιδρυτικές στιγμές της πρακτικής αλλά και της θεωρίας της χριστιανικής εικόνας. Η εποχή της εικονομαχίας και το έργο του μεγάλου δογματολόγου και εικονόφιλου Πατέρα Ιωάννη Δαμασκηνού προσφέρονται για συστηματική έρευνα της "φιλοσοφίας της εικόνας". Σ' ένα θέμα τόσο φορτισμένο θεολογικά και αισθητικά, η δική μου απόπειρα δεν είναι ούτε γενικός στοχασμός περί (βυζαντινής) τέχνης ούτε αισθητική ανάλυση ούτε θεολογική ερμηνεία· επιλέγει τον μετεωρισμό μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας, φιλοσοφίας και αισθητικής, αισθητικής και τέχνης, και επιδιώκει να προκαλέσει συζήτηση μεταξύ τους.

Δεν θα ήθελα στην γραπτή και σύντομη παρέμβαση μου να θίξω κάποιο από τα προβλήματα που αναπτύσσονται στο βιβλίο, θα παραθέσω μόνο το τέλος του, προεκτείνοντας την συζήτηση στο σήμερα. "Η παρουσία της εικόνας δηλώνει την απουσία του προτύπου και την ίδια στιγμή την προσπάθεια να γίνει παρόν, να καταργηθεί η απόσταση από τον θεατή. (Η εικόνα) επιδιώκει να μετατρέψει το τραύμα της απουσίας σε χαρά και χάρη παρουσίας, μας βεβαιώνει θριαμβευτικά την ύπαρξη του προτύπου ... Είναι μια θύρα, το κατώφλι ενός άλλου κόσμου, ενός κόσμου κοινού, δηλαδή μιας στιγμής που μοιράζονται πρότυπο και θεατής. Η εικόνα είναι ένα όχημα που μας προσφέρει το ταξίδι, με προορισμό που επιλέγουμε εμείς" (σ. 312).

Σήμερα, η καλλιτεχνική αναγνώριση, η εμπορική εκτίμηση των εικόνων, η άνθιση εργαστηρίων μαζικής παραγωγής τους, η πληθώρα εντυπωσιακών εκθέσεων βυζαντινής τέχνης, μοιάζει να δηλώνουν μια άνευ όρων αποδοχή της τέχνης αυτής από ένα κοινό ετερόκλητο ως προς τις πνευματικές καταβολές και την παιδεία του, την σχέση του με την εκκλησιαστική τέχνη και την αισθητική του εμπειρία. Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τις εκδηλώσεις αυτές, είναι αμφίβολο αν όλος αυτός ο θρίαμβος της εικόνας, αυτού του είδους η "αναστήλωσή" της είναι ο δικός της θρίαμβος - εκτός από τις περιπτώσεις όπου η εικόνα γίνεται αντικείμενο μιας διαφορετικής "μεταφυσικής" θέασης. Η αναγνώριση με την οποία την περιβάλλουμε δεν ανήκει στην εικόνα, ούτε της αξίζει. Είναι η αυτοϊκανοποιούμενη αναγνώριση και καταξίωση της δικής μας συνήθειας, της καλλιτεχνικής ή ψυχολογικής μας επένδυσης.

Γιατί είμαστε εμείς που "ασημώνουμε" την εικόνα, άλλοτε υπό τον μανδύα της αισθητικής και άλλοτε με το, νόμιμο βεβαίως και εναγώνιο, αίτημα της λειτουργικότητός της. Και φοράμε στην εικόνα το "πουκάμισο" της δικής μας ιδεολογίας. Αν κάποτε η επιφάνεια της εικόνας γινόταν αγνώριστη κάτω από την κάπνα των κεριών, η αναγνώριση του βάθους της παραμένει πάντοτε δύσκολη κάτω από το στρώμα των ερμηνειών. Εμείς καταναλώνουμε οπτικά την εικόνα, ενώ η εικόνα βρίσκεται πάντα εκεί, όχι απλώς για να την δούμε. Αυτοπροσφέρεται ως τόπος όπου διασταυρώνονται τα βλέμματα. Περιμένει τον θεατή, για να την ξεπεράσει. Ολοκλήρωση της εικόνας είναι η φανέρωση και ο θρίαμβος του προτύπου της.

Ο άλλος, ο σημερινός θρίαμβος προδίδει την (βυζαντινή, που πάει να πει την ορθόδοξη) εικόνα: όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από το νόημά της, τόσο περισσότερο την εκτιμούμε. Όσο την αφοπλίζουμε, τόσο την πλησιάζουμε. Όσο απωθούμε το πανταχού παρόν και κατεξοχήν πρότυπο που αυτή επικαλείται, τόσο εγκαθιδρύουμε την πανταχού παρουσία της εικόνας, μιας εικόνας όμως χωρίς πρότυπο. Όσο δεν μας μιλά η ίδια η εικόνα, τόσο μιλούμε (ή γράφουμε) εμείς γι' αυτήν.

Με φιλικούς χαιρετισμούς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου