Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ΜΑΡΣΥΑΣ ΤΩΝ ΑΧΑΙΩΝ




Με αφορμή τα εγκαίνια του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου της Πάτρας


Του φιλολόγου Γιάννη Γ. Δημογιάννη


Η Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009 θα καταγραφεί σαν μία μέρα ορόσημο για την κοινωνία της Πάτρας και όχι μόνο. Μετά την πάροδο δεκαετιών και την επίπονη προσπάθεια πολλών, το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, έστω και αποσπασματικά, ανοίγει επί τέλους τις πύλες του.

Από την άλλη πλευρά, αν θέλουμε με συνέπεια να πιστεύουμε πως ο πολιτισμός και πιο συγκεκριμένα τα Μουσεία δεν αποτελούν γραφικά «οστεοφυλάκια», τότε αναπόφευκτα δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να στραφούμε σε μεγέθη ποιοτικά. Γιατί πίσω από τα θραύσματα του παρελθόντος, πίσω από τα κενά, τις παύσεις ή ακόμη και τις αναπάντητες απορίες του χρόνου, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα αρχαία μνημεία της Αχαΐας είναι κατά βάθος τα «σπίτια που κατοικούν οι μνήμες των Αχαιών». Εξάλλου, η ιστορία επιβεβαιώνει σαν αδιάψευστος μάρτυρας πως σε αυτά ακριβώς τα φιλόξενα «σπίτια» κρύβονται καλά φυλαγμένες ιστορίες και μύθοι άφθαρτοι. Ένα ολόκληρο θαυμαστό σύμπαν, ικανό να αποβεί λυτρωτικό σε όσους έχουν την πρόθεση να ιχνηλατήσουν τα αποτυπώματα των προγόνων.

Εντρυφώντας κατά συνέπεια σε αυτό το θαυμαστό σύμπαν, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως στην αρχαιότητα κάθε αντικείμενο αποκτούσε νόημα και αξία, λειτουργώντας ταυτόχρονα σαν αυτόνομη μονάδα αλλά και σαν αναπόσπαστο τμήμα ενός ενιαίου πολιτισμού. Και απ’ ό,τι έχει επισημάνθεί εύστοχα, η συγκεκριμένη βεβαιότητα προβλήθηκε κατά τον πλέον τεκμηριωμένο τρόπο, ιδίως μέσα από την τελετή έναρξης του νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, το μήνυμα της τελετής ήταν, αν μη τι άλλο, ηχηρό, εφόσον δεν άφησε κανένα περιθώριο στους κακόβουλους σφετεριστές της ιστορίας : ενδεχομένως πολλά είναι τα διάσπαρτα ανά τον κόσμο σπαράγματα του μνημείου, αλλά μόνο αν και εφόσον τα αρχιτεκτονικά μέλη του Παρθενώνα συνενωθούν και πάλι στο κοινό τους «σώμα», τότε δύνανται να υπάρξουν και σαν επιμέρους μονάδες.


Το ζήτημα, βέβαια, της επιστροφής των αρχαιοτήτων στο γενέθλιο τόπο τους καταντά πολύπλοκο, γιατί απλά δαιδαλώδης και ανισόρροπη είναι η λογική της εξουσίας - πρωτίστως αυτών των χωρών που επί σειρά ετών καπηλεύονται αυθαίρετα και προς ίδιον πάντα όφελος, τους ανεκτίμητους θησαυρούς της ανθρωπότητας. Υπερβαίνοντας όμως την κοντόφθαλμη λογική των οικονομικών συμφερόντων, δεν έχουμε άλλη επιλογή εκτός από το να ενεργήσουμε ως πολίτες που περιφρουρούν την περιουσία του «οίκου» τους. Και από αυτόν τον κανόνα δε θα μπορούσε να εξαιρεθεί νομοτελειακά ούτε το νέο Αρχαιολογικό μουσείο της Πάτρας, το οποίο θα εξακολουθούσε – έστω και θεωρητικά - να παραμένει «ανάπηρο», μέχρις ότου επαναπατριζόταν στο σύνολό τους οι αρχαιότητες της Αχαϊκής γης και μάλιστα δίχως παζάρια και εκπτώσεις στο ταξίδι της επιστροφής…


Λαμβάνοντας, λοιπόν, αυτά υπόψη, πρέπει να αναδειχθεί ότι ανάμεσα στα αριστουργήματα που «χάθηκαν» ανεξήγητα κατά τον 19ο αιώνα από την περιφέρεια της Αχαΐας, συγκαταλέγεται και ο περίφημος Μαρσύας των Πατρών. Για να σχηματίσουμε μάλιστα μία πληρέστερη εικόνα του γλυπτού, δεν έχουμε παρά να προστρέξουμε στις επισημάνσεις του μελετητή Ν. Παπαχατζή, ο οποίος επισημαίνει τα εξής (αξίζει να καταγραφεί πως στην αναφορά του ο μελετητής επισυνάπτει και την φωτογραφία του αγαλματιδίου από τον πατρινό δημοσιογράφο Παναγ. Δ. Παπανδρόπουλο):


«Από τον Παυσανία (βιβ. 7, Αχαϊκά) φαίνεται η εντελώς εξαιρετική θέση που είχε η λατρεία του Διονύσου στη θρησκευτική ζωή της Πάτρας. Υπήρχε γι’ αυτόν και ιδιότυπη τοπική λατρεία με το χαρακτηριστικό όνομα του Αισυμνήτη (δηλ. του θεού ηγεμόνα) παράλληλα με την κοινή λατρεία του Διονύσου, προστάτη γενικώτερα της δενδροκομίας και ειδικώτερα της αμπέλου. Γλυπτικές εικόνες του ιδίου και των πολυάριθμων ακολούθων του θα υπήρχαν στα ιερά του, από τις οποίες είναι και το απεικονιζόμενο εδώ μπρούτζινο άγαλμα του Μαρσύα που βρέθηκε προ ενός περίπου αιώνα πολύ κοντά στην ακρόπολη των Πατρών (σήμερα βρίσκεται στο βρετανικό μουσείο). Το ύψος του αγάλματος πλησιάζει μαζί με το βάθρο το ένα μέτρο (χωρίς το βάθρο το ύψος δεν είναι περισσότερο από 75 εκατοστά (!). Η εξαίρετη τέχνη του έργου θύμισε αμέσως το φημισμένο πλάστη Μύρωνα, του οποίου θαυμαζόταν ένας Μαρσύας, σε σύνταγμά του με την Αθηνά και τους αυλούς (σύνταγμα = θίασος ακολούθων, συνοδών).


Η φήμη του έργου είχε προκαλέσει τη μεγάλη ζήτηση στα μετακλασσικά χρόνια αντιγράφων είτε ολόκληρου του συντάγματος (των συνοδών του θεού) είτε της Αθηνάς ή του Μαρσύα μεμομωμένων. Από τα γένεια και την κόμη …και από την εκπληκτική απόδοση του σώματος, ο Μαρσύας της Πάτρας φαίνεται πως ανήκει στα πιο περιζήτητα πρώιμα αντίγραφα του έργου. Είναι έργο σπουδαίου δεξιοτέχνη του 4ου αιώνα π.Χ ή των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων και είχε γίνει μόνος ή σε συνδυασμό με την Αθηνά και τους αυλούς. Ο Μαρσύας παριστάνεται τη στιγμή που έτρεξε ν’ αρπάξει τους αυλούς, ξαφνικά όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με την Αθηνά, η οποία τούς είχε πετάξει και η οποία επιθυμούσε να μην τούς πάρει κανείς ∙ στο αντίκρισμα της θεάς και ενώ άπλωσε το δεξί χέρι να πάρει τους αυλούς, (ο Μαρσύας) έφερε το σώμα του πίσω χωρίς όμως να αποσύρει και το δεξί πόδι προς τα πίσω…



Ο Παυσανίας που είδε το ίδιο το σύνταγμα του Μύρωνα στην Ακρόπολη (ενν. σύνταγμα συνοδών του Διονύσου με τη μορφή γλυπτικού συμπλέγματος) εξήγησε το απότομο τράβηγμα του κορμιού (προς τα πίσω) ως οφειλόμενο σε χτύπημα της Αθηνάς… Ο Πλίνιος, αντίθετα, στη στάση του Μαρσύα ξεχωρίζει μόνο το θαυμασμό του προς το μουσικό όργανο που σε λίγο θα γίνει δικό του… Ο Μαρσύας της Πάτρας μπορούσε να είναι πολύτιμο ανάθημα (αντικείμενο που αφιερώνεται σε ναό ως ένδειξη ευγνωμοσύνης) σε ένα από τα ιερά του Διόνυσου (του καλυδώνιου Διόνυσου ή μάλλον στο ιερό του Αισυμνήτη Διόνυσου, όπου μεταφέρονταν στη διονυσιακή γιορτή και τα τρία αγάλματα του Διόνυσου ∙ κάθε επιμέρους άγαλμα του θεού από τα τρία αντιστοιχούσε σε καθένα από τους τρεις δήμους που αποτελούσαν κατά την αρχαιότητα τις Πάτρες (δήμος Ανθείας – Διόνυσος ο Ανθέας (-ευς), δήμος Μεσάτιδος – Διόνυσος ο Μεσατεύς, δήμος Αρόης – Διόνυσος ο Αροεύς)».


Σε κάθε περίπτωση πάντως ο Μαρσύας των Αχαιών παραμένει ένα ανεπανάληπτο «ανέστιο» αριστούργημα που τού αρμόζει μία και μοναδική θέση : να επιστρέψει στη γενέθλια γη της Αχαΐας, ώστε να εκτεθεί στο σύγχρονο σπίτι του. Εκεί όπου θα αναβιώσουν ενώπιον όλων και κυρίως ενώπιον των νέων της ευρύτερης περιφέρειας κάποιες από τις εξαίσιες μνήμες των προγόνων μας.


Ο υπουργός Πολιτισμού ας αναλογιστεί την ευθύνη του και ας ενεργήσει ως θεματοφύλακας… Ανθρώπων περασμένων αλλά για πάντα ζωντανών.



φωτό: Μαρσύας, British Museum




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου